Skip to main content

a.24. Οι επιστολές του θανάτου

 

Οι επιστολές του θανάτου

 

του Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Το Μάρτιο του 1906, η εφημερίδα «Αθήναι» μετέφρασε και αναδημοσίευσε το κείμενο της «Ερυθράς Βίβλου», μιας επίσημης βουλγαρικής έκδοσης για τα τότε συμβάντα στη Μακεδονία.

Μεταξύ των εγγράφων που δημοσιεύονται, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιστολές του θανάτου. Αυτές είναι απειλητικές επιστολές που στέλνει η ελληνική οργάνωση σε σημαντικά άτομα ή χωριά, χαρακτηρισμένα ως εχθρικά, προκειμένου να φοβηθούν και να δηλώσουν επίσημα στις οθωμανικές αρχές, πως είναι πιστά στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (και στον Ελληνισμό). Είναι επίσης, σημειώματα καρφιτσωμένα στα ρούχα εκτελεσμένων αντιπάλων, με τα οποία καλούν τους ζωντανούς ομοϊδεάτες τους, που αντιστρατεύονταν τα ελληνικά συμφέροντα στη Μακεδονία, να υποταχθούν, για να μην έχουν και αυτοί την ίδια τύχη με τα θύματα.

Το πρώτο έγγραφο, είναι ένα σημείωμα που έχει πάνω τυπωμένο το δικέφαλο αετό (το σύμβολο του Πατριαρχείου) και κεφαλίδα τις λέξεις «Ελληνομακεδονική Άμυνα», υπογράφεται από τον καπετάν Ακρίτα (: τον υπολοχαγό Κώστα Μαζαράκη) και βρέθηκε πάνω σε ένα πτώμα ενός χωρικού, κοντά στα Βοδενά. Σε αυτό διαβάζουμε: «Εάν έλθετε να συνεννοηθείτε με μας, θα σας βοηθήσουμε. Εάν αρνηθείτε θα σας τιμωρήσουμε. Πρέπει να πάτε στο μητροπολίτη Βοδενών για να τον χαιρετήσετε και να στείλετε στον καϊμακάμη έγγραφο, όπου θα λέτε, ότι με τη βία σας έκαναν να πείτε πως είστε σχισματικοί, ενώ στην πραγματικότητα είστε ορθόδοξοι Έλληνες».

Το δεύτερο, είναι μια επιστολή απευθυνόμενη προς τους χωρικούς του μακεδονικού χωριού Γκόρνο Πόζαρ των Βοδενών, υπογραμμένη από τον καπετάνιο Κώστα Βαρζόφαρο (πρόκειται μάλλον για ψευδώνυμο του Σκαλίδη). Αυτή γράφει: «Χωρικοί του Πόζαρσκο. Αν εντός 48 ωρών, δεν πάτε στο μητροπολίτη να δηλώσετε εγγράφως ότι επανέρχεσθε στην Ορθοδοξία, θα φονεύσω τους δέκα αιχμαλώτους του χωριού σας, τους οποίους κρατώ, και έπειτα θα έλθω στο χωριό σας με εκατό Έλληνες, οι οποίοι ήλθαν προχθές από την Ελλάδα, για να μην αφήσω εκεί ούτε μια γάτα ζωντανή. Επιπλέον πρέπει να μου στείλετε εκατό τουρκικές λίρες. Εάν δε λάβω αυτό το ποσόν μέχρι σήμερα το απόγευμα, οι δέκα αιχμάλωτοί μου θα φονευθούν. Έπειτα, όταν δηλώσετε ότι είστε Έλληνες, θα σας επιστρέψω τις εκατό λίρες και θα αφήσω στο χωριό σας πενήντα ανθρώπους για να το φυλάνε. Προσέξτε να μη με καταγγείλετε στο στρατό, γιατί τότε θα χαθείτε όλοι. Περιμένω στην απάντησή σας, με τον ίδιο άνθρωπο που σας φέρνει αυτή την επιστολή. Υστερόγραφο: Έπειτα από τα παρακάλια των αιχμαλώτων, σας δίνω προθεσμία έως το βράδυ της Πέμπτης». [1]

Το τρίτο, είναι μια επιστολή απευθυνόμενη προς τον ιερέα, τον κοινοτάρχη και τους προύχοντες της κοινότητας Βέρτικοπ [Вертикоп / Σκύδρα] των Βοδενών. [2]

Έχει ημερομηνία 10 Αυγούστου 1905 και την υπογράφει ο καπετάν Ακρίτας. Σε αυτή γράφει: «Σας δίνω δυο μέρες προθεσμία, για να πάτε στον καϊμακάμη να παρουσιάσετε δήλωση που θα λέει ότι είστε Έλληνες και πιστοί Ορθόδοξοι. Αν δεν πάτε να υποβάλλετε τα σέβη σας στο Μητροπολίτη, θα σας θεωρήσω εχθρούς και θα σας τιμωρήσω, όπως τιμώρησα τους κατοίκους στο χωριό Μεσημέρι».

Το τέταρτο έγγραφο έχει αποδέκτες του κατοίκους του χωριού Νέρεντ της Φλώρινας. Έχει ημερομηνία 24 Ιουνίου 1905 και το υπογράφει ο αρχηγός Γιώργος Βάρδας (Τσόντος). Εδώ ο Βάρδας γράφει: «Μου αρκεί να μάθω ότι μεταμελείστε και ότι θέλετε να εργαστείτε μαζί μου. Εκείνοι όμως οι οποίοι θα επιμείνουν να υποστηρίζουν το Κομιτάτο θα τιμωρηθούν, όπως τιμωρήθηκαν οι κάτοικοι της Ζαγορίτσανης. Μόλις λάβετε την παρούσα επιστολή πρέπει να έρθετε σε συνεννόηση μαζί μου και να μας δεχθείτε σαν αδέλφια σας, όπως πράγματι είμαστε. Εάν δεν με ακούσετε, θα πάθετε όσα δεν φανταστήκατε ποτέ. Είναι ευνόητο, πως αν αποφασίσετε να συνεννοηθείτε μαζί μου, πρέπει να διακόψετε κάθε σχέση με το Κομιτάτο». [3]

Στη συνέχεια δημοσιεύονται ορισμένες απειλητικές επιστολές προς ρουμανιστές Βλάχους. Από αυτές ιδιαίτερη εντύπωση κάνει ένα σύντομο γράμμα, προς τους κατοίκους του χωριού Πλεάζα ή Πλιάσα [Plasë της Αλβανίας], που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά των Πρεσπών [4]. Έχει ημερομηνία 20 Ιουλίου 1905 και την υπογράφει ο καπετάν Μάλλιος (υπολοχαγός Στέφανος Δούκας): «Γνωστοποιούμε σε όλους τους κατοίκους, ότι εκείνος που θα στείλει τα παιδιά του στο ρουμανικό σχολείο ή θα πάει στη ρουμανική εκκλησία, είναι καταδικασμένος σε θάνατο και θα αποκεφαλισθεί». [5]

Σχετικό με τις απειλές του Μάλλιου, προς τους ρουμανίζοντες του προαναφερόμενου χωριού, είναι και το επόμενο απόσπασμα από το ημερολόγιο του οπλαρχηγού Ηλία Δεληγιαννάκη. Ο Δεληγιαννάκης, που είναι μέλος σε αυτό το ελληνικό σώμα, γράφει:

«Μόλις σουρούπωσε, είμαστε πάνω από την Πλιάστη και λημεριάσαμε στο βουνό. Ήταν 20 Ιουλίου 1905. Στις μία η ώρα, τη νύχτα, κατεβήκαμε 122 στο χωριό. Αυτό το χωριό ήταν διχασμένο. Οι μισοί κάτοικοι έμειναν Έλληνες (: πατριαρχικοί), οι άλλοι μισοί έλεγαν ότι είναι φίλοι με τους Ρουμάνους, διάβαζαν ρουμανικά βιβλία στην εκκλησία τους και άλλα πολλά. Μόλις πατήσαμε στο χωριό, τραβήξαμε μπροστά στην εκκλησία και εκεί καλέσαμε όλους τους χωρικούς, τον παπά, το δάσκαλο και την επιτροπή. Αυτοί οι τελευταίοι ήσαν όλοι φίλοι με τους Ρουμάνους. Ο αρχηγός (: Μάλλιος) τότε διέταξε και του έφεραν όλα τα ρουμανικά βιβλία, εκκλησιαστικά, άλλα που διάβαζαν τα παιδιά, άλλα που είχε στο σπίτι του ο δάσκαλος. Όλα τα μάζεψε ο αρχηγός σε ένα σωρό εκεί μπροστά και τους έβαλε φωτιά. Έπειτα ο αρχηγός ρωτάει τον παπά και την επιτροπή. “Γιατί, μωρέ, αφού πάππου προς πάππον είστε Έλληνες με το πατριαρχείο, λέτε πως είστε Ρουμάνοι και διαβάζετε ρουμανικά”; Αυτοί είπαν κάτι για να δικαιολογηθούν, πως τους ξεγέλασαν. Δεν θέλαμε να τους τουφεκίσουμε, γιατί αυτοί δεν είχαν μεταχειριστεί το τουφέκι για να γυρίσουν το μισό χωριό, ούτε είχαν κάνει κακουργήματα. Ο αρχηγός όμως θύμωσε πολύ γι’ αυτά που έλεγαν και τους αρχίζει στο ξύλο. Τους δώσαμε κ’ εμείς με το βούρδουλα και στην επιτροπή και στο δάσκαλο, που θα μας θυμούνται για πάντα. Τότε τους λέει ο αρχηγός. “Να μη μάθω μωρέ πως λέτε πια ότι είστε Ρουμάνοι, γιατί θα σας περάσω στο τουφέκι ένα-ένα. Ό,τι ήταν ο πατέρας σας, είστε και εσείς. Έλληνες είστε. Και αυτό πρέπει να το έχετε για υπερηφάνεια. Δεν πουλάει κανείς την πατρίδα του”. Έπεσαν τότε στα πόδια του αρχηγού και έδωσαν όρκο πως θα μείνουν Έλληνες. Το δάσκαλο τον διώξαμε από εκεί την ίδια νύχτα. Κατά τα ξημερώματα φύγαμε και εμείς και τραβήξαμε για τη Γράμμοστα». [6]

 

 

[1] Το πρώτο και το δεύτερο έγγραφο, δημοσιεύονται στο φύλλο της εφημερίδας «Αθήναι», του Σαββάτου της 18ης Μαρτίου 1906.

[2] Vrtikop, Vertikop, Vrtekop, Vertekop, Vrtokop, Vartokop. Στα ελληνικά κείμενα αναφέρεται ως Βερτεκόπ και Βέρτεκοπ. Πατριαρχικό χωριό του καζά Βοδενών. Οι περισσότεροι κάτοικοί του ήταν Μακεδόνες. Υπήρχαν και πέντε οικογένειες Τσιγγάνων. Το 1912 ζούσαν εδώ περίπου 160 άτομα. Μέχρι το 1924 εγκαταστάθηκαν στο χωριό και 72 οικογένειες πατριαρχικών προσφύγων. Το 1926 ο οικισμός μετονομάστηκε Σκύδρα.

[3] Το τρίτο και το τέταρτο έγγραφο δημοσιεύονται στο φύλλο της εφημερίδας «Αθήναι», της 19ης Μαρτίου 1906.

[4] Plasë στα αλβανικά. Και Πλιάσα (συνήθως) στα ελληνικά κείμενα. Χριστιανικό χωριό του καζά Κορυτσάς. Πριν τους βαλκανικούς πολέμους ζούσαν εδώ περίπου 950 ρουμανιστές Βλάχοι.

[5] «Αθήναι», Τετάρτη 22 Μαρτίου 1906.

[6] Ράπτης, σ. 358-359.