Skip to main content

17 Σεπτεμβρίου - 12 Οκτωβρίου 1904

 

 

Οι πρώτοι μήνες της ελληνικής επίθεσης στη Μακεδονία

 

Τα Κείμενα

 

επιλογή & μεταγραφή

Δημήτρης Λιθοξόου

 

 

2) 17 Σεπτεμβρίου - 12 Οκτωβρίου 1904

 

 

28 .12.2012

 

Οι Μακεδόνες δεν ζητούν όσοι μιλούν ελληνικά να χρησιμοποιούν την παλαιά μακεδονική γλώσσα στην εκκλησία και τη σύγχρονη στα σχολεία, αυτό το ζητούν μόνο από εκείνους που η γλώσσα τους είναι η μακεδονική. Αν παρ’ όλα αυτά το Πατριαρχείο επιμένει να εμποδίζει τους Μακεδόνες να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα και τους αναγκάζει να χρησιμοποιούν την ελληνική, τότε αυτό κινδυνεύει να θεωρηθεί όργανο ελληνικής εθνικιστικής προπαγάνδας. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε να θεωρηθούν, Έλληνες και Πατριαρχείο, εχθροί του λαού μας, και θα είχαμε ιερό καθήκον να αποκρούσουμε τις ελληνικές βλέψεις προς τους Σλάβους Μακεδόνες. Γι’ αυτή τη διαμάχη μεταξύ χριστιανών η ευθύνη πρέπει να αποδοθεί στους Έλληνες και στο Πατριαρχείο, αφού σ’ αυτή την περίπτωση επιτιθέμενοι δεν είμαστε εμείς, αλλά απλώς αμυνόμαστε στις επιθέσεις των άλλων.

 

Κρίστε Μισίρκωφ

Μακεδονικές Υποθέσεις, Δεκέμβριος 1903

 

 

 

Παρασκευή 17 / 30 Σεπτεμβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή. Λόγω τη βροχής αναγκαστήκαμε να καθίσουμε στη Μονή. Κατά το μεσημέρι έστειλα άνθρωπο στο Πισοδέρι να πάρω πληροφορίες για τον αγροφύλακα του χωριού Γέρμαν και μας απάντησε [ο παπά-Σταύρος Τσάμης] ότι δεν έστειλε ακόμα άνθρωπο [εκεί]. Στενοχωρήθηκα πολύ και θύμωσα με τον παπά και του έγραψα αμέσως άλλη επιστολή και του λέω να φροντίσει το συντομότερο γιατί έχω σκοπό να μην κινηθώ από εδώ, παρά μόνο για να πατήσω το Γέρμαν.

Μετά από λίγο ήρθε απεσταλμένος από το Ζέλεβο [Ζέλοβο], από τον Ηλία και μας λέει πως ο [Μήτρο] Βλάχος και άλλες συμμορίες είναι στο Τούρναβο [Τύρνοβο]. Σκεφτήκαμε να πάμε σε ένα μέρος ανάμεσα στο Τούρναβο και το Όσιμο [Όστιμα], να κάνουμε καρτέρι και όταν έρθει στο Όσιμο να βαρέσουμε. Αναχωρήσαμε νωρίς. Είπα στον Παύλο ότι είναι ανάγκη να πάμε εμείς γρήγορα, μήπως πιάσει ο Βλάχος πρώτος το μέρος, αλλά περνώντας από το Ζέλεβο ο Παύλος μπήκε σε κάποιο σπίτι και μας είπε να περιμένουμε έξω από το χωριό στην εκκλησία και θα έρθει αργότερα. Αλλά ο Παύλος ήρθε κατά τις τέσσερις (αλά Τούρκα) τη νύχτα. Ήμουν στενοχωρημένος και θυμωμένος. Έπειτα σκεφτήκαμε να μην πάμε εκεί, μήπως πάει πρώτος ο Βλάχος, αλλά να μεταβούμε προς το ανατολικό μέρος του χωριού Όσιμου και αν το πρωί βγει προς το τη Στάτιστα ή προς το Κονόνπλατ [Κονομπλάτι], να πέσει στα χέρια μας. Και αφού συνεννοηθούμε και με τον Ηλία, αν δεν περάσει πολύ νωρίς, να κρυφτούμε σε μια καλύβα, όπου να μη μας δει άνθρωπος και να περιμένουμε και το άλλο βράδυ. Και ο Ηλίας να έρθει την επομένη να μας πει τι έμαθε. Και έτσι ήρθαμε έξω από το χωριό και χώρισα τα παιδιά σε τέσσερις ομάδες και φυλάξαμε μέχρι το πρωί, αλλά δυστυχώς [τίποτα].

17.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Ξεκινήσαμε νωρίς από την Αγία Τριάδα για να πάμε ανάμεσα στο Όστιμο και στο Τούρναβο για να κάνουμε καρτέρι. Αλλά περνώντας από το Ζέλεβο, ο Παύλος μας άφησε και μπήκε στο χωριό και περιμέναμε. Δεν ήρθε, παρά μόνο τα μεσάνυχτα. Τώρα οι Βούλγαροι θα είχαν έρθει στο Όστιμο. Τώρα αργήσαμε. Το σχέδιο άλλαξε.

Τότε λοιπόν αποφάσισα να πάμε να κάνουμε καρτέρι, από το μέσα μέρος του χωριού και αν βγουν το πρωί για το λημέρι να τους χτυπήσουμε. Έτσι και έγινε.

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Το βράδυ της 16ης Σεπτεμβρίου, εξήλθαμε από το Στρέμπενο γύρω στις 6 μ.μ. και ανεβήκαμε στον λόφο πάνω από αυτό. Εκεί υπάρχουν βράχια, όπου μπορούσαμε να αμυνθούμε μέχρι να νυχτώσει, σε περίπτωση που ερχόταν στρατός από τη Νέβεσκα. Ενώ ήμασταν εκεί, βλέπω πραγματικά από πολύ μακριά, να κατεβαίνει πολύ στρατός. Τον παρακολουθώ με τα κιάλια μου. Ξαφνικά ενώ κατέβαινε το βραχώδη δρόμο από τη Νέβεσκα προς το Στρέμπενο, αλλάζει κατεύθυνση και ανεβαίνει δε ένα διπλανό λόφο, όπου αρχίζει αμέσως γυμνάσια λόχου.

Μόλις νύχτωσε ανεβήκαμε στο βουνό, όπου σε ορισμένο σημείο θα συναντηθούμε με το Ζήση από το Λέχοβο. Είχαμε συμφωνήσει να ενωθούμε για να προσβάλουμε το Αετόζι, όπου είχαμε πληροφορίες ότι κρυβόταν η βουλγαρική συμμορία του Τάνε. Ενώ βαδίζαμε μας έπιασε φοβερή ομίχλη. Δεν βλέπουμε τίποτα. Το όρος είναι επικίνδυνο, με γκρεμούς αριστερά και δεξιά. Ούτε σπιθαμή οριζοντίου εδάφους. Βαδίζω αμέσως πίσω από τον οδηγό. προχωρεί πιο αργά κι από χελώνα, αλλά θαυμάζω με πόση ακρίβεια βρίσκει το δρόμο του. Εγώ έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά και με το ένα χέρι κρατώ την κάπα μου, μπροστά στα μάτια μου, για να μην τα βγάλω, καθώς σκοντάφτω και πέφτω πάνω σε κομμένα δέντρα. Με το άλλο χέρι κρατώ τον οδηγό από την κάπα. Τέλος, βαδίζοντας έτσι, φτάνουμε στη βρύση όπου θα βρούμε το Ζήση. Δεν έχει φτάσει ακόμα. Πλαγιάζουμε μέσα σε ψηλές φτέρες. Αμέσως αρχίζει κατακλυσμός. Ακούω τους ανθρώπους να λένε ότι δεν υποφέρεται πλέον ο καιρός, ότι δεν μπορούμε να μένουμε έξω πια κτλ. κτλ. Δεν τους λέω τίποτα, γιατί έχουν δίκιο. Όλοι σχεδόν βήχουν και τους έχει πιάσει κόψιμο. Μόνον εγώ και δυο-τρεις άλλοι είμαστε ακόμα καλά. Τα ξημερώματα, όταν σταμάτησε η βροχή, σηκωθήκαμε και ανάψαμε φωτιές για να στεγνώσουμε λίγο. Δεν φαντάζεσαι τι δυσάρεστο είναι να έχεις διαρκώς βρεγμένα τα παπούτσια και τα ρούχα, αλλά προ πάντων τα πόδια και τα χέρια. Τα τελευταία έγιναν όπως της πλύστρας, μετά από πολύ πλύσιμο. Και δεν μπορούμε να τα στεγνώσουμε, γιατί τα μαντήλια και οι πετσέτες είναι βρεγμένα.

Κατά τις 8 το πρωί έρχεται ο Ζήσης με τους ανθρώπους του. Δυστυχώς προφασίζεται ότι δεν μπορεί να έρθει μαζί μας στο Αετόζι. Λέω «προφασίζεται», γιατί κατάλαβα ότι φοβάται να χτυπήσει φανερά τους Βούλγαρους. Δυστυχώς αυτό το εμπόδιο, που παρουσιάστηκε την τελευταία στιγμή, ματαιώνει εντελώς τη μικρή αυτή επιχείρηση, γιατί κανείς από μας δεν γνωρίζει τον τόπο, τα μέρη, τα πρόσωπα. Είναι δε η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά μου λόγω της απροθυμία των ντόπιων. Αλλά τους δικαιολογώ τους δυστυχείς. Έχουν ακόμα τρομερό φόβο για τους Βούλγαρους. Εκτός από αυτό, η μικρή μου δύναμη δεν τους γεμίζει το μάτι. Η περσινή εγκατάλειψη τους από μας, τους έκανε πολύ δύσπιστους και σχεδόν μας το λένε. Επί πλέον λέγεται ότι ο Μήτρος Βλάχος είναι με οκτώ έως δώδεκα άντρες γύρω από τη Ζαγορίτσανη, τη Χόλιστα και το Τσιρίλοβο, ο Κόλε με εννέα γύρω από τη Μόκρενα, ο Τάνε στο Αετόζι με δέκα και ο Πάντος από το Κάτω Κότορι με δώδεκα. Ο πόθος μου είναι, αντί να δολοφονώ τους κακούργους χωριστά, να πετύχω την εξόντωση των συμμοριών, αν είναι δυνατών. Αλλά οι ντόπιοι με βεβαιώνουν, ότι με την τακτική που τηρούν αυτή τη στιγμή οι βουλγάρικες συμμορίες, αυτό είναι αδύνατον, γιατί προς το παρόν δεν περιέρχονται τη χώρα, αλλά μένουν στα χωριά και όταν τους ειδοποιήσουν τα καραούλια τους, ότι έρχεται εχθρός, κρύβουν τα όπλα τους και κρύβονται και οι ίδιοι αν καταδιώκονται ή προσποιούνται ότι εργάζονται σε διάφορα έργα. Έτσι είναι πολύ δύσκολο να τους πετύχουμε. Μόνον αν ενισχυθούν αρκετά, τότε θα τολμήσουν να εξέλθουν και τότε θα έχω ελπίδα να συναντηθώ με αυτά τα τέρατα.

Αφού λοιπόν ο Ζήσης δήλωσε ότι δεν μπορεί να έρθει, αποφάσισα να πάω εγώ στη Προκοπάνα [Πρεκοπάνα]. Εκεί βρίσκεται ο διαβόητος Παπανικόλας της Προκοπάνας, ο οποίος εδώ και έξι χρόνια, με τη βοήθεια του επίσης διαβόητου βούλγαρου δάσκαλου, έγιναν το φόβητρο της περιοχής. Αυτοί αποφάσισαν και διέταξαν το φόνο του παπά-Δημήτρη στο Στρέμπενο, έδωσαν μάλιστα γι’ αυτό και δυο δολοφόνους από το χωριό τους. Αυτοί ξερίζωσαν τα μαλλιά και τα γένια του παπά-Ναούμ, διαδόχου του παπά-Χρήστου, ο οποίος στο τέλος αναγκάστηκε να φύγει. Και άλλα και άλλα!

Ξεκινήσαμε λοιπόν κατά τις 10 ½ π.μ. βαδίζοντες μέσα σε φοβερή ομίχλη, την οποία έσχιζαν αραιές αλλά χοντρές σταγόνες βροχής.

Στο δρόμο συναντήσαμε για πρώτη φορά αρχιτσελιγκάτο που μετανάστευε. Προπορεύονταν 20.000 γιδοπρόβατα. Πρέπει να δεις τον αριθμό τους, για να καταλάβεις πως είναι. Μετά, σε αρκετή απόσταση, ακολουθούσε ατέλειωτη σειρά φορτηγών ζώων (800) τα περισσότερα από τα οποία τα οδηγούσαν γυναίκες. Οι άντρες είναι λίγοι, σε σχέση με τον αριθμό των γυναικών. Τα βρέφη τα είχαν σε ντορβάδες, κρεμασμένους είτε στη ράχη των μανάδων, είτε πάνω στα υποζύγια. Η κόρη του αρχιτσέλιγκα φορούσε χρυσοκέντητο φόρεμα. Η παρέλαση κράτησε περίπου δυο ώρες. Από το Βίτσι θα πάνε στην Κασσάνδρα της Χαλκιδικής. Υπολογίζουν πορεία περισσότερο από 11/2 μήνα.

Στις 4 μ.μ. μπήκαμε στην Προκοπάνα. Οι δυο κακούργοι φονεύθηκαν ενώ επέστρεφαν από κάποια κηδεία.

Μετά από αυτό (καταλαβαίνεις την ψυχική μου κατάσταση) αναχωρήσαμε αμέσως για τη Βελκαμένη [Μπελκαμένη]. Ακολουθήσαμε βαθειά, μεγάλη και κοπιαστική χαράδρα. Όλο αυτό το διάστημα περπατούσα σαν μεθυσμένος και έκλαιγα σχεδόν συνέχεια. Σας συλλογιζόμουν όλους με απελπισία, με απόγνωση. Εγώ νόμιζα ότι το ωραίο και ευγενές έργο το οποίο ανέλαβα, θα γινόταν μόνο με ευγενείς και ωραίες πράξεις, χωρίς να συλλογιστώ τις σκληρές ανάγκες που ήθελα να συναντήσω και τις φοβερές λεπτομέρειές τους. Πέρασαν 24 ώρες και ακόμα κλαίω, όταν το συλλογίζομαι. Ένα γνώριζε, ότι τους είδα μόνο τη στιγμή της σύλληψης.

Για να μπούμε στη Βελκαμένη, έστειλα μπροστά το Γρηγόρη από το Στρέμπενο (γνωρίζει καλά το χωριό και τους προύχοντες), να ειδοποιήσει τον Παπαστυλιάδη για την άφιξη του σώματος. Βρέχει συνεχώς και έχει παγωνιά. Πλησιάσαμε και μεις το χωριό. Η ώρα είναι 7 μ.μ., το σκοτάδι φοβερό. Όπως είναι χτισμένο πάνω στην απότομη πλαγιά μιας χαράδρας, φαίνονται όλα τα φωτισμένα παράθυρα. Το χωριό φαίνεται φωταγωγημένο κι αυτή η όψη του με ευχαριστεί λίγο. Με ευχαριστεί η ιδέα ότι θα βρω εκεί ένα σπίτι, οικογένεια, ίσως και παιδάκια, των οποίων αισθάνομαι τόσο πολύ την ανάγκη τη στιγμή αυτή.

Μετά από λίγο, στο σκοτάδι, μέσα στη βαθειά σιγή, ακούμε το κτύπημα μιας πόρτας. Ανοίγει ένα παράθυρο: «Εσύ είσαι Γρηγόρη;» Και μέσα από το παράθυρο: «Δόξα τω Θεώ». Μετά από πέντε λεπτά έρχεται ο Παπαστυλιάδης ο ίδιος, μας παραλαμβάνει και μας οδηγεί όλους σε ένα άδειο σπίτι, που ο ιδιοκτήτης του λείπει. Μπαίνουμε σε δυο μεγάλα δωμάτια με πολύ φως και μεγάλη φωτιά στο τζάκι. Εκεί μας περιμένει ο παπά-Πέτρος (λαμπρός ιερέας και δάσκαλος του χωριού), ο λαϊκός δάσκαλος Παπανικόλας, άσχημος αλλά καλός πατριώτης, ο Χρήστος Έξαρχος, και ένας νέος από τα Βιτώλια, ο Φίλιππος Καπετανόπουλος. Μετά από λίγο, εμένα και τον Πύρζα μας οδηγούν, μέσα από πολλούς διαδρόμους και κρεμαστές σκάλες, στο σπίτι του Παπαστυλιάδη.

Εκεί γνώρισα καλύτερα το νέο από τα Βιτώλια. Είναι φαρμακοποιός, τριάντα χρονών, ψηλός, ωραίος και συμπαθέστατος. Αυτός μου έγραψε χθες από τη Νέβεσκα και παρακαλούσε να επισπεύσω την άφιξή μου στη Βελκαμένη, γιατί οι Βούλγαροι των περιχώρων άρχισαν να την απειλούν. Είναι μέλος του τριμελούς συμβουλίου της Άμυνας στο Μοναστήρι και ήρθε να καταταχθεί στο σώμα μου. Εγώ και οι παριστάμενοι προσπαθούμε να τον αποτρέψουμε, αλλά δεν ακούει κανένα. Είναι ήδη έτοιμος με το όπλο και την κάπα του.

Μετά το γεύμα αποσύρονται όλοι. Ο Πύρζα και εγώ μένουμε σε ένα μικρό δωμάτιο με όμορφους ντόπιους τάπητες και αναπαυόμαστε μέχρι της 3 π.μ., οπότε το σώμα θα βγει να λημεριάσει στο δάσος, για να μπορέσει να μπει αύριο φανερά στο χωριό, χωρίς να ενοχοποιήσει τον Παπαστυλιάδη, που θα βγει από το σπίτι του τη μέρα. Εγώ και ο Πύρζας θα μείνουμε στο σπίτι, να φροντίσουμε για τις ανάγκες του σώματος.

Πρεκοπάνα 17.9.1904

 

Από την Τελευταία Έκθεση του Παύλου Μελά

Αμέσως λοιπόν χωρίς να αναμένω όλους τους οδηγούς, αφού παρέλαβα τον έναν από αυτούς, κατευθύνθηκα προς το Λέχοβο και από εκεί στην Πρεκοπάνα, όπου φονεύτηκαν αμέσως οι διαβόητοι βούλγαροι ιερέας και δάσκαλος. Και οι δυο κατείχαν σπουδαία θέση στο Κομιτάτο.

Αφού συγκέντρωσα τους χωρικούς, ιδίως τους δημογέροντες, συνέστησα σε αυτούς, πρώην ορθόδοξους (που αποσκίρτησαν με τη βία), με θερμή ομιλία, να επανέλθουν στην ορθοδοξία.

Τους είπα ότι απαιτώ πρώτα να ορκιστούν πίστη και αφοσίωση στην ορθοδοξία και δεύτερον να κάνουν παρόμοια αναφορά προς τον Καϊμακάμη και τον Μητροπολίτη.

Στον τελευταίο δε, να πάνε το πολύ μέσα σε δέκα ημέρες και να ζητήσουν την αποστολή ιερέα και δασκάλου. Τους δήλωσα, ότι όποιος δυστροπεί, μετά τον όρκο που έδωσαν, θα τον θεωρήσω Βούλγαρο και επίορκο και θα τιμωρηθεί ανάλογα.

Και στο Στρέμπενο διέλυσα επίσης την επιτροπή (κομίσια) του Κομιτάτου και τους υποχρέωσα να πάνε να προσκυνήσουν το Μητροπολίτη μας. Ένας από την επιτροπή αυτή είχε γιο δάσκαλο στο βουλγάρικο χωριό Ζέλενιτς. Αφού μου ορκίστηκε από μόνος του πίστη στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό, τον υποχρέωσα να αποσύρει από κει το γιο του, μέσα σε μια βδομάδα.

Κάποια από τα αυτά έγιναν ήδη, αν όμως δεν γίνουν όλα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, τότε θα φονευθούν μερικοί από τους φοβερότερους της διαλυμένης βουλγαρικής επιτροπής, τους οποίους αφού τους συνέλαβα, τους χάρισα τη ζωή μόνο με αυτούς του όρους.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Την επόμενη μέρα ξεκινάμε για την Πρεκοπάνα, όπου κάτω από το ράσο του παπά βρίσκεται ένας απαίσιος κακούργος, που είχε σφάξει ο ίδιος τον πραγματικό παπά του χωριού, τον παπά-Ναούμ και εγκαταστάθηκε στη θέση του. Ισάξιο συνεργάτη είχε το βούλγαρο δάσκαλο, που ο ίδιος είχε εγκαταστήσει εκεί. Το απόγευμα ήταν να θάψουν ένα νεκρό και πήγαν στην εκκλησία. Τότε κυκλώσαμε όλο το εκκλησίασμα και συνελήφθη ο παπά-Νικόλας και ο δάσκαλος. Εγώ φύλαγα στην άκρη του χωριού μήπως σημειωθεί κίνηση κομιτατζήδων.

Εν τω μεταξύ ακούω σφυρίγματα από την εκκλησία, το σύνθημα της αναχώρησης και τρέχω προς τα κει.

Φτάνω το σώμα τη στιγμή που αναχωρούσε και έπαιρνε μαζί τον παπά και το δάσκαλο. Όταν μπήκαμε στο δάσος, τους αφήνει και τους δύο ο αρχηγός στον Κατσαμάκα και τον Μπαρμπανδρέα, οι οποίοι τους εκτέλεσαν.

Ο Μελάς δεν ήθελε να δει τους σκοτωμένους και διέταξε να απομακρυνθούν οι Κατσαμάκας και Μπαρμπανδρέας αρκετά.

Κατόπιν τραβήξαμε προς το δάσος της Μπελκαμένης όπου και μείναμε.

Ενώ μέναμε στο δάσος της Μπελκαμένης, κατορθώσαμε να συνεννοηθούμε με τους πιο έμπιστους του χωριού και το Βράδυ να μπούμε σε αυτό. Εκεί μείναμε όλοι σε ένα σπίτι, γιατί ήταν η πρώτη φορά που πηγαίναμε και δεν έπρεπε να προκαλέσουμε θόρυβο στο χωριό. Άλλωστε υπήρχε εκεί κάποιος Βαγγέλης, ο οποίος δυστυχώς είχε γίνει όργανο της ρουμανικής προπαγάνδας και επομένως διατρέχαμε τον κίνδυνο προδοσίας.

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου / 1 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο. Ήρθαμε στο καλύβι που είχαμε πει χωρίς να μας δει κανένας, αλλά ο ευλογημένος ο Παύλος δεν ήθελε να καθίσει γιατί τάχα μας είδαν. Και προς στιγμήν καταλάβαμε ότι βρίσκονται οι κομίτες μέσα [στο χωριό]. Θεώρησα καλό να προλάβουμε και μεις να μπούμε και να πιάσουμε μέρος του χωριού [Όστιμα] και να γίνει μέσα το πανηγύρι.

Αμέσως λοιπόν κάναμε έφοδο, αλλά οι Βούλγαροι ειδοποιήθηκαν εγκαίρως και ήταν έτοιμοι και όπως μπαίναμε στο χωριό τρέχανε και αυτοί να έρθουν προς εμάς και πιαστήκαμε στήθος με στήθος. Πρόλαβαν πρώτοι και δεν μας άφησαν να πιάσουμε εμείς σπίτια. Αμέσως διέταξα και σκορπίσαμε προς το πάνω μέρος του χωριού και οχυρωθήκαμε. Αυτοί δεν ήταν λίγοι. Από όλα τα παράθυρα του χωριού, από όλα τα σπίτια και έξω από όλα τα μέρη άρχισαν σφοδροί πυροβολισμοί. Άλλοι έφυγαν από το ρέμα προς το ποτάμι και πέρασαν πέρα προς το δυτικό μέρος και πιάσανε τα αμπέλια για να μας κυκλώσουν. Άλλοι έφυγαν από το ανατολικό μέρος, ρέμα-ρέμα, για να μας κυκλώσουν από την αριστερή πτέρυγα. Κατάλαβα αμέσως τον κίνδυνο και σιγά-σιγά, ένας-ένας, συρθήκαμε και πιάσαμε τη ράχη και οχυρωθήκαμε, σκόρπια, από ένας, σε όλα τα κατάλληλα μέρη και τους πολεμούσαμε γενναία.

Έξω από το χωριό έμειναν οι Σταύρος Ζούλης, Εμμανουήλ Σκουντρής και Κωνσταντίνος Στεργίου και παρά τις προσπάθειες μας δεν μπορούσαμε να τους πάρουμε μαζί μας. Αμέσως διέταξα τα μισά παιδιά να μείνουν στις θέσεις τους και εγώ με τα υπόλοιπα έκανα έφοδο για να τους πάρω, αλλά με αντέκρουσε το σφοδρό πυρ των εχθρών. Και πάλι έκανα έφοδο αλλά ξανά με αντέκρουσαν. Σε τρεις εφόδους δεν μπορούσα να τους πάρω. Είδα τη μεγάλη δύναμη των εχθρών, γιατί θα ήταν πάνω από εκατό και απελπίστηκα ότι θα χάσω τρία παιδιά. Τα διέταξα με φωνή: «στο χωριό μωρέ, να πιάσετε σπίτι». Και έτσι έκαναν έφοδο εφ’ όπλου λόγχη και με την υποστήριξη των δικών μας πυρών κατόρθωσαν να διασχίσουν τον εχθρό και να μπουν στο χωριό και να πιάσουν ένα δυνατό σπίτι.

Στο μεταξύ βλέπουμε να έρχονται από το Τούρνοβο πάνω από εξήντα ένοπλοι και να τρέχουν με μεγάλη μανία κατά πάνω μας. Νόμιζαν πως θα μας πιάσουν ζωντανούς. Τους αφήσαμε και πλησίασαν. Αρχίσαμε [πυρ] και σκόρπισαν κακήν-κακώς στα ρέματα. Μετά από λίγο βλέπουμε να τρέχουν από όλα τα χωριά, άλλοι από το Κονομπλάτι, άλλοι από τη Ρούλια, άλλοι από τη Μπρέστιτζα [Μπρέσνιτσα], άλλοι από τη Μπέσφινα. Μέχρι τις 9 π.μ. συγκεντρώθηκαν πάνω από πεντακόσιοι και φώναζαν «ούρα, ούρα!», δηλαδή «ζήτω» και άλλοι έβριζαν με αισχρές βρισιές και φώναζαν «δεν είναι Κρήτη εδώ» και απειλούσαν πως θα μας ψήσουν. Κάνανε έφοδο να μας κυκλώσουν απ’ όλα τα μέρη, αλλά από το χωριό Ζέλεβο βγήκαν όλοι να μας υποστηρίξουν. Έτρεξαν να κυκλώσουν το Ζέλεβο, αλλά οι Ζελοβίτες τους αντέκρουσαν με γενναιότητα. Στις 11 πμ. βλέπουμε να έρχονται άλλοι από την Πρέσπα, να πιάνουν τη ράχη που βρίσκεται μεταξύ Ζελέβου και Πρέσπας και να αρχίζουν να ρίχνουν εναντίον μας.

Κατά τις 12 η ώρα ήρθε σε βοήθειά μας ο παπά-Σταύρος, με έξι-επτά παιδιά από το Πισοδέρι και με δέκα στρατιώτες, αλλά δεν μπόρεσε να προχωρήσει και να ενωθούμε. Εγώ γνώρισα τη φωνή του. Έκοψα ένα κεφάλι, από τους εκεί κοντά σκοτωμένους (από αυτούς που προσπάθησαν να μας κυκλώσουν από την αριστερή μεριά) και το έστειλα με τον Ηλία από το Ζέλεβο και το παρέδωσε στο στρατό που είχε μαζί του. Του είπα [του παπά] με τον Ηλία να έχει θάρρος και του ζήτησα να πει στους Ζελοβίτες να μας υποστηρίξουν από πίσω, να μη μας κυκλώσουν οι Βούλγαροι.

Τα τρία παιδιά μάχονται στο χωριό γενναία, μέσα από ένα σπίτι, αλλά οι Βούλγαροι ενισχύθηκαν από παντού. Μέχρι το μεσημέρι είναι πάνω από πεντακόσιοι. Προσπάθησαν με πολλά στρατηγήματα να μας βγάλουν από τη θέση μας, αλλά τους αντικρούσαμε γενναία απ’ όλα τα μέρη. Σε όλες αυτές τις εφόδους δεν κατάφεραν τίποτα, μοναχά έστρωσαν χάμω πολλούς νεκρούς, από τους δικούς τους. Κατόρθωσαν όμως με μπόμπες και με μεγάλες απώλειες να βάλουν φωτιά στο σπίτι όπου ήταν οχυρωμένα τα δικά μου παιδιά. Αλλά αυτοί με τη γενναιότητά τους και με τη βοήθεια του σφοδρού πυρός μας (καθώς διέταξα και στραφήκαμε προς το χωριό) κατόρθωσαν να φύγουν από αυτό το σπίτι και να πιάσουν άλλο. Και έτσι είδαν οι Βούλγαροι ότι όλα τα στρατηγήματά τους ματαιώνονταν. Άλλοι οχυρώθηκαν μέσα στο χωριό και άλλοι δεξιά-αριστερά. Οι πυροβολισμοί λιγόστεψαν. Κατά τις 2 μ.μ. το πυρ είχε μετριαστεί πολύ. Μονάχα τα δικά μας τα παιδιά δεν σταμάτησαν, μέχρι το βράδυ.

Τα φυσίγγια μας σώθηκαν. Άλλος έμεινε με είκοσι, άλλος με δεκαπέντε. Αλλά και τα όπλα μας χάλασαν από τα φυσίγγια. Κάθε σφαίρα που έριχνε ο καθένας μας έπρεπε να γυρίσει πάνω-κάτω το όπλο του για να πέσει το καψούλι από το φυσίγγι, γιατί η βελόνα το τράβαγε πίσω και γέμιζε και λάσπη το ελατήριο. Εμείς παρ’ όλες τις μικρές δυνάμεις μας βαστήξαμε τις θέσεις μας μέχρι τη νύχτα. Το βράδυ, μόλις άρχισε να σκοτινιάζει, κάναμε έφοδο να μπούμε στο χωριό, για να πάρουμε τα παιδιά μας, αλλά μας αντέκρουσαν οι δικοί μας από τα παράθυρα. Αρχίσαμε πάλι σφοδρή μάχη. Οι Βούλγαροι έχουν όπλα μάνλιχερ και μάουζερ, που δεν βγάζουν φωτιά και δεν φαίνονται τη νύχτα. Έτσι δεν μπορέσαμε να μπούμε στο χωριό. Κάναμε δυο-τρεις εφόδους, μέχρι που κατάλαβαν τα δικά μας παιδιά από μέσα και έφυγαν οι δυο, ο Εμμανουήλ Σκουντρής και ο Σταύρος Ζούλης, προς το κάτω μέρος του χωριού. Ο Κωνσταντίνος Στεργίου κρύφτηκε σε ένα σπίτι χωρίς να τον καταλάβουν. Εμείς βλέποντας πως δεν μπορούμε να μπούμε στο χωριό, και έχοντας το φόβο μην μας κυκλώσουν ξανά, φύγαμε με τη βοήθεια του σκοταδιού και ήρθαμε στο χωριό Ζέλεβο.

Και ενώ κλαίγαμε τα παιδιά μας, ότι τώρα θα μας τα κάψουν και δεν μπορέσαμε να τα πάρουμε, βλέπουμε ξαφνικά να φτάνει κάποιος χωριανός και να μας λέει πως τα δυο παιδιά ο Εμμανουήλ και ο Σταύρος ήρθαν και είναι στο σπίτι του Ναούμη. Γεμάτος χαρά έτρεξα και τους πήρα. Τους ρώτησα για τον Κωνσταντίνο και μου είπαν ότι βγαίνοντας από το σπίτι που ήταν τον έχασαν και δεν ξέρουν τι έγινε. Και πάλι έκλαψα, αλλά με βεβαίωσαν όλοι πως αυτός δεν θα χαθεί, γιατί έχει συγγενείς στο χωριό και θα τον κρύψουν, όπως και έγινε. Κρύφτηκε στο σπίτι ενός συγγενή του και την επομένη, πολύ πρωί, με ειδοποίησαν με μια γυναίκα ότι ζει και θα έρθει το βράδυ.

Δόξασα το Θεό που μας φύλαξε και δεν σκοτώθηκε κανένας, μονάχα πληγώθηκε ελαφρά στο μηρό, από το πρωί, ο Ιωάννης Σεϊμένης (όπου τον έστειλα αμέσως και ήρθε μόνος του στο Ζέλεβο) και ο Εμμανουήλ Σκουντρής, επίσης ελαφρά στη γάμπα του αριστερού ποδιού. Από αυτούς είδαμε και είμαστε βέβαιοι γιατί ήταν κοντά μας, σκοτώσαμε εννέα. Δεν γνωρίζω όμως, εκτός από αυτούς που έπεσαν κοντά μας πόσοι άλλοι σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν. Σύμφωνα με όσα είπε ένας χωρικός από το Όσιμο, ξεπερνούν τους είκοσι και καθώς λέει ο ίδιος, ο Βλάχος σκοτώθηκε αλλά το κρατάνε μυστικό. Δεν ξέρω όμως πόσο αληθεύουν όλα αυτά, αλλά αν λένε την αλήθεια, πάνω από είκοσι μας άφησαν χρόνους και μαζί με αυτούς και περιβόητος Μήτρος Βλάχος. Εγώ δεν είμαι βέβαιος γι’ αυτά, παρά μόνο για εννέα που έπεσαν κοντά μας. Όλοι εδώ το έχουν για μεγάλο θαύμα, δεκαπέντε άνθρωποι να πολεμήσουμε με πεντακόσιους όλη τη μέρα, να σκοτώσουμε τόσους και εμείς να μην πάθουμε τίποτα. Και ο αρχηγός Κορσάκωφ, καθώς μαθαίνω, θαύμασε και είπε «ω, τους κερατάδες».

18.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Πήγαμε λοιπόν στο μέσα μέρος το ανατολικό και κάναμε καρτέρι, αλλά δεν βγήκανε το πρωί, όπως νομίζαμε. Αφού ξημέρωσε δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε, μόνο να μπούμε εμείς στο χωριό και ας πιαστούμε στους δρόμους. Αλλά οι Βούλγαροι, μόλις μας πήρανε χαμπάρι έτρεξαν με μεγάλη ορμή. Νόμιζαν ότι ήρθε η ώρα να μας πιάσουν ζωντανούς, όπως έλεγαν στα χωριά τους. Στην είσοδο λοιπόν του χωριού συναντηθήκαμε. Εκεί έγινε ένα καλό πανηγυράκι. Έπεσαν από αυτούς τρεις-τέσσερις. Οι δικοί μου άνοιξαν σε παράταξη μάχης. Αν θέλαμε μπαίναμε στο χωριό αλλά δεν ήταν σωστό.

Στο μεταξύ όμως βλέπω κι έφευγαν από διάφορες κατευθύνσεις του χωριού, ομάδες-ομάδες, από τρεις, από τέσσερις και από πέντε. Κατάλαβα ότι αυτοί είναι πάρα πολλοί. Τότε δεν έχασα καιρό. Διέταξα να τρέξουν οι πιο γρήγοροι και να πιάσουν το λόφο δεξιά του χωριού. Και πράγματι, αραιά-αραιά, ένας-ένας, έτρεξαν στο λόφο. Πρώτοι ανέβηκαν ο Νίσταρης και ο Καλογεράκης. Αλλά, περίεργο πράγμα, τέσσερις Βούλγαροι είχαν πιάσει την πέτρα. Πότε μωρέ τα σκυλιά είχαν περάσει από πίσω μας και ανέβηκαν και έπιασαν την πέτρα; Είναι θαύμα η γρηγοράδα τους. Ευτυχώς ο Νίσταρης και ο Καλογεράκης, παλαιοί εμπειροπόλεμοι πολεμιστές, από τους πολέμους της Κρήτης, αφού είδαν ότι οι Βούλγαροι είχαν πιάσει το βράχο, πλησίασαν σκυφτά-σκυφτά το βράχο. Ένας από τους Βούλγαρους, βγήκε και κοίταξε. Του έριξαν και τον σκότωσαν. Ήταν ο ομαδάρχης τους. Έκαναν έφοδο και οι άλλοι τρεις έφυγαν. Και έπιασαν την πέτρα οι δικοί μου. Η πέτρα είχε κάτι σχισμάδες και ταμπουρωθήκανε. Δεν τους έβγαζε από εκεί ούτε λόχος στρατού με πυροβολικό.

Η πέτρα εκείνη δέσποζε του λόφου και όλων των γύρω. Αν δεν έφευγαν οι Βούλγαροι, να την πιάσουν οι δικοί μας, η θέση μας θα ήταν κακή, γιατί οι Βούλγαροι ήταν πολλοί. Όπως μάθαμε μετά, από το πόσοι είχαν μείνει σε κάθε σπίτι, ήταν ογδόντα επτά. Ήταν τα σώματα του Μήτρο Βλάχο και του Καρσάκοφ. Αλλά ως το μεσημέρι έτρεξαν και από τα χωριά για ενίσχυσή τους και μαζεύτηκαν πάνω από διακόσιοι. Εμείς όμως, ένας-ένας, ανεβήκαμε στο λόφο, οχυρωθήκαμε και πολεμήσαμε αμυνόμενοι ως το βράδυ. Όλες τις επιθέσεις τις αποκρούσαμε, με δικές τους απώλειες.

 

Απόσπασμα επιστολής του Καούδη προς τον Τσόντο-Βάρδα (13 Ιουλίου 1931) για τη μάχη στην Όστιμα

Το απόγευμα, αφού οι Βούλγαροι είδαν ότι δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα, επιτέθηκαν κατά του Ζελόβου, αλλά οι Ζελοβίτες μαζί με τους Πισοδερίτες τους απέκρουσαν.

Ο παπά-Σταύρος άφησε τη λειτουργία στη μέση, το πρωί μόλις έμαθε ότι πολεμούσαμε στο Όστιμο, πήρε πέντε-έξι χωρικούς όπου είχαν όπλα και οκτώ-εννιά ζαπτιέδες και ένα λοχία (τσαούση), που ήταν στην κούλα [φυλάκιο] και ήρθαν και ήταν και αυτοί στο Ζέλοβο.

Το βράδυ ήρθε ο Ηλίας και πήρε το κεφάλι του Βούλγαρου, πιθανώς του Κοστάντοφ από το Κωστενέτσι, που τον είχε σκοτώσει ο Αριστείδης Νίσταρης με τον Καλογεράκη και το πήγαν του λοχία. Ο λοχίας το πήγε στη Φλώρινα και είπε ότι πολέμησε και γλύτωσε το Ζέλοβο, όπου θα το έκαιγαν οι Βούλγαροι και τον έκαναν επιλοχία (μπας-τσαούς).

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Στις 2 το πρωί σηκώθηκα για να ετοιμάσω το σώμα για έξοδο και αφού έφυγαν όλοι, επέστρεψα κούτσα-κούτσα, γιατί πονούν τα πόδια μου και κοιμήθηκα στο δωμάτιο μου έως τις 11 π.μ.. Είχα ανάγκη αυτή την ανάπαυση, για τα νεύρα μου.

Ο Καπετανόπουλος δεν κρατιέται από τη χαρά του για την έγκαιρη άφιξη του σώματος, γιατί είχε απελπιστεί πια (μας περίμενε πριν από είκοσι μέρες) και ήταν σήμερα να επιστρέψει, όπως έλεγε, ντροπιασμένος στο Μοναστήρι. Είναι τόσο λεπτός, ώστε φοβάμαι μήπως δεν αντέξει στις φοβερές κακουχίες μας.

Το απόγευμα, στην ορισμένη ώρα, μπήκε ξαφνικά το σώμα στο χωριό και προξένησε μεγάλο φόβο στους χωρικούς. Στάθηκε στο μεσοχώρι, όπου μετά από λίγο έφτασα και εγώ με τον Πύρζα, σαν να ερχόμουν ταυτόχρονα με το σώμα. Όλοι κοιτάζουν με ανησυχία και περιέργεια. Εγώ τους χαιρετώ ανοιχτόκαρδα και με ευγένεια. Αμέσως παίρνουν θάρρος, με πλησιάζουν και με δάκρυα χαράς χαιρετούν τον πρώτο έλληνα καπετάνιο από την Ελλάδα. Καλώ τον μουχτάρη και τον διατάζω να μου φέρει στο σχολείο τη δημογεροντία και τους προύχοντες. Εν τω μεταξύ, με το δάσκαλο και τους χθεσινούς φίλους μου (τους οποίους προσποιούμαι ότι πρώτη φορά βλέπω), περιέρχομαι το σχολείο. Είναι ένα μεγάλο ισόγειο κτίριο με τρεις μεγάλες αίθουσες. Έχει 6 τάξεις, 110 μαθητές και 60 μαθήτριες.

Μετά από λίγο έφτασαν οι καλεσμένοι δημογέροντες και προύχοντες. Μπήκα μαζί τους σε μια τάξη του σχολείου. Κάθισα στην έδρα του δάσκαλου και τους μίλησα με όλη μου την ψυχή, για τη γλυκιά πατρίδα, για τις υποχρεώσεις τις οποίες έχουμε προς αυτή και προς τους προγόνους μας. Οι καλοί άνθρωποι ενθουσιάστηκαν και σηκώθηκα να φύγω ήρθαν και μου φίλησαν με το ζόρι τα χέρια. Έφτιαξα και εκεί επιτροπή, η οποία θα φροντίσει για την ασφάλεια του χωριού, την ασφάλεια των σωμάτων μας κτλ.

Μετά από αυτά έδωσα στο μουχτάρη δύο μερτζίτια για τις φτωχές χήρες του χωριού και προσκύνησα στην εκκλησία. Με ξεπροβοδίζει όλο το χωριό, καθώς αναχωρώ με τους ανθρώπους μου και με τον Φίλιππο.

Επειδή μου ήρθε είδηση ότι οι Βούλγαροι έπιασαν το δρόμο για το Λάγενι, από τον οποίο επρόκειτο να περάσω, καθώς και το δρόμο για το Κότορι, διαίρεσα το σώμα σε τρία μέρη, επικεφαλής των οποίων έβαλα από ένα γνώστη του εδάφους. Κάθε τμήμα βάδιζε 50 μέτρα πίσω από το άλλο, για να μην πέσουμε όλοι στην ίδια παγίδα. Ήμουν στο πρώτο τμήμα, πρώτος μετά τον οδηγό, έχοντας πίσω μου το Φίλιππο Καπετανόπουλο. Ο οδηγός μας επειδή φοβήθηκε, καθώς φαίνεται, από την είδηση για την ενέδρα του Λάγενι, την τελευταία στιγμή προσποιήθηκε επίμονα πως δεν γνωρίζει το δρόμο για το Λάγενι, αλλά μπορεί να μας οδηγήσει [στο Νερέτι] μέσω Κότορι. Θα κάναμε έτσι σχεδόν δυο ώρες παραπάνω. Αρχίσαμε λοιπόν την πορεία μας, με ανεκδιήγητα βάσανα, διαβάσεις ρεμάτων με νερό μέχρι το γόνατο, βάδισμα για οκτώ ώρες διαρκώς μέσα στην πυκνή λάσπη του κάμπου και του δρόμου του Νερετιού. Φτάσαμε επιτέλους στο χωριό Νερέτι γύρω στις 3 το πρωί. Εκεί ανακαλύπτω ότι κανένας δεν γνωρίζει το χωριό. Ο Πύρζας το θυμάται αμυδρά. Δοκιμάζουμε και άλλη ταλαιπωρία, μέχρις ότου, βρεγμένοι όπως ήμασταν και κουρασμένοι, βρούμε την ορθόδοξη εκκλησία, πίσω από την οποία έπρεπε να μας περιμένουν ο Βασίλης και ο Αναστάσιος, ο γιος του δολοφονημένου Παπακωνσταντίνου και αδερφός του νέου Παπακωνσταντίνου. Τέλος ο Πύρζας κατορθώνει και τη βρίσκει. Αλλά οι άνθρωποι δεν είναι εκεί! Άλλη απογοήτευση. Τι θα κάνουμε τώρα; Πλησιάζει να ξημερώσει και να βρεθούμε στο μέσον εχθρικού χωριού.

Ο Πύρζας προχωρεί μόνος του μέσα στο ορθόδοξο τμήμα του χωριού, που κοιμάται. Κατορθώνει να βρει το σπίτι του Αναστάση. Είναι και ο Βασίλης εκεί. Επρόκειτο να τους ειδοποιήσουν από τη Φλώρινα, αλλά δεν τους ειδοποίησε κανένας. Επομένως δεν είχαν ετοιμάσει τίποτα.

Η θέση μας ήταν δεινή. Εντούτοις βρέθηκε αμέσως ένα εγκαταλειμμένο σπίτι, μέσα στο οποίο μας στοίβαξε για να μην προδοθούμε, βρεγμένους, πεινασμένους, κουρασμένους, χωρίς φως, χωρίς φαΐ, χωρίς φωτιά. Πέφτουμε ως νεκροί πάνω στο ακάθαρτο έδαφος. Με όλη την κούραση μας, λίγοι κατόρθωσαν να κοιμηθούν. Εγώ δεν έκλεισα μάτι. Συζητούσα με τον Πύρζα, το Βασίλη, τον Αναστάση, τι θα κάνουμε αύριο, Κυριακή. Τέλος, γύρω στις 6 το πρωί, μείναμε σύμφωνοι να κατέβουμε κατά τις 10, κρυφά μέσα από το ρέμα, που οδηγούσε ακριβώς στο μεσοχώρι. Εκεί, σε απόσταση 15-20 μέτρων είναι το καφενείο, όπου την ώρα εκείνη θα βρίσκονται τα πέντε τέρατα που ζητάμε. Θα εφορμήσουμε και θα τα συλλάβουμε στο καφενείο πριν κινηθούν.

Έχω ακόμα δυο-τρεις ώρες και ξαπλώνω να ξεκουράσω λίγο τα καημένα τα πόδια μου.

Βελκαμένη-Νερέτι 18.9.1904

 

Από την Τελευταία Έκθεση του Παύλου Μελά

Στη Μπελκαμένη επέβαλα (και έγινε) να αποσυρθούν οι μόνοι επτά μαθητές της εκεί ρουμανικής σχολής, Από τη Μπελκαμένη πήγα στο Νερέτι. Εκεί βασιλεύει μια σπείρα από τρεις-τέσσερις αχρείους, οι οποίοι τρομοκρατούν όχι μόνο αυτό το χωριό, αλλά και τα περίχωρα. Ήταν απόλυτη ανάγκη να εξαφανιστούν και αυτοί.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Την επόμενη μέρα ο Μελάς, μεταμφιεσμένος, πήγε στο διπλανό σπίτι και συνάντησε τους ιερείς και τους προκρίτους του χωριού.

Εμείς μέναμε κλεισμένη μέσα σε ένα σπίτι, ένα δε παιδάκι δώδεκα-δεκατριών ετών, που λεγόταν Σπύρος Τσαούσης [οι Αλβανοί τον ανακήρυξαν αργότερα εθνικό ήρωα], μας εξυπηρέτησε.

Μετά τα μεσάνυκτα βγήκαμε στο βουνό προς τη Νέβεσκα και λημεριάσαμε μέσα στο δάσος. Ο αρχηγός μας έμεινε στο χωριό για να εξακολουθήσει την κατήχηση και την μύηση όσο το δυνατόν περισσοτέρων κατοίκων στον αγώνα.

Το απόγευμα κινούμε πάλι για το χωριό και μπαίνουμε μέσα φανερά. Την ώρα εκείνη βγήκε και ο Μελάς από κάποιο σπίτι και βρέθηκε ανάμεσά μας.

Αμέσως κάλεσε τους προκρίτους και ταυτόχρονα έστειλε μια περίπολο να ερευνήσει στο σπίτι του ρουμάνου προπαγανδιστή Βαγγέλη, ο οποίος όμως δεν βρέθηκε. Εξαφανίστηκε και δεν ξαναφάνηκε πια.

Ο Μελάς μίλησε στους κατοίκους και εξέθεσε το σκοπό της παρουσίας του σώματος, ζήτησε θάρρος από τους Έλληνες και απείλησε τους ξένους προπαγανδιστές, ότι κανείς δεν θα ξεφύγει το θάνατο.

Οι μυημένοι πήραν μετά το λόγο και προσποιούμενοι ότι βλέπουν για πρώτη φορά το Μελά και το σώμα του, υποσχέθηκαν, στο όνομα του χωριού, ότι τώρα που βλέπουν υποστήριξη θα κάνουν κα αυτοί ότι περνάει από το χέρι τους.

Όλα όμως ήταν προσποιητά και τα θαλάσσωσε ο μικρός Σπύρος, ο οποίος μόλις μας είδε συγκεντρωμένους στην πλατεία του χωριού, ήρθε τρέχοντας και αφού μας φώναξε τον με το όνομά του, μας παραπονέθηκε ότι τον αφήσαμε και φύγαμε χωρίς να του πούμε τίποτα.

Φύγαμε όταν νύχτωσε, για να μην καταλάβει το χωριό που κατευθυνόμαστε και πήγαμε πάλι στο ίδιο λημέρι.

Από εκεί ο αρχηγός έστειλε επιστολές στο «Κέντρο» του Μοναστηρίου και περίμενε οδηγίες.

 

 

 

 

 

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑΣ

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, οι πράκτορες της Αυστρίας και της Ρωσίας ανακοίνωσαν στις κυβερνήσεις τους ότι ένοπλες ελληνικές συμμορίες εισέβαλαν στη Μακεδονία και για αυτό υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για τη διατάραξη της τάξης. Οι δυο μεγάλες δυνάμεις διαβίβασαν την ανωτέρω είδηση στην ελληνική Κυβέρνηση, με τη σύσταση να καταβληθεί μεγαλύτερη επαγρύπνηση στα ελληνικά σύνορα.

Ταυτόχρονα και η τουρκική Κυβέρνηση προέβη σε επανειλημμένες παραστάσεις, ότι με την εισβολή των συμμοριών πρόκειται να διασαλευθεί η τάξη που έχει αποκατασταθεί. Η Κυβέρνηση διαβεβαίωσε επανειλημμένα την Πύλη για τις φιλειρηνικές της διαθέσεις και διέψευσε ότι γνωρίζει να διέρχονται τα σύνορα ελληνικές συμμορίες.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: κοντά στο χωριό Νιζόπολις

χάρτης Κοντογόνη: Νιζόπολις (χριστιανικό χωριό) του καζά Μοναστηρίου

σώμα ή ομάδα

τσέτα

νεκροί: τέσσερις (4)

νεκροί: δεκαεπτά (17)

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 18.9.104

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 17 Σεπτεμβρίου (τηλεγράφημα)

 

 

 

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου / 2 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή, στο Ζέλεβο [ Ζέλοβο] κρυμμένοι στα σπίτια. Η ώρα 10 π.μ. ήρθε στρατός από τη Φλόρενα [Φλώρινα] και πήγε στο Όσιμο [Όστιμα]. Η ώρα 5 μ.μ. ήρθε πίσω στο Ζέλεβο. Ζήτησα άνθρωπο να στείλω στη Φλόρενα να μου φέρει φάρμακα για τους λαβωμένους, αλλά δεν βρήκα. Υποσχέθηκα να πληρώσω όποιον πάει και μου φέρει φάρμακα, μέχρι και μια λίρα, αλλά μάταια. Το βράδυ ήρθε ο Κωνσταντίνος Στεργίου.

19.9.1904

 

Από την Τελευταία Έκθεση του Παύλου Μελά

Δυστυχώς τη στιγμή που βγαίναμε από το σπίτι στο χωριό [Νερέτι] που είχαμε διανυκτερεύσει, για να επιτεθούμε κατά των δέκα οπλισμένων βουλγάρων κομιτατζήδων στην πλατεία, βλέπουμε ξαφνικά στην είσοδο του χωριού και σε απόσταση διακοσίων μέτρων, ισχυρή δύναμη τουρκικού στρατού, από 100 νιζάμηδες και 30-40 ιππείς.

Επιθυμώντας να αποφύγω τη σύγκρουση με τους Τούρκους, διέταξα τους άντρες μου να ανέβουν στο διπλανό βουνό, ελπίζοντας πως θα επιτύχουμε αυτό χωρίς να μας δουν οι Τούρκοι.

Αλλά δυστυχώς, τη στιγμή που ανεβαίναμε στην απότομη πλαγιά του βουνού, οι Τούρκοι μας είδαν και άρχισαν να μας πυροβολούν.

Από τους πυροβολισμούς τραυματίστηκε θανάσιμα ο φαρμακοποιός Φίλιππος Καπετανόπουλος, από τα Βιτώλια, που είχε καταταχτεί στο σώμα την προηγούμενη μέρα. Αυτός ήταν τριάντα χρονών και ο βασικός μοχλός κάθε πατριωτικής ενέργειας στη Μακεδονία. Ήταν μέλος του τριμελούς διοικητικού συμβουλίου της «Άμυνας» στο Μοναστήρι. Όταν έμαθε ο άτυχος την άφιξη του σώματός μας, ήρθε αμέσως να μας συναντήσει και παρά τις αντίθετες προτροπές μου, επέμεινε μα μας ακολουθήσει.

Δυστυχώς η πληγή του όμως ήταν τόσο σοβαρή και το έδαφος τόσο ακατάλληλο για να τον πάρουμε μαζί μας, ώστε δεν μπορέσαμε παρά μόνο να τον κρύψουμε σε μια χαράδρα, ελπίζοντες να φέρουμε αργότερα ιατρική περίθαλψη. Αλλά δυστυχώς ο πολύτιμος αυτός άνθρωπος πέθανε σε σύντομο χρονικό διάστημα, από ακατάσχετη αιμοραγία.

Μετά το ατυχές αυτό γεγονός, επειδή ο στρατός έμεινε στο χωριό, αποσύρθηκα στο Λέχοβο για να αναπαύσω τους άντρες μου, οι οποίοι υποφέρουν σχεδόν όλοι από υψηλό πυρετό.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Κατεβαίνουμε στο υπόγειο του σπιτιού από μια μικρή εσωτερική σκάλα, για να φτάσουμε μέσα σε ένα μικρό κήπο στο ρεματάκι που κατεβαίνει προς την εκκλησία και που σχεδόν σκέπαζαν φράκτες και ιτιές. Μόλις όμως κατεβήκαμε στο υπόγειο, αμέσως μας φώναξαν πίσω γρήγορα.

Μετά από λίγο βλέπουμε να γεμίζει η πλατεία από τούρκους στρατιώτες.

Τι θα γίνει τώρα; Ο Μελάς είχε μια έμμονη, αλλά εσφαλμένη ιδέα, ότι οι Τούρκοι θα μας έκαναν τα κλειστά μάτια, επειδή κυνηγάμε βούλγαρους κακοποιούς. Νόμιζε δηλαδή ότι ο Σουλτάνος θα καταδεχόταν να ανεχθεί δέκα Κρητικούς με ένα γκρα και μια κάπα να επιβάλουν την τάξη στη Μακεδονία. Γνωματεύει λοιπόν ο Μελάς ότι οι Τούρκοι ήρθαν για κομιτατζήδες και συνεπώς εμείς πρέπει να μείνουμε ακίνητοι.

Ο Μπαρμπανδρέας λέει ειρωνικά: «θα πάνε για καπνό και θα βρουν μπαρούτι».

Η γνώμη του Μελά ήταν απαράδεκτη για όλους όσους λίγο-πολύ ξέρουν από τουφέκι. «Έξω, έξω» φωνάζουν. «Καλύτερα να σκοτωθούμε στα ανοιχτά, παρά να μας κάψουν σαν τα ποντίκια».

Ο Μελάς βλέπει ότι ιδέα της εξόδου είναι γενική και την αποφασίζει. Μπαίνει μπροστά για να κανονίσουμε το βήμα μας με το δικό του. Έχει το όπλο του στον αριστερό ώμο και το σφίγγει με το χέρι. Στο δεξί χέρι κρατάει μια γκλίτσα και στηριζόμενος σε αυτή προχωρεί με βήμα αργό, από ένα δρομάκι που ανεβαίνει λίγο λοξά προς την έξοδο του χωριού.

Από πίσω εμείς, ξένοιαστοι, απροφύλακτοι, ασυγκίνητοι, χωρίς να μας κάνει καμιά εντύπωση η παρουσία του στρατού, αλλά έτσι με τις κάπες, τους ντουλαμάδες, με τα όπλα, με τα φυσίγγια σταυρωμένα στο στήθος, ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν κάμπιες, με αργό βήμα, προχωράμε στην έξοδο. Έντρομοι μας βλέπουν οι χωρικοί και τα γυναικόπαιδα και τρέχουν να κρυφτούν. Αλλά και οι Τούρκοι μένουν κατάπληκτοι. Και δεν έχουν άδικο, γιατί τι να υποθέσουν όταν βλέπουν μπροστά τους τέτοιο θέαμα, ένα μπουλούκι Έλληνες να βγαίνουν από χωριό κομιτατζήδων με τόση αταραξία, χωρίς να παίρνουν υπόψη την παρουσία τους. Θα υπέθεσαν ότι το χωριό και τα γύρω βουνά ήταν γεμάτα αντάρτες.

Μόλις βγήκαμε από το χωριό, άρχιζε ένα χωράφι καλλιεργημένο, λιγότερο ανηφορικό. Αν το περνούσαμε και αυτό, που ήταν εκατό μέτρα, πιάναμε το κλαρί, μπαίναμε σε ένα κοίλωμα στριφτό και εξαφανιζόμασταν. Όταν όμως βγήκαμε από τη γραμμή των σπιτιών και μπήκαμε στο χωράφι, ο Μελάς στράφηκε να δει τι κάνουν οι Τούρκοι, πριν προχωρήσουμε λίγα ακόμα βήματα, οπότε δεν θα τους βλέπαμε.

Οι Τούρκοι είναι ακόμα στις θέσεις τους, αλύγιστοι. Άμα τους είδε έτσι ο Μελάς, σε στάση προσοχής, έβαλε κάτω την κάπα και κάθισε να τους κοιτάξει με το τηλεσκόπιο, αν και δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιήσει το τηλεσκόπιο.

«Για δέστε», λέει, «μας κοιτάζει ο αξιωματικός με το τηλεσκόπιο και δεν κάνουν καμιά κίνηση εναντίον μας και σεις φαγωθήκατε να βγούμε έξω».

Οι περισσότεροι μαζευτήκαμε γύρω, κοιτάζοντας τους Τούρκους και χαζεύαμε σαν τα όρνια. Ο Μπαρμπανδρέας συνιστά να συρθούμε να συρθούμε παραπάνω να πιάσουμε το κλαδερό (πυκνόφυτο από μικρά άγρια δέντρα), «γιατί εδώ θα μας παίξουν οι Τούρκοι καμιά σπαλιόρα και θα μας στραβώσουν» (θα ρίξουν καμιά μπαταριά).

Αγαναχτισμένος ο Μελάς, γιατί ο Μπαρμπανδρέας ήταν από τους πρώτους που ήθελε έξοδο από το σπίτι, λέει: «Ωχ καημένε Μπαρμπανδρέα, με τα σχέδιά σου, δεν θέλω πια από κανένα συμβουλές και σχέδια».

Μαυροκόκκινα χρώματα χύνονται στο πρόσωπο του Μπαρμπανδρέα, για την προσβολή που του έκανε ο Μελάς και τα γένια του ξεχώριζαν τρίχα-τρίχα και κινούνταν χωρισμένα σαν τα αγκάθια του αχινού. Με πλησιάζει και μου λέει με χείλια που έτρεμαν από θυμό: «Μωρέ συ, πήγαινε από κει» και δείχνει τη δεξιά μας ρεματιά «να φυλάς κι εγώ θα πάω από εδώ» και δείχνει την αριστερή, «μη βγουν οι Τούρκοι ξαφνικά και μας καβαλικέψουν και δεν γλυτώσει μισός από μας κι αυτός», εννοεί ο Μελάς «δεν καταλαβαίνει τι του γίνεται».

Ο αξιωματικός μένει ακίνητος για να μη μας τρομάξει ή μάλλον για να μας αποκοιμίσει και με τρόπο στέλνει μικροομάδες σκυφτά, συρτά και αθόρυβα να πλησιάσουν

Μια μπαταριά πρόλαβαν και έριξαν [οι Τούρκοι]. Στο μεταξύ είχαν καλυφτεί οι άντρες μας και ευτυχώς η μπαταριά πήρε μόνο έναν, γιατί θα μπορούσε να πάρει και δεκαπέντε. Πήρε το φαρμακοποιό Φίλιππα Καπετανόπουλο από την Κατράνιτσα, που μας ήρθε αποβραδίς. Η σφαίρα του έσπασε το κόκαλο στο μηρό και ήταν αδύνατο να κινηθεί χωρίς φορείο, αλλά που τέτοια πολυτέλεια

Τον έσυραν μέσα στα κλαδιά, όπου τον σκέπασε ο Μελάς με την κάπα του.

Ο Μελάς καταφέρεται κατά των αντρών που βιάστηκαν να ανέβουν πάνω από το κοίλωμα, όπου ήδη βαδίζαμε και φεύγαμε με την ησυχία μας, ενώ αν δεν προλάβαιναν οι άντρες να καταλάβουν τη θέση αυτή, οι Τούρκοι θα έπιαναν αιχμάλωτο το Μελά, εάν δε ακολουθούσαν το αργό βήμα του, θα σκοτώνονταν όλοι στη μέση του καλλιεργημένου αγρού

Άρχισε να βρέχει και να έχει πυκνή ομίχλη, τόσο που δεν διακρίναμε τίποτα. Έτσι μπόρεσαν οι Τούρκοι να ανέβουν στο σημείο που είχε πέσει ο Καπετανόπουλος. Τον είδαν από απόσταση, αλλά φοβήθηκαν να πλησιάσουν, τον πυροβόλησαν και τον αποτελείωσαν. Στο πτώμα του βρήκαν σημείωμα του πρόξενου Καλλέργη και γι’ αυτό ανακλήθηκε από το προξενείο Μοναστηρίου.

Τους πυροβολισμούς που πέσανε κατά του Καπετανόπουλου, τους ακούσαμε γιατί δεν ήμασταν μακριά.

Οι άντρες σχολίαζαν την αποτυχία του επιχείρησης κατά του Νερέτ και βρίσκανε ότι τα πάθαμε όλα εξ αιτίας του κακού σχεδίου. Καλά πήγαμε. έλεγαν πολλοί, στο Νερέτ και καλά βγήκαμε από το σπίτι και σαν γαμπροί βαδίζαμε μπροστά στα μάτια του Τούρκων, τι θέλαμε όμως να καθίσουμε στη μέση στο χωράφι και δεν τραβούσαμε εκατό μέτρα ακόμα πιο ψηλά για να πιάσουμε θέσεις; Μήπως είχαμε αδελφοξαδέλφια τους Τούρκους;

 

Ναταλία Μελά

Αφού είδε ο Παύλος ότι στο Νερέτι έμεινε ο στρατός, τράβηξε με τα παλληκάρια του κατά τον ανήφορο και βγήκαν στην κορυφή του βουνού. Ήταν ομίχλη πυκνή, δέκα μέτρα μπροστά τους δεν έβλεπαν, και δυο-τρεις ώρες τριγύριζαν στο ίδιο μέρος, δίχως να μπορέσουν να καταλάβουν που βρίσκονται. Κάτι γυναίκες, που πήγαιναν σε ένα χωριό εκεί κοντά, τους έδειξαν το δρόμο για την Προκοπάνα κι έτσι οδηγήθηκαν από πού να πάνε στο Λέχοβο. Βάδισαν ακόμα αρκετή ώρα και βρέθηκαν σε ένα κεφαλόβρυσο, απ’ όπου οι ντόπιοι γνώρισαν το μέρος.

Άρχιζε να νυχτώνει και να ψιχαλίζει πάλι. Ο Παύλος διέταξε να σταθούν μέσα στο δάσος, να κοιμηθούν λίγη ώρα για να σηκωθούν τη νύχτα, να τραβήξουν κατά το Λέχοβο. Κάπα δεν είχε, την είχε αφήσει στον πληγωμένο [Καπετανόπουλο]. Γράφει ο Πύρζας: «Κοιμήθηκε μόνο με το αδιάβροχο και δεν δέχτηκε να τον σκεπάσω με την κάπα μου, για να μην κρυώσω. Εκείνο το βράδυ υπέφερε πολύ από το κρύο».

Τη χαραυγή έφτασαν στο βουνό μεταξύ Στρεμπένου και Λεχόβου, λημέριασαν στο δάσος και μπήκαν το βράδυ στο χωριό [Λέχοβο].

 

 

 

 

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: στο όρος Περιστέρι

χάρτης Κοντογόνη: όρος Περιστέρι (2.532 υψόμετρο) του καζά Μοναστηρίου

ημερομηνία μάχης: Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 1904

σώμα ή ομάδα

τσέτα

βοεβόδας: Μητρώφ

αριθμός αντρών: είκοσι (20)

 

νεκροί: τουλάχιστον ένας (1)

τραυματίες: τρεις (3)

αιχμάλωτοι: οι τρεις τραυματίες

εφημερίδα: ΧΡΟΝΟΣ

ημερομηνία: 19.9.1904

προέλευση είδησης: Λάρισα 18 Σεπτεμβρίου (τηλεγράφημα)

 

 

 

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου / 3 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Ήθελα να αναχωρήσω σε άλλο μέρος, αλλά τα παιδιά έχασαν τις μισές κάπες. Βρέχει και φυσίγγια δεν έχουν, είμαστε σχεδόν άοπλοι. Δεν ξέρω τι θα γίνουμε.

20.9.1904

 

Ναταλία Μελά

Εκεί [στο Λέχοβο] συνεννοήθηκε ο Παύλος με τα φιλικά χωριά τριγύρω και κίνησαν πάλι το άλλο βράδυ για τη Νεγοβάνη. Μόλις έφτασαν στο ορισμένο μέρος μέσα στο δάσος, ήρθαν και τους αντάμωσαν ο Ηπειρώτης Γ. Σούρλας, διευθυντής των σχολείων της Νέβεσκας και άλλοι δύο πατριώτες και κοιμήθηκαν κοντά τους στη φωτιά.

 

 

 

 

 

 

ΑΝΟΗΤΟ ΔΙΑΒΗΜΑ

Οι σαράντα ένοπλοι άντρες, οι οποίοι εισήλθαν από την Ελλάδα στη Μακεδονία, για να προβούν σε αντεκδικήσεις κατά των Βουλγάρων, ούτε το σκοπό τους θα πετύχουν, ούτε στους Έλληνες της Μακεδονίας θα προσφέρουν κάποια θετική υπηρεσία. Το μόνο αποτέλεσμα του διαβήματός τους υπήρξε η διαμαρτυρία της τουρκικής κυβέρνησης προς την ελληνική κυβέρνηση και η πάντως όχι ευχάριστη εντύπωση την οποία δημιούργησε το γεγονός στις Μεγάλες Δυνάμεις, καθώς τον χρόνο που καταβάλλεται σοβαρή και συστηματική προσπάθεια για την βελτίωση της κατάστασης στη Μακεδονία, η Ελλάδα φαίνεται διατεθειμένη να ακολουθήσει την πολιτική της Βουλγαρίας. Γι’ αυτό είναι λυπηρό, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να προλάβει την άσκοπη έξοδο στη Μακεδονία των σαράντα ατάκτων. Είναι δε πιο λυπηρό ακόμη, ότι και μετά την πικρή πείρα των σταυραετών της «Εθνικής Εταιρίας», δεν έγινε κατανοητό στην Ελλάδα, ότι ο χειρισμός των εθνικών ζητημάτων πρέπει να βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της κυβέρνησης.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1904 στο χωριό Μπροτ (Brod) του καζά Μοναστηρίου. Νεκροί: Ο παπάς Ιωάννης και η γυναίκα του, οι προύχοντες Κωνσταντίνος και Βελιάνης.

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

Φόνοι Πατριαρχικών

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1904 στο χωριό Τσέρβιστα του καζά Δεμίρ Ισσάρ. Δύο νεκροί (χωρίς επιπλέον στοιχεία).

Επίσημα Ντοκουμέντα Οικουμενικού Πατριαρχείου

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: μεταξύ των χωριών Κιοζελέρ και Μουραλάρ

χάρτης Κοντογόνη: Κιοσελέρ (μουσουμανικό) και Μοραλάρ (μουσουλμανικό χωριό) του καζά Καϊλαρίων

ημερομηνία επίθεσης: 17 Σεπτεμβρίου 1904

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: Πλατής

θύματα

τραυματίες: δύο (2)

σημείωση: οι εξαρχικοί αδελφοί Γιοβάν βρέθηκαν από αγωγιάτες, με αρθρώσεις σε πόδια και χέρια σπασμένες με σφυρί, από τον ίδιο τον οπλαρχηγό

εφημερίδα: ΑΘΗΝΑΙ

ημερομηνία: 19.9.1904

προέλευση είδησης: Βόλος 19 Σεπτεμβρίου

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: κοντά στην Καραφέρια

χάρτης Κοντογόνη: Βέρροια ή Καραφέρια (μικτός οικισμός) έδρα του ομώνυμου καζά

σώμα ή ομάδα

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: Γιάννης

αριθμός αντρών: δεκαέξι (16)

τσέτα

αριθμός αντρών: δεκαέξι (16)

νεκροί: έξι (6)

 

εφημερίδα: ΑΤΛΑΝΤΙΣ

ημερομηνία: 3.10.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 18.10.1904

 

 

 

Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου / 4 Οκτωβρίου 1904

 

Ναταλία Μελά

Ξημερώματα έφυγαν αυτοί και ήρθαν άλλοι να δουν τον Παύλο. Ο γιατρός Τσίρλης από τη Νέβεσκα και ο αδελφός του έφεραν ρούχα να αλλάξει, στεγνές πετσέτες να σκουπίσει το πρόσωπό του, του έφεραν του πολιτισμού τη γλύκα, την αδελφοσύνη. Το βράδυ ήρθαν άλλοι φίλοι και μολονότι ήταν μέσα στο χωριό ο εισπράκτορας με σαράντα στρατιώτες, οδήγησαν το σώμα να ησυχάσει σε τρία καταλύματα, που είχαν ετοιμάσει μέσα στη Νεγοβάνη.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Αναχωρήσαμε για τη Νεγκοβάνη, μετά από οδηγίες του Κέντρου, το οποίο μας πληροφόρησε ότι κάποιος παπάς της Νεγκοβάνης επισκεπτόταν συχνά το ρουμανικό προξενείο. Εκτός από αυτόν υπήρχε άλλος ένας, κάποιος Ίτσος, που υπηρετούσε τη βουλγαρική προπαγάνδα. Υπήρχαν δε και σοβαρές υπόνοιες για ένα άλλο πρόσωπο, ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με τους αλβανιστές.

Ήταν φοβερό να κατορθώσουν οι ξένες προπαγάνδες να αποκτήσουν όργανα στο ελληνικότατο χωριό Νεγοβάνη και για αυτό ήμασταν υποχρεωμένοι να καθαρίσουμε το έδαφος από αυτά τα αγκάθια, αφού η Νεγκοβάνη και η Μπελκαμένη έπρεπε να χρησιμεύσουν ως δεύτερα κέντρα δράσης των ελληνικών σωμάτων, μετά το Λέχοβο.

Ξεκινήσαμε για τη Νεγκοβάνη, αφού συνεννοηθήκαμε πρώτα με τους προκρίτους του χωριού: γέρο-Πόλε, Πίνα, Κ. Σερίδη. Οδηγούς πήραμε το Γιαννούλη και τον Κώστα Βλάχο από τη Μπελκαμένη.

Στη Νεγκοβάνη μπήκαμε νύχτα, σε ένα απόμερο σπιτάκι, για να μην μας καταλάβουν ύποπτα πρόσωπα. Καθίσαμε όλη τη μέρα στο χωριό, χωρίς να κάνουμε καμιά σοβαρή ενέργεια, γιατί γινόταν κάποιος γάμος, στον οποίο είχαν προσκληθεί και τούρκοι στρατιώτες που περνούσαν από το χωριό. Το βράδυ βγήκαμε στο δάσος της Νεγκοβάνης και κάναμε λημέρι σε κατάλληλη θέση, που μας υπέδειξε ο Σερίδης. Ξαναμπήκαμε στο χωριό, χωρισμένοι σε τρεις ομάδες και κάναμε έρευνα στα σπίτια των προπαγανδιστών. Στο καφενείο του χωριού περίμενε ο αρχηγός με μέρος του σώματος.

Οι περίπολοι πήγαιναν τρέχοντας στα σπίτια που είχαν ορισθεί. Εμείς πήγαμε στο κέντρο του χωριού. Το ποδοβολητό των αντρών των περιπόλων που έτρεχαν και τα σκυλιά που γάβγιζαν όλα μαζί, προξένησαν μεγάλο θόρυβο. Μόλις φτάσαμε στο καφενείο, φωνάξαμε τον καφετζή να ανοίξει το μαγαζί. Μετά από λίγο επέστρεψαν οι περίπολοι. φέρνοντας μόνο το ρουμανιστή παπά, καθώς οι άλλοι δεν βρέθηκαν. Στο καφενείο είχαν κληθεί και κάποιοι πρόκριτοι, στους οποίους ο αρχηγός μας, ανέπτυξε, παρουσία και του παπά, το λόγο της συγκρότησης των σωμάτων

Στα λόγια αυτά του Μελά έμεινα σιωπηλός, ενώ αυτός πηγαίνοντας ανάμεσα στους χωρικούς, τους διατάζει να φύγουν όλοι μαζί με τον παπά, αφού τους είπε και πάλι να έχουν υπόψη τα λόγια [απειλές] που τους είπε.

Μετά, κάτω από συνεχή βροχή, αναχωρούμε για το δάσος της Μπελκαμένης, από κει δε για την ανατολική πλευρά του όρους Βίτσι, όπου μένουν οι κομιτατζήδες (και τροφοδοτούνται από τα χωριά Λάγκεν και Νερέτ).

 

 

 

 

 

[ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΥΜΜΟΡΙΩΝ]

Κωνσταντινούπολη 20 Σεπτεμβρίου. Η Πύλη διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο Πατριαρχείο ότι οι μητροπολίτες Καστοριάς και Σερβίων διατηρούν ελληνικές συμμορίες. Ο Πατριάρχης απάντησε ότι αυτοί οι μητροπολίτες μόλις διατηρούν τους εαυτούς τους και πολύ λίγο μπορούν να διατηρήσουν συμμορίες.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

[ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΣΤΟ ΖΕΛΟΒΟ]

Οι σερβικές εφημερίδες γράφουν ότι κάποιος ελληνομανής Τάβλε [Πάβλε Κύρου] από το χωριό Ζέλοβο πέρασε από την Ελλάδα στην Καστοριά επικεφαλής συμμορίας 13 Ελλήνων.

Αυτό το αναδημοσίευσε εφημερίδα τη Σόφιας σχολιάζοντας: «Βλέπετε; Οι τουρκικές αρχές τους προστατεύουν».

Η συμμορία αυτή δεν ήρθε από την Ελλάδα, αλλά σχηματίστηκε στη Μακεδονία. Είναι ντόπια συμμορία, όπως είναι και όλες οι μακεδονοελληνικές συμμορίες που βρίσκονται σήμερα εκεί. Δεν προέρχονται από την Ελλάδα, γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ελληνομανείς αλλά μόνο Έλληνες. Ο Τάβλης είναι ελληνομακεδόνας από το Ζέλοβο, όπως και οι σύντροφοί του.

ΦΙΛΙΠΠΟΥΠΟΛΙΣ

 

Η ΣΕΡΒΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Η «Πολιτική Ανταπόκριση» της Βιέννης γράφει ότι οι μακεδονικοί κύκλοι στη Σόφια, παρακολουθούν με φόβο τη σερβική προπαγάνδα στη Μακεδονία. Ο Σέρβος στρατηγός Αθανάσκοβιτς σχημάτισε επαναστατικό κομιτάτο και συλλέγει χρήματα για την ενίσχυσή του. Ήδη μερικές σερβικές συμμορίες πέρασαν από τη Σερβία στη Μακεδονία και παροτρύνουν τους εξαρχικούς να προσχωρήσουν στο Σερβισμό.

ΠΡΩΙΑ

 

 

 

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου / 5 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Έστειλα στο Πισοδέρι γράμμα στον παπά-Σταύρο και στο μουχτάρη Μιχάλη Χάσο και τους παρακαλώ, πάση θυσία, να φροντίσουν να μεταφέρουν τους λαβωμένους στο Πισοδέρι. Επίσης να μου φέρουν ψωμί έξω από το χωριό, σε ορισμένο μέρος. Το βράδυ αναχωρούμε και μετά από πορεία φτάνουμε στο μέρος που είχαμε ορίσει. Εκεί μας περίμενε ο Θεόδωρος Κωνσταντίνου και μας λέει ότι μας έχουν ετοιμάσει καταλύματα για να μπούμε στο χωριό. Μου είπε ότι ο παπάς πήγε στο Ζέλεβο να πάρει τους λαβωμένους. Μπήκαμε λοιπόν στο χωριό, στο σπίτι του παπά, όπου μας περίμενε ο μουχτάρης. Εκεί μου λένε ότι ο αξιωματικός, που ήταν στο Ζέλεβο, ήταν μιραλάης [συνταγματάρχης] και όχι λοχαγός, όπως μου είχαν πει. Επίσης με πληροφορούν ότι στη μάχη της 18ης στο Όσιμο σκοτώθηκαν 24 Βούλγαροι

Το βράδυ βγήκαμε από το χωριό, γίναμε δυο ομάδες και ξαναμπήκαμε φανερά, δήθεν ότι ερχόμαστε από το βουνό (σχέδιο του παπά) και ήρθαμε στην εκκλησία και έστειλα ανθρώπους και φώναξα τους κατοίκους του χωριού και τους είπα ότι είμαστε απεσταλμένοι του Ελληνικού Κομιτάτου και όφειλαν να συμμορφωθούν στις εντολές μας και όποιος δεν υπακούει θα τιμωρείται. Είπα επίσης στους ρουμανίζοντες, 6-7 άτομα, να σταματήσουν να εργάζονται [για τις ιδέες τους] γιατί θα τους τιμωρήσω με θάνατο. Μετά πήγα σε ένα μαγαζί και διέταξε να δώσουν κρασί και ρακί και τους μέθυσα όλους. Πλήρωσα μισή λίρα Τουρκίας και φύγαμε από το πάνω μέρος του χωριού, σε ένα δάσος.

22.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Θύμιου Καούδη

Το βράδυ ήρθε ο παπά-Σταύρος και πήρε τους δυο τραυματίες και τους πήγε στο Πισοδέρι και τους νοσήλευε. Έστειλε και τον αδελφό του και πήγε στην Αλβανία και αγόρασε σφαίρες γκρα, γέμισε έναν τορβά, μας τις έφερε και έτσι εφοδιαστήκαμε πάλι.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Περνάμε το μικρό χωριό Έλοβο, απέναντι από τη Μπελκαμένη, ανεβαίνουμε τη δασωμένη πλευρά του Βίτσι και πάμε στη θέση Παυλίνα. Φυλάω καραούλι με το Ζήση από το Στρέμπενο και βλέπω έναν άνθρωπο να κατεβαίνει από το βουνό με κάπα κανούτα [χρώμα ανοιχτό γκρι]. Τέτοιες κάπες μόνον οι κομιτατζήδες και οι αντάρτες έχουν. Επειδή είναι ένοπλος, μου λέει ο Ζήσης πως είναι αγγελιοφόρος των κομιτατζήδων. Τρέχω και πιάνω το μέρος που πρόκειται να περάσει, με απόφαση να μην τον αφήσω να φύγει. Πράγματι, σε λίγο βρέθηκα μπροστά του. Του παίρνω την κάπα, τον βάζω μπροστά και τον οδηγώ στο λημέρι.

Εκεί ο Μελάς τον υποβάλει σε ανάκριση. Ο αιχμάλωτος λέει πως είναι από το Κότορι και βγήκε για ξύλα. Ο Γρηγόρης Βαενάς από το Στρέμπενο, λέει πως πρέπει να εκτελεστεί, γιατί σίγουρα είναι στην υπηρεσία των κομιτατζήδων και ότι πήγε για να μας κατασκοπεύσει.

Ο Μελάς, έχοντας για διερμηνέα τον Πύρζα, του κάνει θεωρία και τέλος, αφού τον ορκίζει στο ευαγγέλιο (αχ αυτό το ευαγγέλιο!), τον αφήνει ελεύθερο, με διατάζει δε να του δώσω την κάπα του.

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου / 6 Οκτωβρίου 1904

 

Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου

Ο πρόξενος Καλλέργης ενημερώνει, μεταξύ άλλων, τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Ρωμάνο πως:

Η αποτελούμενη από έντεκα άτομα συμμορία μας, υπό την ηγεσία του Κρητικού Ευθ. Καούδη, έφτασε επιτυχώς, στις αρχές του μήνα, στην περιοχή γύρω από το Ζιέλοβο [Ζέλοβο] και το Πισοδέρι. Αφού έμεινε λίγες μέρες στη Μονή της Αγίας Τριάδας του Πισοδερίου και προστέθηκαν σε αυτή 4-5 νέοι ακόμα από τα δυο χωριά, πήγε στην Όστιμα, δικό μας χωριό μέχρι πριν ένα μήνα (που προσχώρησε όμως με τη βία στο σχίσμα) και σκότωσε το Στογιάνη Γιάγκουλα, φανατικό όργανο του βουλγαρικού Κομιτάτου. Ταυτόχρονα σχεδόν σκότωσε και τον Χατζηπαύλο από το Ζιέλοβο, ο ποίος φαινόταν πως ήταν φιλικά προσκείμενος σε μας, στην πραγματικότητα όμως εργαζόταν για το βουλγαρικό Κομιτάτο.

Την αυγή της 17ης Σεπτεμβρίου, οι δικοί μας [του Καούδη], αφού παραφύλαγαν μάταια στο δρόμο όλη τη νύχτα, να περάσει η βουλγαρική συμμορία, μπήκαν σην Όστιμα. Εκεί, η αποτελούμενη από σαράντα άντρες βουλγαρική συμμορία, που είχε ήδη μπει στο χωριό το βράδυ, από άλλο δρόμο, άνοιξε πυρ εναντίον των δικών μας, οι οποίοι, αν και αιφνιδιάστηκαν, πολέμησαν γενναία για πολλές ώρες. Μόνο τρεις, οι που είχαν μπει στο χωριό νωρίτερα, για να ερευνήσουν, αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε ένα σπίτι ο καθένας, όπως μπορούσαν.

Κατά την πολύωρη αυτή συμπλοκή, κατά την οποία έτρεξαν σε βοήθεια των δικών μας δέκα άντρες από το Ζιέλοβο και μερικοί από το Πισοδέρι, μαζί με εφτά στρατιώτες που κατά τύχη βρέθηκαν εκεί, σκοτώθηκαν από τους Βούλγαρους πέντε και σκοτώθηκαν επτά, από δε τους δικούς μας πληγώθηκαν ακίνδυνα μόνο δύο, όπως φαίνεται και από την επιστολή του αρχηγού, την οποία σας επισυνάπτω. Μεταξύ των φονευθέντων είναι και κάποιος Κίρκοφ από τη Φλώρινα, σημαντικός αντάρτης που έχει διατελέσει και αρχηγός. Ο στρατός που πήγε την άλλη μέρα στον τόπο της μάχης, βρήκε το κεφάλι του κομμένο και το μετέφερε στη Φλώρινα, για να αναγνωριστεί.

Το σώμα του κ. Μελά, αποτελούμενο από 45 άντρες, μετά πολυήμερη πορεία έφτασε επιτυχώς, μέσω Κολώνιας, στα μέρη της Καστοριάς, γύρισε πολλά χωριά κατηχώντας αυτά να παραμείνουν πιστά στα πάτρια, αφοσιωμένα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και να μην εξαπατηθούν από τις ψευδείς υποσχέσεις του βουλγαρικού κομιτάτου. Στην Πρεκοπάνα, μετά από μια παρόμοια διδασκαλία, θανάτωσαν τον ιερέα και το δάσκαλο της βουλγαρικής κοινότητας του χωριού, για εκδίκηση της δολοφονίας του έλληνα ιερέα της Πρεκοπάνας παπα-Χρήστου.

Στις 20 του μήνα, το σώμα του κ. Μελά, ενώ βρισκόταν έξω από το χωριό Νερέτι, για να μπει και να τιμωρήσει κάποια όργανα του βουλγαρικού κομιτάτου, βρέθηκε αντιμέτωπο με στρατιωτικό απόσπασμα, που βρέθηκε εκεί γιατί είχε καταγγελθεί η εμφάνιση βουλγαρικής συμμορίας, που ήθελε να μπει στο χωριό να εισπράξει φόρους για το κομιτάτο. Οι δικοί μας δεν θέλησαν να αντιτάξουν βία στο στρατιωτικό απόσπασμα και τράπηκαν σε φυγή. Από τους λίγους όμως πυροβολισμούς που έπεσαν, σκοτώθηκε ένας από τους δικούς μας, ο Φ. Καπετανόπουλος, φαρμακοποιός εδώ [Μοναστήρι]. Καταγόταν από την Κατράνιτσα και είχε φύγει από εδώ, πριν από δεκαπέντε μέρες, για να ενωθεί με τους δικούς μας. Πάνω του βρέθηκε και κατασχέθηκε και μια επιστολή που απευθυνόταν σε μένα, χωρίς όμως να γράφει το όνομά μου. Στην επιστολή αυτή ο μακαρίτης Καπετανόπουλος εκφράζει την απελπισία του για τη δυνατότητα επίτευξης κάτι γενναίου από τους ντόπιους, τουλάχιστον τώρα και με παρακαλούσε να φροντίσω να ενισχυθεί από έξω η αντάρτικη δράση.

έγγραφο 923 / 23.9.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Μείναμε δυο μέρες στο Βίτσι και επιστρέψαμε στην Μπελκαμένη, γιατί η τροφοδοσία ήταν δύσκολη εκεί πάνω και η παραπάνω διαμονή μας άσκοπη.

Η υπηρεσία άλλωστε απαιτούσε να επικοινωνεί συνέχεια ο αρχηγός μας με τους χωρικούς, για να διαδίδει την ελληνική ιδέα και να αλληλογραφεί συχνά με τα Κέντρα, για να παίρνει έγκαιρα πληροφορίες.

 

Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης

Ο πρόξενος Λ. Κορομηλάς γράφει μεταξύ άλλων, στον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Ρωμάνο:

Για την εμφάνιση των ελληνικών σωμάτων, διαδίδονται πολλά ασαφή και διαστρεβλωμένα, από μουσουλμάνους και χριστιανούς. Τα γεγονότα είναι πάρα πολύ πρόσφατα και η συγκοινωνία την ύπαιθρο χώρα είναι πάρα πολύ επικίνδυνη, ώστε να έχουμε σίγουρες πληροφορίες.

 Τα ακόλουθα γεγονότα είναι βεβαιωμένα από τις πηγές μου:

Ο Καϊμακάμης Γευγελής έλαβε τηλεγράφημα πριν από τρεις μέρες ότι ελληνικό σώμα, ορθόδοξο, που έφυγε από το Τίκφες, συνεπλάκη με βουλγαρικό σώμα και σκότωσε τρεις βούλγαρους κομίτες. Αυτό το σώμα προέρχεται από τα χωριά Ράδινα και Κοπρίσνιτσα, τα οποία η δική μας στατιστική και ο μητροπολίτης αγνοούσαν πως είναι ορθόδοξα και γι’ αυτό δεν θα μας απαντήσουν

Επίσης λέγεται ότι πάνω από τη Νιάουστα βρίσκεται ελληνικό σώμα 32 αντρών (οι περισσότεροι Μακεδόνες) και καιροφυλακτεί για τα κομιτάτα του Τάσου και του Λούκα. Δεν εισήλθαν ακόμα σε κάποιο χωριό, για να μην ειδοποιηθούν οι δυο αυτοί αρχηγοί, οι οποίοι μαζί με άλλους είχαν σύσκεψη στην Καρατζόβα.

έγγραφο 589 / 23.9.1904

 

 

 

 

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: το χωριό Ζέλιοβο και το χωριό Όστιμο

χάρτης Κοντογόνη: Ζέλοβον (χριστιανικό χωριό) και Όστιμα (χριστιανικό χωριό) του καζά Καστοριάς

ημερομηνία επίθεσης: 14 Σεπτεμβρίου 1904

θύματα

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: ελληνική ομάδα σκότωσε το Χατζηπαύλο στο Ζέλοβο και το Στόικωφ στην Όστιμα

εφημερίδα: ΣΚΡΙΠ

ημερομηνία: 23.9.1904

προέλευση είδησης: Καστοριά 16 Σεπτεμβρίου 1904

 

 

 

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου / 7 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή, στη θέση Λάζινα. Ένα περίεργο: ο Γιάννης Καλογεράκης κοίταξε στον ήλιο το πουκάμισό του [είδε] και σκότωσε εκατόν δέκα ψείρες. Το βράδυ ήρθαμε στη Μονή, όπου μάθαμε από ένα Βούλγαρο ότι μετά τη μάχη της 18ης θάψανε πέντε στο Όσιμο.

Επίσης μάθαμε ότι ο Ηλίας ήρθε στο Ζέλεβο και θεωρήσαμε καλό να πάμε και μεις για να μάθουμε νέα από τα Βιτόλια. Ήρθαμε κοντά στο χωριό και στείλαμε ένα τσοπάνη να ειδοποιήσει το μουχτάρη και τον αγροφύλακα να μας μπάσουν μέσα αλλά αρνήθηκαν. Ήρθαμε στο σπίτι του Ηλία, όπου μας είπαν ότι σε αυτόν δεν έδωσαν τίποτα για μας] αλλά στέλνουν με άλλον. Μείναμε σε άλλο σπίτι μέχρι το πρωί και περιμέναμε τον απεσταλμένο του Κομιτάτου.

24.9.1904

 

 

 

 

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

[ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΩΝ]

Η σερβική Κυβέρνηση δημοσίευσε το επόμενο ανακοινωθέν εναντίον της δράσης των αντάρτικων στιφών στη Μακεδονία:

Κάποιες εφημερίδες ενοχοποιούν τη βουλγαρική Κυβέρνηση για τις δολοφονίες που διαπράττονται στη Μακεδονία κατά των αδελφών μας. Στην πραγματικότητα όμως η βουλγαρική Κυβέρνηση και ο βουλγαρικός λαός, ενέχονται τόσο λίγο σε αυτά τα κακουργήματα, όσο και η Σερβία και ο σερβικός πληθυσμός στη Μακεδονία. Οι διάφορες Μακεδονικές Οργανώσεις, οι οποίες δεν βρίσκουν κανένα στήριγμα ούτε στη Σερβία, ούτε στη Βουλγαρία, έχασαν την επαναστατική τους σημασία και μεταβάλλονται σε ληστρικές συμμορίες. Τα μέλη αυτών των συμμοριών καθόλου δεν είναι πατριώτες που μάχονται για την ελευθερία της πατρίδας τους, αλλά κοινοί ληστές. Αυτοί κακουργούν με το σύνθημα «Αυτονομία τη Μακεδονίας», παρασκευάζοντας το έδαφος σε κατοχή ή τουλάχιστον σε περιπλοκές, των οποίων τα επακόλουθα είναι ανυπολόγιστα. Τέτοιες δε περιπλοκές θα επέρχονταν πράγματι, αν στα καλούμενα βουλγαρικά στίφη, προστεθούν σερβικά και ελληνικά με παρόμοιο σκοπό.

Οι κυβερνήσεις της Σερβίας και της Βουλγαρίας καταδικάζουν τη διαγωγή των αμφιβόλων αυτών επαναστατών και ελπίζουν, ότι με τη βοήθεια των Δυνάμεων θα βρεθούν τα κατάλληλα μέσα για να ανταπεξέλθουν κατά της ενέργειας των στιφών.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο πρεσβευτής μας στο Λονδίνο κ. Μεταξάς, σχετικά με τις ελληνικές συμμορίες που εισέβαλαν στη Μακεδονία, ανακοίνωσε τα εξής.

Τελευταία άκουσα και εγώ ότι φάνηκαν και ελληνικές συμμορίες στη Μακεδονία. Γι’ αυτές η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει γνώση.

Γνωρίζω μόνο ότι οι δολοφονικές ενέργειες των κομιτάτων ξεσήκωσαν μεγάλη αγανάκτηση στο ελεύθερο ελληνικό Βασίλειο και ότι είναι δυνατόν πράγματι να σχηματίστηκαν ελληνικές συμμορίες, χωρίς να έχει γνώση για αυτό η ελληνική κυβέρνηση και χωρίς να φέρει την ελάχιστη ευθύνη, γιατί η μέχρι τώρα στάση της απέδειξε επαρκώς, ότι προσπαθεί με κάθε τρόπο να μη δυσκολέψει το μεταρρυθμιστικό έργο των Δυνάμεων.

ΚΑΙΡΟΙ

 

 

 

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου / 8 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο. Ήρθε ο αγγελιοφόρος του Κομιτάτου, ανταμώσαμε σε άλλο σπίτι, και μου έδωσε επιστολή από τον κύριο πρόξενο. όπου μου γράφει να πάω στη Βελκαμένη [Μπελκαμένη] και στη Νεγοβάνη [Νεγκοβάνη] για να ανταμώσω τους άλλους [ το σώμα Μελά]. Έλαβα επίσης και άλλη επιστολή του κ. Σαπουντζή από τη Φλόρενα [Φλώρινα] και τριάντα οκτώ λίρες Τουρκίας για τα έξοδα και τους μισθούς των παιδιών και υπέγραψα απόδειξη. Έγραψα επιστολή προς τον κ. πρόξενο. Του γράφω για τον αριθμό των σκοτωμένων και λαβωμένων της 18ης, ότι είναι 24 και ένας χαμένος. Επίσης του γράφω να παρακαλέσει τον κύριο Καλαποθάκη να μας εξοπλίσει με όπλα επαναληπτικά, όπως έχουν και οι Βούλγαροι, γιατί τα έχουμε ανάγκη.

Πρέπει να πάμε να συναντήσουμε το Μελά που μας περιμένει στη Νεγοβάνη, όπως μου γράφουν από τη Φλόρενα και τα Βιτόλια. Σκεφτήκαμε να βαφτίσουμε πρώτα το νεογέννητο του Παύλου [Κύρου] και μετά αποφασίζουμε. Το βράδυ μας ήρθε είδηση ότι στο Τούρνοβο [Τύρνοβο] είναι μαζεμένοι εκατόν πενήντα κομίτες. Μεγάλος φόβος και εκνευρισμός έπιασε τους Ζελοβίτες. Εγώ πήγα στην εκκλησία και βάφτισα τη νεογέννητη κόρη του Παυλή και την ονόμασα Ελευθερία. Ο Παύλης, λόγω της είδησης, άλλαξε σχέδια και δεν αναχωρήσαμε απόψε. Μείναμε και την επομένη στο Ζέλεβο.

25.9.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Μόλις σήμερα μπόρεσα να σου γράψω. Ήμουν φοβερά απασχολημένος. Γι’ αυτό, το ημερολόγιο θα το συνεχίσω άλλοτε. Ήδη, σου λέω ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες της εργασίας, τους κινδύνους αυτής και το φοβερό καιρό (βρέχει συνεχώς 23 μέρες και τις περισσότερες φορές κοιμόμαστε στη βροχή) είμαι πολύ ευχαριστημένος, αν όχι ενθουσιασμένος.

Ο Καούδης εξολόθρευσε στα Κορέστια όχι λίγους κακούργους. Προχθές δε, σε συμπλοκή με ογδόντα κομίτες, (αυτός με είκοσι) σκότωσε πέντε από αυτούς και πλήγωσε δεκαπέντε, χωρίς να πάθει κάτι κανείς δικός του.

Εγώ εδώ ή μάλλον το σώμα μου σκότωσε τους διαβόητους βουλγαροπαπά και βουλγαροδάσκαλο της Προκοπάνας στις 17 Σεπτεμβρίου. Μετά την πράξη αυτή, υποκίνησα τους κατοίκους να επανέλθουν στην ορθοδοξία και να δηλώσουν μέσα σε δέκα μέρες αυτή την επιθυμία τους στο Μητροπολίτη. Στις 18, στην ελληνικότατη Βελκαμένη, υποχρέωσα επτά γονείς να αποσύρουν τα επτά παιδιά τους, τους μόνους μαθητές της ρουμανικής προπαγανδιστικής σχολής. Το ρουμάνο δάσκαλο και ταυτόχρονα κομιτατζή, τον υποχρέωσα να φύγει μέσα σε μια βδομάδα, αν θέλει να ζήσει. Αυτός έφυγε την άλλη μέρα. Αυτά είναι τα καλά νέα. Το λυπηρό είναι ότι ο ενθουσιώδης και πολύ καλός νέος Φίλιππος Καπετανόπουλος, φαρμακοποιός στα Βιτώλια (Μοναστήρι) και μέλος της διοίκησης της Αμύνης, που επέμεινε να μείνει μαζί μου, σκοτώθηκε στις 19, στο Νερέτι, σε συμπλοκή με τον τουρκικό στρατό.

Να πως έγινε το πράγμα. Από τη Βελκαμένη πήγαμε, 30 τον αριθμό, στο Νερέτι για να τιμωρήσουμε τους φονιάδες (οι οποίοι εξακολουθούν να κακουργούν) των πέντε άτυχων εκείνων θυμάτων. Ήταν Κυριακή πρωί. Ήμασταν έτοιμοι να τους συλλάβουμε όλους, εξορμώντας από ένα σπίτι όπου ήμασταν κρυμμένοι, προς την πλατεία όπου ήταν όλοι αυτοί, όταν βλέπουμε στην είσοδο του χωριού 90-100 νιζάμηδες και 30-40 ιππείς. Πριν προλάβω να τους συγκρατήσω, 5-6 απειροπόλεμοι και δειλοί από το σώμα, ανοίγουν την πίσω πόρτα και τρέχουν προς το κοντινό βουνό. Τους ακολουθούν όλοι. Στο σπίτι μένω εγώ και ο Στρατινάκης. Όταν έφτασα και εγώ στους πρόποδες του βουνού, ήταν όλοι σκορπισμένοι. Μερικοί μάλιστα είχαν προχωρήσει τόσο πολύ ώστε για μια στιγμή νομίζαμε, με το Στρατινάκη, πως ήταν κομίτες. Όταν έφτασα στην κορυφή ενός διπλανού λόφου, γύρισα και προσπάθησα να ανακαλύψω με το τηλεσκόπιο μου το στρατό, που είχε μπει στο χωριό και είχε γίνει άφαντος. Ενώ ήμουν εκεί όρθιος, δέχομαι ξαφνικά ομοβροντία πυρός από τους Τούρκους, που ήταν κρυμμένοι πίσω από τα σπίτια. Τότε φυσικά ζήτησα να προφυλαχτώ και προχωρώντας προς τα πάνω, πάνω σε γυμνό έδαφος, έφτασα το δυστυχή Φίλιππο, ο οποίος ασυνήθιστος σε τέτοιους κόπους, φορτωμένος με οπλισμό και κάπα, είχε αποκάμει εντελώς. Του έδωσα θάρρος και του είπα να περάσει μπροστά μου για να τον βοηθώ. Οι Τούρκοι βλέποντας πως είμαστε πιο κοντά από τους άλλους μας έριξαν βροχή από βλήματα. Απορώ και τώρα πόσο λίγο επικίνδυνος είναι ο πόλεμος, γιατί αυτό θα βάστηξε τουλάχιστον για δυο λεπτά, στα οποία βέβαια έπεσαν γύρω μας πάνω από διακόσιες σφαίρες. Πλησιάζαμε ήδη μια κορυφογραμμή, πίσω από την οποία θα καλυπτόμασταν, όταν ο Φίλιππος πληγώνεται στον αριστερό μηρό. Η σφαίρα τρυπά το μηρό και βγαίνει στο υπογάστριο, πολύ κοντά στην κλείδωση του μηρού. Ο άτυχος πέφτει και φωνάζει βοήθεια. Εγώ ο ίδιος είμαι σχεδόν εξαντλημένος, γιατί ο ανήφορος είναι φοβερός, Εντούτοις τον τραβώ με απόγνωση από το χέρι του, μέσα σε αυτή τη βροχή από σφαίρες και τον φέρνω στην κορυφογραμμή. Από εκεί καλώ τους άλλους σε βοήθεια του πληγωμένου, αλλά είτε δεν καταλαβαίνουν, είτε τους εμποδίζει το πυκνό πυρ. Δεν έρχονται. Μόνο ο γενναίος Λαμπρινός έρχεται και τον σηκώνουμε. Τον φέρνουμε σε μια δασωμένη χαράδρα και τον κρύβουμε καλά στους θάμνους. Δεν έχω κανένα φάρμακο να του αφήσω. Του λέω να κάνει κουράγιο και θα έρθω πίσω. Προχωρώ με το Λαμπρινό. Οι Τούρκοι δεν προχωρούν, αλλά πυροβολούν εκ του ασφαλούς. Ευτυχώς έρχεται φοβερή καταχνιά και μας σκεπάζει. Σταματάμε όλοι πάνω από το Νερέτι. Έχω απόφαση να κατέβω, αλλά το βράδυ κάποιες γυναίκες μας λένε ότι ο στρατός έμεινε και έβαλε σκοπούς. Αναχωρώ λοιπόν γρήγορα (αφού είπα στις γυναίκες να πάνε να τον βρουν) για να του στείλω βοήθεια από αλλού.

Τώρα ετοιμάζω ένα κόλπο, για να εκδικηθώ την καταστροφή του Κρουσόβου. Ταυτόχρονα οργανώνω επιτροπές και την άμυνα. Αγόρασα εδώ 15 όπλα. Τι κάνει το Κομιτάτο και δεν στέλνει όπλα; Τα του Στρεμπένου και αυτή την επιστολή, στείλε τα στον Γ. Μπαλτατζή.

Λέχοβο 25.9.1904

 

Από την Τελευταία Έκθεση του Παύλου Μελά

Βρέχει συνέχει 23 μέρες και ότι κάνουμε γίνεται κάτω από ραγδαία βροχή. Τις περισσότερες νύχτες τις περνάμε έξω στα δάση, κάτω από τη βροχή. Μέχρι προχθές, που με έπιασε, ήμουν ο μόνος που δεν είχε πυρετό.

Αν πάρετε το χάρτη του αυστριακού γεωγραφικού ινστιτούτου, το φύλλο του Μοναστηρίου, θα δείτε ότι έχω περιορισθεί και εργάζομαι βόρεια και ανατολικά τους όρους Βίτσι, που βρίσκεται βορειοανατολικά της Καστοριάς.

Στις ανατολικές πλαγιές του Βίτσι, βρίσκεται η ελληνοβλαχική κωμόπολη Νέβεσκα και βόρεια αυτής το αλβανικό χωριό Νεγκοβάνι.

Νότια από τη Νέβεσκα και πάνω στο ίδιο βουνό, βρίσκεται και άλλο αλβανικό χωριό, το Λέχοβο, που στον χάρτη σημειώνεται με το όνομα Lahor. Σαν κέντρα δράσης της περιφέρειας Νερέτι, Νεγκοβάνι, Εξισού, Ζέλενιτς, Νέβεσκα, διάλεξα και όρισα τα δυο αλβανικά χωριά Νεγκοβάνι και Λέχοβο. Αυτό έγινε γιατί πρώτον σαν καθαρά ελληνοαλβανικά είναι πιστά και αφοσιωμένα σε μας και δεύτερον γιατί στη Νεγκοβάνη βρίσκεται ο παλιός και έμπειρος οπλαρχηγός Κόλε Πίνας, στο δε Λέχοβο κατοικεί και έχει (όπως και ο προηγούμενος) μεγάλη επιρροή στα περίχωρα ο Ζήσης Δημουλιός, οπλαρχηγός και αυτός, που έχει ακόμα και τώρα άδεια από την τουρκική κυβέρνηση να διατηρεί έξι ένοπλους άντρες για την άμυνα του χωριού.

Εκτός από αυτούς τους λόγους, έκρινα κατάλληλα τα δύο αυτά χωριά, ως κέντρα δράσης των σωμάτων μας, γιατί περιβάλλονται από απέραντα δάση, στα οποία μπορούν να καταφεύγουν και να κρύβονται τα σώματά μας.

Η διεύθυνση, των δύο αυτών κέντρων δράσης, βρίσκεται στη Νέβεσκα. Στην κωμόπολη αυτή κατοικούν αρκετοί ανεπτυγμένοι φιλοπάτριδες, επιστήμονες, έμποροι και κτηματίες.

Σε κάθε σπουδαίο κέντρο διόρισα από ένα ή δύο αγγελιοφόρους, όπου είναι απόλυτη ανάγκη. Αυτούς θα πληρώνει το κομιτάτο της Αθήνας, το οποίο θα στέλνει τα χρήματα στον ταμία του αντίστοιχου κέντρου διεύθυνσης. Ως μισθούς τους όρισα, ανάλογα με την εργασία τους, τους εξής: Στο Λέχοβο ένα εικοσόφραγκο για έναν αγγελιοφόρο, στη Νέβεσκα κατ’ εξαίρεση 2 ½, γιατί είναι κατάλληλος, αφήνει εντελώς το επάγγελμα του χρυσοχόου και θα έχει πολύ ταχυδρομική εργασία. Εκτός αυτών, στη Νεγκοβάνη πλήρωσα πέντε εικοσόφραγκα ως μισθό πέντε οπλοφόρων, οι οποίοι περιπολούν κάθε νύχτα στο χωριό. Αυτοί όποτε καλούνται σε βοήθεια ή ενίσχυση των σωμάτων μας, θα είναι υποχρεωμένοι να έρχονται αμέσως. Η έκτακτη αυτή υπηρεσία τους, μπορεί να διαρκέσει μέχρι τέσσερις ημέρες συνεχώς. Πέρα από αυτό θα παίρνουν μικρή αμοιβή από το χωριό τους (το οποίο έχει δικό του μικρό ταμείο) για το ψωμί, το οποίο από τώρα και στο εξής παρέχεται δωρεάν στα σώματα, για τα καραούλια του χωριού, τα οποία θα φυλάνε τα τυχόν σώματα που θα καταλύουν σε αυτό.

Επίσης αποφάσισα μόνος μου και ελπίζω ότι θα το εγκρίνεται, μηνιαίο επίδομα πέντε λιρών για τον πρόεδρο του διευθυντή του τμήματος Νέβεσκας Τάκη Γκόλιε. Αυτός είναι 35 ετών, δραστήριος, ευφυής, γενναίος και πολύ καλός πατριώτης. Υποστήριζε πάντοτε με ζήλο τα ελληνικά συμφέροντα, αλλά πρόπερσι, από πείσμα προς την αντίθετη μερίδα (τα κομματικά δίνουν και παίρνουν στη Μακεδονία), έβαλε το παιδί του στη ρουμανική σχολή. Πέρσι όμως όχι μόνο κατάλαβε το σφάλμα του, αλλά και έσπευσε να ζητήσει συγνώμη από τους αντιπάλους του, τους έδωσε πρώτος το χέρι και ζήτησε να αγωνιστούν από κοινού κατά των Ρουμάνων και των Βουλγάρων. Επειδή δε έχει αρκετή δύναμη, κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να καταστρέψει τη ρουμανική προπαγάνδα στην Καστοριά και περιόρισε τους μαθητές της σχολής από 85 σε 21.

Όσον αφορά τον Ευθύμιο [Καούδη] μαθαίνω από άλλους, ότι εργάζεται πολύ καλά. Από την πρώτη μέρα που έφτασα, με επιστολή μου, στην οποία εσώκλεια έγγραφο του κ. Καλομενόπουλου (γιατί είχε αμελήσει να με εφοδιάσει το Κομιτάτο, με υπογραφή κάποιου άλλου), με το οποίο δινόταν διαταγή σε όλα τα σώματα να συνεννοηθούν μαζί μου, όσον αφορά τη γενική δράση, τον διέταξα να έρθει να συνεννοηθούμε. Από τότε του έστειλα πολλά μηνύματα, όπως για την πληρωμή του μισθού του κλπ., αλλά μέχρις ώρας, ενώ ασφαλώς έπαιρνε τις επιστολές μου, όχι μόνο δεν φάνηκε, αλλά δεν αξιώθηκε ούτε να μου απαντήσει. Αυτό είναι πολύ λυπηρό, γιατί ματαίωσα μια γενική επίθεση και εμπρησμό κατά του στρατηγείου των δολοφόνων, δηλαδή του Εξί-Σου, για την οποία επίθεση χρειάζονταν τουλάχιστον εκατό άντρες. Εάν ο Καούδης ενωνόταν μαζί μου θα παρουσίαζα στους ντόπιους δύναμη περίπου 60 αντρών, η οποία βέβαια θα τους ενθάρρυνε και τότε θα συμπλήρωναν τον απαιτούμενο αριθμό.

Για τους άλλους (που βρίσκονται στο Μορίχοβο) δεν μπόρεσα να μάθω κάτι θετικό.

Έγραψα στο δάσκαλο Παπανεκτάριο, αλλά δεν πήρα απάντηση.

Εντούτοις έμαθα από το προξενείο Μοναστηρίου, ότι στη Σέτινα οι δικοί μας, αγνοώ ποιοι, σκότωσαν τέσσερις και τα πτώματά τους τα κρέμασαν μετά στη πλατεία του χωριού.

Επίσης άλλοι δικοί μας, σύμφωνα πάντα με την ίδια επίσημη πηγή, εκδικούμενοι το φόνο του ιερέα μας και τριών άλλων ορθόδοξων στο Βροδ [Μπροντ], σκότωσαν και αυτοί τέσσερις από το κομιτάτο του χωριού. Τώρα αυτοί από πού μισθοδοτούνται, το αγνοώ.

Όλοι οι Τούρκοι και Τουρκαλβανοί κάτοικοι είναι ενθουσιασμένοι με την παρουσία μας και από παντού έχω προτάσεις τους για ειλικρινή και αφιλοκερδή συνεργασία. Χωρίς να αποκρούω τις προτάσεις τους, είμαι πολύ επιφυλακτικός με αυτούς. Περιμένω να πεισθώ καλλίτερα για την ειλικρίνειά τους, Περιμένω επίσης να τους γνωρίσω για να διαλέξω λίγους και τους πιο κατάλληλους από αυτούς.

Από τις Αρχές, οι μεν πολιτικές δεν εκφράζονται υπέρ μας, οι δε στρατιωτικές ή μάλλον οι επικεφαλής των αποσπασμάτων, εκφράζονται με ενθουσιασμό. Μερικοί μάλιστα από αυτούς λένε, ότι άμα μας συναντήσουν δεν θα μας πειράξουν. Αλλά μπορούμε να βασιζόμαστε στην καλή πίστη των Τούρκων, όταν μάλιστα γνωρίζουν ότι πληρώνουμε παντού και τα πάντα και επομένως συμπεραίνουν ότι είμαστε φορτωμένοι με λίρες. Ο Βαλής του Μοναστηρίου διέταξε την αμείλικτη καταδίωξή μας. Δεν την είδαμε ακόμα και πιστεύω ότι με ικανούς και πιστούς οδηγούς και με λίγη ευκινησία, δεν θα την δούμε.

Για καλό και για κακό έγραψα επιστολή στον Καϊμακάμη της Φλώρινας, με την οποία του δήλωνα ότι σκοπός μου είναι μόνο η τιμωρία των δολοφόνων Βουλγάρων και η προστασία των αδελφών μας από τις ορδές. Ότι δεν θα πειράξω κανέναν άλλο, ότι πληρώνω τα πάντα, ότι σέβομαι την οθωμανική κυβέρνηση και το στρατό, προ του οποίου παραμερίζω, εκτός αν περικυκλωθώ από αυτόν, γιατί βέβαια δεν θα παραδοθώ. Καθώς έμαθα η επιστολή μου αυτή εξόργισε τον κύριο Καϊμακάμη, αλλά ευτυχώς δεν αισθάνθηκα τα αποτελέσματα της οργής του, εκτός από το ατύχημα στο Νερέτι, το οποίο όπως έμαθα, ήταν εντελώς τυχαίο, καθώς κατά τύχη περνούσε ο στρατός εκείνη τη στιγμή.

 

 

 

 

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου / 9 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή. Έλαβα επιστολή του παπά-Σταύρου, ότι ήρθε γιατρός και οι λαβωμένοι είναι καλά. Πληροφορούμαι από τον Ηλία ότι στη Μπέσφινα είναι συγκεντρωμένες 6-7 συμμορίες Βουλγάρων και περιμένουν το βούλγαρο δεσπότη από την Οχρίδα, να εγκαινιάσει την εκκλησία τους. Αποφασίσαμε με τον Παύλη να εκτελέσουμε τη διαταγή του προξένου και να αναχωρήσουμε το βράδυ για τη Βελκαμένη. Έλαβα επιστολή του Σεβασμιωτάτου Καστοριάς Καραβαγγέλη. Μου λέει να φυλαχτώ, «προς Θεού και ας μη γίνει καμμιά δουλειά μέχρι την άνοιξη». Μου λέει «σου φτάνει το Ζέλεβο και το Πισοδέρι, να φυλάξεις και να φυλαχτείς μέχρι την άνοιξη». Ίσως θα έρθουν πολλοί [ενισχύσεις από την Ελλάδα]. Έστειλα με τον Ιωάννη Μιχαήλ στο Πισοδέρι τέσσερις οθωμανικές λίρες στους λαβωμένους και επιστολή, να έχουν θάρρος και εντός δέκα ημερών θα έρθω να τους πάρω, που θα είναι καλά. Ήρθε ο παπά-Σταύρος μου είπε πως έχει τους λαβωμένους στο σπίτι του, ότι ήρθε γιατρός και ότι σε δέκα μέρες θα είναι καλά. Του πλήρωσα μια λίρα Τουρκίας για διάφορα έξοδα και υπέγραψε. Κατά τις 4 μ.μ. άρχισε η βροχή. Εμποδιστήκαμε από τη βροχή και το σκοτάδι και δεν αναχωρήσαμε, αλλά αποφασίσαμε ότι πολύ πρωί, κατά τις 2 π.μ. πρέπει να φύγουμε.

Αποδείξεις πληρωμής της 26ης Σεπτεμβρίου 1904

Έλαβα μια τούρκικη λίρα (108 γρόσια), παπά-Σταύρος.

Έλαβα το μισθό μου. Υπογράφουν οι: Θεόδωρος Ηλίας (188 γρόσια), Σ. Γ. Κλειδής (188 γρόσια), Αριστ. Νίσταρης (188 γρόσια), Ι. Τ. Καλογεράκης (188 γρόσια), Μ. Σπανόπουλος (188 γρόσια), Γεώργιος Δέδες (188 γρόσια), Χρήστος Λευκαράκης (188 γρόσια), Σταύρος Ζούλης (188 γρόσια), Ιωάννης Σιμανίκας (188 γρόσια), Παύλος Ιόνια (324 γρόσια), Λάζος Γεωργίου, Ιωάννης Σεϊμένης (216 γρόσια), Ε. Σκουντρίδης (216 γρόσια), Κώστα Γεωργίου (188 γρόσια).

26.9.1904

 

 

 

 

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου / 10 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Καθίσαμε στο βουνό μέχρι το μεσημέρι, με την ελπίδα ότι θα σταματήσει η βροχή και θα προχωρήσουμε το βράδυ, αλλά βροχή εξακολουθεί ραγδαία. Αναγκαστήκαμε και γυρίσαμε σε ένα δάσος, στο πάνω μέρος του Ζελέβου και στείλαμε το Λάζο από το Τούρνοβο να δει στο χωριό, αν έφυγε ο στρατός, που είχε έρθει από το βράδυ, για να μπούμε στο χωριό. Μετά από λίγο γύρισε αυτός μαζί με κάποιο απεσταλμένο του Κομιτάτου από τη Φλόρενα, που μας είπε να μην πάμε στη Βελκαμένη, γιατί θα έρθουν οι άλλοι εδώ και αναχώρησε αμέσως. Εμείς καθίσαμε στο δάσος μέχρι τη νύχτα και μετά ήρθαμε στο χωριό, ελεεινοί από τη βροχή, αλλά μας άναψαν φωτιά και στεγνώσαμε.

27.9.1904

 

 

 

 

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: Πρεκοπάνα

χάρτης Κοντογόνη: Πρεκοπάνα (χριστιανικό χωριό) του καζά Φλώρινας

αριθμός αντρών: εβδομήντα (70)

θύματα

νεκροί: τρεις (3)

σημείωση 1: σύμφωνα με την ανταπόκριση η Πρεκοπάνα έχει 900 χριστιανούς κατοίκους (οι 300 από αυτούς είναι εξαρχικοί)

σημείωση 2: το σώμα έπιασε στο χωριό και κρέμασε τρεις εξαρχικούς: δύο δάσκαλους και ένα παπά

εφημερίδα: ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 27.9.1904

 

 

 

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου / 11 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη, στο Ζέλεβο. Κατά τις 10 π.μ. ήρθε ο Ναούμης και μας είπε ότι έλαβε μυστική είδηση από κάποιο φίλο του στο Τούρνοβο, ότι συγκεντρώθηκαν όλες οι συμμορίες των Βουλγάρων, Βλάχος, Καρσάκοφ, Σφέικος και λοιποί στη Μπέσφινα και πήραν εντολή από το δεσπότη τους να εκδικηθούν για τη μάχη της 18ης, γιατί έπαθαν μεγάλη ζημιά και ρίχνουν όλες τις ευθύνες στο Ζέλεβο και έχουν σκοπό να έρθουν απόψε να χτυπήσουν το Ζέλεβο. Και χτες, μου λέει, πως ήρθε στο μουλαζίμη (λοχαγό) του στρατού που είναι εδώ μια επιστολή από τη Φλόρενα και τον διατάζει ο ανώτερός του να λείπει από το Ζέλεβο, γιατί του γράφει οι βούλγαροι κομίτες πολέμησαν με τους έλληνες κομίτες στο Όσιμο και επειδή οι έλληνες κομίτες σκότωσαν πολλούς Βούλγαρους και το Ζέλεβο βγήκε και βοήθησε τους Έλληνες, θέλουν τώρα να εκδικηθούν το Ζέλεβο. Μου λέει ότι είναι ανάγκη να φυλαγόμαστε απόψε. Εγώ του είπα να μη φοβάται κι ας έρθουν. Κι εγώ θέλω να έρθουν. Εξ άλλου του λέω απόψε θα έρθει ο Ζέζας με σαράντα παιδιά και δεν φοβόμαστε όσοι και να έρθουν.

Οι απώλειες της μάχης της 18ης, λέει πως δεν είναι όπως μας είπαν μέχρι τώρα είκοσι τέσσερις, αλλά είκοσι οκτώ συνολικά πληγωμένοι και σκοτωμένοι. Τους περισσότερους τους έχωσαν στα ρέματα, για να μην τους βλέπει ο κόσμος. Έξω από το χωριό Όσιμο σε ένα ρέμα έχωσαν οκτώ και σε ένα μνήμα στην εκκλησία τρεις, σε ένα άλλο έβαλαν έναν και από πάνω του μια γυναίκα, όπου σκοτώθηκε και εκείνη στη μάχη από το Σκουντρή, όπου φρόντιζε να βάλει φωτιά στο σπίτι που ήταν και πολεμούσε. Άλλους τρεις τους έθαψαν στο Τούρνοβο, δύο στη Μπέσφινα και άλλους στη Ρούλια, στη Μπρέσνιτζα και στο Κονομπλάτι. Έστειλα δυο παιδιά στο βουνό της Τέρσιας [Τύρσια] να παραλάβουν τον κ. Ζέζα, όπως μας είχε γράψει να ανταμωθούμε εκεί και περίμεναν μέχρι τη νύχτα, αλλά δεν ήρθε.

Έλαβα επιστολή από το Σεβασμιώτατο Καστοριάς και μας συγχαίρει. Μας λέει ότι ο Βλάχος είναι πληγωμένος, το ίδιο και ο Καρσάκοφ και γράφει να μη ξεμακραίνω από το Ζέλεβο και να μην εμπιστεύομαι πολύ.

28.9.1904

 

 

 

 

 

ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ

Ο ανταποκριτής των «Καιρών» του Λονδίνου στη Σόφια, τηλεγραφεί τα εξής:

 Φαίνεται ότι περισσότεροι από 4.000 πρόσφυγες Μακεδόνες που βρίσκονται στην περιοχή του Πύργου, δεν μπορούν να επιστέψουν ακόμα στην πατρίδα τους, λόγω των δυσχερειών που συναντούν από τις τουρκικές αρχές στα σύνορα. Σύμφωνα με την τουρκοβουλγαρική σύμβαση του περασμένου Απριλίου, η Τουρκία είναι υποχρεωμένη όχι μόνο να αφήσει τα πρόσωπα αυτά να γυρίσουν στην πατρίδα τους, αλλά και να τα βοηθήσει να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους και να πάρουν πίσω τη γη τους. Είναι σημαντικό η επιστροφή τους να πραγματοποιηθεί πριν έρθει ο χειμώνας, γι’ αυτό και ο αντιπρόσωπος της Βουλγαρίας έλαβε οδηγίες να προβεί σε έντονες παραστάσεις στην Πύλη

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΔΗΛΩΣΕΙΣ κ. ΓΡΥΠΑΡΗ

Όπως τηλεγραφούν από την Κωνσταντινούπολη, ο τουρκικός στρατός κατόρθωσε να συλλάβει πολλούς άντρες από το ελληνικό σώμα, το οποίο διείσδυσε τελευταία στο τουρκικό έδαφος. Μετά από ανάκριση οι συλληφθέντες αποκάλυψαν όλες τις λεπτομέρειες της οργάνωσής τους. Ο πρεσβευτής της Ελλάδας δήλωσε κατηγορηματικά προς τον πρώτο γραμματέα των ανακτόρων του Γιλδίζ, ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι εντελώς ξένη προς το σχηματισμό αυτής της συμμορίας. Ο Ταχσίν πασάς απάντησε στον κ. Γρυπάρη, ότι η αυτοκρατορική κυβέρνηση αναγνωρίζει μεν, ότι οι συμμορίες αυτές δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να καταπολεμήσουν τους κομιτατζήδες και να προστατεύσουν ταυτόχρονα τους ελληνικούς πληθυσμούς, αλλά ότι η Πύλη δεν μπορεί να συγχωρέσει ενέργειες που θα εμφανίζουν την Τουρκία ως ανίκανη να προστατεύσει τους υπηκόους της.

Η Πύλη παρατήρησε ακόμη στην ελληνική κυβέρνηση, ότι ενώ παραπονείται για τη στάση των Βουλγάρων στο μακεδονικό ζήτημα, τηρεί εντούτοις εχθρική στάση προς την Τουρκία στο κρητικό ζήτημα, εργαζόμενη για την προσάρτηση της Κρήτης στην Ελλάδα.

Οι κυβερνητικοί κύκλοι της Τουρκίας ισχυρίζονται, ότι κατά τις πληροφορίες τους, 500 άντρες στρατολογήθηκαν στην Ελλάδα για σχηματισμό συμμοριών προορισμένων να εισέλθουν στο τουρκικό έδαφος για την καταπολέμηση των κομιτατζήδων. Οι ίδιοι κύκλοι βεβαιώνουν ότι η τουρκική κυβέρνηση εδέησε να δηλώσει προς το ανακτοβούλιο των Αθηνών, ότι ο αυτοκρατορικός στρατός είναι αναγκασμένος να πυροβολήσει κατά αυτών των παρείσακτων.

ΚΑΙΡΟΙ

 

 

 

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου / 12 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τετάρτη, στο Ζέλεβο. Κατά τις 11 π.μ. ήρθε ένας λόχος στρατός και κάθισε στο χωριό. Θα φύγει αύριο. Διαψεύσθηκε η είδηση, που ήρθε χθες στο Ναούμ, ότι μαζεύονται οι Βούλγαροι για να κάψουν το Ζέλεβο. Μετά τη μάχη έχουν κρυφτεί εντελώς. Βεβαιώνεται και από άλλους, ότι ο Βλάχος και ο Καρσάκοφ είναι μάλλον λαβωμένοι. Εδώ επικρατεί το ψέμα και γι’ αυτό δεν τα πιστεύω όλα. Και το Δεσπότη [Καραβαγγέλη] πολλοί τον ξεγελούν, γιατί ενθουσιάζεται και τους κάνει δώρα. Είχα στείλει ανθρώπους στο βουνό, να περιμένουν τον κ. Μελά και περίμενα μέχρι τη νύχτα που γύρισαν, αλλά δεν φάνηκε. Θα φεύγαμε από βραδύς, αλλά αρρώστησαν ο Δημήτρης Σπανόπουλος και ο Αριστείδης Νίσταρης και σκεφτήκαμε να μείνουμε στο χωριό και πολύ πρωί, δυο ώρες πριν ξημερώσει, να βγούμε στο βουνό.

29.9.1904

 

 

 

 

 

Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΒΛΑΧΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

 Κωνσταντινούπολη. Στη Συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της περασμένης Τετάρτης, ο Πατριάρχης ανακοίνωσε τις συστάσεις του Σουλτάνου για το Κουτσοβλαχικό Ζήτημα. Η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε εντούτοις όπως το Πατριαρχείο εμείνει στη μέχρι τώρα στάση του και αρνηθεί κάθε παραχώρηση στους Κουτσοβλάχους, καθόσον η Ιερά Σύνοδος κρίνει ότι το ζήτημα έχει περισσότερο πολιτικό παρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Η απόφαση αυτή θα γνωστοποιηθεί στα Ανάκτορα με υπόμνημα, στο οποίο θα εκτεθούν λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους η Ιερά Σύνοδος θεωρεί το ζήτημα πολιτικού και όχι θρησκευτικού χαρακτήρα.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

 

 

Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου / 13 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη. Κατά τις τρεις βγήκαμε από το χωριό. Ο Αριστείδης Νίσταρης δεν ήθελε να μείνει στο χωριό. Αν και ήταν άρρωστος και μας ακολούθησε. Ήρθαμε στο βορειοανατολικό μέρος του χωριού σε ένα λημέρι στο δάσος. Ο Σπανόπουλος έμεινε άρρωστος στο χωριό. Έγραψα επιστολή στον κ. Κούνδουρο. Το βράδυ ήρθαμε πάλι στο Ζέλεβο, όπου μάθαμε από κάποιο Βλάχο, από το Πισοδέρι, ότι ο Καρσάκοφ βρίσκεται εκεί και ο Μήτρος Βλάχος στη Μπρέσνιτζα και απαγορεύουν στις γυναίκες να αλλάξουν στολή και να φορέσουν άλλες, όπως εκείνες στη Βουλγαρία. Περίεργο πράγμα με αυτούς τους ανθρώπους. Ο ένας μου λέει ότι είναι λαβωμένοι και νοσηλεύονται, ο άλλος μου γράφει από την Καστοριά και μου λέει ότι τους είδε. Ποιον να πιστέψω; Όλα τα ψέματά του ο Θεός τα έστειλε εδώ. Όλοι από τον πιο μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο λένε ψέματα. Εγώ δεν γράφω πλέον ειδήσεις. Μόνο ότι δουν τα μάτια μου.

30.9.1904

 

 

 

 

 

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ]

Τα ελληνικά σώματα δεν δημιουργήθηκαν για να διαταράξουν το καθεστώς στην Τουρκία. Οι αυστηρές διαταγές που έχουν από το Μακεδονικό Κομιτάτο, ότι ακόμα και αν δέχονται πυρ από τον τουρκικό στρατό να μην ανταπαντήσουν, όπως συνέβη τελευταία στο χωριό Νέρετ, εφαρμόζονται με μεγάλη πειθαρχία.

ΕΜΠΡΟΣ

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: στο χωριό Όστιμα Κορεστίων

χάρτης Κοντογόνη: Όστιμα (χριστιανικό χωριό) του καζά Καστοριάς

σώμα ή ομάδα

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: Ευθύμιος Καούδης

αριθμός αντρών: δεκατρείς (13)

τσέτα

βοεβόδας: Μήτρος Βλάχος

 

νεκροί: έξι (6)

τραυματίες: είκοσι δύο (22)

εφημερίδα: ΕΜΠΡΟΣ

ημερομηνία: 30.9.1904

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: Πρεκοπάνα

χάρτης Κοντογόνη: Πρεκοπάνα (χριστιανικό χωριό) του καζά Φλώρινας

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: καπετάν Ζέζας

θύματα

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: σκότωσαν δύο εξαρχικούς, παπά και δάσκαλο

εφημερίδα: ΕΜΠΡΟΣ

ημερομηνία: 30.9.1904

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: Όροβικ Πρεσπών και Όστιμα

χάρτης Κοντογόνη: Οροβνίκ (χριστιανικό χωριό) του καζά Μοναστηρίου και Όστιμα (χριστιανικό χωριό) του καζά Καστοριάς

θύματα

νεκροί: δύο (2)

σημείωση: σκότωσαν τον Μήτσο Κότα από το Όροβνικ και το Μιχάλη Κότε από την Όστιμα

εφημερίδα: ΕΜΠΡΟΣ

ημερομηνία: 30.9.1904

 

 

 

 

Παρασκευή 1 / 14 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή, στο Ζέλεβο. Έλαβα επιστολή από το Πισοδέρι [προφανώς του παπά-Σταύρου]. Μου γράφει ότι στο Ορομλίκ [Οροβνίκ] βρίσκονται δύο από το χωριό του, που πρέπει να συλληφθούν από μας. «Καλό είναι» μου γράφει «να λείψουν αυτά τα δύο καθάρματα από το χωριό μας» και έπειτα γράφει κατηγορίες για τις πράξεις τους. Σκεφτήκαμε να πάμε απόψε να τους συλλάβουμε. Μου γράφει επίσης πως τους λαβωμένους τους έχουν στην Αγία Τριάδα. Έστειλα άνθρωπο να τους φέρει από εδώ. Ήρθε πάλι ένας λόχος στρατός. Ήρθαν και οι λαβωμένοι το βράδυ. Ο Παύλης [ετοιμάζει] σχέδιο για το Ορομλίκ. Τα μεσάνυχτα βγήκαμε στο βουνό.

1.10.1904

 

Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου

Ο πρόξενος Καλλέργης ενημερώνει, τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών Α. Ρωμάνο πως:

Τα δυο μας σώματα [Μελάς και Καραλίβανος] βρίσκονται ενωμένα από προχθές στη Νεγοβάνη. Ο Μελάς μου αναθέτει να τηλεγραφήσω στο Κομιτάτο ότι είναι αναγκαία η αποστολή όπλων και παρακαλεί την Εξοχότητά σας να ειδοποιήσετε την οικογένειά του ότι είναι καλά στην υγεία του.

1.10.1904

 

 

 

 

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: όρος Βίντσι

χάρτης Κοντογόνη: όρος Βίτσι (υψόμετρο 2.063) μεταξύ καζά Καστοριάς και καζά Φλώρινας

καπετάνιος ή οπλαρχηγός: Ζέζας

θύματα

νεκροί: τέσσερις (4)

αιχμάλωτοι: δύο (2)

εφημερίδα: ΚΑΙΡΟΙ

ημερομηνία: 1.10.1904

 

 

 

Σάββατο 2 / 15 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο, στο βουνό Σέλτσα, απέναντι από το χωριό Όσιμο και πάνω από το χωριό Μπουκοβίκ [Μπούκοβικ], στα σύνορα Πρέσπας και Καστοριάς. Το πρωί είδαμε να φεύγει ο στρατός από το Ζέλεβο για το Πισοδέρι. Κατά το μεσημέρι βλέπουμε να έρχεται στο δρόμο προς εμάς. Περιμέναμε να δούμε που θα πάμε. Αφού πλησίασε στα πεντακόσια μέτρα βλέπουμε να ανοίγει βήμα και να έρχεται στο μέρος που είμαστε, για να μας κυκλώσει. Εμείς τραβηχτήκαμε σιγά-σιγά στο δάσος, προς το μέρος του χωριού Μπέσφινα και επειδή το δάσος είναι μεγάλο ο στρατός φοβήθηκε να μπει. Υποχώρησαν και έφυγαν προς την Πρέσπα. Εμείς, αφού νύχτωσε, ήρθαμε πάλι στο Ζέλεβο.

2.10.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς τη γυναίκα του Ναταλία

Η απογοήτευσή μου είναι δικαιολογημένη εν μέρει. Είναι δικαιολογημένη, γιατί πριν έρθω εδώ νόμιζα ότι από μένα εξαρτάται να κάνω και να δείξω διάφορα. Ήλπιζα πολλά, αλλά ο κόσμος εδώ φοβάται ακόμα πολύ το κομιτάτο των δολοφόνων και για αυτό δεν μας βοηθάει όσο έπρεπε. Το μοναδικό σώμα μου, στη μεγάλη περιφέρεια όπου εργάζομαι (Νερέτι, Νεγοβάνη, Αετόζι, Λέχοβο, Ζαγορίτσανη, Χόλιστα) δεν τους εμπνέει την πεποίθηση ότι μπορώ να ανταπεξέλθω νικηφόρα κατά των Βουλγάρων. Γι’ αυτό διστάζουν να με βοηθήσουν. Έχουν όλη την επιθυμία και την καλή θέληση και γι’ αυτό έρχονται και μου προτείνουν με ενθουσιασμό πλήθος ωραίων σχεδίων. Εγώ ο δυστυχής κάνω το σχέδιό μου, ξεκινώ με βροχή, με κρύο, με πείνα και όταν έρθει η στιγμή της εκτέλεσής του, ή δεν έρχονται ή με γελούν με διάφορους τρόπους ή ακόμα ειδοποιούν τους Βούλγαρους να κρυφτούν, όπως έγινε τελευταία στη Νεγοβάνη και στο Λέσκοβετς, όπου μας κράτησαν άδικα τέσσερις μέρες και στο τέλος μας γέλασαν. Μπορούσα να τους τιμωρήσω, αλλά προτίμησα να τους μιλήσω λογικά, αυστηρά και συγκινητικά.

Έχουν δίκιο οι δυστυχείς και πολλές φορές μου θυμίζουν ότι τους εγκαταλείψαμε την Άνοιξη. Δεν φαντάζεσαι πόσο βαθιά κλόνισε την πίστη τους για την Ελλάδα και κάθε τι ελληνικό, η απότομη διακοπή κάθε εργασίας μας εδώ, πριν από 6-7 μήνες.

Οπωσδήποτε είμαι ευχαριστημένος, γιατί έγινα, εδώ όπου γυρίζω, ο τρόμος των Βουλγάρων. Όλοι οι ένοχοι φοβούνται, κρύβονται και επιτέλους φεύγουν από τα χωριά τους. Έτσι, οι τέσσερις της κόμισιας από το Στρέμπενο σκόρπισαν σε διάφορα μέρη, αυτοί του Ζέλενιτς κατέφυγαν (πριν ακόμα απειληθούν) στο Εξισού και στο Σόροβιτς, ενώ πολλοί Βούλγαροι εγκατέλειψαν την Πρεκοπάνα. Στη Βελκαμένη, ο φανατικός Βαγγέλης και ο βούλγαρος δολοφόνος Πάντος, έφυγαν από κει με τις οικογένειές τους και πήγαν ο ένας στη Νέβεσκα και ο άλλος στη Φλώρινα. Ο βουλγαροπαπάς και τα μέλη της κομίσιας στο Αετόζι ζήτησαν την βοήθεια ενός εκεί πλούσιου Έλληνα. Από τη Νεγοβάνη και το Λέσκοβετς, έφυγαν επίσης οι δολοφόνοι. Γενικά, αν ταυτόχρονα με μένα έβγαινα και άλλα 3-4 σώματα, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Οπωσδήποτε με τα μικρά μου μέσα κάτι έγινε.

Εκτός του ότι μεγάλα πράγματα δεν μπορώ να κατορθώσω, λόγω του χειμώνα και της δικαιολογημένης απροθυμίας των κατοίκων, ασχολούμαι προπάντων με την οργάνωση, η οποία ευτυχώς πάει καλά. Αρκεί το κομιτάτο μας να μην αργήσει να στείλει όπλα και φυσίγγια, υπόσχομαι μέσα σε ένα μήνα να έχω όλα τα χωριά της περιφέρειας μου οπλισμένα, με πρόθυμους ανθρώπους, που και τώρα θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι, αν οι δυστυχείς δεν ήταν εντελώς άοπλοι. Η μόνη προστασία τους βρίσκεται στη συνεχή περιοδεία του σώματός μου. Βρες τον Γ. Μπαλτατζή και πες του να δουλέψουν. Οι Βούλγαροι απειλούν συνέχεια πως θα μου επιτεθούν με 400! τον αριθμό, αλλά πληροφορούμε σίγουρα ότι δεν μπορούν να ξεσηκώσουν τους χωρικούς, οι οποίοι φοβούνται να βγουν στο κλαρί. Φοβούνται και τις αντεκδικήσεις μου, γιατί ειδοποίησα τα βουλγαροχώρια ότι θα κάψω τα σπίτια εκείνων που θα πάνε στις βουλγαρικές συμμορίες. Με λίγα τουφέκια που βρήκα εδώ και άλλα που αγόρασα, οργάνωσα την άμυνα τεσσάρων χωριών. Διόρισα σε αυτά επιτροπές, τις οποίες καθοδηγεί μια λαμπρή επιτροπή που επίσης διόρισα στη Νέβεσκα. Πες στο Γ. Μπαλτατζή ότι χρειάζονται και 20-25 περίστροφα και να τα στείλει στο Μοναστήρι.

Δεν γνωρίζω πότε θα επιστρέψω. Αν φτιάξει ο καιρός θα προσπαθήσω να κάνω κάτι ακόμα. Αν όχι, θα αρχίσω την εργασία στα Κέντρα και αφού οργανώσω καλά τη χειμερινή εργασία, αν θέλει ο Θεός θα γυρίσω.

Βελκαμένη 2.10.1904

 

 

 

 

 

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ

Κέρκυρα 1 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τηλεγραφήματα από την Κωνσταντινούπολη, η μακεδονική χωροφυλακή θα ενισχυθεί ακόμα με δώδεκα αξιωματικούς Αυστριακούς και Ρώσους, πέντε Ιταλούς, πέντε Γάλλους και έναν Άγγλο. Προς το παρόν εγκαταλείπεται η πρόταση αποστολής υπαξιωματικών. Πιστεύεται ότι λόγω των οικονομικών δυσχερειών της Πύλης, να αντιμετωπίσει της νέες δαπάνες, οι Δυνάμεις θα σταθούν χρηματικά αρωγοί, αφού έτσι αφαιρείται και η πιο βάσιμη αντίρρηση της Πύλης.

ΑΘΗΝΑΙ

 

 

 

Κυριακή 3 / 16 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή, πολύ πρωί, μου έφεραν επιστολή του κ. Μελά, με ημερομηνία 1η Οκτωβρίου, όπου μου γράφει να βρεθώ, εξάπαντος, το βράδυ στο Βουνό Βίρο και Εζερίτσα, στο νερό, να σφυρίξω τρεις φορές και εκείνος θα φωνάξει «Μακεδονία». Έτσι θα ανταμώσουμε γιατί είναι ανάγκη. Παίρνω ακόμα δυο επιστολές από τη Φλώρινα και το Πισοδέρι. Από τη Φλώρινα μου γράφει ο Σαπουντζής, να πάω στον κάμπο της Φλώρινας, όπου με περιμένουν τα χωριά και είναι ανάγκη. Από το Πισοδέρι μου γράφουν τα πάω στο Ορομλίκ [Όροβνικ] να εκτελέσω την εργασία που μου έγραψαν προχθές. Επίσης να πάω και στο χωριό Μπουκοβίκ για άλλη εργασία. Άλλη επιστολή παίρνω από τον παπά-Νικόλαο από το Γέρμαν. Μου λέει και αυτός πως είναι ανάγκη να πάω εκεί και με περιμένει.

Ο Αριστείδης Νίσταρης από τις 29 Σεπτεμβρίου είναι στο κρεβάτι με πυρετό. Το ίδιο και ο Σπανόπουλος. Ο λαβωμένος Εμμανουήλ Σκουντρής είναι εξαγριωμένος. Πλήρωσα και έστειλα, χθες και σήμερα, άνθρωπο στη Φλώρινα για φάρμακα. Έξι κάπες που περιμένω, («σήμερα ή αύριο θα έρθουν») όπως μου υποσχέθηκε σε επιστολή του ο κύριος Σαπουντζής, γιατί τις έχασαν οι σύντροφοί μου στη μάχη της 18ης, ακόμα να έρθουν. Τι να κάνω τώρα και που να αφήσω τους άρρωστους άντρες μου; Είμαι ζαλισμένος. Από τη στεναχώρια μου, έγραψα επιστολή στον κ. Σαπουντζή, κάπως προσβλητική, όπου του λέω άλλη φορά να μη με κοροϊδεύει, αλλά να μου γράφει την αλήθεια, για να μην περιπλανιέμαι και χάνω τον καιρό μου. Ρωτώ τον Παύλο [Κύρου] και τον Κωνσταντίνο Στεργίου αν ξέρουν το βουνό Βέρο, αλλά μου λένε ότι δεν ξέρουν τέτοιο βουνό. «Ανάμεσα Τίρσια και Νερέτι έχει ένα μέρος μέσα στο δάσος που έχει μια μικρή λίμνη, ίσως να είναι εκεί» μου λέει ο Παύλος. [Στον αυστριακό χάρτη που έχει στα χέρια του ο Μελάς, η κορυφογραμμή μεταξύ Trsje και Neret σημειώνεται ως Viro].

Ζητήσαμε από το χωριό κάπες, αλλά βρήκαμε μόνο παλιές. Δεν άξιζαν τίποτα και μας ζητούσαν τιμή σαν να ήταν καινούργιες. Πήραμε δύο. Ο Σταύρος Ζούλης και ο Κωνσταντίνος Στεργίου δεν έχουν καθόλου. Το βράδυ αναχωρήσαμε. Έμειναν (λυπημένοι) μόνον οι βαριά άρρωστοι: ο Αριστείδης Νίσταρης και οι δυο λαβωμένοι. Μου ζήτησαν να μη λείψω πολλές μέρες και τους αφήσω μόνους. Εγώ τους είπα πως αν δεν γίνουν καλά δεν θα ξεμακρύνω και αναχώρησα. Ήρθαμε στο βουνό Εζερίτσα, βόρεια του χωριού Τίρσια. Είχε ομίχλη και έπιασε ραγδαία βροχή. Δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε βήμα. Μείναμε εκεί και είπα στον Κωνσταντίνο Στεργίου, αν μπορεί, να πάει στη Στάτιστα και να στείλει αύριο τον πατέρα του ή τον αδελφό του στη Φλώρινα, να ρωτήσει το Κέντρο αν γνωρίζει που είναι ο Ζέζας και να μας φέρει είδηση, αν μπορούμε να πάμε να τον ανταμώσουμε. Αυτός δέχτηκε, πήρε μαζί του έναν ακόμα σύντροφο, το Λάζαρο Γεωργίου από το Τούρναβο και αναχώρησε. Εμείς μείναμε μέχρι το πρωί και αφού έφεξε, βρήκαμε ένα καλύβι, ανάψαμε φωτιά και καθίσαμε.

3.10.1904

 

                                                 

 

 

 

 

Δευτέρα 4 / 17 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Όλη τη μέρα βρέχει, έχει πολύ κρύο και αέρα. Εμείς βρεγμένοι από τη νύχτα καθίσαμε στο καλύβι μέχρι που βράδιασε και αναχωρήσαμε για το χωριό Όσιμο. Έξω από το χωριό καθίσαμε λίγο και πήγε πρώτα ο Παυλής να μάθει τι γίνεται. Μετά από λίγο γυρίζει και μας λέει, ότι από το άλλο μέρος του χωριού έφτασε, ταυτόχρονα με μας, στρατός και ζητάει να του κάνουν κονάκια. Εμείς φεύγουμε, βρεγμένοι από το προηγούμενο βράδυ. Ο καιρός εξακολουθεί ο ίδιος. Γυρίσαμε πάλι στο Ζέλεβο και μπήκαμε σε ένα σπίτι.

4.10.1904

 

 

 

 

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΥΜΜΟΡΙΕΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Σύμφωνα με ειδήσεις από τη Θεσσαλονίκη, στην επαρχία Λερίνης (: Φλώρινας) 3 ελληνικές συμμορίες αποτελούμενες η πρώτη από 24, η δεύτερη από 30 και η Τρίτη από 16 άντρες, συνεπλάκησαν με στρατιωτικό απόσπασμα τη Δευτέρα κοντά στη Νερέτη, σε απόσταση 8 χιλιομέτρων νότια της Λερίνης. Οι συμμορίες απώλεσαν έναν άντρα, ο οποίος ήταν γνωστός στο Μοναστήρι ως φαρμακοποιός.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

ΟΙ ΛΕΗΛΑΣΙΕΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Η Θεσσαλονίκη την περασμένη Κυριακή, όπως πληροφορήθηκαν ήδη οι αναγνώστες της «Ατλαντίδος», έγινε θέατρο διαρπαγών και λεηλασιών από τους απολυμένους εφέδρους, επειδή δεν πληρώθηκαν τους καθυστερημένους μισθούς τους. Λεηλατήθηκαν κυρίως τα καταστήματα των Εβραίων και των μουσουλμάνων Δολμέδων [Ντονμέδων, πρώην Εβραίων]. Κανείς χριστιανός δεν έπαθε ζημιά. Το γεγονός υπήρξε επιζήμιο για τον ελληνισμό της Θεσσαλονίκης, γιατί κατέληξε με την αντικατάσταση του σώφρονος, δραστήριου και σχεδόν φιλέλληνα, νομάρχη Χασάν Φεχμή Πασά.

ΑΤΛΑΝΤΙΣ

 

 

 

Τρίτη 5 / 18 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη και πάλι στο Ζέλεβο. Καθίσαμε όλη τη μέρα και το βράδυ πήγαμε να δούμε τους άρρωστους. Τους είπα ότι θα μεταβούμε στο Όσιμο. Ο Ιωάννης Σεϊμένης και ο Αριστείδης Νίσταρης έγιναν καλά και θέλουν να έρθουν μαζί μας. Μετέφερα τον Εμμανουήλ Σκουντρή στο σπίτι του δάσκαλου Σίμο, γιατί η λαβωματιά του δεν έγινε ακόμα καλά. Οι υπόλοιποι, συνολικά δεκατέσσερις, αναχωρήσαμε [και ήρθαμε] στο Όσιμο. Επειδή δεν έχουμε και τόσο εμπιστοσύνη στο χωριό, μήπως μας προδώσουν, πιάσαμε τέσσερα ισχυρά [για μάχη] σπίτια και μείναμε.

5.10.1904

 

 

 

 

 

μάχη ελληνικού σώματος και τσέτας

τόπος μάχης: μεταξύ Οστρόβου και Πεπετέσκου

χάρτης Κοντογόνη: Όστροβον (μικτό χωριό) του καζά Βοδενών και Πέτερσκον (μικτό χωριό) του καζά Φλώρινας

ημερομηνία μάχης: Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου

σώμα ή ομάδα

αριθμός αντρών: δεκαπέντε (13)

τσέτα

αριθμός αντρών: εβδομήντα (70)

τραυματίες: πέντε (5)

νεκροί: δεκαεπτά (17)

τραυματίες: έξι (6)

σημείωση: σε βοήθεια των Ελλήνων ήρθαν ένοπλοι μουσουλμάνοι από τα γειτονικά χωριά (τέσσερις από αυτούς τραυματίστηκαν)

εφημερίδα: ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ

ημερομηνία: 5.10.1904

προέλευση είδησης: Θεσσαλονίκη 1η Οκτωβρίου (ανταπόκριση)

 

 

 

Τετάρτη 6 / 19 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τετάρτη, στο Όσιμο. Το πρωί, κατά τις 8, με ειδοποιεί ο Παυλής από το άλλο σπίτι που ήταν, ότι ο Ναούμης από τον Τούρναβο ήρθε στο χωριό και έφυγε αμέσως. Υποπτεύθηκε πως είναι κατάσκοπος γι’ αυτό τον συνέλαβε. Συνέλαβε επίσης και κάποιον άλλο με ένα άλογο, που έκανε το διαβάτη. Τους κρατεί στο σπίτι που βρίσκεται. Το ειδοποίησα να μου στείλει το Ναούμη από τον Τούρναβο και μου τον έφερε ο ίδιος. Είναι παλιός φίλος μου και ο μόνος Έλληνας στον Τούρναβο, αλλά από τη βία και πιεζόμενος από το φόβο υπέκυψε. Τον ρώτησα: « Γιατί Ναούμη έτσι; Πριν είμαστε φίλοι και τώρα εχθροί; Πότε έγινες και εσύ Βούλγαρος; Θα σε χαλάσω τώρα!». Μου λέει: «Αμάν Ευθύμη, δεν ήρθα για κακό, είχα δουλειά. Εγώ δεν αλλάζω τη γνώμη μου, αλλά τι να κάνω; Αν δεν κάνω έτσι θα με χαλάσουν οι Βούλγαροι». Του είπα: «Εγώ θα σου χαρίσω τη ζωή τώρα, αλλά άλλη φορά, αν μάθω ότι εργάζεσαι με αυτούς, θα σε χαλάσω» και τον βάστηξα εκεί μέχρι τη νύχτα.

Κατά τις 3 η ώρα μ.μ. μας έρχεται είδηση από το καραούλι, ότι έρχεται στρατός από το μέρος του Τουρνάβου και να φύγουμε αυτή τη στιγμή. [Έρχεται] άλλη είδηση από το πάνω μέρος, πως φάνηκε στρατός στο βουνό. Ειδοποίησα αμέσως στα σπίτια να κάτσουν εκεί και σε περίπτωση που κάνει έρευνα ο στρατός να ανοίξουν πυρ, μέχρι να νυχτώσει και μετά θα φύγουμε. Καθίσαμε. Μετά από λίγο ήρθε ένας λόχος στρατός από την Καστοριά και ζήτησε να κάνουν κονάκια. Θέλαμε να φύγουμε μόλις νυχτώσει, όμως μας έρχεται η είδηση ότι μόλις άρχισε να βραδιάζει βγήκε από το χωριό Τούρναβο μεγάλη συμμορία Βουλγάρων και ήρθε και έπιασε το δρόμο έξω από το χωριό Όσιμο. Εμείς αφού νύχτωσε καλά, βγήκαμε από το χωριό, προς το μέρος του Ζελέβου και ήρθαμε στο Ζέλεβο.

6.10.1904

 

 

 

 

 

 

ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Παρίσι 5 Οκτωβρίου. Σπουδαία είδηση έγινε γνωστή εδώ, αυτή τη στιγμή. Ελληνικό αντάρτικο σώμα που μπήκε στη Μακεδονία, προδόθηκε στους Τούρκους. Οι έλληνες αντάρτες συνεπλάκησαν με τους Τούρκους. Οι Τούρκοι, αφού ενισχύθηκαν από διάφορα σημεία, καταδιώκουν το ελληνικό αντάρτικο σώμα. Δεν υπάρχει καμιά πληροφορία για την έκβαση αυτής της καταδίωξης. Υποτίθεται ότι οι αντάρτες κατόρθωσαν να διαφύγουν.

ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

 

ΠΛΗΜΜΥΡΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ

Σύμφωνα με ειδήσεις από τη Θεσσαλονίκη, λόγω των τελευταίων ραγδαίων βροχών, υπερχείλισαν οι ποταμοί Αξιός, Αλιάκμονας και Λουδίας και πλημμύρισαν ολόκληρη την επαρχία Καμπανίας. Πολλά ζώα παρασύρθηκαν από τα νερά και χάθηκαν. Όλες οι καλλιέργειες αραβοσίτου καταστράφηκαν. Η θέση των δύστυχων κατοίκων είναι απελπιστική.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

 

 

 

 

Πέμπτη 7 / 20 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Πέμπτη στο Ζέλεβο. Ήρθε ο μουχτάρης από το χωριό Λέχοβο και μου ζήτησε συστατική επιστολή προς τον αρμόδιο στο Μοναστήρι, για το Ζήσο Δημολιό που τον έχουν στη φυλακή στη Φλώρινα και ζητούν έξι λίρες για να τον αποφυλακίσουν. Μου λέει πω πήγε στα Βιτόλια, αλλά δεν του έδωσαν τίποτα [τις λίρες]. Του απάντησα πως οι δικές μου συστάσεις είναι άχρηστες, αλλά αυτός μου είπε πως μόνο με αυτές μπορούν να πειστούν οι άλλοι. Του έγραψα συστατικό γράμμα για τον αρμόδιο στα Βιτόλια και του το έδωσα.

Έλαβα επιστολή από τον κ. Μενέλαο, γιατρό στη Φλώρινα, με την οποία με παρακαλεί να του στείλω 331 γρόσια για τη βίζιτα του στους δύο λαβωμένους μας και για τα φάρμακα. Έδωσα στο μουχτάρη του χωριού Λέχοβο, κ. Πέτρο, για να δώσει [του γιατρού] τρεις λίρες Τουρκίας (324 γρόσια).

Έλαβα και άλλη επιστολή από τη Φλώρινα, από τον κ. Σαπουντζή και μου γράφει πως είναι καλό να ανταμωθούμε μια φορά με τον κ. Ζέζα, επειδή και αυτός το επιθυμεί. Μου γράφει, πως θα τον ρωτήσει για τον τόπο της συνάντησης και θα μου απαντήσει. Εμείς θα περιμένουμε και αύριο εδώ. Στείλαμε στην Καστοριά τρεις γυναίκες να μας φέρουν κάπες και τσαρούχια και όταν τα πάρουμε αυτά θα ξεκινήσουμε.

7.10.1904

 

 

 

 

 

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

 Ειδήσεις από τη Μακεδονία αναφέρουν ότι ελληνικό σώμα αποτελούμενο από είκοσι ένοπλους άντρες, μετέβη σε κάποια μονή και προμηθεύτηκε ζωοτροφές. Από εκεί, εξακολούθησαν το δρόμο τους μέχρις ενός σημείο, με οδηγό ένα βοσκό, στον οποίο έδωσαν φιλοδώρημα.

Το ίδιο σώμα προμηθεύτηκε τροφές και άλλα είδη από το Λιτόχωρο και τα πλήρωσε πρόθυμα.

Γενικά οι τουρκικές αρχές πληροφορούνται, ότι από όπου διέρχονται οι άντρες των ελληνικών σωμάτων ακριβοπληρώνουν τις τροφές που αγοράζουν.

Οι κάτοικοι της Μακεδονίας γνωρίζουν ότι δεν διατρέχουν κανένα κίνδυνο από αυτούς τους άντρες. Οι κατά τόπους τουρκικές αρχές παρατήρησαν ότι τα σώματα αυτά αποφεύγουν επιμελώς τη συνάντηση και τη σύγκρουση με τα στρατιωτικά αποσπάσματα τους, βεβαιώθηκε δε και επίσημα ότι ο τούρκος αξιωματικός που αιχμαλωτίστηκε πρόσφατα, συνελήφθη από κοινή ληστρική συμμορία.

ΕΜΠΡΟΣ

 

ΒΟΥΛΓΑΡΟ-ΣΕΡΒΙΚΕΣ ΕΡΙΔΕΣ

 Η «Μεταρρύθμιση» το όργανο των επαναστατών Βουλγάρων, γράφει ότι τα σέρβικα αντάρτικα σώματα που εμφανίστηκαν στη Μακεδονία, έχουν οδηγίες να εξοντώσουν τα μακεδονικά σώματα, να απομακρύνουν τους βούλγαρους ιερείς και δασκάλους και να επιβάλλουν με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα τη σερβική υπεροχή. Η Μακεδονική Οργάνωση που κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον τούρκικο στρατό, θα μπορέσει να κανονίσει εύκολα τους λογαριασμούς της με τους σέρβους αντάρτες και την ταπεινή τους προπαγάνδα, που προσπαθεί σαν οχιά να εισχωρήσει στους κόλπους της Μακεδονίας. Αν οι επικείμενοι αιματηροί αγώνες προκαλέσουν ξένη κατοχή, αυτό δεν θα οφείλεται σε σφάλμα των Μακεδόνων.

ΗΜΕΡΗΣΙΑ

 

 

 

Παρασκευή 8 / 21 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Παρασκευή στο Ζέλεβο. Μας πληροφορεί ο Ηλίας πως ο [Μήτρος] Βλάχος έστειλε μια γυναίκα από το Τούρναβο και ζητάει το Ναούμ, τον Ηλία, το Μιλόσι και τον Τράικο, να του υπογράψουν ότι είναι Βούλγαροι, ειδάλλως είναι νεκροί. Είπα του Ηλία να μου φέρει τη γυναίκα, αλλά μου απάντησε ότι έφυγε. Μετά από λίγο ήρθε ο Ναούμης από τον Τούρναβο και με ειδοποιεί ότι στον Τούρναβο είναι τρεις συμμορίες, ο Καρσάκοφ, ο Βλάχος και άλλος ένας νέος αρχηγός, που δεν γνωρίζει το όνομά του. Μου λέει πως συνολικά είναι 37 τριάντα επτά. Μου είπε ότι πήγε να ανταμώσει το Βλάχο και του είπε πως θέλει να έρθει στο Ζέλεβο. Του ζήτησε άδεια και εκείνος του έδωσε. Του είπε δε, αν με δει να μου πει, πως αυτός δεν θέλει να με βαρέσει. Κι αν θέλω, ας πάω να τον ανταμώσω. Του έγραψα επιστολή και του γράφω ότι όπως τα βλέπω, αυτός τώρα είναι ο μεγαλύτερος εργάτης του Βουλγαρικού Κομιτάτου. Του γράφω: «Χαίρομαι για την προκοπή σου. Αν ήξερες τι αίμα τρέχει στις φλέβες σου κι αν ήξερες τι είσαι, δεν θα δεχόσουν ποτέ να σε πουν Βούλγαρο. Θαυμάζω, πώς από Βλάχος, Έλληνας στο αίμα και την καταγωγή, δέχτηκες να πέσεις σε τόσο αισχρό έθνος και να είσαι τόσο πιστός. Δεν θα έκανες άσχημα αν μου έγραφες τους λόγους που σε παρακίνησαν. Γιατί υποπτεύομαι ότι είναι για λόγους συμφέροντος και δεν υπάρχει κάτι άλλο».

Κατά τις 8 μ.μ. ήρθε ο αγροφύλακας του χωριού Όσιμο και μας ειδοποιεί πως έφτασαν [οι τσέτες] στο Όσιμο και οι αρχηγοί μπήκαν στο χωριό. Οι υπόλοιποι κάθισαν έξω από το χωριό γύρω-γύρω. Αυτός πρόλαβε και έφυγε, αλλά το κορίτσι του έμεινε και φοβάται πως, αν δεν προλάβει να κρυφτεί, θα το σκοτώσουν. Είναι προγραμμένος από το Κομιτάτο από την ημέρα της μάχης, γιατί πήρε μέρος με μας και ο πατέρας και η κόρη.

8.10.1904

 

 

 

 

 

ΤΙ ΓΡΑΦΟΥΝ ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

«Πέρσι το χωριό Πρεκοπάνα (Καστοριάς) είχε πυρποληθεί και καταστραφεί εντελώς από τους τούρκους βασιβουζούκους. Οι λίγοι κάτοικοι του χωριού που απέμειναν, εδώ και δυο μήνες ζούνε σε ξύλινα παραπήγματα. Εντούτοις η ελληνική κακία δεν τους άφησε ανενόχλητους. Στις 17 Σεπτεμβρίου γινόταν στο χωριό μια κηδεία. Ο ιερέας Νικόλαος Κώστωφ, ο δάσκαλος Π. Εμ. Κόνδεφ και πολλοί χωρικοί ήταν στο ναό. Κατά τη στιγμή εκείνη μια ελληνική συμμορία από 55 άντρες πολιόρκησε το χωριό και αφού άφησε έξω 25 συμμορίτες να φρουρούν, εισήλθε στο χωριό, περικύκλωσε την εκκλησία και έβγαλε έξω τον ιερέα Νικόλαο και το δάσκαλο Π. Κόνδεφ. Η συμμορία αφού δήλωσε ότι σκοπεύει να εκδικηθεί τους Παπά Χρήστο και τον ανεψιό του Βάνη, που σκότωσε πέρσι η Εσωτερική Οργάνωση, επιτέθηκε κατά του παπά και του δάσκαλου και τους σκότωσε. Μετά από αυτά δήλωσε στους χωρικούς ότι αναζητεί επίσης οκτώ ακόμη άτομα από το ίδιο χωριό και άλλα οκτώ από το Σίρνεβε [Στρέμπενο]»

ΕΜΠΡΟΣ

 

 

 

Σάββατο 9 / 22 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Σάββατο, πολύ πρωί. Ο Κωνσταντίνος Στεργίου άλλαξε φορεσιά και ντύθηκε χωριάτικα. Του έδωσα και το περίστροφό μου. Τον έστειλα να φυλάξει το δρόμο της Πρέσπας, γιατί πληροφορηθήκαμε από το Πισοδέρι, ότι θα περάσει ο Τσολάκης. από Πισοδέρι για Πρέσπα. Κι αν περάσει, να τον συλλάβει, να τον φέρει σε κανένα δάσος και να τον σκοτώσει. Έλαβα επιστολή από τον παπά [Σταύρο], από το Πισοδέρι, στην οποία μου γράφει ότι αρμόδιος [πρόξενος] αναχώρησε χθες από τα Βιτόλια για την Αθήνα και θα επιστρέψει μετά δεκαπέντε μέρες. Επίσης μου γράφει, να γράψω κατ’ εντολή του, επιστολή στο Μήτρο Βλάχο, για να τον πάρουμε. Και να του υποσχεθώ μισθό από πέντε έως επτά λίρες. Επίσης μου γράφει, ότι μου έφερε δυο παιδιά από τα Βιτόλια, που του τα έδωσε ο Πρόεδρος της Επιτροπής. Μου γράφει, αν έχω όπλα [γι’ εκείνους] ή να φροντίσει αυτός. Του έγραψα να φροντίσει αυτός. Επίσης μου γράφει ότι θα έρθει να με ανταμώσει άνθρωπος από την Επιτροπή των Βιτολίων και να τον περιμένω.

Είχα στείλει την Πέμπτη από το Όσιμο, τρεις γυναίκες, με ξύλα στους ώμους, προσποιούμενες ότι θα πάνε [να τα πουλήσουν] στην Καστοριά, για να φέρουν κάπες και τσαρούχια. Τις περίμενα, αλλά δεν ήρθαν ούτε σήμερα.

9.10.1904

 

Αποσπάσματα επιστολής του Παύλου Μελά προς την κουνιάδα του Έφη Δραγούμη

Έφτασαν χθες το βράδυ ο Καραλίβανος, ο Βισβίκης με οκτώ καλούς ανθρώπους και δύο Κρητικοί με δεκαπέντε άλλους συμπατριώτες τους. Επίσης και έντεκα άλλοι, οι οποίοι όμως θα φύγουν για την Κατράνιτσα. Με αυτή την ενίσχυση ελπίζω να αναθαρρήσουν εντελώς οι δύστυχοι χωρικοί. Έχω άλλωστε αρκετούς οπαδούς (50) για να αφήσω εδώ, δηλαδή σε Νερέτι-Νεγοβάνη-Λέχοβο, δύναμη ικανή όχι μόνο να προστατεύσει τα χωριά αυτά, αλλά και να λάβει επιθετική στάση, με τη βοήθεια των εδώ αδελφών. Εγώ δε, με την υπόλοιπη δύναμή μου (30 άντρες) θα πάω να εργαστώ γύρω από το Μεγάροβο. Μετά, θα κατέβω στην Καστοριά με δέκα άντρες και θα τους εγκαταστήσω στα περίχωρα. Και τότε, Θεού θέλοντος, θα έρθω να δω τα παιδιά μου και σας όλους. Αισθάνομαι ακατάσχετη, όχι επιθυμία, αλλά ανάγκη, να ησυχάσουν τα νεύρα μου και το μυαλό μου. Αλλά μου είναι αδύνατον να φύγω από εδώ αν δεν εξαντλήσω όλες μου τις προσπάθειες, οι οποίες έχω την ελπίδα ότι θα πετύχουν κάτι.

Η Νάτα μου γράφει ότι αποφασίστηκε η αποστολή του Τσόντου και του Κατεχάκη. Είμαι ευτυχής για αυτό, αλλά φοβάμαι μήπως υποφέρουν πολύ από τον χειμώνα που έπιασε ήδη.

Κοντά στη Νεγοβάνη 9.10.1904

 

Από έκθεση του οπλαρχηγού Γιώργου Βολάνη

Αφού μπήκαμε στη Μακεδονία, συναντηθήκαμε με τον Καραλίβανο στο λημέρι του στην Κλεισούρα, απ’ όπου πήγαμε μαζί στο λημέρι στο Λέχοβο. Από εκεί, μετά από έγγραφη πρόσκληση του Μελά, πήγαμε στο λημέρι στη Νεγκοβάνη, όπου και τον συναντήσαμε.

 

 

 

 

 

ΝΕΕΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ

Σύμφωνα με πληροφορίες από τη Θεσσαλονίκη προς τη «Νοβόγιε Βρέμια», ο στρατηγός Δε-Τζώρτζη συνεργάστηκε με τους πολιτικούς πάρεδρους για τα ζητήματα που αφορούν τη μακεδονική χωροφυλακή. Αποφασίστηκε ήδη να γίνονται δεκτοί για κατάταξη στη χωροφυλακή οι καλλίτεροι και περισσότερο μορφωμένοι Οθωμανοί, από τον ετήσιο αριθμό των νεοσυλλέκτων του στρατού.

Για να γίνονται δεκτοί στη χωροφυλακή χριστιανοί απαιτούνται τα εξής προσόντα:

Να είναι οθωμανοί υπήκοοι ηλικίας 18-23 ετών, να γνωρίζουν την τουρκική γλώσσα και την εγχώρια, να είναι υγιείς, να έχουν ανάστημα όχι μικρότερο από 1,66 του μέτρου, να είναι άγαμοι και να μην έχουν καταδικαστεί για έγκλημα.

ΠΡΩΙΑ

 

 

 

Κυριακή 10 / 23 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Κυριακή. Στο Ζέλεβο. Περιμένω κάπες από την Καστοριά. Το μεσημέρι ήρθαν τα δυο παιδιά, που μου έγραψε ο παπά-Σταύρος ότι μου έφερε από τα Βιτόλια, άοπλα όμως. Μου είπαν πως θα έρθει και ο παπάς απόψε και να τον περιμένω. Με ειδοποιεί ο Ηλίας, ότι τις γυναίκες τις συνέλαβαν οι κομίτες κοντά στη Ρούλια, τους πήραν τα πράγματα και πήραν μία από αυτές για σκλάβα. Συνεννοήθηκα με τον Παύλη για τον εξοπλισμό των δύο νέων οπαδών. Να αφήσουμε μερικά παιδιά εδώ και να αναχωρήσουμε για να ανταμώσουμε τον κ. Ζέζα. Και αν θέλει, να έρθει κι αυτός εδώ, να κάνουμε πρώτα εδώ καμιά δουλειά.

10.10.1904

 

Από έκθεση του οπλαρχηγού Γιώργου Βολάνη

Στις 9 Οκτωβρίου 1904 φτάσαμε στη Μπελκαμένη και την επομένη στο Νερέτι, για να καταλάβουμε με οκτώ άντρες το χωριό και με τους υπόλοιπους να το πολιορκήσουμε, να συλλάβουμε τον ιερέα, το δάσκαλο και τους προύχοντες.

Μόλις φτάσαμε όμως στο Νερέτι, ειδοποιηθήκαμε ότι σε αυτό βρίσκεται βουλγαρική συμμορία, η οποία είχε συλλάβει τέσσερις Έλληνες και ήταν έτοιμη να τους σφάξει. Γι’ αυτό αλλάξαμε σχέδιο και πολιορκήσαμε το σπίτι που κρυβόταν η βουλγαρική συμμορία. Επιτεθήκαμε εναντίον της και μετά από ολιγόωρη συμπλοκή τους εξοντώσαμε. Σκοτώσαμε πέντε από αυτούς. Από τους δικούς μας, τραυματίστηκε ο Σκαλίδης από βόμβα.

Το πρωί φύγαμε για το Βίτσι, γιατί στο μεταξύ είχαν φανεί τουρκικά στρατεύματα.

 

Σταμάτης Ράπτης

Το ελληνομακεδονικό σώμα εισέβαλε με ακράτητη ορμή στο Νερέτι.

Ο Γιώργος Σκαλίδης, μεθυσμένος από τη μυρουδιά του μπαρουτιού, πήγε στην πόρτα ενός σπιτιού και ετοιμαζόταν να βάλει φωτιά σε αυτήν, αλλά μια βουλγάρικη χειροβομβίδα έσκασε σε μικρή απόσταση και τον έριξε κάτω τραυματισμένο.

Το γεγονός αυτό έκανε το Βαγγέλη Νικολούδη και άλλους εκδικητές να στραφούν εναντίον του σπιτιού που έριξαν τη χειροβομβίδα. Όταν έσπασαν με πάταγο την πόρτα, σταμάτησαν και οι πυροβολισμοί. Οι εκδικητές δεν βρήκαν μέσα παρά μόνο τέσσερις σκοτωμένους ληστές. Οι άλλοι ασφαλώς θα είχαν δραπετεύσει.

Επίσης σε άλλο σπίτι βρέθηκαν εγκαταλειμμένοι από τους βούλγαρους κομιτατζήδες, δυο δικοί τους νεκροί και ένας τραυματίας.

Έτσι τέλειωσε η επιχείρηση στο Νερέτι.

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Μαζί με τους Κρητικούς ήρθε όπως είπα και ο Καραλίβανος από την Κοζάνη, με 5-6 άντρες. Ο Καραλίβανος είχε παράστημα καλού άντρα, αλλά το παρελθόν του το βάραιναν διάφορες ληστρικές πράξεις, η χειρότερη από τις οποίες ήταν η ληστεία του ομογενούς Σιμώτα από την Κλεισούρα.

Μετά από τη λήψη διαφόρων πληροφοριών, ξεκινήσαμε πάλι για το Νερέτι και μέσω του χωριού Έλοβο, ανεβήκαμε στην πλευρά του Βίτσι και πάνω ακριβώς από το Νερέτι.

Εκεί ήρθε ένας παπάς, νέος ακόμα στην ηλικία, από την οικογένεια του δολοφονημένου από τους Βούλγαρους παπά-Κωνσταντίνος και μας έφερε την πληροφορία ότι μέσα σο Νερέτι βρίσκονται τρεις βουλγαρικές συμμορίες. Μας είπε κόμα και το σπίτι που είχαν καταλύσει οι βούλγαροι καπετανέοι.

Από αυλή σε αυλή και από σπίτι σε σπίτι φτάνουμε τέλος στο κατάλυμα των κομιτατζήδων. Ένα σπίτι ψηλό, κτισμένο με πέτρα και κατάφωτα όλα τα δωμάτια του. «Αυτό είναι» μας λέει ο παπάς.

Διακρίνουμε το σκοπό στην πόρτα. Τον πυροβολούμε και πέφτει ο μισός μέσα και ο μισός έξω. Οι κομιτατζήδες, που είχαν υποψιαστεί από τα γαβγίσματα των σκύλων, είχαν κατέβει στο ισόγειο του σπιτιού και άρχισαν να πυροβολούν. Αμέσως μοιραζόμαστε δεξιά, αριστερά και πίσω από το σπίτι, για να μη μας φύγουν από τα παράθυρα. Ο Βολάνης με τον Πούλακα μένουν να φυλάξουν την πόρτα, ο Σκαλίδης και ο Ευάγγελος Νικολούδης τη δεξιά πλευρά, οι Γιαλίρης και Μπαρμπανδρέας την αριστερή και εγώ με το Μανούσο Γαυγιώτη την πίσω πλευρά.

Συγχρόνως πυροβολούμε μέσα από τα παράθυρα, μας πυροβολούν και οι κομιτατζήδες και μας ρίχνουν χειροβομβίδες. Οι χειροβομβίδες εκείνου του καιρού, επινόηση των Βουλγάρων, ήταν ένα κουτί γεμάτο δυναμίτιδα, μπαρούτι, καρφιά, μολύβια και ένα φυτίλι με καψούλι. Έδιναν φωτιά μ ένα τσιγάρο στο φυτίλι, όπως οι ψαράδες με τη δυναμίτιδα και την πετούσαν. Η ενέργειά τους όμως δεν ήταν σοβαρή, γιατί τα μολύβια και τα καρφιά δεν άπλωναν οριζόντια αλλά ίσια προς τα πάνω. Δηλαδή δεν είχαν ακτίνα δράσης μεγαλύτερη αό ένα μέτρο.

Μια χειροβομβίδα σκάει στα πόδια του Σκαλίδη, μια σφαίρα τον χτυπά στο στήθος, ευτυχώς όμως βρίσκει αντίσταση στη φυσιγγιοθήκη και τον πληγώνει ελαφρά. Ο Μελάς τον παραδίδει αμέσως στο Μπαρμπανδρέα, να τον οδηγήσει έξω από το χωριό.

Κατόπιν ο Μελάς έκανε πρόχειρο συμβούλιο για να ληφθεί οριστική απόφαση.

Κάποιος υπέβαλε το σχέδιο, το οποίο δυστυχώς έγινε δεκτό από τον αρχηγό, να αποχωρήσουμε από το χωριό και να καταλάβουμε το δάσος προς το Βίτσι. Εκεί να στήσουμε ενέδρα στους Κομιτατζήδες, οι οποίοι μόλις θα έφεγγε θα έφευγαν από εκεί, γιατί θα πήγαινε στρατός στο χωριό.

Αυτό το σχέδιο τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή.

Το σχέδιο το υπέβαλαν στο Μελά οι κλέφτες του Καραλίβανου, νομίζοντας ότι οι κομιτατζήδες είναι υποχρεωμένοι, όπως οι κλέφτες, να παίρνουν τα βουνά στην εμφάνιση των αποσπασμάτων. Αλλά ο κλέφτης δεν βρίσκει καταφύγιο στα χωριά, γιατί τον μισούν οι χωρικοί και τον προδίδουν, ενώ για τον κομιτατζή δεν συμβαίνει το ίδιο, γιατί εκτός που έχει πολλούς υποστηρικτές ιδεολόγους, έχει και τις κρυψώνες του, φοράει και χωρική ενδυμασία και δεν τον γνωρίζει ο στρατός.

 

 

 

 

Δευτέρα 11 / 24 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Δευτέρα. Πολύ πρωί έστειλα τον Κωνσταντίνο Στεργίου, με τρία παιδιά, να φυλάξει το δρόμο κι αν περάσει ο Τσολάκης, από το Πισοδέρι για [να πάει στην] Πρέσπα να τον συλλάβουν. Ήρθε ο παπά-Σταύρος και συνεννοηθήκαμε. Του έδωσα απόδειξη για δύο όπλα γκρα, έξι λίρες Τουρκίας. Το βράδυ μου έστειλε τα όπλα, που τα έδωσα στους νέους οπαδούς μου Σπύρο και Βαγγέλη. Μάζεψα τους προύχοντες του χωριού και τους προτείναμε να σχηματίσουν φρουρά για να φυλάει το χωριό, γιατί εμείς δεν μπορούμε να καθόμαστε πάντα εδώ να φυλάμε το χωριό. Θέλουμε να πάμε και αλλού. Αλλά δεν συμμορφώνονται, κοιτάζει ο ένας τον άλλο και κανένας δεν αποφασίζει. Θέλουν μισθό. Η υπόθεση αναβλήθηκε για αύριο.

Ήρθε η γυναίκα που είχαν συλλάβει οι Βούλγαροι και μου έφερε τα πράγματά μου. Μου λέει ότι την φυλάκισαν στη Ρούλια, σε ένα υπόγειο και τους ξέφυγε. Είχε και ένα γράμμα για μένα, αλλά της το πήραν. Φοβάται να είναι στο Όσιμο, γιατί θα την συλλάβουν και θα την σκοτώσουν. Θέλει να με ακολουθήσει και ας κάνει ότι θέλω, για να κερδίσει τη ζωή της. Σκέφτομαι να τη στείλω στη Μητρόπολη. Έστειλα τον Κωνσταντίνο Στεργίου στη Στάτιστα, να ειδοποιήσει στην Καστοριά με τον πατέρα του, για τα τρέχοντα.

11.10.1904

 

Από την Τελευταία Έκθεση του Παύλου Μελά

Όπως σας έγραψα, υποχρεώθηκα να δώσω σε όλους ολόκληρο του μισθό τους αμέσως, από τη διαμονή μας στη Λάρισα. Εκτός από αυτόν, οι περισσότεροι τους δεν είχαν ούτε εσώρουχα. Τα ρούχα τους μου στοίχησαν πολύ περισσότερα από ότι είχαμε υπολογίσει. Τις έξι μέρες που μείναμε στη Λάρισα, έπαιρναν όλοι μια δραχμή την ημέρα. Για έξοδα σιδηροδρομικά, τηλεγραφικά και αγώγια για συνεννόηση με Τρίκαλα, Βόλο, Αθήνα και Κοζάνη, χρειάστηκαν όχι λίγα χρήματα. Τα περισσότερα όμως έξοδα έγιναν μέχρι τις 20 Σεπτεμβρίου, που πήραν το δεύτερο μισθό τους και κανόνισα έτσι τα πράγματα ώστε δεν έκανα κανένα έξοδο πια, ούτε για ρούχα, ούτε για την τροφή μας. Μέχρι όμως εκείνη την εποχή, όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα, από τον καπνό του τσιγάρου μέχρι τα τσαρούχια και τα πετσώματα, βάρυναν την Εταιρεία. Και ναι μεν είναι το ποσό που ξοδεύτηκε έτσι αρκετά μεγάλο, αλλά πάλι είναι αδύνατον να αρνηθεί κανείς σε αυτούς τους ανθρώπους το μικρό μισθό τους, τον οποίον αυτοί, πηγαίνοντας για τέτοιο ιερό σκοπό, ήθελαν να αφήσουν για τελευταία βοήθεια στην οικογένειά τους.

Κατά την πορεία μας τα έξοδα ήταν μεγάλα. Είχαμε την ανάγκη υποζυγίων για τους ασθενείς μας και για το υπερβολικό βάρος που κουβαλούσαμε. Ψωμί, κρέας και οδηγούς τους πληρώναμε καλά, γιατί είμαστε στα χέρια τους. Επιπλέον το σώμα είχε ανάγκη από πολλά πράγματα, όπως τσεκούρια, πριόνια, σχοινιά, φακούς, φάρμακα, επιδέσμους, αντισηπτικά, μαχαίρια (όσοι δεν είχαν περίστροφα και μαχαίρια μου ζήταγαν να τους πάρω) και λοιπά. Όταν δε φτάσαμε στο τέρμα της πορείας μας, θεώρησα δίκαιο μετά τόσες και τόσες ταλαιπωρίες, τις οποίες υπέστησαν αδιαμαρτύρητα, καθώς τα τσαρούχια των περισσοτέρων είχαν χαλάσει και οι περισσότερες κάπες ήταν φθαρμένες λόγω κακής ποιότητας (γιατί έγινε λάθος ή κατάχρηση και δυο κάπες δεν μας στάλθηκαν καθόλου, μέχρι που φύγαμε) και οι δυστυχείς ήταν συνέχεια κάτω από τη βροχή, θεώρησα λέω δίκαιο να αναπληρώσω αυτές τις ελλείψεις.

Εκτός των ανωτέρω εξόδων, τα οποία ελπίζω και παρακαλώ το συμβούλιο να βρει δίκαια, ξόδεψα επίσης τα εξής:

Πληροφορήθηκα πως σε ένα χωριό κοντά στο Βογατσικό βρίσκονται 13 όπλα γκρα και 300 φυσίγγια. Αυτά μαζί με τα φυσίγγια τα πουλούσαν για οκτώ μετζίτια το καθένα.

Πριν από λίγο έλαβα την είδηση ότι έστειλαν [από το Κέντρο] τα χρήματα και ήδη σήμερα περιμένω τα όπλα.

Στο Στρέμπενο αγόρασα ένα ακόμα όπλο γκρα για μια τούρκικη λίρα και ένα μετζίτι.

Στο ίδιο χωριό, έδωσα μια τούρκικη λίρα στη φτωχή χήρα του δολοφονημένου από τους Βούλγαρους καπετάν Βαγγέλη και άλλη μία στην αδελφή του, που συντηρεί τα τρία παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Άλλη μια λίρα έδωσα στη χήρα του επίσης δολοφονημένου από τους Βούλγαρους παπα-Δημήτρη. Για τους πτωχούς του Στρέμπενου και το μουχτάρη έδωσα μισή λίρα.

Αυτές τις γενναιοδωρίες θεώρησα καλό να κάνω στο πρώτο χωριό που πάτησα και πραγματικά έκανε μεγάλη και καλή εντύπωση. Αν όμως θεωρείται πως είναι περιττές ή πολλές, πείτε μου σας παρακαλώ για να ξέρω τι πρέπει να κάνω.

Στην Πρεκοπάνα έδωσα επίσης στο μουχτάρη μισή λίρα για τους φτωχούς (σχισματικούς) κατοίκους.

Αμέσως μόλις έφτασα, ο μητροπολίτης Καραβαγγέλης με ειδοποίησε ότι στο εξής το Κομιτάτο αναλαμβάνει την πληρωμή του μικρού σώματος του Ζήση [Δημούλιου]. Αυτό αποτελείται από το Ζήση, δυο δραγάτες (αγροφύλακες) του Λεχόβου, τον Κοσμά, το Ζήση, το Χρήστο, το Γρηγόρη και το Θόδωρο, δηλαδή σύνολο οκτώ. Αυτοί παίρνουν για μισθό ο μεν πρώτος τρεις τούρκικες λίρες, οι άλλοι δε από μία. Είχατε διατάξει οι ντόπιοι να παίρνουν μισό εικοσόφραγκο, αλλά κανόνισα έτσι τα πράγματα.

Στον αγγελιοφόρο της Νέβεσκας δίνω δυόμιση εικοσόφραγκα. Στον αγγελιοφόρο του Λεχόβου ένα εικοσόφραγκο. Στους πέντε φύλακες του χωριού Νεγκοβάνι, από ένα εικοσόφραγκο το μήνα για τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο [προκαταβολή].

Στη χήρα του δολοφονημένου από τους Βούλγαρους παπα-Χρήστου της Πρεκοπάνας, έδωσα μια λίρα, όπως και στις άλλες.

Στο Γιώργο στη Στάτιστα, που αρρώστησε σοβαρά με πυρετό και τον έστειλα στην πατρίδα του την Κοζάνη, έδωσα μία λίρα.

Στο Μελόσκα από την Κοζάνη που μου αυθαδίασε και τον έδιωξα, του έδωσα ένα εικοσόφραγκο για να γυρίσει από τη Νεγκοβάνη στην πατρίδα του.

Στον Κόλε Πίνα, πολύ χρήσιμο για την πείρα του, έδωσα για το μήνα Οκτώβριο μία λίρα. Αυτός δεν μπορεί τώρα επειδή πονούν τα πόδια του να μπει επικεφαλής συμμορίας, αλλά αναλαμβάνει να κάνει όλα τα σχέδια των ενεργειών μας, μαζεύοντας πληροφορίες, βρίσκοντας οδηγούς, κατασκόπους κλπ. Στο γιό του Ζήση, που τον πήρα στο σώμα μας έδωσα δύο εικοσόφραγκα για το μήνα Οκτώβριο.

Σε κάποιο Γιαννάκη, Βλάχο, που θα μας δείξει το λημέρι μιας συμμορίας, έδωσα μία λίρα.

Στο Φεΐμη, ακόλουθο του Ιτζέτ Πασά στη Φλώρινα, τον οποίο έστειλε ο κύριός του, να μου φέρει μαζί με τους χαιρετισμούς του, καπνό και ρακί για τους άντρες μου και μένα, έδωσα δύο λίρες. Ο πασάς αυτός είναι φιλέλληνας. Πριν από λίγες μέρες έπιασα σχέσεις μαζί του και θα είναι πολύτιμος στη δράση μας. Ο ακόλουθός του, Αλβανός κι αυτός από το χωριό Μαχαλά, είναι πολύ πιστός και χρήσιμος και μας διαθέτει τους Αλβανούς του Μαχαλά. Στον πασά, που ευεργετεί με πολλούς τρόπους τους Έλληνες της Φλώρινας, θα ήταν καλό να του δινόταν κάποιο παράσημο, το οποίο φαίνεται να επιθυμεί πολύ. Είναι θείος του Ισμαήλ Κεμάλ. Στον ακόλουθό του σκέφτομαι να δώσω ένα εικοσόφραγκο το μήνα, γιατί με τη βοήθειά του θα μπορέσουμε να καθαρίσουμε το Νερέτι, την Πεσόζνιτσα και του Κουτσόβενι.

Στα ανωτέρω έξοδα να προστεθούν τρεις λίρες για διάφορα αγώγια και έκτακτους απεσταλμένους, καθώς και δυο λίρες για αμοιβή τεσσάρων απεσταλμένων, οι οποίοι μου έφεραν σε δόσεις 60 τούρκικες λίρες και 100 εικοσόφραγκα. Τη μια από τις δύο λίρες έδωσε ο γιατρός Τσίρλης στον έναν απεσταλμένο.

Λεπτομερείς αποδείξεις ήταν αδύνατο να κρατώ, ιδίως για τα φιλοδωρήματα, αλλά αμέσως μόλις τις συγκεντρώσω, θα σας στείλω τις αποδείξεις των μισθών των ανθρώπων που μισθοδοτώ.

 

 

 

 

 

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Βιέννη. Η εφημερίδα «Zeit» πληροφορείται από το Βελιγράδι, ότι αύριο θα συγκληθεί στο Περλεπέ συνδιάσκεψη των κομιτατζήδων, κατά την οποία θα αποφασιστεί η στάση τους εναντίον των σερβικών και ελληνικών συμμοριών.

Κωνσταντινούπολη: Οι κομιτατζήδες απειλούν ότι σε περίπτωση που δεν σταματήσουν οι ενέργειες των ελληνικών σωμάτων, ο Τσακαλάρωφ και άλλοι κομιτατζήδες αρχηγοί θα αρχίσουν νέα και μεγάλη κίνηση. Ο αρχηγός της Εσωτερικής Οργάνωσης Γκρούγεφ σκοτώθηκε σε συμπλοκή μεταξύ τουρκικού αποσπάσματος και συμμορίας.

Σόφια. Η εφημερίδα «Πρεπορέτς» πληροφορείται ότι οι ελληνικές συμμορίες σπέρνουν τον τρόμο στους σχισματικούς της Μακεδονίας. Πολλοί από αυτούς φονεύθηκαν.

ΚΑΙΡΟΙ

 

ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ

Θεσσαλονίκη 10 Οκτωβρίου (τηλεγράφημα). Η σύμπραξη που πρότειναν οι κομιτατζήδες στα μακεδονικά [ελληνικά] σώματα, εναντίον του δήθεν ίδιου εχθρού, απορρίφθηκε. Οι τσιφλικάδες Τούρκοι, ενθουσιασμένοι γι’ αυτό, διέταξαν τους επιστάτες τους να τροφοδοτούν όσα μακεδονικά σώματα παρουσιάζονται.

ΣΚΡΙΠ

 

επίθεση ελληνικού σώματος ή ένοπλης ομάδας εναντίον αμάχων

τόπος επίθεσης: κοντά στο χωριό Τσαρμαρίνοβο μεταξύ Βοδενών και Νιαούσης

χάρτης Κοντογόνη: Τσερνορίνοβον (χριστιανικό χωριό) του καζά Βοδενών

θύματα

νεκροί: επτά (7)

εφημερίδα: ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ

ημερομηνία: 11.10.1904

 

 

 

Τρίτη 12 / 25 Οκτωβρίου 1904

 

Από το Ημερολόγιο του Θύμιου Καούδη

Τρίτη. Στο Ζέλοβο. Μου έφερε ο Χατζή Κώτσος τριακόσια τριάντα φυσίγγια, προς 13 γρόσια τα δέκα. Τα πήρα. Του έδωσα απόδειξη για τέσσερις λίρες Τουρκίας.

Κατά τις 3 μ.μ. ήρθε ο στρατός. Στις 4 μ.μ. με ειδοποιεί ο παπά-Σταύρος να πάω απόψε στο Πισοδέρι, όπου ήρθε από τα Βιτόλια, κάποιος Μάτσαλης, γιατρός και μέλος του Κομιτάτου. Με περιμένουν να συναντηθούμε κατά τις 8 μ.μ.

Αναχωρήσαμε από το Ζέλεβο και ήρθαμε στο Πισοδέρι, όπου μας περίμεναν έξω από το χωριό και μας πήραν στο σπίτι του παπά. Εκεί μας περίμενε ο κ. Μάτσαλης. Μας δέχτηκε με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό. Μας έδωσε φάρμακα. Μας είπε πως πρέπει να πάμε προς τα μέρη των Βιτολίων, όπου μας περιμένουν. Του εξήγησα την ανάγκη που υπάρχει εδώ και ότι αν φύγουμε θα πατήσουν το Ζέλεβο και το Πισοδέρι. Και τότε δεν θα μπορεί πια να πλησιάσει στα Κορέστια ελληνική συμμορία. Του είπα για το σχέδιο, να σχηματίσουμε πρώτα φρουρές στα χωριά Ζέλεβο και Πισοδέρι για να τα φυλάνε και μετά εμείς πάμε αλλού, αφού μας διατάζουν. Του άρεσε το σχέδιο και μου έδωσε άδεια να διορίσω μισθωτούς και μετά ήρθαμε σε άλλο σπίτι.

12.10.1904

 

Από τα Απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη

Στις 12 Οκτωβρίου ξημερωνόμαστε λίγο πάνω από το Νερέτ. Με δυσκολία έχουμε ανέβει την ανατολική πλευρά του Βίτσι, λόγω αδυναμίας του αρχηγού να βαδίζει πιο γρήγορα. Το περίφημο σχέδιο να λύσουμε την πολιορκία των κομιτατζήδων και να στήσουμε ενέδρα στο δάσος, για να τους χτυπήσουμε φεύγοντας, το δέχτηκε ο Μελάς, όχι γιατί ήταν σοφό ή γιατί δεν ήταν δυνατόν να τους ψήσουμε μέσα στο σπίτι, αλλά γιατί υπήρχαν εκεί γυναικόπαιδα.

Ήταν ανίκανος ψυχικά να αισθανθεί την οσμή των ψημένων ανθρωπίνων κρεάτων, όχι μόνον αθώων πλασμάτων αλλά και κομιτατζήδων ακόμα. Ο Μελάς δεν είχε ούτε το σώμα του σκληραγωγημένο για τέτοιο αγώνα, ούτε και την ψυχή του παρασκευασμένη για τέτοιες σκληρότητες.

Ο Μελάς μας λέει το νέο σχέδιο των επιχειρήσεων. ‘Ότι σκέφτεται να πάμε προς το Ζέλοβο για να συναντήσουμε τον Καούδη και να δούμε τι γίνεται εκεί και τι μπορούμε να κάνουμε.

Προπαντός θέλει να ξεκαθαρίσει το σώμα από τα στοιχεία που τα θεωρούσε χρήσιμα λόγω του κλέφτικου παρελθόντος τους, αλλά εδώ αποδείχτηκαν ανωφελή και επιζήμια. Γιατί αν και είχαν παλικαριά, δεν είχαν εθνική συνείδηση και πατριωτισμό.

Λέει λοιπόν ο Μελάς, στους υπό εκκαθάριση, ότι θα προσέφεραν καλύτερη υπηρεσία αν πήγαιναν στα βουνά της Νάουσας, όπου είναι κοντά και ο Όλυμπος, για να καταφύγουν σε περίπτωση ανάγκης. Άλλο που δεν ήθελαν αυτοί, ξεχωρίζουν καμιά δεκαριά που μας είχαν έρθει ανάμεσα στη Λάρισα και το Γάβροβο και μερικοί του Καραλίβανου.

Ο Μελάς με φωνάζει και μου λέει, «εσύ θα πάρεις αυτά τα παλιοτόμαρα», και μου δείχνει αυτούς που θα έφευγαν, «να τα πας στη Μπελκαμένη».

Στις 12 Οκτωβρίου χωρίζουμε από το σώμα εγώ και ο Νικολούδης και επιστρέφουμε στη Μπελκαμένη, μαζί με αυτούς που αποχωρούν και έχουν επικεφαλής έναν παλιό «σταυραετό», το Γιοβάνη. Ο Μελάς αναχωρεί για να συναντήσει στο Ζέλοβο τον Καούδη.

 

Λάκης Πύρζας

Άμα προχωρήσαμε τον ανήφορο, μείναμε σε μερικά κλαριά. Κοιμηθήκαμε λίγο. Μόλις έφεξε πήραμε πίλι τον ανήφορο και προχωρήσαμε. Ο καιρός πάλι ο ίδιος, αντάρα. Μείναμε στο δάσος να λημεριάσουμε. Το απόγευμα ρώτησε ο Ζέζας αν ήξερε κανείς το δρόμο για το Ζέλοβο. Θα πάμε να ανταμώσουμε τον Ευθύμη.

Τότε ο Καραλίβανος είπε: «Έγραψες τόσα γράμματα και αυτός δεν ήρθε, άφησέ τον. Αφού και οδηγό καλό δεν έχουμε».

Επέμενε ο Ζέζας να πάει στο Ζέλοβο να ανταμώσει τον Ευθύμη, έστω και μόνος του. Με το Γρηγόρη μας μάζεψε όλους γύρω του και άρχισε να ρωτά τον καθένα, αν θα πάνε στο Ζέλοβο.

Συνολικά 35, μαζί με το Ζέζα, προχωρήσαμε για το Ζέλοβο και οι άλλοι έφυγαν για τη Βελκαμένη