Skip to main content

α-άβαχτος

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

α-άβαχτος

 

Δημήτρη Λιθοξόου

πρώτη δημοσίευση: 6.11.2016

προσθήκες: 12.6.2017

 

α

αν ~ α Somavera 1709, Thumb 1912, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κορινθία, Κρήτη, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Σάμος, Τσακώνικα, Χίος

α

άντε ~ α Λέσβος, Χίος

α

ας ~ α Τσακώνικα

α

εδώ ~ α Κάρπαθος, Κύπρος

α

η ~ α Τσακώνικα

α

θα ~ α Thumb 1912, Θεσσαλία, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Λέσβος, Μακεδονία, Νίσυρος, Πόντος, Προύσα, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές, Σαμοθράκη, Σέρρες, Σουφλί, Τσακώνικα, Τσατάλτζα, Χίος

α

να ~ α Λέσβος, Ρόδος, Σέρρες, Τσακώνικα, Χίος

α

σαν ~ α Λέσβος

α;

τι; ~ α; Άρτα, Θεσπρωτία, Θεσσαλονίκη, Ηλεία, Ήπειρος, Κοζάνη, Κύπρος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί

αά

ναι ~ αά Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Νίσυρος, Πρέβεζα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σουφλί

άα

όχι ~ άα Άρτα, Ιωάννινα, Καστοριά, Μαγνησία, Ρόδος, Σιάτιστα, Σουφλί

αά;

τι; ~ αά Αιτωλοακαρνανία, Απουλία, Καλαβρία, Πρέβεζα

ααά

λίκνο (λόγιο) ~ ααά Καστελόριζο, Κυκλάδες

ααίματος

χωρίς αίμα ~ ααίματος Ιστορικό Λεξικό 1933 | ααίματους Ευρυτανία | αγαίματος Χηλή

αανά

τώρα ~ αανά Χίος

αάνευτος

ασυκοφάντητος ~ αάνευτος Κάρπαθος

αάπατος

ο ήχος των βημάτων ~ αάπατος Νάξος

ααφαρί

μάταια (λόγιο) ~ ααφαρί Κάρπαθος | ααφαρινά Κάρπαθος

αβαβοέ η

προκαταβολή (λόγιο) | γαλλικό avant voeu ~ αβαβοέ Κύπρος

αβαγγέλιστος

για μωρό που δεν το έχουν βαγγελίσει, δηλαδή δεν το έχουν βάλει κάτω από το ευαγγέλιο, την ώρα που διαβάζει ο παπάς την κυριακάτικη περικοπή ~ αβαγγέλιστος Κέρκυρα

αβαγιανός ο

το φυτό Lavandula stoechas, αγριολεβάντα, βάια, βαϊά, θυμαράκι, καραμπάς, λαμπρή, λαμπροκεφάλι, λαμπρολουλούδι, λιβανάκι, μαυροκεφάλι, μαυροκέφαλο, μυροφόρα, φλασκομούνι, χαμολίβανο ~ αβαγιανός Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

αβάγιστος

αλύγιστος | αγύριστος, ξεροκέφαλος, μονόκορδος, μονόπρατος, πεισματάρης ~ αβάγιστος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβάιστος Κάλυμνος, Κως, Παξοί

αβάδα η

μεγάλο αμύγδαλο | φρέσκο αμύγδαλο ~ αβάδ Θάσος | αβάδα Πάρος ~ ουδέτερο: αβάδ Θάσος

αβαδέ

ραντεβού ~ αβαδέ Κεφαλονιά

αβαδέος ο

είδος μικρής μύγας | το σκουλήκι του τυριού ~ αβαδέος Αρκαδία

αβάδωτος

ακλείδωτος ~ αβάδωτος Κύπρος | αβάωτος Κύπρος ~ επίρρημα: αβάωτα Κύπρος

αβαέτι το

πρόσοδοι (λόγιο) | πεσκέσι | τούρκικο avait ~ αβαγέτ Θράκη | αβαέτι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβαΐτιν Κύπρος

αβάζι το

φωνή | τούρκικο avaz ~ αβάζ Ήπειρος, Πόντος | αβάζι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αϊβάζι Αρκαδία | βαζ Ήπειρος

αβάζος ο

φωνακλάς | τούρκικο avaz ~ αβάζος Πρωία 1933, Κύπρος

άβαθα

ρηχά ~ άβαθα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κεφαλονιά, Παξοί | ανάβαθα Κύπρος

άβαθνα

άπατα | βαθιά ~ άβαθα Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Ήπειρος, Κεφαλονιά | άβαθνα Ιωάννινα

αβάθη τα

τα βάθη ~ αβάθη Μάνη

άβαθος

ανάβαθος, ανάρηχος, ρηχός, ξέβαθος, αναχλός ~ άαθος Κάρπαθος | άβαθνους Ήπειρος | άβαθος Germano 1622, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αχαΐα, Ηλεία, Θράκη, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Μύκονος, Πόντος, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές | άβαθους Αιτωλοακαρνανία, Βοιωτία, Ευρυτανία, Ήπειρος, Θράκη, Καστοριά, Λάρισα, Σαμοθράκη | άβατε Τσακώνικα | ανάβαθος Αλικαρνασσός, Αρτάκη, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Καππαδοκία, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μύκονος, Νάξος | ανάβαθους Θράκη, Ιωάννινα | ανάβαθυς Κρήτη | ανέβαθος Κρήτη, Κύπρος | ανήβαθος Νάξος ~ θηλυκό: άβαθη Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: άβαθο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβαθούλωτος

χωρίς βαθούλωμα | αντίθετο: βαθουλωμένος ~ αβαθούλλωτος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβαθούλωτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Μάνη, Πόντος | αβαθύλωτος Πόντος ~ θηλυκό: αβαθούλωτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβαθούλωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αβαίνου

παίρνω ~ αβαίνου Τσακώνικα

αβάιστος

αλύγιστος | αμετάπειστος (λόγιο) ~ αβάιστος Κάλυμνος, Κως, Παξοί

αβάκα

κρυφά ~ αβάκα Τσακώνικα

αβάκα η

συνεταιρισμός (λόγιο) | παρέα, συντροφιά ~ αβάκα Legrand 1882, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κέρκυρα, Λευκάδα, Λακωνία, Μάνη, Παξοί, Φθιώτιδα

αβάκα η

γκόμενα ~ αβάκα Κέρκυρα

αβακαδόρος ο

συνέταιρος (λόγιο) ~ αβακαδόρος Κέρκυρα

αβάκλιστος

ατίναχτος (από καρπούς στα κλαδιά) ~ αβάκλιστος Ιστορικό Λεξικό 1933, Κύπρος

αβαλάριστος

που σκάφτηκε και δεν ισοπεδώθηκε ~ αβαλάριστος Ιστορικό Λεξικό 1933, Λακωνία

αβάλη η

όρμος (λόγιο) | ιταλικό valle & βενετσιάνικο vaƚe ~ αβάλη Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Παξοί, Πάργα, Πάρος | βάλλα Ιωνία, Καστελλόριζο, Κύπρος, Χίος ~ ουδέτερο: αβάλι Θεσπρωτία

αβαλητό το

φασαρία, σαματάς ~ αβαλητό Κύθηρα

αβάλι το

αβαλητό ~ αβάλι Κύθηρα

αβαλίδος

άρρωστος ~ αβαλίδος Κεφαλονιά

αβαλίζω

θορυβώ (λόγιο) ~ αβαλίζω Legrand 1882, Κύθηρα

αβαλοκοπώ

θορυβώ (λόγιο) ~ αβαλοκοπώ Κύθηρα

αβαλσάμωτος

αταρίχευτος (λόγιο) ~ αβαλσάμωτος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | αμπαλσάμωτος Ήπειρος | αμπαλτσάμουτους Μακεδονία ~ θηλυκό: αβαλσάμωτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβαλσάμωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

άβαλτος

που δεν έχει μπει στη θέση του | αφόρετος ~ αβάλετος Πόντος | αβάλιτε Τσακώνικα | αβάλιτος Νάξος | αβάλλντωτος Ρόδος | άβαλτος Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αργολίδα, Αρκαδία, Θράκη, Λακωνία, Παξοί, Πόντος | άβαλτους Καστοριά, Ιωάννινα, Λυκία, Σέρρες, Φθιώτιδα | αβάλωτος Σύμη | άβαρτος Κρήτη, Σίφνος, Σύρος, Χίος | ανέβαρτος Κύπρος ~ θηλυκό: άβαλτη Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: άβαλτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: άβαλτα Κριαράς 1995

άβανα τα

τα σκουλήκια ~ άβανα Ζάκυνθος

αβανάκης

αγαθιάρης, κουτός | τούρκικο avanak ~ αβανάκης Ιστορικό Λεξικό 1933, Κουκίδης 1960, Βιθυνία, Κωνσταντινούπολη, Πόντος | αβανάξ Κουκίδης 1960, Διδυμότειχο, Ορεστιάδα, Πόντος, Προύσα, Σουφλί

αβανακιά η

αγαθομάρα, κουταμάρα ~ αβανακιά Σουφλί

αβανακλούκι το

αβανακιά | τούρκικο avanaklık ~ αβανακλί Σουφλί | αβανακλούγ Πόντος | αβανακλούκ Πόντος | αβανακλούκι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβανακλούχ Πόντος

αβανακωτός

αγαθούλης ~ αβανακωτός Ιστορικό Λεξικό 1933, Πόντος

αβάνεμα το

συκοφαντία (λόγιο) ~ αβάνεμα Ιστορικό Λεξικό 1933 Χίος

αβανεύω

συκοφαντώ (λόγιο) ~ αανεύγκω Κάρπαθος | αβανεύγω Χίος | αβανεύκω Κύπρος | αβανεύγω Χίος | αβανεύω Ιστορικό Λεξικό 1933, Χίος

αβάνης ο

συκοφάντης (λόγιο) | τούρκικο avan ~ αάνης Κάρπαθος | αβάνης Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, Ηλεία, Κύπρος, Μάνη, Μέγαρα, Χίος | αβάνς Βόρεια Εύβοια, Ήπειρος, Θράκη, Λέσβος | αβάντς Σιάτιστα ~ θηλυκό: αάνισσα Κάρπαθος | αάνιτσα Κάρπαθος | αανού Κάρπαθος | αβαναριά Somavera 1709, Legrand 1882 | αβανίσσα Somavera 1709 | αβάνισσα Βεντότης 1790, Legrand 1882

αβανιά η

συκοφαντία (λόγιο) | ιταλικό avania ~ αανιά Κάρπαθος | αβανία Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ζάκυνθος, Κύθηρα, Μάνη, Μέγαρα, Τσακώνικα | αβανιά Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Εύβοια, Ηλεία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύθνος, Κύπρος, Λέσβος, Λευκάδα, Λυκία, Μάνη, Μεσσηνία, Μοσχονήσι, Νάξος, Παξοί, Πάρος, Πωγώνι, Ρόδος, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σκύρος, Σύρος, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χίος | αβγανιά Κρήτη | αφανιά Κύπρος | αβαννιά Νίσυρος | αβγανιά Κρήτη | αγανιά Κάλυμνος, Κως, Ρόδος, Σύμη | βανιά Σκύρος | βγανιά Κρήτη | εβγανιά Κρήτη ~ ουδέτερο: αβάν Σάμος

αβανιάζω

συκοφαντώ (λόγιο) ~ αβανιάζω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Αχαΐα, Μύκονος | αβανιάζου Ήπειρος

αβανιάρης

συκοφάντης (λόγιο) ~ αανιάρης Κάρπαθος | αβανιάρης Portius 1635, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Ιωνία, Καστελλόριζο, Κυκλάδες, Μάνη, Σύρος | αβανιαρής Legrand 1882 | αβανιάρις Ιστορικό Λεξικό 1933 ~ θηλυκό: αβανιάρα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβανιάρικο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αβανίζω

συκοφαντώ (λόγιο) ~ αβανίζου Μαγνησία | αβανίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Βιθυνία, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος | αβγανίζω Κρήτη | αφανίζω Κύπρος | αφανίζου Θράκη ~ παθητική φωνή: αβανίζομαι Βλάχος 1659, Somavera 1709

αβανικός

συκοφαντικός ~ αβανικός Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κεφαλονιά | αβάνκους Θράκη ~ θηλυκό: αβανική Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882

αβανιοκαϊμένος

συκοφαντημένος (λόγιο) ~ αβανιοκαημένος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβανιοκαϊμένος Χίος | αβανουκαμένους Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

αβανισμένος

συκοφαντημένος (λόγιο) ~ αβανισμένος Somavera 1709 ~ θηλυκό: αβανισμένη Somavera 1709

αβανιστής ο

αβάνης ~ αβανιστής Lange 1708, Legrand 1882, Βλαστός 1931

αβανιστικός

αβανικός ~ αβανιστικός Lange 1708, Legrand 1882 ~ θηλυκό: αβανιστική Legrand 1882 ~ επίρρημα: αβανιστικά Lange 1708

άβανος ο

το ρημάδι ~ άβανος Ηλεία

αβανπαρλιέρης ο

δικηγόρος (λόγιο) | γαλλικό avant-parlier ~ αβανπαλιέρης Κύπρος | αβανπαρλιέρης Du Cange 1688

αβάντα η

 βοήθεια, υποστήριξη (λόγιο), κολόκουρο | ιταλικό avantare ή βενετσιάνικο vantarse ~ αβάντα Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Αϊβαλί, Βουρλά, Ηλεία, Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Μοσχονήσι, Νάξος, Νίσυρος, Σάμος, Σύρος, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χίος | αβάνττα Κύπρος | αβάττα Κύπρος

αβαντάγιο το

κέρδος (λόγιο) | θάρρος | ιταλικό avvantagio & vantaggio & βενετσιάνικο vantàgio ~ αβαντάγιο Ιστορικό Λεξικό 1933, Εύβοια Θήρα Κεφαλονιά, Νάξος, Σύρος | αβαντάγιου Βόρεια Εύβοια | αβαντάριο Άνδρος | αβαντάτζιον Du Cange 1688 | αβανττάτζιον Κύπρος | βαντάγιο Ζάκυνθος Κορινθία | βαντάγιου Στερεά ~ πληθυντικός: αβαντάτζια Du Cange 1688

αβανταγκιόζος

χρήσιμος (λόγιο) ~ αβανταγκιόζος Λευκάδα

αβανταδόρικος

ο τρόπος του αβανταδόρου ~ αβανταδόρικος Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λευκάδα ~ θηλυκό: αβανταδόρικη Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβανταδόρικο Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβανταδόρικα Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβανταδόρος ο

που δίνει αβάντα (βοήθεια) στον κατεργάρη, αμακαδόρος ~ αβανταδόρος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Λευκάδα, Μάνη, Παξοί | αβανταδόρους Σάμος | αβανταδώρος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβαντταδόρος Κύπρος ~ θηλυκό: αβανταδόρα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβανταδόρισσα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβαντανλίκι το

εργαλείο (λόγιο) | τούρκικο avadanlık ~ αβαντανλίκι Κωνσταντινούπολη | βανταλούχ Πόντος

αβαντάριο το

προικοσύμφωνο | βενετσιάνικο aventario ~ αβαντάριο Ιστορικό Λεξικό 1933, Άνδρος, Πάρος | αβεντάριο Πάρος | βεντάριο Κέρκυρα, Κεφαλονιά

αβαντάρισμα το

βοήθεια, υποστήριξη (λόγιο) | ιταλικό avantare ή βενετσιάνικο vantarse ~ αβαντάρισμα Μάνη

αβαντάρω

βοηθώ (σε αθέμιτη πράξη) | παλιό ιταλικό avantare ~ αβαντάρου Μάνη, Σάμος | αβαντάρω Ακαδημία 2016, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Νάξος | αβαντέρνου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

αβαντατζής ο

τρακαδόρος | τούρκικο avantacı ~ αβάντατζης Ιστορικό Λεξικό 1933, Κύπρος | αβαντατζής Κωνσταντινούπολη | αβάττατζης Κύπρος

αβαντζαδόρος

πιστωτής (λόγιο) | ιταλικό avanzatore ~ αβαντζαδώρος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβαντζαδόρος Παξοί

αβαντζαδούρα η

εισόδημα (λόγιο) | πλεόνασμα (λόγιο) ιταλικό avanzo ~ αβαντζαδούρα Ιστορικό Λεξικό 1933, Κέρκυρα, Κύπρος, Παξοί | αβαντσαδούρα Κέρκυρα

αβαντζιάζω

προσαυξάνω, κερδίζω | ιταλικό avanzare (αναπτύσσομαι) ~ αβαντζιάζω Κύπρος

αβαντερός

που μεγαλώνει γρήγορα ~ αβαντερός Ζάκυνθος

αβάντι

εμπρός | ιταλικό και βενετσιάνικο avanti, avante ~ αβάντι Ιστορικό Λεξικό 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Ιωνία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Παξοί, Σίφνος | αβάντε ΑΠΘ 1998, Άνδρος

αβαντιζαΐτε

εμπρός | ιταλικό avanti ~ αβαντιζαΐτε Παξοί

αβαντούρα η

τύχη | ιταλικά aventura ~ αβαντούρα Κύπρος

αβαντζάρισμα το

πλεόνασμα (λόγιο) | κέρδος (λόγιο) | ιταλικό avanzo ~ αβαντζάρισμα Ιστορικό Λεξικό 1933, Ζάκυνθος, Νάξος

αβαντσάρω

πλειοδοτώ (λόγιο), πλεονάζω (λόγιο), προκαταβάλλω (λόγιο) | ιταλικό avanzare & βενετσιάνικο vansàre ~ αβαντζάρου Άρτα, Κυδωνίες, Λέσβος, Σαρακατσάνικα | αβαντζάρω Ιστορικό Λεξικό 1933, Ζάκυνθος Θήρα, Κύθηρα, Μήλος, Νάξος, Παξοί, Σίφνος | αβαντζέρνω Παξοί | αβαντσαίρνω Πρωία | αβαντσάρω Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Ζάκυνθος, Κρήτη | αβαντσέρνου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι | αβαντσέρνω Κέρκυρα | αβατζέρνω Βιθυνία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Παξοί | αβατσέρνω Κέρκυρα | βαντζάρω Σύμη | βατζέρνω Κρήτη | βατζέρω Κίμωλος, Σύμη

αβάντσο το

κέρδος, πλεόνασμα (λόγιο), περίσσευμα, προκαταβολή (λόγιο) | ιταλικό avanzo ~ αβάζο Αθήνα, Θράκη | αβάντζο Ιστορικό Λεξικό 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ιωνία, Κύθηρα, Μήλος, Μύκονος, Πελοπόννησος, Σίφνος | αβάντου Ίμβρος | αβάντσα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 | αβάντσο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Κύθηρα, Λευκάδα | αβάντσου Θεσσαλονίκη, Κοζάνη | αβάντζον Κύπρος | αβάτζο Κεφαλονιά | αβάτζιο Κρήτη αβάτζου Νάξος ~ θηλυκό: αβάνς Κωνσταντινούπολη | αβάντζα ΑΠΘ 1998 | αβάτζα Κρήτη | αβάτζα Κρήτη

αβαξάριστος

αγυάλιστος (για παπούτσια) ~ αβαξάριστος Ιστορικό Λεξικό 1933, Κυκλάδες

αβάρα

άπωσον (λόγιο), βάρδα | τούρκικο avara ~ αβάρα Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κρήτη, Λευκάδα, Μάνη, Νίσυρος, Πόντος, Σάμος, Σύρος, Φθιώτιδα

αβάρα η

τσιμπούρι, Ixodes ricinus ~ αβάρα Ιστορικό Λεξικό 1933, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Τσακώνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα

αβαραγκιά η

το φυτό Daphne oleoides, λυκονουρά, πικροβύζι, χαμολιά ~ αβαράγγια τα Legrand 1882 | αβάραγκας Ιστορικό Λεξικό 1933, Κεφαλονιά | αβαράγκι Ιστορικό Λεξικό 1933, Κεφαλονιά | αβαραγκιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Ιωάννινα | βαράγκι Κεφαλονιά

αβαράκωτος

μη επιχρυσωμένος ~ αβαράκουτους Σιάτιστα | αβαράκωτος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβαράχωτος Πόντος

αβαραλούκι το

αεργία (λόγιο) | τούρκικο avaralιk ~ αβαραλούγ Πόντος | αβαραλούκ Πόντος | αβαραλούκι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβαραλούχ Πόντος

αβάραντος ο

είδος θάμνου που δεν κάνει να φάνε τα ζώα ~ αβάραντος Κρήτη | αβάρατος Κρήτη | αβόραντος Κρήτη | αβόρατος Κρήτη

αβαράρισμα το

απομάκρυνση πλοίου από την ακτή, για να μην υπάρξει πρόσκρουση ή προσάραξη ~ αβαράρισμα Ιστορικό Λεξικό 1933, Νάξος, Παξοί

αβαράρω

απωθώ πλεούμενο | ιταλικό varare ~ αβαδάρω Καστελόριζο | αβαδέρνω Καστελλόριζο | αβαδέρω Καστελλόριζο | αβαραρίζω Λακωνία | αβαράρου Ίμβρος, Λέσβος, Μάνη, Τήνος | αβαράρω Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μύκονος, Πάργα | αβαρέρνου Ίμβρος | αβαρέρνω Κρήτη | αβαρώ Ιστορικό Λεξικό 1933, Μήλος | βαράρω Νάξος | βαρέρω Σύμη

αβαράς

άεργος (λόγιο) ~ αβαράς Ιστορικό Λεξικό 1933, Νίσυρος, Πόντος

αβαργόμιστος

ασύγχυστος (λόγιο) ~ αβαργόμιστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ θηλυκό: αβαργόμιστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβαργόμιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβαρέλιαστος

που δεν μπήκε σε βαρέλι ~ αβαρέλιαστος Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 | θηλυκό: αβαρέλιαστη Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβαρέλιαστο Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβαρέλιαστα Πρωία 1933

αβαρές ο

αλανιάρης, ρέμπελος | τούρκικο avare ~ αβαρές Κωνσταντινούπολη

αβαρεσιά η

ακουρασιά ~ ααρεσιά Κάρπαθος | αβαρεσά Λήμνος, Νάξος | αβαρισά Αϊβαλί, Ιωάννινα, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σάμος | αβαρεσία Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933 | αβαρεσιά Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, Λευκάδα, Μύκονος, Σάμος | αβαρεσκιά Σίφνος | αβαρεψιά Μύκονος, Σίφνος | αβαρισά Λέσβος, Λήμνος | αβαρισιά Ίμβρος

αβαρεσιά η

τεμπελιά ~ αβαρεσά Κρήτη | αβαρεσιά Κρήτη

αβαρεσιάρης

τεμπέλης ~ αβαρεσάρης Κρήτη | αβαρεσιάρης Κρήτη | βαρεσιάρης Κρήτη

αβαράτικος

άχρηστος ~ αβαράτικος Νίσυρος

αβάρετο

αχάραγα ~ αβάρετο Ηλεία

αβάρετος

ακούραστος, αλαφροκόκαλος, πεταρούδος | άδαρτος, αχτύπητος | που δεν επιβαρύνει ~ αάρετος Κάρπαθος, Κύπρος | αβάραστος Ιστορικό Λεξικό 1933, Πόντος | αβάρεγος Αχαΐα, Αρκαδία, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία | αβάριγος Αρκαδία | αβάρετε Τσακώνικα | αβάρετος Germano 1622, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία, Λευκάδα, Λυκία, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Πόντος, Ρόδος, Χίος | αβάριετους Μαγνησία | αβάριτος Κύπρος, Λακωνία, Μάνη | αβάριτους Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Μαγνησία, Μοσχονήσι, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Χαλκιδική | αβάρτος Κυκλάδες | αβάρτους Καρδίτσα, Κοζάνη, Τρίκαλα | άβαρτους Θεσσαλονίκη | ανιβάριτους Ήπειρος ~ θηλυκό: αβάρετη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αάρετο Κάρπαθος | αβάρετο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Σμύρνη ~ επίρρημα: αβάρετα Somavera 1709, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβάρετη

αγγάστρωτη ~ αβάραστη Πόντος | αβάρετη Βλαστός 1931, Πόντος

αβάρετος

ο ήλιος πριν ανατείλει ~ αβάρετος Βλαστός 1931, Αχαΐα

αβαρία η

θαλασσοζημία (λόγιο) | ζημιά | ιταλικό avaria ~ αβαρία Legrand 1882, Hesseling 1903, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Λακωνία, Λακωνία, Λευκάδα, Κεφαλονιά, Μάνη, Νάξος, Παξοί, Πάργα, Σάμος, Σέρρες, Τρίκαλα, Ρόδος, Φθιώτιδα, Φωκίδα

αβαριάτος

ζημιωμένος ~ αβαριάτος Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Άνδρος, Καστελλόριζο

αβαρίζι το

είδος έγγειου φόρου | ιταλικό avarizia ~ αβαρίζι Καστελλόριζο ~ πληθυντικός: αβαρίζια (τα) Μύκονος

άβαρος

ελαφρός | άμυαλος | πλούσιος | λατινικό avarus & ιταλικό avaro ~ άβαρε Τσακώνικα | άβαρος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αθήνα, Αρκαδία, Ιωνία, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία | άβαρους Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλία, Θράκη, Ιωάννινα, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Τρίκαλα, Φθιώτιδα ~ θηλυκό: άβαρη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: άβαρο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αβάς ο

ηγούμενος (λόγιο), γούμενος | λατινικό abbas ~ αβάς Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αββάς Meursius 1614, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Θράκη, Πάρος, Σάμος ~ πληθυντικός: αββάδες Lange 1708

αβασανισιά η

αβασανισιά Somavera 1709, Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα

αβασάνιστος

που δεν βασανίστηκε ~ αβασάνιγος Αχαΐα, Κορινθία | αβασάνιστος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα, Μάνη, Νάξος | αβασάνιστους Θεσσαλία, Σιάτιστα | αβασάντστους Καστοριά ~ θηλυκό: αβασάνιστη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβασάνιστο Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβασάνιστα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβασάνιστα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβασίλευτος

που δεν έχει δύσει (για τον ήλιο ή άλλα αστέρια) ~ αβασίλευτος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Μάνη | αβασίλεφτος Βλαστός 1931 ~ θηλυκό: αβασίλευτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβασίλευτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβασίλευτα Πρωία 1933

αβασκαίνω

ματιάζω ~ αβασκαίνου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Θεσσαλία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Μάνη, Σάμος, Σέρρες, Σκιάθος, Σκόπελος, Τρίκαλα, Τσακώνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική | αβασκαίνω Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θράκη, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λευκάδα, Παξοί | αβασκάνου Ιωάννινα | αβασκάνω Ηλεία, Λακωνία, Μάνη | αβασκιαίνου Σαρακατσάνικα | αμασκαίνου Ιωάννινα | αμπασκαίνω Κύθηρα | απασκαίνω Θεσπρωτία | αποσκαίνου Μάνη | αποσκαίνω Λακωνία, Μάνη | βασκάνω Απουλία | βασκαίνου Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Κοζάνη, Σιάτιστα | βασκαίνω Απουλία, Λευκάδα | μασκαίνου Ιωάννινα, Καρδίτσα | μασκαίνω Κίμωλος, Μεσσηνία | μπασκαίνω Κύθηρα, Νάξος

αβάσκαμα το

μάτιασμα ~ αβάσκα Βοιωτία, Θράκη | αβάσκαμα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Αιτωλοακαρνανία, Ήπειρος, Ζάκυνθος, Θράκη, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Λευκάδα, Παξοί, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική | βάσκα Θράκη | βάσκαμα Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη

αβασκαμός ο

μάτιασμα ~ αβασκαμός Βλαστός 1931, Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα | αβοσκαμός Μάνη | απασκαμός Ήπειρος, Θεσπρωτία, Μάνη | αποσκαμός Μάνη | βασκαμάς Σάμος | βασκαμός Αιτωλοακαρνανία

αβασκαντήρα η

φυλαχτό ή βότανο κατά του ματιάσματος ~ αβασκαντήρα Βλαστός 1931, Αιτωλοακαρνανία, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μαγνησία, Σκόπελος | αβασκατήρα Χαλκιδική | βασκαντήρα Λευκάδα, Χαλκιδική ~ ουδέτερο: αβασκαντίρ Φθιώτιδα | αβασκαντούρι Ηλεία

αβασκαντία η

ευχή του παπά κατά του ματιάσματος ~ αβασκαντία Ιστορικό Λεξικό 1933

αβάσκαντος

αμάτιαστος ~ αβάσκαγους Ιωάννινα | αβάσκαντος Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Αχαΐα, Σύρος | αβάσκαντους Ιωάννινα, Καστοριά ~ θηλυκό: αβάσκαντη Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβάσκαντο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβασκαντούρης

αμάτιαστος ~ αβασκαντούρης Μεσσηνία

αβασκουχάρτ του

ευχή κατά του ματιάσματος ~ αβασκουχάρτ Ιωάννινα

αβάσταγας ο

το χώρισμα των χωραφιών, το καβάλι ~ αβάσταγας Ιωάννινα | αβασταός Ρόδος

αβασταγή η

δέμα | υπομονή ~ αβασταγή Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Αιτωλοακαρνανία, Μαγνησία, Σκιάθος | αβασταγιά Μαγνησία | αβασταή Κέρκυρα | βασταγή Σκιάθος | βασταή Κύπρος

αβασταγός ο

υποζύγιο (λόγιο) | γαϊδούρι ~ | αβάσταγος Κέρκυρα | αβασταγός Κύθηρα, Κρήτη | αβάσταος Κύπρος | αβασταός Ρόδος | βασταγός Αρκαδία, Ήπειρος, Θράκη, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Μάνη, Μεσσηνία | βασταός Κάρπαθος, Κάσος, Καστελλόριζο, Λακωνία, Ρόδος, Σκύρος | βαστάος Ρόδος ~ θηλυκό: αβασταούρα (η γαϊδούρα) Ίμβρος | ουδέτερο: αβασταγό Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 | βασταγό ΑΠΘ 1998, Αχαΐα, Αρκαδία, Θράκη, Μεσσηνία, Τσακώνικα

αβασταξιά η

ανυπομονησία (λόγιο) | φούρια ~ αβασταγιά Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κυκλάδες, Κοζάνη | αβασταξιά Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Θράκη, Κυκλάδες, Κωνσταντινούπολη | αβασταξία Somavera 1709 | αβαστιξιά Μακεδονία

αβάσταχτος

αφόρητος (λόγιο) | ανυπόμονος (λόγιο) | ακράτητος (λόγιο) ~ αβάσταγος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Λακωνία, Πόντος | αβάσταγους Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Τρίκαλα | αβάστακτος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κίμωλος | αβάσταος Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Πόντος | αβάστατος Βεντότης 1790 Legrand 1882 | αβάσταχτος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη | αβάσταχτους Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Καστοριά, Κοζάνη | αβάστιχτους Κοζάνη | αναβάσταγος Αρκαδία, Αχαΐα, Λακωνία, Μάνη | ανεβάσταος Μάνη | ανιβάσταγους Αιτωλοακαρνανία | ανιβάσταους Αιτωλοακαρνανία | ανεβάσταος Μάνη ~ θηλυκό: αβάσταγη Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | αβάσταχτη Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβάσταγο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | αβάσταχτο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβάσταγα Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβάστατα Βεντότης 1790 | αβάσταχτα Πρωία 1933, Ακαδημία 2016

άβατε

άκλαυτος | αμοιρολόγητος ~ άβατε Τσακώνικα

άβατος

αδιάβατος, απάτητος ~ άβατε Ιστορικό Λεξικό 1933, Τσακώνικα | άβατος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λακωνία | άβατους Ιωάννινα, Θεσσαλία, Κοζάνη ~ θηλυκό: άβατη Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβατο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβάτευτος

ανόχευτος (λόγιο) ~ αάτευτος Κάρπαθος | αβάτευτε Τσακώνικα | αβάτευτος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ηλεία, Κάλυμνος, Κυκλάδες, Λακωνία, Μάνη, Νάξος, Παξοί | αβάτιφτους Ιωάννινα, Κοζάνη ~ θηλυκό: αάτευτη Κάρπαθος | αβάτευτη Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998~ ουδέτερο: αβάτευτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβάτση η

η ξύλινη σκάφη του αλευρόμυλου ~ αβάτση Κύπρος | αβάτζη Κύπρος ~ ουδέτερο: αβάτσιν Κύπρος

αβατσινάριστος

ανεμβολίαστος (λόγιο) ~ αβατσινάριστος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Παξοί | αβετσινάριστος Νάξος ~ θηλυκό: αβατσινάριστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβατσινάριστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβατσίνιαστος

ανεμβολίαστος (λόγιο) ~ αβατσίνιαστος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κυκλάδες | αβατσίνιαστους Κοζάνη, Λυκία, Σέρρες | αματσίνιαστους Λυκία ~ θηλυκό: αβατσίνιαστη Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβατσίνιαστο Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αβατσίνωτος

αβατσίνωτος (λόγιο) ~ αβατσίνωτος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβατσίνουτος Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα, Φωκίδα ~ θηλυκό: αβατσίνωτη ΑΠΘ 1998 | ουδέτερο: αβατσίνωτο ΑΠΘ 1998

αβαφτισιά η

έλλειψη βαφτίσματος ~ αβαφτισιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Πάρος

αβάφτιστος

που δεν έχει βαφτιστεί ~ αάφτιστος Κάρπαθος | αβάθτιστο Καλαβρία | αβάπτιγος Πόντος | αβάπτιστος Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πόντος | αβάπτιστους Μακεδονία | αβάστιστο Καλαβρία | αβάττιστο Καλαβρία | αβάφκιστε Τσακώνικα | αβάφτιγος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κέρκυρα, Πόντος | αβάφτγους Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Σάμος | αβάφτιος Παξοί | αβάφτιστε Τσακώνικα | αβάφτιστος Somavera 1709, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λακωνία, Μάνη, Πόντος | αβάφτστους Γρεβενά, Καστοριά, Λέσβος, Πιερία, Σιάτιστα | αβάχτιγος Κέρκυρα | αβάχτιστος Κέρκυρα | αγάφτιστος Ρόδος | αγιάφτιστος Σίφνο | αδάφτιστος Καστελλόριζο, Νίσυρος, Σύμη ~ θηλυκό: αβάφτιστη Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αάφτιστο Κάρπαθος | αβάφτιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

άβαφτος

αμπογιάτιστος | αστόμωτος (για σίδερο) ~ άαφος Κάρπαθος | άβαφος Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Εύβοια, Κορινθία, Κρήτη, Μάνη, Νίσυρος, Παξοί, Πόντος | άβαφους Καστοριά, Σιάτιστα | άβαφτε Τσακωνιά | άβαφτος Germano 1622, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κάλυμνος, Μάνη, Νίσυρος, Πόντος, Σύρος | άβαφτους Καστοριά, Λέσβος, Σέρρες | άγαφτος Ρόδος | άδαφος Σύμη ~ θηλυκό: άβαφη Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016| άβαφτη Σκαρλάτος 1835, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβαφο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016| άβαφτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

άβαχτος

αθόρυβος (λόγιο) ~ άβαχτος Ιστορικό Λεξικό 1933 | άβαχτους Καστοριά, Χαλκιδική