Skip to main content

Για ένα μεταεθνικό ιστορικό λόγο [2006]


 

Για ένα μεταεθνικό ιστορικό λόγο [1]

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην επιστήμη της Ιστορίας και το μύθο της “εθνικής ιστορίας”, μπορεί να παρομοιαστεί με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε μία διαμάχη και την διαφορετική περιγραφή της, εκ των υστέρων, από τους εμπλεκόμενους σε αυτή.

Η αφήγηση του παρελθόντος, από τον εθνικό ιστορικό, όταν αυτή απευθύνεται στο εσωτερικό της ίδιας ιδεολογικής εθνικής κοινότητας, λαμβάνει τη μορφή της αναμφισβήτητης και ένδοξης αλήθειας.

Το πρόβλημα αξιοπιστίας του εθνικού ιστορικού, εμφανίζεται κατά την αντιπαράθεση με τους ιστορικούς των γειτόνων εθνών ή όταν τεθεί στην κρίση κάποιων αποστασιοποιημένων από την περιοχή και τις συγκρούσεις, ξένων ιστορικών.

Τότε η “εθνική αλήθεια”, μετασχηματίζεται σε αυστηρά υποκειμενική περιγραφή ή ανακατασκευή των γεγονότων, και η ερμηνεία του παρελθόντος εκφυλίζεται σε ιδεολογικό μύθο, ικανό να πείσει μόνο τον αφηγητή και τους ομοϊδεάτες του.

Η σύγκρουση των αλλόφυλων ιστορικών ή η διαμάχη των αντίπαλων εθνικών μύθων, υποκρύπτει τη σύγκρουση συμφερόντων των αντίστοιχων εθνικών κρατών.

Το ερώτημα, εάν υπάρχει δυνατότητα σε ένα σύγχρονο ερευνητή να προσεγγίσει το ιστορικό παρελθόν της χώρας του, χωρίς να μπλέξει μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, δεν είναι εύκολο να απαντηθεί.

Προσωπικά νομίζω, πως πρόκειται για μια επίπονη διαδικασία, με αναπόφευκτα πισωγυρίσματα. Η σημαντική προϋπόθεση πάντως, για την αίσια πορεία, αν όχι κατάληξη του εγχειρήματος, είναι ο απεγκλωβισμός του συγγραφέα από τα ιδεολογικά δεσμά του εθνικισμού.

Αυτό στην εποχή που διανύουμε, δηλαδή το πρώιμο στάδιο μετάβασης στη γηραιά ήπειρο από το εθνικό στο μεταεθνικό κράτος, δημιουργεί το υπόβαθρο για μία αντίστοιχη μεταεθνική ιδεολογική προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι. Ταυτόχρονα ο ίδιος αυτός κοινωνικός μετασχηματισμός, επιτρέπει σε άτομα και μικρές κοινωνικές ομάδες που πρωταγωνιστούν σε αυτή τη μετάβαση, να εγκαταλείψουν τα παλαιά στερεότυπα και να αναζητήσουν μια άλλη προσέγγιση και ερμηνεία της Ιστορίας, η οποία βρίσκεται πλησιέστερα στο νέο και διαφορετικό τρόπο με τον οποίο αυτοί σήμερα κατανοούν έναν κόσμο, στη ραγδαία αλλαγή του οποίου μετέχουν.

Είναι η σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα, που επιτρέπει σε κάποιους διανοούμενούς της, να ξαναγράψουν την ιστορία της Δύσης ή των επιμέρους περιοχών της, βρίσκοντας ταυτόχρονα ένα αναδυόμενο κοινό – αναγνώστη που μπορεί και θέλει να μοιραστεί μαζί τους τις νέες προσεγγίσεις και προβληματισμούς.

Βρισκόμαστε ωστόσο ακόμα στην αρχή του δρόμου.

Όπως η μεταφυσική αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο, μέσω του οποίου οι άνθρωποι κατανοούν τη θέση τους μέσα στο σύμπαν, παρά το πέρασμα πάνω από δύο αιώνων από την εποχή του διαφωτισμού και τα εντυπωσιακά επιτεύγματα των θετικών επιστημών που ακολούθησαν, έτσι και οι εθνικοί μύθοι, πιστεύω ότι θα αποτελούν για πολύ καιρό τον κυρίαρχο τρόπο μέσω του οποίου η πλειοψηφία των ανθρώπων θα αντικρίζει ιδεολογικά το παρελθόν.

Παρότι υπάρχουν λοιπόν οι προϋποθέσεις, για την απόπειρα μιας μεταεθνικής συγγραφής κεφαλαίων της ιστορίας μιας ευρωπαϊκής χώρας, καθώς η εποχή γεννάει στη χώρα, τόσο το συγγραφέα όσο και το αναγνωστικό κοινό, το γεγονός παραμένει περιθωριακό, μια και βρισκόμαστε στα πρώτα βήματα μιας μεταβατικής διαδικασίας.

Όταν μάλιστα ο συγγραφέας έχει την τύχη ή την ατυχία να ζει στα Βαλκάνια, το έργο του είναι εξαιρετικά δύσκολο και το κοινό πολύ περιορισμένο.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, μια χώρα που μετέχει στην όποια πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης συντελείται, το εθνικό κράτος αναγκάζεται και παραχωρεί σταδιακά εξουσίες στις νέες ευρωπαϊκές δομές. Σε επίπεδο ιδεολογικής εξουσίας, αυτό σημαίνει πως το ελληνικό κράτος, αναγκάζεται να εγκαταλείψει σταδιακά ορισμένα όπλα ιδεολογικής τρομοκρατίας, τα οποία μέχρι το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, κατά κόρον χρησιμοποιούσε, ιδιαίτερα μπροστά στον κίνδυνο αμφισβήτησης της εθνικής ιδεολογικής συνοχής. Αυτό επιτρέπει σήμερα, τη δημοσίευση έργων που αμφισβητούν εκδοχές του ελληνικού εθνικού μύθου, χωρίς τον κίνδυνο ο συγγραφέας τους να βρεθεί στα δικαστήρια, ωστόσο η απήχηση των έργων αυτών είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ο εθνικισμός ταυτίζεται εν πολλοίς ακόμη με την κρατική ιδεολογία. Επιπλέον αποτελεί τις ιδεολογικές παρωπίδες ενός λαού, που προσπαθεί να κατανοήσει το παρελθόν του.

Ένας εθνικός μύθος ορίζει το γεωγραφικό χώρο και αφηγείται τα διαχρονικά κατορθώματα των κατοίκων – ιδιοκτητών, των κληρονόμων αυτού του χώρου.

Όσον αφορά τους κατοίκους του χώρου, μέσα από μια σύνθετη ιδεολογική διαδικασία κυριάρχησε η άποψη, ότι αυτοί είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Η συγκεκριμένη άποψη αποτελεί το θεμέλιο λίθο του ελληνικού εθνικού μύθου.

Από την άλλη ο γεωγραφικός χώρος εντός του οποίου ζούσαν οι "Νεοέλληνες", δηλαδή οι Ρωμιοί, την εποχή της συγκρότησης των εθνικών κρατών στην περιοχή των Βαλκανίων (τον 19ο αιώνα), ήταν εδαφικά πολύ μικρότερος από τη χώρα που κατέκτησε στη συνέχεια, μέσω των διαδοχικών επιτυχών πολεμικών συγκρούσεων, το ελληνικό κράτος.

Ωστόσο, από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του ελληνικού κράτους, ένα σημαντικό τμήμα των κατοίκων του δεν ήταν Ρωμιοί. Ο απόλυτος δε αριθμός των μη Ρωμιών, υπηκόων του ελληνικού κράτους, συνεχώς μεγάλωνε, καθώς αυτό διεύρυνε τα σύνορά του, προσθέτοντας νέες επαρχίες που αφαιρούσε από την οθωμανική αυτοκρατορία. Σε μεγάλα μάλιστα γεωγραφικά διαμερίσματα, το ρωμαίικο στοιχείο ήταν από μειοψηφικό μέχρι ανύπαρκτο.

Οι νεώτερες χρονικά εκδοχές του ελληνικού μύθου, αυτές που οι σημερινοί υπήκοοι του ελληνικού κράτους αφομοίωσαν μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, εμφανίζει εαυτούς ως απογόνους των αρχαίων Ελλήνων, και τη σημερινή ελληνική επικράτεια, πανάρχαια πάτρια εδάφη απελευθερωμένα από τη σκλαβιά.

Το ιδεολογικό αυτό πλαίσιο, ενός αναγεννημένου αρχαίου λαού που ανακτά με το σπαθί την κληρονομιά των προγόνων, επέβαλε τη λογική του εξοβελισμού ή αναγκαστικού εξελληνισμού κάθε αλλοφώνου ή βαρβαροφώνου [2], την εξαφάνιση κάθε γλωσσικής και πολιτισμικής διαφορετικότητας. Το σβήσιμο δηλαδή κάθε ίχνους, που θα οδηγούσε σε αμφισβήτηση αυτού του μύθου, που αποτελούσε πλέον την επίσημη κρατική ιδεολογία [3].

[1] Εισήγησή μου σε ημερίδα που διοργανώθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2006 στα Σκόπια, από τον εκδοτικό οίκο Аз-Буки και την εφημερίδα Време με θεματολογία τη μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα, τα μειονοτικά ζητήματα και την ευρωπαϊκή προοπτική των βαλκανικών χωρών.

[2] Η δημοτική ή ρωμαίικη γλώσσα θεωρήθηκε επισήμως χυδαία και βάρβαρη.

[3] Η δύναμη του εθνικισμού στην Ελλάδα, καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την έκδοση και τη διάδοση ενός βιβλίου που αμφισβητεί ιδεολογικές εκδοχές του. Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, με κύρος και αξιόπιστο τμήμα διάθεσης και προβολής, έχοντας έμμεση οικονομική εξάρτηση από το ελληνικό κράτος, όπως παραγγελίες κρατικών βιβλιοθηκών και έκδοση επιχορηγούμενων πανεπιστημιακών συγγραμμάτων, στην καλύτερη περίπτωση αποφεύγουν διακριτικά την έκδοση έργων που θα δυσαρεστούν το κράτος - μεγάλο πελάτη. Τα μέσα ενημέρωσης, τόσο τα ηλεκτρονικά όσο και τα έντυπα, διατηρώντας οικονομικές δουλείες προς την ελληνική πολιτεία, που περιλαμβάνουν επιδοτήσεις, διαφημιστικά κονδύλια για δημόσιες επιχειρήσεις μέχρι και τον κίνδυνο άρσης της άδειας λειτουργίας, πνίγουν σε μία συνωμοσία σιωπής κάθε αναφορά σε ένα βιβλίο που μπορεί να χαρακτηριστεί εθνικά ύποπτο. Τα περισσότερα δε βιβλιοπωλεία, εάν δεχθούν να πάρουν λίγα αντίτυπα από το αιρετικό έργο, θα τα καταχωνιάσουν συνήθως σε κάποια δυσπρόσιτα ράφια, ώστε να μην ερεθίσουν τη μεγάλη πλειοψηφία της εθνικά σκεπτόμενης πελατείας τους.