Skip to main content

a.13. Η σφαγή στο Κλαντόρομπι

 

Η σφαγή στο Κλαντόρομπι

 

του Δημήτρη Λιθοξόου

 

Το χωριό Κλαντόρομπι ή Κλόντοροπ [Кладороби / Κλαδορράχη] 1 της Φλώρινας αποτελεί στόχο της ελληνικής οργάνωσης. Ο Γιάννης Καραβίτης λέει πως το «Κέντρο» Μοναστηρίου, δηλαδή το ελληνικό προξενείο στην Μπίτολα [Битола], 2 του γράφει να μη λησμονήσει να επιτεθεί σε αυτό το χωριό, που βρίσκεται μέσα στα όρια δράσης της ομάδας του. Και σχολιάζει χαρακτηριστικά ο κρητικός οπλαρχηγός στα απομνημονεύματά 3 του, την εμμονή του προξενείου με αυτό το χωριό: «του έχει κάψει την καρδιά, αυτό το Κλαδοράπ, πολύ ενοχλητικό έχει γίνει». 4

Ο Καραβίτης βάζει ως βασικό πρωταγωνιστή σε αυτή την επίθεση τον «Αράπη». Ο Αράπης είναι ένας μαύρος νέος, καταγόμενος από την Τύνιδα. Ο πατέρας του είναι αζάς (aza: μέλος) του δικαστηρίου στα Μπίτολα. Ο ίδιος είναι έφεδρος στρατιώτης, με επιπρόσθετο χρόνο υπηρεσίας λόγω συμπεριφοράς, καθώς είναι μπεκρής και σαματατζής. Λιποτακτεί από τον οθωμανικό στρατό και γίνεται μισθοφόρος στην ομάδα του Καραβίτη. Πρώτα περνάει τη δοκιμασία ένταξης στο ελληνικό σώμα που, σύμφωνα με την εντολή του Καραβίτη, είναι να πυροβολήσει την ώρα που εργάζεται στο χωράφι του, έναν μακεδόνα αγρότη, το «Γιώργο από τη Σφέτα Πέτκα». Στη συνέχεια αναλαμβάνει άτυπα χρέη «υπασπιστή» του έλληνα αρχηγού και κυκλοφορεί συνεχώς πλάι του, έχοντας στα χέρια ένα ρόπαλο.

Στην επίθεση στο Κλαντόρομπι παίρνει μέρος και η ομάδα του Γιώργου Δικώνυμου (Μακρή) που φτάνει στην περιοχή. Τον Μακρή και τους άντρες του, οδηγούν στο λημέρι του Καραβίτη, χωρικοί από το μουσουλμανικό αλβανικό χωριό Κίσαβα [Кишава], 5 που δουλεύουν ως οδηγοί και αγγελιοφόροι της ελληνικής οργάνωσης.6

Μετά την άφιξη του Μακρή, το «Κέντρο Μοναστηρίου» διατάζει τις δύο ομάδες να μπουν στο Κλαντόρομπι και να σκοτώσουν πέντε αυτονομιστές, τα ονόματα των οποίων τους τα στέλνει με ένα σημείωμα.7

Τους άντρες του Καραβίτη και του Μακρή οδηγούν στο Κλαντόρομπι, το απόγευμα της 29ης Ιουλίου 1905, δυο μισθοφόροι της οργάνωσης που γνωρίζουν καλά το μέρος, ο Χατζή και ο Ζεΐρη,8 από το χωριό Γκόρνο Κλέστινο [Горно Клештино / Άνω Κλεινές].9

Για τον αιφνιδιασμό των κατοίκων του χωριού, οι επιτιθέμενοι είναι ντυμένοι με στολές του τάγματος των κυνηγών (αβτζού ταμπουρού) του οθωμανικού στρατού.10 Ανάμεσά τους βρίσκονται και αρκετοί ένοπλοι μουσουλμάνοι Αλβανοί από την προαναφερόμενη γειτονική Κίσαβα.11

Η μόνη «φρουρά» του χωριού είναι κάτι δραγάτηδες Γκέκηδες (: αγροφύλακες που κατάγονται από τη Βόρειο Αλβανία). Το ελληνικό σχέδιο προβλέπει την εξουδετέρωσή τους, με πονηριά, από τον προαναφερόμενο Αράπη.

Ο Αράπης έχει μπει από τα πριν στο χωριό, έχει βρει στην πλατεία τους γνωστούς του δραγάτηδες και έχει βγάλει τα δώρα του: μπόλικο τσίπουρο και καλό καπνό από το Ελμπασάν. Το στρώνουν λοιπόν στο ναργιλέ και στο ποτό, μέχρι που μεθυσμένοι «βλέπουν» μπροστά τους το ένοπλο σώμα να έχει καταλάβει το χωριό και τον Αράπη να τους σημαδεύει με το όπλο του.

Οι ένοπλοι εισβολείς ξεχύνονται στο χωριό για πλιάτσικο. Στόχος τους είναι κυρίως ορισμένοι κάτοικοί του, που έχουν επιστρέψει πρόσφατα από την Αμερική, όπου είχαν μεταναστεύσει, έχοντας φέρει μαζί τους και τις οικονομίες της ξενιτιάς. Μπαίνουν στους στάβλους και αρπάζουν τα άλογα των χωρικών. Κάποιοι εκτός από τη λαφυραγωγία, προβαίνουν και σε βιασμό γυναικών.12

Δεκαοκτώ αιχμάλωτοι χωρικοί οδηγούνται στην πλατεία του χωριού. Ο Μακρής και ο Καραβίτης τους βάζουν στη γραμμή και αρχίζουν την «ανάκριση», δηλαδή τον ξυλοδαρμό, για να μαρτυρήσουν τους πέντε προγραμμένους, τα ονόματα των οποίων βρίσκονται στο σημείωμα του προξενείου.

Θυμάται ο Καραβίτης την ανάκριση: 13

- Ποιος πηγαίνει τα γράμματα στην Καμπάσνιτσα [Кабасница / Πρώτη]; 14

- Νε ζναμ [: δεν γνωρίζω], μου απαντούν.

- Ποιος τροφοδοτεί τους κομιτατζήδες;

- Νε ζναμ.

- Πως ονομάζονται αυτοί;

- Νε ζναμ.

- Που είναι ο Μποζίνης; 15

- Νε ζναμ.

- Πως ονομάζεσαι εσύ;

- Νε ζναμ.

- Νε ζναμ κάκο τε βίκα; (δεν γνωρίζεις πως ονομάζεσαι;)

- Νε ζναμ.

Τότε ο Καραβίτης φωνάζει οργισμένος τον Αράπη, του δίνει «ένα γερό τρικαλινό μαχαίρι» και τον διατάζει να τους «κόψει» όλους.

Ο Αράπης παίρνει το μαχαίρι, το γυροφέρνει στον αέρα, μετά το φιλάει και το ξαναδίνει στον Καραβίτη.

Ο Καραβίτης τον κοιτάει απορημένος.

«Είναι κρίμα να λερωθεί τέτοιο μαχαίρι στο αίμα αυτών των ανθρώπων», του λέει ο Αράπης. Και πριν προλάβει να απαντήσει ο Καραβίτης, αρπάζει έναν αιχμάλωτο Μακεδόνα από τα μαλλιά, του κατεβάζει μια γροθιά στο μελίγγι και τον αφήνει στον τόπο νεκρό.

«Μη βρε Αράπη», φωνάζει ο Καραβίτης, «όχι έτσι»!

Και γυρίζοντας προς τους Γκραικομάνους 16 της συμμορίας που κατάγονταν από τα Μπίτολα τους λέει: «σφάχτε τους εσείς Μοναστηριώτες, με μια μαχαιριά στο αριστερό πλευρό».

Όλοι οι Μακεδόνες σφάζονται, εκτός από έναν. Ο Καραβίτης του λέει ότι τον αφήνει ζωντανό για να πάει να πει στα χωριά της περιοχής, πως όποιος δεν προσκυνήσει τους Έλληνες, «δεν θα μείνει στο σπίτι του, ούτε γάτα ζωντανή».

Τα ονόματα 17 των νεκρών Μακεδόνων είναι: Τέμελκο Πόποφ (50 ετών), Χρίστε Πέτρεφ (45), ο γιος του Χρίστο (25), Βάσιλ Νόβατσεφ (70), Στόιτσε Τόμεφ (75), οι δύο γιοί του, Ίλου (50) και Γκεόργκι (25), Ίβαν Στέφοφ (65), Πέβελ Χρίστοφ (45), Σπας Στέφοφ (65), Τρέντο Ρίστεφ (42), Λάζαρε Γκεοργκίεφ (48), Ίβαν Ντίμοφ (52), ο γιός του Πέτκο (24), Τόντορε Ντίμοφ (40), Χρίστε Κόλεφ (60) και Τάσε Στογιάνοφ (38).18

Λίγες μέρες αργότερα ο Μακρής και ο Καραβίτης παίρνουν, στο λημέρι που βρίσκονται, επιστολή από το ελληνικό προξενείο, με την οποία μαθαίνουν ότι από ότι από τους δεκαεπτά που σκότωσαν 19, μόνο δύο ήταν στη λίστα των προγραμμένων. Οι άλλοι δεκαπέντε «ήταν απλοί χωρικοί».20 Το προξενείο, αντί να τους συγχαρεί τους επιπλήττει, καθώς φοβάται πως θα ξεσπάσει πάλι θόρυβος στον διεθνή τύπο, για τις σφαγές αθώων χωρικών από τις ελληνικές συμμορίες.21

Ο Καραβίτης γίνεται έξαλλος και ανταπαντά γράφοντας: «ο Ηρώδης έσφαξε δεκατέσσερις χιλιάδες παιδιά για να πετύχει ένα και δεν το πέτυχε, εγώ στους δεκαεπτά πέτυχα τρεις»!

 

[1] Kladorobi. Το βρίσκουμε και σαν Kladorabi. Στις ελληνικές πηγές το συναντάμε ως Κλαδοράπι, Κλαδοράπη, Κλάδεροπ και Κλαδοράπ. Χριστιανικό χωριό του καζά Φλώρινας. Μεταξύ των ετών 1904-1912 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δεκαοκτώ άτομα. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 350 χριστιανοί Μακεδόνες (εξαρχικοί και πατριαρχικοί). Μετονομάστηκε σε Κλαδοράχη το 1926 και στη συνέχεια σε Κλαδορράχη το 1940.

[2] Bitola. Υπάρχει επίσης η γραφή Bitolja, Bitolj, Manastir, Monastir. Στα ελληνικά αναφέρεται σαν Βιτώλια, Βιτόλια ή Μοναστήρι(ον). Έδρα του ομώνυμου καζά και του ομώνυμου βιλαετίου της Μακεδονίας. Το 1886 είχε πληθυσμό 23.379 χριστιανούς (κυρίως Μακεδόνες και Βλάχους), 17.255 μουσουλμάνους (κυρίως Τούρκους και Αλβανούς) και 3.948 Εβραίους. Η πατριαρχική κοινότητα ήταν πολυπληθής, ωστόσο οι Ρωμιοί δεν ξεπερνούσαν τα 100 άτομα. Στη σερβική απογραφή του 1914 είχε 48.370 κατοίκους. Μεταξύ των ετών 1897-1915, 717 άτομα μετανάστευσαν από την πόλη (ή δήλωσαν Μπίτολα / Μοναστήρι ως τόπο καταγωγής) στις ΗΠΑ και κατά την εκεί άφιξή τους δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες».

[3] Τα απομνημονεύματα του Γιάννη Καραβίτη, όπως είναι γνωστό στους ασχολούμενους με το μακεδονικό ζήτημα, δημοσιεύτηκαν σε καθημερινές συνέχειες στην εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς» της Θεσσαλονίκης μεταξύ 22 Μαΐου 1949 και 25 Μαρτίου 1950. Από εκεί ο Γιώργος Πετσίβας τα πήρε και τα αναδημοσίευσε (πλούσια σχολιασμένα) σε ένα δίτομο έργο, χιλίων σελίδων, το έτος 1994. Αυτό που νομίζω ότι δεν είναι γνωστό, είναι πως το κείμενο του «Ελληνικού Βορρά» αποτελεί τη δεύτερη δημοσίευση των απομνημονευμάτων του Καραβίτη και πως αυτή στηρίζεται σε μια προηγούμενη λογιότερη γραφή των απομνημονευμάτων, δημοσιευμένη και αυτή σε καθημερινές συνέχειες, δυο δεκαετίες πριν, στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος», το έτος 1927.

[4] Καραβίτης, σ. 339 (οι παραπομπές αναφέρονται στο βιβλίο που επιμελήθηκε ο Πετσίβας).

[5] Kišava. Και Κισσάβα στα ελληνικά κείμενα. Χωριό του καζά Μπιτολίων ή Μοναστηρίου. Το 1912 κατοικούσαν εδώ περίπου 700 μουσουλμάνοι Αλβανοί.

[6] Καραβίτης, σ. 341.

[7] Μακρής, σ. 97.

[8] Καραβίτης, σ. 344.

[9] Gorno Kleštino. Το βρίσκουμε και ως Gorna Kleština. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται σαν Άνω Κλέστινα. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 850 μουσουλμάνοι Αλβανοί. Μέχρι το 1924 οι Αλβανοί μουσουλμάνοι κάτοικοί του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν η χώρα. Στα σπίτια τους εγκαταστάθηκαν χριστιανοί πρόσφυγες (κυρίως από τη Θράκη). Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Άνω Κλειναί.

[10] Ο «Ταχυδρόμος» της Αλεξάνδρειας, αναδημοσιεύει στις 25 Αυγούστου 1905 (από την εφημερίδα «Βήμα» της Ρώμης) το σχετικό με αυτή την επίθεση κείμενο: «Πριν από λίγες μέρες, το χωριό Καλαδοράβι του καζά Φλώρινας δέχτηκε επίθεση από σώμα εκατό περίπου ατόμων, κυρίως γραικομάνων της περιοχής. Υπήρχαν επίσης μεταξύ αυτών και Έλληνες που ήλθαν από την Ελλάδα και δεκαπέντε περίπου Τούρκοι. Όλοι φορούσαν την τουρκική στολή των κυνηγών, σώματος ειδικού προορισμένου για την καταδίωξη των συμμοριών. Οι κάτοικοι του Κλαδοράβι, μη υποπτευόμενοι κανένα κίνδυνο, μαζεύτηκαν στην πλατεία του χωριού κατά την άφιξη του σώματος. Από αυτούς, δεκαεπτά φονεύθηκαν και πολλοί τραυματίστηκαν. Μετά, το στίφος έφυγε αφού πρώτα έκλεψε και αρκετά άλογα. Ο καϊμακάμης της Φλώρινας που πήγε εκεί για να διεξάγει τις ανακρίσεις, υποχρέωσε με τη βία τους χωρικούς να θάψουν τους νεκρούς, ενώ αυτοί ήθελαν να περιμένουν την άφιξη των ιταλών αξιωματικών. Η ανάκριση των Ιταλών βεβαίωσε για το γεγονός αυτό και την ευθύνη των ελλήνων επισκόπων Μοναστηρίου, Φλωρίνης και Γρεβενών. Έχουν επίσης κατασχεθεί και βρίσκονται στα χέρια των τουρκικών αρχών, επιστολές των επισκόπων Φλωρίνης και Γρεβενών απευθυνόμενες προς τα ελληνικά σώματα, αλλά κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί εναντίον των ενόχων».

[11] Όπως προκύπτει από τις μετέπειτα μαρτυρίες των κατοίκων του χωριού.

[12] Draganof, σ. 222.

[13] Εδώ το κείμενο είναι από την πρώτη γραφή των απομνημονευμάτων του Καραβίτη. Βλ. «Ταχυδρόμος Βορείου Ελλάδος», Παρασκευή 20 Μαΐου 1927.

[14] Kabasnica. Στις ελληνικές πηγές αναφέρεται συνήθως σαν Καμπάσνιτσα. Χωριό του καζά Φλώρινας. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 650 πατριαρχικοί Μακεδόνες. Μεταξύ των ετών 1904-1915 μετανάστευσαν από το χωριό στις ΗΠΑ και δήλωσαν στις αρχές πως είναι «εθνικά Μακεδόνες» δέκα άτομα. Το 1928 μετονομάστηκε Πρώτη.

[15] Ο Μποζίνης είναι ο πρώτος στη λίστα των πέντε προγραμμένων. Βλ. Καραβίτης, σ. 307.

[16] Ο Καραβίτης (σ. 308) κατονομάζει ως «Μοναστηριώτες», δηλαδή μέλη της ομάδας του που κατάγονται από τα Μπίτολα (Μοναστήρι) τους: Ξύφτα, Τριμούλτση, Σάνδρε, Καπηλιάδη, Πάκια και Στέφο Γρηγορίου. Ο τελευταίος είναι ένας μπεκρής, κουτσαβάκι της εποχής, ένας αδίστακτός φονιάς, χαρακτηριστικός τύπος του υποκόσμου, με προϋπηρεσία στο «εκτελεστικό» του Μοναστηρίου, την ομάδα δηλαδή των πληρωμένων δολοφόνων του ελληνικού προξενείου. Οι κάτοικοι στα Μπίτολα ονομάζουν το «εκτελεστικό» αυτό, που μέλη του είναι ο Στέφος Γρηγορίου, ο Περικλής Χατζηστεφάνου ή Πάκιας («γνωστός καυγατζής και μαχαιροβγάλτης»), ο Αλέξανδρος Νέτσιος ή Σάντρης («ταχυδακτυλουργός και ερημοσπίτης») και ο Μήσια ή Πατσαρέας, ως «ισνάφι των Βαρβάρων». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί, είναι του Γιώργου Μόδη, ενός ανθρώπου που γνώρισε από κοντά όλους τους προαναφερόμενους. Βλ. Μόδης, σ. 220.

[17] Τα μακεδονικά ονόματα γράφονται, όπως τα συναντώ στις πηγές, άλλοτε εξελληνισμένα και άλλοτε εκβουλγαρισμένα.

[18] Draganof, σ. 222-223.

[19] Ο Φίλιππος Κοντογούρης λέει πως το ελληνικό σώμα συνέλαβε πολλούς χωρικούς και τελικά σκότωσε δεκαεπτά. Βλ. Προξενείο Μοναστηρίου, 1905, έγγραφο 754, 5 Αυγούστου.

[20] Μακρής, 97.

[21] Ο «Χρόνος» της 3 Αυγούστου, αναφέρει τους 17 νεκρούς, αλλά γράφει ψευδώς πως αυτοί ήταν «κομιτατζήδες» που σκοτώθηκαν σε συμπλοκή. Το ίδιο ψέμα επαναλαμβάνει και στις 22 Αυγούστου. Τα ίδια περίπου επαναλαμβάνουν οι «Καιροί» και το «Άστυ» της 4ης Αυγούστου. Το «Εμπρός» της 4ης Αυγούστου λέει πως στο χωριό υπήρχε «φωλιά κομιτατζήδων», δεκαοκτώ δε από αυτούς, μετά από μάχη, «διαπεράστηκαν από τις ελληνικές λόγχες».