Skip to main content

αβδέλλα-αβνταλίζω

 

 

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

αβδέλλα-αβνταλίζω

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 11.11.2016

προσθήκες: 11.7.2017

 αβδέλλα η

τα σκουλήκια Hirudo officinalisHaemopis voraxDistomun hepaticum | ΒΔΕΛΛΑ προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ αβδάα Τσακώνικα | αβδάλλα Τσακώνικα | αβδέα Τσακώνικα | αβδέλα Du Cange 1688, Somavera 1709 | αβδέλλα Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Δελβίνο, Ηλεία, Ιθάκη, Ίμβρος, Ιωάννινα,  Καστελλόριζο, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λέσβος, Μάνη, Μύκονος, Νίσυρος, Πιερία, Πόντος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Τσακώνικα, Φωκίδα | αβδέλτα Αστυπάλαια | αβδέντα Καλαβρία | αβδέουα Τσακώνικα | αβιδέλλα Νάξος | αβιδέουα Νάξος | αβντέλλα Καππαδοκία, Κάρπαθος, Κύπρος, Κως | αβντέλλντα Ρόδος | αβντέλτα Αστυπάλαια | αβντέντα Καλαβρία | αβτέλλα Κύπρος, Λυκία | αδέλλα Χίος | αντέντα Απουλία, Καλαβρία | αρντέντα Καλαβρία | αφντέντα Καλαβρία | αφτέλλντα Ρόδος | βδέα Τσακώνικα | βδέλα Somavera 1709 | βδέλλα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Αρκαδία, Ήπειρος, Μεσσηνία, Πόντος, Σέριφος, Σύμη, Τσακώνικα, Χίος | βιδέλλα Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Παξοί, Σύρος | βντέλλα Κάλυμνος, Κως, Λέρος | βντέντα Καλαβρία | βτέλλα Κύπρος | εβδέλλα Πόντος | εφτέλλα Χάλκη | ιβδέλλα Μελένικο | οβδέλλα Καππαδοκία | φτέλλα Κως

αβδελλάδικο το

μαγαζί που πουλούσαν βδέλλες ~ αβδελλάδικο Σύρος | αβδελλάδικον Legrand 1882

αβδελλάς ο

που πουλούσε βδέλλες ~ αβδελλάς Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1933, Σύρος | αβδιλλάς Πιερία, Σάμος | αβντελλάς Κως

αβδέλλι το

αβδέλλα | μεντεσές, κλάπα ~ αβδέλλ Αιτωλοακαρνανία | αβδέλλι Κεφαλονιά | αβιδέλλι Νάξος | βιδέλλι Παξοί

αβδελλιάζω

έχω βδέλλες | χλαπακιάζω ή κλαπακιάζω (έχω διστομίαση, κλαπάτσα ή χλαπάτσα) ~ αβδελλιάζου Τσακώνικα | αβδελλιάζω Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία | αβδιλλιάζου Ιωάννινα | βδελλιάζω Αρκαδία, Πόντος, Σέριφος | βδιλλιάζου Ιωάννινα | βιδελλιάζω Κέρκυρα, Παξοί | εβδελλιάζω Πόντος ~ αβδιλλιάζουμι Σαρακατσάνικα

αβδελλιάρης

άρρωστος από διστομίαση (λόγιο), γκλαπάτσα ή κλαπάτσα ή χλαπάτσα | αρρωστιάρης ~ αβδελλιάρη Τσακώνικα | αβδελλιάρης Κρήτη | αβδιλλιάρς Αιτωλοακαρνανία

αβδέλλιασμα το

διστομίαση (λόγιο), κλαπάτσα ή χλαπάτσα | το ρούφηγμα του αίματος από τις βδέλλες ~ αβδέλλιασμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Αχαΐα, Ιωάννινα, Θράκη, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κρήτη, Παξοί, Σαρακατσάνικα | βιδέλλιασμα Κέρκυρα | εβδέλλαγμαν Πόντος | εβδέλλασμαν Πόντος

αβδελλίστρα η

το σημάδι από το ρούφηγμα της βδέλλας ~ αβδελλίστρα Δαρδανέλια | αβδιλλίστρα Θράκη | βδιλλίστα Θράκη, Μαγνησία

αβδελλίτσα η

 παιδικό παιχνίδι, λέγεται και βαρελάκια ή μακροπόταμος ή σκαμνάκια ~ αβδιλλίτσα Άρτα, Ιωάννινα | αρδιλλίτσα Ιωάννινα

αβδελλοκόκαλο το

το φανταστικό κόκαλο της βδέλλας ~ αβδελλοκάκαλο Δημητράκος 1933, Αργολίδα | αβδιλλουκόκαλου Ίμβρος

αβδελλολίμνη η

λίμνη με βδέλλες ~ αβδελολίμνη Κως

αβδελλόνερο το

βουρκόνερο με βδέλλες ~ αβδελλόνερο Κρήτη

αβδελλότοπος ο

τόπος με νερά γεμάτα βδέλλες ~ αβδελλότοπος Αχαΐα, Κεφαλονιά | αβτελλότοπος Κύπρος

αβδελλούδα η

μικρή βδέλλα ~ αβτελλούδα Κύπρος

αβδελλοχόρταρο το

Ranunculus species (φυτά), αφορδακίδα, βέλιουρας, κλαπατσούρα, κλαπατσόχορτο, νεράγκουλα, ρόγκολο, τσουμέρκα ~ αβδελλοχόρταρο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κεφαλονιά

αβδελλόχορτο το

το φυτό Verbascum undulatum ~ αβδελλόχορτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κεφαλονιά, Κύθνος

αβδέλλωμα το

ένωση σπασμένων κομματιών χρησιμοποιώντας ελάσματα σιδήρου ~ αβδέλλωμα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβδέλλουμα Θράκη, Ιωάννινα

αβδελλώνω

αβδελλιάζω (χλαπακιάζω ή κλαπακιάζω) | συναρμόζω, με ελάσματα σιδήρου, σπασμένα κομμάτια ~ αβδελλώνω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κέρκυρα | αβδιλλώνου Ιωάννινα, Θράκη | αβδελλώνομαι Κάρπαθος

αβδίζω

εμποδίζω ~ αβδίζω Κύθηρα

αβδόμι το

το φαΐ που έχει πολύ αλάτι | έτσι λέγανε παλιά τον ταραμά | λατινικό abdomen (αλατισμένα εντόσθια) ~ αβδόμι Λακωνία

αβέλαγος

που δεν βελάζει (για πρόβατο) ~ αβέλαγος Αρκαδία

αβελενάρω

φαρμακώνω | ιταλικό avvelenare ~ αβελενάρω Ζάκυνθος

αβελίδος

αφηρημένος (λόγιο) | ζαλισμένος | εξαντλημένος (λόγιο) | ιταλικό avvilito ~ αββελίδος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβελίδος Ζάκυνθος, Κεφαλονιά | αβλίδος Κεφαλονιά

αβελιμέντο το

στεναχώρια | ανυπομονησία (λόγιο) | ιταλικό avvelimento ~ αβελιμέντο Κύθηρα

αβελίρισμα

αφηρημάδα | αποθάρρυνση (λόγιο) ~ αββελίρισμα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβελίρισμα Ζάκυνθος

αβελίρω

αποθαρρύνω (λόγιο) | ξεφτιλίζω παραζαλίζω | ιταλικό avvilire & βενετσιάνικο avilìr ~ αββελίρω  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβελίρω Ζάκυνθος

αβελόνιαστος

που δεν έχει περαστεί στην τρύπα της βελόνας (κλωστή) | που δε βελονιάστηκε ~ αβελόναστος Πόντος | αβελονέαστος Πόντος | αβελονίαστος Πόντος | αβελόνιαστος Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Κυκλάδες, Μάνη | αβελόνιστος Δημητράκος 1933, Κρήτη | αβιλόνιαγους Αιτωλοακαρνανία | αβολόναστος Πόντος | αμπελόνιαστος Κεφαλονιά, Κρήτη, Πάρος | αμπιλόνιαστους Ίμβρος | αμπολόνιαστος Σύμη ~ θηλυκό: αβελόνιαστη Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 | αβελόνιστη Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβελόνιστο Δημητράκος 1933 | αβελόνιαστο Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

άβελος ο

ο θάμνος Medicago arborea, τριφυλλόκλαδο ~ άβελος Κάρπαθος

αβέλουρας

το κοτσάνι του φρέσκου κρεμμυδιού ~ αβελούρ Πάρος | αβέλουρας Πάρος | αβίλουρας Πάρος | βίλιουρας Πάρος | βίλουρας Πάρος | λούρος Πάρος

αβεντάριο

βενετσιάνικο aventario | λίστα, κατάστιχο | προικοσύμφωνο (λόγιο) ~ αβαντάριο Πάρος | αβαντίριο Άνδρος | βεντάριο Κεφαλονιά, Παξοί | ινβεντάριο Κέρκυρα, Κρήτη, Νάξος, Σύρος, Σίφνος, Σίκινος

αβεντάρω

υποστηρίζω (λόγιο) ~ αβεντάρω Κεφαλονιά

αβεντόρα

γυναίκα που ζει με τα λεφτά του παράνομου γκόμενου, μαντενούτα, μορόζα ~ αβεντόρα Λευκάδα

αβεντόρος

πελάτης, αγοραστής | τρακαδόρος, τσαμπατζής | ιταλικό avventore & βενετσιάνικο aventór ~ αββεντώρος  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβεντόρος Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λευκάδα, Παξοί

αβεντούρα

πάθημα | συμφορά | ιταλικό avventura ~ αβεντούρα Κύπρος

αβέργωτος

που δε στηρίζεται με βέργα | εύκαμπτος (λόγιο) ~ αβέργωτος Κεφαλονιά, Μέγαρα | αβέργουτους Χαλκιδική

αβερνίκωτος

αγυάλιστος | αντίθετο: βερνικωμένος ~ αβερνίκωτος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβερνίκωτη Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβερνίκωτο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αβέρου

κατέχω (λόγιο) ~ αβέρου Ιωάννινα

αβεροδαχτύλιδο το

βέρα ~ αβεροδαχτύλιδο Ζάκυνθος

αβερσάριος

εχθρός (λόγιο), οχτρός | ιταλικό avversario ~ αβερσάριος Ζάκυνθος, Μύκονος

αβέρτα

ελεύθερα | ολάνοιχτα | ανεμπόδιστα | ιταλικά averto ~ αβέρτα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Ίμβρος, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κύθηρα, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μεσσηνία, Μήλος,  Μοσχονήσι, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Πιερία, Σάμος, Σιάτιστα, Τσακώνικα, Φωκίδα, Χαλκιδική

αβερταρία η

ελευθερία | ευρυχωρία (λόγιο) ~ αβερτερία Μάνη | αβιρταρία Αιτωλοακαρνανία

αβέρτικος

απλόχερος |ελεύθερος ~ αβέρτικος Αρκαδία, Μάνη, Ηλεία

αβερτίρω

αναγγέλω (λόγιο), ειδοποιώ (λόγιο) | ιταλικό avvertire, βενετσιάνικο avertìr ~ αββερτίρω  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβερτίρω Κεφαλονιά, Κύθηρα

αβέρτος

 ανοιχτός | ευρύχωρος (λόγιο) | ελεύθερος | βενετσιάνικο avèrto ~ αβέρσους Ίμβρος | αβέρτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933,  Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Κάρπαθος, Παξοί | αβέρτους Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ίμβρος, Λέσβος, Μαγνησία, Πιερία, Σαμοθράκη, Φωκίδα ~ θηλυκό: αβέρτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβέρτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933,  Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος | αβέρτου Σκόπελος

αβερτοσιά η

 ελευθερία | άπλα ~ αβερτοσιά Κεφαλονιά

αβερτοσύνη

ελευθερία | χουβαρνταλίκι ~ αβερτοσύνη Αρκαδία, Ηλεία, Θήρα, Μάνη, Μεσσηνία | αβιρτουσύν Αιτωλοακαρνανία

αβζίντου

διψώ | ουρλιάζω ~ αβζίντου Τσακώνικα

αβί το

η αλφαβήτα ~ αβί Μέγαρα

άβι το

κυνήγι | τούρκικο av | θήραμα (λόγιο) ~ αβ  Κουκίδης 1960, Ήπειρος, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Λέσβος, Πόντος, Σάμος, Σέρρες | άβι Κουκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Άνδρος, Αστυπάλαια, Εύβοια, Καππαδοκία, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη, Κως, Νίσυρος, Κωνσταντινούπολη, Νάξος, Νίσυρος, Πόντος, Ρόδος, Σύμη, Χίος | άβιν Κάρπαθος, Λυκία, Νίσυρος

αβία

εμπρός | ιταλικό avviare ~ αββία  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβία Κάρπαθος, Καστελλόριζο

άβια η

 στέρφα, στείρα (λόγιο) ~ αβγκιά Κάρπαθος | άβια Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709, Legrand 1882 | άβια Ίμβρος, Ρόδος | αβιά Κάρπαθος | άβγια Χίος | άβρια Κρήτη ~ άβιοι (: άτεκνοι) Du Cange 1688

αβιασιά η

τεμπελιά ~ αβιασιά Κεφαλονιά

άβιαστα

δίχως ζοριλίκι | δίχως βιασύνη ~ άβιαστα Somavera 1709, Δημητράκος 1933 | αβίαστα Θράκη, Πάρος

άβιαστος

αβίαστος | ελεύθερος | που δε βιάζεται ~ άβιαστος Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Μάνη, Παξοί | αβίαστος Πόντος ~ θηλυκό: άβιαστη Somavera 1709, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: άβιαστο Δημητράκος 1933

άβιβλος

αγράμματος ~ άβιβλος Ηπίτης 1908, Λακωνία | άβιβλους Ήπειρος

αβίγλιστος

για τόπο που δεν είχε βίγλα (παρατηρητήριο) για προστασία ~ αβίγλιστος Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβίγλιστη Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβίγλιστο Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998

αβίδωτος

που δεν είναι βιδωμένος ~ αβίδωτος Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβίδωτη Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβίδωτο Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998

αβιζαδόρος ο

ντελάλης | αγγελιοφόρος (λόγιο) | ιταλικό avvisatore ~ αββιζαδώρος  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζαδόρος Ζάκυνθος

αβιζάδος

ειδοποιημένος (λόγιο) | βενετσιάνικο avizado ~ αβιζάδος Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Παξοί

αβιζαμέντο το

προσταγή | χαμπέρι | ιταλικό avvisamento ~ αββιζαμέντο  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζαμέντο Κρήτη, Νάξος | βιζαμέντο Σίφνος

αβιζάριση

συμβουλή (λόγιο) ~ αββιζάρισι η  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζάριση Νάξος

αβιζάρισμα το

ειδοποίηση (λόγιο) ~ αββιζάρισμα  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζάρισμα Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Νάξος, Παξοί

αβιζαρισμός ο

συμβουλή (λόγιο) ~ αββιζαρισμός  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζαρισμός Νάξος

αβιζαριστής ο

συμβουλάτορας (λόγιο) ~ αββιζαριστής  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζαριστής Νάξος ~ θηλυκό: αβιζαρίστρα Νάξος ~ υποκοριστικό ουδέτερο: αβιζαριτράκι Νάξος

αβιζάριστος

που δεν ακούει συμβουλές ~ αββιζάριστος | αβιζάριστος Νάξος

αβιζάρω

ειδοποιώ (λόγιο) | παραγγέλω (λόγιο) | συμβουλεύω (λόγιο) | ιταλικό avvisare & βενετσιάνικο avixàr ~ αβεζάρω Λευκάδα | αββιζάρω  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβιζάρω Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Μύκονος, Νάξος, Παξοί, Σύρος | αβιζέρνω Κρήτη, Νάξος | αβιτζέρνω Κρήτη | βιζάρω Κίμωλος | βιζέρνω Κρήτη

αβιζιάζω

αβιζάρω ~ αβιζιάζω Κύπρος

αβίζο το

χαμπέρι, ειδοποίηση (λόγιο) | ιταλικό avviso & βενετσιάνικο avìxo ~ αββίζο  Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβίζο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κυκλάδες, Μεσσηνία, Μύκονος, Παξοί, Πάρος | αβίζον Κύπρος | αβίς Κύπρος | αβίζου Σάμος | βίζου Λέσβος

αβίζω

ειδοποιώ (λόγιο) ~ αβίζω Κρήτη

αβικάρης ο

εφημέριος | βενετσιάνικο avicario ~ αβικάρης Κύπρος

άβιος

στείρος | που δεν έχει παιδιά | που ζει μόνος του, μακριά από τους ανθρώπους ~ αβγκιός Κάρπαθος | άβζος Κάλυμνος | άβιος Ικαρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κρήτη, Ρόδος, Χίος | αβιός Ηπίτης 1908, Κάρπαθος | άβριος Κρήτη

αβιστίριχτος

που δεν τον πιάνει κακός δαίμονας ~ αβιστίριχτος Κρήτη

αβιτζιάλης ο

οφφιτζιάλης, αξιωματούχος (λόγιο) | λατινκό officialis ~ αβιτζιάλης Κύπρος

άβλαβα

άβλαφτα | δίχως ζημιά ~ άβλαβα Βλάχος 1659, Legrand 1882, Πρωία 1933, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Θράκη, Κρήτη, Πάρος, Πόντος | άβλαφτα Πάρος 

άβλαβος

που δεν κάνει ζημιά | που δεν παθαίνει ζημιά | γερός | άκακος ~ άβλαβο Τσακώνικα | άβλαβος Germano 1622, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933,  Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη, Μάνη, Μέγαρα, Πόντος | άβλαγους Λέσβος | άβλαος Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Σύμη | άβλαφθος Lange 1708 | άβλαφος Λακωνία, Μάνη | άβλαφτε Τσακώνικα | άβλαφτος Portius 1635, Du Cange 1688, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Μέγαρα, Νάξος, Πόντος | άβλαφτους Πιερία ~ θηλυκό: άβλαβη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | άβλαφτη Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβλαβο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | άβλαφτο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβλαγάς ο

χωράφι που είναι κοντά στο σπίτι | αλάνα της γειτονιάς | τούρκικο avlağa ~ αβλαγάς Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Πιερία, Σιάτιστα

αβλάεμαν το

κυνήγι | τούρκικο avlama ~ αβλάεμαν Πόντος

αβλαεύω

κυνηγώ | τούρκικο avlamak ~ αβλαεύω Πόντος

αβλαμάς ο

κυνήγι | καρτέρι | τούρκικο avlama ~ αβλαμάς Καστελλόριζο

αβλαμπατζούδ του

ράφι ~   αβλαμπατζούδ Σουφλί

αβλαντίνα η

φάρα | σόι ~  αβλαντίνα Σουφλί

αβλαντίζω

κυνηγώ | σκοπεύω (λόγιο), σημαδεύω | πετυχαίνω | από το τούρκικο avlandım, αόριστος του avlamak ~ αβλαντιάζου Αϊβαλί, Μοσχονήσι | αβλαντίζζω Χίος | αβλαντίζω  Κουκίδης 1960, Κάρπαθος, Τήνος | αβλαντίζου Θάσος, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ίμβρος, Κυδωνίες, Λέσβος, Λήμνος, Σάμος, Σαμοθράκη, Σουφλί | αβλαντώ Ήπειρος, Ίμβρος | αβλατίζω Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Πόντος | βλαντίζω Κάλυμνος | βλαντώ Θεσσαλονίκη | βλατίζζω Σύμη | βλατίζω Κως, Νίσυρος, Τήλος

αβλάντισμα το

στήνω καραούλι με επιτυχία ~ αβλάντσμα Λήμνος | βλάτισμα Σύμη

αβλαστάρωτος

αβλάστητος ~ αβλαστάρωτος Δημητράκος 1933 | αβλαστάρουτους Κοζάνη ~ θηλυκό: αβλαστάρωτη Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβλαστάρωτο Δημητράκος 1933

αβλαστήμητος

που δε βρίστηκε ποτέ | ο καλός κι αγαθός άνθρωπος ~ αβλαστήματος Πόντος | αβλαστήμετος Πόντος | αβλαστήμηστος Κρήτη | αβλαστήμηστους Μακεδονία | αβλαστήμητος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Κεφαλονιά, Μεσσηνία, Παξοί, Πόντος | αβλαστήμηχτος Παξοί | αβλαστήμτους Ιωάννινα ~ θηλυκό: αβλαστήμητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβλαστήμητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβλαστήμητα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβλάστημος

που δε βρίζει τα θεία ~ αβλάστημος Πόντος

αβλάστητος

που δε βλασταίνει | που δεν έχει παιδιά ~ αβλάστητος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβλάστωτος Μέγαρα ~ θηλυκό: αβλάστητη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβλάστητο Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβλαστολόγητος

που δε βλαστολογήθηκε ~ αβλαστολόγιστος Λακωνία | αβλαστολόγιστους Ήπειρος | αβλαστολόγητος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Κόρινθος | αβλαστολόιστος Λακωνία | αβλαστολόητους Ιωάννινα, Χαλκιδική | αβλοστολόιγους Αιτωλοακαρνανία ~ θηλυκό: αβλαστολόγητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 | ουδέτερο: αβλοστολόγητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

άβλαστος

αβλάστητος ~ άβλαστος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Λακωνία ~ θηλυκό: άβλαστη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: άβλαστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβλατίζω

ξελογιάζω | λοξοκοιτώ ~ αβλατίζου Σαρακατσάνικα | αβλατίζω Κύπρος

αβλάτισμα

ξελόγιασμα | λοξο κοίταγμα ~ αβλάτισμα Κύπρος

αβλατιστά

προσεκτικά ~ αβλατιστά Κάρπαθος

αβλάτιστα

απρόσεκτα ~ αβλάτιστα Κάρπαθος

αβλατώ

ξελογιάζω ~ αβλατώ Κύπρος

αβλέμονας ο

πολύ βαθειά θάλασσα | θαλασσόπατο | απάγκιο αγκυροβόλι | βαθύ αυλάκι | το μέρος που ενώνονται δυο πλαγιές | αχόρταγος, φαταούλας ~ αβλέμονας Legrand 1882, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κρήτη, Μάνη | αβλέμουνας Αιτωλοακαρνανία, Ήπειρος, Σάμος

αβλεμόνι το

πολύ βαθειά θάλασσα | μέρος που δε φαίνεται από την καταχνιά | καιρός ανταριασμένος ~ αβλεμόνι Legrand 1882, Βλαστός 1931, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Παξοί | αβλιμόν Ήπειρος

άβλεπος

αθέατος (λόγιο) | τυφλός ~ άβλεπος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Κεφαλονιά, Παξοί ~ θηλυκό: άβλεπη Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: άβλεπο Δημητράκος 1933

αβλεψιά η

αβλεψία | αστοχασιά ~ αβλεψιά Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβλεψία Μέγαρα

αβλόγητος

που δε έχει ευλογηθεί από τον παπά | αστεφάνωτος ~ αβλόγητε Τσακώνικα | αβλόγητος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Εύβοια, Λακωνία | αβλόγτους Θράκη, Μακεδονία | αβλόητος Άνδρος, Θήρα, Κρήτη, Κως, Λακωνία, Μάνη, Παξοί, Πάρος, Ρόδος | αβλόητους Σάμος, Χαλκιδική | ανευλόγετος Πόντος | ανευλόετος Πόντος | ανευλόητος Κύπρος, Πόντος | ανευλόγητος Δημητράκος 1933 ~ θηλυκό: αβλόγητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβλόγητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβλόγητα Πρωία 1933

αβλόγιαστος

που δεν έχει αρρωστήσει από ευλογιά ~ αβλόγιαστους Μακεδονία

αβλύζου

αναβλύζου (για νερό) ~ αβλύζου Τσακώνικα

αβντάλης

κουτός, χαζός | τούρκικο abdal & aptal ~ αβντάλης Πωγώνι | αβντάλς Θεσσαλονίκη, Πιερία | άβνταλους Χαλκιδική

αβνταλιά η

αποχαύνωση (λόγιο) | τούρκικο aptallık ~ αβνταλιά Κόνιτσα

αβνταλίζω

αποχαυνώνομαι (λόγιο) | τούρκικο aptallaşmak ~ αβνταλίζω Κόνιτσα