Skip to main content

Ελληνικός εθνικισμός και μειονότητες [1991]

 

 

Ελληνικός εθνικισμός και μειονότητες [i]

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Ξεκινώντας την αναγκαστικά σύντομη παρέμβασή μου, σε αυτή τη συζήτηση της Αριστεράς για τα εθνικά ζητήματα και τα μειονοτικά, θα ήθελα να επαναλάβω τα λόγια ενός μαρξιστή, του Τομ Νερν, από το έργο του “Σύγχρονος Ιανός”:

Η θεωρία του εθνικισμού αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ιστορική αποτυχία του μαρξισμού. Μπορεί να είχε και άλλες και ορισμένες από αυτές να υπήρξαν αντικείμενο διαμάχης σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο καμιά από αυτές δεν είναι τόσο σημαντική όσο το πρόβλημα του εθνικισμού”.[ii]

Η ιδεολογία της κομμουνιστικής αριστεράς, περιορισμένη σε αφορισμούς για όσους προλετάριους πίστευαν ότι έχουν πατρίδα και αναλύσεις βασισμένες στη σκέψη του Ιωσήφ Στάλιν[iii], για δεκαετίες τραβούσε το δρόμο ενός "διεθνισμού" [iv] εξυπηρέτησης των κάθε λογής και απόχρωσης μοντέλων.

Είναι αλήθεια βέβαια πως στην Ελλάδα κάποιοι “ιδιόρρυθμοι”, όπως τότε χαρακτηρίζονταν και οι οποίοι σήμερα θεωρούνται οι παραγωγοί της αριστερής εθνικής ιδεολογίας, έλεγαν με τον τρόπο τους,[v] από τη δεκαετία του 1960, αυτό που σήμερα φαίνεται να κυριαρχεί:

Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να σώσει το έθνος του… Τα έθνη δεν πεθαίνουν με μια πολιτική. Ζει ο λαός και αλλάζει η πολιτική μορφή… Δουλεύω για τον ελληνισμό. Μήπως μπορώ να δουλέψω για τίποτε άλλο;.[vi]

Αυτή, ωστόσο, η ιδεολογία που συμπυκνώνεται στα παραπάνω λόγια του Ίωνα Δραγούμη και τα οποία κάποιοι αριστεροί φοιτητές δειλά χρησιμοποιούσαν με τη δική τους συνθηματική ιδεολογική διάλεκτο, την περίοδο 1965 – 1975, έγινε τώρα ο πολιτικός μπούσουλας και το πιστεύω της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Επειδή το εθνικό φαινόμενο είναι κυρίως ένα ιδεολογικό φαινόμενο, που για να επανέλθουμε στον Νερν, “αντιστοιχεί σε ορισμένες εσωτερικές ανάγκες της κοινωνίας καθώς επίσης και σε ορισμένες ατομικές ψυχολογικές ανάγκες, προσφέροντας στους λαούς και τα άτομα ένα σημαντικό εμπόρευμα, την ταυτότητα”, θέλω να σημειώσω πως δεν μπορείς να κατανοήσεις και να ερμηνεύσεις μια ιδεολογία, όταν αυτή αποτελεί τον δικό σου κώδικα επικοινωνίας και τον δικό σου λόγο.

Ένας εθνικιστής μπορεί να πολεμήσει για τις “χαμένες πατρίδες” και να σκοτωθεί για τα “δίκαια του έθνους”. Δεν μπορεί όμως να καταλάβει το εθνικό φαινόμενο. Είναι το ίδιο απίθανο όσο οι προσπάθειες μιας μαρξιστικής - λενινιστικής γκρούπας να κατανοήσει τη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα ή μιας χριστιανικής οργάνωσης να εμβαθύνει στη φιλοσοφία του Επίκουρου.

Οι πιθανότητες να ανιχνεύσεις τα ζητήματα της εθνικής συνείδησης γίνονται σοβαρές μέσω της συστηματικής έρευνας των ιστορικών πηγών και όχι με το διάβασμα της εθνικής ιστορίας (: εθνικού μύθου). Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να υπερβείς τα εθνικά ιδεολογικά πλαίσια.

Αν δεν απαντήσεις σε θεωρητικά προβλήματα, που έχουν να κάνουν με τη συλλογική ταυτότητα, τους “φίλους” και τους “εχθρούς” γείτονες, την ενοποίηση ως καταστροφή της ιδιαιτερότητας, τη συγκρότηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και την αναπαραγωγής της ως συνεκτικό στοιχείο κάθε κοινωνίας, τη σχέση της ιστορίας και του μύθου, είναι αδύνατο να απεγκλωβιστείς της εθνικής ερμηνείας των πραγμάτων. Επιπλέον ο κίνδυνος ενός τέτοιου εγχειρήματος, ίσως σημαίνει, γι’ αυτόν που τολμά ότι στο τέλος της διαδρομής, εκτός από τη σωτηρία της “εθνικής ψυχής” του, θα έχει χάσει και τους παλιούς του φίλους.[vii]

Για να περάσω τώρα στο δεύτερο ζήτημα, εκείνο των πολιτισμικών και εθνικών μειονοτήτων στην Ελλάδα.

Η ιστορία της λεγόμενης ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης ή της κρατικής συγκρότησης και επέκτασης του ελληνικού κράτους, συνοδεύεται από μία μικρότερη αλλά τραγική παράλληλη ιστορία, εκείνη της ενσωμάτωσης των μειονοτήτων.

Ο γεωγραφικός χώρος που βρίσκεται εντός των ορίων του ελληνικού κράτους, σε αντίθεση με την κρατούσα περί του αντιθέτου ιδεοληψία, κατοικήθηκε για αιώνες και από μη ελληνόφωνους πληθυσμούς, με διαφορετικούς πολιτισμούς.

Θα ήθελα να αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες πληροφορίες των πηγών, κάποια ιστορικά γεγονότα, τόσο σημαντικά που δύσκολα ξεμπερδεύουν μαζί τους οι επαγγελματίες συντηρητές και αναπαραγωγοί του εθνικού μύθου.

α. Ο γεωγράφος Στράβων (64 π.Χ. – 24 μ.Χ.) σημειώνει: “Σχεδόν δε τι και η σύμπασα Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε το παλαιόν, απ’ αυτών λογιζομένοις των μνημονευομένων, Πέλοπος μεν εκ της Φρυγίας επαγαγομένου λαόν εις την απ’ αυτού κληθείσαν Πελοπόννησον, Δαναού δε εξ Αιγύπτου, Δρυόπων τε και Καυκόνων και Πελασγών και Λελέγων και άλλων τοιούτων κατανειμαμένων τα εντός Ισθμού, και τα εκτός δε. Την μεν γαρ Αττικήν οι μετά Ευμόλπου Θράκες έσχον, της δε Φωκίδος την Δαυλίδα Τηρεύς, την δε Καδμείαν οι μετά Κάδμου Φοίνικες, αυτήν δε την Βοιωτίαν Άονες και Τέμμικες και Ύαντες. Και από των ονομάτων δε ενίων το βάρβαρον εμφαίνεται, Κέκροψ και Κόδρος και Άικλος και Κόθος και Δρύμας και Κρίνακος. Οι δε Θράκες και Ιλλυριοί και Ηπειρώται και μέχρι νυν εν πλευραίς εισίν. Έτι μέντοι μάλλον πρότερον ή νυν, όπου γε και της εν τω παρόντι Ελλάδος αναντιλέκτως ούσης την πολλήν οι βάρβαροι έχουσι, Μακεδονίαν μεν Θράκες και τινα μέρη της Θεττταλίας, Ακαρνανίας δε και Αιτωλίας [τα] άνω Θεσπρωτοί και Κασσωπαίοι και Αμφίλοχοι και Μολοττοί και Αθαμάνες, Ηπειρωτικά έθνη”.[viii]

Ή σε ελεύθερη απόδοση: Σχεδόν δε ολόκληρη η Ελλάδα υπήρξε παλιά κατοικία των βαρβάρων, εάν κρίνουμε από τα μνημονευόμενα. Του Πέλοπος μεν εκ της Φρυγίας λαό εγκατεστημένου στην από αυτόν ονομασθείσα Πελοπόννησο, του Δαναού εξ Αιγύπτου, των Δρυόπων και των Καυκόνων και των Πελασγών και των Λελέγων και άλλων τέτοιων (λαών) που κατένειμαν τα (εδάφη) εντός και εκτός του Ισθμού (της Κορίνθου). Την μεν Αττική οι μετά του Ευμόλπου Θράκες κατέλαβαν, τη δε Δαυλίδα της Φωκίδος ο Τηρεύς, τη δε Καδμεία οι μετά του Κάδμου Φοίνικες, αυτή δε τη Βοιωτία οι Άονες, οι Τέμμικες και οι Ύαντες. Και εκ των ονομάτων μερικών φαίνεται το βάρβαρο: Κέκροψ και Κόδρος και Άικλος και Κόθος και Δρύμας και Κρίνακος. Οι δε Θράκες και οι Ιλλυριοί και οι Ηπειρώτες και μέχρι τώρα βρίσκονται στα πλευρά της (Ελλάδας), περισσότερο παλαιότερα παρά τώρα, όπου αναντίρρητα την πολλή της παρούσας Ελλάδας κατέχουν οι βάρβαροι, της Μακεδονίας και μερικά μέρη της Θεσσαλίας οι Θράκες, της Ακαρνανίας και της άνω Αιτωλίας (κατέχουν) οι Θεσπρωτοί, οι Κασσωπαίοι, οι Αμφίλοχοι, οι Μολοττοί και οι Αθαμάνες, (που είναι) έθνη[ix] Ηπειρωτικά.

β. Το αρχαίο ελληνικό πνεύμα πέθανε και συμβολικά με τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Οι εκκλησίες που πάνω στα χαλάσματα των αρχαίων ναών θεμελίωσε ως κατακτητής ο χριστιανισμός, είναι τα κενοτάφια του αρχαιοελληνικού πνεύματος.[x]

γ. Μετά τους Ρωμαίους, οι Γότθοι κυριεύουν την Ελλάδα και τους ακολουθούν οι Άβαροι και οι Σλάβοι που, σύμφωνα με το χρονικό της Μονεμβασίας, κατείχαν την Ελλάδα για 218 χρόνια (587 – 805 μ. Χ.).[xi] Οι απόγονοί τους Μελιγγοί και Εζερίτες του Ταϋγέτου, θα αντισταθούν σκληρά σε Φράγκους και Βυζαντινούς μερικούς αιώνες αργότερα.[xii]

δ. Οι Βλάχοι από τον 12ο αιώνα ζουν λίγο έξω από το Ζητούνι (Λαμία) και κατεβαίνουν από τα βουνά στους κάμπους για ληστεία και αρπαγή, σύμφωνα με τα λόγια του Βενιαμίν από την Τουδέλα.[xiii]

ε. Δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις οικογένειές τους, τα υπάρχοντά τους και τα ζώα τους γίνονται δεκτοί στις αρχές του 15ου αιώνα στον Ισθμό της Κορίνθου από το δεσπότη της Πελοποννήσου Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο. Οι νέοι έποικοι θα κατοικήσουν έρημους τόπους, θα ξεχερσώσουν και θα καλλιεργήσουν τη γη.[xiv]

στ. Στο σατυρικό διάλογο Ταξίδι στον Άδη (Επιδημία Μάζαρι εν Άδου) του βυζαντινού Μάξιμου Μάζαρι, ο συγγραφέας περιγράφει τις επτά γλωσσικές – πολιτισμικές κοινότητες που κατοικούν από κοινού (οικεί αναμίξ γένη) το 1415 στην Πελοπόννησο: Λακεδαίμονες (Μανιάτες, διόρθωση: Τσάκωνες), Ιταλοί, Πελοποννήσιοι (Μοραΐτες), Σθλαβίνοι, (Σλάβοι) Ιλλυριοί (Αρβανίτες), Αιγύπτιοι (Τσιγγάνοι) και Ιουδαίοι (Εβραίοι).[xv]

Για να μην κουράσω άλλο με αναφορές σε αρχαίες και μεσαιωνικές πηγές, θέλω να καταλήξω λέγοντας ότι εκτός από τον ελληνόφωνο πληθυσμό που διασώθηκε μέσα στους αιώνες, στις αρχές της δεκαετίες του 1920 υπήρχαν εντός του ελληνικού κράτους εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί, μουσουλμάνοι και Εβραίοι που μιλούσαν αλβανικά, βλάχικα, τούρκικα, μακεδόνικα, ισπανικά, τσιγγάνικα και βουλγάρικα.

Οι εκδίωξη χιλιάδων από αυτούς με διακρατικές συμφωνίες (που έλαβαν την ονομασία “ανταλλαγή πληθυσμών”) ή με τα όπλα (Τσάμηδες και Μακεδόνες) ή ακόμα και με τη φυσική εξόντωσή τους (ολοκαύτωμα των Εβραίων την περίοδο της γερμανικής κατοχής), μπορεί να οδήγησε στην αλλοίωση του γλωσσικού, πολιτισμικού και ιδεολογικού (εθνικού) τοπίου αλλά δεν εξαφάνισε τις μειονότητες από τη χώρα.

Το σύνολο του πολιτικού κόσμου σήμερα στην Ελλάδα, μιλώντας για μειονότητες στη χώρα, αποδέχεται μόνο την ύπαρξη των μουσουλμάνων της Θράκης, χωρίς να αναγνωρίζει την τουρκική εθνική συνείδησή τους.

Οι Μακεδόνες, μια εξίσου σημαντική αριθμητικά μειονότητα, θεωρούνται ως “δίγλωσσα φαντάσματα”.[xvi] Οι Βλάχοι κι οι Αρβανίτες παρουσιάζουν μόνο φολκλορικό ενδιαφέρον. Όσον αφορά τέλος τους Γύφτους, ενοχλεί ακόμα και η παρουσία τους.

Για τους έλληνες πολιτικούς, απ’ ότι φαίνεται υπάρχει μόνο η εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους. Τα ανθρώπινα και μειονοτικά δικαιώματα και ο σεβασμός του διαφορετικού είναι ζητήματα ξένα προς την εθνική ιδεολογία τους και την κουλτούρα τους.

[i] Το κείμενο αυτό αποτελεί εισήγησή μου στις 23 Οκτωβρίου 1991 στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, σε συζήτηση που διοργάνωσε το Φόρουμ της Αριστεράς για τα Εθνικά Θέματα. Στην εκδήλωση συμμετείχα ως μέλος της Εταιρείας για τα Δικαιώματα των Μειονοτήτων. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εκτός Ορίων, τεύχος 4-5, Φλεβάρης 1992. Παρουσιάζεται εδώ μερικά αναθεωρημένο, με τις αναγκαίες βιβλιογραφικές αναφορές.

[ii] Το κείμενο του Τομ Νερν μεταφράστηκε από τους Μανόλη Αγγελίδη και Βασίλη Τσεκούρα για να δημοσιευτεί στο περιοδικό Τετράδια Πολιτικού Διάλογου Έρευνας και Κριτικής. Λόγω των ενοχλητικών για τους εθνικιστές απόψεών του, δημοσιεύτηκε με καθυστέρηση αρκετών ετών και λογοκριμένο στο τεύχος 27 (1991).

[iii] Έτσι όπως κωδικοποιήθηκε στο βιβλίο του "Ο Μαρξισμός και το Εθνικό ζήτημα" (1912). Ένα έργο που σύμφωνα με το Λένιν φωτίζει θεωρητικά το θέμα του έθνους.

[iv] Ο όρος διεθνισμός, εμπεριέχει την αποδοχή του έθνους ως έννοιας ευρύτερης της ιδεολογικής κοινότητας. Γι αυτό και η διαμάχη των διεθνιστών με τους εθνικιστές δεν ξεπέρασε ποτέ το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης.

[v] Ο ιστορικός Νίκος Ψυρούκης και η ομάδα των Φίλων των Νέων Χωρών που καθοδηγούσε, οι γνωστοί τότε ως Φινιχίτες, αποτέλεσαν τον πρώτο ιδεολογικό πυρήνα μιας χωρίς προσχήματα εθνικιστικής αριστεράς. Το κεντρικό πολιτικό ζήτημα που έθεσαν ήταν ή ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Επίγονοι του Ψυρούκη υπήρξαν οι Γιώργος Καραμπελιάς, Λευτέρης Ριζάς και Λουκάς Αξελός.

[vi] Ίωνος Δραγούμη, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες, Αθήνα 1927, σελ. 1-2.

[vii] Η πρόβλεψη μου αυτή, επιβεβαιώθηκε όσον με αφορά, στα μέσα της διαδρομής.

[viii] Strabo c 322, Στράβωνος Γεωγραφικά, έκδοση παπυροσ, Αθήνα, χωρίς χρονολογία, σελ. 918 – 920.

[ix] Η έννοια του “έθνους” στα αρχαία ελληνικά σημαίνει σύνολο ή ομάδα ανθρώπων. Βλ. J. B. Hofmann, Ετυμολογικό λεξικόν της αρχαίας ελληνικής, Αθήναι 1974.

[x] Γράφει χαρακτηριστικά ο Gregorovius πως την Ελλάδα, “η εκκλησία την ταπείνωσε και την έκανε μισητή. Οι θεοί των Ελλήνων έμειναν για την εκκλησία όχι ανύπαρκτες παραστάσεις της φαντασίας, αλλά πραγματικοί κακοί δαίμονες, οι διαβολικοί εχθροί του Χριστιανισμού”. Βλ. Φ. Γκρεγκορόβιους, Μεσαιωνική ιστορία των Αθηνών, μετάφραση Άγις Τσάρις, εκδόσεις κριτικη, τόμος Α΄, σελ. 86.

[xi] Για το χρονικό της Μονεμβασίας βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Σύμμικτος Λαός ή περί Ρωμιών και Αλλοφώνων σπαράγματα, εκδόσεις μπαταβια, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 35 – 56.

[xii] Βλ. Δήμου Μέξη, Η Μάνη και οι Μανιάτες, εκδόσεις Εστία, Αθήνα 1977, σελ. 157 – 198. Επίσης Georg Ostrogorsky, Ιστορία του βυζαντινού κράτους, μετάφραση Ι. Παναγόπουλος, εκδόσεις βασιλόπουλος, Αθήναι 1979, τομ. Β΄, σελ. 64, 263 – 265 και Γεώργιος Νακρατζάς, Η στενή εθνολογική συγγένεια των σημερινών Ελλήνων, Βουλγάρων και Τούρκων / Ήπειρος – Νότια Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 101, 112, 115, 126, 131.

[xiii] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμος πρώτος, Αθήνα 1976, σελ. 223.

[xiv]Ιλλυριοί περί μυριάδα αθρόοι μετοικήσαντες άμα παισί τε και γυναιξί και ταις ουσίαις και θρέμμασι τον ισθμόν κατέλαβον” και “Ώκουν οι νεήλυδες τας αοικήτους, και άλση κατετέμνετο και εκαθαίρετο χώρος άπας”. Βλ. Απόστολου Βακαλόπουλου, Πηγές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού (1204 – 1669), Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 18.

[xv] D. Α. Zakythinos, Le Despotat grec de Morée, II Athènes 1953, σελ. 1.

[xvi] Μετά την συγκρότηση του Ουράνιου Τόξου, της πολιτικής οργάνωσης των Μακεδόνων της Ελλάδας και την παρουσία του σε τρεις ευρωεκλογές, η πολιτική ορολογία έχει (μέσω αναπαλαίωσης) εκσυγχρονιστεί: η πιο προωθημένη και εθνικά αποδεκτή ονομασία είναι σήμερα το Σλαβομακεδόνες, λέξη δανεισμένη από το λεξιλόγιο των ελλήνων κομμουνιστών της δεκαετίας του 1940.