Skip to main content

αβγά-αβγωτός

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

αβγά-αβγωτός

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 8.11.2016

προσθήκες: 12.6.2017

 

αβγά τα

τα αρχίδια ~ αβγά Κύθηρα, Πελοπόννησος, Σύρος

αβγάδ του

η μυρουδιά του αβγού ~ αβγάδ Ίμβρος

αβγάζομαι

θυμώνω ~ αβγάζομαι Κρήτη

αβγακότης ο

αβγουλάς ~ αβγοκότης Κέρκυρα

αβγαλεσά η

το γρήγορο άλεσμα στο μύλο (όταν δεν έχει πολύ δουλειά) ~ αβγαλεσά Ιστορικό Λεξικό 1933, Κρήτη | αβγαλεσιά Ρόδος | αβγαλεσία Ρόδος | αβγιαλεσά Κρήτη

άβγαλτος

που δεν βγήκε | αταξίδευτος | άπειρος (λόγιο) ~ άβγαλτε Τσακώνικα | άβγαλτος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Ηλεία, Πόντος | άβγαλτους Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσσαλία, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Κυδωνίες, Σέρρες, Σιάτιστα, Τρίκαλα | άβγαρτος Ζάκυνθος, Κρήτη, Μάνη, Χίος | άβγατος Δελβίνο | άγβαλτος Πόντος | ανέβγαλτος Άνδρος, Αχαΐα, Μεσσηνία, Πόντος, Προποντίδα, Σύρος | ανέβγαλτους Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Φωκίδα | ανέβκαρτος Κύπρος | ανίβγαλτους Κυδωνίες | αύγαλτος Somavera 1709, Βεντότης 1790 | Legrand 1882 ~ θηλυκό: άβγαλτη Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Επτάνησα | άβγατη Δελβίνο | ~ ουδέτερο: άβγαλτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | άβγατο Δελβίνο

άβγαρα

μάταια (λόγιο) ~ άβγαρα Τσακώνικα

αβγαρή η

ο καρπός της αβγαριάς ~ αβγαρή Ιστορικό Λεξικό 1933, Θράκη

αβγαριά ή αυγαριά η

το δέντρο Sorbus domestica (αγριοκυδωνιά), ούβο, σκαρουχιά, σουρβιά ~ αβγαρέα Ιστορικό Λεξικό 1933, Εύβοια | αβγαριά Βόρεια Εύβοια | αυγαριά Ηπίτης, 1908, Πρωία 1933

αβγαρίνα η

το φυτό Mandragoras officinarum, μανδραγόρας (λόγιο) ~ αβγαρίνα Ιστορικό Λεξικό 1933, Σύμη

άβγαρος ο

αρρώστια (κακή πληγή στο στόμα) ~ άβγαρος Άνδρος

άβγαστος

που δε βγαίνει από το σπίτι του ~ άβγαστος Ιστορικό Λεξικό 1933, Θράκη | ανέβγαστους Λέσβος | ανίβγαστους Λέσβος

αβγάτα η

αύξηση (λόγιο) | πλήθεμα | πλούτος ~ αβγάτα Ιστορικό Λεξικό 1933, Βλαστός 1931, Αθήνα, Αιτωλοακαρνανία, Τρίκαλα

αβγαταίνω 

πληθύνομαι (λόγιο) | αυξάνω (λόγιο) | προοδεύω (λόγιο) ~ αβγαταίνου Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλία, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Θράκη, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα, Φωκίδα | αβγαταίνω Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα, Μέγαρα, Μύκονος, Παξοί | αβγατένω Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγατίννου Λυκία | βγαταίνω Μάνη | βγατινέσκω Μάνη

αβγατερός

αυξανόμενος (λόγιο) ~ αβγατερός Ιστορικό Λεξικό 1933, Αχαΐα, Κεφαλονιά, Μάνη

αβγατίδι το

τσόντα σε ρούχο ~ αβγατίδι Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα, Αχαΐα, Κορινθία | αβγατίδ Ευρυτανία, Θράκη | αβγατούδι Αθήνα

αβγατίζω

αυξάνω (λόγιο) | προοδεύω (λόγιο) | λατινικό augeo ~ αβγακίχου Τσακώνικα | αβγαντίζου Σουφλί | αβγατίζζω Νίσυρος | αβγατίζου Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Λέσβος, Μαγνησία, Μάνη, Μοσχονήσι, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σουφλί, Τρίκαλα, Φωκίδα, Χαλκιδική | αβγατίζω Βάλληνδας 1887, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κορσική, Κρήτη, Κύθνος, Κύπρος, Λακωνία, Λευκάδα, Μύκονος, Πάργα, Πόντος, Τσακώνικα, Χίος | αβγατσίζου Σιάτιστα | αβγκατίντζω Κάρπαθος | αυγατίζω Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης, 1908, Ακαδημία 2016 | αφκατίζω Κύπρος | αφκατίντζω Αστυπάλαια | βγαρτίζω Κρήτη | βγατίζω Βάλληνδας 1887, Θήρα, Κρήτη, Κύθνος, Λακωνία, Νάξος, Προποντίδα, Τήλος, Χίος | βγατίζζω Νίσυρος, Σύμη | βγιατίζω Ρόδος | βγκατίτζω Κάρπαθος | βκατίζω Κύπρος | εβγατίζω Κύπρος, Χίος

αβγάτιση η

αύξηση (λόγιο) ~ αβγάκιση Τσακωνιά | αβγάτιση Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Αθήνα, Θράκη, Κύθνος, Λευκάδα, Τσακώνικα | αβγάτισι η Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγάτς Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Καρδίτσα | εβγάτιση Μύκονος ~ ουδέτερο: αβγάτωμα Θράκη

αβγατισιά η

προσθήκη (λόγιο) | πλημμύρα ποταμού ~ αβγατισιά Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Αιτωλοακαρνανία

αβγατισιάρικος

αυξανόμενος (λόγιο) ~ αβγατισιάρικος Ζάκυνθος | βγατισιάρης Μάνη

αβγάτισμα το

αύξηση (λόγιο) | πλήθεμα ~ αβγάκισμα Τσακωνιά | αβγάτισμα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Κρήτη, Λευκάδα, Παξοί, Τσακώνικα | αβγάτμα Θράκη | αβγάτσμα Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Σέρρες, Σιάτιστα | αυγάτισμα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης, 1908, Ακαδημία 2016

αβγατισμένος

αυξημένος (λόγιο) ~ αβγατισμένος Μύκονος | αβγατσμένους Αιτωλοακαρνανία

αβγατιστερός

αυξανόμενος (λόγιο) ~ αβγατιστερός Ιστορικό Λεξικό 1933, Κεφαλονιά | βγατιστερός Θήρα

αβγατιστής ο

παιδικό παιχνίδι | άλμα τριπλούν (λόγιο) ~ αβγατιστής Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Εύβοια, Άρτα Ιωάννινα, Μέγαρα, Σάμος | αβγατστής Αιτωλοακαρνανία, Σάμος | αυγατιστής Ηπίτης 1908 | θηλυκό: αβγατιστή Βλαστός 1931, Πρωία 1933

αβγατιστός 

πρόσθετος (λόγιο) ~ αβγατιστός Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Αρκαδία, Αχαΐα, Μεσσηνία ~ θηλυκό: αβγατιστή Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβγατιστό Δημητράκος 1933

αβγάτιστος

που δεν αβγατίζει ~ αβγάτιστος Ιστορικό Λεξικό 1933, Θήρα

αβγάτος

γεμάτος με αβγά (για ψάρια) | που έχει μεγάλα αρχίδια ~ αβγάτος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Αχαΐα, Άρτα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Πάρος | αυγάτος Du Cange 1688 ~ θηλυκό: αβγάτη Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβγάτο Δημητράκος 1933

αβγάτος ο

αύξηση (λόγιο) ~ αβγάτος Θεσπρωτία | αβγάτους Σαρακατσάνικα ~ ουδέτερο: αβγάτο (το) Δελβίνο

αβγατώ 

πληθαίνω | αυξάνω (λόγιο) | προοδεύω (λόγιο) ~ αβγατάου Άρτα, Ηλεία, Μεσσηνία, Ιωάννινα, Θεσσαλία, Καρδίτσα, Καστοριά, Μεσσηνία | αβγατάω Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Αρκαδία, Αχαΐα, Δελβίνο, Κάρυστος, Κέρκυρα, Κορινθία, Λακωνία, Πάργα | αβγατώ Βλαστός 1931, Ανατολική Ρουμελία, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λακωνία | αυγατώ Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | αφγατάου Θεσσαλία | βγατάω Λακωνία

αβγελοπουλιά η

το φυτό Matthiola incana, βιόλα, βιολέτα, μαντιτιά, φραγκοκόκορας, χερνιά ~ αβγελοπουλιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Θήρα | αγγελοπουλιά Ανάφη

αβγελόπουλο το

το λουλούδι της αβγελοπουλιάς, κίτρινη βιολέτα, κίτρινη χερνιά, κουνούκλα, μανιτιά ~ αβγελόπουλο Ιστορικό Λεξικό 1933, Θήρα | αγγελόπουλο Ανάφη

αβγίλα ή αυγίλα

η μυρουδιά ή η γεύση του αβγού ~ αβγίλα Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Λευκάδα | αβγίλια Παξοί | αυγίλα ΑΠΘ 1998

αβγίτα η

είδος φαγώσιμου μανιταριού ~ αβγίτα Πιερία ~ ουδέτερο: αβγίτ Πιερία

αβγό ή αυγό το

Swadesh List: 67, egg | Buck List: 4.48, egg ~ αβγιό Ρόδος | αβγκό Απουλία Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Χίος | αβγκόν Κάρπαθος | αβγό Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Αδριανούπολη, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Αίνος, Άνδρος, Αρκαδία, Αρτάκη, Αυλωνάρι, Αχαΐα, Βιθυνία, Βουρλά, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ημαθία, Θάσος, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Καστοριά, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κυδωνία, Κύζικος, Κύμη, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Μαγνησία, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος, Νάξος, Ρόδος, Σάμος, Σαράντα Εκκλησιές, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκύρος, Σύμη, Τήλος, Τσακώνικα, Τσεσμές, Χιλή, Χίος | αβγόν Du Cange 1688, Κάρπαθος, Κάσος, Λυκία, Φιλιππούπολη | αβγού Τσακώνικα | αβιγό Τσακώνικα | αβκό Ασυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη | αβκόν Legrand 1882, Κύπρος | αβό Καππαδοκία | αβουγό Τσακώνικα | αγκβό Απουλία | αγκουό Καλαβρία | αγκουού Καλαβρία | αυγό Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Σκαρλάτος 1835, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αυγόν Germano 1622, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | αφκό Αστυπάλαια, Κως, Ρόδος | αφκόν Κύπρος, Ρόδος | βγο Καππαδοκία | βο Καππαδοκία | εβγό Καππαδοκία, Πόντος | οβγό Καππαδοκία, Πόντος | οβγόν Πόντος | οβό Καππαδοκία | οβόν Καππαδοκία, Πόντος | ουό Απουλία ~ υποκοριστικό: αβγάκ Βόρεια Εύβοια | αβγουλάκι Κριαράς 1995 | αβγούλι Κριαράς 1995 | αβγουλίτσι Ερεικούσσα, Κέρκυρα, Οθωνοί, Παξοί αυγουλάκι ΑΠΘ 1998 ~ μεγεθυντικό: αβγούλα Βλαστός 1931, Κριαράς 1995 | αβγουλάρα Κριαράς 1995 | αυγουλάρα ΑΠΘ 1998

αβγόγαλα ή αυγόγαλα το

χτυπημένο αβγό με ζεστό γάλα και ζάχαρη ~ αβγόγαλα Ιστορικό Λεξικό 1933, Κυκλάδες ~ θηλυκό: αβγογαλιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Αμοργός, Θήρα, Πάρος

αβγογεννώ ή αυγογεννώ

γεννώ αβγά ~ αβγογεννώ Βλαστός 1931

αβγοζήμιωτος ή αυγοζήμιωτος

τσιγκούνης ~ αβγοζήμιωτος Ιστορικό Λεξικό 1933, Κάρπαθος | αβγοζήμωτος Κάρπαθος

αβγοζούμι ή αυγοζούμι το

αβγολέμονο ~ αβγοζούμ Πρέβεζα | αβγοζούμι Ιστορικό Λεξικό 1933, Αχαΐα | αβγόζουμο Κεφαλονιά

αβγοζύγης ή αυγοζύγης ο

τσιγκούνης ~ αβγοζύγης Ιστορικό Λεξικό 1933, Αρκαδία, Ηλεία

αβγοζυγίζω ή αυγοζυγίζω

κλέβω στο ζύγισμα ~ αβγοζυγίζω Ιστορικό Λεξικό 1933, Αρκαδία

αβγοζύγισμα ή αυγοζύγισμα το

τσιγγουνιά ~ αβγοζύγισμα Ιστορικό Λεξικό 1933, Αρκαδία

αβγοζυμωμένος ή αυγοζυμωμένος

ζυμωμένος με αβγά ~ αβγοζυμωμένος Ιστορικό Λεξικό 1933, Κάλυμνος

αβγοζύμωτος ή αυγοζήμωτος

ζυμωμένος με αβγά ~ αβγοζύμωτος Κάρπαθος

αβγοθήκη ή αυγοθήκη η

θήκη για τα αβγά | αβγοκάλαθο | η ωοθήκη της κότας ~ αβγκοθήκη Κάρπαθος | αβγκοθούκη Κάρπαθος | αβγοθήκη Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα, Λευκάδα | αυγοθήκη Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβγοκαγιανάς ή αυγοκαγιανάς ο

ομελέτα ~ αβγοκαγιανάς Αρκαδία

αβγοκάλαθο ή αυγοκάλαθο το

καλάθι που βάζουν τα αβγά ~ αβγκοκάλαθον Κάρπαθος | αβγοκάλαθο Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα | αβγουκάλαθο Κύθηρα

αβγοκαλάμαρο ή αυγοκαλάμαρο το

δίπλα, ξεροτήγανο, τηγανίτα ~ αβγοκαλάμαρο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Άνδρος, Ζάκυνθος, Ίος, Ιωνία, Κρήτη, Κύθηρα, Μύκονος, Πάρος, Σίφνος, Σύρος | αυγοκαλάμαρον Ηπίτης 1908| αβγουκαλάμαρου Θράκη, Λέσβος, Σάμος | αβγουκάλαμου Λέσβος

αβγουκατίμαρου του

αβγοκαλάμαρο ~ αβγουκατίμαρου Σάμος

αβγοκεφτές ή αυγοκεφτές ο

κεφτές που έχει μέσα αβγό ~ αβγοκεφτές Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα | αβγουκιφτές Πιερία

αβγοκόβω ή αυγοκόβω

βάζω αβγολέμονο στο φαγητό ~ αβγοκόβγω Κρήτη | αβγοκόβω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Καρδίτσα, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μαγνησία, Σέρρες | αβγουκόβου Θεσσαλία ~ αυγοκόβω ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβγόκοτο ή αυγόκοτο ή

φώλι ~ αβγόκοτο Εύβοια | αβγότοκο Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα, Κύμη

αβγοκουλούρα ή αυγοκουλούρα η

πασχαλινό ψωμί ή τσουρέκι που έχει πάνω του κόκκινο αβγό (ή αβγά) ~ αβγοκούλλα Σύμη | αβγουκλούρα Καρδίτσα | αβγουκούλκα Σιάτιστα | αβγοκουλούρα Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κριαράς 1995 | αβδοκούλλα Ιστορικό Λεξικό 1933, Σύμη ~ ουδέτερο: αβγοκούλικο Θράκη | αβγοκουλλί Ιστορικό Λεξικό 1933, Σύμη | αβδοκουλλί Σύμη ~ υποκοριστικό: αβγοκουλλάκι το Ιστορικό Λεξικό 1933

αβγοκούλουρο ή αυγοκούλουρο το

πασχαλινό κουλούρι με κόκκινο αβγό ~ αβγουκλούρ Καρδίτσα | αβγοκούλουρο Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κρήτη, Παξοί | αβλοκούλουρο Κρήτη ~ πληθυντικός: αβγοκούλουρα Ακαδημία 2016 | αυγοκούλουρα Ακαδημία 2016 |

αβγόκουπα ή αυγόκουπα

αβγότσουφλο ~ αβγόκουππα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγόκουπα Κρήτη

αβγόλαδο ή αυγόλαδο το

αλοιφή από κρόκο αβγού και λάδι, για τα καψίματα ~ αβγόλαδε Τσακώνικα | αβγόλαδο Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα, Αρκαδία, Αχαΐα, Κυκλάδες, Λακωνία | αβγόλαδον Κύπρος | αβγόλαδου Αιτωλοακαρνανία

αβγολέμονο ή αυγολέμονο το

κρόκος αβγού χτυπημένος με χυμό λεμονιού ~ αβγκολέμονο Χίος | αβγολέιμονο Αρκαδία, Ηλεία, Μάνη | αβγολέμονο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | Ζάκυνθος | αβγουλέιμουνου Αιτωλοακαρνανία | αβγουλέμουνου Καρδίτσα | αυγολέμονο ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αυγολέμονον Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | αφκολέμονον Κύπρος

αβγολιά η

φαρδύ αυλάκι ανάμεσα στα χωράφια για να φεύγουν τα νερά της βροχής ~ αβγολιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Κύπρος | αβκολιά Κύπρος | αφκολιά Κύπρος

αβγολίθι ή αυγολίθι του

λιθάρι που μοιάζει με αβγό | πρήξιμο στο λαιμό των ζώων ~ αβγολίθι Ιστορικό Λεξικό 1933, αβγουλίθ Αιτωλοακαρνανία, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα

αβγολόγος ή αυγολόγος ο

γυρολόγος που αγόραζε αβγά | που κλέβει αβγά από τα κοτέτσια | αβγοθήκη ~ αβγολόγος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Αχαΐα, Κέρκυρα, Λευκάδα | αβγουλόγους Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Μαγνησία | αβγουλόους Αιτωλοακαρνανία

αβγολογώ ή αυγολογώ

αγοράζω αβγά για εμπόριο | βάζω δάχτυλο στην κότα για να δω αν έχει αβγό | προσφωλώ | κακαρίζω | παντρολογώ | γκομενίζω ~ αβγκολοώ Κάρπαθος | αβγολοώ Άνδρος, Κάρπαθος, Νάξος, Σύμη | αβγολογάω Δημητράκος 1933, Πελοπόννησος | αβγολογώ Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβγολοώ Μύκονος, Χίος | αβγουλουγώ Αδραμύττιο, Θάσος, Κυδωνίες, Λέσβος, Χαλκιδική | αβγουλουώ Σάμος | αβδουλουγώ Αδραμύττιο | αυγολογώ Βλάχος 1659, Somavera 1709 Legrand 1882, Κεφαλονιά, Κρήτη, Μήλος, Νάξος, Ρόδος, Σύρος, Χίος | βγολοώ Σύμη

αβγομαζεύω ή αυγομαζεύω

μαζεύω τα αβγά από το κοτέτσι | κοντεύω να πεθάνω ~ αβγομαζεύω Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κυκλάδες, Χίος | αβγομαζεύγω Χίος

αβγομαζώνω ή αυγομαζώνω

κακαρίζω (για κότα) | τσαντίζομαι | κοντεύω να πεθάνω ~ αβγομαζώνω Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κρήτη, Πάρος, Χίος | αβγομαζώνου Ιωάννινα, Σιάτιστα

αβγομάνα ή αυγομάνα

το αβγό που μένει στη φωλιά, πρόσαβγο, προσφώλι, πρόσφωλος, φώλι, φώλος | ωοθήκη (λόγιο) ~ αβγομάνα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Κρήτη, Πελοπόννησος | αβγομάννα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουμάνα Θράκη, Μακεδονία | αυγομάνα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835 | αυγομάννα Legrand 1882

αβγομάτης ή αυγομάτης

που έχει μεγάλα μάτια ~ αβγομάτης Κυκλάδες | αβγομμάτης Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουμάτς Ίμβρος, Ιωάννινα, Λέσβος

αβγομάτια ή αυγομάτια τα

τα τηγανιτά αβγά-μάτια ~ αβγομάτια Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα, Θράκη, Προποντίδα

αβγόνας ή αυγόνας ο

το μέρος που γεννούν οι κότες | τα πολλά αβγά ~ αβγόνας Κεφαλονιά, Παξοί | αβγώνας Ιστορικό Λεξικό 1933

αβγοπανήγυρο ή αυγοπανήγυρο το

πανηγύρι όπου τρώνε πολλά πασχαλινά αβγά (της Διακαινησίμου, της Αναλήψεως) ~ αβγοπαναγύρι Ιστορικό Λεξικό 1933, Λακωνία | αβγοπανήγυρο Αρκαδία

αβγόπιτα ή αυγόπιτα η

πίτα με γάλα, βούτυρο και αβγά ~ αβγόπιτα Αμοργός, Ζάκυνθος, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά | αβγόπιττα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγόπτα Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα ~ πληθυντικός: αυγόπιτες Meursius 1614, Du Cange 1688

αβγόπουλου ή αυγόπουλο το

αυγουλάκι ~ αβγόπκου Σιάτιστα | αβγόπλου Ιωάννινα | αβγόπουλο Ιστορικό Λεξικό 1933 | βόκο Καππαδοκία | οβγόπον Πόντος | οβόπον Πόντος

αβγορίζω

βιγλίζω, βλέπω κάτι πέρα μακριά ~ αβγορίζω Κρήτη

αβγορίχτρα ή αυγορίχτρα

γυναίκα που «βρίσκει» το γαμπρό που θα πάρει το κορίτσι, με το ασπράδι του αβγού (που το ρίχνει μέσα σε βρασμένο νερό για να πάρει σχήμα) ~ αβγορίχτρα Λευκάδα

αβγοσαλάτα ή αυγοσαλάτα η

σαλάτα με βραστά κομμένα αβγά ~ αβγοσαλάτα Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα, Κυκλάδες | αβγουσαλάτα Ήπειρος, Μακεδονία | αυγοσαλάτα Βεντότης 1790, Legrand 1882

αβγόσουπα ή αυγόσουπα

σούπα με αβγολέμονο ~ αβγόσουπα Ζάκυνθος, Θήρα, Πάρος | αβγόσουππα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγκόσουπα Χίος

αβγοστάφυλο ή αυγοστάφυλου το

σταφύλι με ρόγες σαν αβγό ~ αβγοστάφυλο Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουστάφλου Ευρυτανία

αβγοστούππι το

αλοιφή από ασπράδι αβγού, σαπούνι και λάδι, που έβαζαν για να φύγει το έμπυο ~ αβγοστούππι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουστούπ Θράκη

αβγοσυκιά ή αυγοσυκιά η

συκιά που βγάζει αβγόσυκα ~ αβγοσυκιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Χίος | αβγοσουκιά Μάνη

αβγόσυκο ή αυγόσυκο το

μεγάλο νόστιμο σύκο | άγλυκο σύκο, ανεμόσυκο, φούσκα | ορνιός ~ αβγόσυκο Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Αρκαδία, Μάνη, Μεσσηνία, Πάρος | αβγόσκου Θάσος, Σάμος | αβγόσουκο Μάνη, Τσακωνιά ~ πληθυντικός: αβγόσυκα Βλαστός 1931

αβγοτάραχο ή αυγοτάραχο το

ταριχευμένα αβγά ψαριού (από θηλυκό κέφαλο ή μπάφα) ~ αβγοτάραχο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Μάνη, Νίσυρος, Τσακώνικα | αβγουτάραχου Αιτωλοακαρνανία, Λέσβος, Σάμος | αυγοτάραχο Σκαρλάτος 1835, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αυγοτάραχον Germano 1622, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | βοτάραχο Μεσσηνία | βουτάραχου Αιτωλοακαρνανία

αβγοτέμπερα η

μπογιά φτιαγμένη από αβγό και τέμπερα ~ αβγοτέμπερα Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016

αβγοτήγανο ή αυγοτήγανο το

τηγάνι με μικρές κούρμπες μέσα, για να μπαίνουν τα αβγά ~ αβγοτήγανο Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα | αβγουτήγανου Θεσσαλία

αβγοτσέρας

βόδι με μικρά κέρατα σε σχήμα αβγού ~ αβγοτσέρας Ιστορικό Λεξικό 1933, Κύπρος

αβγότσουφλο ή αυγότσουφλο το

αβγότσουφλο ~ αβγόσπελε Τσακώνικα | αβγότσιφλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβγότσιφλου Θράκη, Ιωάννινα, Λέσβος, Μακεδονία | αβγότσουφλο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Κεφαλονιά | αβγότσουφλου Σάμος | αβγότσοφλο Βλαστός 1931, Λευκάδα | αβγοτσώφλουδο Ιστορικό Λεξικό 1933, Κρήτη | αυγότσωφλο Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933 | αβγόφλουτσο Ζάκυνθος, Κρήτη | αβκότσιφλον Κύπρος | αβκότσουφλον Κύπρος | αυγότζεφλον Legrand 1882 | αυγότζοφλον Germano 1622, Portius 1635, Somavera 1709, Βεντότης 1790 | αυγότζουφλον Du Cange 1688 | αυγότζωφλον Legrand 1882 | αυγότσεφλον Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908 | αυγότσοφλο ΑΠΘ 1998 | αφκότσιλλον Κύπρος | αφκότσιφλον Κύπρος | αφκότσουλλον Κύπρος | αφκότσουφλον Κύπρος | οβγοτσέπλ Πόντος | οβγότσεπλον Πόντος | ογβοτσέπλ Πόντος

αβγουδάκι ή αυγουδάκι το

αβγουλάκι ~ αβγουδάκ Μακεδονία | αβγουδάκι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουδάκιν Λυκία | αβγουτάτσι Καστελλόριζο

αβγούδι ή αυγούδι το

μικρό αβγό ~ αβγούδ Θάσος | αβγούδι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβκούιν Κύπρος

αβγουδιά η

το φυτό Mandragoras officinarum, καλάνθρωπος ~ αβγουδιά Ιστορικό Λεξικό 1933, Καστελλόριζο

αβγούι το

είδος μανιταριού ~ αβγούι Ρόδος | αβγούιν Ρόδος

αβγούκλα ή αυγούκλα η

μεγάλο αβγό ~ αβγούκλα Ιστορικό Λεξικό 1933, Αθήνα, Κρήτη, Κύθνος

αβγούλα ή αυγούλα

μεγάλο αβγό | αβγοκουλούρα | ψημένο κάστανο ~ αβγκούλλα Κάρπαθος, Κως, Ρόδος | αβγκούντα Καλαβρία | αβγούλα Μάνη, Μύκονος, Σίφνος | αβγούλλα Ιστορικό Λεξικό 1933, Κάσος, Καστελλόριζο, Κως | αβγούλλντα Ρόδος | αγκβούντα Καλαβρία | αγούλα Θράκη, Κοζάνη, Σέρρες | γούλα Σέρρες ~ αρσενικό: αβγούλας Σίφνος

αβγουλάδα ή αυγουλάδα η

αβγίλα ~ αβγουλάδα Βλαστός 1931

αβγουλάδικο ή αυγουλάδικο το

το μαγαζί του αβγουλά ~ αυγουλάδικο Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998

αβγουλάκι ή αυγουλάκι το

μικρό αβγό | αρχίδι παιδιού ~ αβγκουλάιν Χίος | αβγουλάκι Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998

αβγουλάμπασης ο

κενόδοξος (λόγιο) ~ αβγουλάμπασης Ζάκυνθος

άβγουλας ή αύγουλας

μεγάλο αβγό ~ άβγουλας Κεφαλονιά | άβγουλος Αρκαδία

αβγουλάς ή αυγουλάς

που πουλάει αβγά |ο αβγοφάγος | η κότα που κάνει πολλά αβγά ~ αβγουλά Τσακωνιά | αβγουλάς Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Παξοί, Φωκίδα | αβγουλλάς Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουά Τσακώνικα | αβουγουλά Τσακώνικα | αυγουλάς ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβγουλάς ή αυγουλάς

σκύλος ακατάλληλος για κυνήγι ~ αβγουλάς Κάρπαθος

αβγουλάτος ή αυγουλάτος

που μοιάζει με αβγό ~ αβγκουλλάτος Κάρπαθος, Ρόδος, Χίος | αβγολάτος Τήνος | αβγουλάτε Τσακώνικα | αβγουλάτος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Μέγαρα | αβγουλλάτος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αυγουλάτος ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αυγουλάτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αυγουλάτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβγουλήθρα ή αυγουλήθρα η

το διασίνι, πρήξιμο στο λαιμό των ζώων | αβγίλα | η μήτρα της κότας | κήλη ~ αβγουλήθρα Ίμβρος, Ιωάννινα, Κρήτη, Σάμος | αβγουλλήθρα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουλήτα Ιωάννινα

αβγουλής ή αυγουλής

κίτρινος ~ αβγουλής Χίος

αβγουλήτα η

αρρώστια των προβάτων, όπου πρήζονται οι αδένες του λαιμού ~ αβγουλήτα Ιωάννινα

αβγούλι ή αυγούλι το

αβγουλάκι ~ αβγκούλλιν Κάρπαθος | αβγούλι Πρωία 1933, Κορινθία, Μάνη, Τσακώνικα | αβγούλιν Λυκία | αβγούλλι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβουγούλι Τσακώνικα

αβγουλιά ή αυγουλιά η

η μυρουδιά ή η γεύση του αβγού ~ αβγκουλλέα Κάρπαθος | αβγκουλιά Χίος | αβγουλλέα Κάρπαθος | αβγουλέ Κρήτη | αβγουλέα Κρήτη | αβγουλιά Ιωνία, Κρήτη, Μάνη, Σύρος, Χίος | αβγουλλιά Ιστορικό Λεξικό 1933,

αβγουλιά ή αυγουλιά η

το τσούγκρισμα των αβγών ~ αβγουλιά Χίος

αβγουλιά ή αυγουλιά η

το φυτό Mandragoras officinarum, καλάνθρωπος ~ αβγουλιά Εύβοια, Λυκία, Σύμη

αβγουλίδα ή αυγουλίδα η

πρήξιμο στο λαιμό των ζώων ~ αβγουλίδα Αθήνα, Αίγινα, Κρήτη, Κύθνος, Λακωνία, Μέγαρα | αβγουλλίδα Ιστορικό Λεξικό 1933

αβγουλίλα ή αυγουλίλα η

η μυρουδιά ή η γεύση του αβγού ~ αβγουλίλα Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Αίγινα, Ηλεία, Κρήτη, Μέγαρα, Μεσσηνία | αβγουλλίλα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αυγουλίλα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αβγουλίλας Λακωνία

αβγουλιέρα ή αυγουλιέρα η

επιτραπέζια ατομική αβγοθήκη ~ αβγουλιέρα Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | αβγουλλιέρα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αυγουλιέρα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβγουλίτης ή αυγολίτης ο

είδος μανιταριού ~ αβγουλίτης Χίος ~ θηλυκό: αβγουλίτα Ιωάννινα

αβγουλίτης ή αυγολίτης ο

είδος σαλιγκαριού ~ αβγουλίτης Χίος | αβγουλλίτης Ιστορικό Λεξικό 1933

αβγουλίτης ή αυγουλίτης ο

πρήξιμο στο σβέρκο των ζώων ~ αβγουλίτης Ζάκυνθος | αβγουλίτς Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα

αβγουλοκάλαθο ή αυγουλοκάλαθο το

καλάθι για να μαζεύουν τα αβγά ~ αβγουλοκάλαθο Κύθηρα

αβγουλομάτης ή αυγουλαμάτης

που έχει μεγάλα και αβγουλωτά μάτια ~ αβγουλαμάτης, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 Κρήτη | αβγουλλομάτης Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγουλόματους Λυκία | αυγουλομάτης ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: αυγουλομάτα ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αυγουλομάτικο: ΑΠΘ 1998

αβγουλοστομαχιά ή αυγουλοστομαχιά

η ξινίλα στο στομάχι ~ αβγουλοστομαχιά Κρήτη

αβγουλού ή αυγουλού ή

θηλυκό του «αβγουλάς» ~ αβγουλού Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Αθήνα, Άνδρος, Κέρκυρα, Παξοί | αυγουλού ΑΠΘ 1998

αβγουλωμένος

με πολλά αβγά (για κότα) ~ αβγουλωμένος Κρήτη | αβγουλλωμένος Ιστορικό Λεξικό 1933

αβγουλωτός ή αυγουλωτός

που μοιάζει με αβγό ~ αβγουλουτός Κοζάνη | αβγουλωτός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933 | αβγουλλωτός Ιστορικό Λεξικό 1933 | αυγουλωτός ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβγουλωτή Δημητράκος 1933 | αυγουλωτή ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβγουλουτό Δημητράκος 1933 | αυγουλωτό ΑΠΘ 1998

αβγούνι το

λαγούμι για βρομόνερα ~ αβγόνι Καππαδοκία | αβγούνι Ιστορικό Λεξικό 1933, Πόντος

αβγουρούφτους

καλομαθημένος ~ αβγουρούφτους Ίμβρος ~ θηλυκό: αβγουρούφτ Ίμβρος ~ ουδέτερο: αβγουρούφτου Ίμβρος

αβγούτσικο ή αυγούτσικο το

μικρό αβγό πουλιού ~ αβγούτσικο Ιστορικό Λεξικό 1933, Σύρος | αβγούτσκου Βόρεια Ήπειρος

αβγοφάγος ή αυγοφάγος ο

που τρώει πολλά αβγά | αρρώστια που δεν γεννούν οι κότες ~ αβγουλοφάς Άνδρος | αβγουφάης Πιερία | αβγκοφάς Κάρπαθος, Σύμη, Χίος | αβγοφάγος Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Λακωνία | αβγοφάς Βλαστός 1931 | αβκοφάς Κύπρος ~ ουδέτερο: αβγουφάι Πιερία

αβγοφέτα ή αυγόφετα

φέτα ψωμιού, βουτηγμένη στο αβγό και τηγανισμένη με βούτυρο | φέτα βρασμένου αβγού ~ αβγοφέτα Προποντίδα | αβγοφέττα Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβγοφιλέττα Ιστορικό Λεξικό 1933, Προποντίδα | αυγοφέτα ΑΠΘ 1998 | αυγόφετα ΑΠΘ 1998 ~ πληθυντικός: αβγοφέτες Ακαδημία 2016 | αβγόφετες Ακαδημία 2016 | αυγοφέτες Ακαδημία 2016

αβγόφλουδα ή αυγόφλουδα η

αβγότσουφλο ~ αβγουλόφλουδα Ηλεία | αβγόφλοιδα Αθήνα Πελοπόννησος | αβγόφλουδα Πρωία 1933, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κριαράς 1995, Αρκαδία, Ηλεία, Λακωνία, Μάνη | αβγόφλουδο (το) Κύθηρα | αυγόφλουδα ΑΠΘ 1998 | βγόφλουδα Κως

αβγοφυλλίδα ή αυγοφυλλίδα

αβγότσουφλο ~ αβγκοφλυντίδα Ρόδος | αβγκοφυλντίδα Ρόδος | αβγοφυλλίδα Ιστορικό Λεξικό 1933, Κρήτη | αβγοφυλλίδα Ρόδος

αβγόφυλλο ή αυγόφυλλο το

αβγότσουφλο ~ αβγκόβλι Κάρπαθος | αβγκόφυλλο Κάρπαθος | αβγόφλιο Κάρπαθος, Σύμη | αβγόφλιον Κάρπαθος | αβγόφλλο Μύκονος | αβγόφυλλιο Σύμη | αβγόφυλλε Τσακώνικα | αβγόφυλλο Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Κρήτη, Μύκονος, Πελοπόννησος | αυγόφυλλον Βλάχος 1659

αβγοφώλι ή αυγοφώλι το

το αβγό (φώλι) που μένει στη φωλιά ~ αβγοφώλι Κέρκυρα | αβγοχώλι Κέρκυρα

αβγοχυλόπιτες οι

χυλοπίτες με αβγό στη ζύμη ~ αβγοχυλόπιτες Αθήνα | αβγοχυλοπίττες Ιστορικό Λεξικό 1933

αβγωμένος ή αυγωμένος

με πολλά αβγά (για ψάρι, για θαλασσινό) | αλειμμένος με αβγό ~ αβγωμένος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ακαδημία 2016 , Ζάκυνθος, Λευκάδα, Πάργα | αβγουμένος Μάνη | αυγωμένος Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: αβγωμένη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ακαδημία 2016 | αυγωμένη Σκαρλάτος 1835, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ουδέτερο: αβγωμένο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ακαδημία 2016 | αυγωμένο ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβγώνω ή αυγώνω

έχω πολλά αβγά (για ψάρια, θαλασσινά) | αβγοκόβω ~ αβγκώννω Κάρπαθος | αβγούνου Μάνη | αβγώνω Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κυκλάδες, Λευκάδα | αυγόνω Legrand 1882 | βγώνω Σύμη ~ μετοχή ουδέτερο: αβγουμένου Σάμος

αβγωτή ή αυγωτή η

αβγοκουλούρα ~ αβγκούτα Καλαβρία | αβγωτή Κως, Νίσυρος | αβκωτή Κύπρος | αγκβούτα Καλαβρία | αγκούτα Καλαβρία | αφκωτή Αστυπάλαια, Κύπρος | νγκούτα Καλαβρία

αβγωτός ή αυγωτός

αβγουλωτός ~ αβγουτός Θράκη | αβγωτός Βλαστός 1931, Ιστορικό Λεξικό 1933, Δημητράκος 1933 | αυγωτός Βεντότης 1790, Legrand 1882, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβγωτή Δημητράκος 1933 | αυγωτή ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβγωτό Δημητράκος 1933 | αυγωτό ΑΠΘ 1998