Skip to main content

11 Αυγούστου έως 16 Σεπτεμβρίου 1904

 

 

Οι πρώτοι μήνες της ελληνικής επίθεσης στη Μακεδονία

 

Τα Κείμενα

επιλογή & μεταγραφή

Δημήτρης Λιθοξόου

 

1) 11 Αυγούστου έως 16 Σεπτεμβρίου 1904

 

 

16.12.2012

 

Το όνομα «Βούλγαρος», όπως το εκμεταλλεύονται οι Βούλγαροι στη Μακεδονία, δεν είναι με κανένα τρόπο εθνικό και γι’ αυτό το λόγο κανένας Μακεδόνας δεν έχει το δικαίωμα να το χρησιμοποιήσει για να εκμεταλλευτεί τα μακεδονικά συμφέροντα προς όφελος της Βουλγαρίας. Αυτό το όνομα δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να αφήσει τους Βουλγάρους να παρεμβαίνουν στις υποθέσεις μας. Ο πατέρας μου, ο παππούς μου και ο προπάππος μου ονομάστηκαν Βούλγαροι από παρεξήγηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ πρέπει να παραμείνω στο σκοτάδι, όπως εκείνοι, σ’ ότι αφορά την εθνικότητά μου.

 

Κρίστε Μισίρκωφ

Μακεδονικές Υποθέσεις, Δεκέμβριος 1903

 

 

 

Τετάρτη 11 / 24 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Αναχώρησε για το Βόλο με ατμόπλοιο ο Παύλος [Κύρου] μαζί με τους Στέλιο Κλειδή, Σταύρο Ζούλη, Χρήστο Λευκαράκη [Λευκαρουδάκη], Γιάννη Σεϊμένη, Μήτσο Σπανόπουλο, Θόδωρο Λίτση. Η πρόθεση είναι να αναχωρήσω και εγώ αύριο 12 Αυγούστου ημέρα Πέμπτη και να ανταμώσουμε στο Βόλο, όπου θα με περιμένει.

11.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Κατά το τέλος Αυγούστου στα 1904, με κάλεσε ο Καλαποθάκης, με ένα νέο που λεγόταν Αποστόλης Αγακίδης και πήγα στο σπίτι του, στην οδό Πατησίων. Εκεί ήταν ο Ιωάννης Ράλλης και ο Μπαλνταντζής και με ρωτούσαν, που πήγα στη Μακεδονία, τι είδα και τι ξέρω κι αν μπορούμε να αντιδράσουμε στη βουλγαρική προπαγάνδα. Εγώ τους είπα τι είδα και τι ήξερα. «Ε τότε αναλαμβάνεις να σου δώσουμε τα μέσα να πάρεις άνδρες να πας; Τώρα». Μου λέει «κάναμε Κομιτάτο με πολλά λεφτά, θα σου πληρώνουμε δυο λίρες για τον κάθε οπλίτη και θα σου δίνουμε κι εσένα πέντε λίρες το μήνα. θα μπορέσεις να εργαστείς;» Εγώ τους είπα ότι θα μπορέσω και θα παραμπορέσω: «Ε και τι θα κάνω μου λέτε. Όταν θα πάω, θα δείτε τα κάνω». Μου λένε ότι έχουν στείλει και δύο σώματα και θα έχουν εισβάλει τώρα στη Μακεδονία, τον Κόκκινο από το Βογατσικό και τον Μπόλα, άγνωστοι σε μένα και τους λέω ότι: «Δεν θα πάνε, εγώ θα πάω πρώτος». Λένε «μα αυτοί είναι τώρα στη Μακεδονία». Απαντώ «Ναι, αλλά όχι στους Βούλγαρους». Σαν να το ήξερα. Ο Κόκκινος πήγε στο χωριό του το Βουγατσικό [Βογατσικό] κι έκρυψε τα όπλα κι ούτε είπε τίποτα. Ο δε Μπόλας πήγε ως τα σύνορα, αλλά δεν μπόρεσε να μπει στο τούρκικο, μόνο γύρισε και έκατσε στα Τρίκαλα.

Τέλος, δεν κατόρθωσα να μου δώσουν τα μέσα παρά μόνο για δέκα άντρες. Εγώ όμως είχα μανία και όπως κι αν ήταν θα πήγαινα. Όπως έμαθα ύστερα, όταν ενέδωσε ο Θεοτόκης στην πίεση των εφημερίδων και προπαντός του Εμπρός και σχημάτισε επιτροπή από τον Καλαποθάκη [ιδιοκτήτη του Εμπρός], τον Μπαλτατζή και το Ράλλη, τους έδωσε μόνον εξήντα χιλιάδες να στείλουν [ένοπλα σώματα] δοκιμαστικά «κι αν δει ότι μπορούν να εργαστούν, να ενισχύσει τον Αγώνα». Γι’ αυτό έκαναν οικονομία και με σταύρωσαν, ώστε να κατορθώσω να φύγω με έντεκα άντρες.

Και όπως έμαθα αργότερα είχαν καλέσει και το Λαμπρινό Βρανά και το Γιώργη Δικώνυμο, που άλλαξε αργότερα όνομα και το έκανε Μακρής, αλλά αρνήθηκαν γιατί υποστήριζαν τις αντιλήψεις του Κολοκοτρώνη [«ότι δεν υπάρχει χειρότερος λαός των Μακεδόνων»], το πώς βγήκαν ύστερα είναι άλλο. Αυτό μου το είπε ο Αποστόλης Αγακίδης, αυτόν είχε αγγελιοφόρο η επιτροπή. Αυτός ήρθε και βρήκε και μένα. Ζήτησε, λέει, να βρει τον Πέρο, αλλά ο Πέρος έλειπε στην Κρήτη, έκανε εμπόριο και δεν βγήκε άλλη φορά στη Μακεδονία.

 

 

 

 

 

ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Θεσσαλονίκη 10 Αυγούστου (τηλεγράφημα). Έφτασε εδώ από την Κωνσταντινούπολη ο υπασπιστής του Σουλτάνου συνταγματάρχης Θωμάσι, με ειδική αποστολή να πείσει το Δε-Τζώρτζη [De Giorgi] να γνωμοδοτήσει πως η κατάσταση στη Μακεδονία άλλαξε προς το καλύτερο και έτσι είναι περιττή η αποστολή νέων ευρωπαίων αξιωματικών, όπως προτάθηκε από τις Δυνάμεις. Ο Θωμάσι συνεργάστηκε χθες ιδιαίτερα με το Δε-Τζώρτζη.

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

 

Πέμπτη 12 / 25 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη και αναζήτησα το Ζουρίδη. Στις 5 μ.μ ήρθα στον Πειραιά όπου αντάμωσα στου Τζελέπη και τους Αριστείδη Νίσταρη και Εμμανουήλ Σκουντρή, που με περίμεναν. Στις 6 μ.μ. ήρθε και ο Ιωάννης Καλογεράκης και έφερε επιστολή του κ. Πολίτη [του Λαογράφου] για να έρθει μαζί μας. Αναχώρησα από τον Πειραιά στις 11 1/2 η ώρα μ.μ. μαζί με τους Εμμανουήλ Σκουντρή, Ιωάννη Σιμανίκα, Αριστείδη Νίσταρη, Σωτήρη Χατζιδάκη, Ιωάννη Καλογεράκη και Γιάννη Συμεών.

12.8.1904

 

 

 

 

 

ΟΙ ΣΕΡΒΟΙ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Σύμφωνα με χθεσινό τηλεγράφημα από το Σεμλίνο, το Μακεδονικό Κομιτάτο του Βελιγραδίου, για το οποίο λεγόταν ότι διαλύθηκε, οργανώθηκε ξανά και συλλέγει εθελοντές για τη Μακεδονία.

Είναι βέβαιο πως ο Σβέτα Σίλιτς, όταν βρισκόταν στο Λονδίνο είχε σχέσεις με φιλομακεδονικούς κύκλους, οι οποίοι του εμπιστεύτηκαν μεγάλο χρηματικό ποσό για να σχηματίσει συμμορίες στη Μακεδονία.

                                   ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

Παρασκευή 13 / 26 Αυγούστου 1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Τέλος έφυγα με δώδεκα άντρες, λέω δώδεκα γιατί ο Αγακίδης ήρθε ως οδηγός και πήρα το Σημανίκα που δεν τον ήθελα, γιατί το ρώτησα αν έχει πολεμήσει ποτέ και μου είπε πως δεν έχει πιάσει όπλο. Ε, τι να τον κάνω; Αλλά ο Καλαποθάκης με υποχρέωσε να τον πάρω.

 

Κώστας Κλειδής

Αγακίδης Αποστόλης από το Τσοτήλι της Κοζάνης. Ζούλης Σταύρος από του Ασκύφου Σφακίων. Καλογεράκης Γιάννης από τους Λάκκους Χανίων. Καούδης Ευθύμης από του Καλλικράτη Σφακίων. Κλειδής Στέλιος από τα Αγκουσελιανά Ρεθύμνης. Κύρου Παύλος από το Ανταρτικό [Ζέλεβο] Φλώρινας. Λευκαρουδάκης Χρήστος από την Ανώπολη Σφακίων. Νύσταρης Αριστείδης από τα Ρούστικα Ρεθύμνης. Σεϊμένης Γιάννης από την Ανώπολη Σφακίων. Σημανίκας Γιάννης από τη Νάουσα. Σκουντρής Μανόλης από το Άδελε Ρεθύμνης. Σπανόπουλος Δημήτρης από τον Πύργο Γαστούνης. Στογιάννης Σίμος από τα Άλωνα [Άρμενσκο] Φλώρινας. Χατζηδάκης Σωτήρης από το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνης.

 

 

 

 

 

ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΙΛΜΗ ΠΑΣΑ

Ο παρισινός «Χρόνος» δημοσιεύει συνέντευξη με τον γενικό διοικητή στη Μακεδονία Χιλμή Πασά, ο οποίος βλέπει την κατάσταση στη Μακεδονία με ρόδινα χρώματα.

Οι μεταρρυθμίσεις, είπε ο Χιλμή Πασάς προς τι συντάκτη του «Χρόνου», εφαρμόζονται αργά ίσως, αλλά σίγουρα. Ρωτήστε τους πολιτικούς πάρεδρους, οι οποίοι επισκέπτονται το εσωτερικό της χώρας και βρήκαν την κατάσταση αρκετά καλή. Η εφαρμογή του νέου συστήματος της δεκάτης άρχισε. Το σύστημα αυτό το εξήγησα σε όλους τους χωρικούς των περιχώρων, τους οποίου κάλεσα παρουσία των κυρίων Γκιρς και Μύλλερ. Οι χωρικοί στην αρχή ήταν καχύποπτοι, μετά όμως όλα τα χωριά ζήτησαν την εφαρμογή του συστήματος της δεκάτης.

Σχημάτισα, πρόσθεσε ο Χιλμή πασάς, τέσσερα τάγματα εκλεκτού στρατού, για καταδίωξη των συμμοριών. Οι ανιχνευτές θα είναι ποδηλάτες. Οι αξιωματικοί δε ανά ένας της χωροφυλακής και της αστυνομίας, θα αναμιχθούν με το στρατό για να ενεργούν ανακρίσεις. Μετά ένα μήνα ελπίζω τα νέα τάγματα να είναι έτοιμα. Το πρώτο θα εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, το δεύτερο στο Μοναστήρι, το τρίτο στο Ιστίπ και το τέταρτο στην Ανδριανούπολη.

Υπάρχουν βέβαια συμμορίες, αλλά λίγες και ανάξιες λόγου. Και θα εξοντωθούν. Ό,τι με θλίβει ιδιαιτέρως, είναι οι αγώνες μεταξύ των χριστιανών. Ο προσηλυτισμός γίνεται με τα όπλα μεταξύ των πατριαρχικών και των σχισματικών. Οι μεν καταγγέλλουν τους δε. Οι Κουτσοβλάχοι ζητούν και αυτοί τις εκκλησίες τους, τις ιεροτελεστίες τους, τους ιερείς τους στη ρουμανική γλώσσα. Είναι αυτό ένα νέο σχίσμα.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

ΒΕΒΑΙΟ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ

Τηλεγραφούν από τη Λυών ότι η «Γενική Ανταπόκριση» πληροφορείται από την Κωνσταντινούπολη, ότι οι Δυνάμεις δεν θα απαντήσουν στο υπόμνημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δείχνοντας έτσι ότι δεν επιδοκιμάζουν τη στάση του.

Εάν δε το Πατριαρχείο δεν υποχωρήσει στο ζήτημα των Μακεδονορουμούνων, η ρουμανική κυβέρνηση θα αναγκαστεί να προκαλέσει σχίσμα, κατά τον τύπο του βουλγαρικού σχίσματος και αυτό με τη συναίνεση της Πύλης.

ΑΘΗΝΑΙ

 

Η ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑΣ

Σύμφωνα με ειδήσεις από την Κωνσταντινούπολη, ο μητροπολίτης Μοναστηρίου Ιωακείμ διαφώνησε με το Χιλμή πασά και υπέβαλε την παραίτησή του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν την αποδέχθηκε.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Σάββατο 14 / 27 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Ήρθαμε στο Βόλο στις 5 π.μ. Αντάμωσα τον κ. [Νικόστρατο] Καλομενόπουλο στις 6 π.μ. Συνεννοηθήκαμε να με περιμένει στην Καλαμπάκα και αναχώρησε μαζί με τον Παύλο. Στις 2 μ.μ. συνάντησα τον Πολίτη.

14.8.1904

 

 

 

 

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ

Υπογράφηκε χθες Βασιλικό Διάταγμα και δημοσιεύτηκε στο αποψινό φύλλο της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως» με το οποίο ορίζεται στη σχολή Ευελπίδων έδρα για διδασκαλία της τουρκικής γλώσσας.

Η εκμάθηση της γλώσσας αυτής θα είναι υποχρεωτική για όλες τις τάξεις της σχολής και θα βαθμολογείται όπως και τα άλλα μαθήματα.

Η έδρα της Τουρκικής θα αρχίσει να λειτουργεί από το Σεπτέμβριο μήνα και γι’ αυτό θα διοριστεί κατάλληλος καθηγητής.

ΕΣΤΙΑ

 

 

 

Κυριακή 15 / 28 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή. Αναχωρώ από το Βόλο. Στις 8 ήρθα στα Τρίκαλα. Η ώρα 2 ½ μ.μ. στο σταθμό αντάμωσα τον κ. Καλομενόπουλο που αναχωρούσε για Καλαμπάκα. Μου είπε ότι του φυλάκισαν τον Παυλή, αλλά τον απέλυσαν και τον έχει μαζί του. Ώρα 4 μ.μ. είδα το νομάρχη κ. Φρανδρίδη. Στις 5 μ.μ. είδα τον λοχαγό κ. Οικονομίδη, με πήρε στο φαρμακείο του λόχου και μου έδωσε φάρμακα.

15.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Στις 15 Αυγούστου ειδοποιηθήκαμε όλοι οι άντρες του σώματος [Μελά] να είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση, στην πρώτη ειδοποίηση.

 

 

 

 

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 15 Αυγούστου 1904 στο χωριό Γραδομπόρι του καζά Θεσσαλονίκης. Νεκροί: ο προύχοντας Τράικος Στεργίου και οι δυο γιοί του.

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΠΡΟΞΕΝΟΥ

Έγκυρες ειδήσεις από τη Θεσσαλονίκη βεβαιώνουν ότι σε σχέση με την υβριστική επιστολή του εκεί Γενικού Πρόξενου της Ρουμανίας κ. Γκίκα, που δημοσιεύτηκε στην «Ημέρα» της Τεργέστης, σχετικά με το επεισόδιο που είχε με τον ομογενή Μιχαλάκη μπέη, ο ρουμάνος διπλωμάτης, αφού προσκλήθηκε σε μονομαχία, αναγκάστηκε να αναιρέσει, ενώπιον των μελών της Ελληνικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, τα όσα δημοσιεύτηκαν σε αυτή την επιστολή και να δηλώσει που δεν αποσκοπούσε με αυτά να υβρίσει τους Έλληνες.

ΕΣΤΙΑ

 

 

 

Δευτέρα 16 / 29 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα, ώρα 2 μ.μ. Αναχωρήσαμε για την Καλαμπάκα. Ώρα 3 & 10 μ.μ. ήρθα στην Καλαμπάκα. Αντάμωσα τον κ. Καλομενόπουλο στο σταθμό και μιλήσαμε. Έστειλα τρεις αγωγιάτες και ώρα 7 ¼ αναχωρήσαμε. Ώρα 7 ½ ο Σίμος έπαθε [κήλη]. Ώρα 9 ήρθαμε στο χάνι Λάντα. Μας περίμεναν οι αγωγιάτες. Ώρα 2 π.μ. έστειλα το Σίμο στην Καλαμπάκα με δυο παιδιά. Εμείς ήρθαμε στο Ρίκαβο και στην Αγία Παρασκευή για λημέρι.

16.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Πήγαμε στην Καλαμπάκα και πήραμε τα όπλα, όλο γκράδες και σφαίρες ξαναγεμισμένες, κάθε φορά που πυροβολούσες και τράβαγες το κλειδί να πέσει ο κάλυκας, έμενε το καψούλι στη θαλάμη του όπλου και έπρεπε να τινάζουμε το όπλο για να πέσει το καψούλι και να βάλουμε άλλη σφαίρα. Κάπες δε βρήκαμε στην Καλαμπάκα και μου είπε ο γιατρός ο κ. Ράμος ότι παρήγγειλε στη Σαμαρίνα να του φέρουν και να περιμένω, αλλά εγώ δεν είχα υπομονή να κάθομαι να περιμένω και φύγαμε δίχως κάπες. Στο δόμο πριν να φτάσουμε στο Ρίκαβο, το βουνό απέναντι από το Βελεμίστι, ο Σίμος πήδηξε κάποιο ρεματάκι κι έπαθε κήλη και τον έστειλα πίσω.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Μας δόθηκε το δρομολόγιο και τα κέντρα συνάντησης. Στο Βόλο ορίστηκε το ξενοδοχείο «Κωνσταντινούπολη» και στη Λάρισα το ξενοδοχείο «Βόλος». Αυστηρή σύσταση ήταν να αποφεύγουμε, πάση θυσία, τις συνομιλίες με τους πολίτες και να προσέχουμε να μην μας καταλάβουν οι αστυνομικές αρχές.

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΕΤΖΩΡΤΗ

Ο στρατηγός Δε-Τζώρτζη, αρχηγός της μακεδονικής χωροφυλακής, δήλωσε, απαντώντας σε ερώτηση του συντάκτη του «Λοκαλαντσάιγγερ», ότι ο αριθμός των ξένων αξιωματικών της χωροφυλακής είναι αρκετός, ότι οι μεταρρυθμίσεις εφαρμόζονται σοβαρά, η ότι η Πύλη έχει καλή θέληση και ότι η χωροφυλακή ανασυντάχθηκε με μεγάλη επιτυχία.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Τρίτη 17 / 30 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη στο Ρίκαβο, Αγία Παρασκευή. Ώρα 6 μ.μ. ήρθαν ο Μήτσος [Σπανόπουλος] και ο Θόδωρος [Λίτσης], που είχαν συνοδεύσει το Σίμο μέχρι την Καλαμπάκα. Μου έφεραν μια επιστολή από τον Καλομενόπουλο: να αναχωρήσω και όταν γίνει και ο Σίμος καλά θα μου τον στείλει. Επειδή δεν είχα ψωμί έμεινα και πήγε ο Παύλος στο Γαύροβο να προμηθευτεί.

17.8.1904

 

 

 

[Η σλαβική γλώσσα της Εξαρχίας]

Το όργανο των βουλγάρων ευαγγελιστών ή προτεσταντών «Ζορνίτσα» είχε γράψει ότι η γλώσσα συμβάλει κατά πολύ στη θρησκευτική μόρφωση του λαού και κατέκρινε τη βουλγαρική εκκλησία γιατί δεν χρησιμοποιεί κατά τις ιεροτελεστίες τη βουλγαρική γλώσσα που είναι κατανοητή αλλά μεταχειρίζεται τη νεκρή και ακατανόητη στο βουλγαρικό λαό σλαβική γλώσσα.

Απαντώντας σε αυτά η «Βουλγαρική Εκκλησιαστική Εφημερίδα» της Σόφιας, κατακρίνει τη «Ζορνίτσα», ότι γράφει με σκοπό να υποσκάψει τα θεμέλια της βουλγαρικής εκκλησίας. Στη συνέχεια δικαιολογεί τη χρήση της σλαβικής γλώσσας, αντί της νέας βουλγαρικής γιατί, όπως υποστηρίζει, η γλώσσα αυτή είναι περισσότερο προσιτή στον απλό λαό, παρά η σημερινή γραπτή βουλγαρική και επιπλέον είναι και ιερή γλώσσα.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

Τετάρτη 18 / 31 Αυγούστου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τετάρτη. Ήρθε ο Παύλος με ψωμί και τυρί. Ήρθε ένας ληστοφυγόδικος να με ακολουθήσει, αλλά δεν τον δέχτηκα. Νωρίς αναχωρήσαμε από την Κλεφτόπετρα, ήρθαμε έξω από το Βελεμίστι και εισβάλαμε [στο τουρκικό έδαφος]. Ώρα 9 ½ περάσαμε δεξιά από το χωριό Μάνεση, έξω από το χωριό Μπλέσα [Πλέσια] και ήρθαμε πάνω από το χωριό Λευτεροχώρι [Ελευθεροχώρι].

18.8.1904

 

 

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Ο πρεσβευτής της Ελλάδας στη Κωνσταντινούπολη, μετά από εντολή της Κυβέρνησης, προέβη σε φιλικές παραστάσεις στην Πύλη, για τη συγκέντρωση νέων στρατιωτικών σωμάτων στα ελληνοτουρκικά σύνορα και ζήτησε εξηγήσεις για αυτά τα μέτρα της Τουρκίας. Ποια απάντηση έδωσε η Τουρκία στην πρεσβευτή μας δεν είναι ακριβώς γνωστή, όπως όμως λέγεται η Τουρκία ισχυρίστηκε ότι έλαβε αυτά τα μέτρα γιατί υπάρχουν υπόνοιες. ότι δήθεν καταρτίστηκαν στην Ελλάδα επαναστατικά σώματα, τα οποία σκοπεύουν να εισβάλουν από τα σύνορα στη Μακεδονία, πράγμα το οποίο είναι εντελώς ανακριβές.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

 

 

Πέμπτη 19 Αυγούστου / 1 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη. Πάνω από το χωριό Λευτεροχώρι. Στείλαμε άνθρωπο να μας φέρει ψωμί. Ώρα 7 ½ περάσαμε το ποτάμι [Βελονιάς ή Βενέτικος]. Καθίσαμε. Ώρα 9 ήρθε το ψωμί και αναχωρήσαμε και ήρθαμε στο Κουτσικό [Κουσκό], τσιφλίκι του Ρουφαάτ μπέη.

19.8.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Έφτασα σήμερα με το Λαμπρινό στη Λάρισα, γύρω στις 9 ½ π.μ. Πήγα αμέσως στο σπίτι του Σάπκα όπου άφησα τα πράγματά μου. Με το φόβο να μην βρίσκεται κάποιος τούρκος κατάσκοπος, πλησίασα τον υπάλληλο και του είπα «πληρώνω ό,τι θέλεις, αλλά στείλε τα στο λοχαγό Ηλιόπουλο και μην κάνεις φασαρία». Γύρισε με κοίταξε από πάνω ως κάτω και μου είπε «κατάλαβα, κατάλαβα, είναι φυσίγγια, περάστε ελεύθερα». Και έτσι μπήκα με τα αγαπημένα μου φυσίγγια σε ένα αμάξι και κατεβήκαμε κοντά στο σπίτι του Σάπκα.

Τα πράγματα έχουν ως εξής. Από την Κοζάνη και τη Σιάτιστα ήρθαν μόνο τέσσερις [άντρες]. Εδώ στρατολογήθηκαν άλλοι δώδεκα. Ώστε το σύνολο δεκαέξι. Ο οδηγός μας ο Κατσαμάκας έρχεται με άλλους έξι. Το όλον είκοσι τρεις. Ο Πύρζας, εγώ και οι δέκα Κρητικοί, ίσον δώδεκα. Και έτσι γινόμαστε συνολικά τριάντα πέντε. Ειδοποιήθηκα από την Κοζάνη ότι αυτοί που δεν μπόρεσαν να έρθουν στη Λάρισα, είναι έτοιμοι να με συναντήσουν σε όποιο σημείο τους ορίσω στη Μακεδονία. Αλλά απάντησα ότι δεν τους θέλω τώρα αμέσως, γιατί θα είναι πολύ δύσκολη η διοίκηση τόσο μεγάλου σώματος. Θα τους καλέσω αμέσως μόλις τακτοποιήσω τις ομάδες, στις οποίες θα διαιρέσω το σώμα μου. Ο Πύρζας είναι ακόμα στα Τρίκαλα. Τα πράγματα είναι όλα έτοιμα. Κάποιες μικρές ελλείψεις θα συμπληρωθούν με την προσέλευση δύο ή τριών καλών αντρών και τότε, με τη βοήθεια του Θεού, μεθαύριο ή το πολύ αντιμεθαύριο θα ξεκινήσουμε από τη Λάρισα.

Λάρισα 19.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Στις 19 Αυγούστου βρεθήκαμε στη Λάρισα δεκαπέντε άντρες, από τους οποίους άλλοι έμειναν στο ξενοδοχείο «Όλυμπος» και άλλοι στο παντοπωλείο του Μακρυγιάννη. Κρητικοί είμαστε οι εξής: Λαμπρινός Βρανάς, Ανδρέας Δικώνυμος (Μπαρμπανδρέας), Μάρκος Παπαμαρκάκης, Ν. Χαλκιαδάκης, Ν. Λουκάκης, Γ. Ζουρίδης, Γ. Στρατινάκης και Ι. Καραβίτης, σύνολο οκτώ.

Στη Λάρισα ήρθε να προστεθεί στο σώμα και ένας παλιός κλέφτης, ο Θανάσης Κατσαμάκας με το νεαρό γιό του Γιώργο.

 

 

 

 

 

Η ΕΞΑΡΧΙΑ

Με αυτό τον τίτλο, ο «Κούριερ» της Σόφιας δημοσιεύει μεγάλο άρθρο, το περιεχόμενο του οποίου συνοψίζουμε ως εξής:

Ασχοληθήκαμε τελευταία με τους μακεδόνες ιερείς που κατέφυγαν στη Βουλγαρία. Κάποιος φίλος μας είπε ότι καλά κάναμε, αλλά ρώτησε γιατί δεν ασχοληθήκαμε με τους ιερείς εκείνους που ζουν στη Μακεδονία, των οποίων ο βίος είναι τρισάθλιος και έχουνε τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από το κεφάλι τους.

Η παρατήρηση του φίλου μας προξένησε μεγάλη εντύπωση. Εδώ στην Ηγεμονία ο ιερέας, εκτός από τα τυχερά του, πληρώνεται τακτικά από την κυβέρνηση. Στη Μακεδονία όμως ο ιερέας, εργαζόμενος για το ποίμνιό του, για το έθνος και για την πατρίδα όχι μόνο πεθαίνει στην πείνα, αλλά κινδυνεύει η ζωή του και πολλές φορές σαπίζει στη φυλακή. Και αυτό είναι αδικία.

Πάνω στη ρήμη του λόγου θυμηθήκαμε και τους δασκάλους στη Μακεδονία, οι οποίοι αν μεν έχουν απολυτήριο γυμνασίου, παίρνουν στα γεράματά τους μια μικρή σύνταξη, αν όμως δεν έχουν πεθαίνουν στην πείνα όταν γεράσουν. Και αυτό είναι αδικία.

Η Αγία Εξαρχία καθώς και η Ιερά Σύνοδος οφείλουν να φροντίσουν και γι’ αυτούς τους δυστυχείς δασκάλους και ιερείς που βρίσκονται στη Μακεδονία και στην περιφέρεια της Ανδριανούπολης.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

Παρασκευή 20 Αυγούστου / 2 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή βράδυ αναχωρήσαμε, περάσαμε έξω από το χωριό Τσούρλι (Τσούρχλι) και ήρθαμε στο χωριό Μαρτσίστα [Μαρτσίστι]. Μας είχαν υποσχεθεί, μέσω του Αποστόλη, ότι θα μας κάνουν κονάκι, αλλά δυστυχώς. Με την οδηγία αυτού του Αποστόλη, τραβήξαμε για το χωριό Χοριβό [Χόρεβο], αλλά έχασε το δρόμο και ώσπου να βρούμε το χωριό, μας πήρε η μέρα. Μας συνάντησε ένας Τούρκος, τον πήραμε μαζί μας, να βρούμε λημέρι και το βράδυ να τον αφήσουμε. Δεν βρήκαμε λημέρι και μας είδε όλα ο κόσμος. Αναγκαστήκαμε και συνεχίσαμε.

20.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Ο Αποστόλης Αγακίδης (είχε καθηγητή τον πατέρα του στο Γυμνάσιο στο Τσοτύλι), θα μας έκανε καταλύματα να λημεριάσουμε εκεί. Ο Αγακίδης μας άφησε έξω από το χωριό και πήγε να ετοιμάσει τα καταλύματα, αλλά άργησε να έρθει. Και όταν ήρθε μας είπε ότι δεν μας βάζουν μέσα στο χωριό, αλλά θα πάμε στο Χοριβό, ένα άλλο χωριό εκεί κοντά, όπου έχει κουμπάρους και θα μας βάλουν μέσα. Πήγαμε και εκεί. Μας άφησε έξω από το χωριό και πήγε να ετοιμάσει κατάλυμα. Περίμενα. Ήρθε μεθυσμένος κατά τη ξημέρωμα και μας λέει πως ούτε εκεί δεν μας βάζουν μέσα. «Τι θα γίνει τώρα;» Ξημερώνει. Βλέπουμε χωρικούς Τούρκους με τα γαϊδούρια τους φορτωμένα ξύλα και πάνε στα Γρεβενά. Τώρα πια μας είδαν. Τι θα γίνει; Ο Αποστόλης μας πούλησε, χωρίς να το θέλει. «Τι μας έκανες μωρέ Αποστόλη, μας πήρες στο λαιμό σου μωρέ, εδώ στον κάμπο μέρα και γύρω τουρκοχώρια, δεν θα γλυτώσει κανένας μας».

 

 

 

 

Σάββατο 21 Αυγούστου / 3 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο. Από Χοριβό μέχρι Κωσταράτσι [Κωσταράζι], αναγκαστήκαμε να έρθουμε μέρα. Μέχρι τη γέφυρα του Βογατσικού περάσαμε το μεγαλύτερο κίνδυνο.

21.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Ευτυχώς είχα τον Παύλο Κύρου από το Ζέλεβο, που ήξερε τη Μακεδονία παντού και λέει: «Θα τραβήξουμε αριστερά, θα πιάσουμε τη Ντέμπλα [Δέβλα], τρεχάλα όσο μπορούμε, για να προλάβουμε να περάσουμε τη γέφυρα στη Σμίξη, αν δεν την έχουν πιασμένη η Τούρκοι θα γλιτώσουμε, μα αν την έχουν πιασμένη, θα γυρίσουμε να πιάσουμε τα βουνά Όντρια στα Καστανοχώρια».

Τρεχάλα λοιπόν, μπορούμε δεν μπορούμε, φτάσαμε στον Αλιάκμονα ποταμό. Αριστερά πριν φτάσουμε στον ποταμό, ήταν ένα μικρό χωριουδάκι [Βιτάνι], εκεί έμενε ο Αποστόλης [και έφυγε]. Εμείς μεσημέρι πια φτάσαμε στη γέφυρα. Δεν την είχαν πιάσει ακόμα οι Τούρκοι. Τρεχάλα λοιπόν περάσαμε το λόφο και γυρίσαμε προς το Κωσταράτσι και σωθήκαμε. Μόλις φτάσαμε στην κορυφή του λόφου, βλέπουμε και έφτανε ένας λόχος του τουρκικού στρατού και έπιανε τη γέφυρα. Δέκα λεπτά να είμαστε πίσω, θα μας έπιαναν τη γέφυρα και δεν ξέρω τι θα γινόμαστε. Ευτυχώς όμως μας έσωσε ο Παύλος.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Χθες ήμουν τόσο κουρασμένος, ώστε δεν μπόρεσα να σου γράψω. Τα πράγματα είναι εντελώς έτοιμα, μόνο αυτοί οι ευλογημένοι οι Αθηναίοι δεν μου έστειλαν ακόμα τα χρήματα που ζήτησα και χωρίς αυτά βέβαια δεν είναι δυνατόν να φύγω ήσυχος. Συνολικά είμαστε 28. Για τους 12 από αυτούς έχω πλήρη πεποίθηση ότι είναι καλοί και πεπειραμένοι.

Τώρα όπου περιστοιχίζομαι από τους ανθρώπους μου, μεταξύ των οποίων υπάρχουν και πολυτιμότατοι και αφοσιωμένοι (Λιόντας από Κοζάνη, Ανδρουλής Δικωνυμάκης, Λουκάκης, Βρανάς από Κρήτη, Κατσαμάκας, έκτακτος, από τη Δεσκάτη) πήρα περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση.

Η διέλευση των συνόρων δεν θα είναι δύσκολη, γιατί ολόκληρος ο πεπειραμένος τουρκικός στρατός που βρισκόταν στα σύνορα αντικαταστάθηκε με νεοσύλλεκτους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι αγύμναστοι και δεν γνωρίζουν το έδαφος. Απόδειξη είναι ότι έως τώρα πέντε σώματά μας πέρασαν με ασφάλεια.

Ένας φίλος μου, ο ανθυπολοχαγός Λούφας, ο οποίος μου παρέχει άσυλο από τότε που ήρθα εδώ, θέλησε να κάνω τη φωτογραφία μου και το δέχτηκα. Σου στέλνω το πρώτο αντίτυπο [η γνωστή φωτογραφία του Μελά με το ντουλαμά], αλλά με τον όρο να μην το δεις στο φως της μέρας. Αν πέσω εκεί, ας είναι μια ανάμνηση σε σένα και τα παιδάκια μου. Αλλά φαντάσου τι κωμικό θα ήταν και τι μαρτύριο για μένα, αν επέστρεφα άπρακτος, να βλέπω τη φάτσα μου έτσι μασκαρεμένη.

Φαντάσου ότι χθες ήρθε ξαφνικά ο Τσόντος [Βάρδας] στο δωμάτιό μου. Είναι φοβερά συγκινημένος. Και παρακαλεί όλους σας να ενεργήσετε για να έρθει. Αν δεν εργαζόμουν τώρα κάτω από τις διαταγές της Κυβέρνησης, θα με ακολουθούσε. αλλά δεν μπορεί με τέτοιους όρους (εφόσον η Κυβέρνηση είναι αναμιγμένη) να σηκωθεί και να έρθει με δική του πρωτοβουλία. Γι’ αυτό παρακαλεί να βάλετε τα δυνατά σας, για να έρθει να με βρει. Ο Μπαλτατζής μπορεί να το κατορθώσει. Θα ήμουν ευτυχισμένος αν ερχόταν και ο Κατεχάκης. Τι ωραία και αδελφική συνεργασία θα γινόταν!

Λάρισα 21.9.1904

 

 

 

 

Κυριακή 22 Αυγούστου / 4 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή. Μείναμε στο ρουμάνι στο Κωσταράτσι. Στείλαμε τον αγροφύλακα στο Βογατσικό και μας έφερε καπνό. Αμέσως τον στείλαμε στο χωριό [Κωσταράζι] με επιστολή, να την πάρει και να την πάει ο Πανταζής στο Σεβασμιώτατο [μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη], στην Καστοριά. Ώρα 3 ήρθε ο Κοσμάς, ο δάσκαλος του χωριού, μαζί με τρία παιδιά, για να μας επισκεφτεί. Ώρα 7 ½ ήρθαμε στο καλύβι του μπάρμπα-Σάββα και περιμέναμε. Ώρα 10 ήρθε ο παπά-Χρήστος. Ώρα 10 ½ μας έφεραν φαΐ ο Πανταζής και ένας Ντίνα από τη Σάτσιστα [Στάτιστα] και μια επιστολή [του Καραβαγγέλη], που μας έγραφε να πάρω μαζί μου το Ντίνα και να τον κάνω καπετάνιο μαζί με τον Παύλο, έτσι ώστε να μην ακούγομαι εγώ. Ο Παύλος [Κύρου] όμως δεν του έχει εμπιστοσύνη. Σκεφτήκαμε να πάρουμε κάπες. Ο Μανώλης Σκουντρής έγινε άφαντος. Τον στείλαμε στο χωριό μαζί με τον παπά, Το Ντίνα το στείλαμε να προμηθευτεί κάπες από την Καστοριά ή από τη Χρούπιστα και το βράδυ να αναχωρήσουμε.

22.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Αφού γυρίσαμε προς το Κωσταράτσι, κάτσαμε σε κάτι κλαδιά, τριγύρω στα αμπέλια. Σε λίγο ήρθε και μας βρήκε ο αγροφύλακας του χωριού, ένας Αλβανός Γιασάρ το όνομά του, που μας είδε από μακριά. «Γεια σας ωρέ παλικάρια, που πάτε ωρέ;» μας είπε. Του είπαμε ότι εμείς πάμε για Βουλγάρους και το βράδυ θα φύγουμε για πάνω στο Βίτσο [Βίτσι] και να μην μας μαρτυρήσει, γιατί εμείς δεν πειράζουμε Τούρκους. «Όχι ωρέ, μη φοβάστε ωρέ, εγώ είμαι Αρβανίτης ωρέ και αγαπώ τα παλικάρια. Είμαι και εγώ παλικάρι ωρέ». Πράγματι ο καημένος πήγε στα αμπέλια, γέμισε ένα ταγάρι σταφύλια και μας τα έφερε. Έπειτα πήρε τον κατήφορο και πήγε στη γέφυρα όπου την είχε πιάσει ο στρατός. Τον ρώτησαν αν είδε αντάρτες να περνάνε πάνω κι αυτός τους βεβαίωσε ότι τέτοιοι άνθρωποι δεν πέρασαν από κει.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Σου εσωκλείω τον κατάλογο των αντρών μου. Τον στέλνεις στον Μπαλτατζή για να τον δώσει στον Καλαποθάκη. Πες του, μαζί με τις εγκάρδιες και θερμές ευχαριστίες μου, για όσα έκανε με ενθουσιασμό για μένα και το έργο μου, πες στου ότι πρέπει δίχως άλλο να σταματήσει αυτό το πομπώδες σύστημα αποστολής σωμάτων και μάλιστα σωμάτων που αποτελούνται από κωμικούς και άχρηστους ανθρώπους, όπως αυτοί που έφτασαν χθες.

Όταν λάβεις τις φωτογραφίες μου, προς Θεού μην τις δείχνεις σε κανένα.

Λάρισα 22.9.1904

 

Σταμάτης Ράπτης

Προς τους υπαρχηγούς του Μακεδονικού Κομιτάτου, Γεώργιο Μπακόλα, Παντελή Κόκκινο, Ευθύμιο Καούδη, Ιωάννη Χασώτη, Α. Μπούρα κλπ. κλπ.

Κατά διαταγή της Σεβαστής Διεύθυνσης του Μακεδονικού Κομιτάτου σας συνιστώ τον κομιστή της επιστολής αυτής Ζέζα [Παύλο Μελά], ο οποίος έχει το βαθμό του αρχηγού και επιθεωρητού των αποσπασμάτων.

Οφείλετε λοιπόν να συνεννοείστε μαζί του και να εκτελείτε πρόθυμα τις διαταγές του, για το καλό της πατρίδας και του ιερού σκοπού που επιδιώκουμε.

Λάρισα 22 Αυγούστου 1904

Ο Γενικός Αντιπρόσωπος του Μακεδονικού Κομιτάτου στη Θεσσαλία

Νικ. Καλομενόπουλος

 

 

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Η Βουλγαρική εφημερίδα «Βετσέρνα Πόστα» γράφει τις εξής κακοήθειες περί δήθεν ελληνικών συμμοριών στη Μακεδονία:

«Κατά πληροφορίες από τη Δράμα, δυο ελληνικές συμμορίες κατόρθωσαν να αποβιβαστούν στα παράλια της επαρχίας Δράμας. Η αποβίβαση αυτών στα παράλια εκείνα είναι πολύ εύκολη, τόσο μάλλον καθώς οι τουρκικές αρχές βλέπουν μέσα από τα δάχτυλά τους τη δράση των ελληνικών συμμοριών.

Σε επιστολή από την Ελλάδα, φαίνεται ότι το ελληνικό μακεδονικό κομιτάτο διάλεξε δυο περιφέρεις για τις καταπιεστικές ενέργειες της προπαγάνδας του, τη νότια Μακεδονία, κυρίως τις επαρχίες Καστοριάς και Λέρινας και την Ανατολική Μακεδονία.

Μεταξύ των δύο συμμοριών, οι οποίες ενεργούν στα δύο αυτά μέρη, δεν υπάρχει καμία σχέση. Οι συμμορίες που προορίζονται για τη νότια Μακεδονία, περνούν τα σύνορα από την ξηρά, ενώ αυτές που είναι για την ανατολική μεταφέρονται με πλοία από το Βόλο και την Κατερίνη. Η μεταφορά ανδρών και πολεμοφοδίων γίνεται πολύ εύκολα, γιατί οι θαλάσσιες συγκοινωνίες βρίσκονται αποκλειστικά στα χέρια των Ελλήνων. Ελληνικά πλοία πηγαινοέρχονται συνεχώς μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών παραλίων. Αποθήκες όπλων και άλλων πολεμοφοδίων βρίσκονται μεταξύ Κατερίνης και Βόλου».

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Δευτέρα 23 Αυγούστου / 5 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Μας έστειλε ο παπάς ένα, με νερό, τυρί και σταφύλια. Το βράδυ ήρθαμε στο καλύβι του μπάρμπα-Σάββα, όπου ήρθε και ο Πανταζής. Μας έφερε επιστολή από το Ντίνα, ότι δεν βρήκε κάπες στην Καστοριά και θα προμηθευτεί αύριο από τη Χρούπιστα και να φυλαγόμαστε. Ήρθαμε στο χωριό και μπήκαμε σε ένα σπίτι. Αποφασίσαμε να μείνουμε εκεί μέχρι το βράδυ.

23.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Το βράδυ πήγαμε στο χωριό Κωσταράτσι και μείναμε δυο μέρες.

 

 

 

 

 

ΦΟΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ ΑΠΟ ΛΗΣΤΕΣ

Βόλος 22 Αυγούστου. Ο λήσταρχος Γκούτας είχε αιχμαλωτίσει πριν από δυο μήνες το γιο πλούσιου Οθωμανού, για την ελευθερία του οποίου ζήτησε 1.000 λίρες. Ο πατέρας του αιχμάλωτου έστειλε 120 λίρες, αλλά οι κακούργοι δεν αρκέστηκαν σε αυτές και έσφαξαν τον αιχμάλωτο

ΑΘΗΝΑΙ

Σημείωση: ο Γκούτας το 1905 προσχωρεί ως μισθοφόρος οπλαρχηγός στα ελληνικά σώματα της Μακεδονίας

 

 

ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΡΟΥΜΑΝΩΝ

Σύμφωνα με τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη, η είδηση ότι πρόκειται να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ της ρουμανικής κυβέρνησης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το εκκλησιαστικό ζήτημα των Μακεδονορουμάνων φαίνεται ανυπόστατη. Αυτό μαρτυρούν οι αποφάσεις που πάρθηκαν κατά την τελευταία συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου.

Δυο ιερείς στα Βιτώλια, ο Χρήστος και ο Γεώργιος καθαιρέθηκαν, ο μεν πρώτος γιατί κήδεψε το λείψανο Ρουμάνου, ο δε δεύτερος γιατί εντάχθηκε στην κίνηση των Μακεδονορουμάνων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο διέταξε το Μητροπολίτη Πελαγωνίας να αναθεματίσει όλους τους ορθόδοξους που θα επικοινωνήσουν με τους δύο ανωτέρω ιερείς. Αυτό θα καταλήξει με τον αναθεματισμό της ρουμανικής κοινότητας από την οποία εξαρτώνται οι δύο ιερείς.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Τρίτη 24 Αυγούστου / 6 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη, ώρα 4 μ.μ. ήρθε ο Ντίνας. Δεν βρήκε κάπες. Ώρα 7 μ.μ. ήρθε ο παπά-Χρήστος από τη Χρούπιστα και μας είπε για τον Αποστόλη Αγακίδη, ότι έχασε τα δυο όπλα και ότι διέδωσε σε όλο τον κόσμο τον ερχομό μας. Σκεφτήκαμε να πάμε στο Σλίβενι και στο Γάβρεσι [Γκαμπρέσι], αλλά μετά σκεφτήκαμε να περάσουμε από το Λέχοβο για να προμηθευτούμε κάπες και μετά να περάσουμε το [βουνό] Βίτσο και να εισβάλουμε πρώτα στο Νερέτι, που ήταν το κέντρο του βουλγαρικού κομιτάτου. Και έτσι αναχωρήσαμε στις 9 μ.μ. και περάσαμε πάνω από τη μονή Τσιρίγλοβου [Αγίου Νικολάου Τσιρίλοβου] και πάνω από το χωριό Κομανίτσοβο [Κουμανίτσοβο] και ήρθαμε στο δάσος Κότορι, στο βουνό του χωριού, νότια από την κωμόπολη Κλεισούρα και απέναντι από το χωριό Ζαγορίτσανη και εκεί λημεριάσαμε. Ώρα 7 μ.μ. αναχωρήσαμε και περάσαμε αριστερά από την Κλεισούρα και δεξιά από το βουλγαρικό χωριό Μπόμπιστος [Μπόμπιστα] και 1 π.μ. ήρθαμε στο Λέχοβο. Άφησα τα παιδιά έξω από το χωριό και μπήκα μέσα και ζήτησα το σπίτι του Ζήσο Δημολίου, μεγάλου και γενναίου πατριώτη, αλλά αυτός από το φόβο των Ιουδαίων, δεν έμενε η νύχτα στο σπίτι του, ούτε η σύζυγός του. Με άκουσε όμως η μητέρα του και ο γιος του ο Πέτρος και με γνώρισαν αμέσως και μου άνοιξαν και ειδοποίησαν τον πατέρα του Ζήσο και ήρθε και φώναξε αμέσως και τα παιδιά και μας φιλοξένησαν ψωμί και τυρί και κοιμηθήκαμε.

24.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Έστειλα τον παπά στη Χρούπιστα για να βρει κάπες, αλλά δεν βρήκε. Πήραμε όμως από τους χωρικούς τρεις-τέσσερις κάπες παλιές, αλλά τις πληρώσαμε για καινούριες.

Την Τρίτη φύγαμε και κάναμε λημέρι πάνω από το Κομανίτσοβο και το βράδυ πήγαμε στο Λέχοβο, στο σπίτι του Ζήση Δημούλιου, αλλά αυτός δεν κοιμόταν εκεί, πήγαινε αλλού γιατί φοβόταν. Με γνώρισε η γυναίκα του και μας άνοιξε και μπήκαμε μέσα όλοι και έπειτα πήγε και βρήκε τον άντρα της το Ζήση και ήρθε και για να μην πάρει χαμπάρι το χωριό, κάτσαμε στο σπίτι του όλη τη μέρα.

 

Από την Τελευταία Έκθεση του Παύλου Μελά

Στη Λάρισα, μέχρι την ημέρα που αναχωρήσαμε, είχα συγκεντρώσει 36 άντρες με πλήρη ιματισμό. Μετά από επίμονη απαίτησή τους, τους πλήρωσα όλο το μισθό τους.

 

 

 

 

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 24 Αυγούστου 1904 στο χωριό Τσέγανι του καζά Βοδενών. Νεκροί: ο μάγειρας Αθανάσιος Βασιλείου, ο προύχοντας Μίντσε Ντόντσε και ένας ακόμη.

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

 

 

Τετάρτη 25 Αυγούστου / 7 Σεπτεμβρίου 1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ο Ζυμπρακάκης μου έδωσε και την εσώκλειστη επιστολή που μου έγραψε ο Τσόντος, μόλις επέστρεψε στην εργασία του.

Σε βεβαιώνω ότι αυτό το γράμμα, μου δίνει πολύ θάρρος. γιατί πρώτη φορά ακούω από ξένο άνθρωπο (τους συγγενείς δεν τους λογαριάζω), ότι κάτι είναι και αυτό που κάνω. εγώ σου ομολογώ ότι ουδέποτε έδινα μεγάλη σημασία σε αυτή την επιχείρηση, αλλά μάλλον τη θεωρούσα απεγνωσμένο κίνημα και γι’ αυτό φοβάμαι και τόσο. Τώρα όμως το πήρα φοβερά επάνω μου και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ σπουδαίο άνθρωπο.

Την 1η τη νύχτα έρχεται ο Λοχίας Φίτσος, που είχε θέσει στη διάθεσή μου ο Οικονομίδης και με ξυπνά. Η αστυνομία είχε συλλάβει τους ανθρώπους μου ως ύποπτους. Τρέχουμε με τον Οικονομίδη και με δικές του ενέργειες απελευθερώνονται αμέσως και έτσι, χάρη στη νύχτα, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα.

Τρίκαλα 25.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Η είσοδος δεκαπέντε αγνώστων με ενδυμασίες κάπως παράξενες δεν ήταν δυνατόν παρά να προκαλέσει την προσοχή της αστυνομίας. Και πράγματι σε λίγο το μαγειρείο είχε κυκλωθεί από χωροφύλακες.

Η απρόοπτη αυτή επέμβαση των αστυνομικών μας τάραξε λίγο. Ο Μελάς που είχε έρθει πιο πριν στα Τρίκαλα δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί, γιατί ήταν άγνωστο σε μας που κατέλυσε.

Μπροστά λοιπόν οι χωροφύλακες και πίσω εμείς να ακολουθούμε, σε απόσταση λίγων βημάτων, οδηγηθήκαμε εν πομπή στην αστυνομία, όπου μας έκλεισαν σε ένα υγρό και σκοτεινό υπόγειο έως ότου να φτάσει ο κύριος αστυνόμος.

Στο μεταξύ έφτασε ο αστυνόμος, ο οποίος είχε ειδοποιηθεί από το Μελά και ερχόταν να μας απολύσει τα ξημερώματα, για να μπορέσουμε να φύγουμε γρήγορα από την πόλη χωρίς να μας καταλάβει ο κόσμος.

 

 

 

 

 

επίθεση τσέτας

τόπος επίθεσης: Στα χωριά Κοπανός και Επισκοπή

χάρτης Κοντογόνη: Άνω & Κάτω Κοπανός (χριστιανικά χωριά) του καζά Βέροιας και Επισκοπή (χριστιανικό χωριό) του καζά Βοδενών

αριθμός αντρών: είκοσι (20)

θύματα

νεκροί: τέσσερις (4)

σημείωση: οι νεκροί ήταν όλοι δραγάτες (αγροφύλακες), δυο Έλληνες και δυο Αλβανοί

εφημερίδα: ΑΘΗΝΑΙ

ημερομηνία: 25.8.1904

προέλευση είδησης: Βόλος 24 Αυγούστου

 

 

 

Πέμπτη 26 Αυγούστου / 8 Σεπτεμβρίου 1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Η άφιξη του χάρτη την τελευταία ακριβώς στιγμή με ενθουσίασε φοβερά. Γιατί τον είχα μεγάλη ανάγκη.

Φτάσαμε στο λημέρι χθες στις 9 μ.μ. Ο Πύρζας μας υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, ο καημένος. αλλά και εγώ χάρηκα πολύ που ξαναείδα ένα καλό φίλο.

Το πρωί σήμερα σηκωθήκαμε νωρίς και άρχισε αμέσως από τον Πύρζα η διανομή όπλων και ντουλαμάδων. Στις 9 ½ π.μ. ήρθε και ο Π. Παπανικολάου για να μας φέρει φυσίγγια. Στις 12.10’ το μεσημέρι κάθισα με τον Πύρζα και τον Παπανικολάου και προγευματίσαμε (αρνί, κρασί, τυρί, σταφύλια).

Βορειοανατολικά από το Γάβροβο 26.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Μετά την αποφυλάκισή μας αναχωρήσαμε από τα Τρίκαλα.

Μετά από πορεία πολλών ωρών φτάσαμε στη δασώδη βουνοσειρά του Ριγκλόβου και κοντά στο χωριό Γάβροβο, γύρω από ένα μεγάλο βράχο μέσα στο δάσος, όπου κάναμε λημέρι.

Στο λημέρι παρουσιάστηκαν τέσσερις νέοι οπαδοί, που φαίνεται να γνωρίζουν από κλέφτικη ζωή. Είναι οι Δημ. Τσανάκας (ανηψιός του λήσταρχου Τσανάκα), Καραγιάννης, Νάνος και Καραγιώργος. Αυτοί έχουν κάνει στο κλέφτικο και μόλις έφτασαν έβαλαν χέρι στον ιματισμό.

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη, στο σπίτι του Ζήσο. Στείλαμε άνθρωπο στην Κλεισούρα για κάπες. Δεν είχε έτοιμες. Σε δυο μέρες μπορούν να γίνουν δέκα. Σκεφτήκαμε να περιμένουμε. Όπως μαθαίνουμε από τους χωρικούς, εδώ και ένα μήνα οι κομίτες κρύβονται και δεν ακούγονται καθόλου. Μαθαίνουμε πως πριν δέκα μέρες χάθηκε ένας νέος, ο Γιώργος Κιοσέ, συγγενής του μακαρίτη Βαγγέλη [Στρεμπενιώτη] και δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν τι έγινε. Πριν από λίγες μέρες βρέθηκε από χωρικούς του Λεχόβου, πάνω από το χωριό τους, στο βουνό Βάρβιτσα, ένα κεφάλι ανθρώπου και το έθαψαν, καθώς φοβήθηκαν να ειδοποιήσουν τις αρχές. Υποτίθεται πως είναι αυτός ο νέος που χάθηκε, από το Αϊτόζ [Αετόζ ή Αετός] της Καστοριάς. Αρρώστησε ο Σωτήρης Χατζηδάκης κι ο Μανώλης Σκουντρής και γι’ αυτό αποφασίσαμε να μείνουμε μέχρι την επόμενη μέρα, να γίνουν καλά αλλά και να μπορέσουμε να προμηθευτούμε κάπες. Το βράδυ ήρθε και μας επισκέφτηκε ο μουχτάρης του χωριού Πέτρος Κούντζο, καλός πατριώτης.

24.8.1904

 

 

 

 

 

ΟΙ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΕΣ

Βόλος 25 Αυγούστου. Στη Βέροια οι ομογενείς συγκρότησαν σώμα ενόπλων για την ασφάλεια της πόλης και των περιχώρων από τις επιδρομές των κομιτατζήδων.

ΑΘΗΝΑΙ

 

ΙΔΡΥΣΗ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Βόλος 25 Αυγούστου. Στη συνοικία του Βαρδάρη στη Θεσσαλονίκη η ρουμανική προπαγάνδα αποφάσισε να ανοίξει σχολείο.

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ]

Όπως γράφουν οι τουρκικές εφημερίδες, έληξε και η παράταση της προθεσμίας που είχε δοθεί, για την επάνοδο στις ευρωπαϊκές επαρχίες των βουλγάρων φυγάδων.

Μέσα στο όρια αυτής της προθεσμίας επέστρεψαν στα σπίτια τους, στους νομούς Ανδριανούπολης, Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Κοσσυφοπεδίου, συνολικά 11.364 Βούλγαροι.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

 

Παρασκευή 27 Αυγούστου / 9 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή. Μου ανήγγειλε ο μουχτάρης ότι θα μεταβεί στα Βιτόλια. Έγραψα του πρόξενου για την έλευση μας. Ειδοποίησα και στο Ζελενίτσι και ήρθε ο Κοσμάς Γραμμενόπουλος, μεγάλος και γενναίος πατριώτης και πρώην φίλος μου. Ζήτησα οδηγίες για το χωριό του Ζελενίτσι, αν είναι δυνατόν να εισβάλουμε και να συλλάβουμε το βουλγαροδάσκαλο, αλλά με πληροφορεί πως βρίσκεται προς το παρόν στο Βουλγαρομπλάτσι. Κάθισε λίγο, συνεννοηθήκαμε και αναχώρησε για το χωριό του.

Το βράδυ ήρθε ο Νικολαΐδης και μας επισκέφτηκε. Προμηθευτήκαμε από τους φίλους μας πέντε κάπες. Ο Σωτήρης Χατζηδάκης είναι άρρωστος στο κρεβάτι. Σκεφτήκαμε να τον αφήσουμε στο Λέχοβο και να αναχωρήσουμε. Παρακάλεσα το Ζήσο και τους άλλους φίλους μας να τον προστατεύσουν και όταν γίνει καλά, να με ειδοποιήσουν να πάω να τον πάρω.

Αναχωρήσαμε για το βουνό Βάρβιτσα, στο δυτικό μέρος, κοντά στο βουλγαρικό χωριό Προκοπάνα [Πρεκοπάνα] και εκεί λημεριάσαμε.

27.8.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Χθες, αφού σου έγραψα, φόρεσα το φοβερό ντουλαμά μου και για πρώτη φορά παρουσιάστηκα πάνοπλος μπροστά στους άνδρες μου. Η εντύπωση ήταν καλή, γιατί μέχρι της στιγμής εκείνης φορούσα το απαίσιο ψάθινο καπέλο και το παντελόνι του Ρετσίνα και βέβαια δεν τους γέμιζα το μάτι. Τους κάλεσα αμέσως και τους μίλησα με όλο τον ενθουσιασμό μου και την καρδιά μου για την υπόθεσή μας.

Χθες στις 8 ½ μ.μ. ακριβώς διέταξα στάση για να καθίσω και να σας συλλογιστώ. Εκείνη την ώρα ήσασταν όλοι στο τραπέζι και γιορτάζατε τη γιορτή σου. Έπιναν στην υγειά σου βέβαια εκείνη τη στιγμή και εγώ σε φιλούσα και σε ευλογούσα

Μοναστήρι της Μερίτσας (στα σύνορα) 27.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Στο μονή [Μερίτσας] φτάσαμε ακριβώς τα μεσάνυχτα της 28ης Αυγούστου. Οι καλόγεροι είχαν από νωρίς ειδοποιηθεί και είχαν ετοιμάσει τα κελιά τους για καταλύματα. Για πρώτη φορά έβλεπαν οι καλόγεροι ένα τόσο μεγάλο σώμα κλεφτών, είμαστε ακριβώς είκοσι πέντε άντρες. Και λέω κλεφτών, γιατί, παρά τις περί Πατρίδας θεωρίες του αρχηγού μας [Μελά], οι καλόγεροι τις θεωρούσαν αστεία λόγια και μας είχαν για ληστρική συμμορία.

 

 

 

 

Σάββατο 28 Αυγούστου / 10 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο. Κατά τις 2 μ.μ. ανταμώσαμε Βλάχους, Έλληνες με καθαρά αισθήματα, που είχαν τα πρόβατά τους στο βουνό Βίτσο [Βίτσι]. Όταν τους ρώτησα για τους Βούλγαρους, μας είπαν ότι έχουν ένα μήνα να φανούν. Πιο πριν όμως είχαν κάθε μέρα μουσαφιρέους, το [Μήτρο] Βλάχο και τον Κόλε από το Κότορι. Τους ανάγκασαν μάλιστα, εκτός από ρούχα και κάπες, να τους δώσουν και είκοσι λίρες. Τους ρωτήσαμε ποιος είναι ο αριθμός των δύο συμμοριών και μας είπαν πως ανέρχονται σε είκοσι οκτώ με τριάντα άντρες. Μας υποσχέθηκαν ότι σε περίπτωση που τους επισκεφτούν ξανά, θα μας ειδοποιήσουν αμέσως, με τον Αθανάσιο Στυλιάδη στη Μπελκαμένη. Σκοπό είχαμε να μεταβούμε στο Βουλγαρομπλάτσι για να συλλάβουμε το βουλγαροδάσκαλο του χωριού Ζελενίτσι, αλλά επειδή δεν έχουμε άνθρωπο να τον γνωρίζει, αλλάζουμε σχέδιο, να μεταβούμε πρώτα στο Νερέτι για κάποιο Στόιτσα και τον παπά.

Αναχωρήσαμε και ήρθαμε στις 10 μ.μ. στο χωριό Μπελκαμένη. Έστειλα το Θεόδωρο Λίτση και ειδοποίησε τον Αθανάσιο Στυλιάδη, θερμό πατριώτη και πρώην φίλο μου και ήρθε και μας δέχτηκε έξω από το χωριό, με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό. Του είπαμε να μας δώσει ψωμί και να φύγουμε, αλλά αυτός ειδοποίησε αμέσως το Χρήστο Εξάρχου, τους παπάδες και τους προύχοντες του χωριού. Μας πήραν αμέσως και μας έφεραν στο χωριό και μας περιποιήθηκαν πάρα πολύ.

Στις 2 π.μ. βγήκαμε προς το μέρος του βουνού Βίτσο, στο δυτικό μέρος του χωριού και λημεριάσαμε. Το βράδυ αναχωρήσαμε και ήρθαμε στο χωριό Λάγενι. Ειδοποιήσαμε τον παπά-Τριανταφύλλου και ήρθε έξω από το χωριό. Του ζητήσαμε πληροφορίες για τις συμμορίες και για το χωριό Νερέτι. Επίσης τους είπαμε για μας και την έλευση πολλών άλλων [από την Ελλάδα] και ότι από εδώ και πέρα δεν θα τους αφήσουμε χωρίς υποστήριξη. Ο παπάς άρχισε να προσεύχεται στο Θεό και να κάνει το σταυρό του και μετά άρχισε να διηγείται για τα βάσανα, τα δικά του και του χωριού, το πως απελπίστηκαν και υπέκυψαν. Μας είπε: «κι εγώ στα φανερά προσποιούμαι το Βούλγαρο και στη λειτουργία μνημονεύω τον Έξαρχο, και ψιθυριστά τον Πατριάρχη, αλλά ο Θεός και η ψυχή μου το ξέρει».

Για το χωριό Νερέτι μας έδωσαν πληροφορίες, ότι ο αρχηγός του κομιτάτου Στόικος έχει είκοσι παιδιά οπλισμένα και φυλάνε το χωριό και μόλις δούνε το στρατό τα κρύβουν. Και εκτός από αυτό βρίσκεται εκεί ο ταξιντάρης, δηλαδή ο εισπράκτορας, με πενήντα στρατιώτες και θα μείνει τουλάχιστον πέντε-έξι μέρες ακόμα. Αφού είδαμε ότι το σχέδιο μας προς το παρόν ματαιώνεται, θεωρήσαμε καλό να μεταβούμε στο Ζέλεβο και να αφήσουν τα παιδιά τα ρούχα τους και ό,τι άχρηστο βάρος έχουν και από εκεί να γίνει άλλο σχέδιο για το Νερέτι.

Και μετά τους ζητήσαμε και μας έδωσαν ψωμί και αναχωρήσαμε και ήρθαμε στη νότια μεριά του χωριού Νερέτι και στα βόρεια του χωριού Μπαψόρι, σε ένα βουνό που λέγεται Κούκουλι και λημεριάσαμε.

28.8.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Πριν ξεκινήσουμε συμβούλευσα ή μάλλον διέταξα άκρα σιγή και απαγόρευσα αυστηρά το κάπνισμα. Αν τύχαινε να συναντηθούμε με περίπολο τουρκική και δεν πληγωνόταν κανείς μας, θα εξακολουθήσουμε το δρόμο μας χωρίς να πυροβολήσουμε.

Με όλη την προσοχή που κατέβαλα στη σύσταση του σώματος και την εξεύρεση οδηγών, ιδού ότι στο μέσον της Μακεδονίας βρισκόμαστε μόνοι, χωρίς κανένα να γνωρίζει τον τόπο. Δεν φαντάζεσαι τι δυσάρεστο είναι. Είχα εξασφαλίσει τρεις οδηγούς, εκτός από τον Κατσαμάκα, ο οποίος έλεγε ότι γνωρίζει καλά τα μέρη της Σαμαρίνας. Αλλά από αυτούς ο ένας δεν ήλθε την τελευταία στιγμή, ο δεύτερος αρρώστησε στη μονή Σταγιάδων (Μερίτσας) και έμεινε. ο τρίτος δεν φαίνεται να γνωρίζει καλά τα μέρη, ο δε Κατσαμάκας τώρα κατάλαβε πως δεν θυμάται καλά το έδαφος.

Μακεδονία (στα σύνορα) 28.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Κάπου-κάπου στεκόταν ο οδηγός και εξ ανάγκης όλοι οι άντρες που ακολουθούσαν, ενώ συχνά ακουγόταν η φωνή του οργισμένου αρχηγού [Μελά] που έλεγε στον οδηγό: «Βλάκα, ανόητε, θα μας πάρεις στο λαιμό σου»

Εμείς οργισμένοι, βρίζαμε τον οδηγό και τους κλέφτες, οι οποίοι έπρεπε να γνωρίζουν καλύτερα που βρισκόμαστε.

 

 

 

 

Κυριακή 29 Αυγούστου / 11 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Από τη Μπελκαμένη πήγαμε την άλλη βραδιά στο Λάγενι και ήρθε ο παπάς του χωριού, έξω από το χωριό και μας είδε και μίλησε με τον Παύλο. Του είπε ότι οι κομίτες τον ανάγκασαν να μνημονεύει στην εκκλησία τον Έξαρχο και όχι τον Πατριάρχη, αλλά αυτός στην Αγία Τράπεζα μνημονεύει τον Πατριάρχη και φανερά όταν σηκώνει τα άγια τον Έξαρχο. Λέει: «Τι να κάνω; Θα με σφάξουν οι κομίτες».

Από εκεί πήγαμε να μπούμε στο Νερέτι, αλλά ήταν ο ταξιντάρης με είκοσι στρατιώτες και εισέπραττε τους φόρους και δεν μπήκαμε. Περάσαμε και πήγαμε στο Ζέλεβο. Μείναμε στο ανατολικό μέρος του χωριού, σε ένα δάσος και κάνα με λημέρι. Ο Παύλος πήγε στο χωριό του και ήθελε να μας κάνει καταλύματα να πάμε το βράδυ, αλλά δεν ήθελαν οι χωρικοί. Ο Ναούμης, ήταν μουχτάρης (πρόεδρος) του χωριού και δεν Πίστευε τον Παύλο, πως έχουμε επίσημη αποστολή.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ο Κατσαμάκας πήγε αμέσως και έφερε δυο ποιμένες Σαρακατσάνους, των οποίων τα πρόβατα έβοσκαν στο βουνό τα δε κονάκια τους ήταν στους πρόποδες. Ήλθαν και οι δυο τρέμοντας, όχι γιατί φοβόντουσαν εμάς, αλλά τους Τούρκους. Τους ζητάμε δυο αρνιά, αλλά μας παρακαλούν, οι αχρείοι, να μην επιμένουμε, γιατί στα περίχωρα υπάρχουν πολλές περιπολίες και συχνά γίνονται παγάνες, που μπορούν να δουν τον καπνό και να έλθουν! Αλλά λένε, ότι προ πάντων φοβούνται τους δυο αγωγιάτες που κρατήσαμε μαζί ως το βράδυ, μήπως τους ξεφύγει τίποτα. Αυτοί όταν γυρίσουν και μη μπορώντας να δικαιολογήσουν την απουσία τους για τόσες ώρες, βέβαια, για να γλυτώσουν από τις πιέσεις των Τούρκων, θα πάνε μόνοι τους να πούνε ότι τους έπιασαν κλέφτες. Και τότε οι Τούρκοι θα μάθουν από τους αγωγιάτες ότι λημέριασαν στο δάσος (που αυτοί, οι Σαρακατσάνοι, νοικιάζουν) και θα τους φυλακίσουν αν δεν μας καταδώσουν. Ώστε αυτοί οι κύριοι, ούτε πολύ ούτε λίγο, με συντριβή καρδιάς, μας ζητούν την άδεια να μας καταδώσουν!

Κοντά στην Κρανιά 29.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Μόλις αντίκρισαν τους τσομπάνηδες, ο Κατσαμάκας και ο Καραγεώργος άρχισαν να τους βρίζουν και με τα περίστροφα να τους απειλούν, πράγμα που μου έκανε κακή εντύπωση και ρώτησα τον Καραγεώργο γιατί τους έβριζε και τους απειλούσε.

- «Δεν ξέρεις εσύ από κλέφτικα σχέδια» μου απάντησε. Αν δεν τους τρομοκρατήσουμε αυτούς, όχι μόνο χρήσιμοι δεν θα μας φανούν, αλλά θα μας προδώσουν.

- «Σφάχτε τους γρήγορα», κραυγάζει ο Κατσαμάκας με μεγάλη αγανάκτηση.

- «Αμάν, καπετάνιο, φουκαράδες είμαστε», λένε οι τσομπάνηδες.

 

 

 

 

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

τόπος μάχης: κοντά στο χωριό Σέλτσε του Περλεπέ

χάρτης Κοντογόνη: Σέλτσε-Γκαρίπ (χριστιανικό χωριό) του καζά Περλεπέ

ημερομηνία μάχης: 28 Ιουλίου 1904

στρατιωτικό απόσπασμα

επικεφαλής αξιωματικός: υπολοχαγός Χουσνή Εφέντης

αριθμός αντρών: 8

τσέτα

βοεβόδας: Καραντζιούλεφ (δάσκαλος)

αριθμός αντρών: 20

νεκροί: ένας (1)

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: μεταξύ των νεκρών είναι ο βοεβόδας και ο υπολοχαγός

εφημερίδα: ΠΡΩΙΑ

ημερομηνία: 29.8.1904

προέλευση είδησης: Μοναστήρι

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

τόπος μάχης: στο χωριό Τέχοβο Βοδενών

χάρτης Κοντογόνη: Τέχοβον (χριστιανικό χωριό) του καζά Βοδενών

ημερομηνία μάχης: 29 Ιουλίου 1904

στρατιωτικό απόσπασμα

τσέτα

αριθμός αντρών: 15

 

νεκροί: δύο (2)

τραυματίες: τρεις (3)

σημείωση: συνελήφθησαν επτά χωρικοί, ως συνεργάτες του κομιτάτου

εφημερίδα: ΠΡΩΙΑ

ημερομηνία: 29.8.1904

προέλευση είδησης: Μοναστήρι

 

 

 

Δευτέρα 30 Αυγούστου / 12 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Καθισμένοι στο λημέρι. Σκεφτήκαμε να πάμε κατευθείαν στο Ζέλεβο, να ελαφρωθούμε από λίγο φορτίο. Γνωρίζοντας ότι τη νύχτα θα περάσουμε από το χωριό Στάτιστα και επειδή είπε ο Ντίνας Στεργίου ότι [από εκεί] θα στείλει τον πατέρα του στην Καστοριά, έγραψα επιστολή για [να τη δώσει, για ] το Σεβασμιώτατο [μητροπολίτη Καστοριάς].

Αναχωρήσαμε και ήρθαμε βόρεια του χωριού Τούρια και περάσαμε νότια από το χωριό Τέρσια [Τύρσια], βουλγάρικα [χωριά] και βόρεια από το χωριό Στάτιστα. Εκεί έφυγε ο Κωνσταντίνος Στεργίου για το χωριό του [τη Στάτιστα]. Εμείς περάσαμε στο βουνό Τσερνοβόρ.

30.8.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Όταν ήμουν στο Κωσταράτσι, μου έστειλε ο Δεσπότης [Καραβαγγέλης] το Ντίνε, έναν κομίτη από τη Σάτιστα [Στάτιστα], ο οποίος είχε φύγει από το σώμα του Μήτρο Βλάχο. Όταν περάσαμε από το Νερέτι, μας πήγε έξω από το χωριό του τη Σάτιστα και κάναμε λημέρι. Ο Παύλος τον φοβόταν και μου έλεγε: «Καπετάνιο δεν του έχω εμπιστοσύνη, θα μας σκοτώσει». Αλλά τι να κάνω, αφού μου τον έστειλε ο Δεσπότης. Ο Ντίνος πήγε στο χωριό το πρωί και μας έστειλε ψωμί και τυρί με τον πατέρα του.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Τη στιγμή της αναχώρησης αντιλαμβανόμαστε ότι ο μόνος ψευτοδηγός τον οποίο είχαμε, ο Θανάσης Βάγιας από το Σπήλαιο, λιποτάκτησε παίρνοντας μαζί τον οπλισμό του και το δεύτερο φυσεκλίκι γεμάτο φυσίγγια μάουζερ, που είχα πάρει για τον Πύρζα.

Στον αχρείο αυτό είχα δώσει και δυο λίρες μισθό. Αν ποτέ τον συναντήσω, θα μου πληρώσει την άτιμη αυτή προδοσία, γιατί ναι μεν δεν ήξερε πολλά πράγματα, αλλά το μέρος στο οποίο βρισκόμαστε τώρα ακριβώς, το γνώριζε ο άθλιος καλά και δεν έχουμε άλλον να μας δείξει το δρόμο. Ο Κατσαμάκας δεν γνωρίζει τίποτα, παρ’ όλα τα λαμπρά του σχέδια και έτσι αναγκαζόμαστε για κάθε πορεία να ρωτάμε τους τσοπάνους.

30.8.1904

 

 

 

 

 

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: κοντά στο χωριό Νεστρέμ

χάρτης Κοντογόνη: Άνω και Κάτω Νεστράμι (χριστιανικά) του καζά Καστοριάς

ημερομηνία επίθεσης: 27 Αυγούστου 1904

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: Στέργιος Πλατής

θύματα

νεκροί: τέσσερις (4)                  

σημείωση: ο οπλαρχηγός άφησε πάνω σε ένα νεκρό επιστολή με την οποία αναλαμβάνει τους φόνους

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 30.8.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 29 Αυγούστου (τηλεγράφημα)

Σημείωση: αυτή είναι η πρώτη είδηση στον αθηναϊκό τύπο, για επίθεση ελληνικού σώματος ή ομάδας στη Μακεδονία

 

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: Ντέμπενη

χάρτης Κοντογόνη: Ντέμπενι (χριστιανικό χωριό) του καζά Καστοριάς

ημερομηνία επίθεσης: έγινε γνωστή στην Καστοριά στις 23 Απριλίου 1904

θύματα

νεκροί: πέντε (5)

σημείωση 1: οι άντρες της ένοπλης ομάδας ήταν εγχώριοι

σημείωση 2: μεταξύ των νεκρών ήταν και ο εξαρχικός δάσκαλος που βρέθηκε κάτω από ένα δέντρο

σημείωση 3: το χωριό Ντέμπενη χαρακτηρίζεται εξαρχικό

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 30.8.1904

προέλευση είδησης: Καστοριά 24 Αυγούστου (ανταπόκριση)

 

 

επίθεση τσέτας

τόπος επίθεσης: Μεταξύ Νιάουσας και Βοδενών

χάρτης Κοντογόνη: Νιάουστα (μικτός οικισμός) του καζά Βέροιας & Βοδενά (μικτός οικισμός) έδρα του ομώνυμου καζά

βοεβόδας: Λουκά

θύματα

νεκροί: πέντε τουρκαλβανοί επιστάτες τσιφλικιών

σημείωση: η πράξη ανάγκασε τους μπέηδες ιδιοκτήτες να αποσύρουν τους επιστάτες από τα τσιφλίκια τους

εφημερίδα: ΑΘΗΝΑΙ

ημερομηνία: 30.8.1904

προέλευση είδησης: Βόλος 29 Αυγούστου

 

 

 

Τρίτη 31 Αυγούστου / 13 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη. Κάναμε λημέρι στο νότιο μέρος του βουνού, στη θέση Βίσκατα. Πολύ πρωί ήρθε ο αδελφός του Ντίνα και μας έφερε ψωμί. Μετά από λίγο βλέπουμε να ανεβαίνει προς εμάς, στρατός προς από το χωριό Στάτιστα. Πέρασε από κοντά μας και ανεβαίνει στο βουνό. Τους μετρήσαμε, ήταν εκατό. Υποθέτουμε ότι μας πρόδωσαν. Ρωτήσαμε τον αδελφό του Ντίνα για το [Μήτρο] Βλάχο και μας είπε ότι έχει πολύ καιρό να έρθει στο χωριό Στάτιστα. Μας είπε μάλιστα ότι οι Βούλγαροι διαδίδουν ότι ήρθαν Βλάχοι από την Ελλάδα και τον πήραν στην Ελλάδα. Στη Λάρισα πράγματι κατοικούν τα αδέλφια και ο πατέρας του. Ο ίδιος όμως πιστεύει πως είναι εδώ, αλλά κρύβεται από τους Έλληνες.

Μετά από λίγο βλέπουμε κοντά μας κάποιον άνθρωπο από το χωριό Στάτιστα, γνωστό του Παύλου Κύρου. Τον πλησίασε ένας από μας και τον έφερε. Στην αρχή φοβήθηκε πολύ, αλλά όταν είδε τον Παύλο, πήρε θάρρος. Ο Παύλος του έδωσε να καταλάβει ότι δεν έχει σχέση με το στρατό. και ότι έχει συμμορία μεγάλη. Ο άλλος ευχαριστήθηκε με αυτό. Μας είπε ότι πέντε άτομα έχουν ιλάμι [εντολή] από το Κομιτάτο, για να τους χαλάσουν και περιμένουν από ώρα σε ώρα. Μας είπε να έχουμε μεγάλη προσοχή, γιατί μόλις μάθουν οι Βούλγαροι, θα σηκωθούν όλα τα χωριά εναντίον μας. Μας είπε τα σχέδια του Βουλγαρικού Κομιτάτου, ότι πριν από ένα μήνα εξόπλισαν τα καθαρά βουλγαρικά χωριά και [έβαλαν] σε κάθε χωριό έναν αρχηγό με δέκα ή είκοσι παιδιά για να κάθονται να φρουρούν τα χωριά, χωρίς να εξέρχονται. Έχουν διαταγή, όταν ακούσουν και αρχίζουν οι συμμορίες που βρίσκονται έξω από τα χωριά πόλεμο με το στρατό ή με ελληνική συμμορία, να τρέξουν αμέσως για βοήθεια. Μας είπε επίσης πως πριν από δυο μήνες περίπου, οι Βούλγαροι είχαν γνώσει του ελληνικού κινήματος και γι’ αυτό έλαβαν μέτρα και έβαλαν φρουρά σε κάθε χωριό.

Το βράδυ ήρθε ο Ντίνας από τη Στάτιστα και μας διηγείται ότι την 28η όπου θέλαμε να εισέλθουμε στο χωριό Μπλάτσα, βρισκόταν εκεί ο [Μήτρος] Βλάχος και οργάνωνε τη νέα φρουρά και ο δάσκαλος από το χωριό Ζελενίτσι περιφέρεται μαζί του ως οργανωτής.

Ήθελα να πάμε στο Ζέλεβο, αλλά επειδή μάθαμε πως ο στρατός που πέρασε πήγε εκεί, ήρθαμε έξω από το χωριό Όσιμο [Όστιμα]. Ειδοποιήσαμε τον Στόιτσο Κουλίτση και ήρθε έξω από το χωριό και μας έφερε ψωμί. Το ρώτησα για το Βασίλη και μου είπε ότι περίπου πριν από ένα μήνα, το φόνευσε η συμμορία του Σφέικο. Μας είπε να προσέχουμε γιατί κάποιες συμμορίες περιφέρονται κρυφά, μεταμφιεσμένοι σε Τούρκους. Ρωτήσαμε για τη συμμορία του Σφέικο και μας είπε πως εδώ και είκοσι μέρες δεν έχει έρθει στο χωριό του. Του είπα, αύριο να ειδοποιήσει τον Τράικο ή τον Ηλία να έρθει να μας συναντήσει και μετά αναχώρησε. Εμείς ήρθαμε στο βορειοανατολικό μέρος του χωριού, σε ένα δάσος στη θέση Βέλιβδα, όπου και μείναμε.

31.8.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Κάθε βήμα μας είναι κίνδυνος και αγωνία. Στο φοβερό αυτό σκοτάδι δεν προχωράμε παρά βήμα προς βήμα. Βαδίζουμε έτσι για 2 ½ ώρες και αμφιβάλλω αν προχωρήσαμε περισσότερο από δύο χιλιόμετρα. Επιτέλους, κατά τις 10 μ.μ. οι οδηγοί μας [δυο βοσκοί Βλάχοι] σταματούν και μας δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν πια το δρόμο. Με πιάνει αγανάκτηση για τη γαϊδουριά τους, γιατί βέβαια τον γνωρίζουν, αλλά θέλουν να αποφύγουν τον κόπο.

31.8.1904

 

 

 

 

 

 

ΟΙ ΡΟΥΜΑΝΟΙ ΑΠΕΙΛΟΥΝ ΜΕ ΣΧΙΣΜΑ

Η «Εθνική Φωνή» του Βουκουρεστίου, επίσημο όργανο της ρουμανικής κυβέρνησης, σε κύριο άρθρο λέει, ότι ματαιώθηκαν όλες οι προσπάθειες για συμφωνία του Πατριαρχείου με τους Ρουμάνους της Μακεδονίας, η δε ματαίωση αυτή προλειαίνει το έδαφος για το σχίσμα των Μακεδονορουμάνων από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το άρθρο αυτό του επισήμου οργάνου της ρουμανικής κυβέρνησης, γραμμένο σε πολύ απειλητική γλώσσα, προκάλεσε εντύπωση και σχολιάζεται ποικιλοτρόπως στους διάφορους πολιτικούς κύκλους.

ΑΣΤΥ

 

 

 

Τετάρτη 1 / 14 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τετάρτη. Στο βορειοανατολικό μέρος του χωριού Όσιμο, στη θέση Βέλιβδα. Ώρα 3 μ.μ. ήρθε ο Ηλίας Νκάτουτς από το Ζέλεβο. Μας είπε πως είναι ανάγκη να συλλάβουμε πρώτα το Χαντζή-Παύλο, νεοβούλγαρο από το Ζέλεβο και έπειτα ας φανερωθούμε, γιατί αν το μάθει [πριν] θα φύγει. Μέχρι τώρα έχει δημιουργήσει πολλούς οπαδούς. Επίσης μας είπε ότι η συμμορία του Σφέικο βρίσκεται στην Πρέσπα, όπως τον πληροφόρησε ένας Βλάχος από το Πισοδέρι, που τους βλέπει συχνά και που υπόσχεται στον Ηλία να μας τους προδώσει, όταν θα πάνε σε αυτούς.

Σκεφτήκαμε να κρυφτούμε την επόμενη μέρα έξω από το χωριό Ζέλεβο και να συλλάβουμε τον Χαντζή Παύλο. Άλλη σκέψη έγινε να κρυφτούμε και να περιμένουμε τη συμμορία του Σφέικο δυο-τρεις μέρες.

Στείλαμε τον Ηλία για δυο-τρεις μέρες στο Όσιμο. Νωρίς το βράδυ ήρθαμε και μεις. Μας περίμεναν έξω από το χωριό. Μας έφεραν στο σπίτι του Αναστασίου και του Φιλίππου Στέφου. Φάγαμε, αφήσαμε μέρος από το φορτίο μας και αναχωρήσαμε για το βουνό Λόκμα, στο δυτικό μέρος του χωριού Ζέλεβο, στα σύνορα των επαρχιών Πρέσπας και Καστοριάς. Εκεί μείναμε.

1.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Το βράδυ ήρθαν και πήγαμε στο Ζέλεβο. Δεν μας έβαζαν μέσα στο χωριό. Δεν πίστευαν τον Παύλο. Νόμιζαν πως είμαστε ληστές. Και έτσι από λημέρι σε λημέρι, γύρω από το Ζέλεβο, περάσαμε πέντε-έξι μέρες, όλο με τυρί και ψωμί. Και τι ψωμί, από βρίζα και καλαμπόκι. Τότε μου είπε ο Κλειδής μια μέρα: «Αχ μωρέ σύντεκνε τι μας έκανες, εδώ που μας έφερες. Δεν θα γλυτώσει κανένας μας. Και δεν θα μπούμε μωρέ σε χωριό να φάμε φαΐ με ζουμί;»

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ξυπνάμε στις 9 π.μ. Μου αναφέρουν ότι ο Κρητικός Καραβίτης λείπει από τη στιγμή όπου, κατά τα ξημερώματα, λημεριάσαμε.

Με κίνδυνο να γίνει γνωστή η παρουσία μας, στέλνω κάποιους επιτηδείους, πρώην αρματολούς (ευφημισμός του ληστές) να ρωτήσουν προς όλες τις πιθανές διευθύνσεις, όπου ήταν δυνατόν να ακολουθήσει αυτό ο ευλογημένος.

Το βράδυ αποφασίσαμε να πάμε σε ένα αρχιτσέλιγκα εκεί, στα περίχωρα, ο οποίος είναι παλιός φίλος του Κατσαμάκα και έχει νοικιάσει όλη την περιοχή ως βοσκή. Θα τον παρακαλέσουμε να στείλει όλους τους ποιμένες σε αναζήτηση του Καραβίτη, για την ανεύρεση του οποίου δίνω πέντε λίρες.

Είπαμε [του τσέλιγκα] για τον Καραβίτη και υποσχέθηκε ότι θα τον βρει. Αμέσως είπε κάτι ιδιαιτέρως σε ένα ποιμένα του και δεν πέρασαν δέκα λεπτά της ώρας, οπότε επιστρέφει ο ποιμένας με τον κύριο Καραβίτη! Η χαρά μας δεν περιγράφεται.

Η χαρά μου όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί ο αρχιτσέλιγκας μας πληροφορεί ότι ο ανόητος αυτός παρουσιάστηκε πάνοπλος όπως ήταν σε μερικούς αγωγιάτες και πριονιστές, στους οποίους, όταν τον ρώτησαν, είπε ότι είναι αντάρτης με άλλους 25, αντί να πει απλώς ότι είναι κλέφτης. Αυτοί δε από το φόβο των διωγμών από τους Τούρκους, πήγαν αμέσως και ειδοποίησαν τους στρατιώτες της εκεί κοντά κωμόπολης Μπράζιας, οι οποίοι ειδοποίησαν τη Σαμαρίνα και ούτω καθεξής.

1.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Είχαμε αφήσει την περιοχή της Αβδέλλας και ενώ βαδίζαμε να φτάσουμε στα Κονάκια, τη θερινή διαμονή ενός τσελιγκάτου Αλβανοβλάχων, έχασα το σώμα.

Μόλις έφτασα στην κορυφή, διέκρινα ένα μικρό οροπέδιο, πάνω στο οποίο ήταν κτισμένα γύρω στα εξήντα καλυβόσπιτα. Κατευθύνομαι εκεί χωρίς καμιά προφύλαξη.

Εισέρχομαι στο καλύβι του κεχαγιά, ευρύχωρο σε σχήμα φούρνου, μόλις δε κάθισα, μαζεύτηκαν έξω από αυτό όλοι σχεδόν οι άντρες και οι γυναίκες του χωριού, ενώ συγχρόνως άκουγα καθαρά τη λέξη «κλέφτης, κλέφτης».

Άρχισα να εξηγώ το σκοπό της εξόδου του σώματος Μελά. Είπα κατόπιν πως έχασα το σώμα, αλλά ο τσέλιγκας, ασυγκίνητος από την πατριωτική μου ρητορεία, μου λέει: «Δεν ησυχάζεται, βρε παιδιά, να αφήσετε τον κόσμο ήσυχο στο βιο του»;

Μάταια εξακολουθώ, προσπαθώντας να τον πείσω ότι δεν κινδυνεύει από μας το βιο του κόσμου, αλλά ότι απεναντίας ήμασταν προστάτες της περιουσίας και της ζωής των Ελλήνων. Παρ’ όλα αυτά, τα ακατανόητα άλλωστε για τον τσέλιγκα, τον ακούω να μιλάει με τους δικούς του σε άλλη γλώσσα [βλάχικα].

«Πες μου βρε σκυλί, τι είστε και αν υπάρχουν Έλληνες σε αυτόν τον τόπο;»

Είχα γίνει πλέον έξω φρενών, γιατί ενώ κίνησα για να σκοτωθώ για χάρη των Ελλήνων της Μακεδονίας, τώρα όπου και να παρουσιαζόμουν ήθελαν να με ξεκάνουν ή να με προδώσουν.

 

 

 

 

Πέμπτη 2 / 15 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη. Κατά το μεσημέρι ήρθαν ο Ηλίας, ο Αναστάσιος και ο Φίλιππος Στέφου. Μας είπαν ότι ο Στόικος Γιανκουλίτσης, που μας είδε την περασμένη Δευτέρα, ειδοποίησε την Τρίτη το βράδυ δεξιά και αριστερά τα βουλγάρικα χωριά να φυλαχτούν από μας. Σήμερα τον είδαν να πηγαίνει μόνος του στο χωριό Τούρναβο [Τύρνοβο] και υποπτεύονται πως βρίσκεται εκεί ο [Μήτρος] Βλάχος. Επίσης μας λένε ότι αυτός πρόδωσε το Βασίλη, πριν από ένα μήνα και τον σκότωσαν οι κομίτες. Και ότι η συμμορία του Σφέικο αυτόν έχει για οδηγό όταν έρχεται στο χωριό Όσιμο. Το βράδυ ήρθαμε έξω από το χωριό Ζέλεβο και [από εκεί] μας έφεραν στο σπίτι του ελληνοδάσκαλου Νικολάου Τραγιάννη. Μετά από λίγο ήρθαν οι Μιχαήλ Κάσοφ [Χασόπουλος, μουχτάρης] και Χαντζή Κώστας [Κώτσης] από το χωριό Πισοδέρι, όπου είχαν πληροφορηθεί [για μας] και μας περίμεναν όλη μέρα. Ήρθαν διάφοροι προύχοντες και άλλοι από το χωριό.

Ο Μιχαήλ Κάσοφ μας είπε, ότι ο αρχιμανδρίτης Μόδεστ [Μόδιστος], ο οποίος οικοδομεί το σχολείο στο Πισοδέρι, θέλει να μας ανταμώσει, καθώς έχει να μας δώσει εντολή του προξενείου. Έτσι φύγαμε για τη Μονή της Αγίας Τριάδας, κοντά στο Πισοδέρι και αφήσαμε μήνυμα να τον ειδοποιήσουν να έρθει αύριο, να ανταμώσουμε εκεί.

2.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Το Όστιμο ήταν παρδαλό. Εκεί είχαν σκοτώσει τους δικούς μας τους καλούς και κυριαρχούσε ο Στόικος, ένας πολύ αιμοβόρος Βούλγαρος που έτυχε να είναι και πρώτος θείος του Ντίνε.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Βρίσκουμε δύο αδελφούς ποιμένες, ζητάμε τον ένα για να μας βγάλει παρά έξω. Φοβούνται, λένε ότι δεν ξέρουν. τους απειλούμε δήθεν με θάνατο. αποφασίζει ο ένας (Βλάχοι ήταν) και έρχεται.

Κοντά στη Σαμαρίνα 2.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Πρέπει να γνωρίζετε, είπε [ο Μελάς] ότι οι Μακεδόνες έχουν δίκιο να υποπτεύονται και να δυσπιστούν στους αντάρτες, όπως στους ληστές, δηλαδή να μην κάνουν διάκριση των μεν από τους δε, γιατί όποτε η Ελλάδα ξεκινούσε πόλεμο κατά της Τουρκίας, γίνονταν και αντάρτικα σώματα, οι λεγόμενοι σταυραετοί, αλλά στο τέλος οι περισσότεροι από αυτούς μεταβάλλονταν σε ληστές εναντίον των εύπορων Μακεδόνων, τους οποίους είχαν κινήσει για να … απελευθερώσουν. Τώρα που θα πάμε στο Βογατσικό, θα δείτε ανθρώπους με κομμένα αυτιά από τους περίφημους αυτούς ελευθερωτές.

 

 

 

 

 

μάχη χωροφυλάκων & βασιβουζούκων και τσέτας

τόπος μάχης: κοντά στο χωριό Δραγοσάνιον, 8 χιλιόμετρα βόρεια του Μοναστηρίου

χάρτης Κοντογόνη: Δραγοζάνη (χριστιανικό χωριό) του καζά Μοναστηρίου

ημερομηνία μάχης: 26 Αυγούστου 1904

απόσπασμα χωροφυλάκων και βασιβουζούκων

 

τσέτα

βοεβόδας: Ντίμκο από το χωριό Μογγίλα

αριθμός αντρών: πέντε (5)

νεκροί: δύο (2)

τραυματίες: τρεις (3)

 

εφημερίδα: ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 2.9.1904

 

 

 

Παρασκευή 3 / 16 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή. Κοντά στη Μονή της Αγίας Τριάδας, στη θέση Κίρτσο, στο δάσος, περιμέναμε τον αρχιμανδρίτη. Κατά το μεσημέρι ήρθε ο παπά-Σταύρος [Τσάμης] από το Πισοδέρι και είπαμε πολλά και μας είπε ότι είναι ανάγκη να πάμε στο Γέρμαν και στο Ρούνταρι της επαρχίας Πρεσπών. Στο μεταξύ ήρθε κάποιος άνθρωπος από το Ζέλεβο, απεσταλμένος του Ηλία και μας ειδοποίησε πως κοντά στο χωριό Ζέλεβο, στο βουνό Λόκμαν, στο μέρος που είχαμε χθες λημέρι, φάνηκαν άνθρωποι με κάπες και υποπτεύεται πως είναι κομίτες. Σκεφτήκαμε να φύγουμε νωρίς και να πάμε εκεί κοντά να κάνουμε καρτέρι κι αν είναι κομίτες να πέσουν στα χέρια μας. Γι’ αυτό αναχώρησε ο παπά-Σταύρος για το Πισοδέρι, να ειδοποιήσει τον Αρχιμανδρίτη, να μην έρθει απόψε, αλλά κάποια άλλη ώρα.

Το Βράδυ αναχωρήσαμε και ήρθαμε έξω από το χωριό Ζέλεβο, όπου μας περίμενε ο Ηλίας και μας είπε ότι ο Βλάχος και ο Καρσάκοφ ήταν με σαράντα οπαδούς κι έφυγαν σε άγνωστη διεύθυνση και ότι χθες σκότωσαν δυο χωροφύλακες, κάτω από το χωριό Μπρέσνιτσα και ότι για αυτό το λόγο βγήκε στρατός από την Καστοριά και βρίσκεται τώρα στη Ρούλια. Τριακόσιοι νομάτοι και άλλοι τριακόσιοι βγήκαν από τη Φλώρινα και να φυλαχτούμε.

Ήρθαμε και καθίσαμε στο δρόμο που έρχεται από το Όσιμο, γύρω από το ποτάμι, μέχρι τις 3 μ.μ. αλλά δυστυχώς δεν πέρασαν [οι κομίτες]. Αναχωρήσαμε πάλι και πήγαμε και λημεριάσαμε σε ένα δάσος, στο ανατολικό μέρος του χωριού Ζέλεβο.

3.9.1904

 

Κώστας Κλειδής

Ήρθε ο παπάς από το Πισοδέρι. Νέος, αδύνατος, όμορφος, ψηλός.

-       Σταύρος Τσάμης, παπάς. Σφάξτε τους προδότες να ανασάνει ο τόπος. Τσιόλεφ. Ρουμάνος και βοηθά το Μητροβλάχο. Παίρνει από αυτόν μισθό. Όλοι οι Ρουμανόβλαχοι του χωριού, σαράντα. Τώρα που λείπουν οι Τούρκοι. Που δεν είναι Τούρκοι αλλά Αλβανοί. Ένας τους έχει συγγενή στο χωριό μας,

-       Στην Αθήνα μας τα έλεγαν αλλιώς παπά. Μόνο για πόλεμο με όπλα. Εσύ μας λες για άλλον πόλεμο. Δεν τα είπες αυτά πέρσι του Μελά;

-       Δεν τα πίστευα.

-       Και τι είμαστε εμείς μωρέ; εκτελεστικό απόσπασμα;

-       Εκδικητές.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ο ιδιοκτήτης του νεροπρίονου είπε ότι το πρωί, μόλις έβγαλε έξι ψωμιά από το φούρνο, ήρθε μία περίπολος από σαράντα στρατιώτες (ήταν οι ίδιοι που είδαμε) και του πήρε το ψωμί, αφού προηγουμένως του ζήτησε πληροφορίες για κλέφτες ή αντάρτες. Αυτό μας πείθει ακόμα περισσότερο ότι είμαστε προδομένοι. Από κει παίρνουμε ένα γέροντα καταγόμενο από το χωριό Μπουρμπουσκό, σαν οδηγό, και το γιο του ιδιοκτήτη ως όμηρο. Και αυτοί, όπως όλοι οι μέχρι τώρα οδηγοί, προσποιούνται στην αρχή ότι δεν γνωρίζουν το δρόμο. Αλλά με απειλές αφ’ ενός και το καλό αφ’ ετέρου μας οδηγούν καλά.

Βόρεια της Σαμαρίνας 3.9.1904

 

 

 

 

 

Σάββατο 4 / 17 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο. Μείναμε όλη τη μέρα και το βράδυ στις 7 ήρθε ο αγροφύλακας του χωριού και μας είπε να πάμε γρήγορα στο χωριό γιατί είναι ανάγκη. Έτσι τον ακολουθήσαμε και ήρθαμε έξω από το χωριό όπου βρήκαμε τους Τράικο, Ναούμ, Ηλία, Παύλη και άλλους δεκαπέντε-δεκάξι ένοπλους. Μας είπαν ότι οι Βλάχος, Καρσάκοφ, Στέργιος και Σφέικος, οι τέσσερις συμμορίες, συγκεντρώθηκαν και λυμαίνονται τα γύρω χωριά Ρούλια, Τούρναβο, Μπέσφινα και Όσιμο και έχουν σκοπό να εισβάλουν στο Ζέλεβο και να κάνουν σφαγή. Μάλιστα μας πληροφορούν ότι σήμερα είχαν λημεριάσει κοντά στο Όσιμο, στη θέση Ζάπορα, όπου τους έφεραν ψωμί από το Όσιμο και τους άκουσαν να σχεδιάζουν να έρθουν το βράδυ στο Ζέλεβο. Εγώ θύμωσα και τους έβρισα. Αφού ήξεραν που βρίσκονται τη μέρα, γιατί δεν μας ειδοποίησαν εγκαίρως να πάμε να τους βαρέσουμε; Αυτοί είπαν πως δεν το έκαναν, γιατί οι κομίτες είναι πολλοί και δεν μπορούμε να συγκρουστούμε. Πρότεινα να πάμε σε άλλο μέρος, σε δρόμο που υποπτεύονται ότι μπορεί να περάσουν και να κάνουμε καρτέρι, αλλά οι Παύλης, Ναούμης, Ηλίας και Τράικος επιμένουν ότι αυτοί θα έρθουν εδώ και να περιμένουμε.

Καθίσαμε έτσι γύρω από το χωριό και περιμέναμε μάταια όλη τη νύχτα. Πολύ πρωί μπήκαμε στο χωριό, σε τρία σπίτια, στου παπά-Αντώνη, στου Παύλη Κύρου και σε ένα άλλο. Ο Τράικος μου είπε ότι θα πάει στα Βιτόλια, [γιαυτό] έγραψα όσα έγιναν στον πρόξενο και του ζητώ οδηγίες.

4.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ο απεσταλμένος με οδηγεί σε μια χαμηλή τρύπα όπου βρίσκω τον Κατσαμάκα, το Λιόντα (είναι επικεφαλής των Κοζανιτών) και 4-5 άλλους ανθρώπους, οι οποίοι είναι κάτοικοι του Μπουρμπουσκού και της Φούρκας. Ήταν καλοί άνθρωποι. Μόνο που δεν έκλαψαν όταν έμαθαν ποιοι είμαστε, γιατί είμαστε ήδη προδομένοι και οι Τούρκοι με πολυάριθμα αποσπάσματα είχαν καταλάβει όλες τις διαβάσεις για να μας χτυπήσουν. Φαντάσου ότι αυτός ο αχρείος, ο άτιμος ο Θανάσης Βάγιας, ο οποίος μας είχε κρυφά εγκαταλείψει κοντά στο Σπήλαιο, μόλις μας άφησε, πήγε στα Γρεβενά και μας πρόδωσε στις αρχές, λέγοντας ποιοι, πόσοι είμαστε και που πηγαίνουμε, που λημεριάσαμε και όλες γενικά τις λεπτομέρειες. ότι πληρώνουμε τα πάντα καλά κτλ. κτλ.

Κοντά στο Ζουπάν 4.9.1904

 

 

 

 

 

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: καζάς Καστοριάς

θύματα

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: το ένα θύμα ονομαζόταν Ναούμ και το άλλο χαρακτηρίζεται «σαλπιγκτής του Τσακαλάρωφ»

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 4.9.1904

προέλευση είδησης: Καστοριά 31 Αυγούστου (ανταπόκριση)

 

 

 

Κυριακή 5 / 18 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή. Από το πρωί έστειλα τον Ηλία και πήγε στο Όσιμο [Όστιμο] και έστειλε τρεις γυναίκες και τις πλήρωσε από δέκα γρόσια και πιάσανε τα δάση δεξιά και αριστερά, για να ανακαλύψουν που έχει σήμερα λημέρι ο [Μήτρος] Βλάχος, αλλά δεν φάνηκε σε αυτά τα μέρη. Στείλαμε και άλλους από το Ζέλεβο και ερεύνησαν τα δάση του χωριού Ζέλεβο, αλλά τίποτα, ούτε εδώ.

Καθίσαμε όλη τη μέρα στο χωριό. Το βράδυ ήρθε ο Ηλίας από το Όσιμο και μας είπε ότι έμαθε πως στο Όσιμο την περασμένη μέρα (Σάββατο) ο Βλάχος είπε στους χωρικούς, πως όταν παρουσιαστούμε εκεί και ζητήσουμε ψωμί, αυτοί να μας δώσουν και δήθεν να μας περιποιηθούν και αμέσως να τον ειδοποιήσουν. Κι αν μάθουνε από ποιο μέρος του χωριού θα φύγουμε, να το πούνε για να μας στήσει καρτέρι.

Έμαθε επίσης ότι τη ίδια μέρα ο Βλάχος έστειλε τον αγροφύλακα του χωριού Όσιμου στη Ρούλια, όπου ήταν ο στρατός, για τους φόνους των δύο χωροφυλάκων, να δει αν δέρνουν και φυλακίζουν τους χωρικούς, για να μαζέψει τα χωριά και να πάει να τους βαρέσει. Έστειλε και επιστολή στον αξιωματικό του στρατού [και γράφει] ότι αυτός τους σκότωσε και όχι άλλος. Και ότι ο ένας από τους δύο χωροφύλακες είναι χριστιανός και πως ήρθε σε μυστική συνεννόηση με το Στόιτσο από το Όσιμο. Ο Στόιτσος του είπε να μην απομακρυνθεί από εκεί και αυτός θα μας φέρει στα χέρια του.

Σκεφτήκαμε να συλληφθεί πρώτος ο Στόιτσος. Ο Κωνσταντίνος από τη Στάτιστα, που τον έχει συγγενή, υποσχέθηκε να πάρει τρία ακόμη παιδιά και να πάει την άλλη Δευτέρα το βράδυ, να του ζητήσει δήθεν ψωμί, να τον συλλάβει και να τον φέρει.

Αναχωρήσαμε και ήρθαμε κοντά στη μονή της Αγίας Τριάδας, σε ένα δάσος, όπου και μείναμε. Ο Κωνσταντίνος Στεργίου με τους Εμμανουήλ Σκουντρή, Ιωάννη Σιμανίκα και Δημήτρη Σπανόπουλο έμειναν στο Ζέλεβο, με σκοπό να πάνε το βράδυ στο Όσιμο και έπειτα να έρθουν να ανταμώσουμε στην Αγία Τριάδα.

5.9.1904

 

Σταμάτης Ράπτης

- Πρέπει να σχηματίσουμε και άλλα σώματα, έλεγε ένας από τους πατριώτες εκείνους.

- Και βέβαια πρέπει, πρόσθεσε ένας άλλος. Τι να κάνουν μόνα τους τα παιδιά από δω; [του Καούδη]. Δεν προφταίνουν που να πρωτοτρέξουν.

- Μα είναι δα και άλλα σώματα, του Μπακόλα, του Κόκκινου, του Χασώτη, του Μπούρα, είπε ο Καούδης.

Και πράγματι στο μεταξύ είχαν σχηματιστεί και άλλα μικρά εκδικητικά σώματα με τους παραπάνω αρχηγούς.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Πεινάμε φοβερά. Κανένας ποιμένας δεν υπάρχει στα περίχωρα. Πρέπει να περιμένουμε ως το βράδυ για να πάμε στο Ζάνσκο, όπου θα βρούμε τροφή. Είμαστε όλοι υγροί ως τα κόκαλα, οι περισσότεροι έχουν πυρετό, κόψιμο ή κρυολόγημα

Εμείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαριές από τη βροχή, πέφτουμε, σκοντάφτουμε, γλιστράμε διαρκώς.

Κοντά στο Κλεπίστι 5.9.1904

 

 

 

 

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1904 στο χωριό Μπαρόβιτσα του καζά Γιανιτσών. Νεκροί: Ο προύχοντας Χρήστος Κεχαγιάς και η μάνα του από την τσέτα του Αποστόλ.

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

 

 

Δευτέρα 6 / 19 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Όλη τη νύχτα έριχνε βροχή. Το πρωί ξυπνήσαμε και βλέπουμε όλο τον κόσμο να είναι στο χιόνι σκεπασμένος, τα βουνά άσπρα σαν να ήταν Ιανουάριος. Δεν υποφέραμε το κρύο. Στείλαμε τον Παύλο και πήγε στο μοναστήρι να ειδοποιήσει πως θα πάμε και μεις εκεί. Μετά από λίγο ήρθε ένα παιδί του μοναστηριού και μας οδήγησε μέσα. Βάλαμε καραούλι στη ράχη και καθίσαμε σε ένα δωμάτιο. Ο επιστάτης της μονής μας πληροφορεί πως χθες μας περίμενε εκεί, μέχρι τη νύχτα, ο Αρχιμανδρίτης Μόδιστος και ο παπά-Σταύρος. Στο μοναστήρι μας περίμενε ο παπά-Νικόλας, εφημέριος του χωριού Γέρμαν των Πρεσπών και ο αγροφύλακας του ίδιου χωριού Κωνσταντίνος Νάιδο, που είχαν ειδοποιηθεί [για μας] την προηγούμενη μέρα, από τον παπά-Σταύρο. Μας περίμενε επίσης ο ελληνοδάσκαλος του χωριού Ρούνταρι [Ρούδαρι] Χρήστος Παπακωνσταντίνου. Συζητήσαμε πολλά και μας είπαν πως είναι ανάγκη να τους υποστηρίξουμε και να πάμε στα χωριά τους. Κάτι που το υποσχεθήκαμε. Τους είπαμε μάλιστα για τις ενέργειες και τις εντολές του Ελληνικού Κομιτάτου και ότι από εδώ και πέρα δεν πρόκειται να τους αφήσουμε χωρίς υποστήριξη. Ευχαριστήθηκαν πολύ και αναχώρησαν, αφού μείναμε σύμφωνοι με τον παπά να πάμε στο Γέρμαν στο τέλος της βδομάδας.

Το βράδυ στις 9 ήρθε ο παπά-Σταύρος με το Γιώργο Δόδα από τη Νέβεσκα και άλλα δυο παιδιά και μας είπε ότι ο Γιώργος Δόδα θέλει να μας ακολουθήσει και τον δέχτηκα. Μάλιστα μου είπε ότι θα μου φέρει άλλα τρία-τέσσερα καλά παιδιά, όπως του είχα πει πως είναι ανάγκη, για να ενισχύσω τη συμμορία μου. Μετά από λίγο ήρθαμε στην εκκλησία, όπου έκανε παράκληση και όρκισε το νέο οπαδό μου Γιώργο Δόδε. Καθίσαμε και είπαμε πολλά.

Ώρα 1 π.μ. ήρθε το καραούλι και με ειδοποίησε ότι ήρθαν τα παιδιά, που είχαν μείνει στο Ζέλεβο και έφεραν το Στόιτσο. Βγήκα έξω, προσποιούμενος άλλη εργασία και τον πήρα με άλλα τρία παιδιά. [Είπα] να τον μεταφέρουν [σκοτωμένο πια] σε κανένα δάσος και να τον κρύψουν [το πτώμα].

Μετά από λίγο αναχώρησε ο παπάς και μεις μείναμε [στο μοναστήρι] μέχρι το πρωί. Τότε βγήκαμε προς το δάσος, που είναι στο δυτικό μέρος της μονής, όπου είχαμε συνεννοηθεί να ανταμώσουμε με τον Παύλη.

6.9.1904

 

Σταμάτης Ράπτης

Οι εκδικητές χωρίς να χάσουν στιγμή, επιτέθηκαν και έσπασαν την πόρτα. Ο Σκουντρής και ο Ντίνας μπήκαν στο σπίτι και ανέβηκαν στο πάνω πάτωμα.

Ο Στόικος όταν άκουσε τα χτυπήματα στην πόρτα, κατάλαβε τι συμβαίνει και τρελάθηκε. Μόλις είδε τους δυο Έλληνες, έχασε ο άθλιος κάθε συναίσθηση και απέμεινε να παρατηρεί αυτούς με ηλίθιο βλέμμα. Δεν έφερε καμμιά αντίσταση σε αυτούς, όταν τον διέταξαν να ακολουθήσει.

Οι Έλληνες εκδικητές όταν έφτασαν στο λημέρι του καπετάν Καούδη, κοντά στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας, παρέδωσαν σε αυτόν τον αιχμάλωτο. Ο αιχμάλωτος δικάστηκε, καταδικάστηκε, σε θάνατο και υπέστη την ποινή.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Το ίδιο βράδυ έστειλα το Ντίνε και πήρε άλλα τρία παιδιά και πήγε και μου έφεραν από το Όστιμο το θείο του το Στόιτσο και το σφάξαμε.

 

Κώστας Κλειδής

Ο Στόιτσεφ στο χωριό τους. Κάναν το δρόμο μες τη βροχή, βρήκαν το σπίτι, τον πιάσανε και τονέ φέρανε πεσκέσι. Ούτε που είχε καταλάβει τι έγινε. Ούτε που το περίμενε. Μάθανε οι χωριάτες πως ειν’ αντάρτες στο Ζέλοβο και δεν το έμαθε αυτός. Ήτανε με γυναίκα. Φύγανε πριν ξυπνήσει κόκορας και τώρα τον είχαν στον κύκλο.

Βίασες, σκότωσες, έκλεψες;

Σεις μωρέ θα με δικάσετε; Άι γαμηθείτε όλοι.

Είπαν σε θάνατο. Μόνος δε μίλησε κι ο Στόιτσεφ.

Τον εκτέλεσαν οι Έλληνες Μακεδόνες. Ο Ντίνας Στεργίου του ξανάρριξε. Ήταν αδελφός της μάνας του.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Εξακολουθούμε, αλλά δεν βλέπουμε τον οδηγό, ο οποίος είχε προπορευτεί χωρίς να τον σταματήσει κανείς και χωρίς, ο ευλογημένος, να γυρίσει να δει τι γινόμαστε.

Αποφασίζω και πάλι να τραβήξω εμπρός (ξέρεις είναι το αξίωμά μου, εμπρός πάντα εμπρός! Ανέκαθεν οι μεγάλοι άντρες είχαμε τέτοια ρητά!)

Αρχίζει λοιπόν ένα κυνηγητό φοβερό και απελπισμένο. Συχνά σταματάμε και σφυρίζουμε, αλλά τίποτα, συναντάμε και τουρκοχώρια βέβαια και για αυτό δεν τολμάμε να πάμε προς αυτά. Ξαφνικά, μετά ¾ της ώρας κυνηγητό, ακούμε ασθενές σφύριγμα εμπρός μας. Προχωράμε, είναι ο βλάκας, ο γάιδαρος, ο μασκαράς και ηλίθιος οδηγός μας, ο οποίος μου λέει ότι εκεί στη βρύση κάποιος του είπε «τράβα και σε φτάνουμε».

Ζάνσκο 6.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Με διάφορους ελιγμούς από Ζουπάν, Ζάντσικο, Κλεπίστι, φτάσαμε στον Αλιάκμονα αντίκρυ από το Κωσταράτς και τον περάσαμε από κάποιο πόρο.

Συνέβη ώστε να βαδίζουμε για δέκα μέρες μέσα σε ελληνόφωνη ζώνη και να μη κατορθώσουμε να δούμε ένα χριστιανό φίλο, εκτός από ένα μυλωνά, που μας έδωσε τρία ψωμιά και λίγο ρακί και τον ανακηρύξαμε ισότιμο των Φιλικών.

 

Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης

Ο πρόξενος Λ. Κορομηλάς γράφει μεταξύ άλλων, στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Ρωμάνο:

Προσωπικά αντιλήφθηκα και με εξεταστική επιτροπή εξακρίβωσα εκείνο, το οποίο πριν από μήνες σας έλεγα στην Αθήνα, ότι δηλαδή ούτε στην ύπαιθρο ετερόφωνη χώρα, ούτε και σε αυτή την ελληνόφωνη, τα μικρά σχολεία μας κατορθώνουν να διαμορφώσουν το πνεύμα και την ψυχή των παιδιών. Οι απόφοιτοι της τετάρτης και της πέμπτης ακόμη τάξης, μαθητές δώδεκα και δεκατριών ετών, χάνουν βαθμιαία τη συνήθεια της γλώσσας, χάνουν και κάθε ελληνική έννοια, που κατά τύχη πήραν στο σχολείο.

έγγραφο 523 / 6.9.1904

 

Henry Brailsford

Η διαφορά ανάμεσα στη ρωμαίικη και τη γραπτή ελληνική είναι μια διαφορά λεξιλογίου, γραμματικής, συντακτικού, ακόμη και φωνητικής

Η σημασία αυτού του γλωσσικού ζητήματος για την πρόοδο του ελληνισμού στη Μακεδονία είναι μεγάλη. Αν ο έλληνας χωρικός δεν κατορθώνει κατά κανόνα να μάθει τη γραπτή γλώσσα και τη διαβάζει με δυσκολία, τότε η περίπτωση των μισο-εξελληνισμένων Αλβανών, Βλάχων ή Βουλγάρων είναι απελπιστική. Αν πρόκειται να μορφωθεί μέσω των ελληνικών, πρέπει να μάθει όχι μία ξένη γλώσσα, αλλά δύο.

 

 

 

 

Τρίτη 7 / 20 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη. Ζητήσαμε τον Παύλο δεξιά και αριστερά σε όλο το δάσος, αλλά μάταια. Δεν φάνηκε μέχρι το μεσημέρι. Στις 2 μ.μ. τον συναντήσαμε ψηλά στο βουνό. Λόγω της βροχής αναγκαστήκαμε να έρθουμε στη μονή, όπου μείναμε πάλι εκεί. Περιμέναμε τον παπά από το Πισοδέρι, αλλά δεν ήρθε.

Από την Κυριακή είχαμε πληροφορηθεί ότι ο Χαντζή-Παύλος από το Ζέλεβο είναι στα Βιτόλια και θα έρθει την Τετάρτη και περιμέναμε, με σκοπό να φυλάξουμε το δρόμο και να τον συλλάβουμε.

7.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Η ώρα ήταν κατάλληλη. Ξεκινάμε στις 6 ½ μ.μ. Και βλέπουμε τη βοήθεια της Θείας Πρόνοιας, γιατί χθες, ενώ περπατούσαμε εντελώς στην τύχη, βρεθήκαμε σε απόσταση πέντε λεπτών της ώρας από τον ποταμό και απέναντι από το χωριό Λάγουρα, που απέχει δύο μόνον ώρες από το Κωσταράζι! Στις 6 και 40’ μ.μ. περάσαμε πεζή τον Αλιάκμονα.

Λημέρι στον Αλιάκμονα, κοντά στην Ασπροκλησιά 7.9.1904

                    

 

 

 

 

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Λονδίνο 6 Σεπτεμβρίου. Τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη αναγγέλλει ότι ο πρόξενος της Ρωσίας στο Βόλο ειδοποίησε το Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης Χιλμή Πασά, ότι ένοπλα ελληνικά αντάρτικα σώματα επιβιβάστηκαν σε ιστιοφόρα για να αποβιβαστούν στις μακεδονικές ακτές.

Ο Χιλμή Πασάς τηλεγράφησε την είδηση στην Πύλη, η οποία διέταξε αμέσως να αποπλεύσουν τουρκικά τορπιλοβόλα και να περιπολούν στο Τσάγεζι για να καταδιώξουν τα ιστιοφόρα και να παρεμποδίσουν την αποβίβαση των ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία.

Η Πύλη διαμαρτυρήθηκε προς την ελληνική Κυβέρνηση, μέσω του πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ

Κέρκυρα 6 Σεπτεμβρίου. Οι αντιπρόσωποι της Εσωτερικής Μακεδονικής Οργάνωσης κατάρτησαν υπόμνημα, το οποίο διανεμήθηκε σε εξέχοντα πολιτικά πρόσωπα της Ευρώπης και σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου. Το υπόμνημα αυτό εκθέτει την κατάσταση στη Μακεδονία, από το ρωσο-ρουμανο-τουρκικό πόλεμο μέχρι σήμερα.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Τετάρτη 8 / 21 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τετάρτη. Πολύ πρωί, πήρε ο Παύλης πέντε παιδιά και ήρθε κοντά σε ένα δρόμο και κρύφτηκε. Θα περιμένει όλη τη μέρα, αν περάσει. Ώρα 10 ½ ήρθαν δυο άγνωστοι κύριοι και ζήτησαν από τον επιστάτη πληροφορίες για μας. Ήρθαν για να νας συναντήσουν. Μπήκαν στο δωμάτιο που ήμασταν γεμάτοι χαρά και ενθουσιασμό. Μας είπαν πως περνώντας από το Ζέλεβο, πληροφορήθηκαν πως ήμασταν εδώ και θέλησαν να μας δουν. Εγώ ρώτησα περίεργος [ποιοι είναι;] Μου συστήθηκαν, ότι ο ένας ήταν τραπεζίτης από τη Θεσσαλονίκη, ονόματι Δημήτρης Παχίνας και ο άλλος ήταν ο Λάζαρος Γκέργκας από το Πισοδέρι. Έρχονται από την Κορυτσά και πέρασαν από τα χωριά Μπίγλιστα, Σμάρδεσι, Μπρέσνιτζα, Ρούλια Ζέλεβο, ψάχνοντας για μεταλλεία. Καθίσαμε και είπαμε πολλά. Μου είπαν ότι ενεργούσαν και θα ενεργούν πάντα υπέρ μας.

Στις 12 η ώρα ήρθε ο Παύλος, από κάτω με τα παιδιά και άφησαν το δρόμο ανοικτό. Λόγω της διαρκούς βροχής, δύο ημερών, δεν άντεχαν πλέον. Αμέσως έστειλα τον Κώστα Στεργίου, Σ. Κλειδή, Σταυρ. Ζούλη, Ιωάννη Σεϊμένη και Θόδωρο Λίτση και πήγαν. Μετά από λίγο αναχώρησαν οι Δημήτρης Παχίνης και Λάζαρος Γκέργκας κατενθουσιασμένοι.

Ώρα 5 ¼ μ.μ. πέρναγε ο Χαντζή Παύλος με τον Τράικο. Τον είδαν τα παιδιά από μακριά και έτρεξαν να έρθουν κοντά στο δρόμο, αλλά αυτός τους κατάλαβε και έφυγε τρεχάλα προς το Πισοδέρι. Ο Σταύρος Ζούλης και ο Αριστείδης Νίσταρης και ο Στυλιανός Κλειδής έτρεξαν και τον έφτασαν, μέχρι τα τετρακόσια μέτρα και τον πυροβόλησαν τέσσερις φορές και έπεσε χάμω. Ο Σταύρος πήγε και του έβαλε το όπλο στην κεφαλή και την σκόρπισε σε τεμάχια.

Ώρα 6 μ.μ. συγκεντρωθήκαμε στη μονή. Θεωρήσαμε καλό να αναχωρήσουμε από κει. Γιατί το Πισοδέρι είναι είκοσι λεπτά μακριά και έχει στρατό. Και η Φλόρενα [Φλώρινα] είναι τρεις ώρες κοντά και είναι δυνατόν να έρθει στρατός. Έτσι φύγαμε προς το δυτικό μέρος της μονής, στη θέση Γκολέμα Ρέκα, δηλαδή Μεγάλο Ρέμα, σε ένα καλύβι και μείναμε εκεί.

8.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Πήγαμε και κάναμε λημέρι στην Αγία Τριάδα και έστειλα πιο κάτω από το Πισοδέρι το Νίσταρη και το Ζούλη και κρύφτηκαν μέσα στο ρέμα, όταν θα έρχεται [ο Χαντζή Παύλος] να τον συλλάβουν και να μου τον φέρουν, αλλά αυτός, όταν τους είδε, έτρεξε να φύγει προς το Πισοδέρι και τον πήραν στο κατόπιν και στο χωριό κοντά τον σκότωσαν. Οι ζαπτιέδες που ήσαν στην Κούλα βγήκαν και κοίταζαν, αλλά δεν κινήθηκαν.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Για τον Καούδη και τον Παύλο [Κύρου] έμαθα ότι είναι εδώ και ότι, για αρχή, τσάκισαν στο ξύλο (πολύ επιεικώς) δύο φοβερούς Βούλγαρους του κομιτάτου και τους απείλησαν τόσο, ώστε όταν ρωτήθηκαν από τις τουρκικές αρχές, απάντησαν ότι έπεσαν από το άλογο, δίχως να τολμήσουν να καταγγείλουν τους δικούς μας.

Κωσταράζι 8.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Υπό την οδηγία των Στρεμπενιωτών Δήμου και Μήτσου βαδίζαμε όλη τη νύχτα και τα ξημερώματα φτάσαμε στις αγροικίες του χωριού Κωσταράτς. Χωθήκαμε αμέσως σε κάτι αχυρόσπιτα και ξαπλωθήκαμε μακαρίως.

Έτσι το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου, μετά βασανιστική πορεία δώδεκα ημερών, κατορθώσαμε να δούμε λίγους ανθρώπους, οι οποίοι θα πρόδιδαν μεν αλλά κατά τρόπο της επιλογής μας. Δηλαδή οπωσδήποτε έπρεπε να δίνουν «χαμπάρι στο χουκιμάτ» [είδηση στη διοίκηση] ότι περάσαμε το σύνορο του χωριού τους, γιατί οι αρχές θα το μάθαιναν από άλλους και θα έβαζαν μεγάλο «τζιτζά» (τιμωρία) στους χωρικούς που δεν ανέφεραν. Εκείνο που θα κάνανε υπέρ μας οι χωρικοί αυτοί ήταν ότι θα έλεγαν ότι τραβήξαμε δυτικά, ενώ είχαμε κάνει ανατολικά.

 

 

 

 

Πέμπτη 9 / 22 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη. Πολύ πρωί αναχωρήσαμε και ανεβήκαμε στο βουνό Μπέλα Βόντα, δηλαδή Άσπρο Νερό, στα σύνορα των επαρχιών Πρέσπας, Φλώρινας, Καστοριάς και καθίσαμε.

Ώρα 11 π.μ. στείλαμε το Γεώργιο Δόδε, το νέο οπαδό μας, με δυο άλλα παιδιά, να έρθουν στο κάτω μέρος του βουνού, να ανταμώσουν τους βλάχους τσοπάνηδες και αυτοί να ειδοποιήσουν τον παπά-Σταύρο για το που βρισκόμαστε και να μας στείλει ψωμί. Και επειδή περιμένουμε και τον αγροφύλακα από το χωριό Γέρμαν, πρέπει να γνωρίζει για μας, για να μας τον στείλει.

Και ένα περίεργο. Στις 12 η ώρα, έφυγε η ομίχλη από το βουνό και βλέπουμε στην περιφέρεια του χωριού Γέρμαν, να θερίζουν οι γυναίκες και να έχουν όλα τα γεννήματά τους ακόμα έξω! Πότε θα αλωνίσουν;

Μετά από λίγο ήρθε ο Γεώργιος Δόδε και μου είπε ότι έστειλε ένα Βλάχο στο χωριό να ειδοποιήσει τον παπά. Καθίσαμε και το βράδυ, η ώρα 6 ½ μ.μ. βλέπουμε να έρχεται ο Βλάχος που είχε στείλει ο Γιώργος και μας φέρνει επιστολή από τον παπά: «Να κατεβούμε στη μονή, εκεί θα μας στείλει τον άνθρωπο από το Γέρμαν, αν έρθει, γιατί δεν μπορεί σήμερα να τον ειδοποιήσει. Και να μην έχουμε καμιά ανησυχία για το στρατό, γιατί αυτός φυλάει καραούλι». Κατεβήκαμε στη μονή. Ρωτήσαμε τους ανθρώπους της μονής και μας είπαν ότι ούτε στρατός φάνηκε, ούτε τίποτα.

9.9.1904

 

Κώστας Κλειδής

(9/9) Οι δώδεκα [του Καούδη] έχουν κάνει πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουν. Οι πρόξενοι Αυστρίας και Ρωσίας στο Μοναστήρι διαμαρτύρονται στον Καλλέργη για την «αναστάτωση» που η ελληνική ομάδα έχει φέρει. Καλύτερα πληροφορημένοι ή αντιλαμβανόμενοι τις δυνατότητές της, ζητούν από τον έλληνα πρόξενο την ανάκλησή της. Ο Καλλέργης ταραγμένος ζητά αυτό ακριβώς το ίδιο από το υπουργείο Εξωτερικών.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Μόνο σήμερα το πρωί έφυγε ο άνθρωπος για την Καστοριά λόγω του χθεσινού καιρού. Από το Κωσταράζι ως τη λίμνη είναι απόσταση (πεζή) δύο ωρών. από εκεί με βάρκα ως την πόλη 1 1/2 ώρα. Από τον Κώστα Γεωργίου [μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη] ζήτησα χρήματα, ιατρικά, προσόψια, σφραγίδα (δηλαδή το σταυρό και γύρω στρογγυλά εν τούτω νίκα και Μίκης Ζέζας). ζήτησα αν έχει καμιά είδηση από τη Νιάουσα και περί Καραλιβάνου, οδηγούς και οδηγίες.

Στις 7 μ.μ. έρχεται πίσω ο δάσκαλος Πανταζής Χρυσοστομίδης, ο οποίος είχε πάει το γράμμα στον Καραβαγγέλη. Μου φέρνει όλα όσα ζήτησα.

Κωσταράζι 9.9.1904

 

 

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: πάνω από το χωριό Κατράνιτσα των Καλλιαρίων

χάρτης Κοντογόνη: Κατράνιτσα (μικτό χωριό) του καζά Καϊλαρίων

σώμα ή ομάδα

τσέτα

αριθμός αντρών: 20

νεκροί: πέντε (5)

τραυματίες: δύο (2)

 

σημείωση: η τσέτα είχε στήσει ενέδρα

εφημερίδα: ΠΡΩΙΑ

ημερομηνία: 9.9.1904

 

ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ

Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Ελεύθερο Λόγος» της Σόφιας:

Ενώ όλοι εδώ προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι η Μακεδονία είναι βουλγαρική χώρα, αυτή λίγο-λίγο θα χάσει τη βουλγαρική φυσιογνωμία της. Και αυτό το σχολικό έτος, τα περισσότερα σχολεία δεν άνοιξαν. Οι προπαγανδιστές στη Μακεδονία εργάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε μια μέρα θα μας πουν: «Στη Μακεδονία δεν υπάρχει τίποτα δικό σας». Εξ άλλου η μακεδονική ιντελιγκέντσια που βρίσκεται στη Βουλγαρία, εξακολουθεί να βόσκει όπως βόσκουν και τα πρόβατα.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

[ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ]

Στην επαρχία Σελφιτζέ [Σέρβια] εμφανίστηκε ελληνική συμμορία που ήρθε από την Αθήνα. Η Πύλη προέβη σε παράσταση προς την ελληνική κυβέρνηση. Άλλη ελληνική συμμορία εκατό αντρών πέρασε τα τουρκικά σύνορα. Η Πύλη διαμαρτυρήθηκε ξανά. Οι ενδιαφερόμενοι διπλωματικοί κύκλοι ανησυχούν πολύ με την έναρξη δράσης των ελληνικών συμμοριών, γιατί εξ αιτίας του γεγονότος το βουλγαρικό κομιτάτο θα ξαναρχίσει την επαναστατική δράση.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

 

Παρασκευή 10 / 23 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή. Ήρθαμε προς το δυτικό μέρος της Μονής, στη ράχη και καθίσαμε λημέρι. Μετά από λίγο ήρθαν δυο τσοπάνηδες από το χωριό Ζέλεβο και μας είπαν ότι το Χαντζή δεν τον έθαψαν ακόμα, αλλά περιμένουν να έρθουν οι Αρχές. Επίσης μας πληροφορούν ότι οι συγγενείς και οι οπαδοί του στο χωριό φωνάζουν ότι ο Τράικος και ο παπά-Σταύρος τον πρόδωσαν, επειδή ερχόταν με τον Τράικο μαζί από Βιτόλια και επειδή τον παπά-Σταύρο τον υποπτεύονται γιατί καθόταν στο χάνι Πισοδερίου και όταν πέρασε ο γιος του φονευμένου, τον ρώτησε «που είναι ο πατέρας σου;».

Αμέσως μετά έστειλα επιστολή προς το χωριό [Ζέλεβο] και ιδίως στους συγγενείς και οπαδούς και στο γιό του και συστήνω την προσοχή τους, μην βλάψουν κανένα αθώο, γιατί θα πάθουν τα ίδια. Επίσης κάνω γνωστό ότι εγώ τον σκότωσα, επειδή έτσι του έπρεπε και θα πάθουν όσοι εργάζονται όπως αυτός και ότι ο καθένας κατά τα έργα του.

Στέλνω επίσης επιστολή στον παπά-Σταύρο στο Πισοδέρι, για να έρθει να συνεννοηθούμε για το Γέρμαν, το Ρούνταρι και επίσης για το χωριό Νερέτ, όπου δεν έχουμε άνθρωπο.

Ώρα 8 μ.μ. ήρθε ο απεσταλμένος, που είχα στείλει στον παπά και μας είπε ότι χθες φόνευσαν στο χωριό Γέρμαν το Γιοβάν, τον προύχοντα του χωριού, Έλληνα, και γι’ αυτό φοβήθηκαν και δεν έρχεται κανένας. Επίσης μας λέει ότι ο Βλάχος, με πολλούς οπαδούς του είναι στο Όσιμο και άλλοι είναι στο Τούρναβο. Ακόμα μας λέει πως είναι ανάγκη, πρώτα να ενισχυθούμε από πολλούς, γιατί οι Βούλγαροι είναι πολλοί και θα μας νικήσουν και θα κάνουν σφαγές σε πολλά μέρη. Επίσης μας είπε ότι ο παπάς θα έρθει το βράδυ μόνος του στη μονή για να ανταμώσουμε και να συνεννοηθούμε.

Μετά από λίγο μας ήρθε απεσταλμένος από το Ζέλεβο και μας λέει να πάμε εξάπαντος στο χωριό, το βράδυ.

Ήρθα στη μονή και περίμενα τον παπά μέχρι τις 11 η ώρα, αλλά αφού δεν ήρθε πήγαμε στο Ζέλεβο, όπου μας περίμεναν έξω από το χωριό επτά ένοπλοι και μας έβαλαν μέσα στο χωριό. Εγώ με έξι παιδιά πήγα στο σπίτι του παπά-Βασίλη και μείναμε εκεί μέχρι την επομένη.

10.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ήρθαμε στη θέση αυτή στις 4 το πρωί. Είναι ψηλή και έχει έξοχη θέα. Φαίνεται ολόκληρη σχεδόν η λίμνη ως και η πόλη, στα πόδια μας. Με τα κιάλια βλέπω καλά τη μητρόπολη.

Έξω από το Κωσταράζι 10.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Το βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου ήρθε ο Μελάς, αγανακτισμένος για την καθυστέρηση της Οργάνωσης του Βογατσικού. Προχωράμε στο βουνό άνω από το Κωσταράτς, στην εκκλησία του Άη Θανάση

 

 

 

 

 

Η ΔΗΘΕΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Βόλος 9 Σεπτεμβρίου. Κατάπληξη προξένησε στην κοινωνία μας το τηλεγράφημα της εφημερίδας «Νέον Άστυ» για την κατάδοση της εισβολής των ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία, από τον πρόξενο της Ρωσίας στο Βόλο κ. Κόντο, ο οποίος ας σημειωθεί πως ζει εδώ και ένα χρόνο στην Αθήνα και ήρθε εδώ πριν από δεκαπέντε μέρες, για να παραμείνει ένα πενθήμερο και να επιστρέψει εκεί. Η εφημερίδα «Τύπος» που σχολίασε την είδηση, διαψεύδει την εισβολή των σωμάτων και προσθέτει ότι αν γινόταν αυτό, αδυνατεί να φανταστεί ότι ο Κόντος σαν Έλληνας και μάλιστα Μακεδόνας, θα μετέδιδε αυτή την είδηση. Η κοινωνία του Βόλου αναμένει διάψευση.

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

 

Σάββατο 11 / 24 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο. Το πρωί ήρθε ο Τράικος και μου έφερε επιστολή από τον κ. πρόξενο, όπου μας γράφει, όταν θα πάρω τις απαιτούμενες προφυλάξεις, να πράξω σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβα από το Κομιτάτο. Επίσης μου έστειλε και ένα δώρο, μία μικρή κάμα, από την Επιτροπή του Κομιτάτου στα Βιτόλια. Την έδωσα στον Αριστείδη Νίσταρη, επειδή εγώ είχα.

Μετά από λίγο ήρθαν από τη Φλόρενα, πενήντα νομάτοι στρατός, με ένα μπουλαζίμη [λοχαγό]. Μετά από λίγο ήρθαν από την Καστοριά άλλοι πενήντα τέσσερις με έναν αστυνόμο και ένα γιατρό. Ήρθαν να εξετάσουν για το φόνο του Χαντζή Παύλου. Επειδή σκοτώθηκε πάνω στα σύνορα Φλόρενας και Καστοριάς, ήρθαν και από τις δύο πόλεις. Λόγω της βροχής θα μείνουν εδώ όλη τη μέρα. Έστειλα άνθρωπο να μάθει αν είναι αλήθεια, ότι στο Όσιμο και το Τούρναβο βρίσκονται οι συμμορίες του Βλάχου και του Καρσάκοφ, αλλά μου είπε πως αυτές πέρασαν την Τρίτη το βράδυ και έφυγαν σε άγνωστη κατεύθυνση, αφού άφησαν εντολή στους χωρικούς σε Όσιμο, Τούρναβο και Ρούλια, να οργανώσουν εσωτερικές φρουρές σε κάθε χωριό και όταν εμείς πάμε εκεί να μας βαρέσουν ή αν βρεθούν εκεί κοντά οι συμμορίες τους και έχουν ανάγκη, να τρέξουν να βοηθήσουν.

Το βράδυ στις 8, ήρθε και μας ζήτησε, εμένα και τον Παύλο, να πάμε στο σπίτι που ήταν ο αστυνόμος Καστοριάς Αθανάσιος και ο αστίατρος Σιμώτας από την Κλεισούρα, οι οποίοι τους παρακαλούν από το πρωί, αν γνωρίζουν που βρισκόμαστε και αν είναι δυνατόν να μας συναντήσουν μυστικά και τους το υποσχέθηκαν. Τον ακολουθήσαμε και ήρθαμε στο σπίτι του, όπου τους βρήκαμε και μας περίμεναν μαζί με τον γέρο Ναούμη. Μας δέχτηκαν με ενθουσιασμό, μας ρώτησαν τι εντολές έχουμε από το Κομιτάτο μας. Τους έδωσα να καταλάβουν ότι είχαμε εντολή να υπερασπιστούμε το ίδιο Χριστιανούς και Οθωμανούς και να αποφεύγουμε, όσο το δυνατόν, κάθε σύγκρουση με τις αρχές. Ευχαριστήθηκαν και ο αστυνόμος μας υποσχέθηκε, ότι έχουμε το λόγο του πως όταν θα γίνεται εκστρατεία αποσπάσματος από την Καστοριά, θα μας προειδοποιεί, αλλά καλό είναι ναι φυλαγόμαστε. Μας είπε δε ότι από μας θέλει δύο πράγματα ως δώρα: πρώτα την κεφαλή του [Μήτρου] Βλάχου και δεύτερον ένα περίστροφο, σαν τα δικά μας. Και έτσι μας ασπάστηκε κι αναχώρησαν για το στρατό τους.

Εμείς καθίσαμε λίγο και μετά αναχωρήσαμε προς το δυτικό μέρος του χωριού και μείναμε σε ένα καλύβι. Έχουμε σκοπό να πάμε το άλλο βράδυ στο Όσιμο και να πάμε και στα χωριά Τούρναβο και Ρούλια, που δεν πήγαμε ακόμα.

11.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Κανένας από τους καλεσμένους [του Μελά, που βρισκόταν στο σπίτι του δάσκαλου Θανάση Ιατρού στο Βογατσικό] είχε την ευγένεια ή μάλλον το θάρρος να έρθει, γιατί όπως μας ειδοποίησαν, φοβούνται μήπως η επίσκεψη στο σπίτι του δάσκαλου τους κάνει ύποπτους.

Εδώ έμαθα, ότι ο Καούδης ξεπάστρεψε στο Ζέλοβο τον άτιμο το Χατζή Παύλο και στην Όστιμα το Στόιτσε.

Μέχρις ώρας, αναγκάστηκα να αφήσω τρεις άντρες λόγω αρρώστιας. Έξι έφυγαν πριν διαβούμε τα σύνορα και μόλις πήραν τα χρήματα. Ένας μας πρόδωσε και άλλος ένας μας έφυγε μόλις περάσαμε τον Αλιάκμονα, παίρνοντας μαζί και τα όπλα του. Μείναμε συνολικά 25, ενισχυθήκαμε με τρεις ντόπιους και από μεθαύριο με το Ζήση Δημουλιό από το Λέχοβο και άλλους έξι, θα γίνουμε 34. Ο Θεός αν μας βοηθήσει, θα κάνουμε θαύματα.

Βογαζικό 11.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Στο Βογατσικό, που στη συνέχεια έγινε σπουδαίο κέντρο του αγώνα, εκείνο το βράδυ μπήκαν με μεγάλη προφύλαξη ο Μελάς και ο Πύρζας μεταμφιεσμένοι, μαζί με τους προκρίτους του Βογατσικού, προπορευμένου ενός φαναριού. Ήταν διαταγή τότε των τουρκικών αρχών να μην κυκλοφορεί κανείς μέσα στις πόλεις και τις κωμοπόλεις χωρίς φανάρι, ούτε αγωγιάτης χωρίς να έχει το άλογό του κουδούνι. Το σώμα τράβηξε για λημέρι στον Άη Γιώργη, πάνω από το Βογατσικό, σε ένα μέρος που αν δεν είχαμε ξαπλωθεί και δεν μέναμε ακίνητοι, θα μας έβλεπαν από το Βογατσικό.

Το Βράδυ της 10ης Σεπτεμβρίου ήρθε ο Μελάς αγανακτισμένος για την καθυστέρηση της Οργάνωσης του Βογατσικού.

 

Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου

Ο πρόξενος Καλλέργης ενημερώνει, μεταξύ άλλων, τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Ρωμάνο πως:

Η ελληνική συμμορία, υπό τον Κρητικό Ευθύμιο Καούδη, φόνευσε προχθές κοντά στο Ζιέλοβο τον προύχοντα αυτού του χωριού Χατζή Παύλο, γνωστό για τις σχέσεις του με τους Βούλγαρους.
Επίσης η ίδια συμμορία απήγαγε από το χωριό Όστιμα το φανατικό βούλγαροι νατσάλνικ (έτσι αποκαλούν οι Βούλγαροι τους αρχηγούς τους) Στωιάννη Γιάγκουλα και το σκότωσε μέσα στο δάσος.

Χθες πάλι έγινε γνωστό πως δολοφονήθηκε ο σχισματικός ιερέας του χωριού Τσερέσνιτσα.

Επί του παρόντος μία και μόνη ελληνική συμμορία βρίσκεται στα χωριά μεταξύ Φλώρινας και Καστοριάς, αυτή του Κρητικού Ευθυμίου, του οποίου έχω την τιμή να εσωκλείω επιστολή. Στον Ευθύμιο απάντησα ότι πρέπει να συμμορφωθεί κατά γράμμα με όσες διαταγές έλαβε από την Αθήνα.

 Στο Λέχοβο περίμεναν να πάει η συμμορία του κ. Π. Μελά, αλλά δεν είχε φτάσει μέχρι προχθές.

Ο Μήτρος Βλάχος μαζί με άλλους αρχηγούς μαζεύτηκαν πριν λίγες μέρες στο χωριό Μπούφι και συζήτησαν τη λήψη μέτρων κατά των ελληνικών συμμοριών.

έγγραφο 892 / 11.9.1904

 

 

 

 

 

Οι ελληνικές τρέλες στη Μακεδονία

Με τον τίτλο αυτό η προχθεσινή «Βετσέρνα Πόστα» δημοσίευσε το ακόλουθο άρθρο:

Οι Έλληνες είναι ψωριασμένοι όπως η γίδα. Όσο περισσότερο τη δέρνει το χαλάζι, τόσο περισσότερο σηκώνει την ουρά της. Η Μελούνα, η Λάρισα, ο Βόλος, τα Πέντε Πηγάδια, τίποτα από αυτά δεν τους διόρθωσε, ούτε τους χρησίμευσε σαν παράδειγμα. Οι εθνικές αποτυχίες των ιδεωδών και των εθνικών τους ουτοπιών δεν τους αποθαρρύνουν. Εθισμένοι στην ιδέα ότι είναι το χαϊδεμένο παιδί της Ευρώπης, αδιάκοπα συνταράσσονται και επιδεικνύονται ότι κάνουν τάχα μεγάλη πολιτική. Μνημονεύουν λησμονημένα ονόματα, αποβλέπουν προς το Φανάρι, προς την Κωνσταντινούπολη, προς τη Μακεδονία, προς τη Θράκη, την Κρήτη, την Κύπρο, αν όχι και τη Μάλτα. Η όρεξη τους είναι απεριόριστη και η φουστανέλα τους λερή.

Και επειδή λείπει από αυτούς το θάρρος εκείνο που είναι χαρακτηριστικό των ζωηρών εθνών και που είναι η πιο ισχυρή εγγύηση για την πραγματοποίηση των εθνικών ιδεωδών, εφαρμόζουν την πολιτική των ποντικών. Μπαίνουν στο σπίτι όταν η γάτα είναι έξω.

Για δύο ολόκληρα χρόνια ο πληθυσμός στη Μακεδονία και την Ανδριανούπολη είχε επαναστατήσει και πολεμούσε ηρωικά κατά του τουρκικού στρατού και των βασιβουζούκων. Τότε οι Έλληνες σιωπούσαν ή επαναπαύονταν διαμαρτυρόμενοι προς τη χριστιανική Ευρώπη, όταν καμιά προδοσία τους είχε την αντάξιας αυστηρότητας τιμωρία.

Η επανάσταση έληξε, η θύελλα πέρασε, η μαύρη τρικυμία κόπασε και οι Έλληνες από την Ελλάδα εξέρχονται στη σκηνή. Αυτοί στο εξής οργανώνουν συμμορίες, ετοιμάζουν παλληκάρια και με τη συγκατάθεση της Τουρκίας εισβάλουν στη Μακεδονία.

 Οι εφημερίδες τους ξεσήκωσαν τον κόσμο με τον πάταγο των περί σχηματισμού στιφών, στα οποία το «Σκριπ» αποδίδει ηρωισμούς προτού αυτοί ακόμα πραγματοποιηθούν. Αλλά αυτό είναι αδιάφορο. Το πρόγραμμα τους είναι γνωστό. Οι συμμορίες αυτές εισέρχονται ή μάλλον θέλουν να εισβάλουν για να σφάξουν Βούλγαρους…

Η Πύλη αναμένει αυτό. Η επιθυμία της είναι να αποδείξει στους ευρωπαίους πολιτικούς αντιπροσώπους, τι είναι οι λαοί τους οποίους θέλουν να βάλουν σε τάξη! Ιδού λοιπόν μπροστά στα μάτια των μεταρρυθμιστών θα φαγωθούν μεταξύ τους. Και επιτρέπει κάνοντας πως δεν βλέπει την πρώτη ελληνική συμμορία τριάντα μελών, στα Σέρβια (Σιλφιαζέ). Ο τηλέγραφος δεν άργησε να μεταδώσει την ευχάριστη είδηση στην Κωνσταντινούπολη, δηλαδή ότι η ελληνική ομάδα που εμφανίστηκε στα Σέρβια είναι η πρώτη συμμορία αυτού του είδους, η οποία δεν κάνει ληστείες αλλά έχει πολιτικό προορισμό. Επειδή το τηλεγράφημα δεν μπορεί να περάσει δίχως κάθαρση, η Πύλη αναγκάστηκε, μέσω του πρακτορείου, να κολάσει το γεγονός της εμφάνισης με το γεγονός της ανεκτικότητας, επειδή η συμμορία δεν είναι ληστρική…

Ληστρική ή όχι η συμμορία αυτή είναι καταδικασμένη από τους μακεδόνες κατοίκους σε καταστροφή. Και όχι μόνο αυτή, αλλά όλες οι ελληνικές συμμορίες, στις οποίες η Τουρκία θα επιτρέψει να μπουν στις μεταρρυθμιζόμενη περιοχή, θα σφαχτούν, τα δε κεφάλια των συμμοριτών θα μεταφέρονται στα μακεδονικά παζάρια, όπως τα λάχανα.

Τότε ο κόσμος θα γίνει μάρτυρας ενός σάλτο μορτάλε στον ελληνικό τύπο. Οι εφημερίδες πως σήμερα γράφουν διθυράμβους για τις ελληνικές ομάδες, θα αρχίσουν να κάνουν έκκληση προς τα χριστιανικά αισθήματα της Ευρώπης. Μωρέ η Ευρώπη κοιμάται; Η Ευρώπη δε βλέπει; Ο χριστιανισμός εξολοθρεύεται από το βαρβαρισμό. Ο ελληνισμός πλέει στο αίμα. Αίσχος για την Ευρώπη!

Έως τότε οι ποντικοί μπορούν να παίζουν ελεύθερα. Η γάτα ήταν στους γάμους, αλλά να τώρα αυτή επιστρέφει. Θα δούμε που θα κρυφτούν οι μεγάλοι ποντικοί της Πελοποννήσου.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

Κυριακή 12 / 25 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή. Σηκωθήκαμε πολύ πρωί από το καλύβι και ήρθαμε απέναντι από τη λίμνη της Πρέσπας, πάνω από το χωριό Ορομλίκ [Οροβνίκ], σε ένα δάσος και καθίσαμε, με σκοπό το βράδυ να πάμε στο Όσιμο.

Ο Παύλης πρότεινε να μεταβούμε έπειτα στο Τούρναβο και στη Ρούλια, αλλά εκεί δεν είχαμε να τιμωρήσουμε κανένα, γιατί ο βουλγαροδάσκαλος του χωριού Τουρνάβου είναι φυλακή και έτσι αυτός πρότεινε να συλλάβουμε το βουλγαροπαπά και να μην εγκαταλείψουμε και την ιδέα για τα χωριά Γέρμαν και Ρούνταρι, αφού συνεννοηθούμε με τους ανθρώπους τους. Ο Παύλης όμως διαφωνεί επειδή το χωριό Ζέλεβο φοβήθηκε πολύ. Παρακάλεσαν τον Παύλη να μη ξεμακρύνουμε από εδώ και γι αυτό διαφωνεί.

Επειδή εδώ και μια βδομάδα ζητάμε άνθρωπο να στείλουμε στην Καστοριά και δεν βρίσκουμε, από το φόβο των Ιουδαίων, λέω στον Παύλη να πάμε και σε άλλα χωριά μήπως βρούμε εκεί αγγελιοφόρο, γιατί είναι ανάγκη να στείλουμε στην Καστοριά, καθώς τα λεφτά μας σώθηκαν και τι θα γίνουμε; Το βράδυ αναχωρήσαμε και ήρθαμε στο Όσιμο και μείναμε και την επομένη.

12.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Ο Πύρζας, εγώ και ένας ντόπιος συζητάμε για τον τρόπο που θα εξαφανίσουμε κάποιον, που μόνος του τρομοκρατεί ολόκληρη την περιφέρεια.

Στην απαίσια αυτή συζήτηση είμαι δυστυχώς υποχρεωμένος να λάβω μέρος. Μόλις τέλειωσε με έπιασε φοβερή απογοήτευση.

Τώρα κατάλαβα ότι δεν μπορώ εγώ να διευθύνω τέτοια εργασία. Έτρεμα και είχα ρίγος, αισθανόμουν τον εαυτό μου ένοχο πριν ακόμα εγκληματήσω. Έβλεπα τα μαυρισμένα και κοκαλιάρικα χέρια μου και μου ερχόταν φρίκη.

Το βράδυ στις 7 ήρθε πάλι ο ηγούμενος και μας πήγε στο μοναστήρι. Αφού τοποθέτησα τους άντρες μου σε τρία μεγάλα δωμάτια που μας έδωσε ο ηγούμενος, πήγα στην εκκλησία του μοναστηριού, τη χαμηλή, πανάρχαια εκκλησία. Και εκεί μόνος στο σκοτάδι, έκλαψα με απελπισία. Αισθανόμουν όπως στην κόλαση και εντελώς μόνος. Λησμόνησα όλο το ωραίο, το υψηλό και το ευγενές της αποστολής μου και έβλεπα μόνο φόνους άγριους, δόλιους, ερήμωση οικογενειών, απελπισία γονιών, παιδιών, αδελφών. Θυμήθηκα τη γλυκύτητα του οικογενειακού βίου, όλους σας, τις λεπτές και ευγενείς υπάρξεις σας και η απελπισία μου σχεδόν με τρέλανε. Αλλά λίγο μετά συνήλθα και πήγα και βρήκα τον Πύρζα, με τον οποίο είμαστε μόνοι σε ένα δωμάτιο. Του είπα τα βάσανά μου. Αυτός όμως έχει τέτοιο πάθος κατά των κακούργων, ώστε όχι μόνο με ενθάρρυνε, αλλά και με ησύχασε εντελώς.

Μονή Τσιριλόβου 12.9.1904

 

 

 

 

Δευτέρα 13 / 26 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Μας μοίρασαν σε τρία σπίτια. Πολύ πρωί ήρθε από το χωριό Τούρναβο ο Λάζος Γεωργίου και μας λέει ότι θέλει να έρθει μαζί μας. Εγώ δεν του έχω εμπιστοσύνη, ο Παύλος όμως θέλει να τον πάρουμε. Υποσχέθηκα να τον πάρουμε, γιατί το απαίτησε ο Παύλος. [Ο Λάζος] μας είπε ότι ο Βλάχος οργάνωσε φρουρά στο χωριό Τούρναβο και φυλάνε ένοπλοι. Σκεφτήκαμε να πάμε νωρίς το βράδυ εκεί και να τους συλλάβουμε. Συμφωνήσαμε να αναχωρήσει ο Λάζος, ο νέος οπαδός μας από αυτό το χωριό, για να είναι εκεί όταν θα πάμε. Με απαίτηση επίσης του Παύλου του έδωσα μια λίρα Τουρκίας, προκαταβολή ως μισθό.

Ζήτησα άνθρωπο από το χωριό Όσιμο, να στείλω στην Καστοριά, για να πάρω οδηγίες και να μάθω πληροφορίες για το τι γίνεται στα άλλα μέρη. Και επειδή έμαθα προ δέκα ημερών, από τη Φλόρενα, ότι ήρθε ο Μελάς στο Λέχοβο με ισχυρή συμμορία, περίμενα κάθε μέρα την εμφάνισή του, να ενισχυθούμε, να ανοίξουμε το δρόμο και να πατήσουμε τα ισχυρά χωριά των Βουλγάρων. Γιατί εγώ με μια συμμορία τι να κάνω σε τόσα χωριά; Και με τόσες συμμορίες των εχθρών, όπου εκτός από τις εξωτερικές συμμορίες έχουν και φρουρές σε κάθε χωριό; Και γι’ αυτό έχω ανάγκη να στείλω άνθρωπο στην Καστοριά, για [να πει] να μας ενισχύσουν και με άλλη συμμορία και αν ήρθε ο Μελάς, να περάσει από δω, μια και το Λέχοβο δεν έχει ανάγκη. Και εκτός από αυτό μείναμε και απένταροι και θέλω να ζητήσω λεφτά. Μάταια όμως γιατί κανείς από τους δικούς μας δεν τολμάει να μεταβεί.

Ώρα 5 ½ αναχωρήσαμε και ήρθαμε στο Τούρναβο. Περιμέναμε ότι θα κάνει αντίσταση η φρουρά του χωριού, να μη μας αφήσει να μπούμε και μοίρασα τα παιδιά σε τρία σώματα και τρεχάλα από τρία μέρη του χωριού μπήκαμε, χωρίς να εμποδιστούμε από κανένα. Πολύ φοβισμένοι οι κάτοικοι του χωριού ήρθαν σε συνάντησή μας έξω από σχολείο και μας χαιρέτισαν. Τους έδωσα να καταλάβουν ότι είμαστε χριστιανοί, πολύ καλύτεροι από το Βλάχο, τον Καρσάκοφ και το Σφέικο που τους καταπιέζουν και απαιτούν με τη βία να αλλάξουν τη θρησκεία τους και ότι εμείς ήρθαμε γι αυτούς κι όχι για τα δικά μας συμφέροντα. Αυτοί μας παρακάλεσαν να μην τους πειράξουμε γιατί δεν έχουν κάνει έγκλημα. Είπαν: «Τι να κάνουμε; Αν δεν υποταχθούμε, θα μας σφάξουν». Έπειτα τους ρώτησα αν θα μας κάνουν κονάκια και αν θα μας δέχονται από δω και στο εξής στο χωριό τους ή όχι. «Σας δεχόμαστε», μου απάντησαν αμέσως, «και εσάς και όποιος άλλος έρθει».

Από αμέλεια του Παύλου όμως, η φρουρά του χωριού μας ξέφυγε. Εγώ δεν τους γνώριζα, ούτε τα παιδιά, μόνον ο Παύλος. Έπειτα μας μοίρασαν σε τρία σπίτια. Εγώ πήγα στο σπίτι του Μλάντεν Κότσο. Εκεί προσκάλεσα και ήρθαν ο πρωτόγερος και δύο προύχοντες του χωριού. Τους ανέπτυξα τους σκοπούς μας, το πρόγραμμα του Ελληνικού Κομιτάτου. Τους είπα ότι αυτό σκοπεύει να υποστηρίξει το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας. Να μένουν σταθεροί στην Ορθοδοξία και όταν θα φτάσει ο καιρός της ελευθερίας, η Ελλάδα είναι ικανή να τους ελευθερώσει. Όχι οι Βούλγαροι. Απάντησαν: «Και εμείς το βλέπουμε, αλλά τι να κάνουμε, που μείναμε τόσα χρόνια στα χέρια των Βουλγάρων; Αν δεν υποκύψουμε, θα μας χαλάσουν». Μάλιστα ο Μλάντεν Κότσο, είπε με παράπονο: «Αδελφέ Ευθύμιε, ο πρώτος που υποστήριζε την ορθόδοξο πίστη ήμουν εγώ, αλλά ο ίδιος ο Κότας μου επέβαλε να μην επιμένω και να αφήσω το χωριό να γίνουν Βούλγαροι, αλλιώς θα χαλαστώ. Άλλη υποστήριξη δεν είδα με τα μάτια μου. Τόσους και τόσους χάλασαν, εμείς τι να κάνουμε, θέλοντας και μη υποκύψαμε». Εγώ τους είπα: «Τώρα θα επανέλθετε πάλι στην Ορθοδοξία». Μου απάντησαν: «Δεν σε πιστεύουμε, γιατί θα φύγετε μετά από λίγο καιρό και θα μας αφήσετε και τότε θα μας κόψουν». «Όχι» τους είπα εγώ. «Ουδέποτε στο εξής θα μείνετε ανυποστήρικτοι, το Ελληνικό Κομιτάτο είναι μεγάλο και ισχυρό και έχει σκοπό εφόσον θα υπάρχει Μακεδονικό Ζήτημα να έχει συμμορίες, να εργάζονται και προς υποστήριξη της Ορθοδοξίας και για την ελευθερία σας». Μου απάντησαν «ο θεός να δώσει». Μετά από λίγο ζήτησαν άδεια και έφυγε καθένας για το σπίτι του. Εμείς κοιμηθήκαμε. Είχαμε σκοπό να τους καλέσουμε όλους αύριο και να τους μιλήσουμε για πολλά.

Το πρωί, κατά τις 3 π.μ., μας ειδοποίησε ο Παύλος να φύγουμε. Πήγα αμέσως και τον ρώτησα, γιατί να φύγουμε. Μου απάντησε πως η φρουρά του χωριού έφυγε και μην μας προδώσει στο στρατό. Έτσι αναχωρήσαμε προς το δυτικό μέρος του χωριού, απέναντι στο βουνό, στη θέση Τσέρνο Κάμεν, δηλαδή Μαύρη Πέτρα και εκεί λημεριάσαμε.

13.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Έστειλα να ειδοποιήσουν στο Λέχοβο τον καπετάν Ζήση [Δημουλιό] να έρθει να μας συναντήσει στις 2 το πρωί στον αυχένα του όρους πάνω από τη Ζαγορίτσανη.

Στον αυχένα του όρους, κατόπιν του συμφωνηθέντος συνθήματος, εξήλθε η Ζήσης με τα εννιά παλληκάρια του. Ο ίδιος είναι Αλβανός, 40-50 ετών, συμπαθέστατος και σώφρων. Έχει την άδεια [από τους Τούρκους] να οπλοφορεί αυτός και οι σύντροφοί του.

Στο δάσος πάνω από το Κομανίτσοβο 13.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Φτάνουμε στη μεταξύ Κλεισούρας και Λεχόβου κορυφή, ένα σπουδαίο φυσικό οχύρωμα που λέγεται Βούρβιτσα. Εκεί μας περιμένει ο καπετάν Ζήσης Δημολιός με τους οπαδούς του, που αποτελούν τη φρουρά του Λεχόβου. Μεταξύ αυτών ήταν οι Γρηγόρης Βαενάς, Χρ. Παναγιωτίδης ή Μαλέτσικος, ο Ζήσης, ο Κυριάκος, ο Καφές ή Θ. Βλάχος, ο Γ. Παπαδάκης, ο Δήμος και ο Μήτσος.

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ

Σύμφωνα με τηλεγράφημα απο την Κωνσταντινούπολη προς τις ευρωπαϊκές εφημερίδες, η Πύλη προχώρησε σε έντονες παραστάσεις προς την ελληνική Κυβέρνηση, δηλώνοντας πως θα θεωρήσει αυτήν υπεύθυνη για ό,τι συμβεί, αν δεν εμποδίσει την εισβολή των ελληνικών συμμοριών στο τουρκικό έδαφος.

ΑΘΗΝΑΙ

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: Πάνω από το χωριό Τσέγκου των Βοδενών

χάρτης Κοντογόνη: Τσέγανι (χριστιανικό χωριό) του καζά Βοδενών

ημερομηνία μάχης: 10 Σεπτεμβρίου 1904

σώμα ή ομάδα

τσέτα

νεκροί: δύο (2)

τραυματίες: πέντε (5)

νεκροί: δέκα (10)

τραυματίες: δεκαπέντε (15)

αιχμάλωτοι: οι δεκαπέντε τραυματίες

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 13.9.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 12 Σεπτεμβρίου (τηλεγράφημα)

 

 

 

Τρίτη 14 / 27 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη. Όπως καθόμασταν στο λημέρι, μου λέει ο Παύλος ότι συνέλαβε τον αρχηγό της φρουράς του χωριού κι έναν οπαδό του το βράδυ, αλλά δεν τον πείραξε, γιατί έτσι έπρεπε. Εγώ θύμωσα και μάλωσα τον Παύλο, αλλά μου είπε ότι έμενε στο σπίτι του και μάλιστα συνεννοήθηκε μαζί του και του υποσχέθηκε ότι θα μας προδώσει τη συμμορία του Κορσάκοφ, αλλά θέλει έπειτα να τον υποστηρίξουμε με μισθό. Του το υποσχέθηκα. Και έπειτα μου είπε, πως στο χωριό αυτό δεν είναι παρά μονάχα τρεις Βούλγαροι, που πρέπει να τιμωρηθούν, Ο Βασίλης Στάτοφ, ο Βάνε Λάζο και ο Τόλε Πέτρε. Αυτοί κρύφτηκαν και δεν συλλάβαμε κανένα. Η φρουρά, είναι δικοί μας άνθρωποι. Εγώ του είπα ότι δεν κάνει να καθόμαστε έτσι, πως έχουμε εργασία και δεν πρέπει να αμελούμε.

Σκεφτήκαμε να φύγουμε νωρίς και να πάμε στο Πισοδέρι, να συνεννοηθούμε με τον παπά-Σταύρο και να βρούμε κανένα οδηγό για να πάμε αύριο στο Γέρμαν, όπως κανονίσαμε με τον παπά, που θα μας περιμένει. Μετά από λίγο ήρθε ένας τσοπάνης. Έγραψα επιστολή και την έστειλα με τον τσοπάνη στο χωριό Ρούλια και τους καθιστώ προσεκτικούς, επειδή έμαθα ότι θα οργανώσουν φρουρά για να μας βαρέσουν όταν θα πάμε. Να εγκαταλείψουν αυτή την ιδέα, γιατί εγώ θα πάω και θα πηγαίνω κι όποιος θα μου αντιπράξει, είναι χαμένος.

Ξεκινήσαμε νωρίς και ήρθαμε στο Ζέλεβο, όπως ήθελε ο Παύλης, για να φάμε ψωμί και να πάμε έπειτα στο Πισοδέρι, αλλά κατά τις 10 μ.μ. άρχισε βροχή που μας εμπόδισε. Έτσι αναγκαστήκαμε να μείνουμε και την επομένη στο Ζέλεβο.

14.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Κατά τις 6 μ.μ. ο Ζήσης μας οδηγεί, πάντοτε υπό βροχή, στο χωριό του, όπου μας μοιράζει σε τρία κονάκια. Εμένα και τον Πύρζα μας παίρνει στο σπίτι του. Είναι αρκετά μεγάλο και καθαρό. έχει μόνο τους τοίχους, γιατί καθώς απειλείται συνέχεια με εμπρησμό από τους δολοφόνους, έχει μεταφέρει αλλού τα πράγματά του. Στον τοίχο είναι στη μια πλευρά 3-4 εικονογραφημένες κάρτες, στη μία η πριγκίπισσα Σοφία, κοντά μια ημίγυμνη γυναίκα και έπειτα οι εικόνες του μακαρίτη Βαγγέλη [Στρεμπενιώτη] και του πατέρα σου [Στέφανου Δραγούμη].

Λημέρι έξω από το Λέχοβο 14.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Βασιλείου Αγοραστού προς τον Ίωνα Δραγούμη

Το απόγευμα της ίδιας μέρας που έγινε η δολοφονία του άτυχου Θ. Μόδη, πραγματοποιήθηκε απόπειρα εκδίκησης των δικών μας, εναντίον του εδώ παντοπώλη Γιόβανωφ, από το χωριό Γέρμαν της Πρέσπας, αλλά αυτή υπήρξε τόσο ατυχής και πραγματοποιήθηκε τόσο αδέξια, ώστε αντί του επιδιωκόμενου σκοπού, έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα, προκάλεσε δηλαδή τη χλεύη των Βουλγάρων.

Πριν από λίγες μέρες φονεύθηκε από έλληνες αντάρτες, σε μικρή απόσταση από το Ζέλοβο, ο από αυτό το χωριό γνωστό σας Χατζή Παύλος. Αυτός είχε επισκεφτεί τον εδώ το ρώσο πρόξενο και τους υπεύθυνους του βουλγαρικού κομιτάτου και ειδοποίησε για την εμφάνιση, γύρω από το Ζέλοβο της, αποτελούμενης από δεκατρία μέλη, ελληνικής συμμορίας του Κρητικού Ευθύμη.

Την ίδια μέρα απήχθη από το Όστιμο ο νατσάλνικ του χωριού Στόικος Γιάγκουλα και αποκεφαλίστηκε μέσα στο δάσος. Οι δύο αυτοί φόνοι, όταν έγιναν γνωστοί, προξένησαν εδώ μεγάλη εντύπωση.

Μοναστήρι 14.9.1904

 

 

 

 

 

Ο ΧΙΛΜΗ ΠΑΣΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ

Βόλος 13 Σεπτεμβρίου. Επειδή το αλβανικό κίνημα λαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις ο γενικός επιθεωρητής Χιλμή πασάς θα μεταβεί για να καταστείλει το κίνημα. Το Χιλμή θα συνοδεύουν οι πολιτικοί αντιπρόσωποι της Ρωσίας και της Αυστρίας.

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

 

Τετάρτη 15 / 28 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τετάρτη στο Ζέλεβο. Πολύ πρωί έστειλα τον αγροφύλακα του χωριού Γιάννη Μαύρη στο Πισοδέρι με επιστολή προς τον παπά-Σταύρο και τον παρακαλώ να ειδοποιήσει τον αγροφύλακα του χωριού Γέρμαν να έρθει το βράδυ να ανταμώσουμε στη Μονή της Αγίας Τριάδας, για να μας οδηγήσει στο χωριό του, όπως συνεννοηθήκαμε πριν από μέρες. Επίσης έγραψα επιστολή και προς το Σεβασμιώτατο Καραβαγγέλη στην Καστοριά και ζητώ πληροφορίες για άλλες συμμορίες και του κάνω γνωστό ότι εδώ είναι ανάγκη να ενισχυθούμε. Επίσης του ζητώ πληροφορίες για χρήματα, από που θα πάρουμε, γιατί μας τελείωσαν. Στείλαμε τον αγροφύλακα Τάσο, του χωριό Όσιμο. Εγώ δεν θεωρώ ότι είναι έμπιστος, αλλά ο Παύλης τον εμπιστεύεται.

Το βράδυ ήρθε από το Πισοδέρι ο απεσταλμένος μας και μας έφερε επιστολή από τον παπά, να έρθουμε στη Μονή της Αγίας Τριάδας. Θα έρθει εκεί και ο αγροφύλακας του χωριού Γέρμαν, όπως είπαμε, να ανταμώσουμε και να πάμε εκεί. Πληροφορούμαι επίσης από τον αγροφύλακα, ότι ήρθε σήμερα στο Πισοδέρι από την Αθήνα, κάποιος Λάζος, από το χωριό Σμάρδεσι, πολύ φανατικός Βούλγαρος και πρώην αρχηγός συμμορίας κακούργων και σκοπεύει να ξαναφτιάξει συμμορία. Θεωρήσαμε καλό να τον συλλάβουμε.

Μετά από λίγο έρχεται ο δάσκαλος του χωριού και μας δείχνει επιστολή από το Μοναστήρι προς το χωριό Ζέλεβο, όπου τους γράφει πως το Ελληνικό Κομιτάτο είναι μεγάλο και ισχυρό, υπό την προστασία τη Αγγλίας και της Γερμανίας και ότι ο Παύλης και εγώ είμαστε απεσταλμένοι του και να μας φυλάνε όσο μπορούνε. Επίσης μας λέει ο δάσκαλος, ότι μέχρι τώρα δεν μας πίστευαν, αλλά από το τώρα και στο εξής, το χωριό τους θα ενδιαφέρεται για μας.

Μετά από λίγο μας ειδοποίησε ο Ναούμης να πάμε στο σπίτι του. Πήγαμε. Βρήκαμε εκεί τους προύχοντες, τους παπάδες και τους δάσκαλους του χωριού και καθίσαμε λίγο. Μας είπαν ότι πρέπει το χωριό να ξέρει που είμαστε, για κάθε ανάγκη.

Αναχωρήσαμε για την Αγία Τριάδα. Έκανα αμέσως γνωστή τη μετάβασή μας στον παπά και ρωτώ για το Λάζο από το Σμάρδεσι, αν εγκρίνει και αυτός πως είναι καλό να συλληφθεί.

15.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Στο λημέρι φτάσαμε στις 4 π.μ. Στα πόδια μας, μέσα σε μια πλατιά χαράδρα είναι το χωριό Στρέμπενο (πες τον πατέρα σου να μετατοπίσει εναλλάξ τις θέσεις του Στρέμπενου και της Πρεκοπάνας στον αυστριακό χάρτη).

Ο σκοπός, μας κάνει σινιάλο πως πλησίασαν πολύ κάποιοι άνθρωποι. Στέλνω εκεί τρεις άντρες, οι οποίοι μετά από λίγο ξαναφαίνονται πάλι στην ομίχλη, να συνοδεύουν τρία άτομα ή μάλλον τέσσερα, είναι δε αυτά: ένα γαϊδούρι, ένας γέρος, ένα παιδί δεκαπέντε χρονών και ένα αγοράκι οκτώ.

Ο δεκαπεντάχρονος είναι αδελφός και γιος του Β. και του Γ., οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να τους σκοτώσουμε. Αν και τόσο νέος, έχει όψη κακούργου και είναι ο σχετικά ο πιο ψύχραιμος. Το καημένο το μικρό κλαίει.

Μετά λίγη ώρα ο σκοπός αναγγέλλει πάλι ότι στην ομίχλη, σε απόσταση 50 μέτρα, διακρίνει άλλον άνθρωπο. Τον συλλαμβάνουμε και αυτόν. Τι σύμπτωση! Είναι ο καταζητούμενος πατέρας του δεκαπεντάχρονου αιχμαλώτου μας. Όλοι είναι χαρούμενοι και λένε ότι ο Θεός μας τους παραδίδει.

Δεν θα λησμονήσω ποτέ πόσο υπέφερα σήμερα το απόγευμα. Διαρκώς ρωτούσα τον εαυτό μου αν είχα το δικαίωμα εγώ να συλλάβω οποιοδήποτε άνθρωπο, όσο κακούργος και αν είναι, να τον τραβήξω από την οικογένειά του και να τον σκοτώσω. Και διαρκώς απαντούσα όχι, όχι!

Έρχεται ο Ζήσης και μου λέει ότι αυτός που συνελήφθη δεν είναι ο μεγαλύτερος κακούργος. Ότι οι άλλοι που θα συλλάβουμε, αυτοί είναι πιο άξιοι να θανατωθούν.

Η εισβολή μας στο Στρέμπενο έγινε όπως σχεδιάστηκε. Ήταν 7 μ.μ., ώρα που οι άτυχοι αυτοί κάτοικοι έτρωγαν και τα σπίτια τους ήταν ανοικτά.

Εγώ, μαζί με τον ψυχογιό μου, ένα Κρητικό και ένα Στρεμπενιώτη, έτρεξα γρήγορα και κατέλαβα εξαπίνης τα σπίτια των δυο άλλων που ζητούσαμε. Ο ένας δεν βρέθηκε. Ο άλλος ηλικίας 55 ετών άνθρωπος, συνελήφθη και τον έφεραν στο μεσοχώρι.

Εκεί πρώτη και μόνη έχει έρθει με τις δυο θυγατέρες της η χήρα του Παπαδημήτρη. Κλαίγοντας η καημένη με φιλάει και με διερμηνέα μου λέει ότι με θεωρεί ως σωτήρα, αλλά με ικετεύει να μη χύσω απόψε αίμα στο χωριό της, γιατί θα κινδυνεύσουν όλοι.

Κλαίει απαρηγόρητα και μου λέει ότι ο συλληφθείς είναι αδελφός της! Και ότι δεν είναι τόσο ένοχος. Ότι ο μόνος ένοχος είναι ο Αργύρης Πέτρου.

Αποφασίζω λοιπόν να εισέλθω στο σπίτι ενός καλού χωρικού και εκεί στήνω το δικαστήριό μου. Φέρνω μπροστά μου τους κατηγορούμενους, καθώς και όλους τους δημογέροντες.

Ότι ήταν δυνατόν για να τους κάνω να τρέμουν και να φοβούνται το είπα. Τους δήλωσα ότι είναι καταδικασμένοι σε θάνατο για όλα τα κακουργήματα που διέπραξαν ή πρόκειται να γίνουν, ότι επρόκειτο απόψε να διατάξω να εκτελεστούν, αλλά ανέστειλα την ποινή μόνο για να τους δώσω καιρό να μετανοήσουν.

Απαίτησα όπως μέσα σε δέκα ημέρες, επιτροπή από αυτούς τους δύο [κατηγορούμενους] και τρεις άλλους να μεταβεί στη Μητρόπολη. Να δηλώσουν υποταγή στο μητροπολίτη, να ζητήσουν την επάνοδο του ιερέα και την ανοικοδόμηση του καμένου ελληνικού σχολείου. Μου το υποσχέθηκαν και τους έβαλα να ορκιστούν στην εικόνα.

Λημέρι πάνω από το Στρέμπενο 15.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Πριν ξεκινήσουμε για το Στρέμπενο, βλέπουν οι Στρεμπενιώτες του σώματός μας ένα χωρικό με το γιό του, εκεί κοντά στους αγρούς. Αυτοί είναι από τα κυριότερα όργανα που θα αναζητήσουμε στο χωριό. Τρέχουν αμέσως και τους συλλαμβάνουν και γνωματεύουν όλοι πως πρέπει να εκτελεστούν, γιατί εκτός των άλλων η εκεί παρουσία τους, για δήθεν καλλιέργεια, ασφαλώς είχε σκοπό κατασκοπευτικό.

Πριν σουρουπώσει βαδίζουμε προς το χωριό. Χωριζόμαστε σε ομάδες, με σκοπό όπως κάθε ομάδα, που έχει οδηγό ένα ντόπιο οδηγό, να ερευνήσει ορισμένα σπίτια. Η έρευνα γίνεται προσεκτικά, γιατί υπάρχει υπόνοια ότι μέσα ήταν και κομιτατζήδες. Η ομάδα μου συνέλαβε έναν, καθώς έλεγαν οι ντόπιοι, πολύ επικίνδυνο. Συνελήφθησαν ακόμη δυο-τρεις και οδηγήθηκαν στο μεσοχώρι όπου ήταν ο Μελάς και δίπλα του η γυναίκα και η αδελφή του καπετάν Βαγγέλη [Στρεμπενιώτη] που έκλαιγαν και ζητούσαν εκδίκηση.

Αναχωρούμε με τους αιχμαλώτους στο δάσος του Λεχόβου. Εκεί ο Μελάς κάνει θεωρία στους αιχμάλωτους.

Κινούν το κεφάλι τους δεξιά και αριστερά για να δηλώσουν ότι είναι σύμφωνοι, γιατί τη λέξη «μάλιστα» δεν την έχει το σλαβομακεδονικό λεξικό. Τέλος ο Μελάς τους παρουσίασε το Ευαγγέλιο και ορκίστηκαν ότι στο μέλλον θα γίνουν καλοί άνθρωποι. Έτσι ο Μελάς ανακουφίστηκε, γιατί τον βασάνιζε η τύχη που έπρεπε να δώσει στους αιχμαλώτους. Οι ντόπιοι ήθελαν να εκτελεστούν αυτοί και η λύση που δόθηκε, αν και ανακούφισε το Μελά, δεν ικανοποίησε τους Στρεμπενιώτες οπαδούς μας, αλλά ούτε και τους ξένους αντάρτες.

 

 

 

 

 

ΤΑ ΑΝΤΑΡΤΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Ο «ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ»

Όπως είναι γνωστό ο Αρχιγραμματέας του Σουλτάνου, κατά τη προχθεσινή μετάβαση του Οικουμενικού Πατριάρχη στο Γιλδίζ, εξέφρασε εκ μέρους του Σουλτάνου παράπονα για την εισβολή των ελληνικών σωμάτων στη Μακεδονία. Και πρόσθεσε ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες της Πύλης τα σώματα αυτά τα εξαπέστειλε στη Μακεδονία η Εταιρία «Ελληνισμός».

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

 

Πέμπτη 16 / 29 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη. Πολύ πρωί έστειλα το Θόδωρο Λίτση, που τον γνωρίζει [το Λάζο], μαζί με το Σταύρο Ζούλη και το Στυλιανό Κλειδή και κρύφτηκαν κοντά στο δρόμο και παραφυλάνε. Εγώ με τα άλλα παιδιά ήρθα στη ράχη ανάμεσα στη Μονή Πισοδερίου και το λημέρι. Μετά από λίγο ήρθε ο Νικόλαος Μπέης, κάτοικος Φλώρινας, καταγόμενος από τη Σαμαρίνα, έλληνας υπήκοος και μου έφερε κάρτα του κ. Παχίνη όπου μου γράφει πως είναι άριστος στην εργασία του και με υψηλό φρόνημα, αλλά έχει ανάγκη από χρήματα για να στείλει στην οικογένειά του στην Αθήνα, έπειτα να έρθει. Αλλά το κομιτάτο δεν του χορηγεί τίποτα χωρίς δική μου απόδειξη και με παρακαλεί να του δώσω. Εγώ του έγραψα απόδειξη για έξι λίρες, σύμφωνα με την απαίτησή του. Έστειλα επίσης επιστολή, με τον ίδιο, προς τον κύριο πρόξενο για το γεγονός και του γράφω πως τέτοια εντολή και ισχύ δεν έχω πάρει από το κομιτάτο του Καλαποθάκη. Επίσης του γράφω και για την εργασία μας και ότι έχουμε ανάγκη από ενισχύσεις, γιατί μείναμε λίγοι μέσα σε πολλούς και το δύσκολο είναι ότι οι Βούλγαροι οργάνωσαν φρουρές σε κάθε χωριό.

Μετά από λίγο ήρθε ο παπά-Σταύρος με τους δυο δασκάλους του χωριού Πισοδέρι. Ρώτησα τον παπά, γιατί δεν ειδοποίησε τον αγροφύλακας του Γέρμαν να έρθει. Μου είπε ότι τον περίμενε από χθες, αλλά δεν ήρθε. Μου είπε επίσης ότι τον ελληνοδιδάσκαλο τον έδιωξαν από το Γέρμαν και ο αγροφύλακας φοβάται να έρθει. Του είπα ότι η απόφασή μου είναι να μη φύγω από εδώ παρά μόνο αν πατήσω μια φορά στο Γέρμαν και θέλω πάση θυσία να μου φέρει τον αγροφύλακα. Μου υποσχέθηκε ότι θα στείλει αμέσως άνθρωπο και αναχώρησε.

Μετά από λίγο άρχισε να βρέχει και αναγκαστήκαμε να έρθουμε πάλι στη μονή. Το βράδυ μάθαμε από κάποιο Ζελοβίτη, ότι ο Λάζος από το Σμάρδεσι, που περιμέναμε να συλλάβουμε, πέρασε χωρίς να τον γνωρίσουν. Μάλωσα το Θόδωρο και λυπήθηκα, αλλά τι να κάνω; Όλη τη νύχτα εξακολουθεί και βρέχει ραγδαία.

16.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Την άλλη βραδιά πήγαμε στο Πισοδέρι. Ε, τι κακό με περίμενε από το παπά-Σταύρο, τι θυμό. Και τι δεν είπεν ο παπάς.

«Τι καπετάνιος είσαι συ που δεν κρατάς στο λόγο σου, μου λέει, δεν είχαμε συμφωνήσει να έρθετε στην Αγία Τριάδα να σας μεταλάβω; Και πήγα και δεν σας βρήκα».

Εγώ έμεινα κατάπληκτος και τον κοίταζα στα μάτια και δεν ήξερα τι να του απαντήσω, μετά από λίγο πήρα το θάρρος και του λέω:

«Μα παπά μας είπες να νηστέψουμε τις τρεις μέρες και να μας μεταλάβεις και εμείς αντί να νηστέψουμε τις τρεις μέρες κάναμε κατά σειρά κάθε μέρα και μια δολοφονία. Επιτρέπετε να μεταλάβουμε;»

 «Άκου» μου λέει ο παπάς, «μα ακριβώς γι’ αυτό δεν χρειάζεται ούτε να νηστέψετε, κι αν είχατε αμαρτίες τις σώσατε, γιατί σκοτώσατε τους μεγαλύτερους κακούργους του κόσμου».

«Ε, μα δεν το ξέραμε εμείς έτσι!»

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Όταν επέστρεψα στο κονάκι, έμαθα ότι χθες ένας από αυτούς που πήγαν να συλλάβουν τον Αργυρίου Πέτρου, έκλεψε από το σπίτι του έναν τενεκέ με χρήματα. Κάλεσα τον ύποπτο και τον συμβούλευσα να μου τα επιστρέψει.

Έπειτα επέστρεψα τα κλεμμένα χρήματα δημόσια στο μουχτάρη, λέγοντας ότι εμείς δεν ληστεύουμε.

Στρέμπενο 16.9.1904

 

Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης

Ο πρόξενος Λ. Κορομηλάς γράφει μεταξύ άλλων, στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Ρωμάνο:

Εντωμεταξύ εγώ βλέποντας τον κίνδυνο πολλών μεγάλων κωμοπόλεων, από την τύχη των οποίων εξαρτάται και η τύχη των γύρω ορθόδοξων χωριών, προχώρησα προ είκοσι ημερών στην οργάνωση σωμάτων, σε κάθε κωμόπολη, που έχουν σκοπό να φυλάνε και να υπερασπίζονται τους δικούς μας. Οι μυστικές αυτές πολιτοφυλακές συγκροτήθηκαν ήδη στη Δοϊράνη, στη Βογδάντσα [Μπογδάντσα] και στα γύρω χωριά. Προσεχώς δε θα συγκροτηθούν στη Στρώμνιτσα και τα Γενιτσά. Οπλίζω αυτούς με ρεβόλβερ μόνο ή με ρεβόλβερ και μαχαίρια. Πληρώνω για κάθε άντρα από 1 ¼ έως 1 ¾ λίρες το μήνα. Είναι οπωσδήποτε στρατιωτικά οργανωμένοι. Στη Θεσσαλονίκη προχώρησα σε παρόμοιες ενέργειες, από τις οποίες δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος, γιατί οι άνθρωποι εδώ είναι ελαφροκέφαλοι και φλύαροι. Στη Θεσσαλονίκη οι δαπάνες είναι φυσικά πολύ μεγαλύτερες και γιατί οι άντρες είναι περισσότεροι και γιατί απαιτούν μεγαλύτερο μισθό. Στη Βογδάντσα και τα γύρω χωριά οι άντρες είναι δεκαπέντε, στη Δοϊράνη είναι δώδεκα.

έγγραφο 562 / 16.9.1904

 

 

 

 

 

[ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΙ ΝΑΟΙ]

Τηλεγράφημα από τη Βιέννη αναφέρει ότι σύμφωνα με ειδήσεις από την Κωνσταντινούπολη η Ρωσία, η Ιταλία και η Γερμανία υποστηρίζουν το νέο αίτημα των Ρουμάνων της Μακεδονίας, να έχουν δικούς τους ναούς.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

ΟΙ ΣΤΑΣΙΑΣΤΕΣ ΕΦΕΔΡΟΙ

Οι έμποροι της Θεσσαλονίκης που υπέστησαν ζημιές, κατά την τελευταία ανταρσία των απολυμένων τούρκων στρατιωτών, αποζημιώθηκαν με αυτοκρατορικό διάταγμα. Οι στρατιώτες που στασίασαν επιβιβάστηκαν σε ατμόπλοια και μεταφέρθηκαν στις πατρίδες τους.

Επίσης αναχώρησαν για την πατρίδα τους οι στρατιώτες του όπλου του Τεχνικού, που εκπλήρωσαν την πενταετή θητεία τους. Προς αναπλήρωση των στρατιωτών που απολύθηκαν, έρχονται στη Θεσσαλονίκη καθημερινά νέα στρατιωτικά σώματα από τη Συρία και τη Μικρά Ασία.

ΧΡΟΝΟΣ

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1904 στο χωριό Κρουσάρι ή Αρμουτζή του καζά Γιανιτσών. Νεκροί: Οι προύχοντες Πέτρος και Κωνσταντίνος Γραμματικός.

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

ημερομηνία μάχης: 14 Σεπτεμβρίου 1904

σώμα ή ομάδα

τσέτα

νεκροί: τρεις (3)

τραυματίες: εννέα (9)

νεκροί: οκτώ (8)

τραυματίες: δεκατρείς (13)

σημείωση: στρατιωτικό απόσπασμα ήρθε σε βοήθεια του ελληνικού σώματος

εφημερίδα: ΕΜΠΡΟΣ

ημερομηνία: 16.9.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 15 Σεπτεμβρίου

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

σώμα ή ομάδα

τσέτα

νεκροί: πέντε (5)

τραυματίες: επτά (7)

νεκροί: οκτώ (19)

αιχμάλωτοι: δέκα (10)

σημείωση: κοντά στο χωριό Βεργούλες (?)

εφημερίδα: ΑΘΗΝΑΙ

ημερομηνία: 16.9.1904

προέλευση είδησης: Βόλος 15 Σεπτεμβρίου