Skip to main content

αγάβγιστος-αγατσάζου

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

αγάβγιστος-αγατσάζου

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 18.11.2016

προσθήκες: 11.7.2017

αγάβγιστος

άκλαυστος (για πεθαμένο που δεν τον κλάψανε) | αγάβγστους Πιερία

αγαβό το

το φυτό Cirsium hypopsilum ~ αγαβό Κρήτη

αγάγγρωτος

που δεν παραλύει (λόγιο) ~ αγάγγρωτος Πόντος

αγάδαινα η

η γυναίκα του αγά ~ αγάαινα Κάλυμνος | αγάδαινα Καστελλόριζο | αγαδίνα Λέσβος | αγαΐνα Κάλυμνος

αγαδάκι το

το παιδί του αγά ~ αγαδάκι Κρήτη

αγαδέλι το

υποκοριστικό του «αγάς» ~ αγαδέλ Λέσβος

αγαδέρι το

αγαδέλι, αγαδάκι ~ αγαδέρι Προποντίδα

αγαδεύω

ζω σαν αγάς, σαν άρχοντας ~ αγαδέβω Βλαστός 1931 | αγαδεύω Δημητράκος 1933

αγάδικα τα

αρχοντικό σόι ~ αγάδικα Καστελλόριζο | αγαδίσα Σάμος | αγαϊκά Κάλυμνος

αγάδικος

ο τρόπος του αγά ~ αγάδικος ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: αγάδικη ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αγάδικο ΑΠΘ 1998

αγαδιλίκι το

τουπέ ~ αγαδιλίκι Ηλεία

αγαδοπούλα η

η κόρη του αγά ~ αγαδοπούλα Ιωνία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Πελοπόννησος

αγαδόπουλο το

αγαδάκι ~ αγαδόπουλο Βλαστός 1931, Κρήτη

αγαδωτός

σαν αγάς ~ αγαδωτός Πόντος

αγαζιλάευτος

αγάζωτος ~ αγαζιλάευτος Πόντος

αγάζωτος

που δεν έχει γαζωθεί ~ αγάζουτος Μάνη | αγάζωτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Μάνη, Πόντος ~ θηλυκό: αγάζωτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αγάζωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αγαθά

καλά | σιγά ~ αγαθά Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Ιωάννινα

αγαθά τα

το βιος | ο πλούτος ~ αγαθά Du Cange 1688, Βλαστός 1931, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Λακωνία, Βιθυνία, Ηλεία, Θήρα, Θράκη, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Μάνη, Παξοί, Πόντος, Σιάτιστα | γαθά Πόντος

αγαθάγρα η

αγαθοσύνη, ζαβομάρα, κουταμάρα ~ ααθάγρα Κάλυμνος, αγαθάγρα Κως

αγαθαμάρα

αφέλεια (λόγιο) ~ αγαθαμάρα Κως

αγαθέλιας

αγαθός ~ αγαθέλιας Λήμνος | αγαθέλους Λήμνος

αγάθεμα το

ξεχαμάρα, αφηρημάδα (λόγιο) ~ γάθεμα Κάλυμνος ~ αρσενικό: γαθεμός Κάλυμνος

αγαθεύω

ξεχνιέμαι | ξεκουτιάζω | με παίρνει ο ύπνος | αποκαρώνω, καρώνω ~ ααθεύγκω Κάρπαθος | ααθεύγω Κάρπαθος | αγαθέβω Βλαστός 1931 | αγαθεύου Σάμος | αγαθεύω Legrand 1882, ΑΠΘ 1998, Κως Χηλή | γαθεύγω Κάλυμνος | γαθεύω Κάλυμνος Κως

αγαθιάρης

ευκολόπιστος ~ αγαθιάρης Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Ηλεία, Ιωνία, Μεσσηνία, Μύκονος | αγαϊθιάρης Μάνη ~ θηλυκό: αγαθιάρα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο | αγαθιάρισσα Δελβίνο~ ουδέτερο: αγαθιάρικο Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο

αγαθιάρικος

που αναφέρεται στον αγαθιάρη ~ αγαθιάρικος Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: αγαθιάρικη Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αγαθιάρικο Ακαδημία 2016

αγαθίζω

αγαθεύω ~ ααθίντζω Κάρπαθος | ααθίτζω Κάρπαθος | αβαθίζζω Νίσυρος | βαθίζζω Νίσυρος

αγαθκιακός

γκαρδιακός ~ αγαθκιακός Κύπρος

αγαθό το

βγαλτό (σπυρί) | ανεμοπύρωμα, πυρό ~ αγαθό Κρήτη, Λακωνία, Μάνη

αγαθόκαλα

πολύ καλά ~ αγαθόκαλα Πελοπόννησος

αγαθόκαλα τα

τα αγαθά, ο πλούτος ~ αγαθόκαλα Πελοπόννησος | γκαθόκαλα Κρήτη

αγαθομάρα η

κουταμάρα ~ ααθομάρα Κάρπαθος | αγαθομάρα Μάνη

αγαθομαρία η

αγαθοβιόλα, κουτομαρία ~ αγαθομαρία Άνδρος, Μύκονος, Σύρος, Χίος | αγαθομαριά Πάρος, Σύρος | αγαθουμαριά Σάμος

αγαθομαρούλα η

αγαθοβιόλα ~ αγαθομαρούλα Μάνη, Πάρος

αγαθομαρούσα η

αγαθοβιόλα, κουτομαρία ~ αγαθομαρούσα Πάρος, Σύρος

αγαθομηλιά η

αγαθοβιόλα, κουτομαρία ~ αγαθουμλιά Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σαμοθράκη

αγαθομούνης

κουτός, αγαθιάρης ~ αγαθομούνης Αρκαδία ~ θηλυκό: αγαθομούνα

αγαθοξυπνώ

αγουροξυπνώ ~ αγαθοξυπνώ Βλαστός 1931

αγαθόπαιδο το

κουτό παιδί ~ αγαθόπαιο Κάλυμνος

αγαθόπουλος

αγαθός ~ αγαθόπουλος Εύβοια

αγαθός

καλός, ψυχικός | απονήρευτος | αφελής (λόγιο) | αρχαίο ΑΓΑΘΟΣ (Ινδοευρωπαϊκό ?) Beekes 2010 | κουτός, χαζός ~ ααθός Κάρπαθος, Λυκία, Ρόδος | αβαθός Καστελλόριζο, Κύπρος, Κως, Νίσυρος | αβαχός Κύπρος | αγάθας Κως | αγαθέ Τσακώνικα | αγαθές Σκύρος | αγαθός Germano 1622, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Θήρα, Ίμβρος, Κέρκυρα, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λήμνος, Μάνη, Πόντος | αγκαθύς Κρήτη | αγκαθός Κρήτη | αθός Χάλκη | βαθός Κύπρος | βάθυς Σύμη | γαθός Θήρα, Μύκονος, Πόντος ~ θηλυκό: αγαθή Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ίμβρος | αγάθα Κάλυμνος, Κως | ουδέτερο: αγαθό Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ίμβρος

αγαθοσύνη η

 καλοσύνη | κουταμάρα ~ ααθουσύνη Λυκία | αβαθοσύνη Καστελλόριζο | αγαθοσύνη Portius 1635, Somavera 1709, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Φιλιππούπολη | αγαθωσύνη Βλάχος 1659, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1933

αγαθότη η

αγαθοσύνη ~ ααθότη Ρόδος | αγαθότε Πόντος | αγαθότη Κάλυμνος, Νάξος

αγαθούκλης

αγαθός ~ αγαθούκλης Κως

αγαθουκλιά η

κουταμάρα ~ αγαθουκλιά Κως

αγαθούλης

αγαθούτσικος ~ αγαθούλης Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Κάλυμνος, Σύρος ~ θηλυκό: αγαθούλα Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: αγαθούλικο Κριαράς 1995

αγαθούτσικα

ήσυχα, σιγά ~ αγαθούτσκα Ήπειρος

αγαθούτσικος

υποκοριστικό του «αγαθός» ~ αγαθούτσικος Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 | αγαθούτσκους Σαρακατσάνικα, Σέρρες ~ θηλυκό: αγαθούτσικη Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: αγαθούτσικο Κριαράς 1995

αγαθοφέρνω

κουτοφέρνω, μωροφέρνω ~ αγαθοφέρνω Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αθήνα, Σύρος

αγαθόχορτο το

το φυτό Bupleurum fruticosum, λαρδάσταχο, λαφόκλαδο ~ αγαθόχορτο Λακωνία, Μάνη

αγαθόψυχος

καλόκαρδος, καλόψυχος ~ αγαθόψχους Ίμβρος

αγαθοψώλης ο

αγαθιάρης ~ αγαθοψώλης | αγαθουψώλς Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

αγαθύνω

σταματώ τον πόνο σε πληγή ~ αγαθύνω Πόντος

αγαθωτός

αγαθός ~ αγαθωτός Πόντος

αγαϊτάνωτος

που δεν έχει πάνω του ραμμένο γαϊτάνι (για ρούχο) ~ αγαϊτάνιστος Πρωία 1933, Πόντος | αγαϊτάνουτους Μακεδονία | αγαϊτάνωτος Πόντος ~ θηλυκό: αγαϊτάνιστη Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: αγαϊτάνιστο Πρωία 1933

αγάλανος

που δεν είναι γαλανός ~ αγάλανος Δημητράκος 1933

αγαλαξιά η

αρρώστια των γιδοπροβάτων (πρήζονται τα μαστάρια τους και τους κόβεται το γάλα) ~ αγαλαξιά Σαρακατσάνικα

αγαλατζής ο

γανωτής ~ αγαλατζής Σουφλί

αγαλατιά η

όταν τα ζώα δεν έχουν πολύ γάλα ~ αγαλατιά Ιωάννινα

αγάλατος

που δεν κατεβάζει γάλα (για γυναίκα ή ζώο) ~ αγάλατος Πρωία 1933, Πόντος

αγαλάτωτος

αγάλατος ~ αγαλάτωτος Πόντος

αγαλάχτιστος

που δεν έχει ασβεστωθεί | που δεν έχει ζυμωθεί καλά ~ αγαλάχτιστος Πρωία 1933, Αθήνα, Άνδρος, Παξοί | αγαλάχτιστους Μακεδονία ~ θηλυκό: αγαλάχτιστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αγαλάχτιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αγαλάχτωτος

αγάλατος ~ αγαλάχτωτος Σύρος

αγάλδερ

μισθωτήριο κτήματος | βενετσιάνικο galdèr ~ αγάλδερ Κύθηρα

αγαληνά

απαγάλια, σιγά, σιγανά | βενετσιάνικο galìvo ~ αγαληνά Δημητράκος 1933, Ζάκυνθος, Θράκη, Κρήτη | αγάληνα Καππαδοκία | αγαλιανά Αιτωλοακαρνανία, Κρήτη, Μακεδονία | γαλενά Πόντος | γαληνά Δημητράκος 1933,Θράκη, Κύπρος, Ρόδος | γαλιανά Αιτωλοακαρνανία, Μακεδονία, Τσακώνικα

αγαλήνιστος

που δεν μπορεί να γαληνέψει | αγαλήνευτος (λόγιο) ~ ααλάνιστος Νάξος | αγαλένιγος Πόντος | αγαλήνιστος Πόντος

αγάληνος

ανήσυχος (λόγιο) ~ αγάληνος Βλαστός 1931

αγαληνός

ήσυχος ~ αγαληνός Δημητράκος 1933 | γαληνός Δημητράκος 1933 ~ θηλυκό: αγαληνή Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αγαληνό Δημητράκος 1933

αγαλήνωτος

αγαλήνιστος ~ αγαλήνωτος Μάνη

αγάλια

απαγάλια, σιγά, σιγανά | βενετσιάνικο galìvo | Buck List 14.22 slow ~ αγάλ Άρτα, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη | αγάλα Νάξος | αγαλά Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Πόντος | αγάλεα Δημητράκος 1933 | αγάλη Lange 1708 | αγάλι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νίσυρος, Κρήτη, Κως, Σίφνος, Τσακώνικα | αγάλια Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Du Cange 1688, Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καππαδοκία, Κάρπαθος, Καστοριά, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Μέγαρα, Παξοί, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα, Φωκίδα, Χίος | αγάλιαγα Ίμβρος | άλια Νάξος | αλιάγα Θράκη | γάγλε Πόντος | γάλα Πόντος | γάλη Lange 1708 | γάλι Αρκαδία, Ήπειρος, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κίμωλος, Κως, Λακωνία, Παξοί, Προποντίδα, Τσακώνικα | γάλια Δημητράκος 1933, Αθήνα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θράκη, Καππαδοκία, Λέσβος, Μελένικο, Παξοί, Σέρρες, Τσακώνικα | γιάλι Κύπρος, Ρόδος | κάλια Καππαδοκία | πουγάλια Καστοριά

αγαλιά η

όταν τα ζώα δεν έχουν πολύ γάλα ~ αγαλιά Λήμνος, Πάρος

αγαλιά η

σκίουρος (λόγιο) | το ζώο Sciurus vulgaris (βερβερίτσα) ~ αγαλιά Ίμβρος, Λέσβος

αγαλιάζω

ηρεμώ (λόγιο), ησυχάζω ~ αγαλιάζου Άρτα, Σαρακατσάνικα | αγαλιάζω Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Κύπρος, Λευκάδα, Μέγαρα

αγαλιανά

σιγά, χαμηλόφωνα | ήσυχα ~ αγαλιανά Δημητράκος 1933, Κρήτη | αγαλινά Ζάκυνθος

αγαλιανός 

σιγανός ~ αγαλιανός Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Άνδρος | αγαλινός Πρωία 1933, Ζάκυνθος | γαλινός Πρωία 1933, Άνδρος ~ θηλυκό: αγαλιανή Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αγαλινή Πρωία 1933 | γαλινή Πρωία 1933 ~ ουδέτερο: αγαλιανό Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αγαλινό Πρωία 1933 | γαλινό Πρωία 1933 ~ επίρρημα: αγαλιανά Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | αγαλινά Πρωία 1933 | γαλινά Πρωία 1933

αγαλιάς

αργός στο μυαλό | αργοκίνητος ~ αγαλιάς Σάμος, Χίος

αγάλιασμα το

αγαλλίαση (λόγιο) ~ αγάλιασμα ΑΠΘ 1998

αγάλιαστος

που δε βύζαξε πολύ γάλα ~ αγάλιαστος Αθήνα

αγάλικα τα

αμύγδαλα με μαλακό τσόφλι, αφρομύγδαλα ~ αγάλικα Κέρκυρα, Παξοί, Παλιά Αθήνα

αγαλίκι το

αφεντιλίκι, αρχοντιλίκι, κοτζαμπασλίκι | τούρκικο ağalık ~ αγαλίκ Γρεβενά | αγαλίκι Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Αρκαδία, Γρεβενά, Ήπειρος, Κάρπαθος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Πωγώνι | αγαλλίκιν Κύπρος

αγάλικος

αδείλιαστος, άφοβος ~ αγάλικος Κύθηρα

αγάλικος

που έχει ένα αρχίδι ~ αγάλικος Κύθηρα

αγάλιν το

μωρό ή μικρό ζώο που βυζαίνει ακόμα ~ αγάλιν Κύπρος

αγάλιος

τεμπέλης ~ αγάλιος Κωνσταντινούπολη

αγαλιούτσικα

αγάλια ~ αγαλιούτσικα Κωνσταντινούπολη | αγαλιούτσκα Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία | αγαλούτσικα Κυκλάδες

αγαλίτικος

που είναι του αγά ~ αγαλίτικος Δελβίνο, Πωγώνι ~ θηλτκό: αγαλίτικη Δελβίνο ~ ουδέτερο: αγαλίτικο Δελβίνο

αγαλίφιαστος

που δεν τον κανάκεψαν, δεν του έκαναν γαλιφιές ~ αγαλίφευτος Σύρος | αγαλίφιαστος Δημητράκος 1933 | αγαλίφωτος Δημητράκος 1933 | αγαλίχευτευτος Βλάχος 1659 ~ θηλυκό: αγαλίφιαστη Δημητράκος 1933 | αγαλίφωτη Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αγαλίφιαστο Δημητράκος 1933 | αγαλίφωτο Δημητράκος 1933

αγαλιώ

περιμένω | προσέχω ~ αγαλιώ Ήπειρος, Ίμβρος, Σαμοθράκη, Χίος | αγαλώ Χίος

αγαλλία η

μεγάλη χαρά, αγαλλίαση (λόγιο) ~ αγαλλία Πόντος | αγαλλίγια Πόντος

αγαλλιάζω 

έχω μεγάλη χαρά, ευφραίνομαι (λόγιο) ~ αγαλλιάζου Ιωάννινα, Κοζάνη | αγαλλιάζω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Αθήνα, Ήπειρος, Λακωνία | αναγαλλιάζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1933 | γαλλιάζω Κύπρος

αγάλλιασμα το

μεγάλη χαρά, αγαλλίαση (λόγιο) ~ αγάλλιασμα Δημητράκος 1933, Ιωάννινα

αγαλλιασμός

μεγάλη χαρά, αγαλλίαση (λόγιο) ~ αγαλλιασμός Ιωάννινα

αγαλλίος

που έχει μεγάλη χαρά ~ αγαλλίος Κύθηρα

αγάλλομαι

έχω μεγάλη χαρά, ευφραίνομαι (λόγιο) ~ αγάλλομαι Βλάχος 1659, Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998

αγαλός

αγανός, απαλός ~ αγαλός Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933 ~ θηλυκό: αγαλή Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αγαλό Δημητράκος 1933

άγαλος

αγάλατος ~ άγαλο Καλαβρία | άγαλος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933, Αρκαδία, Κρήτη, Κύθηρα, Μύκονος, Σύμη, Σύρος | άγαλους Αιτωλοακαρνανία | ανάγαλους Χαλκιδική ~ θηλυκό: άγαλη Βλαστός 1931, Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: άγαλο Δημητράκος 1933

αγάλωτος

αγάλατος ~ αγάλωτος Πόντος

αγαμησιά η

όταν δεν γαμάς για πολύ καιρό ~ αγαμησιά Κύπρος, Λακωνία | αγαμησία Λακωνία, Μάνη

αγαμησίλα η

αγαμησιά ~ αγαμησίλα Λακωνία

αγάμητος

που δεν έχει γαμήσει ή που δεν έχει γαμηθεί ~ αγάμετος Πόντος | αγάμητος Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Μάνη | αγάμτους Θεσσαλονίκη, Κοζάνη ~ θηλυκό: αγάμητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αγάμητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αγάμπεης ο

ο μεγαλύτερος αδερφός | τούρκικο ağabey ~ αγάμπεης Κωνσταντινούπολη

αγαμπούνιαστος

χωρίς γαμπούνι (για κοντή κάλτσα) ~ αγαμπούνιαστος Θήρα

αγανά

όχι κρουστά ή σφιχτά, ανάρια ~ αγανά Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Αιτωλοακαρνανία, Κεφαλονιά, Μάνη | ανά Κάρπαθος, Τήλος, Τήνος

αγάνα η

λαγάνα (ψωμί) ~ αγάνα Βιθυνία

αγάνα η

το κόκαλο του ψαριού | αθέρας ~ αγάνα Δημητράκος 1933, Αιτωλοακαρνανία, Εύβοια, Φωκίδα

αγανάδα η

η γάνα, η πράσινη σκουριά στα χαλκώματα | η ασπράδα της γλώσσας άμα χαλάσει το στομάχι ~ αγανάδα Ηπίτης 1908, Μαγνησία | γανάδα

αγανάδα η

η κούραση ~ αγανάδα Δημητράκος 1933

αγανάδα η

το μέρος στην επιφάνεια της θάλασσας, που αλλάζει χρώμα από ελαφρό αεράκι, όταν γύρω είναι κάλμα ~ αγανάδα Βλαστός 1931, Ιωάννινα

αγανάιχτιω η

αγανάχτηση ~ αγανάιχτω Μάνη

αγανάκι το

υποκοριστικό του «άγανο» ~ αγανάκι Αχαΐα

αγαναντζής ο

γανωτής ~ αγαλατζής Κοζάνη | αγανατζής Κύπρος, Σιάτιστα | αγανουτζής Κοζάνη

αγαναχτέας

στενόκαρδος, στενόχωρος ~ αγαναχτέας Πόντος | γαναχτέας Πόντος

αγανάχτημα το

αγανάχτηση ~ αγανάχτεμα Πόντος | αγανάχτεμαν Πόντος | αγανάχτημα Αθήνα | αγανάχτημαν Πόντος | γανάχτεμαν Πόντος | γανάχτημα Πόντος | γανάχτημαν Πόντος

αγαναχτημένα

στενόχωρα ~ αγαναχτεμένα Πόντος | γαναχτεμένα Πόντος

αγανάχτηση η

στενοχώρια | δυσφορία (λόγιο) | κούραση ~ αγανάχκηση Τσακώνικα | αγανάχτηση Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Πάρος, Σύμη, Σύρος | γανάχτηση Καστελλόριζο

αγανάχτητος

που δεν αγαναχτεί ~ αγανάχτετος Πόντος | αγανάχτητος Πόντος | αγανάχτητος Κυκλάδες | αγανάχτιος Παξοί | αγανάχτιστους Μακεδονία | ανάχτηση Σύμη

αγαναχτίδα η

αγανάχτηση ~ αγαναχτίδα Σέρρες

αγαναχτίζω

οργίζομαι (λόγιο) | στεναχωριέμαι ~ αγαναχτίζου Μακεδονία, Μάνη | αγαναχτίζω Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Λακωνία | γαναχτίζω Καππαδοκία | γιαναχτίζω Καστελλόριζο

αγανάχτιο το

αγανάχτηση ~ αγανάχτιο Πρωία 1933, Άνδρος | γανάχτιο Παξοί | γανάχτιου Ιωάννινα ~ θηλυκό: γαναχτέα Πόντος | γαναχτία Πόντος | γαναχτίγια Πόντος

αγανάχτισμα το

στενοχώρια | δυσφορία (λόγιο) | κούραση ~ αγανάχτισμα Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ήπειρος, Παξοί | γανιάχτισμα Μακεδονία

αγαναχτισμένα

στενόχωρα ~ αγαναχτισμένα ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Κυκλάδες

αγαναχτισμένος

που έχει αγαναχτήσει ~ αγαναχτεμένος Πόντος | αγαναχτισμένος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη | αγαναχτησισμένος Σύμη | γαναχτεμένος Πόντος ~ θηλυκό: αγαναχτισμένη Ηπίτης 1908, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αγαναχτισμένο ΑΠΘ 1998

αγαναχτισμός

αγανάχτηση ~ αγαναχτισμός Ηπίτης 1908, Ζάκυνθος, Ιωάννινα, Λακωνία

αγαναχτώ

οργίζομαι (λόγιο) | στεναχωριέμαι ~ ααναχτώ Κάρπαθος | αγαναχτάου Ιωάννινα | αγαναχτάω Ζάκυνθος, Παξοί | αγαναχτιώ Μεσσηνία | αγαναχτού Μάνη, Τσακώνικα | αγαναχτώ Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ιωάννινα, Κρήτη, Πιερία, Πόντος | αγιαναχτώ Σύμη | αδαναχτώ Κρήτη | αναχτού Τσακώνικα | αναχτώ Σύμη | γαναχτάου Αιτωλοακαρνανία | γαναχτώ Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Καστελλόριζο, Κρήτη, Λακωνία, Μαγνησία, Πόντος, Ρόδος, Σάμος, Σύμη | δαναχτώ Κρήτη

άγανε το

ουλίτιδα των ιπποζυγίων ~ άγανε Τσακώνικα

αγάνεμα το

παγανιά ~ αγάνεμα Μάνη

αγανεύω                 

βγαίνω παγανιά | καταδιώκω (λόγιο) | ανιχνεύω (λόγιο) ~ αγανεύου Μάνη | αγανεύω Μάνη

αγανεύω

χαλαρώνω (λόγιο) | μαλακώνω ~ αγανεύω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Εύβοια

αγάνι το

άγανο ~ αγάν Βόρεια Εύβοια, Καρδίτσα, Μαγνησία, Σκόπελος | αγάνι Άνδρος, Αχαΐα, Κορινθία, Λευκάδα | γαν Βόρεια Εύβοια

αγανιά η

δίχως γάνωμα ~ αγανιά Κως | αγανία Τσακώνικα

αγανιά η

δρόμος με ζικ-ζακ, με καγκέλια, με κορδέλες, γάγγλα ~ αγανέα Μάνη | αγανία Λακωνία | αγανιά Δημητράκος 1933, Λακωνία, Μάνη Μεσσηνία | γανιά Λακωνία

αγανιά η

λάκκα με θάμνους ~ αγανιά Μάνη | γανιά Μάνη

αγανιά η

παγανιά ~ αγανιά Μάνη | αγανιά Μάνη

αγανιά η

παλιανθρωπιά ~ αγανιά Λευκάδα

αγανιάζω

γεμίζουν τα ρούχα μου με άγανα | βγάζω άγανα (για στάρι) ~ αγανιάζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Άνδρος, Λακωνία, Λευκάδα | αγανιάζου Αιτωλοακαρνανία

αγανιάζω

κοπιάζω ~ αγανιάζω Ηπίτης 1908, Δημητράκος 1933

αγάνιαστα

αγόγγυστα (λόγιο) ~ αγάνιαστα Μύκονος

αγάνιαστος

χωρίς γάνα, ασκούριαστος | καθαρός ~ αγάνιαστος Αρκαδία

αγανίζου

βγάζω τα άγανα από τον καρπό ~ αγανίζω Τσακώνικα

αγανίζω

τσιγκλάω ~ αγανίζου Κοζάνη

αγανίκλα

αγανά ~ αγανίκλα Ζάκυνθος, Κεφαλονιά

αγανίλα η

αραιομάδα ~ αγανίλα Αθήνα

αγανίλα η

γανίλα, γανάδα (στα κατσαρολικά) ~ αγανία Τσακώνικα | αγανίλα Τσακώνικα

αγανίλα η

δίχως γάνωμα ~ αγανίλα Αθήνα

αγάνιν

όχι γανωμένο ~ αγάνιν Πόντος | αγάν Πόντος

αγάνιος

αγάνωτος ~ αγάνιος Ρόδος

αγάνισμα το

το βγάλσιμο του άγανου από τον καρπό ~ αγάνισμα Τσακώνικα

αγανιστήρι το

σύνεργο για το αγάνισμα ~ αγανισήζι Τσακώνικα | αγανιστσήζι Τσακώνικα | αγανιστσήρι Τσακώνικα

άγανο το

ο αθέρας στο στάχυ, αθέρας | λεπτό κόκαλο ψαριού με πολλά αγκάθια ~ άανο Νάξος, Χάλκη | άγανε Τσακώνικα | άγανες Σκύρος | άγανο Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Ηλεία, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύμη, Κως, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Νίσυρος, Πάρος, Προύσα, Σύρος, Ρόδος | άγανον Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, ΑΠΘ 1998, Ρόδος | άγανου Άρτα, Γρεβενά, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Κυδωνίες, Λέσβος, Μαγνησία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος, Τρίκαλα, Χαλκιδική | άγκανο Κρήτη, Κύθηρα | άγκανου Λέσβος, Χαλκιδική | άνο Κυκλάδες | άνον Ρόδος | λάγανε Τσακώνικα ~ αρσενικό: άγανος (ο) Άνδρος, Κορινθία, Μέγαρα, Θεσπρωτία

άγανο το

το μαριδάκι ~ άγανο Μύκονος, Πάρος

αγανοκόβω

κόβω το άγανο του σταριού ~ αανοκόβω Νάξος | αγανοκόβω Νάξος

αγανοκόπητος

αγανόκοπος ~ αγανοκόπητος Σίφνος

αγανόκοπος

που δεν του έχουν κοπεί τα άγανα (για γέννημα) ~ αανόκοφτος Νάξος | αγανόκοπος Νάξος

αγανοκοπώ

κόβω το άγανο από τα στάχυ ~ αανοκοπώ Νάξος | αγανοκοπώ Νάξος, Σίφνος

αγανομάτης

με χαρούμενη ματιά ~ αγανομάτης Προποντίδα

αγανοπλέκω

πλέκω αριά, όχι σφιχτά ~ αγανοπλέκω Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Αχαΐα, Σύρος

αγανός

όχι κρουστός ή σφιχτός, ανάριος, αρύς | απαλός ~ αανός Κυκλάδες | αγανέ Τσακώνικα | αγανός Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Αιτωλοακαρνανία, Αλόννησος, Αρκαδία, Άρτα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύμη, Λευκάδα, Μάνη, Μαγνησία, Μέγαρα, Μεσσηνία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σκόπελος, Φθιώτιδα, Φωκίδα | ανός Κυκλάδες | άναγους Σέρρες ~ θηλυκό: αγανή Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Σαρακατσάνικα ~ ουδέτερο: αγανό Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Σάμος, Σαρακατσάνικα ~ επίρρημα: αγανά Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

άγανος

άνοστος ~ άγανους Χαλκιδική

αγανοϋφαίνω

υφαίνω αγανά ~ αγανοϋφαίνω Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Αχαΐα, Σύρος

αγάντα

άντεχε, βάστα | ιταλικό agguanta ~ αγάντα Ηπίτης 1920, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Άνδρος, Άρτα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ίμβρος, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύθηρα, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Μοσχονήσι, Μύκονος, Νάξος, Νίσυρος, Πάρος, Σάμος, Φωκίδα

αγάντα η

πάσσαλος ή κρίκος για το δέσιμο των καραβιών ~ αγάντα Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

αγαντάδος

βασταγμένος, πιασμένος ~ αγαντάδος Ζάκυνθος, Παξοί

αγαντάρισμα το

τράβηγμα, τέντωμα ~ αγαντάρισμα Μάνη

αγαντάρω

αντέχω, βαστώ | βοηθώ | πιάνω, τσακώνω | ιταλικό agguantare & βενετσιάνικο guantàre ~ αγανταρίζου Μάνη, Παξοί | αγανταρίζω Πάρος | αγαντάρου Μαγνησία, Μάνη | αγαντάρω Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Άνδρος, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία, Λευκάδα, Μήλος, Νάξος, Παξοί, Πάρος, Πόντος, Πρέβεζα, Χίος | αγαντέρνου Αϊβαλί, Λέσβος, Μαγνησία, Μοσχονήσι | αγαντέρνω Κάρπαθος, Νίσυρος, Παξοί, Πρέβεζα, Ρόδος | γαντάρω Λακωνία, Νίσυρος | γαντέρνω Νίσυρος

αγαντζάρω

αρπάζω, γραπώνω ~ αγαντζάρω Κέρκυρα

αγάντζωτος

όχι γαντζωμένος ~ αάτζωτος Νάξος | αγάντζωτος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άνδρος | αγάτζωτος Μήλος | ακάντζωτος Πόντος ~ θηλυκό: αγάντζωτη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αγάντζωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: αγάντζωτα Πρωία 1933

αγάντο το

χρηματική αμοιβή ~ αγάντο Κεφαλονιά

αγαντσάδο το

ακριβό μεταξένιο πανί ή ρούχο με χρυσές ή ασημένιες κλωστές ~ αγαντσάδο Κέρκυρα

αγάνωτος

όχι γανωμένος ~ αάνωτος Κάρπαθος, Νάξος | αγάνουτε Τσακώνικα | αγάνωτε Τσακώνικα | αγάνωτος Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κύπρος, Μεσσηνία, Πόντος, Ρόδος, Χάλκη | αγάνουτους Αϊβαλί, Καρδίτσα, Καστοριά, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σέρρες, Χαλκιδική ~ θηλυκό: αγάνωτη Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αγάνωτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αγαπάς ο

εκείνος που αγαπάς ~ αγαπάς Κρήτη, Χίος

αγάπη η

Buck List 16.27, love ~ αάπη Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κύπρος, Λυκία, Χίος | αγάκη Τσακώνικα | αγάπ Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Κρήτη, Λήμνος, Πόντος, Σιάτιστα, Φωκίδα | αγάπε Πόντος | αγάπη Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Καλαβρία, Μάνη, Πόντος, Τσακώνικα, Χίος | αγκάπη Απουλία, Καλαβρία | αγκαπία Απουλία, Καλαβρία | αδάπη Κάρπαθος | αϊγάπη Πόντος | ακάπη Απουλία | άπη Χίος | εγάπ Πόντος | εγάπε Πόντος | εγάπη Πόντος | γάπη Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κως

αγάπημα το

αγάπη ~ αάπημα Κάρπαθος | αγάπεμα Καππαδοκία | αγάπεμαν Πόντος | αγάπημα Καλαβρία, Καππαδοκία | γκάπημα Καλαβρία

αγαπημένα

με αγάπη ~ αγαπεμένα Πόντος | αγαπημένα Πόντος | αγαπημένα Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Μάνη, Καππαδοκία

αγαπημένος

που τον αγαπούν ~ ααπημένος Κύπρος | αγαπεμένος Πόντος | αγαπημένος Corona Preciosa 1527, Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αγαπμένους Σέρρες ~ θηλυκό: αγαπημένη Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1908, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αγαπημένο ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αγαπημός ο

αγάπη, συμφιλίωση (λόγιο) ~ αγαπημός Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Άνδρος

αγαπησαντρού

τσούλα ~ αγαψαντρού Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι

αγαπησερός

αγαπησιάρης ~ αγαπησερός Somavera 1709, Βλαστός 1931 ~ θηλυκό: αγαπησαριά Somavera 1709

αγάπηση η

αγάπη ~ αγάπηση Αχαΐα | αγαπησία Καλαβρία | αγάψ Ίμβρος

αγαπησιάρης

πονετικός, πονόψυχος | αγαπητός | γκομενάκιας ~ αγαπησάρης Βλάχος 1659, Ζάκυνθος | αγαπησιάρης Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1920, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αθήνα, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κυκλάδες, Σύμη | αγαπητσάρης Ήπειρος | αγαπητσιάρης Θεσπρωτία, Παξοί | αγαπηχιάρης Μάνη | αγαπχιάρης Μάνη | αγαψάρς Σάμος | αγαψιάρς Θράκη | γαπηκιάρης Σύμη ~ θηλυκό: αγαπησαριά Somavera 1709 | αγαπησιάρα Legrand 1882, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | αγαπησιαριά Lange 1708 | αγαψιάρσα Θράκη ~ ουδέτερο: αγαπησιάρικο Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αγαπησιάρικος

αγαπησιάρης ~ αγαπησιάρικος Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: αγαπησιάρικη Somavera 1709, Legrand 1882, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αγαπησιάρικο ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

αγαπήσιμος

αγαπησιάρης ~ αγαπέσιμος Πόντος | αγαπήσιμος Πόντος

αγαπητερός

αγαπησιάρης ~ αγαπητερός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη, Πάρος | αγαπτιρός Θράκη ~ θηλυκό: αγαπητερή Somavera 1709,Δημητράκος 1933 ~ ουδέτερο: αγαπητερό Δημητράκος 1933 ~ επίρρημα: αγαπητερά Lange 1708

αγαπητικιά η

γκόμενα ~ ααπητικιά Κάρπαθος | ααπητιτσή Κύπρος | αγαπηκικά Τσακώνικα | αγαπητική Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Κριαράς 1995 | αγαπητικιά Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Τσακώνικα | αγαπητιτσή Κύπρος | αγαπητιστσιά | αγαπητκιά Άρτα, Καστοριά, Κοζάνη | αγαπητσκιά Σιάτιστα | αγαπτσή Λέσβος | αγαπτσιά Λέσβος | αγαφτηκή Lange 1708 | αγαφτηκιά Legrand 1882

αγαπητικόπουλο

ερωτόπουλο, ερωτιαρόπουλο ~ αγαπητικόπουλο Βλαστός 1931

αγαπητικός ο

γκόμενος ~ ααπητικός Κάρπαθος, Κύπρος, Λυκία, Χίος | αγαπηκικό Τσακώνικα | αγαπετικός Πόντος | αγαπητικό Τσακώνικα | αγαπητικός Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κάρπαθος, Κρήτη, Μάνη, Πιερία, Πόντος, Ζάκυνθος | αγαπητκός Άρτα, Θράκη, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Σάμος | αγαπητσκός Σιάτιστα | αγαπκός Λέσβος | αγαπτικός Θράκη, Καππαδοκία | αγαφτικός Du Cange 1688, Lange 1708, Legrand 1882, Κρήτη | αϊγαπητικός Αργολίδα | αγκαπητικό Απουλία | γαπητικός Αρκαδία, Τήλος | γαπτικός Θράκη

αγαπητικούτσικος

αγαπητικός ~ αγαπητικούτσικος Αρκαδία | αγαφτικούτζικος Lange 1708

αγαπητιλίκι το

γκομενιλίκι | νταβατζιλίκι ~ αγαπητλίκ Σέρρες

αγαπητιτσά η

η κοπέλα που θέλει ένας παλικάρι να παντρευτεί ~ αγαπητιτσά Χίος

αγαπητός

προσφιλής (λόγιο) | Buck List 16.28, dear ~ αγκαπάτος Απουλία, Καλαβρία | αγαπητός Germano 1622, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη, Πόντος | αγκαπητό Απουλία | ακαπητό Απουλία ~ θηλυκό: αγαπητή Βεντότης 1790, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: αγαπητό Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ πληθυντικός: αγαπητοί Meursius 1614

αγάπητος

ασυμπάθιστος ~ αγάπητος Νίσυρος

αγαπήτρια η

αγαπητικιά, αμορόζα ~ αγαπήτρια Θράκη

αγαπιάρης

αγαπησιάρης ~ αγαπιάρης Βλαστός 1931

αγαπίζω

μονοιάζω, συμφιλιώνομαι (λόγιο) ~ ααπίντζω Κάρπαθος | αγαπίζου Αϊβαλί, Λέσβος, Μάνη, Μοσχονήσι, Σάμος | αγαπίζω Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αθήνα, Άνδρος, Βιθυνία, Θεσπρωτία, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Μήλος, Νάξος, Παξοί, Πόντος, Σύρος, Τήλος, Χίος | αγκαπίτζω Απουλία | γαπίζω Άνδρος, Σύρος | γαπίτζω Σύμη | γκαπίτζω Απουλία ~ γαπίζομαι Καππαδοκία

αγάπισμα το

συμφιλίωση (λόγιο), φίλιωμα, φίλιασμα ~ αγάπισμα Germano 1622, Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Θράκη

αγαπίτσα η

το αγαπημένο πρόσωπο | η γκόμενα ~ αγαπίτζα Πόντος | αγαπίτσα Αθήνα, Θράκη, Παξοί

αγαποβότανο το [1933]

«μαγικό» χόρτο | το φυτό Τeucrium polium, αγαποχόρταρο, αγαπόχορτο, αμάραντος, της αγάπης το βοτάνι, λαγοκοιμηθιά, λιβανόχορτο, λουτρόχορτο, μητέρα, παναγιόχορτο, σκορπίδι, σπληνοβότανο, της Κυράς το χορτάρι, της Παναγιάς το χορτάρι ~ αγαποβότανο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | αγαπουβότανου Ηλεία, Θεσσαλία, Μακεδονία, Στερεά

αγαποζουλιάρης

που αγαπά πολύ και ζηλεύει ~ αγαποζουλιάρης Somavera 1709, Legrand 1882, Βλαστός 1931 | αγαπουζλιάρς Θράκη

αγαπός ή αγαπώς ο

γκόμενος ~ ααπός Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος | αγαπό Θράκη, Κρήτη, Λέσβος | αγάπος Θεσπρωτία | αγαπός Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ήπειρος, Θήρα, Ίος, Ιωνία, Κάρπαθος, Κύπρος, Πάρος, Τήλος, Χίος | αγαπώς Πρωία 1933, Δημητράκος 1933

αγαπουλίνι το

πολύ αγαπημένο πρόσωπο ~ αγαπουλίνι Ακαδημία 2016 ~ υποκοριστικό: αγαπουλινάκι Ακαδημία 2016

αγαπούσα η

η αράχνη Pholcus phalangioides ~ αγαπούσα Εύβοια

αγαποχόρταρο το

αγαποβότανο | το φυτό Τeucrium polium (αγαποβότανο) αγαπόχορτο ~ αγαποχόρταρο Passow 1860, Δημητράκος 1933, Ηλεία

αγαπσαντερού

ερωτιάρα ~ αγαπσαντερού Βλαστός 1931

αγαπώ

Buck List 16.27, love | αρχαίο ΑΓΑΠΕΩ (Ινδοευρωπαϊκό ?) ~ ααπάω Κάρπαθος, Κάλυμνος, Ρόδος | ααπού Λυκία | ααπώ Ικαρία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κύπρος | αγαπάου Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Ηλεία, Θεσσαλία, Ιωάννινα, Μακεδονία, Μεσσηνία, Σκόπελος | αγαπάω Germano 1622, Portius 1635, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αίγινα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Καλαβρία, Κεφαλονιά, Κύθηρα | αγαπού Αιτωλοακαρνανία, Θράκη, Μάνη, Σάμος, Τσακώνικα | αγαπώ Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Απουλία, Καππαδοκία, Κοζάνη, Κρήτη, Κύπρος, Λευκάδα, Λήμνος, Μύκονος, Πόντος, Σιάτιστα | αγκαπάω Καλαβρία | αγκαπώ Απουλία, Καλαβρία | ακαπώ Απουλία, Καλαβρία | γαπάω Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάσος, Ρόδος | γαπώ Απουλία, Αστυπάλαια, Θράκη, Κάλυμνος, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κύπρος, Κως, Μύκονος, Νίσυρος, Ρόδος, Σάμος, Σύμη, Τήλος, Τσακώνικα | γκαπάω Καλαβρία | γκαπού Καλαβρία |γκαπώ Απουλία, Καλαβρία | εγαπώ Πόντος | εγκαπώ Απουλία | ιγαπώ Απουλία, Πόντος | καπώ Απουλία ~ αγαπούμαι Somavera 1709 | αγαπιέμαι ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | ααπιούμου Λυκία

αγαπώ η

γκόμενα ~ ααπού Λυκία | ααπώ Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος | αγαπώ Legrand 1882, Αίγινα, Άνδρος, Βιθυνία, Θράκη, Ιωνία, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος, Λέσβος, Νάξος, Παξοί, Προποντίδα, Σίφνος, Τήλος, Ρόδος | γιαγαπώ Κρήτη | εγαπώ Πόντος

αγάρα η

καβγάς, τσακωμός | ιταλικό agara ~ αγάρα Ζάκυνθος, Λευκάδα

αγαργάλητος

 που δε γαργαλιέται ~ αγαργάλητος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Άνδρος | αγαργάλιστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Άνδρος ~ θηλυκό: αγαργάλητη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 | αγαργάλιστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αγαργάλητο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998 | αγαργάλιστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998

αγαρηνά τα

κακοί άνθρωποι | πεισματάρικα ζώα | αγαρηνά Γρεβενά, Πιερία

αγαρηνός

αραβικός (λόγιο) | άπιστος | αγριάνθρωπος ~ αγαρανός Πόντος | αγαρενός Πόντος | αγαρηνός Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θεσσαλονίκη, Κάλυμνος, Κοζάνη, Κως, Λακωνία, Μαγνησία, Πόντος, Σιάτιστα, Σάμος, Χίος | αγαρινός Somavera 1709, Passow 1860 | αγαρνός Somavera 1709, Ήπειρος, Θράκη ~ θηλυκό: αγαρηνή Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο | αγαρινή Somavera 1709 | αγαρνή Somavera 1709 ~ ουδέτερο: αγαρηνό Δημητράκος 1933, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Δελβίνο

αγαρικό το

ίσκα | αρχαίο ελληνικό ΑΓΑΡΙΚΟΝ ~ αγαρικό Ακαδημία 2016, Μέγαρα | αγαρικόν Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1889, Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, Κύπρος

αγάριστος

αβράχνιαστος ~ αγάριστος Αθήνα, Παξοί, Σύρος

αγαρλίζω

ανακατεύω ~ αγαρλίζω Κέρκυρα

αγαρμπαίνω

γίνομαι άγαρμπος ~ αγαρμπαίνου Ίμβρος

αγαρμπιά η

αδεξιότητα (λόγιο) | ατσουμπαλοσύνη ~ αγαρμπιά Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Άνδρος, Σίφνος

αγαρμποκαμωμένος

ασουλούπωτος, κακοφτιαγμένος, χοντροκαμωμένος ~ αγαρμποκαμωμένος Κριαράς 1995, Σύρος ~ θηλυκό: αγαρμποκαμωμένη Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: αγαρμποκαμωμένο Κριαράς 1995

αγαρμπόκορμο το

το κακοφτιαγμένο κορμί ~ αγαρμπόκορμο Σύρος

αγαρμπονοικοκύρης

νοικοκύρης που φέρεται άγαρμπα (αδέξια) ~ αγαρμπονοικοκιούρης Νάξος

άγαρμπος

άκομψος (λόγιο) | ατσούμπαλος, αδέξιος (λόγιο) | ασχημομούρης, άσχημος | άνοστος, σαχλός | βενετσιάνικο (α +) garbo (κομψότητα) ~ άγαρμπο Τσακώνικα | άγαρμπος Ηπίτης 1908, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κάρπαθος, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος | άγαρμπους Αιτωλοακαρνανία, Βόρεια Εύβοια, Γρεβενά, Λέσβος, Σάμος, Σέρρες, Φωκίδα, Χαλκιδική | άγαρπος Πόντος | αγάρπουτους Σάμος | άγκαρμπος Τήνος ~ θηλυκό: άγαρμπη Ηπίτης 1908, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ ουδέτερο: άγαρμπο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995 ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ επίρρημα: άγαρμπα Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κάρπαθος

αγαρμποσύνη η

αγαρμπιά ~ αγαρμποσύνη Ηπίτης 1920, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Κυκλάδες, Κωνσταντινούπολη, Μάνη

αγαρμποφτιαγμένος

ασουλούπωτος, κακοφτιαγμένος, χοντροκαμωμένος ~ αγαρμποφτιαγμένος Αχαΐα | αγαρμποφτιαψμένος Αχαΐα, Σύρος

αγαρνίριστος

χωρίς γαρνιτούρα (ιταλικό guarnitura) ~ αγαρνίριστος Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κάρπαθος ΑΠΘ 1998, Αθήνα, Άνδρος, Παξοί, Σύρος ~ θηλυκό: αγαρνίριστη Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κάρπαθος ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: αγαρνίριστο Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κάρπαθος ΑΠΘ 1998

αγαρόνα η

γυναίκα κακόψυχη, κακίστρα ~ αγαρόνα Ιωάννινα

αγάς ο

κοτζάμπασης, άρχοντας, αφέντης | τούρκικο ağa ~ αάς Λυκία | αγά Τσακώνικα | αγάς Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Ηπίτης 1908, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1933, Ανδριώτης 1983, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κάρπαθος ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Βουρλά, Γρεβενά, Δρόπολη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ιωάννινα, Καππαδοκία, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Καστοριά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος, Μαγνησία, Μάνη, Μεσσηνία, Μύκονος, Νάξος, Πόντος, Προύσα, Σέρρες, Σιάτιστα, Τρίκαλα

αγασλέχ το

δασώδης (λόγιο) | τούρκικο agaçlık ~ αγασλέχ Καππαδοκία

αγαστέρα η

αγγειό από πηλό για κρασί ή νερό ~ αγαστέρα Du Cange 1688, Κύθηρα | γαστέρα Du Cange 1688

αγαστέρα η

πυτιά ~ αγαστέρα Κρήτη

αγαστεροπιάνω

μεγαλώνω καλά ~ αγαστεροπιάνω Κρήτη

αγατσάζου

σκάω από τη δίψα ~ αγατζίου Τσακώνικα | αγατσάζου Τσακώνικα | αγατσίου Τσακώνικα