Skip to main content

13 Νοεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 1904

 

Οι πρώτοι μήνες της ελληνικής επίθεσης στη Μακεδονία

 

Τα Κείμενα

 

επιλογή & μεταγραφή

Δημήτρης Λιθοξόου

 

4) 13 Νοεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 1904

 

21.1.2013

 

Αν η Βουλγαρία θελήσει να μας απειλήσει σοβαρότερα στο μέλλον, αν δηλαδή οι εχθροί μας γίνουν πιο έμπειροι, ίσως φτάσει σε μια συμφωνία με τη Σερβία σχετικά με το μοίρασμα της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής. Κάτι τέτοια θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε διαμελισμό. Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον της μακεδονικής διανόησης είναι να εκτοπίσει διά παντός τη σερβική και τη βουλγαρική προπαγάνδα, ώστε η Μακεδονία να μπορέσει να οικοδομήσει το δικό της πνευματικό κέντρο και να απαλλάξει το λαό της από τα πάρε-δώσε με τα γειτονικά κράτη και λαούς.

 

Κρίστε Μισίρκωφ

Μακεδονικές Υποθέσεις, Δεκέμβριος 1903

 

 

 

Σάββατο 13 / 26 Νοεμβρίου 1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Την ορισμένη ώρα του Σαββάτου ξαναγύρισε ο Σούλιος. Στο μεταξύ είχαν έλθει και οι φρουροί της Μπελκαμένης και της Νεγκοβάνης, ο Λαμπρινός και ο Πούλακας, με τους άντρες που είχαν. Γίναμε δηλαδή σύνολο γύρω στους πενήντα άντρες.

Πριν καλά-καλά σουρουπώσει ξεκινήσαμε από το Λέχοβο.

Στην άκρη του Ζέλενιτς αφήνουμε τους πιο κακούς πεζοπόρους και βάζουμε καραούλια κατά διαστήματα, κυρίως στα σταυροδρόμια.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι στα χωριά γενικά, μόλις βραδιάσει δεν κυκλοφορούν πολίτες, παρά μόνο σε μεγάλη ανάγκη και με φανάρι. Δεν υπάρχει λοιπόν φόβος να μας δει κάποιος πολίτης. Αν ακουστούν βήματα, θα υποθέσουν ότι πρόκειται για τουρκικό στρατό. Αλλά και να μας δει κανένα μάτι, θα νομίσει ότι πρόκειται για κομιτατζήδες, γιατί δεν έχουν ιδέα περί ανταρτών [Ελλήνων], ούτε μπορούν να φανταστούν ότι αντάρτες θα έχουν το θράσος να μπουν στο Ζέλενιτς.

Ο τούρκικος μαχαλάς πάλι, είναι όλως διόλου χωριστά από το χριστιανικό. Έτσι λοιπόν ελπίζουμε ότι θα φτάσουμε στο σπίτι που γίνεται ο γάμος χωρίς να μας αντιληφθούν.

Προχωρώντας και αφήνοντας καραούλια, φτάνουμε στου παπά το σπίτι. Ο Σούλιος νομίζει ότι οι γάμοι των χριστιανών γίνονται στο σπίτι του παπά και γι’ αυτό μας οδήγησε εκεί.

Αμέσως ο Σούλιος έφυγε για τον τούρκικο μαχαλά, για να καθησυχάσει τους Τούρκους, αν ανησυχούσαν από τους πυροβολισμούς που θα άκουγαν, λέγοντας σε αυτούς ότι οι Βούλγαροι έχουν γάμο και διασκεδάζουν.

Κυκλώνουμε με προσοχή το σπίτι και μπαίνουμε μέσα, αλλά δεν βρίσκουμε παρά μόνο μια γριά. Ίσως να είναι η παπαδιά. Με τη γριά δεν μπορεί να συνεννοηθεί κανείς, Ό,τι και να της πουν, εκείνοι που γνωρίζουν τη γλώσσα της, δεν ακούν τίποτα άλλο από «νε ζναμ» (δεν γνωρίζω). Είναι η στερεότυπη απάντηση των σλαβοφώνων για οτιδήποτε τους ρωτήσεις, όπως των ελληνοφώνων το «δεν ξέρω».

Την πάθαμε, λέμε όλοι. Ή λάθος έκανε ο Σούλιος ή μας έβαλε εδώ και κάπου κρύβει το στρατό για να μας τον εξαπολύσει. Οπωσδήποτε δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Βρισκόμαστε σε πολύ επικίνδυνο σημείο.

Εκτός από τα καραούλια της επιστροφής, είχαμε τοποθετήσει καραούλι και κοντά στο σπίτι του παπά, για να αποκρούσει τυχόν επίθεση από τους Τούρκους. Το καραούλι αυτό, στο οποίο βρισκόταν επικεφαλής ο Σεϊμένης, με στέλνει ο Καούδης να το μαζέψω και να φύγουμε. Τα άλλα καραούλια θα τα μάζευα κατά την αναχώρηση του σώματος.

Φτάνω στη θέση του Σεϊμένη και του λέω να φύγουμε.

- Πήρατε [αιχμάλωτο] κανέναν μαζί σας; (με ρωτά)

- Τι να πάρουμε, που δεν βρήκαμε τίποτα!

- Πως δεν βρήκατε;

- Δεν ακούγεται γάμος πουθενά. Φαίνεται μας γέλασε ο Σούλιος.

- Σε ποιο σπίτι κάνατε έρευνα;

- Να, εκεί πιο πάνω. Μας έδειξε ένα ο Σούλιος. Είπε ότι είναι του παπά, αλλά δεν υπάρχει κανείς.

- Καλά, και εδώ που βαρούν τα όργανα τι είναι;

- Όργανα; Που ακούς όργανα;

- Εδώ, σε αυτό το σπίτι. Σίγουρα είναι γάμος και τώρα φαίνεται πως τρώνε. Εγώ νόμιζα πως είσαστε μέσα και φεύγοντας πήρατε [αιχμάλωτους] εκείνους που έπρεπε.

- Φυλαχτείτε και μη μιλάτε. Πάω να ειδοποιήσω τους καπεταναίους, γιατί δεν γνωρίζουν τίποτα, λέω του Σεϊμένη και τρέχω πίσω.

Πίσω, στο σπίτι του παπά, είναι μέσα οι περισσότεροι και σπάνε καρύδια που βρήκαν σε ένα σακί και πίνουν και καλό κρασί. Ειδοποιώ τον Καούδη κι αυτός τρέχει να βρει τον Κατεχάκη.

Παίρνω τότε όσους βρίσκω μπροστά μου και τρέχω να κυκλώσω το σπίτι πριν πάρουν είδηση οι Βούλγαροι. Φτάνουμε στην αυλόπορτα του σπιτιού οι πρώτοι και σε όσους έρχονται από πίσω μας, κάνουμε νόημα να κυκλώσουν την πόρτα δεξιά και αριστερά.

Η αυλόπορτα είναι καλά αμπαρωμένη και δεν μπορούμε να την ανοίξουμε. Σηκώνουμε το Δούκα, ως μικρότερο, σκαρφαλώνει στον τοίχο και πηδά μέσα στην αυλή. Στο μεταξύ είχε γαντζώσει σαν γάτος και ο Ι. Κουτσούκης από την Κοζάνη, ένα εξαιρετικό παλικάρι και πηδάει κι αυτός μέσα. Δοκίμασα στιγμές αγωνίας, όταν άκουσα από μέσα τη φωνή του Κουτσούκη να λέει ότι η πόρτα δεν ανοίγει. Κάπου είχε μπερδέψει το δοκάρι που χρησίμευε σαν αμπάρα και δεν γύριζε πίσω προς την τρύπα που αποτελούσε τη θήκη του.

- Στρίψε την αμπάρα, βρε, δεξιά-αριστερά, του λέω.

Και αμέσως μετά είδα με ανακούφιση ότι άνοιξε η μισή πόρτα.

Μπαίνουμε στην αυλή. Σκοτάδι πίσσα. Ρίχνει ψιλό χιονόνερο και έχει τσουχτερό κρύο.

Στο βάθος της αυλής φαίνονται αδύνατα φώτα, από τις χαραμάδες στις πόρτες και τα παράθυρα.

Ευτυχώς τα σκυλιά δεν γαυγίζουν. Ή τρόμαξαν ή χόρτασαν κόκαλα.

Το σπίτι φαίνεται ότι έχει σχήμα «Π», αλλά με μεγάλη οριζόντια γραμμή, σε σχέση με τις κάθετες. Γιατί στην οριζόντια γραμμή έχει περίπου έξι δωμάτια, ενώ στις κάθετες (στα ποδάρια, να πούμε) έχει από ένα δωμάτιο. Το σπίτι έχει ανώι και κατώι. Ένα τσαρδάκι [υπόστεγο] ενώνει [από έξω] όλα τα δωμάτια. Στο τσαρδάκι, στο αριστερό του μέρος, βρίσκεται η σκάλα. Προχωρώ στην πόρτα στο κατώι, που είναι κοντά στη σκάλα. Την σπρώχνω με την κάνη του όπλου και ανοίγει λίγο. Βλέπω μέσα πέντε-έξι γυναίκες και τις ρωτώ:

- Ντέκα πόπε; (που είναι ο παπάς)

- Γκόρε (πάνω), μου απαντούν.

Οι γυναίκες δεν κατάλαβαν, με πήραν για κομιτατζή.

Ανεβαίνω τη σκάλα. Με ακολουθούν κάμποσοι, ο ένας πίσω από τον άλλο, αλλά δεν ξέρω ποιο και πόσοι. Όπως ανεβαίνω, οι οργανοπαίχτες αρχίζουν να κουρδίζουν τα όργανά τους. Τώρα θα γίνει πανηγύρι, σκέφτομαι.

Η πρώτη πόρτα που συναντώ είναι εκείνη που σχηματίζει το αριστερό ποδάρι του «Π». Ανοίγω την πόρτα. Μέσα είναι γεμάτο γυναίκες. Με την πρώτη ματιά βλέπω τη νύφη, με τα στολίδια στο στήθος της. Κλείνω αμέσως την πόρτα και γυρίζω το κλειδί. Πίσω μου έρχεται ο Κουτσούκης. Του λέω:

- Φύλαγε εδώ τις γυναίκες, μην τις ενοχλήσει κανείς.

Τώρα προχωρώ κατά μήκος στο τσαρδάκι, από αριστερά προς τα δεξιά. Ανοίγω την πρώτη πόρτα. Το πάτωμα είναι στρωμένο με καινούριες βλάχικες βελέντζες. Ένας ξερακιανός πενηντάρης, καθισμένος σταυροπόδι, παρακολουθεί το μπρίκι που έχει στο μαγκάλι μπροστά του. Μόλις με είδε και πριν προλάβω να μιλήσω, τινάζεται σαν ελατήριο κι από ένα μεσοπόρτι μπαίνει στην τρίτη κάμαρα.

Με ένα πήδημα, βρίσκομαι και εγώ στην πόρτα. Την κλοτσάω και ανοίγει. Αντικρίζω μάτια ορθάνοικτα και γουρλωμένα. Επτά-οκτώ με μαλλιά σαν αρκούδες. Μερικοί με φανταχτερά στολίδια. Δυο-τρεις με φέσια.

Τεσλίμ [παραδοθείτε], φωνάζω με τον γκρα πάνω τους.

Όπως έχω την πόρτα αριστερά, με βολεύει. Καλύπτομαι και πυροβολώ. Συγχρόνως πυροβολεί και ο παπάς με μια κουμπούρα. Η πόρτα σβήνει αμέσως.

Γονατίζω με το ένα πόδι για να μπορεί να πυροβολεί πάνω από το κεφάλι μου ο Καλογεράκης. Σκύβει κι αυτός λίγο και δίνει θέση στον πίσω του, τον Κλειδή (τον Κλειδαρά, όπως τον ονομάζουμε, γιατί μόνο ο λαιμός του είναι ένας πήχυς). Έτσι μπορούμε και πυροβολούμε και οι τρεις. Βγάζουμε και πυροβολούμε με τα περίστροφα, γιατί είναι πιο γρήγορα. Ρίχνουμε στο σωρό. Εγώ ρίχνω τις πρώτες, εκεί που μου φάνηκε πως είδα τα αρκούδια.

Οι Βούλγαροι έτρεξαν στο μεσοπόρτι για να φύγουν στο δεύτερο δωμάτιο, αλλά από τη βιασύνη τους μπερδεύτηκαν και έκλεισε η πόρτα, που άνοιγε προς το μέρος τους. Έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο, ζωντανοί και σκοτωμένοι και δεν μπόρεσε να ξεφύγει κανένας.

Έχω το όπλο μου, χαμηλά και όσο μπορώ οριζόντια, για να βρίσκει περισσότερα κορμιά. Σε κάθε λάμψη πυροβολισμού, φαίνονται τα κορμιά σαν ένα πολύποδο τέρας που σπαράζει στο αίμα του κι απλώνει τα ποδάρια του παντού, όπως το χταπόδι τα πλοκάμια του.

Μια σφαίρα ενός Βούλγαρου χτυπά τον παραστάτη της πόρτας. Εκεί πάνω βρίσκεται το κεφάλι του Κλειδή, γιατί είναι ψηλός και πυροβολεί όρθιος. Τα χώματα και η σκόνη πέφτουν στα μάτια του. Για μια στιγμή κάνει πίσω, πιάνει με το ένα χέρι τα μάτια του και λέει «ωχ, με χτύπησαν». Χωρίς να ξέρω τι έγινε, του λέω «δεν είναι τίποτα». Ο Κλειδής συνεχίζει να πυροβολεί με κλειστά μάτια.

Τώρα πια δεν φαίνεται τίποτα από τους καπνούς και λάμπα δεν μπορεί να ανάψει κανείς. Έξω πέφτουν πολλοί πυροβολισμοί και δεν ξέρουμε τι γίνεται, αν δηλαδή ήρθαν κομιτατζήδες για ενίσχυση ή επιτέθηκαν οι Τούρκοι.

Λέω του Κλειδή να βγει έξω, να σκουπίσει τα μάτια του, να δει τι συμβαίνει και να μας πει. Ο Δούκας και ο Τσιριμονάκης περιμένουν πίσω μας, σαν εφεδρεία, γιατί δεν χωράνε να πάρουν θέση στην πόρτα. Περιμένουν αν σκοτωθεί κανένας μας να πάρουν τη θέση του! Τους παρακαλώ να οδηγήσουν έξω τον Κλειδή και να μας πουν τι συμβαίνει.

Πράγματι φεύγουν, αλλά δεν γυρίζει κανείς. Έπειτα από λίγο λέω του Καλογεράκη: «Πήγαινε και συ να δεις τι γίνεται και γύρισε πίσω». Το «γύρισε πίσω» το λέω μάλλον για να τον πείσω να φύγει. Πηγαίνει κι αυτός, αλλά δεν γυρίζει. Κοιτάζω πίσω μου και βλέπω τον Κουτσούκη, να στέκεται σκοπός στην πόρτα που τον είχα αφήσει, ατάραχος, αμέριμνος σαν να μην έγινε τίποτα.

- Άιντε και συ, πήγαινε έξω, του λέω.

- Πήγαινε εσύ πρώτα, μου λέει με την κοζανίτικη προφορά του, σαν να μην ήθελε να με αφήσει μόνο.

- Άφησε τη συζήτηση και πήγαινε να δεις τι συμβαίνει.

Φεύγει και ο Κουτσούκης, χωρίς να γυρίσει. Ε δεν είμαστε καλά, λέω. Η έχω γίνεται απεγνωσμένη πάλη ή είναι κανείς στη βάση της σκάλας και σκοτώνει με κανένα τσεκούρι όσους κατεβαίνουν. Αλλά να καταφέρνει ο άθλιος να σκοτώνει τον κόσμο χωρίς να ακουστεί ένα «ωχ»! Απορώ και δεν μπορώ να βγάλω συμπέρασμα.

Πυροβολώ που και που, γιατί έχει πυρώσει το όπλο και δεν μπορώ να το δουλέψω εύκολα. Ο γκρας όταν ρίξει 25-30 βολές στη σειρά, γίνεται κάρβουνα αναμμένο.

Από μέσα ακούγεται ένα συνεχόμενο μουγκρητό, αλλά κίνηση καμία. Οπωσδήποτε πρέπει να φύγω και εγώ, αλλά να πέσω στην κόψη του τσεκουριού;

Ακολουθώ το αντίθετο μέρος στο τσαρδάκι και πηδώ κάτω. Αμέσως ακουμπώ στην άκρη του τοίχου, βάζω το όπλο με το αριστερό χέρι για ασπίδα και κρατώ με το δεξί το περίστροφο. Προχωρώ σιγά-σιγά, σχεδόν χωρίς να αναπνέω, προς τη βάση της σκάλας. Προχωρώ με φόβο. Είναι σκοτάδι, δεν βλέπω τίποτα και περιμένω από στιγμή σε στιγμή να ακούσω το σφύριγμα του τσεκουριού να πέφτει στο κεφάλι μου. Προσπαθώ, με κρατημένη αναπνοή, να ακούσω τον παραμικρό ψίθυρο, αλλά τίποτα. Αν ακούσει ο «δράκος» το δικό μου θόρυβο θα ρωτήσει «κόι σι τι;» (ποιος είσαι;), θα καταλάβω που είναι και θα πυροβολήσω. Προχωρώ λίγο ακόμα και σκοντάφτω σε ένα πτώμα. Νάτα μας, σκέφτομαι, καλά το υποψιαζόμουν. Μένω ακίνητος. Να πω πως δεν μου έκανε καμιά εντύπωση θα είναι ψέμα. Δεν με οδηγεί το θάρρος αυτή τη στιγμή, να σέρνομαι προς το στόμα του φανταστικού «δράκου», αλλά πρέπει να δω τι συμβαίνει κάτω από τη σκάλα και να ξέρω τι θα πω, αν βγω έξω. Μετά από κάμποσα δευτερόλεπτα ακινησίας, απλώνω το δεξί μου χέρι με το περίστροφο προς το πτώμα, ενώ με το δεξί κρατώ μπροστά μου το όπλο για ασπίδα.

Το χέρι μου ακουμπά τη γάμπα του πτώματος και αισθάνομαι τη γυμνότητα και την κρυάδα. Καταλαβαίνω πως είναι γυναίκα, γιατί πιάνω τη φούστα της. Τι ντροπή! σκέφτομαι, σκοτώσαμε μια γυναίκα!

Προχωρώ σιγά ως τη βάση της σκάλας, αλλά δεν βρίσκω τίποτα άλλο. Δεν ακούω ούτε αναπνοή. Τότε, σκέφτομαι, το μυστήριο θα είναι στην αυλόπορτα. Εκεί, φαίνεται γίνεται απεγνωσμένη πάλη. Πάω προς τα εκεί. Αφήνω τη σκιά που κάνει το τσαρδάκι και αρχίζω να βλέπω λίγο. Βγάζω με προσοχή το κεφάλι μου από την αυλόπορτα.

- Εσύ είσαι αράπη; μου λέει ο Κατεχάκης

- Ναι, τι γίνεται εδώ;

- Μέσα τι γίνεται;

- Μέσα οι Βούλγαροι έγιναν σκορδαλιά.

- Ε, εμπρός τώρα να φύγουμε μη μας μπλέξουν οι Τούρκοι, γιατί τρόμαξαν και προσπαθεί ο Σούλιος να τους καθησυχάσει. Τους λέει [πυροβολούν γιατί] γίνεται γάμος στο χριστιανικό μαχαλά. Δεν έχουμε όμως καιρό για χάσιμο.

- Μέσα, του λέω, οι Βούλγαροι έχουν όπλα, περίστροφα, ρολόγια, δεν θα πάρουμε τίποτα για ενθύμιο; Και κάνω να γυρίσω μέσα.

- Πίσω, μου λέει, ο Κατεχάκης. Κανείς δεν επιτρέπεται να μπει μέσα. Έγινε η δουλειά, όσο καλά δεν περιμέναμε, χωρίς απώλεια. Και τώρα θα πάμε να σκοτωθούμε για πλιάτσικο; Μπορεί ένα τραυματίας να έχει ακόμα τη δύναμη να σκοτώσει κανέναν με το περίστροφό του.

Οι καπεταναίοι πιάνουν αμέσως την πόρτα, για να μην αφήσουν να μπει μέσα κανείς.

Βρήκα μια γυναίκα σκοτωμένη κάτω από τη σκάλα, λέω Ποιος τη σκότωσε;

Εγώ απαντά ο Τσιριμονάκης. Μόλις πήγα να βγω από τη σκάλα, μου επιτέθηκε με ένα καυσόξυλο στη αριστερή πλάτη. Ευτυχώς με πήρε ξυστά στο κεφάλι. Παρά λίγο να με ρίξει κάτω. Χωρίς να βλέπω, στα σκοτεινά, γύρισα και πυροβόλησα.

Πρέπει να πω κάτι ακόμα. Εμείς που μπήκαμε μέσα στο σπίτι δεν είμαστε οι πιο τολμηροί του σώματος, αλλά την ώρα που καταλάβαμε ποιο ήταν το σπίτι που γινόταν ο γάμος, οι περισσότεροι άντρες ήταν μαζεμένοι στο σάκο με τα καρύδια, που βρήκαν στο σπίτι του παπά, ξένοιαστοι ότι δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Έτσι εγώ πήρα όσους βρήκα μπροστά μου και πήγα γρήγορα να κλείσω μέσα τους Βούλγαρους πριν καταλάβουν και βγουν έξω, γιατί και απώλειες θα είχαμε τότε και θα αναγκαζόμαστε να βάλουμε φωτιά στο σπίτι και να κάψουμε άδικα και τα γυναικόπαιδα.

Οι πυροβολισμοί που ακούγαμε, από μέσα, έπεφταν γιατί σε ένα σημείο του χωριού, κάποιοι κομιτατζήδες πυροβολούσαν για να καλέσουν σε βοήθεια. Πυροβολούσαν όμως και οι δικοί μας, για εκφοβισμό.

Από όσους ήταν στο σπίτι, δεν έμεινε κανείς γερός. Ήταν συνολικά καμιά τριανταριά, ανάμεσά τους επτά κομιτατζήδες και δυο τούρκοι φίλοι τους από το χωριό. Ο ένας από αυτούς έφαγε τη σφαίρα στο κούτελο, τη στιγμή που είχε στο στόμα του ένα χοιρινό μεζέ. Όταν το έμαθαν αυτό οι άλλοι Τούρκοι, είπαν πως καλά έπαθε. Του άλλου Τούρκου η σφαίρα του έσπασε και τα δυο πόδια, από το μηρό.

Όταν ξημέρωσε, κατέβηκε ο τούρκος μουδίρης από τη Νέβεσκα και έκανε ανακρίσεις. Επειδή μισούσε τους Βούλγαρους, έγραψε στην έκθεσή του ότι οι Βούλγαροι μέθυσαν και σφάχτηκαν μεταξύ τους.

Μετά όμως φτάσανε οι πατρόνες των Βουλγάρων, οι πρόξενοι της Αυστρίας και της Ρωσίας και χάλασαν τον κόσμο με τις διαμαρτυρίες. Κατήγγειλαν και το μουδίρη για την καταπληκτική έκθεσή του και έτσι ο άτυχος μετατέθηκε και βρέθηκε στο Ικόνιο.

Μέσα στο σπίτι των Βουλγάρων ήταν και ένας Έλληνας, μεταξύ των μουσικών. Πήδηξε από το παράθυρο, που είχε το σπίτι στο πίσω μέρος, αλλά οι αντάρτες που φύλαγαν εκεί του έριξαν μια τουφεκιά. Δεν τον πήρε η σφαίρα αλλά λιποθύμησε. Ευτυχώς δεν του έριξαν άλλη.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Το απόγευμα ήρθε ο Σούλης. Στο μεταξύ ήρθε και ο Πούλακας από τη Νεγοβάνη. Ο Λαμπρινός δεν ήρθε από τη Μπελκαμένη, που γράφει ο Καραβίτης στα απομνημονεύματά του. Θα ήμασταν περίπου τριάντα, τριάντα δύο και όχι πενήντα. Ήρθαν από το Λέχοβο ο Ζήσης Δημουλιός και ο Κοσμάς.

Το βράδυ λοιπόν ξεκινήσαμε με οδηγό το Σούλη, άντρα θετικό, παλικάρι πρώτης γραμμής και πήγαμε στο Ζελενίτσι. Με οδήγησε να μοιράσω τους άντρες και μου έλεγε που πρέπει να βάλω δύο και που τρεις. Αφού κυκλώσαμε το [χριστιανικό] μαχαλά, μου είπε να περιμένω λίγο,  μέχρι να πάει στο σπίτι του. Έτσι και έγινε.

Εγώ όμως, επειδή παντρευόταν ο αδελφός του παπά, νόμιζα ότι ο γάμος θα γινόταν στου παπά το σπίτι. Το σπίτι αυτό το ήξερα, γιατί είχα πάει παλιά δυο φορές εκεί με τον καπετάν Βαγγέλη.

Πήδηξε κάποιος στο σπίτι του παπά, δεν θυμάμαι ποιος, από τη μάντρα της αυλής και μας άνοιξε. Το σπίτι γέμισε από όλη την παρέα του Πούλακα. Το κατώι ήταν κλειστό. Ανέβηκαν στο ανώι. Τους άνοιξε η παπαδιά, αλλά δεν ήταν μέσα κανείς άλλος. Περιμέναμε για λίγο κάτω στην αυλή. Επειδή δεν έβλεπα [να γίνεται] τίποτα, ανέβηκα πάνω και βλέπω μια μεγάλη σάλα και την παπαδιά να στέκει στη μέση της σάλας, να κρατά μια λάμπα αναμμένη και να κοιτάζει τρομαγμένη. Οι άλλοι να έχουν ανοίξει δυο-τρία μπαούλα. Τα ρούχα σκορπισμένα. Άλλοι να ψάχνουν τα ρούχα και άλλοι τις γωνίες για λάφυρα. Τα καρύδια και το κρασί, που γράφει ο Καραβίτης, είναι γαρνιτούρα.

Αφού είδα αυτά τα χάλια, διέταξα να βγουν έξω. Κατέβηκα τη σκάλα, αλλά δεν με ακολούθησε κανείς άλλος παρά μόνο ο Καραβίτης και ο Κλειδής. Δεν θυμάμαι καλά αν ήταν και ο Κουτσούκης, ένα πολύ προκομμένο παιδί από την Κοζάνη.

Πήγα βόλτα να δω που γίνεται ο γάμος, αφού δεν ήταν στο σπίτι του παπά. Πιο πέρα, σε μια γωνιά είχα το Σεϊμένη, μαζί με άλλον ένα και φύλαγαν. Μου [έδειξε και μου] λέει ότι σε αυτό το σπίτι άκουσε βιολιά. Εκεί λοιπόν ήταν ο γάμος. Η αυλόπορτα όμως ήταν κλειστή και η μάντρα ψηλή. Διέταξα αμέσως ένα να καβαλήσει τη μάντρα, να πηδήξει μέσα και να μας ανοίξει. Ένας ψηλός Κρητικός με βράκες έσκυψε, πάτησε πάνω του ο Κουτσούκης, πήδηξε μέσα, άνοιξε και μπήκαμε στην αυλή. Κάτω στην αυλή ήταν μόνο μια γυναίκα και μαγείρευε. Μας πέρασε για κομίτες και μας έδειξε να πάμε πάνω.

Ο Κουτσούκης ανέβηκε πρώτος τη σκάλα. Ήταν μια ταράτσα και είχε το σπίτι δυο μεγάλες σάλες. Η μια σάλα ήταν απέναντι από τη σκάλα, η άλλη ήταν δεξιά όπως ανέβαινες τη σκάλα. Την σάλα, που ήταν απέναντι από τη σκάλα, έτρεξαν και την έπιασαν ο Κλειδής με τον Καραβίτη. Όταν έφτασε ο Κλειδής στην πόρτα, είδε τη σάλα γεμάτη ανθρώπους καθισμένους να τρώνε και τους φώναξε: «Τεσλίμ [παραδοθείτε] κερατάδες», αλλά αμέσως τον πυροβόλησαν. Ευτυχώς δεν τον βρήκε η σφαίρα, αλλά χτύπησε τον παραστάτη της πόρτας. Αμέσως ο Κλειδής, από τη μια μεριά της πόρτας και ο Καραβίτης από την άλλη άρχισαν να τους πυροβολούν στο σωρό. Εγώ έστεκα κάτω στην αυλή και παρακολουθούσα τη σκηνή. Τους φώναξα μάλιστα να προσέχουν να μην σκοτωθούν μεταξύ τους.

Στο μεταξύ άκουσα τουφεκιές έξω και βγήκα στο δρόμο. Ήταν ο Κατεχάκης που τον είχα βάλει με τρία-τέσσερα παιδιά σε μια γωνία, στην άκρη του χωριού, στο βορειοδυτικό μέρος και είχε πιαστεί [στο τουφεκίδι] με τα καραούλια του Κόλε. Ήταν κι αυτός στο γάμο με όλο το σώμα του και είχε βάλει καραούλια στο βόρειο μέρος του χωριού, από φόβο μην κατέβει ο στρατός από τη Νέβεσκα. Βρέθηκαν δεκαπέντε μέτρα από τον Κατεχάκη. Ευτυχώς που μας πήραν χαμπάρι, μόνο αφού άρχισε η φασαρία, αλλιώς θα ματαιωνόταν το σχέδιο. Ο Κατεχάκης έδινε μάχη με αυτούς.

Εγώ γύρισα πάλι στην αυλή. Ο Κλειδής και ο Καραβίτης εξακολουθούσαν να πυροβολούν κουτουρού στο σωρό, στα σκοτεινά. Ο Κακιώρας (το επώνυμό του δεν το θυμάμαι, νομίζω Τσιγγούνης) έτσι έλεγαν τον Κρητικό με τις βράκες που πάτησε πάνω στον Κουτσούκη και πήδησε τη μάντρα για να ανοίξει να μπούμε μέσα, έψαχνε στο κατώι, στο μαγειριό, αλλά ήταν κλειστό. Εκεί που προσπαθούσε να το ανοίξει, παίρνει η μαγείρισσα ένα δαυλό και του κατεβάζει μια γερή στο κεφάλι. Λίγο έλειψε να τον ρίξει χάμω. Αυτός τότε έβαλε το όπλο στο στήθος της, την πυροβόλησε και τη σκότωσε.

Η σάλα που ήταν οι άντρες, είχε μπουκαπόρτα και οι γενναίοι κομιτατζήδες έπεσαν οι περισσότεροι στο ισόγειο, αφού ο Καραβίτης και ο Κλειδής έριξαν από είκοσι τουφεκιές ο καθένας κι άδειασαν και τα περίστροφά τους.

Η συμπλοκή του Κατεχάκη με τα καραούλια είχε σιγήσει. Δεν γνωρίζουμε αν έφυγαν ή αν σκοτώθηκε κανένας τους, που είναι και το πιο πιθανό, γιατί ο Κατεχάκης είχε μαζί του τρία-τέσσερα παιδιά που ήταν καλοί σκοπευτές, όπως το Γύπαρη και τον Τερερέ, που τραυματίστηκε μάλιστα ελαφρά.

Αφού τέλειωσε λοιπόν η φασαρία στο γάμο, τους φώναξα, από κάτω, από την αυλή, να φύγουνε. Ο Κλειδής και ο Κατσούκης κατέβηκαν όμορφα και καλά από τη σκάλα, ενώ ο Καραβίτης πήδηξε από την ταράτσα στην αυλή. Δεν ξέρω αν με είδε ή δεν θέλει να το πει, το πιθανότερο όμως είναι το πρώτο, γιατί για πρώτη φορά είδε εχθρούς και πυροβόλησε εναντίον τους και μέθυσε, ζαλίστηκε, δεν ξέρω, από φόβο ή ενθουσιασμό.

Λέει ο Καραβίτης πως στην πόρτα τον περίμενε ο Κατεχάκης και τον ρώτησε «τι έγινε αραπάκι;», ενώ ο Κατεχάκης ήταν καμιά κατοσταριά μέτρα πιο πάνω και δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Λέει, ότι ο Καλογεράκης πήρε και αυτός θέση και πυροβολούσε μαζί τους, ενώ τον Καλογεράκη τον είχα αφήσει στο Ζέλεβο μαζί με το Σκουντρή, το Λευκαρουδάκη, το Ζούλη το Σημανίκα και τον Παύλο. Και τους είχα υποσχεθεί ότι θα γυρίσω σε δυο μέρες. Λέει, ότι αυτός συνεννοήθηκε με το Σούλη. Πως συνεννοήθηκε; Ο Σούλης δεν ήξερε ούτε μια ελληνική λέξη, Ήξερε ο Καραβίτης τούρκικα;

Τέλος αφού τέλειωσε η φασαρία και είδα ότι έγινε μεγάλο κακό, μάζεψα τους άντρες από τις βάρδιες που τους είχα τοποθετήσει και φύγαμε.

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Ο Σούλης προχωρεί στην οθωμανική συνοικία, για να συγκρατήσει τους Οθωμανούς αν χρειαστεί.

Οι δέκα άντρες προχωρούν στην αυλή του σπιτιού, αλλά τι βλέπουμε: μια ολόκληρη συμμορία κομιτατζήδων, με όπλα μάουζερ, να διασκεδάζει. Αμέσως λοιπόν πριν μας καταλάβουν, πηδάμε κάτι σαν έπαλξη, γιατί αυτοί ήταν στο ανώι και με βοή και πάταγο προτείνουμε τα όπλα και τα περίστροφα φωνάζοντας: «παραδοθείτε και δεν θα σας πειράξουμε, μην κουνιέστε γιατί σας κάψαμε». Κομιτατζήδες και πολίτες και ενώ τα μουσικά όργανα έπαιζαν βουλγάρικα, έμειναν έντρομοι από την ξαφνική παρουσία μας. Στις φωνές μας λοιπόν «παραδοθείτε!», φάνηκαν κάποιοι να πιάνουν τα όπλα. Τότε τα παιδιά, με ακατάσχετη ορμή, αδειάζουν τις σφαίρες από τα περίστροφα και τα όπλα τους, δεκάδες φορές εναντίον των δυναστών της ορθοδόξου θρησκείας και άτιμων δολοφόνων των φτωχών και άοπλων χριστιανών.

Κατά λάθος σκοτώθηκε και μια γυναίκα.

Ταυτόχρονα ακούγονται πυροβολισμοί από διάφορα βουλγάρικα σπίτια (γιατί το Ζελενίτσι έχει 320 σπίτια βουλγαρικά, από τα οποία τα 180 είναι καλά οπλισμένα) και από τον οθωμανικό μαχαλά. Ο Σούλης φωνάζει στους Τούρκους, «δεν είναι τίποτα».

Τότε με σφύριγμα, δίνεται το σύνθημα της οπισθοχώρησης και εμείς ανεβαίνουμε ήσυχα πάνω από το χωριό. Ο καπετάνιος [Κατεχάκης-Ρούβας] μετρά τα παιδιά. Όλα είναι παρόντα. Ο αρχηγός διατάζει την ομάδα του Μπούλακα να κατευθυνθεί στη Βελκαμένη [Μπελκαμένη]. Αυτός δε, μαζί με μας, ξεκινάμε για τη Λόσνιτσα, που απέχει έξι ώρες.

Έχει βγει το φεγγάρι και έπεφτε πυκνό χιόνι. Τα πάντα, κορυφές και κοιλάδες είχαν σκεπαστεί από το χιόνι και δεν φαινόταν ούτε ο δρόμος. Μετά από μεγάλη ταλαιπωρία και πορεία πάνω στο χιόνι μέχρι το πρωί, χωρίς οδηγό και χωρίς να γνωρίζουμε το δρόμο, φτάσαμε έξω από το χωριό Λόσνιτσα.

13.11.1904

 

Draganof

Στις 13 Νοεμβρίου 1904, κατά τις δέκα και μισή το βράδυ, μια ελληνική συμμορία 70-80 αντρών, υπό την ηγεσία του Καραλίβανου, μπήκε στο βουλγαρικό χωριό Ζέλενιτς του καζά Φλώρινας και επιτέθηκε στο σπίτι του Trifon Goteff, όπου γινόταν γάμος και βρίσκονταν εκεί καλεσμένοι πολλοί συγγενείς και φίλοι του νεαρού ζευγαριού.

Αφού περικύκλωσαν το σπίτι, οι επιτιθέμενοι άρχισαν να πυροβολούν τους καλεσμένους, από τους οποίους κανένας δεν ήταν οπλισμένος.

Σκοτώθηκαν δεκατρία και τραυματίστηκαν πέντε άτομα.

Σκοτώθηκαν οι: Stolan Goteff, σαράντα ετών. Ο γιος του Grigor, είκοσι. Ο Dossi Β. Stoicoff, σαράντα. Ο γιος του Vladimir, δεκατρία. Ο Mikhail D. Putcheff, τριάντα. Ο Lambro Kostoff, είκοσι ένα. Ο Arghyr Tzandiloff, σαράντα. Η κόρη του, δέκα. Ο Dore Β. Ulemadoff, σαράντα πέντε. Ο Hussein Abdul-Kerim, πενήντα. Ο Lazo G. Kostovitchine, είκοσι. Ο Pando Metchkaroff, σαράντα. Η Depa Lazova, πενήντα.

Τραυματίστηκαν οι: Ali Bey, Gheorghi Dimitroff, Lazo Vatzanoff, Gheorghi Δ. Pudjoff, Kostoff Slave.

Μετά από το ηρωικό αυτό κατόρθωμα, η συμμορία έφυγε, χωρίς να την καταδιώξουν οι αρχές. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη Νέβεσκα (που απέχει μισή ώρα από το Ζέλενιτς) υπήρχαν διακόσια πενήντα τακτικοί στρατιώτες. Ο μουδίρης εκεί ενημερώθηκε αμέσως για την επίθεση, αλλά δεν έστειλε ούτε ένα στρατιώτη στο Ζέλενιτς.

Ο βαλής του Μοναστηρίου δήλωσε στους πρόξενους ότι η υπόθεση του Ζέλενιτς ήταν μάλλον μια διαμάχη μεταξύ των Βουλγάρων και δεν υπήρξε επίθεση των Ελλήνων.

Αυτή η εκδοχή θα είχε επικρατήσει, αν οι πρόξενοι της Αυστρίας και της Ρωσίας δεν είχαν πάει επί τόπου. Η έρευνα των προξένων απέδειξε ότι αυτή η αποτρόπαιη επίθεση πραγματοποιήθηκε από μια ελληνική συμμορία 70-80 αντρών. Όλοι οι τοίχοι των δωματίων που βρίσκονταν τα θύματα ήταν γεμάτα σημάδια από σφαίρες, εκτός από τον τοίχο της πλευράς που βρισκόταν η πόρτα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι οι πυροβολισμοί προήλθαν από το κατώφλι της πόρτας.

Οι κύριοι Prohasca και Kal δήλωσαν ότι οι αρχές δεν ενδιαφέρθηκαν να αποτρέψουν την επίθεση και το χειρότερο, δεν έκαναν τίποτα μετά για να καταδιώξουν και να συλλάβουν τους δράστες. Ο βαθμοφόρος και οι δύο χωροφύλακες του Ζέλενιτς έφτασαν εκεί μια ώρα μετά την επίθεση. Οι στρατιώτες από Νέβεσκα, που βρίσκεται μισή ώρα σε απόσταση από το Ζέλενιτς, έφτασαν την επόμενη μέρα το μεσημέρι. Ο μουδίρης, που ήταν επίσης στη Νέβεσκα, δεν ασχολήθηκε μέχρι το βράδυ της επόμενης ημέρας, ο δε καϊμακάμης της Φλώρινας έφτασε δυο μέρες μετά. Πέντε ημέρες μετά την επίθεση, οι αρχές δεν είχαν λάβει κανένα μέτρο για την καταδίωξη και τη σύλληψη των ενόχων.

Η έρευνα των προξένων της Αυστρίας και της Ρωσίας απέδειξε επίσης, ότι στην ελληνική συμμορία συμμετείχαν κάποιοι γκρεκομάνοι από τα γειτονικά χωριά Στρέμπενο και Μπελκαμένη, αλλά οι αρχές δεν έκαναν καμιά έρευνα ή σύλληψη σε αυτά τα χωριά. Συνελήφθησαν μόνο τέσσερις από το Ζέλενιτς, καθώς είχαν αναγνωριστεί από τους Βουλγάρους και τον Τούρκο Ali Bey (έναν από τους τραυματίες).

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Διημέρευση στο ίδιο μέρος. Αναζήτηση διαφόρων πληροφοριών από τους παπά-Μήτρο από το Γάβροβο, Βασίλη Ντίνα από τη Βελίτσα και επιλοχία Λιούλια του σταθμού Βελίτσας.

Πρόσληψη και άλλου συντρόφου, του Θεοφανόπουλου, πρώην δεκανέα των Ευζώνων, Στεροελλαδίτη που μένει στο Γάβροβο.

Σημείωση: Στις 11.11.1904 έγινε η πρόσληψη ενός συντρόφου από την Καλαμπάκα, του Κ. Καρόπουλου, που κατάγεται από τα Γρεβενά της Μακεδονίας.

Αυτοί είναι οι 36 άντρες του σώματος:

1. Τσόντος Γ. Ασκύφου Κρήτης, ανθυπολοχαγός. Αρχηγός.

2. Σκλαβούνος Αθ., Φιλιατρά Πελοποννήσου, επιλοχίας.

3. Μπονάτσος Αρ., Ξυλόκαστρο Πελοποννήσου, επιλοχίας,

4. Βασιλάκης Ν., Σίτσοβα Πελοποννήσου, επιλοχίας.

5. Κουκουλάκης Θεόδ., Λάκκοι Κρήτης, λοχίας.

6. Δράκος Αλέξ., Ηράκλεια Θράκης, ιερέας.

7. Τσόντος Μιχαήλ., Ασκύφου Κρήτης, ιδιώτης.

8. Φραγκιαδάκης Ευάγγελος. Γάλλου Κρήτης, ιδιώτης.

9. Τσόβολος Ν., Παλαοβράχα Φθιώτιδος, ιδιώτης.

10. Αναγνωστάκης Ν., Αλίκαμπος Κρήτης, ιδιώτης.

11. Αγγελάκης Ευάγγελος., Πρινέ Κρήτης, ιδιώτης.

12. Μεναδάκης Γεώργιος, Αμπελάκι Κρήτης, ιδιώτης.

13. Κατσαρός Εμμανουήλ, Άνω Μέρος Κρήτης, ιδιώτης.

14. Καλλέργης Γ. Κεραμωνά Κρήτης, ιδιώτης.

15. Λαδιανός Εμμανουήλ, Μελιδώνι Κρήτης, ιδιώτης.

16. Επισκοπάκης Βασίλειος, Γάλλου Κρήτης, ιδιώτης.

17. Πιγούνης Ηλ. Καλογέρου Κρήτης, ιδιώτης.

18. Ζουμαδάκης Στ. Γαβαλοχώρι Κρήτης, ιδιώτης.

19. Κουράκης Γ. Μούλετε Κρήτης, ιδιώτης.

20. Μπυλαλάκης Ελ. Λάκκοι Κρήτης, ιδιώτης.

21. Νικολούδης Εμμανουήλ, Λάκκοι Κρήτης, ιδιώτης.

22. Ανδρεάνης Δημ. Λάκκοι Κρήτης, ιδιώτης.

23. Τσιτσιρίδης Ευάγγελος, Κατωχώρι Κρήτης, ιδιώτης.

24. Γρυλάκης Χρ., Ασκύφου Κρήτης, ιδιώτης.

25. Κελαϊδής Βαρδής, Μαχαιρού Κρήτης, ιδιώτης.

26. Νικολάρος Γεώργιος, Μαθέ Κρήτης, ιδιώτης.

27. Ζερβός Παναγ., Ρούμανα Κρήτης, ιδιώτης.

28. Λουβίτας Κων., Καστέλι Κρήτης, ιδιώτης.

29. Γυπάκης Φραν., Αλίκαμπος Κρήτης, ιδιώτης.

30. Πατσογιαννάκης Χαρ. Κωσταρά Κρήτης, ιδιώτης.

31. Στογιάννης Σίμος, Άρμενσκο Μακεδονίας, ιδιώτης.

32. Τσίλης Σταύρος, Τσερνόλιστα Μακεδονίας, ιδιώτης.

33. Δασκαλάκης Εμμ. Γωνιά Κρήτης, ιδιώτης.

34. Δικονιμάκης Γ. Καλλικράτη, ιδιώτης.

35. Καρόπουλος Κ. Στεζάχι Γρεβενών, ιδιώτης.

36. Θεοφανόπουλος Αρισ., Αγά Φθιώτιδος, ιδιώτης.

13.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα

Παραμονή στις Γαβροβίτικες Στάνες.

Άφιξη των οδηγών και ανακοίνωση τους, για το αδύνατον της διάβασης του ποταμού Αλιάκμονα, λόγω των πολλών νερών.

Αποστολή αυτών, ξανά, για αναγνώριση του ποταμού.

13.11.1904

 

 

 

 

 

[ΣΕΡΒΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΑΜΑΧΩΝ]

Σερβική συμμορία εξήντα αντρών, αφού πήγε στο χωριό Ποβάζο [Pobožje] της επαρχίας Σκοπίων, συνέλαβε και έδειρε μέχρι θανάτου το βούλγαρο δάσκαλο του χωριού, τον πεθερό του, τον ιδιοκτήτη του βουλγαρικού σχολείου και μία χήρα. Μετά ο αρχηγός της σερβικής συμμορίας και ο σέρβος παπάς του χωριού Άγγελος δήλωσαν πως θα σκοτώσουν όλες τις βουλγάρικες [εξαρχικές] οικογένειες του χωριού, που ανέρχονται σε είκοσι, αν μέσα σε 3-4 μέρες δεν εφοδιαστούν με πιστοποιητικό της σερβικής Μητρόπολης Σκοπίων, ότι είναι σέρβοι ορθόδοξοι.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

[ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ ΣΤΑ ΒΟΔΕΝΑ]

Στις 30 Οκτωβρίου η αστυνομία στα Βοδενά έκανε έρευνα στο σπίτι των αδελφών Κορώνωφ και βρήκε τρεις βόμβες, πίσω από την εξωτερική πόρτα του σπιτιού. Οι δυο αδελφοί συνελήφθησαν.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

ΟΙ ΠΡΟΞΕΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Βιέννη 12 Νοεμβρίου. Οι εκθέσεις των προξένων των Δυνάμεων στη Μακεδονία παριστάνουν την κατάσταση περισσότερο ανώμαλη από ποτέ. Η τουρκική διοίκηση συντείνει στην επίταση αυτής της αταξίας.

 

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

ΣΥΛΛΗΨΗ ΔΥΟ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ

Σε ένα καφενείο της οδού Αθηνάς, όπου συχνάζουν βούλγαροι χτίστες, κάθονταν χτες τη νύχτα δυο ύποπτοι άνθρωποι από το εξωτερικό, κουβέντιαζαν μεταξύ τους στα βουλγάρικα και έβριζαν τον έλληνα βασιλιά.

Κάποιος Μακεδόνας, που καθόταν κοντά σε αυτούς τους δυο ύποπτους, άκουσε τη συζήτησή τους. Πήγε τότε αμέσως και το κατήγγειλε σε έναν αστυφύλακα που ήταν εκεί κοντά. Ο τελευταίος, με τη βοήθεια κάποιων στρατιωτών, οδήγησε τους ανθρώπους αυτούς στην αστυνομική διεύθυνση.

Εκεί ακολούθησε ανάκριση, κατά την οποία και οι δύο προσπάθησαν να κρύψουν ότι είναι Βούλγαροι. Ο ένας είπε ότι κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και βρίσκεται στην Αθήνα γιατί έχει αρρωστήσει και ο άλλος ότι είναι ορθόδοξος Μακεδόνας, πρώην λοχίας του βουλγαρικού στρατού, που λιποτάκτησε και έχει έρθει στην Αθήνα για να βρει δουλειά.

Ισχυρίζονται πως ονομάζονται Πρόδρομος Γρηγορίου και Κωνσταντίνος Δασόπουλος.

Η αστυνομία θα αποστείλει σήμερα τους δύο αυτούς Βούλγαρους στην εισαγγελία, μαζί με την έκθεση που θα συντάξει.

 

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

Η ΔΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Ειδήσεις αυθεντικής πηγής από τη Θεσσαλονίκη με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου:

Στο χωριό Μεσημέρι η ομάδα του οπλαρχηγού Επαμεινώνδα προσέβαλε πολυάριθμη βουλγαρική συμμορία και την έτρεψε σε φυγή, αφού προηγουμένως σκοτώθηκαν τρεις Βούλγαροι και πληγώθηκαν αρκετοί. Ευτυχώς κανένας από την ομάδα δεν έπαθε κάτι.

Μακεδονικό σώμα πυρπόλησε το φανατικό βουλγαρικό χωριό Γκούγκοβο, κοντά στα Βοδενά.

Στη Μπογδάντσα οι δικοί μας, με αρχηγούς τους Λεωνίδα, Μανώλη και Μιχάλη, πολιόρκησαν βουλγαρική συμμορία, της οποίας σκότωσαν τον αρχηγό και ορισμένα μέλη.

Τουρκικός στρατός πήγε για καταδίωξη των ελληνικών σωμάτων, αυτά όμως υποχώρησαν έγκαιρα προς αποφυγή συγκρούσεων.

Επίσης έγιναν γνωστοί οι φόνοι αρκετών Βουλγάρων στο χωριό Βάλτσα [Μπάλτσα] και αλλού.

 

ΕΣΤΙΑ

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: κοντά στη Βογδάνιτσα

χάρτης Κοντογόνη: Βογδάντσα (μικτό χωριό) του καζά Γευγελής

σώμα ή ομάδα

τσέτα

νεκροί: τρεις (3)

τραυματίες: πέντε (5)

νεκροί: δεκαεπτά (17)

εφημερίδα: ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 13.11.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη (τηλεγράφημα)

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: στο δάσος της Ταχοβίτσας [?]

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: ο Κρητικός Κατσιγαράκης [Εμμανουήλ Κατσίγαρης]

θύματα

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: πιάστηκαν στο δάσος και τουφεκίστηκαν

εφημερίδα: ΧΡΟΝΟΣ

ημερομηνία: 13.11.1904

προέλευση είδησης: Βόλος 12 Νοεμβρίου (τηλεγράφημα)

 

 

 

Κυριακή 14 / 27 Νοεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Κυριακή πρωί. Βρισκόμαστε έξω από το χωριό Λόσνιτσα. Ειδοποιούμαι στο χωριό, μας κάνουν καταλύματα και πάμε σε αυτά. Οι κάτοικοι μας δέχονται γεμάτοι ενθουσιασμό. Μένουμε όλοι μέσα στα σπίτια. Το βράδυ ο Μιχαήλ Δερεράκης [Τερερές], από τη συμμορία του Ρούβα, λέει ότι πληγώθηκε στο πόδι (τώρα το κατάλαβε).

Το βράδυ φεύγουμε για το Κωσταράζι, περιμένοντας με αγωνία να μάθουμε για τον αριθμό των σκοτωμένων Βουλγάρων στο Ζελενίτσι και τις κινήσεις του στρατού. Στέλνουμε γράμμα στην Καστοριά και ζητάμε πληροφορίες. Μας πληροφορούν ότι σκοτώθηκαν δεκαπέντε Βούλγαροι και ένας Οθωμανός. Ανεπίσημα μαθαίνουμε ότι το Ζέλεβο κινδυνεύει να πατηθεί από τους Βούλγαρους. Μαθαίνουμε επίσης ότι τουρκικός στρατός, που ακολουθούσε τα ίχνη μας, έφτασε στη Λόσνιτσα. Εκεί βρίσκεται ο Καραλίβανος και ο Αριστείδης [Μαργαρίτης].

Αποφασίζουμε, έχοντας αυτές τις πληροφορίες, να ειδοποιήσουμε τον Καραλίβανο να έρθει αμέσως από τη Λόσνιτσα και την επόμενη μέρα να πάμε όλοι μαζί, όσο γίνεται πιο γρήγορα, στο χωριό Ζέλεβο που κινδυνεύει.

Στις 11 μ.μ. στείλαμε γράμμα στη Λόσνιτσα, για να έρθει αμέσως ο Καραλίβανος.

14.11.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Βγήκαμε από το Ζέλενιτς και χωριστήκαμε. Οι φρουρές του Λεχόβου, της Μπελκαμένης και της Νεγκοβάνης, πήγαν στις θέσεις τους. Εμείς, τα σώματα των Καούδη και Κατεχάκη, που ήταν να βαδίσουμε μέσω Βίτσι για να πάμε στο Ζέλοβο, αλλάξαμε σχέδιο, λόγω του καιρού, γιατί άρχισε να χιονίζει και το Βίτσι είναι δύσκολο να το περάσεις.

Πήγαμε λοιπόν προς τη Λόσνιτσα, για να περάσουμε από εκεί τη λίμνη της Καστοριάς και να ανέβουμε μετά στα Κορέστια.

Με σιγανό χιονόνερο ξεκινήσαμε από το Ζέλενιτς, περάσαμε το Νταούλι της Κλεισούρας και μετά γυρίσαμε νότια. Ευτυχώς το χιόνι έγινε πυκνό και σκέπασε τα ίχνη μας. Φτάσαμε στη Λόσνιτσα τα ξημερώματα, μετά από αρκετά κουραστική πορεία. Ο δρόμος ήταν πολύς και το χιόνι έκανε κουραστική την πορεία.

Κοιμηθήκαμε στη Λόσνιτσα όλη τη μέρα και ξυπνήσαμε αργά το απόγευμα. Ετοιμαστήκαμε να αλλάξουμε χωριό, να αναζητήσουμε άλλο ασφαλή καταφύγιο, γιατί υποθέσαμε ότι θα μας καταδιώξει ο στρατός.

Συνεννοηθήκαμε με τον καλό πατριώτη Τζήκα, πρόκριτο του χωριού και στείλαμε αγγελιοφόρο στο Βογατσικό, να πει εκεί να μας περιμένουν.

Το Βογατσικό είναι μεγάλο και απόλυτα έμπιστο χωριό. Τα σπίτια του είναι τα περισσότερα κτισμένα με τέτοιο τρόπο, που ακόμα και κυκλωμένο να είναι για έρευνα, μπορείς να ξεφύγεις από σπίτι σε σπίτι, από κήπο σε κήπο, από παραπόρτι σε παραπόρτι. Και να ξαναγυρίσεις πίσω όταν θα έχει τελειώσει η έρευνα.

Την ώρα που ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, πάει ο Τερερές, οπλίτης του Κατεχάκη, από τη Μαλάξα των Χανίων, για φυσική του ανάγκη και βλέπει ότι το σώβρακο του έχει κολλήσει στο μηρό του, από [μικρό] διαμπερές τραύμα που είχε από την προηγούμενη μέρα, από το Ζέλενιτς [χωρίς να το καταλάβει].

Πριν φύγουμε από τη Λόσνιτσα, κάψαμε χωρίς να το θέλουμε ένα σπίτι. Από τα πολλά τα ξύλα που βάλαμε στο τζάκι, γιατί χιόνιζε, πήρε φωτιά και σε λίγη ώρα το σπίτι έγινε στάχτη.

Κάτι λίγα χρήματα έδωσε ο Κατεχάκης στο δύστυχο νοικοκύρη, αλλά τι να του κάνουν αυτά;

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Παραμονή στο προηγούμενο λημέρι, λόγω βροχών και πλημμύρας του ποταμού Αλιάκμονα, πέρα από τη γραμμή των συνόρων.

Αποστολή του οδηγού Κολούση χθες το βράδυ, στον ποταμό, να δει για πλημμύρα του ποταμού και για τη φύλαξη της γέφυράς του [από στρατιώτες]. Σταμάτημα των βροχών και εμφάνιση του ήλιου.

Διανυκτέρευση στον ίδιο τόπο. Από το βραδάκι μέχρι τα μεσάνυχτα, ψιλοβρέχει, με διακοπές.

14.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα

Λόγω της βροχής είναι αδύνατη η αναχώρηση. Συνεννοούμαι νε τον επιλοχία των ευζώνων στο Βελεμίστι Ευάγγελο Λιούλια, για να εξοντώσει, με ανθρώπους του, τον προδότη του Μελά, Θανάση Βάγια [του οδηγού που τον εγκατέλειψε και τον κατέδωσε στις αρχές].

14.11.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Τσόντου-Βάρδα προς τον Παμίκο Ζυμβρακάκη

Στην Καλαμπάκα βρήκα το δήμαρχο Ράμμο, που με οδήγησε σε ένα μετόχι των Μετεώρων, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι άντρες από τις 10 του μήνα. Την άλλη μέρα μοίρασα πολεμικά υλικά στους άντρες, έδιωξα δε και τέσσερις, γιατί διαμαρτύρονταν έντονα ότι τάχα στην Κρήτη τους είχαν υποσχεθεί προκαταβολές μισθών κτλ.

Το βράδυ δεν μπόρεσα να ξεκινήσω λόγο ραγδαίας βροχής και πολύ πυκνής ομίχλης. Στις 6 π.μ. ξεκινήσαμε για το Γάβροβο, όπου φτάσαμε στις 3 μ.μ. Μας έλεγαν ότι η απόσταση είναι 3-4 ώρες, αλλά ο κακός οδηγός και η μέρα μας ανάγκασε να ακολουθήσουμε κοπιαστικά μονοπάτια, για να αποφύγουμε τους διαβάτες.

Την ίδια μέρα δεν ήταν δυνατόν να ξεκινήσουμε, λόγω της κούρασης και της βροχής. Την επομένη, ο δηγός που ήρθε από τη Μακεδονία, μας είπε ότι ο ποταμός Αλιάκμονας ήταν αδιάβατος.

Ευτυχώς σήμερα η μέρα είναι καλή. Περιμένουμε τη νύχτα να έρθει ένας από τους οδηγούς, που πήγε για να αναγνωρίσει τα νερά του ποταμού και τις γέφυρες. Αύριο το βράδυ ελπίζω, μα τη βοήθεια του Θεού, να περάσουμε.

Είμαστε όλοι υγιείς, αλλά έχω διαρκώς γκρίνια από τους συμπατριώτες μας, την οποία ευτυχώς μέχρι τώρα ξεπερνώ.

Στον αγαπητό Περικλή Πιερράκο, δώσε χαιρετίσματα από μένα και τον ιερέα του σώματος [παπα-Δράκο]. Παρέλαβα το όπλο του Μιχελή και το φανάρι και τον ευχαριστώ πολύ. Το φανάρι όμως είναι δύσκολο στη χρήση γιατί θέλει πετρέλαιο και το πετρέλαιο εδώ είναι δυσεύρετο.

Σήμερα έλαβα και την τσάντα σου. Σε παρακαλώ κράτησε την άδειά μου, την έκθεση του μακαρίτη Μελά και στείλε τις επιστολές στο γαμπρό μου και την Ελπίδα, που τους γράφω για μας και πες τους να μου γράφουν. Δώσε στον Περικλή Πιερράκο μια φωτογραφία μου.

Οι αρματολικές φωτογραφίες μου πως ήταν; Η κιλότα είναι ανυπόφορη. Στο δρόμο έβγαλα την εσωτερική φανέλα, μέχρι πάνω από τα γόνατα. Ο ντουλαμάς είναι ανυπόφορο και ψυχρό ρούχο, ενώ ένα σακάκι, όπως το δικό σου το κυνηγητικό, θα ήταν όμορφο. Και μπορώ μετά από αυτά να πάρω εκεί ένα ντουλαμά. Εδώ στο λημέρι φορώ ένα τέτοιο του Κουκουλάκη και είμαι κατενθουσιασμένος.

Στον Κοκό Μελά έγραψα να μου στείλει βόμβες, ωθώντας τον κατά κάποιο τρόπο να τις κατασκευάσει αυτός. Σε παρακαλώ να τον βρεις και να του πεις ότι τις έχω μεγάλη ανάγκη. Να τις στείλει στον κ. Οικονομίδη στα Τρίκαλα ή στον Σάπκα στη Λάρισα.

Γαβροβίτικες Στρούγκες 14.11.1904

 

 

 

 

 

[ΘΥΜΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ Ο ΜΕΛΑΣ]

Ρώμη Κυριακή. Η «Τριμπούνα» δημοσίευσε τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη, το οποίο περιλαμβάνει το κακοήθες ψεύδος ότι ο Μελάς έπεσε στη Μακεδονία, δολοφονημένος από Έλληνες.

ΕΣΤΙΑ

 

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Θεσσαλονίκη 11 Νοεμβρίου. Από την εμφάνιση των μακεδονικών [ελληνικών] σωμάτων, σκοτώθηκαν είκοσι δύο άντρες τους, σύμφωνα με πολύ ακριβή στατιστική. Οι απώλειες των Βουλγάρων ανέρχονται σε εκατόν είκοσι οκτώ άτομα.

ΕΜΠΡΟΣ

 

 

 

Δευτέρα 15 / 28 Νοεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Πολύ πρωί γύρισε ο αγγελιοφόρος από τη Λόσνιτσα και μας λέει ότι ο Καραλίβανος δεν μπορεί να έρθει γιατί τα παλικάρια του είναι άρρωστα. Ο ίδιος αγγελιοφόρος μας φέρνει γράμμα, που στάλθηκε από το Λέχοβο και γράφει ότι ο αριθμός των σκοτωμένων Βουλγάρων στο Ζέλενιτς είναι δεκαέξι. Μεταξύ τους είναι και ο φανατικός Οθωμανός από το Γκόρτσικο [Γκόρτσκο] Αλή Μπέης. Υπάρχουν ακόμα τέσσερις πληγωμένοι, μεταξύ τους και ένας άλλος Οθωμανός.

15.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Ξημέρωσε καλή μέρα, με λίγη συνεφιά. Μετά έβγαλε ήλιο μέχρι το μεσημέρι. Το βράδυ άρχισε να βρέχει.

Το μεσημέρι τρώμε φασόλια, λόγω σαρακοστής, αλλά το βράδυ τρώμε κρέας γιατί μας πείραξαν τα φασόλια.

Παραμείναμε εδώ γιατί δεν γύρισε ο οδηγός. Το βράδυ μάθαμε ότι ο οδηγός δεν θα γυρίσει, γιατί τον κακομεταχειρίστηκε, λέει, ο αρχηγός [Βάρδας]. Αποχαιρέτησε κρυφά κάποιον όταν έφυγε και του το είπε.

Στέλνουμε το Θεοφανόπουλο στο Βελεμίστι τη νύχτα να φωνάξει άλλον οδηγό, τον Βασίλη Ντίνα και να ενημερώσει τον επιλοχία Λιούλια για τον οδηγό Κολούση που έφυγε.

15.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα

Παραμονή μας στο ίδιο μέρος [στις Γαβροβίτικες Στρούγκες].

15.11.1904

 

 

 

 

 

ΤΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΑ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΥΛΗΣ

Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Τουρκίας Αβδουραχμάν πασάς, μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, στο οποίο συζητήθηκε το ζήτημα της διαφωνίας του Πατριάρχη [Ιωακείμ] με μερικούς συνοδικούς, απέστειλε έγγραφο στον Πατριάρχη, με το οποίο χαρακτηρίζει την πράξη του παράνομη.

Όπως διαπιστώθηκε στο υπουργικό συμβούλιο, σχετικά με τη διαφωνία μεταξύ του Πατριάρχη των Ρωμαίων και κάποιων Μητροπολιτών, η στάση και τα λεγόμενα του Πατριάρχη δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις του κανονισμού των Πατριαρχείων.

Επειδή δε μέλημα της Αυτοκρατορικής Κυβέρνησης είναι η με κάθε τρόπο περιφρούρηση των διατάξεων των σχετικών με το Πατριαρχείο φιρμανίων και κανονισμών, είναι δε αναγκαία υποχρέωση όλων των ρωμαίων κατοίκων να τα σέβονται (αυτοκρατορικός ιραδές απαγορεύει τη διατάραξη της τάξης και της ησυχίας και σε αντίθετη περίπτωση η ευθύνη θα ανήκει στο Πατριαρχείο), αποφασίστηκε να κοινοποιηθεί στον Πατριάρχη, να καταργήσει αμέσως όσα δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις των νόμων.

Αυτά αναφέρει βεζυρικός τεσκερές προς το υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο είναι και υπεύθυνο για την εφαρμογή της απόφασης.

ΣΦΑΙΡΑ

 

Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΞΕΝΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Επίσημη έκθεση των ξένων επιτρόπων στη Μακεδονία, Δέμερικ της Ρωσίας και Μύλλερ της Αυστρίας, λέει τα εξής, για τις μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία:

Οι μακεδονικοί πληθυσμοί απέδειξαν από την αρχή, την αντίληψή τους για τις μεταρρυθμίσεις, κάνοντας διάφορα παράπονα. Εξακόσιες τέτοιες υποθέσεις τακτοποιήθηκαν έτσι. Όλο και περισσότερο γίνεται πιστευτό πως η επιστροφή στην παλιά κατάσταση είναι αδύνατη.

Η γενική κατάσταση της χώρας βελτιώθηκε και οι χωρικοί μπορούν να κάνουν τις δουλειές τους. Το εμπόριο βελτιώθηκε ανέλπιστα, όπως βεβαιώνει ο εμπορικός κόσμος της Θεσσαλονίκης. Έξι χιλιάδες πρόσφυγες, δηλαδή το 86% παλινόστησαν ήδη.

Οι μεταρρυθμίσεις προσκρούουν στην παθητική αντίσταση της τουρκικής κυβέρνησης, στην επαναστατική προπαγάνδα και την οικονομική κατάσταση του τόπου. Η δράση των πολιτικών επιτρόπων θα δοκιμασθεί στην οικονομία. Οι τρεις επαρχίες έπρεπε να αποδώσουν ετήσιο περίσσευμα 15 εκατομμύρια φράγκα, κατά την εκτίμηση του Γενικού Επιθεωρητή, ενώ η πραγματική κατάσταση της οικονομίας είναι ελεεινή. Ούτε οι υπάλληλοι του κράτους, ούτε οι στρατιωτικοί παίρνουν κανονικά τους μισθούς τους.

Εξάλλου και η ανοικοδόμηση των σπιτιών των χωρικών απαιτεί έλεγχο. Οι πολιτικοί επίτροποι προχώρησαν ήδη στην εγκατάσταση ελέγχου της οικονομικής υπηρεσίας των εισπράξεων των δημοσίων εσόδων, από τα υποκαταστήματα της Οθωμανικής Τράπεζας.

Η υπηρεσία της μακεδονικής χωροφυλακής είναι ήδη οικονομικά εξασφαλισμένη. Η υπηρεσία αυτή αριθμεί 23% χριστιανούς. Και η υπηρεσία των αγροφυλάκων είναι παρόμοια οργανωμένη.

Οι εισβολές των Αλβανών στα γειτονικά εδάφη έχουν ελαττωθεί. Η τουρκική κυβέρνηση, επέδειξε σε αυτό το ζήτημα ανέλπιστο σθένος.

Η αναδιοργάνωση της διοίκησης και της δικαιοσύνης έληξε. Χίλιοι υπάλληλοι διαφόρων υπηρεσιών απολύθηκαν. Ο αριθμός των χριστιανών υπαλλήλων, κατά το μήνα Ιούλιο, ανέρχεται σε 311.

Δύο χιλιάδες άτομα επωφελήθηκαν της πολιτικής αμνηστίας.

Η μεταρρύθμιση του φόρου της δεκάτης εφαρμόστηκε και ο Χουσεΐν Χιλμή πασάς πρότεινε λογικότερο φορολογικό σύστημα.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

τόπος μάχης: στο χωριό Ταμπάνοφτσι του καζά Κουμάνοβου

ημερομηνία μάχης: 30.10.1904

στρατιωτικό απόσπασμα

τσέτα

 

νεκροί: ένας (1)

σημείωση: στο πεδίο της μάχης βρέθηκαν 6 όπλα, μία λόγχη και 83 φυσίγγια

εφημερίδα: ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ημερομηνία: 15.11.1904

 

[Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΛΑΓΩΝΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΞΕΝΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ]

Η Πύλη είναι βέβαιη ότι ο μητροπολίτης Πελαγωνίας και ο έλληνας πρόξενος Μοναστηρίου Καλλέργης, δεν είναι ξένοι της δράσης των ελληνικών σωμάτων.

Τρία μέλη ελληνικών κομιτάτων που συνελήφθησαν στο Σερφιτζέ [Σέρβια] δήλωσαν στον αξιωματικό της χωροφυλακής ότι ο Σίμων Μπέης και ο μητροπολίτης Πελαγωνίας κ. Ιωακείμ βοηθούν τη δράση του Ελληνικού Κομιτάτου της Αθήνας.

Εκτός από αυτό, βρέθηκε στις τσέπες του φαρμακοποιού Καπετανόπουλου, που σκοτώθηκε στη μάχη στο Νέρετ, συστατική επιστολή του πρόξενου της Ελλάδας στο Μοναστήρι. Ο έλληνας πρόξενος κ Καλλέργης, που βρίσκεται σε άδεια, θα ανακληθεί.

ΣΚΡΙΠ

 

 

 

Τρίτη 16 / 29 Νοεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Τρίτη. Μένουμε στο ίδιο χωριό Κωσταράζι, γιατί θέλουμε να προμηθευτούμε τσαρούχια και κάποια ρούχα από την Καστοριά.

Σήμερα ήρθε από το Γαμβρέσι [Γκαμπρέσι] ο Φλώρος Ηλίου. Μας υπόσχεται ότι θα μας παραδώσει [προδώσει] μια συμμορία Βουλγάρων στα Κορέστια και θα μας διευκολύνει να τους εξολοθρεύσουμε. Αμέσως ο καπετάν Ευθύμης [Καούδης] του δίνει δώρο μια οθωμανική λίρα κι ο αρχηγός Ρούβας [Κατεχάκης] άλλη μία.

Το βράδυ σχεδιάζουμε να φύγουμε, για να πάμε στο Ζέλοβο και στο δρόμο να κάνουμε και καμιά πράξη [επίθεση], αλλά ο καιρός είναι κακός, χιονίζει και είναι αδύνατον να φύγουμε.

16.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Το πρωί γύρισε ο Θεοφανόπουλος με τον Κολούση [τον οδηγό που είχε φύγει] και ένα σύντροφό του από το Κουμπλαράκι, το Χρ. Αθανασίου. Μας λένε πως η διάβαση του ποταμού θα γίνει στη Φυλή, με τα πόδια και αν χρειαστεί με βάρκα. Απόφαση για αναχώρηση . Οι άντρες του σώματος δυσανασχετούν επειδή είναι Τρίτη [άρα γρουσούζικη μέρα]. Έχει συνεφιά και υγρασία.

Αναχωρούμε στις 17:15. Περνάμε από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, 10’ από τη γραμμή των συνόρων.

Στις 19:20 γίνεται προσευχή από τον ιερέα μας. Μαζί μας είναι και οι: ανθυπολοχαγός Μαυρομάτης, ανθυπολοχαγός Λαμπίρης και επιλοχίας Λιούλιας.

Στο δρόμο συλλαμβάνομαι ένα ύποπτο άτομο από το Βελεμίστι και τον παραδίδουμε στον επιλοχία Λιούλια.

Βλέπουμε τα σύνορα. Αναχωρούμε από την εκκλησία στις 9 μ.μ. Βρέχει και είναι σκοτάδι.

Περνάμε τα σύνορα με απόλυτη ησυχία και οδηγούς το Βασίλη Ντίνα και το Δ. Παπά. Οι οδηγοί Κολούσης και Δ. Παπάς παρακολουθούν.

Περπατάμε σε μονοπάτια. Έχει πυκνό σκοτάδι και βρέχει. Περνάμε διάφορα δάση και ρέματα. Έξι άντρες πέφτουν μέσα σε ένα ρέμα γεμάτο νερό. Τέλος φτάνουμε στο Σούτσα, παραπόταμο του Αλιάκμονα, που τον περνάμε με τα πόδια.

Οι οδηγοί Ντίνας και Παπάς επιστρέφουν πίσω. Αναλαμβάνουν οι δύο άλλοι οδηγοί.

Συνεχίζομαι την πορεία μέσα από αγρούς, δάση, ρέματα, πάγους, νιφάδες χιονιού. Τα παπούτσια μας έχουν γεμίσει νερά.

Βλέπουμε διάφορα χειμωνιάτικα πουλιά να πετούν, όπως μπεκάτσες κλπ.

Περνάμε μισή ώρα έξω από το Διμινίτσι. Ακούμε στρατιωτικό τύμπανο (λόγω της γιορτής του μπαϊραμιού), από το εκεί απόσπασμα των τριάντα στρατιωτών.

Φτάνουμε τέλος στις 5 π.μ. στο λημέρι Κίσσα, κοντά στο χωριό Κουμπαλαράκι [έχει τρία σπίτια].

16.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα

Άφιξη των οδηγών. Μας λένε πως μπορούμε να περάσουμε τη γραμμή των συνόρων. Τον ποταμό όμως θα τον περάσουμε σε πέρασμα άλλο, ψηλότερα.

Αναχώρηση στις 5:15 . Άφιξη στις 7:15 στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου Βελεμιστίου. Παραμονή μας εδώ για να ξεκουραστούν οι άντρες. Διανομή φαρμάκων στους άντρες, με τη βοήθεια του ανθυπίατρου Μαυρομάτη και του ανθυπολοχαγού Λαμπίρη, που μας περίμεναν. Ορκωμοσία όλων μας, από τον ιερέα του σώματος [παπα-Δράκο].

Ξεκινάμε στις 9 μ.μ. και περνάμε τα σύνορα με χιονόβροχο.

Στις 5 π.μ. φτάνουμε στο λημέρι «Κίσσα Κουμπλαράκι». Αλλάζουμε θέση και πάμε σε άλλη θέση πιο ασφαλή, κοντά στην προηγούμενη.

16.11.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Τσόντου-Βάρδα προς τον Παμίκο Ζυμβρακάκη

Ο καιρός εξακολουθεί δυστυχώς να είναι άστατος, βρέχει δηλαδή κάποιες ώρες της ημέρας και μετά έχει καλοκαιρία. Αυτό βέβαια συντελεί στη δυσκολία της διάβασης του Αλιάκμονα. Αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία, σύμφωνα μα τους οδηγούς, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως στη γραμμή των συνόρων [πριν] δεν θα έχουμε φόβο.

Τέλος πάντων, ξαναγύρισαν οι οδηγοί μας και μας είπαν ότι το ποτάμι είναι φουσκωμένο. Θα ξεκινήσουμε λοιπόν ορισμένη ώρα και αν μεν μπορέσουμε να το περάσουμε θα το περάσουμε, αλλιώς θα ανέβουμε ψηλότερα, θα διαβούμε κοντά στο χωριό Φυλή και θα βρούμε κάποιο πέρασμα.

Ο οδηγός που ήρθε από το εξωτερικό, λέει πως άκουσε για κάποια επίθεση του καπετάν Ρούβα σε κάποιο χωριό εναντίων βουλγάρων κομιτών. Δεν ξέρει αν είναι αλήθεια. Εσείς ίσως γνωρίζετε καλύτερα.

Εναντίον όλων των δεισιδαιμονιών μας, θα αναχωρήσουμε οριστικά απόψε κι ο Θεός βοηθός.

Γαβροβίτικες Στρούγκες 16.11.1904

 

 

 

 

 

[ΟΙ ΕΞΑΡΧΙΚΟΙ ΣΤΟ ΓΚΟΡΝΟ ΚΟΥΦΑΛΟΒΟ]

Βουλγαρική εφημερίδα γράφει ότι την 1η Νοεμβρίου ο διοικητής της επαρχίας Θεσσαλονίκης, μαζί με έναν αστυνομικό επιθεωρητή, έναν υπαξιωματικό και δεκαπέντε αστυφύλακες, πήγε στο χωριό Άνω Κούφαλο [Κουρφάλι ή Γκόρνο Κουφάλοβο], όπου έκλεισε την εκκλησία και το σχολείο του χωριού και παρέλαβε τα κλειδιά. Στη συνέχεια είπε ότι η εκκλησία και το σχολείο θα παραμείνουν κλειστά όσο οι κάτοικοι εξακολουθούν να ονομάζονται Βούλγαροι και να μη δέχονται έλληνα ιερέα και δάσκαλο.

Το χωριό Άνω Κούφαλο έχει 170 βουλγαρικά σπίτια, από τα οποία λίγα μόνο έμειναν πέρσι από φόβο, για κάποιους μήνες, στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου και μετά αναγνώρισαν την Εξαρχία.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΤΩΝ ΦΑΚΕΛΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟΥ

Είναι γνωστό ότι πριν από λίγες μέρες οι τουρκικές Αρχές της Θεσσαλονίκης επιχείρησαν να κατάσχουν τους ταχυδρομικούς σάκους τους προερχόμενους από την Ελλάδα. Σε παρόμοια απόπειρα προέβησαν οι τουρκικές Αρχές των Σκοπίων και της Ελασσώνας. Δεν υπάρχουν δε ακόμα πληροφορίες για άλλες πόλεις της Τουρκίας, αν και σε αυτές οι Τούρκοι ζήτησαν να εκτελέσουν τις διαταγές από την Κωνσταντινούπολη και να κατασχέσουν το ελληνικό ταχυδρομείο.

Οι τουρκικές Αρχές απάντησαν, στις παραστάσεις των ελλήνων προξένων εκείνων των πόλεων που έγιναν οι κατασχέσεις, λέγοντας ότι τα ελληνικά σώματα που βρίσκονται στη Μακεδονία είναι σε συνεννόηση με τους δικούς τους στη Ελλάδα και με την κατάσχεση των ταχυδρομικών σάκων ζητούν να κατασχέσουν αυτή την αλληλογραφία.

ΧΡΟΝΟΣ

 

 

 

Τετάρτη 17 / 30 Νοεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Τετάρτη. Ο καιρός αλλάζει και αποφασίζουμε να φύγουμε το βράδυ.

Ξεκινάμε και φτάνουμε στο ανατολικό μέρος της λίμνης Καστοριάς. Από εκεί, περνάμε με δυο βάρκες στο δυτικό μέρος και μετά ανεβαίνουμε και φτάνουμε τη χαραυγή στη Μονή Αγίου Νικολάου Σλίβενης.

17.11.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Συνεννοηθήκαμε με το μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη να στείλει βάρκες σε ορισμένο σημείο της ανατολικής όχθης της λίμνης.

Από το Κωσταράτς [Κωσταράζι] φτάνουμε στη μονή Τσιρίλοβου, για να έχουμε τη λίμνη πιο κοντά.

Περνάμε τη λίμνη με δυο μεγάλες ελαφρές βάρκες, που σηκώνουν μεγάλο βάρος. Από την ανατολική όχθη της λίμνης πλέουμε δυτικά. Αφήνουμε την πόλη στα δεξιά μας, που φάνταζε μέσα στη νύχτα με τα φανάρια της, σαν θωρηκτό, έτσι όπως μπαίνει μια γλώσσα γης, που πάνω της είναι χτισμένη η πόλη, μέσα στη λίμνη.

Προχωράμε και φτάνουμε στη μονή του Αγίου Νικολάου της Σλίβενης, που είναι κοντά στο χωριό Γκάμπρες.

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Ο Κολούσης πήγε στο Κουμπλαράκι να βρει ούζο. Ήρθαν στο λημέρι οι Χρ. Αθανασίου και Γιαννούλης Λάμπρου, οδηγοί της περιοχής και έφεραν ούζο.

Ανάβουμε φωτιές. Κάνει πολύ κρυό και οι άντρες υποφέρουν.

Οι οδηγοί μας πληροφορούν πως στο Κουμπλαράκι διανυκτερεύει τσαούσης με δέκα άντρες. Στην περιοχή επίσης περιφέρεται απόσπασμα 40 αντρών, υπό την ηγεσία μουλιαζίμη.

Αλλάζουμε θέση μέσα στην ημέρα, για μεγαλύτερη ασφάλεια, σε ένα δάσος κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα. Εκεί βάζουμε καραούλια. Η τροφοδοσία μας γίνεται από το ίδιο χωριό.

Αναχωρούμε στις 17:10. Στις 18:50 φτάνουμε στη θέση Ντίχνα (Βρομονέρι). Έχει παγωνιά. Ανάβουμε φωτιές κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα.

Αναχωρούμε από εκεί στις 2:15, με φεγγάρι και παγωνιά, με οδηγούς τους Νικόλαο Κολούση, Χρ. Αθανασίου και Γιαννούλη Λάμπρου (από το Κουμπλαράκι) και Κώστα Γιαννούλα (από τη Φυλή).

Φτάνουμε στη θέση Τσατσαράκου, λημέρι μια ώρα απόσταση από τη Φυλή (χωριό 30 κατοίκων), όπου εδρεύει στρατιωτικό απόσπασμα 15 αντρών.

17.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα

Διημερεύουμε στο ίδιο μέρος. Ξεκινάμε στις 5 μ.μ.

Ώρα 18:30 στάση στο Βρομονέρι Κουμπαράκι, μέχρι να βγει το φεγγάρι. Αναχωρούμε στις 2:30.

Στις 5 π.μ φτάνουμε στη θέση Τσατσαράκου, μια ώρα μακριά από το χωριό Φυλή.

17.11.1904

 

 

 

 

 

[ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΜΕΛΑ]

Η εφημερίδα «Μακεδονικός Κήρυκας» του Βόλου, γράφει πως, σύμφωνα με πληροφορίες από την Καστοριά, την άλλη μέρα της συμπλοκής στη Στάτιστα, στάλθηκε αξιωματικός, από το διοικητή της Καστοριάς, με την εντολή να βρει το πτώμα του Μελά. Εκείνος εξέτασε τους κατοίκους, αλλά κανένας δεν ήξερε που ήταν θαμμένος. Τελικά βρέθηκε μια Βουλγάρα, που έδειξε το μέρος, όπου βρισκόταν. Το πτώμα βρέθηκε χωρίς κεφάλι, γιατί οι σύντροφοι του Μελά έθαψαν αυτό στο πιο ψηλό βουνό της Στάτιστας. Ο αξιωματικός, παρέλαβε το πτώμα και το μετέφερε στο διοικητήριο της Καστοριάς, όπου παρέμεινε για μία μέρα. Μετά το πήρε ο μητροπολίτης Καραβαγγέλης και το έθαψε, ύστερα από μεγαλοπρεπή κηδεία.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

Η ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ ΤΟΥ ΜΕΛΑ

Βόλος 16 Νοεμβρίου (τηλεγράφημα). Επτά από τους οπαδούς του Μελά που συνελήφθησαν στη Στάτιστα και ήταν μέχρι τώρα φυλακισμένοι στην Καστοριά, μεταφέρθηκαν δέσμιοι και με συνοδεία στις φυλακές του Γεντίκουλε. Τον προσεχή μήνα θα δικαστούν από το ποινικό δικαστήριο.

ΑΘΗΝΑΙ

 

[ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΩΝ]

Δύο κομιτατζήδες, ο Λουκάς Τράντος και άλλος ένας από τα Κορέστια, αφού κυκλώθηκαν από ένα στρατιωτικό απόσπασμα, πάνω από το παραλίμνιο χωριό Τιχόλιστα, αφού είχαν εξαντλήσει τα φυσίγγια τους, αυτοκτόνησαν προκειμένου να μη συλληφθούν ζωντανοί. Τα πτώματά τους μεταφέρθηκαν στην Καστοριά.

ΠΡΩΙΑ

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: στο χωριό Νερέτι

χάρτης Κοντογόνη: Νερέτι (χριστιανικό χωριό) του καζά Φλώρινας

ημερομηνία μάχης: την περασμένη βδομάδα

σώμα ή ομάδα

τσέτα

τραυματίες: ένας (1)

νεκροί: τέσσερις (4)

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 17.11.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη (τηλεγράφημα)

 

ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑΣ

Στους πρόποδες του όρους Περιστέρι, στο νερόμυλο του Νταή, ένα τουρκικό απόσπασμα κατέστρεψε τη νύχτα του περασμένου Σαββάτου μια συμμορία επτά ατόμων. Τους κομιτατζήδες βρήκαν οι άντρες του αποσπάσματος, με την υπόδειξη του μυλωνά, να κοιμούνται μέσα στον αχυρώνα. Τους πυροβόλησαν από κοντά, αφήνοντας αμέσως νεκρούς τους πέντε και τραυματίζοντας τους δύο θανάσιμα.

ΧΡΟΝΟΣ

 

 

 

 

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Πέμπτη. Μένουμε μέσα στη μονή. Το βράδυ μας φέρνουν ένα ζώο, για να καβαλήσει ο αρχηγός [Κατεχάκης-Ρούβας] που είναι άμαθος και δεν μπορεί να περπατήσει σε δύσβατους δρόμους.

Ξεκινάμε από το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στις 12 ½ και μετά από δέκα ώρες πορεία στις όχθες του Αλιάκμονα και αφού περνάμε τα χωριά Γαμβρέσι, Ρούλια, Τούρναβο και Όστιμο, φτάνουμε στο Ζέλοβο. Το χωριό είναι κάτασπρο από το χιόνι. Μοιραζόμαστε σε διάφορα καταλύματα και διανυκτερεύουμε.

18.11.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Το βράδυ που φτάσαμε στο Ζέλοβο έγινε σωστό πανηγύρι από τη χαρά των κατοίκων. Το χωριό είναι αποκλεισμένο από όλες τις μεριές. Μόνο με τη Φλώρινα επικοινωνεί μια φορά τη βδομάδα, στο παζάρι, αφού πρώτα πάρει μέτρα ασφαλείας ο στρατός του Πισοδερίου.

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Στις 5:10 φτάνουμε στα καλύβια των βοσκών του χωριού Φυλή. Οι βοσκοί κατεβαίνουν σε αυτά τα καλύβια μόνο σε βαρυχειμωνιά. Αμέσως μόλις φτάσαμε ανάψαμε φωτιές. Διημερεύουμε εδώ.

Ο Κολούσης και ο Κώστας Γιαννούλας αναχωρούν για το χωριό, για να προετοιμάσουν την τροφοδοσία μας.

Παραμονή στο Βρομονέρι.

 Ο Χρ. Αθανασίου επιστρέφει πίσω για να βρει το σημειωματάριο που έχασε ο αρχηγός και το χρειάζεται. Αυτός έφτασε στο λημέρι του Τσατσαράκου το μεσημέρι.

Μετά την αναχώρηση των Κολούση και Γιαννούλα το πρωί, ήρθε ο πατέρας του Κολούση με ένα σφαχτό. Μετά ήρθε ο παπάς του χωριού Φυλή. Βρισκόμουν με τους άλλους υπαξιωματικούς, σε απόσταση λίγων μέτρων από την καλύβα. Ο παπάς με χαιρέτισε με ενθουσιασμό. Στη συνέχεια ζήτησε να δει τον αρχηγό και τον ρώτησε για το σκοπό του σώματός μας. Εκφράστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό και σαν ιερέας εξέφρασε τα συναισθήματα των συγχωριανών του, που περιμένουν με αγωνία την αποτίναξη του ζυγού. Ο αρχηγός του είπε να περιμένει γι’ αυτό, να έρθει ο κατάλληλος χρόνος.

Ο παπάς μας πρόσφερε ποτό (ούζο) και κότες. Στη συνέχεια ήρθε ο Γιαννούλας και έφερε ψωμί και κρασί.

Το πρωί έφυγε ο αδελφός του Κ. Γιαννούλα, Γιώργος, από το χωριό και πήγε να βρει βάρκα και οδηγό για να περάσουμε τον Αλιάκμονα. Επίσης να δει για τα αναγκαία ζώα, για τη διάβαση του ποταμού Βενέτικου.

Το απόγευμα περιμέναμε τον Κολούση για να αναχωρήσουμε. Ανησυχήσαμε γιατί άργησε και φοβηθήκαμε μήπως μας πρόδωσε. Κατά τις 6 μ.μ. απομακρυνθήκαμε λίγο από τα καλύβια, με οδηγό τον Χρ. Αθανασίου και περιμέναμε σε ένα δάσος εκεί κοντά. Αφήσαμε στα καλύβια το Λάμπρου και τον Γιαννούλη, να περιμένουν για τον Κολούση. Αυτός ήρθε στις 7 ½ μ.μ. και δικαιολογήθηκε για την καθυστέρησή του. Ησυχάσαμε και επιστρέψαμε στα καλύβια. Βγάλαμε περιπολίες και βάρδιες για σκοπούς, μπροστά από τις καλύβες, για όλο το βράδυ. Διανυκτέρευση και απαγόρευση απομάκρυνσης του Κολούση (λόγω υποψιών).

18.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Τσόντου-Βάρδα

Διημερεύουμε στο ίδιο μέρος [ στη θέση Τσατσαράκου του χωριού Φυλή]

Η συνέχεια του ημερολογίου του Τσόντου-Βάρδα έχει χαθεί, μέχρι τις 26 Απριλίου 1905.

18.11.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Τσόντου-Βάρδα προς τον Παμίκο Ζυμβρακάκη

Επιτέλους σου γράφω από μακεδονικό έδαφος. Στις 16 το βράδυ περάσαμε τα σύνορα, με βροχή και χιόνι. Μετά από πορεία έντεκα ωρών φτάσαμε στο χωριό Κουμπλαράκι, πολύ κουρασμένοι, όπως καταλαβαίνεις, αλλά ευτυχώς, όπως παρατήρησα σε καλή κατάσταση.

Στις 17 πήγαμε σε κάποιο μέρος κοντά στο χωριό Φυλή, όπου σήμερα διημερεύουμε. Τον Αλιάκμονα θα τον περάσουμε απόψε και μετά θα πάμε στο χωριό Γκουστόμι.

Στο Γάβροβο εργάστηκα για την εξόντωση του προδότη του μακαρίτη Παύλου [Μελά], του Θανάση Βάγια και ελπίζω σε λίγες μέρες να εκτελεστεί.

18.11.1904

 

 

 

 

 

[Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΖΕΛΕΝΙΤΣ]

Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας «Βετσέρνα» μια ελληνική συμμορία, που βρισκόταν στα περίχωρα της Φλώρινας επιτέθηκε σε γάμο που γινόταν στο χωριό Ζελενίτσεβο [Ζέλενιτς] και σκότωσε 16 ανθρώπους. Όλοι οι καλεσμένοι στο γάμο ήταν άοπλοι.

Μέχρι την επίσημη επιβεβαίωση της είδησης, από τους πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Μακεδονία, δικαιούμαστε να θεωρούμε αυτήν ως επινόηση των βουλγαρικών εφημερίδων, που θέλουν να παρουσιάσουν τους Έλληνες σαν ληστές και δολοφόνους.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

[ΣΥΛΛΗΨΗ ΕΠΤΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΤΩΝ ΣΤΗ ΓΕΥΓΕΛΗ]

Σύμφωνα με τις βουλγαρικές εφημερίδες, ο τουρκικός στρατός συνέλαβε στη Γευγελή επτά συμμορίτες, τους οποίους τροφοδοτούσαν οι κάτοικοι.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

[ΦΟΝΟΙ ΣΤΗ ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑ]

Εφημερίδα της Σόφιας γράφει πως στις 7 Νοεμβρίου μια ελληνική συμμορία σκότωσε δύο Βούλγαρους που πήγαιναν στη Στρώμνιτσα και έναν τον πλήγωσε στο χέρι.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

ΣΥΛΛΗΨΗ ΑΝΤΑΡΤΩΝ

Την περασμένη Παρασκευή, απόσπασμα χωροφυλακής μπήκε σε σπίτι ορθόδοξου, στο χωριό Μπογδάντσα της Γευγελής και ανακάλυψε εκεί ένοπλη ελληνική ομάδα, αποτελούμενη από επτά άτομα. Οι αντάρτες παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση και προσήχθησαν στις αρχές Γευγελής.

ΗΜΕΡΗΣΙΑ

 

ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΕΙ ΤΟ ΦΟΝΟ ΤΟΥ ΜΕΛΑ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Βιέννη. Η τουρκική κυβέρνηση, για να αποφύγει τον έλεγχο της κοινής γνώμης στην Ευρώπη, ισχυρίζεται ότι τον Παύλο Μελά δεν τον σκότωσε σε συμπλοκή στρατιωτικό απόσπασμα.

Τον φόνο τον αποδίδει σε σύντροφό του, που δήθεν κακοποιήθηκε από αυτόν.

ΚΑΙΡΟΙ

 

[Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΖΕΛΕΝΙΤΣ]

Βιέννη. Σημερινά τηλεγραφήματα από τη Θεσσαλονίκη ενημερώνουν τις εδώ εφημερίδες, ότι ελληνικό σώμα φόνευσε στο χωριό Ελινίτσα [Ζέλενιτς] δεκατέσσερις Βούλγαρους, την ώρα που όλοι τους ήταν συγκεντρωμένοι σε κάποιο σπίτι που γινόταν γάμος.

Σύμφωνα με αυτά τα τηλεγραφήματα, το ελληνικό σώμα δύναμης εκατό αντρών, ήταν υπό την ηγεσία των Κολοκοτρώνη, Σκωτίδα και Σκουζέ.

Εκτός των δεκατεσσάρων Βουλγάρων, άλλοι πέντε τραυματίστηκαν σοβαρά.

Δυστυχώς μεταξύ των σκοτωμένων βρίσκονται μια γυναίκα και ένα παιδί.

Μόλις έγινε γνωστή η είδηση στο Μοναστήρι, όλοι οι εκεί πρόξενοι αναχώρησαν για το Ζέλενιτς.

ΚΑΙΡΟΙ

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου / 2 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Παρασκευή. Μένουμε μέσα. Οι χωρικοί, που είχαν απελπιστεί από τη μακρά απουσία μας, πήραν θάρρος που μας είδαν. Δυστυχώς όμως τα πράγματα είναι λίγο άσχημα. Γιατί όσο λείπαμε, σχηματίστηκε στο χωριό βουλγαρική μερίδα. Ο λήσταρχος [Μήτρος] Βλάχος μπόρεσε και μπήκε στο χωριό και είπε κα στους υπόλοιπους χωρικούς να γίνουν Βούλγαροι.

Τώρα είναι λοιπόν ανάγκη να καταδιωχθεί δραστήρια ο Βλάχος. Θα γίνει ανάκριση όμως και θα συλλάβουμε τους πρωτεργάτες της βουλγαρικής μερίδας και θα τους τιμωρήσουμε αυστηρά. Η ανάκριση ορίζεται για την προσεχή Κυριακή.

Το βράδυ μας επισκέπτονται ένας ιερέας, απεσταλμένος από τα Βιτόλια, ο μουχτάρης από το Πισοδέρι και ο παπά-Σταύρος [Τσάμης], οι οποίοι συνεργάστηκαν με τον καπετάνιο για διάφορα ζητήματα.

19.11.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Στο Ζέλοβο βρίσκουμε και τους δυο οπλίτες που είχε αφήσει ο Καούδης, τον καιρό που οδήγησε το σώμα του Μελά στη Μπελκαμένη. Είναι ο Σκουντής και ο Λευκαρουδάκης (συγχωριανός μου), δυο εξαιρετικά παλικάρια.

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Κατά τις 6 π.μ. γύρισε ο Γιώργος Γιαννούλας, από την αποστολή στον ποταμό. Οι πληροφορίες για τη διάβαση του ποταμού είναι καλές.

Διατήρηση των δύο σκοπών. Διημέρευση και τροφοδοσία. Εξεύρεση ζώων για τη διάβαση του ποταμού Βενέτικου και λήψη απόφασης για αναχώρηση σήμερα το απόγευμα.

Γίνεται δέηση από τον ιερέα. Αναχώρηση από το λημέρι Τσατσαράκου Φυλής στις 3.20’ μ.μ. με οδηγούς τον Κολούση και τον αγροφύλακα της Φυλής.

Διαβαίνουμε αγρούς, δάση, ρέματα και φτάνουμε στον ποταμό Βενέτικο στις 5 μ.μ. Περνάμε τον ποταμό με άλογα που πήραμε από τη Φυλή, μέσα σε 1 ½ ώρα.

Πορεία μέσα από ρέματα, αγρούς και δάση, στην περιοχή πάνω από το χωριό Καλόχι και τους αμπελώνες του χωριού Ζυγόστι. Περνάμε το ποτάμι των Γρεβενών [Γρεβενιώτικο] και τέλος φτάνουμε στον Αλιάκμονα.

Ο Κολούσης και ο άλλος οδηγός από τη Φυλή, γύρισαν πίσω.

Στις 11 ½ μ.μ. διάβαση του Αλιάκμονα, με σκάφος και βαρκάρη τον Χρ. Λάμπρου. Από εκεί και με την οδηγία του Απ. Γεωργίου, μετάβαση στο λημέρι Κλάφα Κριθάρια, που βρίσκεται μια ώρα απόσταση από το Χωριό Γκοστόμ.

Είμαστε εξαντλημένοι από πορεία πάνω σε πάγους, σε ανώμαλα και ανηφορικά μέρη.

Στις 4 ¼ π.μ. κάναμε μια στάση ½ ώρα μακριά από το λημέρι, μέσα στο δάσος, πάνω στους πάγους. Ανάψαμε φωτιές και μόλις ξημέρωσε πήγαμε στο λημέρι.

Εκεί ήρθαν οι Χρ. Λάμπρου, Κ. Κόης και Ιωάννου Θεοδώρου από το χωριό Λούτσιστα με τρόφιμα, ψωμί, ούζο και τυρί. Αδύνατον να βρούμε κάποιο σφαχτό.

Ανάβουμε φωτιές για διημέρευση. Αποστολή του Απ. Γεωργίου, στο Παλαιόκαστρο, για να φέρει τον οδηγό Γ. Φασούλα.

19.11.1904

 

 

 

 

 

Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Βόλος 18 Νοεμβρίου. Οι εφημερίδες της Θεσσαλονίκης ειδοποιήθηκαν να αποφεύγουν την αναγραφή των συμπλοκών μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων, καθώς και κάθε ενέργεια του δολοφονικού κομιτάτου. Μια εφημερίδα που παραβίασε αυτή τη διαταγή, τιμωρήθηκε με κλείσιμο των γραφείων της και απαγόρευση της έκδοσής της.

ΑΘΗΝΑΙ

 

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΩΝ

Θεσσαλονίκη 18 Νοεμβρίου. Έντεκα κομιτατζήδες από τα Βοδενά, της συμμορίας του Τάσιου Βλάχου, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δεκαπέντε ετών.

ΣΚΡΙΠ

 

ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ

Τηλεγραφούν από τη Θεσσαλονίκη, ότι ένας τούρκος σκοπός και μια τουρκική περίπολος δέχτηκαν επίθεση στο Ράζλογκ από συμμορία κομιτατζήδων, η οποία σκότωσε δύο χωροφύλακες και πέντε στρατιώτες,

Παρά το χιόνι και τον παγετό που επικρατεί σε αυτά τα μέρη, οι συμμορίες των κομιτατζήδων εξακολουθούν το έργο τους.

ΧΡΟΝΟΣ

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 19 Νοεμβρίου 1904, στο δημόσιο δρόμο, κοντά στο χωριό Έξι-Σου του καζά Φλώρινας. Νεκροί: οκτώ καροτσέρηδες ( τέσσερις από το Σόροβιτς και τέσσερις από την Κοζάνη).

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

 

 

Σάββατο 20 Νοεμβρίου / 3 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του σώματος Καούδη

Σάββατο. Αλλάζουμε καταλύματα. Το απόγευμα ρωτάμε κα μαθαίνουμε τους πρωτεργάτες της βουλγαρικής μερίδας, που έβαλαν το Βλάχο στο [χωριό].

Το ημερολόγιο τελειώνει απότομα. Το υπόλοιπο τμήμα του έχει χαθεί.

20.11.1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Στις 2 μ.μ. επιστρέφει ο οδηγός Φασούλας. Φέρνει ούζο, λουκούμια και καραμέλες.

Στις 3:20 φεύγουμε από εκεί, με οδηγούς το Φασούλα και τον Απ. Γεωργίου, κατεβαίνουμε το Σαραντάπορο, το μικρό παραπόταμο του Αλιάκμονα κατά τις 5 μ.μ. Περπατάμε σε αγρούς, ανηφοριές και ανώμαλα μέρη και φτάνουμε στις 8 ¾ π.μ. σε ένα ερημοκλήσι, της Αγίας Παρασκευής, μέσα σε μια δασωμένη χαράδρα, που βρίσκεται μισή ώρα απόσταση από το Παλαιόκαστρο.

Ευχαριστούμε το θεό. Ο Φασούλας πάει στο Παλαιόκαστρο και μας φέρνει φαγητό, αυγά, κρασί και ψωμί. Μαζί με το Φασούλα έρχονται ο παπάς του χωριού Παπαχριστοδούλου και κάποιος έμπορος Παπακώστας, από τη Σιάτιστα, που είναι μέλος της εκεί ελληνικής επιτροπής και μας πληροφορεί για διάφορα. Αυτοί μένουν μαζί μας μέχρι τα μεσάνυχτα.

Διανυκτερεύουμε στην εκκλησία, που έχει πλακόστρωτο πάτωμα. Έχει φοβερή υγρασία. Μέσα από τα θεμέλια της βγαίνουν νερά. Ανάβουμε φωτιά μέσα στην εκκλησία και κοντεύομε να πάθουμε ασφυξία από τον πολύ καπνό.

20.11.1904

 

 

 

 

 

[Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΖΕΛΕΝΙΤΣ]

Η χθεσινή «Βετσέρνα Πόστα» δημοσιεύει τη ακόλουθη ιδιαίτερη ανταπόκρισή από το Ζελενίτσι [Ζέλενιτς]:

Χθες 13 Νοεμβρίου, γινόταν γάμος στο σπίτι του Τρύφωνα Γκότεφ, στο οποίο είχαν προσκληθεί περισσότεροι από 100 χωρικοί με τις οικογένειές τους. Τα μεσάνυχτα μια ελληνική συμμορία 80-100 αντρών, με αρχηγούς τον Κολοκοτρώνη και το Σκοτίδη, περικύκλωσε το σπίτι και έπιασε και μερικές άλλες κατάλληλες θέσεις. Σαράντα άντρες μπήκαν σιγά, χωρίς να τους καταλάβει κανείς, στην αυλή του σπιτιού. Μέσα σε ένα δωμάτιο έτρωγαν εβδομήντα περίπου καλεσμένοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι Έλληνες άρχισαν να πυροβολούν από την πόρτα. Με τους πρώτους πυροβολισμούς έσπασαν όλες οι λάμπες. Τα παλληκάρια εξακολούθησαν να πυροβολούν για είκοσι λεπτά της ώρας. Σκότωσαν δεκατρία άτομα (εδώ ο ανταποκριτής δίνει τα ονόματα και την ηλικία των σκοτωμένων), όλων κατοίκων του Ζελενίτσι. Υπάρχουν και πέντε τραυματίες. Το θέαμα είναι τρομερό. Το δωμάτιο έγινε λίμνη, από τα αίματα των πτωμάτων.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

 

 

Κυριακή 21 Νοεμβρίου / 4 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Το πρωί έρχεται ο Φασούλας και φέρνει φασολάδα, κρασί και ψωμί. Παρήγγειλε και φαγητό για το βράδυ. Μετά έρχεται ο παπάς και φέρνει μια κότα και δυο πρόσφορα.

Διημερεύουμε εδώ. Πρώτα χιονίζει και μετά βρέχει.

Μαγειρεύουμε μέσα στην εκκλησία ένα κεφάλι σφαχτού, εντόσθια και την κότα.

Ο παπάς μας αφήνει τους δυο γιους του, για να μας βοηθήσουν. Οι σκοποί αλλάζουν έξω κάθε μια ώρα, λόγω της παγωνιάς.

Το βράδυ έρχεται ο Παπαχριστοδούλου με το Φασούλα, με τρόφιμα και διάφορα ψώνια.

Ο ιερέας του σώματος, μαζί με έναν άντρα,  πηγαίνει στο χωριό, στο σπίτι του Παπαχριστοδούλου. Μετά πηγαίνει εκεί και ο καπετάνιος, μαζί με άλλους τρεις άντρες, γιατί η διαγωγή του μουχτάρη του χωριού Γ. Βερβέρη είναι ύποπτη και πρέπει να τον νουθετήσει για τα καθήκοντά του. Όλοι αυτοί διανυκτερεύουν στο χωριό. Οι υπόλοιποι διανυκτερεύουμε στην εκκλησία.

21.11.1904

 

 

 

 

 

[ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΑΧΗ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΩΝ ΚΑΙ ΣΕΡΒΙΖΟΝΤΩΝ]

Ο ανταποκριτής του παρισινού «Χρόνου» στη Θεσσαλονίκη γράφει:

Στο βιλαέτι των Σκοπίων ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο σλαβικών λαών φάνηκε προς στιγμήν πως θα πάρει μεγάλες διαστάσεις, όπως στα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου μεταξύ των Ελλήνων και των σχισματικών. Αλλά μετά από καμιά εικοσαριά φόνους που έγιναν μεταξύ κομιτατζήδων και σερβιζόντων, τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο, ξαφνικά τα πράγματα ησύχασαν.

Την ησυχία αυτή, η οποία φαίνεται πως θα διατηρηθεί προσωρινά, μπορεί να την αποδώσει κανείς στο χειμώνα που άρχισε ήδη με δριμύτητα και τη συνακόλουθη χαλάρωση, αλλά και στην επίσκεψη του βασιλιά της Σερβίας Πέτρου στη Σόφια.

Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει τι θα γίνει στο μέλλον.

ΠΡΩΙΑ

 

 

 

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου / 5 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Στις 5 ½ π.μ. επιστρέφουν ο καπετάνιος και όσοι είχαν πάει στο χωριό.

Στις 10 π.μ. κάποιοι αγροφύλακες του χωριού, που είδαν τους σκοπούς του σώματος, τρόμαξαν και έφυγαν τρέχοντας. Οι υπόλοιποι πήραμε τα όπλα και βγήκαμε στη χαράδρα, αλλά αργότερα ξαναγυρίσαμε στην εκκλησία.

Ο ιερέας Παπαχριστοδούλου ανέλαβε να πάει στο χωριό Βαϊπέσι, από όπου ήταν οι αγροφύλακες να τους βρει και να τους καθησυχάσει. Έτσι και έγινε.

Αφού γύρισε ο ιερέας, ετοιμάσαμε το συσσίτιο.

Στις 3 ½ μ.μ. ήρθε ο μουχτάρης μαζί με το Φασούλα.

Στις 4 μ.μ. ο ιερέας του σώματος έκανε παράκληση.

Στις 4 ¼ μ.μ. το σώμα αναχώρησε.

Στις 8 μ.μ. φτάσαμε σε ένα μέρος, μισή ώρα απόσταση από τη Σιάτιστα. Μετά μισή ώρα, ήρθαν εκεί τα μέλη της επιτροπής, ο γιατρός Αλέξ. Οικονομίδης και δύο άλλοι, με ένα σωματοφύλακα. Μας έφεραν τροφή και δώρο καπνό για τους άντρες. Αφού συνεννοηθήκαμε μαζί τους αναχωρήσαμε στις 9 ½ μ.μ.

Ακολουθήσαμε πορεία κατά μήκος του ποταμού Σισάνι, μέσα από πάγους και χιόνια. Στο τέλος ο οδηγός έχασε το δρόμο. Βρήκε ένα μονοπάτι, που έφευγε από το ποτάμι και το περάσαμε τρεις φορές. Μετά από συνεχείς στάσεις, φτάσαμε τελικά, εντελώς εξαντλημένοι, στη μονή Παναγίας Σισανίου στις 7 π.μ.

22.11.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Τσόντου-Βάρδα προς τον Παμίκο Ζυμβρακάκη

Από το λημέρι του χωριού Φυλή [Φιλί], λημεριάσαμε ξανά στις 19 του μήνα κοντά στο χωριό Γκουστόμι [Γκοστόμ], αφού περάσαμε το Βενέτικο (με τέσσερα ζώα), το Γρεβενίτικο (με τα πόδια, μέσα στα νερά) και τον Αλιάκμονα (με ένα καράβι). Μετά από μεγάλη και κουραστική πορεία, μέσα από αμπέλια, καλλιεργημένα χωράφια και γλιστερά εδάφη (λόγω πάγου), μείναμε σε ένα δάσος, όπου τα πάντα είχαν σκεπαστεί από πάγους.

Από εκεί ξεκινήσαμε στις 3 ½ μ.μ. και φτάσαμε εδώ στις 10 μ.μ. Τα χωριά τριγύρω είναι ελληνικά, γι’ αυτό δεν υπάρχει μεγάλος φόβος. Άλλωστε μας οδηγούν από μέρη απόκεντρα, όπου σπάνια συναντάς άνθρωπο το χειμώνα.

Ήταν να φύγουμε από εδώ, αλλά χιόνιζε από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα. Επειδή οι άντρες είναι κουρασμένοι και η επόμενη πορεία θα είναι δώδεκα ώρες, αποφάσισα να μείνουμε εδώ σήμερα, σε ένα ξωκλήσι και αύριο αναχωρούμε. Θα πάμε σε ένα μοναστήρι, μετά τη Σιάτιστα. Από εκεί μετά, με μια πορεία, θα μπούμε στην επαρχία Καστοριάς.

Χθες το βράδυ, πήρα τέσσερις άντρες και πήγα στο σπίτι του παπά-Χριστοδούλου, όπου ήταν αυτός, ο μουχτάρης και άλλος ένας. Μίλησα μαζί τους και τους είπα πως πρέπει να εργάζονται για να βοηθούν το έργο μας, να διευκολύνουν στην εισαγωγή πολεμοφοδίων και στην είσοδο των σωμάτων.

Το ζήτημα των οδηγών έχει τελείως λυθεί, με εκείνους που βρήκε ο κ. Οικονομίδης. Είναι μια σειρά συνεννοημένων ανθρώπων, από χωριό σε χωριό. Άνθρωποι που έχουν τις κακίες και τα ελαττώματά τους, ως μικροί άνθρωποι, αλλά είναι τελικά ασφαλείς.

Απόψε, σε μια μονή που απέχει λίγες ώρες από εδώ, θα συναντήσω την επιτροπή της Σιάτιστας, που θα κατέβει επίτηδες και θα συνεννοηθώ μαζί τους για όλα όσα αφορούν τη λειτουργία της ταχυδρομικής υπηρεσίας και τη μεταφορά κάθε τι αναγκαίου.

Αν και όλα είναι σκεπασμένα με χιόνι, θα προχωρήσουμε, έστω και αργά.

Αν μπορείς μιλήσεις σε κάποιον, να συστήσεις να δώσει αρκετά χρήματα στον κ. Οικονομίδη, ώστε να κανονίσει για όλα τα ζητήματα μέχρι τη Σιάτιστα, καθώς είναι ο πιο κατάλληλος.

Παλαιόκαστρο 22.11.1904

 

 

 

 

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 22 Νοεμβρίου 1904 κοντά στο χωριό Λογκόβαρντι (Logovardi) του καζά Μοναστηρίου. Νεκροί: Ο παπά-Γιώργης και ο σιδεράς Πέτρος Τράικος. Και οι δύο από το χωριό Ράπες (Rapeš)

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

[Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΖΕΛΕΝΙΤΣ]

Τηλεγράφημα από την Κωνσταντινούπολη που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» της Ρώμης:

Τη νύκτα της Κυριακής [14/27 Νοεμβρίου] ομάδα εκατό Ελλήνων, υπό την αρχηγία των Κολοκοτρώνη, Σκοτιδέα και Κούζη, μπήκε στο βουλγαρικό χωριό Ζελένι [Ζέλενιτς], που βρίσκεται έντεκα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από το Έξι Σου.

Η ομάδα σκότωσε δεκατρείς και πλήγωσε πέντε.

Το στρατιωτικό απόσπασμα που βρισκόταν στη Νέβεσκα, δυο χιλιόμετρα μακριά, δεν προσέτρεξε και έτσι η ομάδα μπόρεσε να διαφύγει.

Οι πρόξενοι Μοναστηρίου αναχώρησαν για το χωριό, για να κάνουν ανακρίσεις.

ΑΘΗΝΑΙ

 

ΦΟΝΟΙ ΚΟΜΙΤΑΤΖΗΔΩΝ

Από το Μοναστήρι τηλεγραφούν ότι στο χωριό Ζελενίτσια [Ζέλενιτς], μεγάλο ελληνικό σώμα μπήκε σε σπίτι που γινόταν γάμος, σκότωσε δεκατέσσερις κομιτατζήδες και τραυμάτισε βαριά άλλους πέντε. Όλοι οι Έλληνες που αποτελούν αυτό το σώμα κατόρθωσαν να διαφύγουν.

ΣΚΡΙΠ

 

ΤΟΥΡΚΟΚΡΗΤΙΚΟΙ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο ανταποκριτής μας στα Χανιά μας έστειλε χθες μια σοβαρή είδηση, σχετικά με σχεδιαζόμενη καταδίωξη των ελληνικών ομάδων στη Μακεδονία.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του ανταποκριτή μας, γνωρίζοντας ότι μεταξύ των ελληνικών ομάδων βρίσκονται και πολλοί Κρητικοί, σαράντα Τουρκοκρητικοί από τα Χανιά πήγαν στη Θεσσαλονίκη για να καταταχθούν στα μεταβατικά αποσπάσματα, των οποίων τη σύσταση αποφάσισε η τουρκική κυβέρνηση για την καταδίωξη των ελληνικών ομάδων και των βουλγαρικών συμμοριών.

ΧΡΟΝΟΣ

 

 

 

Τρίτη 23 Νοεμβρίου / 6 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Γίνεται καταμέτρηση των αντρών και λείπει ο Δημ. Ανδρεάνης. Φαίνεται πως κοιμήθηκε σε κάποια στάση του σώματος και έμεινε εκεί. Στείλαμε έναν άντρα από το μοναστήρι για να τον βρει, αλλά μάταια.

Διημερεύσαμε στο μοναστήρι, όπου και μας τροφοδότησαν δωρεάν. Σε απόσταση 3/4 της ώρας από το μοναστήρι συναντήσαμε δώδεκα ρεδίφιδες (έφεδρους).

Στις 5:20 μ.μ. αναχωρήσαμε από τη μονή της Παναγίας. Ο Ευάγγελος Φραγκιαδάκης με δεκατέσσερις άντρες έφυγαν για τη Λόσνιτσα. Ο καπετάνιος [Βάρδας] με τους υπόλοιπους κατευθυνθήκαμε στη μονή του Αγίου Δημητρίου, στην οποία φτάσαμε στις 7 μ.μ. Αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε εδώ.

Κατά τις 9 μ.μ. ήρθαν ο επίτροπος της μονής Ντούλιας Κυριαζής και ο Ηλίας Κούντουρας από το Μπλάτσι, που μας γύρευαν.

23.11.1904

 

 

 

 

 

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

τόπος μάχης: Κοντά στο χωριό Πεσιρίσινο [Πεστρίσινο, του καζά Σίπσκα]

στρατιωτικό απόσπασμα

τσέτα

αριθμός αντρών: δεκαπέντε (15)

 

νεκροί: δύο (2)

αιχμάλωτοι: δύο (2)

εφημερίδα: ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 23.11.1904

προέλευση είδησης: Κωνσταντινούπολη 21.11.1904

 

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Παρίσι 22 Νοεμβρίου. Η «Πρωία» δημοσίευσε το εξής τηλεγράφημα από το Βελιγράδι:

Το υπουργείο Εξωτερικών της Σερβίας έλαβε τηλεγράφημα που ενημερώνει ότι κάποια ελληνικά σώματα επιτέθηκαν στην περιοχή Μοναστηρίου [χωριό Ζέλενιτς] κατά καλεσμένων σε γάμο. Φονεύθηκαν δεκατρείς και πληγώθηκαν πέντε. Τα σώματα κατέφυγαν μετά στα βουνά.

ΚΑΙΡΟΙ

 

 

 

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου / 7 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Την 1η π.μ. ήρθαν οι Νικόλαος Πύρζας και Αριστείδης Μαργαρίτης, μαζί με άλλους δύο. Ο ερχομός τους δημιούργησε έφερα μια αναστάτωση. Διανυκτερεύσαμε όλοι στο μοναστήρι.

Το πρωί έγινε λειτουργία.

Στις 9:25 αναχώρησαν οι Ντούλιας και Κούντουρας για το Μπλάτσι. Από το πρωί έφυγε αποστολή για να αναζητήσει τον Ανδρεάνη. Το μεσημέρι έπιασαν τρεις χριστιανούς Γύφτους, που περνούσαν έξω από τη Σιάτιστα. Αυτοί τους είπαν ότι αυτόν που ψάχνουμε, τον σκότωσαν οι Τούρκοι χτες στη Βρόντιστα. Οι Γύφτοι ελευθερώθηκαν, αφού πρώτα ορκίστηκαν εχεμύθεια.

Στις 5:15 μ.μ. αναχωρήσαμε. Η πορεία μας ήταν σε μονοπάτια, στις νοτιοανατολικές πλαγιές του όρους Μουρίκι. Περάσαμε χιόνια, χαράδρες, βράχους, πάγους και τελικά φτάσαμε στη Λόσνιτσα στις 8 ½ μ.μ. Εκεί μας υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, οι πρώην λήσταρχοι και τώρα καπετανέοι, Καραλίβανος και Μπισμπίκης, ο Φραγκιαδάκης, τα μέλη της επιτροπής και διάφοροι κάτοικοι. Το σώμα μοιράστηκε σε τρία καταλύματα μέσα στο χωριό και διανυκτερεύσαμε.

24.11.1904

 

 

 

 

 

[ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ]

Σόφια 23 Σεπτεμβρίου. Η «Βετσέρνα Πόστα» γράφει ότι ο γάλλος υπουργός Εξωτερικών Δελκασσέ γνωστοποίησε στο Διπλωματικό Αντιπρόσωπο της Βουλγαρίας στο Παρίσι, ότι διεξάγονται έντονες διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ιταλίας, ώστε να αναγκάσουν το Σουλτάνο να διορίσει χριστιανό Γενικό Διοικητή στη Μακεδονία.

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

 

Πέμπτη 25 Νοεμβρίου / 8 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Το πρωί ο καπετάνιος [Τσόντος-Βάρδας] έκανε συμβούλιο με τους άλλους καπεταναίους και την επιτροπή του χωριού Λόσνιτσα.

Εκεί συντάχθηκε και υπογράφηκε το παρακάτω πρακτικό:

Σήμερα 25 Νοεμβρίου 1904, τα μέλη της επιτροπής, παρουσία του αρχηγού των ελληνικών σωμάτων, αποφασίσαμε και αποδεχθήκαμε τα εξής:

α) Το χωριό θα συντηρεί τέσσερις σκοπούς για τη φύλαξη του χωριού και των σωμάτων που έρχονται, με αμοιβή ένα εικοσόφραγκο το μήνα.

Θα δίνει ψωμί στα σώματα.

Ο αρχηγός αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώνει δύο οδηγούς, οι οποίοι θα είναι και ταχυδρόμοι, από ένα εικοσόφραγκο το μήνα.

 

Ο Αρχηγός

Γ. Βάρδας

Η Επιτροπή

παπα-Γιώργης

Δημ. Τζήμας

Αλέξιος Γ. Αλέξη

Ζήσης Δούφλιας

Κώστα Παπαϊωάννου

 

Το βράδυ ήρθαν τρεις άντρες που γυρίζουν στην Αθήνα, από το σώμα του Ρούβα. Δημιουργήθηκε μικρή αναστάτωση, καθώς έγινε παρεξήγηση με τα καραούλια, που νόμιζαν πως έφτασε στρατός.

Η τροφοδοσία του σώματος, εκτός από το ψωμί, γίνεται επί πληρωμή.

Οι Γυμπάκης και Πατσογιάννης (για λόγους συμφέροντος) θα επιστρέψουν στην Αθήνα.

Οι Δασκαλάκης, Καρόπουλος και Φραγκιαδάκης εντάσσονται στο βασικό σώμα.

Στις 9.25 μ.μ. το βασικό σώμα, μαζί με την εξαμελή ομάδα του Αριστείδη Μαργαρίτη, αναχωρούμε για το Βογατσικό.

Οι υπόλοιποι άντρες με τους καπετάνιους Καραλίβανο, Μπισμπίκη, Πύρζα και Φραγκιαδάκη έφυγαν για το Κωσταράζι.

Μετά από πορεία, μέσα σε ένα χείμαρρο, φτάσαμε έξω από το Βογατσικό. Εκεί καθίσαμε περίπου μια ώρα μέχρι να συνεννοηθούμε για καταλύματα. Τελικά στις 3.20 π.μ. μπήκαμε στο χωριό, μοιραστήκαμε σε τρία τμήματα και διανυκτερεύσαμε.

25.11.1904

 

 

 

 

 

ΟΙ ΡΩΜΟΥΝΟΙ ΣΤΗ ΒΕΡΟΙΑ

Όπως έγινε γνωστό από τη Βέροια, ο ανταγωνισμός μεταξύ των Ελλήνων και των Ρωμούνων έφτασε στο κατακόρυφο.

Προχθές η ρωμουνική προπαγάνδα ζήτησε να αγοράσει ένα οικόπεδο αντί 380 λιρών. Αλλά η ελληνική κοινότητα πρόσφερε 420 λίρες και το αγόρασε αυτή.

Επίσης ζήτησε να αγοράσει οκτώ σπίτια, αλλά οι δικοί μας πρόλαβαν και τα αγόρασαν.

Επειδή δε οι Ρωμούνοι σχημάτισαν, για εκφοβισμό, σώμα από κομιτατζήδες, αποφάσισαν και οι Έλληνες και δημιούργησαν παρόμοιο σώμα και μάλιστα μεγαλύτερο για να εκμηδενίσει τη δύναμη του ρωμουνικού.

ΚΑΙΡΟΙ

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

τόπος μάχης: κοντά στην πόλη Στιπ

ημερομηνία μάχης: πριν από λίγες μέρες

στρατιωτικό απόσπασμα

τσέτα

 

νεκροί: δύο (2)

αιχμάλωτοι: δύο (2)

εφημερίδα: ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ημερομηνία: 25.11.1904

 

 

 

 

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου / 9 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Διημερεύουμε στο Βογατσικό. Το βράδυ συζητάμε για την εργασία με τους προύχοντες, στο σπίτι του παπά-Δημήτρη Οικονόμου.

Τα μεσάνυχτα έρχονται στο κατάλυμα και διανυκτερεύουν μαζί μας, οι Καραλίβανος, Μπισμπίκης και άλλοι δύο.

26.11.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Τσόντου-Βάρδα προς τον Παμίκο Ζυμβρακάκη

Στις 22 αναχώρησα από το Παλαιόκαστρο. Στις 4 ½ μ.μ. έφτασε σε κάποια απόσταση από τη Σιάτιστα, όπου μας περίμεναν μερικά άτομα της επιτροπής. Μας έφεραν καπνό, ούζο και τρόφιμα. Μίλησα μαζί τους αρκετή ώρα και μετά φύγαμε. Περπατήσαμε μέχρι τις 7 π.μ., δηλαδή 14 ώρες περίπου. Δυστυχώς είχαμε κακό οδηγό και αντί να κόψουμε δρόμο, τον κάναμε ολόκληρο. Κουραστήκαμε πολύ και εκτεθήκαμε, όταν ξημέρωσε, στα μάτια του κόσμου. Στο τέλος, ο οδηγός έχασε το δρόμο, από το πολύ χιόνι που είχε σκεπάσει τα πάντα.

Αυτό είχε δυσάρεστο αποτέλεσμα, γιατί στην τελευταία μάλλον στάση που κάναμε για ξεκούραση, μας πήρε ο ύπνος και όταν ξεκινήσαμε, κάποιος Λακιώτης, ο Δημ. Ανδριάνης, δεν κατάλαβε ότι ξεκινάμε και δυστυχώς δεν τον είδε κανένας, ότι έμεινε εκεί κοιμισμένος. Καταλάβαμε ότι έλειπε μόνον όταν φτάσαμε στο μοναστήρι.

Αυτός όταν ξύπνησε, αντί να ακολουθήσει τα ίχνη μας, γύρισε πίσω και μπήκε σε ένα αχυρώνα. Ένα τουρκόπαιδο τον είδε και ειδοποίησε κάποιους οθωμανούς που πήγαν να τον βρουν. Όταν ο Ανδριάνης τους κατάλαβε, πυροβόλησε και σκότωσε ένα οθωμανό. Μετά βγήκε από τον αχυρώνα και άρχισε να τρέχει. Οι άλλοι οθωμανοί τον κυνήγησαν, ανταλλάζοντας πυροβολισμούς. Δυστυχώς όμως γι αυτόν, έρχονταν έξι-επτά έφιπποι χωροφύλακες και έτσι βρέθηκε ανάμεσα σε δυο πυρά. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και αμύνθηκε γενναία, σύμφωνα με τους οθωμανούς, αλλά στο τέλος τον έπιασαν και τον έκαναν κομμάτια, από τη λύσσα τους.

Το ίδιο βράδυ πήγαμε σε ένα άλλο μοναστήρι, όπου μείναμε μέχρι το βράδυ της 24ης, οπότε πήγαμε στο χωριό Λόσνιτσα. Εκεί οι κάτοικοι μας υποδέχθηκαν, έξω από το χωριό, με μεγάλη χαρά.

Στη Λόσνιτσα συνάντησα τους καπεταναίους Καραλίβανο, Βισβίκη και Μαργαρίτη (οι άλλοι γνωστοί σου είναι μακριά). Μίλησα με αυτούς στις 25 του μήνα, οργάνωσα δε την επιτροπή του χωριού με τρόπο μόνιμο και ασφαλή.

Στις 26 είδα ότι πολλοί κάτοικοι ήταν πρόθυμοι να μας προσφέρουν διαμονή, τρόφιμα κτλ. Το βράδυ κάλεσα την επιτροπή σε κάποιο σπίτι, τους μίλησα και μου υποσχέθηκαν ότι θα κάνουν όλα όσα τους ζήτησα.

Είναι μεγάλη ανάγκη να μου στείλουν γρήγορα όπλα και φυσίγγια, γιατί αν δεν αρχίσουμε να τους δίνουμε, θα θεωρήσουν πως τους κοροϊδεύουμε, όπως έγινε πολλές φορές μέχρι τώρα.

Επίσης πρέπει να μουν στείλουν τα αναγκαία χρήματα, γιατί μόλις μπει ο μήνας πρέπει να πληρώσω τους μισθούς.

Βογατσικό 26.11.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Δημήτρη Κάκκαβου

Στις 26 Νοεμβρίου το σώμα του Κρητικού Μανώλη Κατσίγαρη αναχώρησε από το Βλάντοβο και το βράδυ της ίδιας μέρας συνέλαβε κοντά στο Τέχοβο τέσσερις φανατικούς σχισματικούς. Τους τρεις τους σκότωσε και τον τέταρτο τον τραυμάτισε θανάσιμα.

 

 

 

 

 

[ΕΒΔΟΜΗΝΤΑΔΡΑΧΜΟΙ ΜΙΣΘΟΦΟΡΟΙ]

Βιέννη. Το βουλγαρικό τηλεγραφικό πρακτορείο δημοσιεύει τηλεγράφημα, στο οποίο οι άντρες που αποτελούν τα ελληνικά σώματα χαρακτηρίζονται ως εβδομηντάδραχμοι μισθοφόροι διαφόρων εθνικοτήτων.

ΚΑΙΡΟΙ

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

ημερομηνία μάχης: πριν από λίγες μέρες

στρατιωτικό απόσπασμα

τσέτα

βοεβόδας: Τζέρνοβικ

 

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: νεκροί είναι οι: Γιοβάντσε Γούσου και Στόιτσου Γιοβάντσου, από το χωριό Χομεζλάρ της Άνω Τζουμαγιάς

εφημερίδα: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 26.11.1904

 

ΠΑΡΑΣΗΜΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΙΛΜΗ ΠΑΣΑ

Τα βυζαντινά φύλλα γράφουν, ότι ο Σουλτάνος εκτιμώντας τις υπηρεσίες του γενικού επιθεωρητή των ευρωπαϊκών νομών Χουσεΐν Χιλμή πασά, προς το θρόνο και το κράτος, αποφάσισε να του απονείμει το αδαμαντοκόλλητο παράσημο του Οσμανιέ.

ΠΡΩΙΑ

 

ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ

Θεσσαλονίκη 25 Νοεμβρίου. Όλοι οι σχισματικοί [εξαρχικοί] δάσκαλοι του διαμερίσματος Χρούπιστας του καζά Καστοριάς συνελήφθησαν και υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους.

Επίσης ο καϊμακάμης του Δεμίρ Χισάρ απαγόρευσε σε όλους τους σχισματικούς δάσκαλους να παραδίδουν μαθήματα στην περιφέρειά του.

ΧΡΟΝΟΣ

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: Λούκοβιτς Φλώρινας

χάρτης Κοντογόνη: Λεσκοβέτς του καζά Φλώρινας

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: Επαμεινώνδας

σημείωση: το σώμα πυρπόλησε ένα σπίτι του χωριού και όλους όσους είχε αυτό μέσα

εφημερίδα: ΑΣΤΥ

ημερομηνία: 26.11.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 25 Νοεμβρίου (τηλεγράφημα)

 

 

 

 

Σάββατο 27 Νοεμβρίου / 10 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Παραμένουμε όλη τη μέρα στο Βογατσικό. Αλλάζουμε καταλύματα. Η συμπεριφορά των κατοίκων είναι πολύ καλή. Απέχει λίγο, από το να είναι πρώτης τάξεως, καθώς φοβούνται τις τουρκικές αρχές. Διανυκτερεύουμε εδώ.

27.11.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Δημήτρη Κάκκαβου

Στις 27 Νοεμβρίου το πρωί, το σώμα του Κατσίγαρη βρέθηκε έξω από το χωριό Σαρακίνοβο, όπου μια βουλγαρική συμμορία, μαζί με πολλούς χωρικούς (συνολικά 150 άντρες), είχαν στήσει ενέδρα στους δικούς μας. Μετά από πεισματώδη μάχη οι Βούλγαροι τράπηκαν σε φυγή. Την άλλη μέρα ο καϊμακάμης που έφτασε επί τόπου, βρήκε οκτώ πτώματα και έξι βαριά τραυματίες. Οι δικοί μας δεν είχαν καμιά απώλεια.

 

 

 

 

 

 

 

[ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΜΕΛΑ]

Η εφημερίδα της Σόφιας «Δνέβνικ» δημοσίευσε την εικόνα του αειμνήστου οπλαρχηγού Παύλου Μελά, αλλά επιμένει να ισχυρίζεται ότι ο ήρωας δολοφονήθηκε από τους δικούς του οπαδούς.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΟΥΤΣΟΒΛΑΧΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Το μακεδονικό ζήτημα, το οποίο απασχολεί πολύ τον ξένο τύπο, έδωσε αφορμή στον Γρ. Γκίκα, πρεσβευτή της Ρουμανίας στο Παρίσι, να εκθέσει τη ρουμανική άποψη και να θίξει το ζήτημα των Κουτσοβλάχων.

Για πολύ καιρό, είπε ο Ρουμάνος πρεσβευτής, ο έλληνας πατριάρχης ήταν ο μόνος αντιπρόσωπος των χριστιανικών εθνικοτήτων της Τουρκίας και η ελληνική και χριστιανική ιδέα ενώνονταν σε μία ίδια έκφραση.

Έτσι οι αδελφοί μας Κουτσοβλάχοι της Μακεδονίας, έζησαν για πολλά χρόνια σε στενή επικοινωνία με τους Έλληνες, διατηρώντας στην οικογενειακή τους ζωή τη ρουμανική, ως δείγμα της αυτονομίας της φυλής τους, μιλώντας όμως περισσότερο την ελληνική στις σχέσεις τους με τους ξένους και δίνοντας στην Ελλάδα πολιτικούς, ιστορικούς και ποιητές.

Όταν ξεκίνησε ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών εθνικοτήτων της Μακεδονίας, όλα αυτά άλλαξαν. Η εθνική αφύπνιση των αδελφών μας έγινε εντονότερη και είναι σήμερα γεγονός τετελεσμένο. Παντού στη Μακεδονία συγκροτούνται ρουμανικές κοινότητες, καμιά δε αμφιβολία δεν επιτρέπεται να υπάρχει για τη σημαντική αυτή κίνηση, που γενικεύτηκε με αξιοθαύμαστη ταχύτητα, κρατώντας όμως απόλυτα άψογη στάση απέναντι στις τουρκικές αρχές.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Κυριακή 28 Νοεμβρίου / 11 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Όλη τη μέρα παραμένουμε στο Βογατσικό και διανυκτερεύουμε εδώ, αφού αλλάζουμε καταλύματα. Η αναχώρησή μας αναβλήθηκε, λόγω βροχής.

28.11.1904

 

 

Αποσπάσματα επιστολής του Τσόντου-Βάρδα προς τον Παμίκο Ζυμβρακάκη

Να κάνεις ό,τι μπορείς, να δοθεί ελευθερία για δράση και διαχείριση χρημάτων, στο λοχαγό κ. Οικονομίδη, ο οποίος, όπως κατάλαβα, είναι ο μόνος κατάλληλος για να διευκολύνει το έργο μας, στην περιοχή που βρίσκεται μεταξύ Τρικάλων και Σιάτιστας.

Να μας στείλουν γρήγορα πολλά όπλα και φυσίγγια (των οποίων υπάρχει έλλειψη). Αυτά θα μας εξασφαλίσουν τη συμμετοχή των κατοίκων.

Να μου στείλουν δύο όπλα και δύο περίστροφα, δευτέρου μεγέθους, όλα μάουζερ, μαζί με τα ανάλογα φυσίγγια, για να τα δώσω στους καπεταναίους που δεν έχουν. Να μου στείλουν επίσης ένα ίδιο με το δικό μου, για το Μιχελή [Μιχάλης Τσόντος, ξάδελφος του Βάρδα], γιατί με το δίκιο του ζηλεύει αυτούς που έχουν.

Να μου στείλουν χίλια φυσίγγια για αυτά τα όπλα.

Να μου στείλει ο αδελφός του Κρύου [: ο Κοκός, ο αδελφός του Παύλου Μελά (Κρύος)] χρήματα, αν είναι δυνατόν, να τα χειρίζομαι ανεύθυνα [δίχως αποδείξεις], γιατί θα με διευκολύνουν πολύ στην πρόοδο του έργου μου.

Να φροντίσει ο ίδιος, να μου στείλουν γρήγορα βόμβες, όπως του έχω γράψει ή να μου στείλουν έναν καλό τεχνίτη και τα υλικά θα τα βρούμε εδώ.

Έγραψα στον Καλαποθάκη και σήμερα γράφω πάλι, να μου στείλει μια μικρή σφραγίδα του Κομιτάτου, που θα έχει το ψευδώνυμο μου [: αρχηγός Βάρδας].

Βογατσικό 22.11.1904

 

 

 

 

 

Ο ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ

Κέρκυρα 27 Νοεμβρίου. Ο τύπος της Ρουμανίας ζητεί την υποστήριξη των Βλάχων της Μακεδονίας. Επιτίθεται δε κατά του Πατριάρχη, ως εργαζομένου υπέρ πανελληνιστικών σκοπών. Συνιστά στη κυβέρνηση να οργανώσει ρουμανικά σώματα στη Μακεδονία, για να υπερασπιστεί τους Βλάχους.

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

 

 

 

 

Δευτέρα 29 Νοεμβρίου / 12 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Παραμένουμε στο Βογατσικό. Απαιτούμε από τους προκρίτους να δώσουν ένα ορισμένο ποσό για την πληρωμή των ταχυδρόμων. Συγκεντρώνονται 428 γρόσια, αλλά δημιουργείται ψυχρότητα, λόγω του γεγονότος αυτού.

Στα 7 μ.μ. αναχωρούμε για τη Σλήμνιτσα [Σλίμιστα], ο καπετάνιος [Τσόντος-Βάρδας] με πέντε άντρες και τον ιερέα [παπα-Δράκο], μαζί με τον Καραλίβανου και τρεις άντρες του. Εκεί, σε απόσταση ¼ από το χωριό, συναντούμε τους Φραγκιαδάκη και Πύρζα με 16 άντρες. Μπαίνουμε όλοι μαζί στο χωριό στις 9 ½ μ.μ. και μοιραζόμαστε σε καταλύματα.

Στο κατάλυμα του αρχηγού συγκεντρώνονται οι δημογέροντες. Εκλέγεται εξαμελής επιτροπή, με τον παπά του χωριού για πρόεδρο, η οποία ορκίζεται και υπογράφει το εξής πρακτικό:

Σήμερα 29 Νοεμβρίου 1904, τα μέλη της επιτροπής, παρουσία του αρχηγού των ελληνικών σωμάτων, αποφασίσαμε και αποδεχθήκαμε τα εξής:

α) Το χωριό θα διορίζει δύο σκοπούς για τη φύλαξη του χωριού και των σωμάτων που έρχονται.

β) Θα χορηγεί καταλύματα στα σώματα

γ) Θα δίνει ψωμί στα σώματα.

δ) Ο αρχηγός αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώνει ένα οδηγό και ένα αγγελιοφόρο, από ένα εικοσόφραγκο το μήνα.

 

Ο Αρχηγός

Γ. Βάρδας

Η Επιτροπή

παπα-Βασίλης

Γ. Βασιλείου

Αθ. Πέτρου

Ν. Καρπουτάς

Χ. Χρήστου,

Β. Βούλτσος

29.11.1904

 

 

 

 

 

ΟΙ ΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο ανταποκριτής των «Καιρών» του Λονδίνου στη Θεσσαλονίκη τηλεγραφεί τα εξής:

Στο χωριό Ζαλενδτζή [Ζέλενιτς], του διαμερίσματος της Φλώρινας, ελληνική συμμορία μπήκε το βράδυ στο σπίτι κάποιου χωρικού, ονόματι Στέφανου Τράικο, όπου γινόταν γάμος και δολοφόνησε δέκα πρόσωπα (μεταξύ των οποίων μια γυναίκα και έναν Οθωμανό), πλήγωσε δε άλλα πέντε. Η συμμορία διέφυγε.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 29 Νοεμβρίου 1904. Νεκροί: ο Γιάννης Γραμματικός από το Έξι-Σου και η γυναίκα του Γαρουφαλιά.

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: Στο πρόποδες του όρους Βέρμιο

σώμα ή ομάδα

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: καπετάν Θάνος

τσέτα

νεκροί: ένας (1)

τραυματίες: δύο (2)

νεκροί: τρεις (3)

τραυματίες: τέσσερις (4)

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 29.11.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 29.11.1904

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: Δαούτ-Μπαλή

χάρτης Κοντογόνη: Δαούτμπαλη (χριστιανικό χωριό) του καζά Θεσσαλονίκης

θύματα

νεκροί: δέκα (10)

σημείωση: πιάστηκαν στο δάσος και τουφεκίστηκαν

εφημερίδα: ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 29.11.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη

 

μάχη τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος και τσέτας

τόπος μάχης: Λέζοβο του καζά Στιπ

στρατιωτικό απόσπασμα

τσέτα

αριθμός αντρών: δεκαέξι (16)

 

νεκροί: δύο (2)

αιχμάλωτοι: τρεις (3)

εφημερίδα: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 29.11.1904

 

ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Τα χθεσινά φύλλα του Βουκουρεστίου δημοσιεύουν τη σοβαρή είδηση, πως η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε εμπιστευτικά στην ελληνική κυβέρνηση, την αποδοκιμασία της για τις ενέργειες των ελληνικών συμμοριών στη Μακεδονία, οι οποίες εμποδίζουν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, βλάπτουν δε και το ελληνικό στοιχείο.

Και άλλες δυνάμεις θα προβούν σε όμοιες παραστάσεις.

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

 

Η ΠΥΛΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΛΑΓΩΝΙΑΣ

 Σύμφωνα με ειδήσεις από την Κωνσταντινούπολη, η Πύλη διαμαρτυρήθηκε στο Πατριαρχείο κατά του μητροπολίτη Πελαγωνίας Ιωακείμ, ότι σπέρνει μίση και διχόνοιες ανάμεσα στον πληθυσμό της Μακεδονίας.

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

 

 

 

Τρίτη 30 Νοεμβρίου / 13 Δεκεμβρίου 1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Θύμιου Καούδη προς τον Τσόντο-Βάρδα (25.7.1931)

Μόνο τρεις-τέσσερις μέρες ήμασταν στο Ζέλοβο, δεν θυμάμαι καλά, όταν ένα πρωί, εκεί που καθόμασταν στον ήλιο, γιατί είχε λιακάδα, βλέπουμε στη απέναντι ράχη του βουνού, προς την Πρέσπα, να τρέχουν  άνθρωποι. Άπλωναν σε όλη τη ράχη και έφτιαχναν μετερίζια. Εμείς μείναμε ακίνητοι και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε ποιοι είναι.

Μετά από λίγο ήρθε μια γυναίκα και έφερε μια επιστολή από τους Μήτρο Βλάχο, Ναούμη και Τράικο, που έλεγε να βγούμε οι παλικαράδες να πολεμήσουμε.

Βγήκαμε λοιπόν και πιάσαμε το τουφέκι ως το βραδάκι. Ούτε εμείς μπορούσαμε να τους κάνουμε τίποτα, ούτε αυτοί. Αργά το βράδυ πέρασαν ένας-ένας και έφυγαν προς τη Μπεσφίνα.

Πληγώθηκαν τρεις-τέσσερεις δικοί τους, όπως μάθαμε αργότερα.

Τότε μας ειδοποίησαν από το Ζέλοβο, ότι έρχεται στρατός. Αφήσαμε λοιπόν τους Βούλγαρους και τρέξαμε να κρυφτούμε στο χωριό, που ήταν κοντά. Τελικά αυτό που συνέβαινε, ήταν ότι ερχόταν ο παπά Σταύρος με καμιά δεκαριά ζαπτιέδες από την Κούλα Πισοδερίου.

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Το πρωί μένουμε στη Σλήμνιστα [Σλίμιστα]. Έρχονται μερικοί χωρικοί και ο παπάς από το χωριό Σδράλτσι.

Στις 7:20 μ.μ. αναχωρούμε για το χωριό Μόλασι (που έχει 16 σπίτια). Πρώτα βαδίζουμε στον αμαξιτό δρόμο. Μετά περνάμε τη γέφυρα του Αλιάκμονα και στη συνέχεια περνάμε μέσα από αγρούς, λόφους, ρέματα και μέρη γεμάτα λάσπη. Χανόμαστε για λίγο. Διαβαίνουμε ένα παραπόταμο του Αλιάκμονα, που δεν ξέρουμε το όνομά του, κοντά στη θέση για ζώα Κυρανταργιό.

Φτάνουμε τέλος στο χωριό στις 1:25 π.μ. Οι κάτοικοι μας υποδέχονται πολύ καλά. Διανυκτερεύουμε εδώ.

30.11.1904

 

 

 

 

 

[ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΜΕΛΑ ΚΑΙ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ]

Η «Πολιτική Ανταπόκριση» πληροφορείται από την Αθήνα, ότι είναι ανακριβής η πληροφορία πως ο υπολοχαγός Κολοκοτρώνης βρίσκεται με κάποια συμμορία στη Μακεδονία. Ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται στην Αθήνα. Πριν από έξι μήνες είχε επιχειρήσει περιοδεία για να μελετήσει την κατάσταση στη Μακεδονία. Τότε τσακώθηκε με τον υπολοχαγό Μελά, που σκοτώθηκε πρόσφατα. Ο τσακωμός αυτός κατέληξε σε μονομαχία μεταξύ Μελά και Κολοκοτρώνη, κατά την οποία ο δεύτερος είχε τραυματιστεί.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

Η ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ ΤΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΩΝ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Μετά από πρόταση του Χιλμή πασά, η τουρκική κυβέρνηση διώρισε το Ναζίρ πασά, για αρχηγό των στρατευμάτων στη Μακεδονία, που θα ασχοληθούν ειδικά με την καταδίωξη των συμμοριών.

Μετά τον διορισμό του, ο Ναζίρ πασάς αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη και έφτασε ήδη στη Θεσσαλονίκη, για να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα.

ΣΦΑΙΡΑ

 

ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Θεσσαλονίκη. Ο διοικητής Χιλμή πασάς δήλωσε ότι εντός της βδομάδας πιθανόν να κηρύξει το στρατιωτικό νόμο στη Μακεδονία, για να πετύχει την επαναφορά της τάξης.

ΝΕΟΣ ΑΙΩΝ

 

 

 

Τετάρτη 1 / 14 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Το πρωί συγκεντρώνουμε τους χωρικούς. Εκλέγεται επιτροπή και συντάσσεται πρακτικό όμοιο με τα προηγούμενα, που αναφέρει πως:

 α) Το χωριό θα διορίζει σκοπούς.

β) Θα χορηγεί ψωμί και κατάλυμα.

δ) Ο αρχηγός θα πληρώνει ένα οδηγό και ένα ταχυδρόμο, από ένα εικοσόφραγκο το μήνα.

 

Ο Αρχηγός

Γ. Βάρδας

Η Επιτροπή

παπα-Κοσμάς

Αθ. Μιχαήλ

Θεοχ. Βασιλείου

Ν. Μήτρου

Χρ. Αθανασίου

 

Στις 6 ½ αναχωρούμε για το Τσουκαλοχώρι [Σκαλοχώρι] (που βρίσκεται πάνω σε ένα λόφο και έχει 100 σπίτια). Περνάμε ένα χείμαρρο γεμάτο νερό. Μετά βαδίζουμε στην κορυφογραμμή κάποιων λόφων. Φτάνουμε στο χωριό στις 9 ½ μ.μ. Μαζεύουμε τους χωρικούς και εκλέγεται επιτροπή που αποτελείται από τους Παπαθανασίου, Παπαγεωργίου, Αθ. Παυλίδη, Τριαντ. Βασιλείου, Αθ. Κωνσταντίνου, Ζαχ. Δημητρίου, Θωμ. Αναστασίου και Δ. Κοσμά. Ορίζονται αγγελιοφόροι οι Δημ. Βασιλείου και Θεόδ. Κωνσταντίνου, με μισθό ένα εικοσόφραγκο ο καθένας. Συντάσσεται και υπογράφεται πρακτικό, όμοιο με τα προηγούμενα. Διανυκτερεύουμε στο χωριό.

1.12.1904

 

 

 

 

 

ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΜΙΤΑΤΟΥ

Σύμφωνα με ειδήσεις από το Μοναστήρι, τα ελληνικά αντάρτικα σώματα έστειλαν σε όλα τα βουλγαρικά χωριά επιστολές με τις οποίες δηλώνουν ότι μέχρι τώρα φόνευαν τρεις Βούλγαρους για το θάνατο ενός Έλληνα. Από τώρα όμως και στο εξής θα φονεύουν έξι.

Έτσι θα καθαρίσει γρήγορα η πατρίδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους βάρβαρους απογόνους του Κρούμου.

ΚΑΙΡΟΙ

 

 

 

Πέμπτη 2 / 15 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Όλη τη μέρα μένουμε στο Τσουκαλοχώρι. Συγκεντρώνουμε πληροφορίες για τα γύρω χωριά. Έρχεται από το χωριό Βιδελούστι ο Κωνσταντίνος Γκιώνης και μας πληροφορεί ότι ο Κωνστάντος [βοεβόδας Κονστάντοφ] περιφέρεται στα χωριά Λούτσιστα και Ζιγόβιστα.

2.12.1904

 

 

 

 

[ΦΟΝΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ]

Σύμφωνα με τις βουλγαρικές εφημερίδες, στις 21 Νοεμβρίου τη νύχτα, μια ελληνική συμμορία μπήκε στο τσιφλίκι του Αγίου Βασιλείου, που είναι σουλτανικό κτήμα και αφού αφόπλισε τον αγροφύλακα και τον χωροφύλακα, σκότωσε δυο Βούλγαρους από το Κούκους [Κιλκίς] και έφυγε.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

 

 

Παρασκευή 3 / 16 Δεκεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Αριστείδη Μπονάτσου

Το μεσημέρι έρχεται από το Βιδελούστι ο Παπαστεργίου και μας λέει τα ίδια για τον Κωστάντο. Αποφασίζουμε να πάμε στο Βιδελούστι το βράδυ.

Αναχωρούμε στις 6:25 μ.μ. Μετά από πορεία σε αγρούς, δάση και ρέματα, φτάνουμε στο Βιδελούστι στις 10:10 μ.μ. Το χωριό βρίσκεται σε ψηλό μέρος και έχει 95 σπίτια. Μοιραζόμαστε σε καταλύματα (ο αρχηγός και ο Καραλίβανος μένουν στο ίδιο σπίτι). Εκλέγεται επιτροπή κατοίκων, όπως και στα άλλα χωριά, η οποία αποτελείται από τους Παπαστεργίου, Ντίνα Γιάννη, Ντίνα Τζούνη, Δημ. Θύμιου και Θαν. Σταύρου.

Διανυκτερεύουμε στο χωριό.

3.12.1904