Skip to main content

Το ελληνομακεδονικό λεξικό του Βάσκο Καρατζά [2009]

 

Το ελληνομακεδονικό λεξικό *

Δημήτρη Λιθοξόου

 

 

Η έκδοση ενός ελληνομακεδονικού λεξικού αποτελούσε τακτικό στόχο του οργανωμένου μακεδονικού κινήματος εδώ και δώδεκα χρόνια. Ο στόχος αυτός διατυπώθηκε στο μανιφέστο του Ουράνιου Τόξου, που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 1997, με τη διευκρίνιση ότι πολιτική προτεραιότητα δινόταν στην καλλιέργεια και διάδοση της λόγιας εθνικής μακεδονικής γλώσσας, όπως αυτή αναπτύχθηκε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, κι όχι στη μελέτη των τοπικών μακεδονικών ιδιωμάτων των μειονοτικών περιοχών.

Ο συντάκτης του ελληνομακεδονικού λεξικού θα έπρεπε να γνωρίζει καλά τις δύο εθνικές γλώσσες, όπως αυτές διδάσκονται και αναπαράγονται μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα των δύο χωρών. Θα έπρεπε επίσης, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα, να ήταν γνώστης των δύο γλωσσών σε επίπεδο καθημερινής ζωής. Οι προϋποθέσεις αυτές προσδιόριζαν το χώρο, στον οποίο θα βρισκόταν ο συγγραφέας. Ήταν εκείνος των εθνικά μακεδόνων πολιτικών προσφύγων από την Ελλάδα που ζούσαν για χρόνια στη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ανάμεσα σε αυτούς τους πρόσφυγες που μπορούσαν να επωμιστούν το έργο της δημιουργίας του ελληνομακεδονικού λεξικού, ένας είχε ξεκινήσει ήδη από μόνος του να το γράφει. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Βάσκο Καρατζά.

Ο Βάσκο Καρατζά γεννήθηκε στην περιοχή Κορεστίων της Καστοριάς. Το χωριό του, το Ντάμπενι (Д'мбени), στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής διοίκησης, αποτελούσε τσιφλίκι του Ομέρ Μπέη. Ήταν ένα μεγάλο χριστιανικό χωριό, 1.400 περίπου κατοίκων. Οι κάτοικοί του μιλούσαν μακεδόνικα και είχαν προσχωρήσει σχεδόν στο σύνολό τους στην εξαρχία. Το καλοκαίρι του 1903 είχαν πάρει μέρος στην αυτονομιστική επανάσταση του Ίλιντεν και είχαν γνωρίσει τα αντίποινα του αυτοκρατορικού στρατού και των μπασιμπουζούκων. Το Ντάμπενι λεηλατήθηκε και κάηκε. Μόνο τρία από τα 250 σπίτια του χωριού ξέφυγαν από τις φλόγες. Επτά άντρες και έξι γυναίκες σφαγιάστηκαν. Τον επόμενο χρόνο, το εξαρχικό Ντάμπενι γνώρισε τη βία των ελλήνων «μακεδονομάχων». Τον Αύγουστο του 1904, μια ελληνική μισθοφορική ομάδα εισέβαλε στο χωριό, τρομοκράτησε τους κατοίκους, σκότωσε τον εξαρχικό δάσκαλο και τέσσερις χωρικούς.

Μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στην Ελλάδα, το Ντάμπενι μετονομάστηκε σε Δενδροχώρι (το 1926) και στη συνέχεια σε Δενδροχώριον (το 1940).

Οι ελληνικές αρχές ασφαλείας είχαν χαρακτηρίσει την περίοδο του μεσοπολέμου, όλο τον πληθυσμό του χωριού, ως δεδηλωμένων σλαβικών φρονημάτων.

Την περίοδο της κατοχής 35 άτομα από το χωριό εντάχθηκαν στις γραμμές του ΣΝΟΦ. Μεταξύ των ετών 1945-1946 οι κάτοικοι του χωριού γνώρισαν τη βία του κρατικού μηχανισμού και των παρακρατικών. Δεκάδες δέρνονται, εννέα εξορίζονται, δύο δολοφονούνται. Κλέβονται εκατοντάδες ζώα, καίγονται 19 σπίτια και 78 αχυρώνες. Τριάντα άτομα κρύβονται σαν φυγόδικοι. Στο σταθμό χωροφυλακής του χωριού κρατούνται όμηροι για τρεις μήνες 22 γυναίκες.

Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου 113 κάτοικοι του Ντάμπενι παίρνουν τα όπλα σαν οπλίτες ή αξιωματικοί του Δημοκρατικού Στρατού. Στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς.

Το 1951 απογράφονται στο σχεδόν έρημο χωριό, μόνο 19 άτομα. Το ελληνικό κράτος παραχωρεί τα επόμενα χρόνια τα σπίτια και τη γη των φυγάδων Μακεδόνων, σε εθνικόφρονες Βλάχους που φέρνει από την Ήπειρο.

Το 1975 από τους Μακεδόνες που κατάγονται από το Ντάμπενι βρίσκονται διασκορπισμένοι: 171 οικογένειες στην πόλη των Σκοπίων, 18 στα Μπίτολα και 15 σε άλλες πόλεις της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Στη Σερβία ζούνε 4 οικογένειες, στη Σλοβενία 1, στη Βουλγαρία 15, στην Τσεχοσλοβακία 12, στη Ρουμανία 4, στη Σοβιετική Ένωση 5, στην Αλβανία 2. Έχουν επίσης μεταναστεύσει στην Αυστραλία 53 οικογένειες, στον Καναδά 53, στις Ηνωμένες Πολιτείες 64. Στην Ελλάδα έχουν απομείνει 19 οικογένειες στην πόλη της Καστοριάς, 5 στην Θεσσαλονίκη, 3 στην Αθήνα και 5 σε άλλες πόλεις της χώρας.

Ο Βάσκο Καρατζά, μπήκε στο Δημοκρατικό Στρατό το 1947 και πολέμησε στο Γράμμο μέχρι το τέλος του πολέμου το 1949. Πέρασε πρόσφυγας στη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια πήγε στη Δημοκρατία της Μακεδονίας όπου εγκαταστάθηκε και δημιούργησε οικογένεια. Γνωρίζοντας καλά τόσο την ελληνική όσο και τη μακεδονική γλώσσα, δούλεψε σαν μεταφραστής και διερμηνέας. Δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπως χιλιάδες άλλοι Μακεδόνες, ως μη Έλληνας το γένος.

Τον γνώρισα για πρώτη φορά το 1993, όταν λίγοι άνθρωποι από την Ελλάδα επισκεφτήκαμε τη Μακεδονία για να δείξουμε στους Μακεδόνες ότι υπάρχουν έλληνες υπήκοοι που αναγνωρίζουν το δίκιο τους, ότι υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν και ζουν στη γειτονική τους χώρα, που όχι μόνο δεν τους απειλούν με πόλεμο, αλλά τους θεωρούν φίλους.

Ο Βάσκο βοήθησε τη Αιμιλία Μαϊστόροβα στη μετάφραση του πρώτου βιβλίου μου στα μακεδόνικα και αργότερα ανέλαβε με δική του πρωτοβουλία να μεταφράσει το δεύτερο έργο μου, τον Ελληνικό Αντιμακεδονικό Αγώνα.

Το ελληνομακεδονικό λεξικό του, στην πρώτη ανέκδοτη - ηλεκτρονική του μορφή, μου στάθηκε τα τρία προηγούμενα χρόνια πολύτιμο βοήθημα στην έρευνα μου για τα μακεδονικά πράγματα.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση βλέπω λοιπόν το ελληνομακεδονικό λεξικό του Βάσκο Καρατζά τυπωμένο. Το θεωρώ υλοποίηση ενός πολιτικού στόχου στον οποίο μετείχα, αλλά και έργο ζωής ενός ανθρώπου που εκτίμησα, συνεργάστηκα, τιμώ τη μνήμη του, και θα είναι κοντά μου όποτε ξεφυλλίζω τις σελίδες του βιβλίου του.

* Διαβάστηκε στην παρουσίαση του ελληνομακεδονικού λεξικού στις 2 Ιουνίου 2009, στην Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Την εκδήλωση επιχείρησε να διαλύσει πολυπληθής ομάδα της Χρυσής Αυγής που εισέβαλλε στην αίθουσα, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, με την ανοχή της αστυνομίας που βρισκόταν έξω από το κτήριο. Επικεφαλής των εισβολέων βρισκόταν ο μετέπειτα βουλευτής της Χρυσής Αυγής Ηλία Παναγιώταρος.