Skip to main content

Εθνικισμός και εθνικός μύθος [1992]


 

Εθνικισμός και Εθνικός Μύθος [1]

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Κεντρικό πυρήνα της εθνικής ιδεολογίας αποτελεί η ιδέα της ύπαρξης μίας αθάνατης κοινότητας: του έθνους.

Για τον εθνικισμό, το έθνος δεν είναι μόνο η σημερινή υπαρκτή και οργανωμένη κοινότητα γλώσσας, κουλτούρας, πολιτισμού και οικονομικής ζωής, η κρατικά συγκροτημένη ή η επιθυμούσα τη χωριστή κρατική συγκρότηση. Για τον εθνικισμό το έθνος ταξιδεύει μέσα στο χρόνο. Υπάρχει ένας “ιστορικός χώρος” εντός του οποίου πραγματοποιείται αυτό το ταξίδι και του οποίου τα όρια θεωρούνται ελαστικά και διευρυνόμενα.

Το έθνος λογίζεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Η ζωή των επιμέρους φθαρτών κυττάρων – μελών του δεν έχει σημασία. Τα ίχνη των εθνών χάνονται στο παρελθόν και κατά προτίμηση (εκτός εάν αυτό δεν είναι δυνατόν) στη βαθιά αρχαιότητα. Ανεξάρτητα από τρόπους παραγωγής και διανομής του πλούτου, μορφές διακυβέρνησης και εναλλαγής πολιτισμών, η ουσία του έθνους, η “ψυχή του”, παραμένει αναλλοίωτη.

Πάνω σε αυτή την ιδέα δομείται ο εθνικός μύθος. Τα υλικά του εθνικού μύθου βρίσκονται ή αναζητούνται στην ιστορία. Το οικοδόμημα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο στέρεο. Οι αυθαίρετες ή και παράλογες ερμηνείες των γεγονότων, είναι βεβαίως προτιμότερες από τη χάλκευση των στοιχείων, καθώς παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντοχή στις ιδεολογικές επιθέσεις των αντίπαλων εθνικισμών.

Οι ψηφίδες αυτού του μυθικού ψηφιδωτού συναρμολογούνται μέσα στο διάβα του χρόνου από τους εθνικιστές διανοούμενους. Ανάμεσά τους υπάρχουν οι μεγάλοι δημιουργοί, οι εμπνευσμένοι αφηγητές, οι πρωτομάστορες.

Κάθε έθνος έχει τους δικούς του Παπαρηγόπουλους. Κοντά τους βρίσκονται οι επιδέξιοι τεχνίτες οι καλύτεροι των ειδικών, οι γλωσσολόγοι, λαογράφοι, ανθρωπολόγοι, αρχαιολόγοι, ιστορικοί: ο Χατζιδάκης, ο Πολίτης, ο Κουγέας, ο Ανδριώτης, ο Κυριακίδης, ο Κούμαρης, ο Ζακυθηνός, ο Τριανταφυλλίδης…

Κι ακολουθούν οι φανατικοί και συνήθως ημιμαθείς ερασιτέχνες “λόγιοι πατριώτες”, οι γραφικές φιγούρες του πνευματικού επαρχιωτισμού: στρατιές δασκάλων, παπάδων, δικηγόρων, αξιωματικών, πολιτευτών και δημοσιογράφων.

Κάθε έθνος έχει τους δικούς του κρατικούς λειτουργούς, τους επαγγελματίες αναπαραγωγούς και συντηρητές του εθνικού μύθου. Αυτούς που τρέφουν και τρέφονται από τον εθνικισμό. Τους Παπαθεμελήδες, Μάρτηδες, Μέρτζους, Καργάκους, Βακαλόπουλους, Χριστόδουλους.

Η ιστορία που γράφεται με αυτό τον τρόπο είναι ένας μεγάλος μύθος. Περιγράφει τα κατορθώματα των προγόνων και τις νίκες τους επί των εχθρών. Η ύπαρξη των εχθρικών κρατών, τα οποία περικυκλώνουν και επιβουλεύονται το “δικό μας” έθνος, είναι το κεντρικό στοιχείο του μύθου.

Η εθνική ιστορία αποτελεί τη διδακτέα ύλη του εκπαιδευτικού συστήματος και το σύνολο σχεδόν της ιστορικής βιβλιογραφίας. Με αυτή διαπαιδαγωγούνται οι νεότερες γενεές και συμφιλιώνονται με τους γεννήτορες. Η αρχαϊκή λατρεία των προγόνων μετασχηματίζεται στις μοντέρνες κοινωνίες σε εθνική ιστορία, σε εθνικό δηλαδή μύθο, που συγκινεί, γοητεύει, διδάσκει και παροτρύνει. Το βάρος της εθνικής κληρονομιάς θέτει έτσι τη σύγχρονη κοινότητα μπροστά σε νέα καθήκοντα. Αυτή, όπως και κάθε μέλος της, αποδεχόμενη την εθνική ιστορία, οφείλει πλέον ένα χρέος προς τους νεκρούς. Είναι θέμα τιμής να σταθείς αντάξιος αυτής της κληρονομιάς και να οδεύσεις προς τη θυσία.

Η εθνική συνείδηση αποτελεί καθαρά ζήτημα ιδεολογίας. Για την απόδειξη του ισχυρισμού, ας αναλογιστούμε πως η μεγάλη πλειοψηφία των υπηκόων του ελληνικού κράτους, που από τον ένα ή και από τους δύο γονείς δεν είναι παλιοελλαδίτες ή προσφυγικής καταγωγής Ρωμιοί, σε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που αυτό μπορεί να συμβεί (: γάμοι με Αρβανίτες, Μακεδόνες, Βλάχους, χριστιανούς Τουρκόφωνους, Αρμένιους, ή σπανιότερα με Τσιγγάνους ή Εβραίους), μετά από την υποχρεωτική εννιάχρονη σχολική εκπαίδευση, αισθάνονται περήφανοι που είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων.

Ο εθνικισμός αποτελεί μια καθολική ιδεολογία που προσφέρει μία συλλογική ταυτότητα. Σαν ιδεολογία, μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας, είναι πρόσφατη και πρωτοεμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνα. Αποτελεί την ιδεολογία της αστικής τάξης μετά την πτώση των αυτοκρατοριών, την ιδεολογία των σύγχρονων αστικών κρατών.

Η λόγια επεξεργασία και η ανάδειξη μέσω των μηχανισμών του κράτους μιας διαλέκτου ή ενός ιδιώματος, σε επίσημη γλώσσα, υπήρξε αναγκαία τόσο για την αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς όσο και για την πολιτική ενοποίηση.

Οι κοινωνικές ανισότητες θεωρούνται λάθη, παρεκτροπές ή προσωρινές παρενθέσεις. Τα μέλη της κοινότητας παρέρχονται, αλλά το πνεύμα της συλλογικότητας παραμένει. Οι θυσίες αποκτούν νόημα προκειμένου το έθνος να εκσυγχρονιστεί και να ανταγωνιστεί από καλύτερη θέση τα άλλα έθνη. Η πολιτική διχόνοια θεωρείται εθνικό μειονέκτημα, που οδηγεί συνήθως σε καταστροφές. Το έθνος ενωμένο μπορεί να μεγαλουργήσει.

Η ελληνική ιστορία ταυτίζεται με τον ελληνικό εθνικό μύθο. Οι σημερινοί έλληνες υπήκοοι θεωρούνται απόγονοι των πολιτών των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Ο νεκροθάφτης του Ελληνισμού, το ορθόδοξο Βυζάντιο, εμφανίζεται ως ο συνεχιστής του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και το νεοελληνικό κράτος σαν κληρονόμος της περιουσίας των νεκρών.

Αν κάτι δεν έχει σχέση με την επίσημη ελληνική ιστορία, είναι τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά το παρελθόν σε αυτό το γεωγραφικό χώρο.

Το ίδιο βέβαια που συμβαίνει στην Ελλάδα, για να μιλήσουμε για τους γείτονες, παρατηρείται αναμφίβολα σε όλες τις βαλκανικές χώρες. Το ίδιο ακριβώς πλαίσιο, η ίδια ιδεολογία: το ταξίδι στο παρελθόν, η διεκδίκηση του ιστορικού χώρου, η κατασκευή τίτλων ιδιοκτησίας, η διαμάχη για την κληρονομιά των νεκρών. Παρόμοιοι εθνικοί μύθοι περιγράφονται στα σχολικά εγχειρίδια των γειτόνων. Μεγάλες ιδέες, αλυτρωτικές κραυγές, κρατικές προπαγάνδες.

Το πρόσωπο του εθνικισμού σε τελευταία ανάλυση είναι το ίδιο παντού. Και αυτό φαίνεται καθαρά όταν κοιτάζουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον αντίπαλο μέσα στο γήπεδο του. Τις σχέσεις δηλαδή του κυρίαρχου κρατικού εθνικισμού με τις εθνικές μειονότητες που βρίσκονται εντός των συνόρων.

Η ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνία δεν είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του, αλλά μια βίαιη διαδικασία που ξεκινάει με τη γέννηση του. Οι προσωπικές επιλογές είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένες κι ανεξάρτητες από τη θέλησή του. Οι όροι της υλικής ζωής θέτουν το πλαίσιο.

Η εθνική συνείδηση, παρά τις ρητορικές διακηρύξεις, δεν είναι εντέλει ζήτημα αυτοκαθορισμού, αλλά ένας αναπόφευκτος ετεροκαθορισμός σε σχέση με μια κοινωνία που ξέρει να περιθωριοποιεί.

Τα σημερινά κρατικά σύνορα στη χερσόνησο του Αίμου είναι προϊόν δύο βαλκανικών και δύο παγκοσμίων πολέμων. Οι επιθυμίες των γηγενών πληθυσμών δεν λήφθηκαν υπόψη. Κανένα δημοψήφισμα δεν πραγματοποιήθηκε σχετικά με της επιλογές των αλλοφώνων. Τα εκάστοτε ισχυρότερα κράτη έπαιρναν κάποιες επαρχίες από τους ηττημένους γείτονες, που καραδοκούσαν για τη ρεβάνς.

Οι μειονότητες εδώ και δεκαετίες αποτελούν το μήλο της Έριδος μεταξύ των εθνικισμών. Η πρόταση των βαλκανικών κρατών προς τις μειονότητες ήταν παντού η ίδια: καθεστώς στρατιωτικής κατοχής μέχρι την ολοκληρωτική ενσωμάτωση ή αναγκαστική προσφυγιά. Η υπεράσπιση των μειονοτικών δικαιωμάτων θεωρήθηκε εθνική προδοσία.

Ο εθνικισμός χαρακτηρίζεται από το ψέμα και την υποκρισία. Έχει δύο πρόσωπα και διατηρεί ζωντανό το φαρισαϊκό πνεύμα. Η συστηματική κριτική στον εθνικισμό και η φθορά της ψυχής του, δηλαδή του εθνικού μύθου, δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η κατάθεση της πρότασης για την υπέρβαση των συνόρων και τη δημιουργία μιας ενιαίας πολυπολιτισμικής Ευρώπης, να μη φαντάζει σαν ουτοπία.

[1] Μια πρώτη μορφή αυτού του κειμένου διαβάστηκε τον Απρίλιο του 1992 σε αντιεθνικιστική εκδήλωση στο Πολυτεχνείο (ομιλητές Δημήτρης Λιθόξοου, Γιάννης Μηλιός, Μάκης Σέρβος). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ, τεύχος 6 (Ιούνιος 1992).