Skip to main content

αβογαδόρος-άβυσσο

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

αβογαδόρος-άβυσσο

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 15.11.2016

προσθήκες: 11.7.2017

αβογαδόρος ο

 

εισαγγελέας (λόγιο) | βενετσιάνικο avogadór ~ αβογαδόρος Παξοί

αβόγκητος

που δεν βαρυγκομά ~ αβόγγητος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβόγκητος ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβόγγητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβόγκητη ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβόγγητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβόγκητο ΑΠΘ 1998 ~ αβόγγητα: Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβόζο

σιγά | βενετσιάνικο vózhe (φωνή) ~ αβόζο Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Πρέβεζα

αβοήθητος

που δεν έχει βοήθεια ~ αβοήθητε Τσακώνικα | αβοήθητος Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Κρήτη | αβόθηστος Μάνη | αβόθστους Σέρρες | αβόιθητος Εύβοια | αβούθιστος Νάξος ~ θηλυκό: αβοήθητη Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβοήθητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβοήθητα Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995

αβόι το

τόπι, μπάλα ~ αβόι Κεφαλονιά | αβώι Legrand 1882

αβοκατοκουμέσος

ασκούμενος δικηγόρος ~ αβοκατοκουμέσος Ζάκυνθος

άβολα

κακόβολα | ανάποδα ~ άβολα Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Μάνη, Νίσυρος | ανάβολα Germano 1622, Somavera 1709, ΑΠΘ 1998, Βιθυνία, Κύθηρα, Τσακώνικα | ανάβουλα Ιωάννινα | ανάσβολα Ζάκυνθος, Κεφαλονιά | ανάσβουλα Θράκη | ανέβολα Λακωνία, Μάνη

αβολάδα η

μεγάλη πέτρα, βράχος | σκόπελος (λόγιο) ~ αβολάδα Κύθηρα, Νάξος

αβολαδέα η

πετριά ~ αβολαδέα Κύθηρα | αβολέα Κύθηρα

αβολεσάρικος

άβολος ~ αβολεσάρικος Κρήτη

αβολεσιά η

αναποδιά | κακοτοπιά ~ αβολεσιά Δημητράκος 1933 | αβολεψιά Δημητράκος 1933, Κρήτη, Παξοί | αβουλιψιά Αιτωλοακαρνανία | αβολεψία Μάνη | ανεβολεσιά Κρήτη

αβόλετα

άβολα, αδύνατα, ανάποδα ~ αβόλετα Ήπειρος, Δημητράκος 1933, Κύπρος | αβόλιτα Ήπειρος | ανεβόλετα Λακωνία

αβόλετος

αδύνατος | δύσκολος ~ αβόλιτους Ήπειρος, Κοζάνη, Θράκη | αβόλετος Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Βιθυνία, Θράκη, Κρήτη, Κήθυρα, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Πόντος, Ρόδος, Σύμη, Χίος | αβούλετος Καππαδοκία, Κύπρος, Νίσυρος | αβούλιτους Κοζάνη, Σιάτιστα ~ θηλυκό: αβόλετη Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: αβόλετο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995~ επίρρημα: αβόλετα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβόλευτος

ασυγύριστος | δύσχρηστος (λόγιο) | τζαναμπέτης ~ αβόλευος Μύκονος | αβόλευτος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αχαΐα, Εύβοια, Κρήτη, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος | αβόλιφτους Ιωάννινα, Λέσβος, Σέρρες, Χαλκιδική ~ θηλυκό: αβόλευτη Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβόλευτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβόλευτα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβόλι το

μικρή στρογγυλή πέτρα ~ αβόλι Κύθηρα

αβολιά η

αναποδιά | κακοβολιά | ζημιά ~ αβολέα Κύθηρα | αβολία Legrand 1882 | αβολιά Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κρήτη, Σύρος | αβουλιά Αιτωλοακαρνανία | αναβολιά Somavera 1709, Πρωία 1933, Πελοπόννησος | αναβουλιά Ήπειρος | ανασβολιά Κεφαλονιά | ανασβουλιά Ήπειρος | ασβολέ Ικαρία | ασβολιά Θήρα, Κρήτη, Παξοί | ασβουλιά Ήπειρος

αβόλιστος

αβυθομέτρητος (λόγιο) ~ αβόλιστος Βλαστός 1931

αβολοκόπητος

που δεν έσπασαν οι μεγάλοι σβόλοι στο χωράφι ~ αβολοκόπητος Legrand 1882, ΑΠΘ 1998, Σίφνος | αβουλοκόπητος Σίφνος | αβωλοκόπητος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | ασβολοκόπητος Λακωνία | ασβουλοκόπιστος Λακωνία ~ θηλυκό: αβολοκόπητη ΑΠΘ 1998 | αβωλοκόπητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβολοκόπητο ΑΠΘ 1998 | αβωλοκόπητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβολοντέ

κατά βούληση | γαλλικό à volonté ~ αβολοντέ Ζάκυνθος

άβολος

δύσκολος | κακόβολος | τζαναμπέτης | ανάποδος ~ άβολε Τσακώνικα | άβολος Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Νίσυρος, Μύκονος, Ρόδος, Μάνη, Χάλκη | άβουλους Γρεβενά, Θράκη, Καρδίτσα, Λέσβος, Σάμος, Σέρρες | ανάβολος Βλάχος 1659, Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Βιθυνία, Κύθνος, Σίφνος | ανάβουλος Προποντίδα | ανάσβολος Θράκη, Κεφαλονιά | ανάσβουλους Σάμος | ανέβολος Λακωνία, Μάνη | άολος Κάρπαθος | άσβολος Κάρπαθος ~ θηλυκό: άβολη Somavera 1709, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ουδέτερο: άβολο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβολοΰριστος

που δε γυρίστηκε το χώμα καλά με το αλέτρι ~ αβολοΰριστος Νάξος

αβόριαγος

αστάβλιστος ~ αβόριαγος Ηλεία

αβόριγος

αλίχνιστος (για σιτηρά) ~ αβόριγος Πόντος | ανεβόριγος Πόντος

αβόριο το

ελεφαντόδοντο (λόγιο) | ιταλικό avorio & βενετσιάνικο avòlio ~ αβόλεο Ζάκυνθος | αβόλιο Ζάκυνθος | αβόρεο Κεφαλονιά αβόριο Κεφαλονιά

αβόσκητος

που δε βοσκήθηκε (για τόπο) | που δε βόσκησε (για ζώο) ~ αβόσητος Μάνη | αβόσκετος Πόντος | αβόσκιγος Πόντος | αβόσκιγους Αιτωλοακαρνανία | αβόσκιστος Κρήτη, Μάνη, Πόντος | αβόσκιστους Χαλκιδική | αβόσκητος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Δελβίνο, Ήπειρος, Κρήτη, Μεσσηνία, Σύμη | αβόσκτους Σάμος, Σέρρες | αβόσκστους Ίμβρος, Πιερία ~ θηλυκό: αβόσκητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Δελβίνο ~ ουδέτερο: αβόσκητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Δελβίνο

άβοσκος

αβόσκητος ~ αβόσκιος Μάνη | άβοσκος Θεσπρωτία, Μάνη, Πόντος | άβουσκους Ιωάννινα, Κοζάνη

αβοτανά

που έχει μεγάλα αυτιά, ο αυτιάς ~ αβοτανά Τσακώνικα | αβουτανά Τσακώνικα | αβοτανού (θηλυκό) Τσακώνικα

αβοτάνα α

το αυτί ~ αβοτάνα Τσακώνικα | αβουτάνα Τσακώνικα ~ υποκοριστικό: αβουτάνι (το) Τσακώνικα | ~ μεγεθυντικό: αβουτανέσα (α) Τσακώνικα

αβοτάνιστος

που δεν ξεβοτανίστηκε | που δεν ήπιε μαγικό βοτάνι ~ αβοτάνιγος Ηλεία, Πόντος | αβοτάνιστε Τσακώνικα | αβοτάνιστος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Εύβοια, Θήρα, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Πόντος, Σύρος | αβουτάνγους Ιωάννινα | αβουτάνστους Ιωάννινα, Μακεδονία ~ θηλυκό: αβοτάνιστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβοτάνιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβότανος

αβοτάνιστος ~ αβότανος Ηπίτης 1908, Λακωνία

αβούδιακας

το φυτό Asphodelus microcarpus (ασφόδελας) ~ αβούδιαγκλας Μάνη | αβούδιακας Μάνη | αβούδιακλας Σίφνος | αβούιδακας Μάνη | αβούιγιακας Μάνη

αβούητος

χωρίς βουή ~ αβούητος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβούιστος Πρωία 1933 | αβούιχτος Πρωία 1933 ~ θηλυκό: αβούητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβούιστη Πρωία 1933 | αβούιχτη Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: αβούητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβούιστο Πρωία 1933 | αβούιχτο Πρωία 1933 | ~ επίρρημα: αβούητα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβούιχτα Δημητράκος 1933

αβουκατλούκι το

το δικηγοριλίκι | τούρκικο avukatlık ~ αββουκατλούκι Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβουκατλούγ Πόντος | αβουκατλούκ Πόντος | αφουκατλούχ Πόντος |

αβουκάτος ο

δικηγόρος (λόγιο) | ιταλικό avvocato & βενετσιάνικο avocàto ~ αββοκάτος Ιστορικό Λεξικό 1933 | αβοκάτος Thumb 1912, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λευκάδα, Παξοί, Πάρος | αβουκάτος Meursius 1614, Du Cange 1688, Lange 1708, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Αϊβαλί, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Μύκονος, Παξοί, Πελοπόννησος, Ρόδος, Πόντος, Χίος | αβουκάτους Σάμος | αφουκάτος Πόντος

αβούκου

λαβώνω ~ αβούκου Τσακώνικα

άβουλα

άθελα ~ άουλα Κύπρος | άβλα Θράκη | άβουλα Germano 1622, Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Κύπρος, Κως, Πόντος, Χίος | αβουλή Ρόδος | ανάβουλα Δαρδανέλια, Καστελλόριζο, Νάξος | ανάουλα Άνδρος | ανίβουλα Κρήτη

αβούλαρος

φυτά του γένους Sorghum ~ αβέλουρας Πάρος | αβίλουρας Νάξος, Πάρος | αβούλαρος Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882 | αβούλουρας Σάμος | αβούλαρους Μαγνησία | αβούρουλας Σάμος | αγούλερη Θράκη | αγούλιερας Κεφαλονιά | βίλουρας Νάξος | βούλαρος Legrand 1882 | βούλουρας Εύβοια

αβουλής

άβουλα ~ | αβουλή Ρόδος | αβουλής Κρήτη, Τήλος | ανεβουλής Κρήτη | ανιβουλάς Κρήτη | ανιβουλής Κρήτη

αβούλητος

αβούλιαχτος ~ αβούλιγος Κέρκυρα | αβούλητος Ηπίτης 1908, Κέρκυρα, Σύμη

αβούλιαχτος

που δε βούλιαξε, αβύθιστος ~ αβούλιαγος Κόρινθος | αβούλιαστος Άνδρος | αβούλιαχτος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Λακωνία, Μάνη, Μήλος, Σύρος, Παξοί | αβούλιαχτους Λέσβος, Μακεδονία, Φωκίδα | αβούλλιαχτος Κύπρος ~ θηλυκό: αβούλιαχτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβούλιαχτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβούλιαχτα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

άβουλος

ασημάδευτος, ασημάδιαστος | ασφράγιστος (λόγιο) ~ αβούλλιος Ρόδος | άβουλλος Κύπρος

άβουλος

που δε σκέφτεται καλά ~ άβουλος Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Κύπρος, Μάνη, Ρόδος, Χάλκη | άβουλους Θράκη, Ιωάννινα, Λέσβος, Λυκία | ανέβουλος Θήρα | άουλος Κύπρος ~ θηλυκό: άβουλη Somavera 1709, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβουλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβούλωτος

αμαρκάριστος | ασημάδιαστος | ξεβούλωτος ~ αβούλλντωτος Ρόδος | αβούλλωτος Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κύπρος | αβούλουτους Κοζάνη, Σέρρες | αβούλωτος Σκαρλάτος 1835, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Πόντος | αβούντωτο Καλαβρία | αμπούλλουτους Σάμος ~ θηλυκό: αβούλλωτη Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβούλωτη Σκαρλάτος 1835, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβούλλωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβούλλωτον Meursius 1614 | αβούλωτο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβουματία α

λαβωματιά ~ αβουματία Τσακώνικα

άβουος

χωρίς βουή ~ άβουος Μάνη

αβούραστος

άπιαστος ~ αβούραστος Πόντος

αβούρκωτος

που δεν βουρκωμένα μάτια ~ αβούρκωτος Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αβούρκωτη ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβούρκωτο ΑΠΘ 1998

αβούρλιαστος

που δεν είναι περασμένος σε αρμαθιά ~ αβούρλιαστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Παξοί, Πάρος | αμπούρλιαστους Ίμβρος, Χαλκιδική | αμπρούλιαστος Κρήτη ~ θηλυκό: αβούρλιαστη Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβούρλιαστο Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998

αβουρός ο

ακαταστασία (λόγιο) | χαλασμός ~ αβουρός Βόρεια Εύβοια

αβούρτι το

θράσος (λόγιο) ~ αβούρτι Κωνσταντινούπολη

αβουρτζής

ραδιούργος (λόγιο) ~ αβουρτζής Λυκία

αβούρτζια τα

κουτσομπολιά ~ αβούρτζια Λυκία

αβούρτσιστος

που δεν έχει βουρτσιστεί ~ αβούρτζιστος Πόντος | αβούρτσιστος Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Πόντος | αβρούτσιστος Κύπρος, Σύρος, Χίος | αφρούτσιστος Κύπρος ~ θηλυκό: αβούρτσιστη Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβούρτσιστο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αβουρτσού η

κουτσομπόλα ~ αβουρτσού Λυκία

αβουσία η

σκατό ~ αβουσία Καλαβρία | βουσία Καλαβρία

αβούτηχτος

που δε βούτηξε στο νερό | αβασίλευτος (για τον ήλιο) | αβάφτιστος ~ αβούκηχτε Τσακώνικα | αβούτετος Πόντος | αβούτιος Παξοί | αβούτητος Μήλος, Νάξος | αβούττητος Σύμη | αβούτηχτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Πόντος ~ θηλυκό: αβούτηχτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβούτηχτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

άβουτος

που δεν μπορεί να βουτήξει στη θάλασσα, να καταδυθεί (λόγιο) ~ άβουττους Σύμη

αβουτούλωτος

ο καρπός που δεν έχει γίνει (για στάρι, καλαμπόκι) ~ αβουτούλωτος Αρκαδία

αβουτύρωτος

για γάλα ή τυρί που δεν έχει βούτυρο ~ αβουτέρωτος Πόντος | αβουτύριαστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβουτύρωτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Κρήτη ~ θηλυκό: αβουτύριαστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβουτύρωτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβουτύριαστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβουτύρωτο Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998

αβράδιαστα

χωρίς να έχει βραδιάσει ~ αβράδιαστα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κρήτη, Νάξος, Σάμος

αβράδιαστος

ανέσπερος (λόγιο) ~ αβράδαστος Πόντος | αβράδιαγος Αχαΐα Ηλεία, Κορινθία | αβράδιαστε Τσακώνικα | αβράδιαστος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ιωνία, Κάρπαθος, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα | αβράδιαστους Σάμος | αβραΐδιαστος Μάνη | αβραΐδιωτος Μάνη ~ θηλυκό: αβράδιαστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβράδιαστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αβρακίτης ο

είδος μανιταριού ~ αβρακίτης Πόντος

άβρακος

ο πολύ φτωχός, ο ξεβράκωτος ~ άβρακος Ηπίτης 1908, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Ιωνία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Παξοί | άβρακους Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλία, Ιωάννινα, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα

αβρακώτεσα

ξεβράκωτη ~ αβρακώτεσα Πόντος

αβρακωτίνα

ξεβράκωτη, ξεβρακωτίνα ~ αβρακωτίνα Πόντος | αβρακουτίνα Ίμβρος

αβράκωτος

ξεβράκωτος | που είναι από φτωχή φαμίλια ~ αβράκατος Πόντος | αβράκωτο Καππαδοκία | αβράκωτος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αθήνα, Αχαΐα, Βιθυνία, Κάρπαθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Παξοί, Πόντος, Σύμη, Χίος | αβράκουστους Σάμος | αβράκουτους Ήπειρος, Λήμνος, Μακεδονία, Μάνη, Σουφλί | αναβράκωτος Κύπρος, Χίος ~ θηλυκό: αβράκωτη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβράκωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

άβραμα το

άρπαγμα | καψάλισμα ~ άβραμα Τσακώνικα

αβραμηλιά η

το δέντρο Prunus insititia, αγριοαβραμηλιά, αγριοδαμασκηνιά, αγριοκορομηλιά, αγριοπουρνελιά, κορομηλιά, κουμπουλιά, μπουρνελιά, προυνελιά ~ αβραμηλιά Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Θράκη, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρος | αβραμυλιά Περίδης 1854

αβράμηλο το

ο καρπός της αβραμηλιάς, βραβύλι, βραβουλίτσα, κούμπουλο, τζάνερο ~ αβράμηλο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Θεσπρωτία, Θράκη | αβράμηλον Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908 | αβράμυλο Ανδριώτης 1983 | αβράμυλον Περίδης 1854 | αβράμλου Ήπειρος, Μακεδονία | αβράμπουλο Προποντίδα | αβράμηλον Κύπρος | αγράμπουλον Πόντος | γράβλου Ιωάννινα | δράβηλο Κρήτη

αβραντίνα η

γκόμενα, θηλυκό, «μουνί» | μάνα | τούρκικο avrat & avret ~ αβραντίνα Σέρρες, Σουφλί

αβραντίνι-σικτίμ

βρισιά, από το τούρκικο avradini siktir (γαμώ τη γυναίκα σου) ~ αβραντίνι-σικτίμ Κρήτη | αβραντινί σικτιμινί Σέρρες | αβραντινί-σιχτίμ Κάλυμνος | αβρατινί σιχτιμινί Κως

αβραντνίζου

βρίζω ~ αβραντνίζου Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σάμος

αβρασιά η

η άργητα στο βράσιμο ~ αβρασία Legrand 1882, Πόντος | αβρασιά Somavera 1709 | αβρασίγια Πόντος

άβραστος

που δεν έχει βράσει | που αργεί να βράσει, αβράσωτος, κακόβραστος, κακόψητος | ακαμάτης ~ άβραστε Τσακώνικα | άβραστο Καλαβρία | άβραστος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Πόντος | άβραστους Καστοριά | ανάβραστος Κρήτη, Πόντος ~ θηλυκό: άβραστη Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβραστο Πρωία 1933, Πρωία 1933, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αβράστωτος

άβραστος ~ αβράστωτος Πόντος

αβράσωτος

που δεν έχει αρρωστήσει από βλογιά (ευλογιά), αβλόγιαστος ~ αβράσωτος Πόντος

αβρατά

αρπαχτά, βιαστικά ~ αβρατά Τσακώνικα

αβρατζιά η

ο θάμνος Juniperus phoenicea ~ αβρατζιά Κύπρος

αβράχνιαστος

που του έχει περάσει η βραχνάδα στη φωνή (από αρρώστια) ~ αβράχνιαγος Δημητράκος 1933 | αβράχνιαστε Τσακώνικα | αβράχνιαστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αθήνα, Κυκλάδες, Παξοί ~ θηλυκό: αβράχνιαγη Δημητράκος 1933 | αβράχνιαστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβράχνιαγο Δημητράκος 1933 | αβράχνιαστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβράχνιαστα Πρωία 1933

αβράχου

αρπάζω ~ αβράχου Τσακώνικα

αβράχου

καψαλίζομαι ~ αβράχου Τσακώνικα

αβρέ ο

φλόγα, φωτιά ~ αβρέ Τσακώνικα

αβρεξιά η

ανομβρία (λόγιο), ανεριό, ανομπριά ~ αβρεξιά Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αβρεξία Πόντος | αβρεξίγια Πόντος | αβριξιά Θράκη | αναβρεξά Θήρα | αναβρεξιά Κεφαλονιά

άβρετος

που δε τον βρίσκεις | δυσεύρετος (λόγιο) | μοναδικός (λόγιο) ~ άβρετος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Λακωνία | άβριτος Μέγαρα | άβριτους Ιωάννινα | ανεύρετος Πόντος | άρεστε Τσακώνικα ~ θηλυκό: άβρετη Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: άβρετο Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: άβρετα Επτάνησα

άβρεχτος

που δε βράχηκε ~ άβραχτος Πόντος | άβρετε Τσακώνικα | άβρεχος Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998 | άβρεχτος Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη, Πόντος | άβριχτους Καστοριά | ανέβραχος Πόντος | ανέβραχτος Πόντος ~ θηλυκό: άβρεχη ΑΠΘ 1998 | άβρεχτη Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβρεχο ΑΠΘ 1998 | άβρεχτο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: άβρεχτα Πρωία 1933

αβρικολάκιαστος

που δεν έγινε βρικόλακας ~ αβρουκολάκιαγους Αιτωλοακαρνανία

αβρίντου

ουρλιάζω ~ αβρίντου Τσακώνικα

αβρίξιν το

γιογιό, καθοίκι ~ αβρίξιν Πόντος

άβριστος

που δε τον έβρισαν ~ άβριστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Αργολίδα, Κυκλάδες, Παξοί | άβριστους Ιωάννινα ~ θηλυκό: άβριστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: άβριστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: άβριστα Πρωία 1933

αβριτέ ο

ουρλιαχτό ~ αβριτέ Τσακώνικα

αβρογαλιά

κάποιο φαΐ με γάλα και αβγά ~ αβρογαλιά Πάρος | αφρογαλιά Πάρος

αβρομάταρος ο

νεροσκούληκας ~ αβρομάταρος Κρήτη

αβρόμευτος

που δε λερώθηκε ~ αβρώμευτος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Κεφαλονιά, Παξοί ~ θηλυκό: αβρώμευτη Βεντότης 1790, Legrand 1882, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβρώμευτο Δημητράκος 1933

αβρόμιστος

που δε λερώθηκε ~ αβρόμιστος Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Σύρος | αβρώμιστος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933 ~ θηλυκό: αβρόμιστη ΑΠΘ 1998 | αβρώμιστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αβρόμιστο ΑΠΘ 1998 | αβρώμιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ επίρρημα: αβρώμιστα Πρωία 1933

αβρομουσιά η

το φυτό Anagyris foetida ~ αβρομουσιά Ρόδος

αβροντάω

βροντάω ~ αβροντάω Thumb 1912 | αβρουντάω Ήπειρος

αβρόντητα

ατάραχα ~ αβρόντιγα Αχαΐα | αβρόντητα Δημητράκος 1933

αβρόντητος

χωρίς βροντές ~ αβρόντατε Τσακώνικα | αβρόντητος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Πάρος | αβρόντιγος Αχαΐα | αβρόντγους Αιτωλοακαρνανία ~ θηλυκό: αβρόντητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αβρόντητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αβρόντητα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβροπαστανάκα η

το φυτό Pastinaca sativa (άγριο καρότο) ~ αβροπαστανάκα Απουλία

αβροσινάπι το

το φυτό Sinapis arvensis (αγριοσινάπι) ~ αβροσινάπι Απουλία | απροσινάπι Απουλία

αβρόσκιλλο το

το φυτό Urginea maritima (αγιοβασιλίτσα) ~ αβρόσσιλα Κύπρος | αβρόσσιλος Κύπρος | αβρόσκιλλο Δημητράκος 1933

αβρότανο το

λατινικό abrotonum | ελληνικό ΑΒΡΟΤΟΝΟΝ, θρακικό δάνειο Beekes 2010 | το φυτό Artemisia absinthium (αγριαψιθιά) ~ αβρότανον Somavera 1709 αβρότανου Θράκη | αβρότονον Κύπρος

αβροτσανγκούνα η

το φυτό Helminthia echinoides, αγριοζοχός, ζαχουλιά, ζαχουλίτσι ~ αβροτσανγκούνα Απουλία | μπροτσανγκούνα Απουλία

αβρούλιστος

που δεν πιάνει φωτιά, άφλεκτος (λόγιο) ~ αβρούλιγος Πόντος | αβρούλιστος Πόντος

αβρουχνίαστος

αμούχλιαστος ~ αβρουχνίαστος Πόντος

αβρόχια (τα)

στάρια σπαρμένα σε εποχή αβροχιάς, ανεριά ~ αβρόχια Χίος

αβροχιά η

αβρεξιά | αναβροχιά | όταν δεν βρέχει για πολύ καιρό ~ αβροσιά Κύπρος | αβρουχιά Ίμβρος, Τήνος | αβροχία Μάνη, Πόντος | αβροχιά Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Αχαΐα, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Θήρα, Θράκη | αβρουχιά Ίμβρος | αναβραχιά Ακαρνανία, Καστοριά | αναβρεσά Καστελλόριζο | αναβρεσή Πόντος | αναβρεχή Πόντος | αναβροϊχιά Τσακώνικα | αναβροσά Σύρος | αναβροσή Πόντος | αναβροχή Πόντος | αναβρουχιά Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλία, Θράκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λέσβος, Λυκία, Χαλκιδική | αναβροχιά Πρωία 1933, Αίγινα, Αρκαδία, Δαρδανέλια, Θράκη, Λακωνία, Μύκονος, Παξοί, Προποντίδα, Σύμη, Σύρος, Τήνος | ανεβροχιά Θεσπρωτία, Πάρος, Σίφνος | ανιβρουχιά Θράκη, Ιωάννινα, Κυδωνίες, Φιλιππούπολη | ανιβροχιά Αχαΐα, Δαρδανέλια | ανουβροχιά Νάξος

αβροχίλα η

αβροχιά, αβρεξιά ~ αβροχίλα Αρκαδία

άβροχος

για πουλί που δεν πιάστηκε σε βρόχο (σε θηλιά) ~ άβροχος Κάρπαθος, Λακωνία

άβροχος

που δεν έχει βραχεί | άπλυτος | καιρός χωρίς βροχή ~ άβραχος Πόντος | άβρεχο Τσακώνικα | άβρεχος Αχαΐα, Θεσπρωτία, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Παξοί, Πόντος, Ρόδος, Σύρος | άβριχους Αιτωλοακαρνανία, Θράκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία | άβρουχους Ήπειρος, Θεσσαλία, Θράκη | αβρόχιος Μάνη | άβροχος Somavera 1709, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Αιτωλοακαρνανία, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Εύβοια, Ηλεία, Κάρπαθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη | ανάβρεχος Ρόδος, Σύμη | ανέβρεχος Θήρα | ανέβροχο Τσακώνικα | ανέβροχος Παξοί ~ θηλυκό: άβροχη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άβροχο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: άβροχα Πρωία 1933

αβρωνιά η

ονόματα για τα φυτά Tamus communis (αδράμι, περδοκλάδι) & Smilax aspera (αγριόκισσος, αγριομελίτζανος, αϊλιάκα, αΐλιακα, ακρέβατος, αρκόβατος, αρκουδόβατος, ασμίλαγας, ασμιλάκι, ξυλόβατος, κισσός, λίσβατο, σκυλόβατος, σμιλάγγι, σμιλουχιά) ~ αβουρνιά Πάρος | αβριγνιά Θάσος | αβρινέα Κύθηρα | αβρινιά Θάσος, Ιωνία | αβρουνιά Κριαράς 1995, Θράκη, Ίμβρος, Ιωνία, Κύθηρα, Λέρος, Σάμος, Τήνος | αβρωνέ Κρήτη | αβρωνιά Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Άνδρος, Κρήτη, Νάξος, Ρόδος, Σέριφος, Σύμη, Τήνος, Χίος | αγρανιά Ρόδος | αγρωνιά Ρόδος | αουρανιά Ρόδος | βρουνιά Ηπίτης 1908, Κριαράς 1995, Σάμος | οβριά Αθήνα, Κεφαλονιά, Πελοπόννησος, Τήνος | ουβριά Σάμος | σβιρνιά Λέσβος

άβρωτος

που δεν τρώγεται | άνοστος | αγροίκος (λόγιο) ~ αβρέωτος Πόντος | αβρίετος Πόντος | αβρίωτος Πόντος | άβρωτος Πόντος | αναβρίωτος Πόντος | ανάβρωτος Πόντος | ανεβρίετος Πόντος | ανεβρίωτος Πόντος | ανοβρίωτος Πόντος

αβτζής ο

κυνηγός | τούρκικο avcι ~ αβεζζής Νίσυρος | αβετζή Τσακώνικα | αβετζής Κάρπαθος | αβτζή Τσακώνικα | αβζής Καστελλόριζο, Σύρος | αβιζζής Χίος | αβιντζής Ηλεία, Κάρπαθος, Πόντος | αβιτζής Αμοργός, Άνδρος, Εύβοια, Κύθηρα, Κύθνος, Κύπρος, Λακωνία, Λήμνος, Νάξος, Πιερία, Σύμη, Χίος | αβουζζής Κως | αβουζής Κάλυμνος | αβουτζή Τσακώνικα | αβτζής Κουκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Μαγνησία, Μακεδονία, Πόντος, Σάμος, Σέρρες, Στερεά, Σύρος, Σουφλί, Χαλκιδική | αγουτζής Κρήτη ~ θηλυκό: αβιτζού Νάξος | αβτζαρία Πόντος | αβτζήδσα Λέσβος | αβτζού Λήμνος, Νάξος | αουκής Ρόδος ~ πληθυντικός: αβτζήδοι Λυκία

αβτζίδικος

κυνηγιάρικος ~ αβιτζίδικος Κύθνος, Νάξος | αβτζίδκος Προποντίδα, Προύσα | αβτζίδκους Λέσβος | αβτζίδικο Τσακώνικα | αβουτζίδικο Τσακώνικα

αβτζιλίκι το

κυνήγι | τούρκικο avcılık ~ αβτζηλίκ Θράκη, Πόντος | αβτζηλίκι Κουκίδης 1960, Κωνσταντινούπολη | αβτζιλούγ Πόντος | αβτζιλούχ Πόντος

αβτζολόγος ο

«κυνηγός» γυναικών, γυναικάς, γκομενάκιας ~ αβιτζολόος Νάξος

αβτζολογώ

 

κυνηγώ | «κυνηγώ» γυναίκες, γκομενίζω ~ αβιτζολοώ Νάξος | αβτζουλουώ Σάμος

αβτζόσκυλος ο

κυνηγόσκυλο ~ αβιτζόσκυλος Νάξος, Πόντος | αβτζόσκυλος Πόντος

αβυζάκωτος

που δεν έχει κολλήσει καλά ~ αβυζάκωτος Κύπρος

αβυζάλιστος

αβύζαχτος ~ αβυζάλιγος Πόντος | αβυζάλιστος Πόντος | αβυζάλιχτος Πόντος

αβυζαξιά η

έλλειψη θηλασμού ~ αβυζαξιά Βλαστός 1931

αβύζαχτος

αθήλαστος ~ αβύζαγος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Αρκαδία, Αχαΐα, Κεφαλονιά, Λακωνία | αβύζαγους Ήπειρος | αβίζαστος Βλάχος 1659, Somavera 1709 | αβύζαστος Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Καππαδοκία, Κρήτη, Κύπρος, Νάξος | αβύζαστους Θράκη | αβύζαχτος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Αρκαδία, Κρήτη, Μήλος, Σύρος | αβύζιαγος Δημητράκος 1933 | αβύζαχτους Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λήμνος, Μακεδονία | αβύτζαστος Σύμη | αβίζαστος Somavera 1709~ θηλυκό: αβύζαγη Δημητράκος 1933 | αβύζαστη Βεντότης 1790, Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 | αβύζαχτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | αβύζιαγη Δημητράκος 1933 | αβίζαστη Somavera 1709 ~ ουδέτερο: αβύζαγο Δημητράκος 1933 | αβύζαστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 | αβύζαχτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | αβύζιαγο Δημητράκος 1933

αβυζιά η

το φυτό Sambucus ebulus ~ ράγαλο, φρουσκλιά ~ αβυζιά Κεφαλονιά | αφσιά Φθιώτιδα | βουζιά Heldreich 1926

αβυζόπιαστος

για νεογέννητο που δεν έχει ακόμα βυζάξει ~ αβζόπιαγους Αιτωλοακαρνανία

άβυζος

που δεν έχει βγάλει ή που έχει μικρά βυζιά ~ άβυζος Δημητράκος 1933 ~ θηλυκό: άβυζη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: άβυζο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αβύθιστος

που δε βυθίζεται, αβούλιαχτος ~ αβίθγους Αιτωλοακαρνανία | αβύθιστος Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: αβύθιστη Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αβύθιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: αβύθιστα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

άβυσσο η

το πολύ μεγάλο βάθος | το βαθύ σκοτάδι ~άβσσος Πάρος | άβυσσα Ρόδος | άβυσσε Τσακώνικα | άβυσσο Thumb 1912, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Απουλία, Εύβοια, Ζάκυνθος, Ήπειρος, Λακωνία, Ρόδος, Σίφνος, Σύρος | αβύσσο Απουλία | άβυσσος Θράκη, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Ρόδος, Σύμη | άβυσσου Ιωάννινα | άδυσσε Τσακώνικα | άδυσσο Παξοί | άδυσσος Παξοί | άμπυσσο Απουλία | αμπύσσο Απουλία | άπυσσο Απουλία | άυσσα Ρόδος | άυσσος Ρόδος | άφσσος Πάρος | άφσσους Βόρεια Εύβοια ~ ουδέτερο: αβύς Σάμος