Skip to main content

Η ελληνική επίθεση στη Μακεδονία (1905-1908)

 

Η ελληνική επίθεση στη Μακεδονία

(1905-1908)

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Ομιλία του Δημήτρη Λιθοξόου (στις 17 Ιουλίου 2015) στο συνέδριο «Macedonia: On the periphery of European Modernity», Florina / Lerin July 16-19, 2015.

 

Με την ιστορία ασχολήθηκα με πάθος από τα μαθητικά μου χρόνια. Αφετηρία στάθηκε η άρνηση ενός υπαλλήλου της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Αθήνα, να μου δώσει ένα βιβλίο που του ζήτησα να διαβάσω, με θέμα την πολιτική ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, λέγοντας μου ότι το βιβλίο αυτό ήταν «απαγορευμένο». Ήταν στη λίστα των «απαγορευμένων» βιβλίων, από το στρατιωτικό καθεστώς που κυβερνούσε τη χώρα.

Έτσι συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως υπήρχαν βιβλία, που η πολιτική Εξουσία δεν ήθελε να διαβάζονται. Ταυτόχρονα συνειδητοποίησα ότι υπήρχε «επιτρεπόμενη»» και «απαγορευμένη» ιστορία.

Από τότε άρχισα να ψάχνω για «απαγορευμένα» βιβλία, βιβλία που θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να κατανοήσω τη νεοελληνική πραγματικότητα, προχωρώντας πέρα από τα στερεότυπα που έμαθα στο σχολείο.

Μεγαλώνοντας άρχισα να γράφω, σε εφημερίδες και περιοδικά.

Οι πρώτη μου ιστορική μελέτη, δημοσιεύτηκε το 1983 και αναφερόταν στην οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα τη δεκαετία 1830-1840. Η δεύτερη, δημοσιεύτηκε το 1984, και μελετούσε τη δημογραφική ανάπτυξη των χωριών της Ρούμελης, το 19ο αιώνα. Μελέτες φαινομενικά ουδέτερες, που με είχαν ωστόσο φέρει σε επαφή με το γεγονός ότι στην χώρα συνυπήρχαν Ρωμιοί, Αρβανίτες, Τούρκοι, Βλάχοι, Τσιγγάνοι, Εβραίοι και άλλοι.

Το 1985, με αφορμή τη μετάφραση στη νέα ελληνική του βιβλίου του γερμανού ιστορικού Φαλμεράγιερ, του ανθρώπου που αμφισβήτησε συστηματικά την καταγωγή των κατοίκων της σύγχρονης Ελλάδας, από τους αρχαίους Έλληνες, μπήκα για πρώτη φορά στα βαθιά νερά, εκείνα της αμφισβήτησης του ελληνικού εθνικού μύθου, με ένα κείμενο μου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τετράδια Πολιτικού Διάλογου Έρευνας και Κριτικής», περιοδικό στη συντακτική επιτροπή του οποίου μετείχα.

Στο κείμενο για το Φαλμεράγιερ, είχα αγγίξει ορισμένα ευαίσθητα εθνικά ζητήματα. Ένα από αυτά ήταν το ζήτημα της ιστορίας του ρουμανικού εθνικού κινήματος, μέσα στους κόλπους των Βλάχων.

Ο Χρήστος Παπαγιάννης, πρόεδρος τότε της «Πανελλήνιας Ένωσης Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων», με επιστολή του στο περιοδικό διαμαρτυρήθηκε, λέγοντας πως αμφισβήτησα το ότι οι Βλάχοι ήταν Έλληνες. Εγώ τότε έγραψα ένα άρθρο για την ιστορία των Βλάχων. Ο Παπαγιάννης απάντησε με ένα δικό του άρθρο στο επόμενο τεύχος, οπού υπήρχε και η δική μου δευτερολογία.

Μετά από αυτά, εμφανίστηκε στα «Τετράδια» ο ιστορικός Αχιλλέας Λαζάρου, ο σημαντικότερος ίσως τότε λόγιος μεταξύ των ελληνοφρόνων Βλάχων, έχοντας ένα φύλλο της εφημερίδας των ρουμανιστών Βλάχων του Καναδά, η οποία είχε μεταφράσει στα βλάχικα και είχε αναδημοσιεύσει τη δημόσια διαμάχη μου με τον Παπαγιάννη. Ο Λαζάρου με κατηγόρησε ευθέως για «εθνική προδοσία». Του αντέταξα, πως απλώς έγραψα την αλήθεια, χωρίς να αναλογιστώ για τις συνέπειες της πράξης μου.

Βέβαια, δεν καταλάβαινα τότε, ότι αφενός μεν η έννοια της «αλήθειας» είναι σχετική, αφετέρου δε η ιστοριογραφία ανήκει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο χώρο της Πολιτικής.

Εκείνη την εποχή (1985-1986) δημοσίευσα ακόμα δυο έρευνές μου για τους Τσιγγάνους και έγραψα μία εισαγωγή (το 1987), σε μια επανέκδοση ενός παλιότερου έργου του Λαμπρυνίδη για την ιστορία των Αρβανιτών.

Έγινα έτσι ο πρώτος συγγραφέας στην Ελλάδα που είχα επικεντρώσει το ενδιαφέρον μου στην ιστορία των μειονοτήτων που κατοικούσαν στη χώρα. Σε χρόνια μάλιστα που τα μειονοτικά ήταν ζητήματα ταμπού.

Με το μακεδονικό ζήτημα άρχισα να ασχολούμαι από το 1984, όταν κυκλοφόρησε, από το Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ) ένας τόμος όπου συγκέντρωνε τα απομνημονεύματα έξι Eλλήνων, των Αργυρόπουλου, Ζάννα, Μαζαράκη, Σουλιώτη, Σπανού και Σταυρόπουλου, πρωταγωνιστών όλων της ελληνικής επίθεσης στα μακεδονικά βιλαέτια την περίοδο 1904-1908. Τα απομνημονεύματα αυτά είχαν τυπωθεί κατά το παρελθόν, το καθένα χωριστά.

 Αφού διάβασα το βιβλίο, κατάλαβα, από τα όσα έγραφαν οι έλληνες πρωταγωνιστές, ότι η ελληνική εμπλοκή στη Μακεδονία ήταν ιστορικά ιδιαίτερα βίαιη και σκοτεινή.

Ψάχνοντας να βρω σχετικά έργα, για να εμβαθύνω περισσότερο, έμαθα ότι το ΙΜΧΑ είχε ξανατυπώσει ταυτόχρονα σε ένα δεύτερο τόμο, τα απομνημονεύματα τριών άλλων ελλήνων ηγετών εκείνων των χρόνων στη Μακεδονία: του Γερμανού Καραβαγγέλη, του Γιώργου Δικώνυμου Μακρή και του Παναγιώτη Παπατζανετέα. Ο τόμος αυτός ωστόσο δεν είχε φτάσει στα βιβλιοπωλεία. Το ΙΜΧΑ είχε κρατήσει το βιβλίο εκτός εμπορίου και το έδινε σε άτομα που εκείνο επέλεγε. Τελικά κατάφερα να εξασφαλίσω ένα αντίτυπο. Όταν το διάβασα, κατάλαβα γιατί διακινήθηκε ελεγχόμενα. Το βιβλίο έσταζε αίμα. Μπορεί όταν τα απομνημονεύματα αυτά είχαν κυκλοφορήσει για πρώτη φορά, λίγα χρόνια μετά τον εμφύλιο, να μην έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση, αλλά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 σόκαραν κάθε μη ακραίο εθνικιστή, με την ωμότητα των ελληνικών επιθέσεων που περιέγραφαν.

Μετά από αυτό, άρχισα να ψάχνω στα σκονισμένα ράφια των παλαιοβιβλιοπωλείων και να παίρνω οτιδήποτε έβρισκα για την ιστορία της Μακεδονίας. Παράλληλα είδα όλα τα έργα για την ιστορία της Μακεδονίας που υπήρχαν στην Εθνική και στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

Τα βασικά ερωτήματα που προσπαθούσα να λύσω σε αυτή την έρευνα, ήταν πρώτον η γλωσσική και θρησκευτική σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας και δεύτερον η φύση και η έκταση της ελληνικής εμπλοκής στα μακεδονικά πράγματα.

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν ήταν καθόλου εύκολη. Τα ελληνικά βιβλία ήταν γεμάτα αντιφατικές και ψευδείς πληροφορίες. Καρπός όλης αυτής της έρευνας ήταν δυό εργασίες.

Η πρώτη με τον τίτλο «Μακεδονικό – ζητήματα ιδεολογίας: η απογραφή του Χιλμή Πασά και οι περιπέτειές της στην ελληνική βιβλιογραφία (1905 – 1935)» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Τετράδια το 1988. Προκάλεσε οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα σε μένα και τα υπόλοιπα μέρη της σύνταξης του περιοδικού, τα οποία χαρακτήρισαν το κείμενο «ανθελληνικό» και οδήγησε στην παραίτηση μου από τη συντακτική επιτροπή.

Η δεύτερη εργασία με τίτλο «Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Λεβιάθαν» το 1989 και έθεσε το περίγραμμα, μιας προσέγγισης για το μακεδονικό, πάνω σε νέες βάσεις.

Ο αντίκτυπος των δύο αυτών αιρετικών για τα ελληνικά γράμματα κειμένων, με ώθησαν να συνεχίσω την έρευνα, σε αρχειακό πια επίπεδο. Έτσι μελέτησα τα αρχεία του Στέφανου και του Φίλιππου Δραγούμη καθώς επίσης το αρχείο του Σουλιώτη Νικολαΐδη, αρχεία που είχαν μεταφερθεί τότε στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη και δεν είχαν ακόμα ταξινομηθεί.

Στο τέλος του 1991, όλα τα άρθρα μου για τους αλλόγλωσσους πληθυσμούς, συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο «Μειονοτικά ζητήματα και εθνική συνείδηση στην Ελλάδα». Το βιβλίο εξαντλήθηκε σύντομα, επανεκδόθηκε στις αρχές του 1992 και άνοιξε τη συζήτηση για το θέμα που εμπεριείχε ο τίτλος του.

Στις αρχές του 1992 δημοσίευσα στο περιοδικό «Θέσεις», τη μελέτη μου «Η μητρική γλώσσα των κατοίκων του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίας πριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών», μελέτη με τα έως τότε συμπεράσματα μου, από την σχετική έρευνα.

Η δημοσίευση του προαναφερόμενου άρθρου και η δημοσίευση του βιβλίου μου, συνέπεσε με την έναρξη της σύγχρονης φάσης του μακεδονικού ζητήματος και τον ιδεολογικο-πολιτικό αγώνα της Ελλάδας για την κατοχύρωση του ονόματος «Μακεδονία» και «Μακεδόνες».

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, η συγκυρία με έφερε αντιμέτωπο με το ελληνικό έθνος, τη στιγμή της ιδεολογικο-πολιτικής του επίθεσης κατά των βορείων γειτόνων του. Ο αντίλογος μου στην ελληνική εθνική αφήγηση, στην ελληνική εθνική ιστορία και η υπεράσπιση θέσεων που χαρακτηρίζονταν εθνικά εχθρικές, εκτός από την προσωνυμία του «ανθέλληνα» μου προσέδωσαν και την προσωνυμία του «Σκοπιανού».

Όλα αυτά συνέβησαν στην Αθήνα, μακριά από τη Μακεδονία. Ήταν ένα ταξίδι, στο χώρο των γραμμάτων, μια περιπλάνηση στις σελίδες των βιβλίων, των περιοδικών και των χειρογράφων. Μια αναζήτηση της αλήθειας, μέσα στα ράφια των βιβλιοθηκών.

Το 1993 γνώρισα από κοντά αυτούς για τους οποίους είχα γράψει με συμπάθεια. Τους Μακεδόνες που ζούσαν στη Φλώρινα, τα Μογλενά, τα Βοδενά, τα Γιαννιτσά, τις Σέρρες, τη Θεσσαλονίκη. Κι άλλους Μακεδόνες που είχαν κατέβει και ζούσαν πια στην Αθήνα. Γίναμε πολιτικοί φίλοι και άρχισα να ακούω τις προφορικές αφηγήσεις τους, τις αναμνήσεις καθενός χωριστά. Άρχισα έτσι να συνδέω αυτές τις αφηγήσεις με όσα είχα διαβάσει. Και η ιστορία άρχισε να ζωντανεύει, το παρελθόν να αφορά τώρα το βιωμένο κόσμο των νέων μου φίλων.

Το 1994, ήταν η χρονιά του επίσημου εορτασμό των 100 χρόνων από την έναρξη του λεγόμενου «Μακεδονικού Αγώνα». Το 1994 ήταν επίσης η χρονιά που η Ελλάδα του Ανδρέα Παπανδρέου επέβαλε εμπάργκο στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, αλλά και η χρονιά που οι Μακεδόνες του Ουράνιου Τόξου κατέβηκαν για πρώτη φορά στις ευρωεκλογές.

 Στα τέλη του 1994, άρχισα να γράφω τον «Ελληνικό Αντιμακεδονικό Αγώνα». Το πρώτο σχετικό κείμενο που έγραψα δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και είχε για τίτλο «Μακεδονικός ή Αντιμακεδονικός Αγώνας

Τα περισσότερα κεφάλαιά του έργου δημοσιεύτηκαν, ως χωριστά άρθρα στα περιοδικά (της μακεδονικής οργάνωσης Ουράνιο Τόξο) Zora και Nova Zora, μεταξύ των ετών 1995 και 1997.

Στηριζόμενος, τότε, κυρίως σε ελληνικές πηγές (απομνημονεύματα πρωταγωνιστών και αρχεία), άρχισα να ξαναγράφω την ιστορία της ελληνικής επίθεσης στη Μακεδονία, από τον Μάιο του 1903 μέχρι τον Μάρτιο του 1905, επιλέγοντας τα θέματα, από τα βασικά έργα της σχετικής ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας.

Το 1995, μετά τη δημοσίευση των πρώτων κεφαλαίων, ένας ερευνητής [σημ. 4.8.2014: ο μακαρίτης Γιώργος Πετσίβας] που είχε κατά το παρελθόν πρόσβαση στους φακέλους των ελληνικών προξενείων της Μακεδονίας, φακέλους που βρίσκονται στο Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, μου έδωσε φωτοτυπίες δεκάδων αποκαλυπτικών προξενικών εγγράφων της περιόδου 1903-1908. Το ιστορικό υλικό ήταν πολύτιμο, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση, να εισέλθω ποτέ σε αυτό το σχεδόν άβατο αρχείο, το ανοικτό μόνο για ελάχιστους, εθνικά άμεμπτους. Το νέο αυτό αρχειακό υλικό συμπλήρωσε τις πληροφορίες που είχα συλλέξει έως τότε.

Το 1998, τα άρθρα που είχα δημοσιεύσει για τα αιματηρά γεγονότα στη Μακεδονία την περίοδο 1903-1905, επεξεργασμένα και συμπληρωμένα με μια εισαγωγή και δύο νέα κεφάλαια δημοσιεύτηκαν σε ένα βιβλίο.

Αυτός ήταν, όπως σημείωνα και στον υπότιτλο, το πρώτο μέρος του «αντιμακεδονικού αγώνα».

Ο πρώτος τόμος δύσκολα βρήκε εκδότη στην Ελλάδα και ακόμα πιο δύσκολο βρήκε θέση στους πάγκους των ελληνικών βιβλιοπωλείων.

Το περιεχόμενο του χαρακτηρίστηκε «ανθελληνικό» και «αντεθνικό».

Το έργο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα μακεδόνικα με πρωτοβουλία του μακαρίτη Βάσκο Καρατζά και στη συνέχεια μεταφράστηκε στα αγγλικά από τους Chris Popou, David Vitkov και George Vlahou.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, στη διάρκεια των οποίων επέστρεφα τακτικά, στην ιστορία της Μακεδονίας της περιόδου 1904-1908, με δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα μου.

Ο συγγραφή του δεύτερου μέρους ολοκληρώθηκε το 2014.

Σε αυτό τον τόμο, ακολουθώ μια ημερολογιακή καταγραφή των ελληνικών πράξεων βίας, κατά ατόμων, ομάδων και κοινοτήτων στη Μακεδονία, από τον Μάρτιο του 1905 (ή το Νοέμβριο του 1904, για την Κεντρική Μακεδονία) έως την επανάσταση των Νεοτούρκων, τον Ιούλιο του 1908.

Στο δεύτερο τόμο του έργου, αξιοποιώ τις πληροφορίες που κρύβονται στο σημαντικό ημερολόγιο του αρχηγού των ένοπλων σωμάτων της Δυτικής Μακεδονίας, του υπολοχαγού Γιώργου Τσόντου (καπετάν Βάρδα), που βρίσκεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και εκδόθηκε το 2003 από τον μακεδόνα ερευνητή Γιώργο Πετσίβα. Οι πληροφορίες που αντλούνται από το τρίτομο αυτό έργο, αποκαλύπτουν από πρώτο «επιτελικό» χέρι τον πραγματικό χαρακτήρα αυτού του «αγώνα».

Μέσα από το ημερολόγιο του Βάρδα, επιλέγω και παρουσιάζω ημερολογιακές εγγραφές σχετικά με:

 Στοχοποίηση και επιθέσεις σε οικισμούς, προγραφές κατοίκων, ξυλοδαρμούς χωρικών, εκτελέσεις και απόπειρες φόνων, κλέψιμο γυναικών και βιασμούς, πλιάτσικο και φορολογία χωριών, πρόστιμα και λύτρα, χρηματισμό των οθωμανικών αρχών, συνεργασία με μπέηδες, εξαγορά ντόπιων στοιχείων, καυγάδες μεταξύ των μελών των σωμάτων, παράπονα για τη μισθοδοσία τους, συνεργασία και αντιθέσεις μεταξύ οπλαρχηγών και δεσποτάδων, διαμάχες πολιτικών και στρατιωτικών εντός της ελληνικής οργάνωσης για την ηγεσία, χαρακτηρισμούς κατά στελεχών, αλλά και μαρτυρίες για τη δυσφορία του πληθυσμού, περιγραφή μακεδονικών εθίμων και αναφορές για τη μακεδονική γλώσσα.

Ο Κάκκαβος, ο Draganof και ο Rubin, που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στον πρώτο τόμο, υπήρξαν επίσης σημαντικά βοηθήματα, για τη συγγραφή του έργου. Και οι τρεις αναφέρονται σε πλήθος ελληνικών επιθέσεων και σφαγών.

Ο Draganof καλύπτει με πολλές πληροφορίες, το διάστημα μέχρι τα μέσα περίπου του 1906. Ο Κάκκαβος καλύπτει όλο το εξεταζόμενο διάστημα, αλλά είναι συχνά τηλεγραφικός στις αναφορές του, και ασαφής στις ημερομηνίες, γεγονός που δυσκολεύει τη διασταύρωση των ειδήσεων. Τέλος ο Rubin καλύπτει τις περισσότερες ελληνικές επιθέσεις κατά των Βλάχων.

Για πρώτη φορά επίσης, αποδελτιώνονται δεκαπέντε ελληνικές εφημερίδες της εποχής και αξιοποιούνται (αφού πρώτα διασταυρώνονται) όλες οι ειδήσεις, που αφορούν ελληνικές πράξεις «εκδίκησης» ή «αντεκδίκησης» κατά προσώπων ή χωριών.

Από αυτές τις εφημερίδες, οι πέντε πρώτες σε κυκλοφορία ήταν τότε κατά σειρά οι: Χρόνος, Εμπρός, Καιροί, Σκριπ και Ακρόπολις.

 Το Εμπρός ήταν πρώτο σε κυκλοφορία στην Αθήνα.

Ο διευθυντής της αθηναϊκής εφημερίδα «Εμπρός» Δημήτρης Καλαποθάκης ήταν (χωρίς αυτό να είναι δημόσια γνωστό) και πρόεδρος του Ελληνικού Μακεδονικού Κομιτάτου. Του Κέντρου δηλαδή που στρατολογούσε και χρηματοδοτούσε (με τη συνδρομή του ελληνικού κράτους, αλλά και ιδιωτών) τις ελληνικές ένοπλες μισθοφορικές ομάδες που δρούσαν στη Δυτική Μακεδονία.

Τα γραφεία του Εμπρός στην Αθήνα ήταν ταυτόχρονα και κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Όλες οι πληροφορίες των ελλήνων αξιωματικών και οπλαρχηγών, που δρούσαν στη Δυτική Μακεδονία, περνούσαν πρώτα από τα χέρια του Καλαποθάκη. Οι σφαγές και οι δολοφονίες που πραγματοποιούσαν οι Έλληνες εκεί, ήταν όλες γνωστές στο Εμπρός.

Γι’ αυτό και οι «ειδήσεις» για τα μακεδονικά πράγματα που δημοσιεύονταν σε αυτή την εφημερίδα, όταν παραποιούσαν ή αντέστρεφαν τα γεγονότα, δεν οφείλονταν σε λάθος πληροφόρηση, αλλά εντάσσονταν στον πόλεμο της προπαγάνδας, που έδινε το ελληνικό κομιτάτο.

Σε αυτό το ιδεολογικό μέτωπο, που σφυρηλατούσε το εθνικό φρόνημα στο εσωτερικό της χώρας και προσπαθούσε να επηρεάσει την κοινή γνώμη στο εξωτερικό, το λεξιλόγιο των αρθογράφων, ήταν παρόμοιο με εκείνο των πολεμικών ανακοινωθέντων.

Στο «δημοσιογραφικό πόλεμο» έπαιρνε βέβαια μέρος, όχι μόνο το Εμπρός, αλλά το σύνολο του ελληνικού τύπου, μέσα στα πλαίσια των εθνικών επιδιώξεων στη Μακεδονία.

Η έκφραση «δημοσιογραφικός πόλεμος» χρησιμοποιήθηκε από τον Ίωνα Δραγούμη, σε επιστολή του προς τον Παύλο Μελά.

Σε αυτή την επιστολή, μεταξύ άλλων διαβάζουμε, σχετικά με την διεξαγωγή της ελληνικής προπαγάνδα στο εξωτερικό: «Τώρα φρόντισε να οργανώσετε πόλεμο δημοσιογραφικό στην Ευρώπη για τα ελληνικά συμφέροντα. Δηλαδή να έχετε χρήματα να αγοράζετε ξένες εφημερίδες και ανθρώπους να γράφουν».

Ο ελληνικός τύπος της εποχής, όταν αναφερόταν σε πολιτικά αυτονομιστές και σε θρησκευτικά εξαρχικούς Μακεδόνες τους χαρακτήριζε «Βούλγαρους», όταν δε αναφερόταν σε εκκλησιαστικά πατριαρχικούς Μακεδόνες τους ονόμαζε «Έλληνες».

Ένα μακεδονικό χωριό, όταν ήταν εξαρχικό, ονομαζόταν «βουλγάρικο». Όταν όμως το ίδιο χωριό, τρομοκρατημένο από τη δράση των ελλήνων μισθοφόρων, δηλώνει υποταγή στο Πατριαρχείο, βαφτιζόταν διά μαγείας «ελληνικό».

Στο δεύτερο μέρος του «Αντιμακεδονικού Αγώνα» δεν έχουμε λοιπόν, κατά κύριο λόγο, να κάνουμε με μια άλλη ανάγνωση ή μια διαφορετική ερμηνεία των γεγονότων (επί τη βάσει κάποιων συμπληρωματικών πληροφοριών), αλλά με μια προσπάθεια συστηματικής καταγραφής, των εκατοντάδων ελληνικών επιθέσεων κατά αμάχων, που πραγματοποιήθηκαν εκείνα τα χρόνια στους μακεδονικούς καζάδες και απουσιάζουν από τα βιβλία της ιστορίας.

Συγκροτήθηκε έτσι μια «μαύρη βίβλος» της δράσης των ελλήνων «Μακεδονομάχων», τριπλάσια σε έκταση από τον πρώτο τόμο του «Αντιμακεδονικού Αγώνα».

Καθώς θεώρησα πως η γεωγραφία της ιστορίας ήταν απαραίτητη να υπάρχει σε ένα τέτοιο έργο, το βιβλίο συμπληρώθηκε, με τη μορφή υποσημειώσεων, με πληροφορίες για τη γλωσσική και θρησκευτική σύνθεση των 462 οικισμών που αναφέρονται στο κείμενο, καθώς επίσης για τις προσφυγικές μετακινήσεις που διαχρονικά συντελούνται σε αυτούς τους οικισμούς.

 


 

CONFERENCE

MACEDONIA: ON THE PERIPHERY OF EUROPEAN MODERNITY

Hotel Veltsi | Florina/Lerin

July 16-19, 2015


 

Friday 17th July 2015 (12:30pm-1:30pm)

The Greek Anti-Macedonian Struggle 1905-1908

Dimitris Lithoxou (Greek author and social commentator)


 

I began writing "The Greek Anti-Macedonian Struggle" towards the end of 1994. I did so in response to the official Greek commemoration of 100 years since the beginning of the "Macedonian Struggle". Most of the chapters of that work were published in the magazines Dawn and New Dawn which were published by the Macedonian organisation Rainbow, between 1995 and 1997. I made use, mainly, of Greek sources (memoirs of the protagonists and other archival material) to re-write the history of the Greek attack on Macedonia, from May 1903 to March 1905. I took the key themes from basic works on the subject, in official Greek national historiography. In 1998, I polished those articles, added an introduction and two new chapters and all of that published in a book. This was the first volume, as I emphasised in the subtitle, of "The Greek Anti-Macedonian Struggle". It was difficult to find a publisher in Greece and even more difficult to find a place for that book in Greek bookshops. The content of the book was characterised as "anti-Greek" and "anti-national". The book was translated and published in Macedonian on the initiative of the late Vasko Karadzha and later it was translated to English by Chris Popov, David Vitkov and George Vlahov. Some years have passed since then, during which I regularly returned to writing and publishing about the history of Macedonia during the years of 1904 to 1908, via my website. In 2014 I completed the second volume of "The Greek Anti-Macedonian" struggle. In this work I chronicle the Greek atrocities carried out against individuals, groups and villages in Macedonia, from March 1905 until the Young Turk Revolution in July 1908. Kakavos, Vardas, Draganof and Rubin, sources which I did not use in the first volume, were of substantial use in the writing of the second volume. Moreover, for the first time, Greek newspapers from the time are also utilised as sources in relation to Greek acts "revenge" against individuals or villages. In the second volume of "The Anti-Macedonian Struggle", we do not, in the main, create an alternative reading or lend a different meaning to the events; rather we simply attempt to systematically document hundreds of Greek attacks against the civil population in Macedonia, which are absent from the history books. In this manner, we are left with a "black book" of actions undertaken by the Greek "Macedono-fighters", three times the size of the one detailed in the first volume of "The Anti-Macedonian Struggle". The work also contains a geography of the history, with information about the linguistic and religious make up of 462 inhabited places and details about the changes in the demography of those places.