Skip to main content

κα-κάβω

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

κα-κάβω

 

Δημήτρη Λιθοξόου

πρώτη δημοσίευση: 26.1.2017

προσθήκες: 11.7.2017

κα

καλά ~ κα Τσακώνικα

κα

καν ~ κα Ίμβρος, Μάνη

κα

κατά ~ κα Thumb 1912, Πιερία, Σέρρες

κα

κάτω ~ κα Passow 1860, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κύπρος, Μάνη, Μεσσηνία, Πόντος, Σάμος

κάβα η

αποθήκη κρασιών ή μαγαζί που πουλάει ποτά | ποτοπωλείο (λόγιο) | βενετσιάνικο cava ~ κάβα Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα

κάβα η

λατομείο (λόγιο), νταμάρι, πετροκοπιό | ιταλικό cava ~ κάβα Κέρκυρα

κάβα η

στο χαρτοπαίγνιο, τα λεφτά που δίνει στην αρχή κάθε παίκτης για να πάρει μάρκες | ιταλικό cava ~ κάβα Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998

καβαγιάδα το

περιποιημένα μακριά αντρικά μαλλιά | πλεξούδα | βενετσιάνικο cavegiàra ~ καβαγιάδα Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Κρήτη, Κύθηρα, Λευκάδα | καβαδαγιάδα Lange 1708 | καφαγιάδα Κρήτη | ουδέτερο: καβαγιάδι Legrand 1882

καβαδαγιάτος

μαλλιάς ~ καβαδαγιάτος Βλάχος 1659, Legrand 1882

καβαδαγίζω

έχω μακριά μαλλιά ~ καβαδαγίζω Βλάχος 1659, Lange 1708, Legrand 1882

καβαδάτους

σκαμμένος | ιταλικό scavate ~ καβαδάτους Θράκη

καβάδι το

μακρύ μάλλινο ή βαμβακερό ρούχο (για γυναίκες και άντρες) | αμπάς | καφτάνι | ρούχο για παπάδες | κάπα | σλάβικο kabat ~ καβάδ Αιτωλοακαρνανία, Ημαθία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Λέσβος, Λήμνος, Σάμος, Χαλκιδική | καββάδι Καστελλόριζο | καβάδι Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Miklosich 1884, Meyer 1894, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Καππαδοκία, Λευκάδα, Λήμνος, Μεσσηνία, Πάρος, Πωγώνι, Ρόδος, Χίος | καβάδιν Du Cange 1688, Κύπρος, Λυκία | καβάι Κάλυμνος, Καππαδοκία, Ρόδος | καβάιν Κάρπαθος, Κύπρος, Ρόδος | καββάδιν Κύπρος ~ θηλυκό: καβάα Κάρπαθος | καβάδα Ίμβρος, Σκιάθος | καβαδούρα Θεσσαλονίκη ~ αρσενικό: κάβαδους Λήμνος | υποκοριστικό: καβαδάκι Somavera 1709 | καβαδέλ Ίμβρος, Λήμνος | καβαούλλιν Κάρπαθος ~ μεγεθυντικό: καβαούκα Κάρπαθος ~ πληθυντικός: καβάδια Du Cange 1688

καβάδι το

τρύπα στη βάρκα, για κατούρημα | ιταλικό cavata ~ καβάδι Κρήτη

καβαδόγυλος ο

είδος ψαριού ~ καβαδόγυλος Χίος

καβαδόπανο το

το πανί που γίνεται το καβάδι ~ καβαδόπανον Somavera 1709, Meyer 1894 | καβαόπαννον Κάρπαθος

καβαδούρα η

το τελείωμα στον ώμο σε μια αμάνικη μπλούζα ή ένα αμάνικο φόρεμα (ράψιμο) | ιταλικό cavatura ~ καβαδούρα Ηπίτης 1920, ΑΠΘ 1998, Θεσσαλονίκη

καβαθούρα η

μασχάλη | παράβαλε: καβαδούρα ~ καβαθούρα Μέγαρα

καβάκα η

γριά κότα | λέγεται και κακκάβα ~ καβάκα Κύπρος

καβάκα η

πέρδικα ~ καβάκα Μάνη

καβάκα η

γλάρος ~ καβάκα Meursius 1614, Du Cange 1688

καβάκα η

όμορφη και καλοθρεμμένη ~ καβάκα Κύπρος

καβάκι το

το δέντρο Populus nigra, λεύκα | τούρκικο kavak ~ γαβάχ Πόντος | καβάκ Αρτάκη, Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Θράκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Πόντος, Σαμοθράκη, Σέρρες, Σκύρος, Σουφλί, Φωκίδα, Χαλκιδική | καβάκι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αλικαρνασσός, Κίος, Κωνσταντινούπολη, Νάξος, Προύσα, Ρόδος, Τήνος | καβάκιν Λυκία, Ρόδος | καβάτς Λέσβος | καβάτσι Τσακώνικα | καβάτζιν Κύπρος | καβάτσιν Κύπρος ~ θηλυκό: καβάκα Φούρνοι ~ υποκοριστικό: καβακούδ Ίμβρος, Σέρρες, Σουφλί ~ μεγεθυντικό: καβάκα Ίμβρος

καβακλίκ του

φυτεία με καβάκια ~ καβακλίκ Λέσβος

καβακώνω

δυναμώνω ~ καβακώνω Πελοπόννησος

καβάλα

ιππαστί (λόγιο) ~ καβάα Τσακώνικα | καβάλα Ηπίτης 1909, ΑΠΘ 1998, Μάνη, Τσακώνικα | καβάλλα Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016

καβάλα η

η τσούλα ~ καβάλα Κύθηρα

καβάλα η

ιππασία (λόγιο) | ιππικό (λόγιο) | γαμήσι | λατινικό caballus ~ καάλλα Κως | καβά Τσακώνικα | καβάα Τσακώνικα | καβάλα Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Γρεβενά, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Καστοριά, Κοζάνη, Λυκία, Σέρρες, Σιάτιστα, Τσακώνικα, Φωκίδα  | καβάλλα Legrand 1882, Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος, Λυκία | καβάλλντα Ρόδος | καβάλτα Αστυπάλαια

καβάλα η

κοπριά μικρών ζώων | κακαράντζα ~ καβάλα Μάνη

καβαλάκια

καβαλούτσι ~ καβαλάκια Ζάκυνθος

καβαλαρά η

το φυτό vitex agnus castus, αγνιά, αγνέα, άγνες, άγνος, αγνίτσι, αλυγαριά, γιουφτούλι, καναπίτσα, καναπιτσιά, κουνουπίτσα, λυγαριά, λυγιά, λύγος, μυρολυγαριά ~ καβαλαρά Κοζάνη

καβαλάργανα τα

καπόνια, τεσταδεμούρα (του καραβιού) ~ καβαλάργανα Βλαστός 1931

καβαλάρης ο

ιππέας (λόγιο), αναβάτης (λόγιο), έφιππος (λόγιο) | κορφιάς (κεντρικό δοκάρι της σκεπής) | πέτρα που κλειδώνει το θόλο ή την καμάρα | λατινικό caballarius ~ κααλλάρης Κάρπαθος, Κως | κααλλάρος Κάρπαθος | καβαλαραίος Πόντος | καβαλάρη Τσακώνικα | καβαλάρης Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Αρκαδία, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Καππαδοκία, Κέρκυρα, Κύθηρα, Κρήτη, Λακωνία, Λευκάδα, Λυκία, Μάνη, Νότια Εύβοια, Μέγαρα, Πόντος, Σύμη, Σύρος | καβαλάρις Thumb 1912 | καβαλάρς Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Λήμνος, Μαγνησία, Πόντος, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Φωκίδα | καβαλάρτς Πόντος | καβαλέρης Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688 | καβελαραίος Πόντος | καβελάρης Πόντος | καβελάρις Thumb 1912 | καβαλάρους Ιωάννινα | καβελάρτς Πόντος | καβαλλάρης Legrand 1882, Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος | καβαλλάρος Κάρπαθος | καβαλλιάρης Lange 1708 | καβαλλντάρης Ρόδος | καβελαραίος Πόντος | καβελάρης Ζάκυνθος, Ηλεία, Μέγαρα, Μάνη, Πόντος | καβελλάρης Δημητράκος 1938 | καβελάρτς Πόντος | καβεάζη Τσακώνικα | καβελάζη Τσακώνικα ~ θηλυκό: κααλαρά Κάρπαθος | κααλνταρού Κάρπαθος | καβαλαρά Κρήτη | καβαλαραία Πόντος | καβαλαρέ Κρήτη | καβαλάρενα Κέρκυρα | καβαλαριά Somavera 1709 | καβαλάρισσα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | καβαλλάρισσα Πρωία 1933 | καβαλλαρκά Κύπρος | καβαλλνταριά Ρόδος | καβελαραία Πόντος | καβαλεριά Ιθάκη, Κεφαλονιά | καλλνταριά Ρόδος ~ ουδέτερο: καβαλάρ Σέρρες ~ υποκοριστικό: καβαλαρούδι Τσακώνικα | καβεαρούδι Τσακώνικα | πληθυντικός: καβαλαραίοι Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ακαδημία 2016, Καστοριά, Λακωνία | καβαλάρηδες Πρωία 1933, Ακαδημία 2016 | καβαλάρδις Καστοριά,

καβαλαρία

ιππαστί (λόγιο), καβάλα ~ κααλαρέα Κάρπαθος | κααλαριά Κάρπαθος | καβαλαριά Germano 1622, Portius 1635, Κέρκυρα | καβαλαρία Βεντότης 1790, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα, Καστοριά, Κύθηρα, Λυκία, Μάνη, Σαρακατσάνικα | καβαλερία Somavera 1709, Κριαράς 1995, Ζάκυνθος, Ηλεία | καβαλλαρία Lange 1708, Δημητράκος 1938, Κύπρος | καβαλλαριά Κύπρος | καβαλλαριάς Δημητράκος 1938 | καβελαρία Μάνη καβαλεριά | Meyer 1895 | καβαλλερία Δημητράκος 1938| καβαλλεριάς Δημητράκος 1938 | καβαλλντερία Ρόδος

καβαλαριά η

τα φυτό Galium aparine (κολλητσίδα, κολλητσάδα, κολλητσόχορτο) και Vicia dasycarpa (αρακάς, αγριορακάς, σκοτισμάρα) ~ καβαλαρά Κοζάνη | καβαλαριά Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Heldreich 1926, Ίμβρος, Κέρκυρα, Κοζάνη, Λάρισα, Λήμνος, Μαγνησία, Πιερία, Πωγώνι, Σάμος, Σέρρες, Χαλκιδική | καβαλλαριά Legrand 1882, Γεννάδιος 1914, Δημητράκος 1938 | καβαλλαριά άγρια Heldreich 1926, Κέρκυρα| καβελαϊριά Μάνη | καβελλαριά Heldreich 1926, Μάνη, Σπάρτη | καλαβαριά Χαλκιδική

καβαλαρία η

ιππικό (λόγιο) | ιππασία (λόγιο) | βενετσιάνικο cavalarìa ~ κααλλαρία Κάρπαθος | καβαλαριά Μύκονος | καβαλαρία Βλάχος 1659, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μύκονος | καβαλλαρία Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβαλερία Κριαράς 1995, Ζάκυνθος | καβαλλερία Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938

καβαλαρίκ του

πανωβελονιά ~ καβαλαρίκ Ίμβρος

καβαλαρικό το

ο καβαλάρης της σκεπής ~ καβαλαρικό Κέρκυρα

καβαλαρικός

ιππήλατος (λόγιο) ~ καβαλαρικός Meursius 1614, Βλάχος 1659, Du Cange 1688

καβαλαρίστικος

ιππικός (λόγιο) ~ καβαλαρίστικος Βλάχος 1659

καβαλαρόσταβλος ο

στάβλος για άλογα | ιπποφορβείο (λόγιο) ~ καβαλαρόσταυλος Βλάχος 1659

καβαλαροτέχνη η

ιπποσύνη (λόγιο) ~ καβαλαροτέχνη Βλάχος 1659, καβαλλαροτέχνη Lange 1708

καβαλαρότος ο

έφιππος χωροφύλακας | βενετσιάνικο cavalaroto ~ καβαλαρότος Ζάκυνθος | καβαλλαρότος Πρωία 1933

καβαλάρουμα του

καβαλίκεμα ~ καβαλάρουμα Αιτωλοακαρνανία

καβαλαρούτσος

καλός καβαλάρης ~ καβαλαρούτσος Ζάκυνθος

καβαλαρώνω

ανεβαίνω στον καβαλάρη της σκεπής ~ καβαλαρώνου Αιτωλοακαρνανία | καβαλαρώνου Ιωάννινα | καβαλαρώνω Meyer 1895, Ηπίτης 1909, Ήπειρος | καβελαρώνω Κεφαλονιά ~ καβαλαρώνουμι Καστοριά ~ μετοχή: καβαλαρουμένους Αιτωλοακαρνανία

καβαλερού η

τα φυτά Coronilla varia & Vicia tenuifolia ~ καβαλαρού Αιτωλοακαρνανία | καβαλερού Ηπίτης 1909 | καβαλλερού Γεννάδιος 1914, Heldreich 1926, Δημητράκος 1938

καβαλέτο το

τρίποδο, στρίποδο | μισοστρόγγυλο ξύλο που πάνω του ο ταμπάκης λειαίνει τα δέρματα | βενετσιάνικο cavaléto ~ καβαλέτο Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κεφαλονιά, Λευκάδα | καβαλλέτθο Νίσυρος | καβαλλέτο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβαλλέτον Meursius 1614, Du Cange 1688 | καβαλέτον Ηπίτης 1909 | καβαλέτου Κοζάνη, Μαγνησία, Φωκίδα  | καββαλέττον Κάρπαθος | καδελλέτο Ζάκυνθος

καβαλεύγομαι

παραδέχομαι ~ καβαλεύγομαι Χίος

καβαληκαδούρα η

το αγώι και τα αγωγιάτικα για μεταφορά ανθρώπων ~ καβαληκαδούρα Λευκάδα

καβαληκάνια η

καβαληκαδούρα ~ καβαληκάνια Λευκάδα

καβάλημα το

ίππευση (λόγιο) ~ καβάλημα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καβάλης η

άλογο ~ καβάλλης Meursius 1614, Du Cange 1688, Lange 1708

καβαλητά

καβαλικευτά ~ καβαλητά Βλαστός 1931, ΑΠΘ 1998 | καβαλλητά Πρωία 1933

καβάλι το

λάθος στη σταύρωση του νήματος κατά το διάσιμο (αργαλειός) ~ καβάλι Τσακώνικα | καβάλο Τσακώνικα

καβάλι το

υπερυψωμένος σωρός χώματος που δημιουργείται δίπλα στο αυλάκι (στα χωράφια) | χωμάτινο περίφραγμα πρασιάς ~ καβάλ Ίμβρος, Καππαδοκία, Λέσβος | καβάλι Αργολίδα, Αχαΐα, Δελβίνο, Κορινθία ~ θηλυκό: καβάλλντα Ρόδος

καβάλια τα

είδος φυκιού, Cladophora species ~ καβάλια Αιτωλοακαρνανία | καββάλια Heldreich 1926, Δημητράκος 1938

καβαλιάζου

βάζω χώμα γύρω από τον κορμό του φυτού ~ καβαλιάζου Θάσος

καβαλιάζω

μπαλώνω τον καβάλο του παντελονιού ~ καβαλιάζω Κρήτη ~ μετοχή: καβαλιασμένος Κρήτη

καβαλιεράτο το

παράσημο (λόγιο), μετάλλιο (λόγιο) | επίχρυσος σταυρός, πλεγμένος με φύλλα φοινικιάς, που μοιραζόταν στα σπίτια των ευγενών, από τον παπά, στη γιορτή των Βαΐων ~ καβαλιεράτο Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά

καβαλιέρικος

αβρός (λόγιο) ~ καβαλιέρικος Somavera 1709 | καβαλλιέρικος Legrand 1882 ~ θηλυκό: καβαλλιέρικη Legrand 1882

καβαλιέρος ο

συνοδός κυρίας | συγχορευτής (λόγιο) | ιππότης (λόγιο) ~ βενετσιάνικο cavalièr ~ καβαλιέρης Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790 | καβαλιέρος Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Κρήτη | καβαλλιέρης Legrand 1882, Κύπρος | καβαλλιέρος Legrand 1882, Κύπρος | καβελιέρης Ζάκυνθος

καβαλίκα

καβάλα ~ κααλλίκα Χάλκη | καβαλίκα Δελβίνο, Κοζάνη, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Πόντος | καβαλίκου Σέρρες | καβαλλίκα Meyer 1895

καβαλικάδα η

καβάλα ~ καβαλικάδα Meyer 1895, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά | καβαλκάδα Ζάκυνθος | καβαλκάτα Ζάκυνθος

καβαλίκεμα το

ίππευση (λόγιο) | γαμήσι ~ κααλίκεμα Κάρπαθος | καβαλίκεμα Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα, Κρήτη | καβαλίκευμα Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβάλκεμαν Πόντος | καβαλλίκεμα Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβαλλίτζεμαν Κύπρος | καβαλλίτσεμαν Κύπρος | καλίκεμα Κάρπαθος

καβαλικευτός

καβάλα πάνω σε υποζύγιο ~ καβαλικευτός Κριαράς 1995 | καβαλικεφτός Βλαστός 1931 | καβαλλικευτός Δημητράκος 1938 | θηλυκό: καβαλικευτή Κριαράς 1995 |καβαλλικευτή Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο καβαλικευτό Κριαράς 1995 | καβαλλικευτό Δημητράκος 1938 ~ επίρρημα: καβαλικευτά Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος | καβαλικεφτά Βλαστός 1931 | καβαλλικευτά Legrand 1882, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβαλικωτά Βεντότης 1790 | καβαλλίκωτα Legrand 1882,

καβαλικεύω

καβαλώ | γαμώ | βατεύω ~ ακαντικέω Απουλία | ανκαντικέω Απουλία | ενκαβαντέω Απουλία | κααλλικεύγκω Κάρπαθος | κααλικώ Κύπρος | καβαλικέβω Βλαστός 1931 | καβαλικεύγου Λυκία | καβαλικεύγω Βλάχος 1659, Κρήτη, Νάξος | καβαλικεύου Μάνη | καβαλικεύω Portius 1635, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Λακωνία | καβαλλικεύγω Lange 1708, Καστελλόριζο | καβαλίκω Πόντος | καβαλλικώ Κύπρος, Ρόδος | καβαλκεύου Άρτα, Γρεβενά, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Φωκίδα  | καβαλιτσεύγω Μέγαρα | καβαλκεύω Μύκονος, Πόντος | καβαλλικεύγω Κύπρος | καβαλλικώ Κύπρος | καβαλλιτζεύκω Κύπρος | καβαλλιτσεύκω Κύπρος | καβαλλικεύω Du Cange 1688, Legrand 1882, Thumb 1912, Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβαλλιτζεύκω Κύπρος | καβαλλντικεύγιω Ρόδος | καβαλλντικώ Ρόδος | καβαντικέγω Καλαβρία | καβαντικέγκω Καλαβρία | καβαντικέω Καλαβρία |  καβελικεύω Κύθηρα | καβαλτσεύου Λέσβος | καλακεύω Πόντος | καλικεύω Ρόδος | καλικιεύκιω Ρόδος | καλκεύω Πόντος | καλλϊεύγκω Κάρπαθος | καλλικεύγκω Κάρπαθος | καλλιτζεύκω Κύπρος | καλντικεύγιω Ρόδος | καλντικεύκω Ρόδος | καλτσεύου Λέσβος | καντικέω Απουλία ~ καβαλικεύγομαι Somavera 1709 | καβαλικεύομαι Somavera 1709 | καβαλλιτσεύκουμαι Κύπρος | καβαλκεύουμι Καστοριά ~ μετοχή: καβαλικεμένος Germano 1622, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835 | καβαλικευμένος Βεντότης 1790 | καβαλλικεμένος Πρωία 1933 | καβαλλικευμένος Περίδης 1854 | καβαλλιτζεμένος Κύπρος | καβαλλιτσεμένος Κύπρος | καβαλλντικεμένος Ρόδος | καβαντικεμένο Καλαβρία | καλλντικεμένος Ρόδος

καβαλίκι το

πανωβελονιά ~ καβαλίκι Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | καβαλλίκι Δημητράκος 1938 | καβαλίτσι Τσακώνικα

καβαλικουιριάζομαι

καβαλιέμαι ~ καβαλικουιριάζομαι Μάνη

καβαλικούρι το

καβαλίκι (τρόπος ραψίματος) ~ καβαλικούρι Κύθηρα | καβελικούρι Κύθηρα

καβαλίκους ου

το παιδικό παιχνίδι «μακριά γαϊδούρα» ~ καβαλίκους Λήμνος

καβάλιν το

αυλός (λόγιο) | τούρκικο kaval ~ γαβάλ Πόντος | γαβάλι Πόντος | γαβάλιν Πόντος | καβάλιν Πόντος ~ υποκοριστικό: γαβαλόπον Πόντος | καβαλόπον Πόντος

καβαλίνα η

κοπριά αλόγων, γαϊδουριών και μουλαριών | λατινικό caballinus ~ γαβαλίνα Αμοργός, Μύκονος, Νάξος, Ανάφη | γκαβαλίνα Αρκαδία, Αχαΐα, Γρεβενά, Ηλεία, Θεσσαλονίκη, Κορινθία, Μεσσηνία, Νότια Εύβοια, Σάμος, Σέρρες, Σκιάθος, Τρίκαλα, Χαλκιδική | καβαλίνα Βεντότης 1790, Meyer 1895, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θάσος, Θήρα, Καππαδοκία, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Λέσβος, Μαγνησία, Νάξος, Νότια Εύβοια, Πάρος, Πάργα, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Φωκίδα, Χίος | καβαλλίνα Germano 1622, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882, Meyer 1895, Thumb 1912, Δημητράκος 1938 | καβαλινιά Κέρκυρα | καβαλντίνα Φολέγανδρος | καβαλλντίνα Ρόδος | καβαλτίνα Αστυπάλαια | καβελίνα Meyer 1895, Καστελλόριζο, Κύθηρα, Λακωνία, Τσακώνικα | καλίνα Ρόδος

καβαλινοκόπος ο

έντομο που ζει στην κοπριά ~ καβαλινοκόπος Βλαστός 1931, Χίος

καβαλίτσα η

κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο | αγκάνια, αγκότσα, αμπελέτσα, αμπέτσα, αμπρουζά, αρμακόλου, γκαλιγκότσια, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλάκια, καβαλλούριν, καλικούτσα, όπαλα, τζίγκακα, τζιτζίνα | ιταλικό cavalluccio ~ καβαλίτσα Ιωάννινα | αρσενικό: καβαλίκους Λήμνος | κάβαλους Σάμος ~ ουδέτερο: καβαλούτς Ιωάννινα | καβαλούτσι Κέρκυρα | πληθυντικός: καβάλις οι Ιωάννινα

καβαλιτσούρα η

γαμήσι ~ καβαλιτσούρα Δελβίνο

καβαλκιάζω

βοηθώ κάποιον να καβαλικέψει ~ καβαλκιάζω Πόντος | καλκιάζω Πόντος ~ μετοχή: καλκιασμένος Πόντος

καβαλκιαστός

σταυρωτός (για ράψιμο) ~ καβαλκιαστός Πόντος ~ επίρρημα: καβαλκιαστά Πόντος

καβαλκίνα η

αποκριάτικη λαϊκή αίθουσα χορού | βενετσιάνικο cavalchina ~ καβαλκίνα Κέρκυρα

καβαλκούρου η

αγοροκόριτσο | τσούλα ~ καβαλκούρου Σιάτιστα, Κοζάνη, Χαλκιδική

καβαλκώνου

καβαλικεύω ~ καβαλκώνου Σάμος

καβαλλετθομάχαιρο το

λεπίδα που βρίσκεται πάνω στο καβαλλέτθο και λειαίνει τα δέρματα ~ καβαλλετθομάχαιρο Νίσυρος

καβάλλι το

το χερούλι του κάδου ~ καβάλλι Κύπρος

καβαλλιάζω

βάζω καβάλο σε παντελόνι | βάζω κυρτά κεραμίδια στη ράχη της σκεπής ~ καβαλλιάζω Κύπρος

καβαλλντουρωτή η

ή καλλντουρίκιν, τρόπος ραψίματος ~ καβαλλντουρωτή Ρόδος

καβαλλονούρης

ζώο με στριφτή ουρά (προς τα πάνω) ~ καβαλλονούρης Κύπρος

καβαλλοράφιν το

η ραφή του καβάλου (του παντελονιού) ~ καβαλλοράφιν Κύπρος

καβαλλοτρίσης

κατσαρομάλλης | με μπλεγμένα μαλλιά ~ καβαλλοτρίσης Κύπρος

καβαλλούρα η

καβάλα ~ κααλλούρα Κάρπαθος | καβαλούρα Άνδρος, Κρήτη

καβαλλούριν το

καβαλίτσα ~ καβαλλούριν Κύπρος

καβαλνουκουπριά η

καβαλίνα ~ καβαλνουκουπριά Ίμβρος

καβάλο το

βούρδουλας, κουρμπάτσι ~ ακαβάλλο Somavera 1709 | καβάλλο Somavera 1709

κάβαλο το

κοπριά γαϊδάρου ~ κάβαλο Πωγώνι

καβαλοβολιώμαι

καβαλώ ~ καβαλοβολού Μάνη ~ καβαλοβολιώμαι Μάνη

καβαλόνα η

αντρογυναίκα ~ καβαλόνα Κύθηρα

καβάλος ο

το μέρος του παντελονιού, εκεί που ενώνονται τα μπατζάκια, ο παραδάγκαλος | βενετσιάνικο cavalo ~ κάβαλος Θήρα | καβάλος Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κρήτη, Λευκάδα | καβάλλος Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύπρος | κάβαλλος Κύπρος | καβάλους Σάμος ~ ουδέτερο: καβάλλο Πρωία 1933 | καβάλο Ηπίτης 1909, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | καβάλου Σέρρες, Φωκίδα

καβάλος ο

το χαρτί «ρήγας» της τράπουλας ~ καβάλος Κέρκυρα

καβαλοσκούτι

ή σαμαροσκούτι, πανί που έβαζαν στο σαμάρι του ζώου ~ καβαλοσκούτι Λευκάδα

καβαλούρης ο

ισχυρογνώμονας (λόγιο) ~ καβαλούρης Κέρκυρα

καβαλουρίζω

σκαρφαλώνω σε μάντρα, σε στέγη ή σε δέντρο ~ καβαλουρίζω Λευκάδα

καβαλουρίκι το

μπάλωμα σε πανί πλοίου ~ καβαλουρίκι Κριαράς 1995, Άνδρος | καβαλλουρίκι Δημητράκος 1938

καβαλουροσύνη η

ισχυρογνωμοσύνη (λόγιο) ~ καβαλουροσύνη Κέρκυρα

καβαλουρώνω

καβαλουρίζω | είμαι ισχυρογνώμων, αδιάλλακτος ~ καβαλουρώνω Κέρκυρα, Λευκάδα

καβαλούσκα

καβάλα ~ καβαλούσκα Μέγαρα

καβαλόχορτο

το φυτό Lotus corniculatus var. tenuifolius ~ καβαλόχορτο Κριαράς 1995 | καβαλλόχορτο Δημητράκος 1938 | καβαλλόχορτο μαλλιαρό Heldreich 1926

καβαλτίνα η

τσούλα ~ καβαλτίνα Κύπρος | καβαλτίνια Κύπρος | καβαρτίνα Κύπρος | καβαρτίνια Κύπρος

καβαλώ

ιππεύω (λόγιο) | γαμώ | λατινικό caballico ~ καβαώ Τσακώνικα | καβαλάου Ηλεία | καβαλάω ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | καβαλλάω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καβαλνώ Σέρρες | καβαλού Μάνη | καβαλώ Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Τσακώνικα | καβαλλώ Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ καβαλιέμαι ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: καβαλλημένος Πρωία 1933

καβανόζι το

βάζο ή γυάλα για γλυκά ή τουρσιά | μεταλλικό σκεύος μεταφοράς φαγητού | τούρκικο kavanoz ~ καβανόζ Κουκκίδης 1960, Θράκη | καβανόζζι Νίσυρος | καβανόζι Σκαρλάτος 1835, Βλαστός 1931, Κουκκίδης 1960, Κωνσταντινούπολη | καβανόζζιν Νίσυρος ~ αρσενικό: καβανός Βλαστός 1931, Νάξος | κάβανους Βελβεντός ~ θηλυκό: καβανούζα Σέρρες ~ υποκοριστικό: καβαζονάκι Μύκονος

καβάντζα η

απόθεμα (λόγιο) | κρυψώνα ~ καβάντζα Καπετανάκης 1962, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | καβάτζα , Ακαδημία 2016 Μύκονος

καβάντι το

χορευτική φιγούρα (χτύπημα του ποδιού με το χέρι) ~ καβάδι Νάξος | καβάντι Νάξος

κάβαντο το

η φλούδα του καρπού του σταριού ή του κριθαριού ~ κάβαντο Καλαβρία ~ πληθυντικός: κάβαντα Καλαβρία | κάφαντα Απουλία | κάφεντα Απουλία

καβαντόγιο το

κήτος (λόγιο) | φάλαινα (λόγιο) ~ καβαντόγιο Μάνη | καβεντόγιο Ζάκυνθος

καβαοσόντυμα το

φόδρα καβαδιού ~ καβαοσόντυμα Κάρπαθος

καβάουλλας ο

παλιο-καβάδι ~ καβάουλλας Κάρπαθος

καβαράς

θόρυβος | καβγάς | φασαρία ~ καβαράς Λυκία

καβαρδέλες οι

τα ράσα ~ καβαρδόλες Κύθηρα

καβαρδολάς ο

που φοράει φαρδιά ρούχα ~ καβαρδολάς Κύθηρα

καβαρορόκανο το

ροκάνι-σύνεργο του βαρελά ~ καβαρορόκανο Μέγαρα

καβαροσκέρπανο το

σκερπάνι-σύνεργο του βαρελά ~ καβαροσκέρπανο Μέγαρα | καβαρουσκέπαρου Κοζάνη, Μαγνησία

καβάς ο

καβάδι ~ καβάς Δημητράκος 1938 | καμπάς Δημητράκος 1938

καβάσης ο

φρουρός (λόγιο) |σωματοφύλακας (λόγιο) | κλητήρας (λόγιο) | τούρκικο kavas ~ καβάιζ Κοζάνη | καβαής Κοζάνη | καβάης Ιωάννινα, Πόντος, Χαλκιδική | καβάζης Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κρήτη, Κύπρος, Πόντος | καβάς Μαγνησία, Σέρρες, Φωκίδα  | καβάσης Ηπίτης 1909, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη

καβάσμπασης ο

αρχηγός φρουράς | τούρκικο kavasbaşı ~ καβάσμπασης Παμπούκης 1988

καβάτα η

ξύλινη γαβάθα ~ καβάτα Ηπίτης 1909, Πόντος

καβατζάλε το

προσκέφαλο, μαξιλάρι | ιταλικά cavezalle ~ καβατζάλε Κέρκυρα

καβατζάρισμα

η παράκαμψη του κάβου, με το σκάφος ~ καβαντζάρισμα Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Μάνη | καβατζάρισμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μάνη

καβατζάρω

παρακάμπτω τον κάβο (ακρωτήρι) με το σκάφος | βενετσιάνικο cavezar (;) ~ καβαγγέρνω Κάλυμνος | καβαζάρω Αμοργός, Καστελλόριζο, Κουφονήσια, Λειψοί, Μύκονος | καβαζζέρω Σύμη, Τήλος | καβαζέρω Φούρνοι | καβαζζέρνω Κως | καβαζζαρίζζω Νίσυρος | καβαζζάρω Νίσυρος | καβαζζέρω Κως Νίσυρος | καβαντζάρου Μάνη | καβατζάρου Μαγνησία, Μάνη, Σάμος | καβαντζάρω Hesseling 1903, Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Θήρα, Κέρκυρα, Κύπρος, Λευκάδα | καβαντζέρω Κάρπαθος, Καστελλόριζο | καβατζάρω Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κύπρος, Κύθηρα, Σύρος, Φούρνοι | καβατσάρω Βλαστός 1931 | καβατζέρνου Μαγνησία, Σάμος | καβατζέρνω Θήρα, Κάλυμνος | καβεζάρω Κίμωλος, Σίφνος | καβεντζέρω Κάρπαθος | καβετζάρω Κεφαλονιά, Πάργα

καβατζάρω

αγκαζάρω | καπαρώνω ~ καβαντζάρω Ακαδημία 2016 | καβατζάρω Ακαδημία 2016

καβατζουρίδα η

στροφή δρόμου ~ καβατζουρίδα Φούρνοι

καβατίνα η

μεγάλη κάμαρα με αποκριάτικα στολίδια και τραπέζια με φαγητό (τις μέρες του καρναβαλιού) | βενετσιάνικο cavatìna ~ καβαρκίνα Ζάκυνθος | καβατίνα Ζάκυνθος

καβατίνα η

μονωδία (λόγιο) | ιταλικό cavatina ~ καβατίνα ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος

καβάτσα η

το ψάρι Anguilla anguilla, χέλι | το θηλυκό χέλι ~ καβάτσα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Αιτωλοακαρνανία, Ζάκυνθος

καβάτσι το

τούμπα | κωλοτούμπα ~ καβάτσι Τσακώνικα

καβάφης ο

παπουτσής που φτιάχνει φτηνά παπούτσια | φτηνιάρης | τούρκικο kavaf ~ καβάφης Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κωνσταντινούπολη, Μεσσηνία | καβάφς Φωκίδα

καβάφικα τα

περιοχή όπου βρίσκονταν τα εργαστήρια των καβάφηδων (τα παπουτσάδικα) ~ καβάφικα Πρωία 1933, Κουκκίδης 1960, ΑΠΘ 1998, Κωνσταντινούπολη

καβάφικος

με τον τρόπο του καβάφη (λέγεται για ψευτοδουλειά) ~ καβάφικος Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: καβάφικη Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: καβάφικο Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

καβγαδίζω

τσακώνομαι, μαλώνω ~ καβγαδίζου Λέσβος | καβγαδίζω Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη, Ρόδος | καυγαδίζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | καυγατίζω Πρωία 1933

καβγάδισμα το

καβγάς ~ καβγάδισμα Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | καυγάδισμα Δημητράκος 1938

καβγαλαντίζω

καβγαδίζω ~ καβγαλαντίζου Ίμβρος | καβγαλαντίζω Βλαστός 1931, Κουκκίδης 1960, Κωνσταντινούπολη | καβκαλατίζω Κύπρος | καφκαλατίζω Κύπρος

καβγαλατώ

καβγαδίζω ~ καβγαλατώ Λυκιά

καβγαλής

καβγατζής ~ καβγαλής Λέσβος ~ θηλυκό: καβγαλίδσα Λέσβος

καβγάς ο

τσακωμός, μάλωμα | Buck List: 19.62 strife, quarrel | τούρκικο kavga ~ καβγά Τσακώνικα | καβγάς Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ιωάννινα, Κρήτη, Λέσβος, Λυκία, Μάνη, Προύσα, Ρόδος, Φωκίδα | καβγκάς Ρόδος | καβκάς Κύπρος | καυγάς Miklosich 1884, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | καφκάς Κύπρος ~ θηλυκό: γαβγά Πόντος | καβγά Πόντος | υποκοριστικό: καβγαδάκι Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 | καυγαδάκι Δημητράκος 1938 | πληθυντικός: καβγάδες | καβκάες Κύπρος | καφκάες Κύπρος

καβγατζής ο

εριστικός (λόγιο) | φιλόνικος (λόγιο) | τούρκικο kavgacι ~ | καβγαντζής Ρόδος | καβγατζής Σκαρλάτος 1835, Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ιωάννινα, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Μάνη | καβγκαγκής Ρόδος | καβκατζής Κύπρος | καυγατζής Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ακαδημία 2016 | καφκατζής Κύπρος ~ θηλυκό: καβγατζού Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998 | καυγατζού Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | καφκατζίνα Κύπρος

καβγατζίδικος

φίλερις (λόγιο) ~ καβγατζήδικος Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995 | καβγατζίδικος Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 | καυγατζίδικος Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: καβγατζήδικη Κριαράς 1995 | καβγατζίδικη ΑΠΘ 1998 | καυγατζίδικη Πρωία 1933 ~ ουδέτερο καβγατζήδικο Κριαράς 1995 | καβγατζίδικο ΑΠΘ 1998 | καυγατζίδικο Πρωία 1933 ~ επίρρημα καβγατζίδικα Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 | καυγατζίδικα Δημητράκος 1938

καβγατζούνικο

παιδί που καβγαδίζει στο παιχνίδι ~ καβγατζούνικο Κύθηρα

καβγατζώνουμι

καβγαδίζω ~ καβγατζώνουμι Σέρρες

καβγί το

το παιδί ~ καβγί Τσακώνικα | καμπζί Τσακώνικα ~ πληθυντικός: καβγία Τσακώνικα | καμπζία Τσακώνικα ~ υποκοριστικό: καβγουάτσι Τσακώνικα | καβγουλάτσι Τσακώνικα | καβγούλι Τσακώνικα | καβουλάτσι Τσακώνικα | καβουάτσι Τσακώνικα | καμπζουλάτσι Τσακώνικα | καμπζούλι Τσακώνικα

κάβγια η

κοκάρι (μικρό κρεμμύδι) ~ κάβγια Λευκάδα ~ πληθυντικός: κάβγις Ιωάννινα

καβδόλιο το

βρομιάρης, σίχαμα ~ καβδόλιο Λευκάδα

καβδόλιο το

κήτος (λόγιο) | φάλαινα (λόγιο) ~ καβδόλιο Κεφαλονιά

καβδούκι

(επίρρημα) ξερά, παγωμένα ~ καβδούκι Κρήτη

καβδουλιά η

είδος θάμνου | τριζοκκούκι ~ καβδουλιά Λυκία

καβέα η

σωρός | πλήθος ~ καβέα Ηπίτης 1909, Πόντος

καβεδάλε το

καπιτάλι, κεφάλαιο (λόγιο) ~ καβεδάλε Ζάκυνθος

καβέλα α

ανοιχτό λούκι μεταφοράς νερού | ιταλικό cavo ~ καβέα Τσακώνικα | καβέλα Τσακώνικα

καβελάρης ο

μεγάλο μαύρο μυρμήγκι με φτερά | καβελάρης Λακωνία

καβελαριά η

η σκεπή του σπιτιού ~ καβελαριά Κεφαλονιά

καβελαρικώνομαι

συμπλέκομαι (λόγιο) ~ καβελαρικώνομαι Μάνη

καβελαρικώνου

δέρνω πολύ ~ καβελαρικώνου Μάνη

καβελαρούδι το

ξύλινη σφήνα – εξάρτημα του αλετριού (μπαίνει σε τρύπα της σπάθας) ~ καβελαρούδι Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία

καβελαρώνου

επιβάλλομαι σε κάποιον ~ καβελαρώνου Μάνη | καβελαρώνω Ηλεία ~ καβελαρώνομαι Μάνη

καβελικώ

γαμώ ~ καβελικώ Κύθηρα

καβελόνα η

αντρογυναίκα ~ καβελόνα Κύθηρα

καβεντζάλε το

ύφασμα που έβαζαν στα μαξιλάρια (για να μη λερώνονται) ~ καβαντζάλε Κέρκυρα

καβέντζο το

στενή δαντέλα | ιταλικό cavezza ~ καβέντζο Κέρκυρα καβέτζο Κέρκυρα

καβέστρου του

λουρί με το οποίο οι παπουτσήδες κρατούσαν το παπούτσι πάνω στο αριστερό τους γόνατο (για να το ράψουν) | βενετσιάνικο caestro ~ καβέστρου Ιωάννινα

καβέτα η

δοχείο | καραβάνα | ιταλικό gavetta ~ καβέτα Καππαδοκία | καβέττα Κάρπαθος, Ρόδος

καβέτο το

σπάγγος | βενετσιάνικο caveto ~ καβέτο Κύθηρα

καβέτσο το

είδος γυναικείας κόμμωσης ~ καβέτσο Ζάκυνθος

κάβι το

σπίρτο ~ κάβι Πόντος

καβία η

«morso di briglia» ~ καβία Somavera 1709

κάβια η

ποικιλία μικρού κρεμμυδιού ~ κάβια Ιωάννινα, Θεσπρωτία, Λευκάδα

καβίγα η

«cavicchia di liuto» ~ καβίγα Somavera 1709

καβίδα η

γάντζος ~ καβίδα Πόντος

καβιδερή η

κοτέτσι | λατινικό cavea ~ καβιδερή Meyer 1895, Πόντος

καβίδκους

δυνατός ~ καβίδκους Σουφλί ~ επίρρημα: καβίδκα Σουφλί

καβιδόνι το

στρίποδο ~ καβιδόνι Ζάκυνθος

καβίζουλας

μικρόσωμος (λόγιο) ~ καβίζουλας Ίμβρος

καβίλι το

μεγάλο καρφί χωρίς κεφάλι ~ καβίλι Βλαστός 1931

καβίλια η

μυτερό σίδερο για το λύσιμο των κόμπων | ιταλικό caviglia ~ καβίλια Πάργα

καβίλια η

ξυλοκάρφι | ξυλοσφήνα | ιταλικό caviglia ~ καβία Meyer 1895 | καβίλα Κοζάνη, Πόντος | καβίλια Hesseling 1903, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λευκάδα, Μαγνησία, Φωκίδα | καβίλλια Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κύπρος, Νίσυρος | καβίλλα Meyer 1895 |

καβίλια τα

ρούχα που έδινε ο εργοδότης στον εργάτη (εκτός από την αμοιβή) ~ καβίλια Τσακώνικα

καβιλιοκάρφωτος

καρφωμένος με καβίλιες (ξυλόκαρφα) ~ καβιλιοκάρφωτος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: καβιλιοκάρφωτη Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: καβιλιοκάρφωτο Δημητράκος 1938

καβιμάδα η

κάψιμο, έγκαυμα (λόγιο) ~ καβιμάδα Λυκία

κάβιουρας ο

είδος σκορπιού ~ κάβιουρας Χίος

καβιτέλο το

σημαδούρα | ιταλικό gavitello ~ καβιτέλο Hesseling 1903

καβίτικος

στέρεος (λόγιο) | δυνατός | τούρκικο kavi ~ καβίτικος Κύπρος

καβκαλάτισμαν το

καβγάδισμα ~ καβκαλάτισμαν Κύπρος

καβκαλίτικον

διαφιλονικούμενο (λόγιο) ~ καβκαλίτικον Κύπρος

καβλάκια τα

τομάρια από πρόβατα που το είχαν κουρέψει πρόσφατα | τούρκικο kavlak (γυμνός, ξέσκεπος) ~ καβλάκια Ιωάννινα

κάβνταλον το

πολύ καμμένο ξύλο ~ κάβνταλον Ρόδος

κάβοι οι

δεσμοί φιλίας ~ κάβοι Κύπρος

καβολάργανο το

σκοινί σε μηχάνημα πλοίου που σηκώνει την άγκυρα ~ καβολάργανο Ηπίτης 1909, Δημητράκος 1938

κάβολο το

τα φυτό Brassica oleracea var. botrytis (κουνουπίδι) και Brassica oleracea var. capitata (λάχανο ή μάπα) ~ καβόλε Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά | κάβολο Δημητράκος 1938, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Μεσσηνία

καβόξυλο

καραμπόξυλο, ξύλο που χτυπούν το γάλα μέσα στο δοχείο, για να βγει το βούτυρο ~ καβόξυλο Μέγαρα

κάβος ο

ακρωτήρι | γενοβέζικο cavo ~ γκάβο Τσακώνικα | κάβο Τσακώνικα | κάβος Du Cange 1688, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Passow 1860, Legrand 1882, Meyer 1895, Hesseling 1903, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θήρα, Κάρπαθος, Μάνη, Μύκονος, Νίσυρος, Πόντος, Πάργα | κάβους Λέσβος, Μαγνησία, Σάμος | κάος Καστελλόριζο~ υποκοριστικό: καβάκι Μύκονος | καβούλι (το) Λευκάδα

κάβος ο

κάδος | κουβάς νερού (για πότισμα) ~ κάβιος Ρόδος | κάβος Κίμωλος, Πάρος, Σίφνος

κάβος ο

καραβόσκοινο, παλαμάρι | ιταλικό cavo ~ κάβος Somavera 1709, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κάλυμνος, Κύπρος, Μάνη, Μύκονος, Νίσυρος, Τήνος | κάβους Λέσβος ~ υποκοριστικό: καβούλι Λευκάδα | καβούλλιν Κάρπαθος

κάβος ο

το κλαδί του αμπελιού μετά από το κλάδεμα ~ κάβος Κύθηρα

καβοσύρτης ο

είδος κινητής τροχαλίας (για τη φόρτωση πλοίων) ~ καβοσύρτης Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος

καβούκα η

θόλος, τρούλος ~ καβούκα Βλαστός 1931 ~ ουδέτερο: καβούκι Βλαστός 1931

καβούκι το

καύκαλο, καυκί | τούρκικο kabuk ~ καβούκ Κουκκίδης 1960, Άρτα, Καρδίτσα, Χαλκιδική | καβούκι Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κρήτη, Λευκάδα, Μάνη, Ρόδος | καβούτς Λέσβος | καβούκιν Ρόδος | καμπούκι Κρήτη | καούκι Κρήτη ~ θηλυκό: καβούκα Δημητράκος 1938, Τήνος ~ υποκοριστικό: καβουκάκι Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988

καβούκι το

ψηλό αντρικό καπέλο που γύρω του τύλιγαν το σαρίκι | τούρκικο kavuk ~ καβούκ Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Ιωάννινα, Λήμνος, Μαγνησία, Σκόπελος, Φωκίδα | καβούκι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Miklosich 1884, Ηπίτης 1909, Κέρκυρα, Κωνσταντινούπολη | καβούτς Λέσβος | καβούτσι Τσακώνικα ~ θηλυκό: καβούκα Κέρκυρα, Λήμνος, Σάμος | καμπούκ Λέσβος

καβουκιάζω

μπαίνω στο καβούκι ~ καβουκιάζω Παμπούκης 1988 ~ καβουκιάζουμι Αιτωλοακαρνανία ~ μετοχή: κουβουκιασμένους Αιτωλοακαρνανία

καβούκιασμα το

κλείσιμο στο καβούκι ~ καβούκιασμα Αιτωλοακαρνανία

καβούκου η

γυναίκα με καμπούρα ~ καβούκου Μαγνησία

καβούκου η

σουπιέρα | τσουκάλι | κατσαρόλα ~ καβούκου Πιερία ~ ουδέτερο: καβούκ Πιερία

καβούλα

συμπιεστά (λόγιο) ~ καβούλα Μάνη

καβούλα α

χεριά (όσα πιάνει το χέρι) ~ καβούα Τσακώνικα ~ καβούλα Λακωνία, Τσακώνικα

καβούλα η

συμπιεσμένη μάζα (μαλλιού, βαμβακιού, πυλού, χιονιού) | σωρός πραγμάτων | αρμαθιά σκουληκιών περασμένα σε πετονιά (δόλωμα για χέλια) ~ καβούλα Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κρήτη, Κύθηρα, Κύθνος, Μάνη, Μέγαρα, Μύκονος, Παλιά Αθήνα, Σίφνος

καβουλακάτα

γεροδεμένη και μεγαλόσωμη ~ καβουλακάτα Κέρκυρα

καβουλεύομαι

δέχομαι | συμφωνώ ~ καβουλεύγομαι Ικαρία | καβουλεύομαι Χίος

καβούλι το

αποδοχή (λόγιο) | συμφωνία (λόγιο) | συνάντηση σε συμφωνημένο τόπο | τούρκικο kabul ~ καβούλ Αιτωλοακαρνανία, Βοιωτία, Λέσβος, Μαγνησία | καβούλ Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Λέσβος, Σαρακατσάνικα, Φθιώτιδα | καβούλι Passow 1860, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Νότια Εύβοια, Λευκάδα, Νάξος, Νότια Εύβοια, Πάρος, Σύρος, Θεσπρωτία | καμπούλ Αιτωλοακαρνανία, Πιερία | καμπούλι Κουκκίδης 1960, Κρήτη ~ θηλυκό: καβούλα Παμπούκης 1988

καβουλιάζω

συμπιέζω (λόγιο) | ανακατεύω ~ καβουλιάζου Μάνη

καβουλιάστακα

συμπιεστά (λόγιο) ~ καβουλιάστακα Μάνη

καβουλώνω

λυγίζω ~ καβουλώνω Χίος

καβουνάπ το

ποικιλία αχλαδιού (η γεύση του μοιάζει με αυτή του αχλαδιού) ~ γαβουνάπ Πόντος | γαβουνάπιν Πόντος | καβουνάπ Πόντος

καβούνι το

πεπόνι | τούρκικο kavun ~ γαβούν Πόντος | καβούν Λέσβος, Πόντος | καβούνι Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κωνσταντινούπολη, Τσακώνικα | καβούνιν Λυκία | καούνι Κεφαλονιά, Τσακώνικα

καβουνία α

πεπονιά ~ καβουνία Τσακώνικα | καουνία Τσακώνικα

καβουν-καφαλής

δολιχοκέφαλος (λόγιο), πεπονοκέφαλος | τούρκικο kavun kafalı ~ καβουν-καφαλής Κουκκίδης 1960

καβουράκι το

είδος αντρικού καπέλου ~ καβουράκ Σάμος | καβουράκι Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

κάβουρας ο

το μαλακόστρακο Cancer carcinus, τσαγανός, πάγουρας, παγούρι | αρχαία ΚΑΒΟΥΡΟΣ, προελληνικό Beekes ~ γκάβρας Σκύρος | κάβουρα Καλαβρία, Τσακώνικα | κάβουρας Corona Preciosa 1527, Meursius 1614, Germano 1622, Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Meyer 1895, Ηπίτης 1909, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Ανάφη, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Βούρμπιανη, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ημαθία, Ιθάκη, Ικαρία, Κέα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Λευκάδα, Λυκία, Μεγανήσι, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Νότια Εύβοια, Πάργα, Πάρος, Σάμος Σίφνος, Σμύρνη, Σύμη, Ρόδος, Χίος | καβουράς Lange 1708 | κάβουρο Καλαβρία | κάβουρος Meursius 1614, Du Cange 1688, Lange 1708, Meyer 1895, Αρκαδία, Κοζάνη, Λυκία, Χιμάρα | κάβρας Ηπίτης 1909, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Θράκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σέρρες, Χαλκιδική | καβρός Βλάχος 1659, Lange 1708, Meyer 1895, Κρήτη, Κύθηρα | κάουρα Καλαβρία | κάουρας Thumb 1912, Ιθάκη, Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κύπρος, Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Χάλκη | κάουρος Κύπρος | πάβουρας Νίσυρος ~ θηλυκό: καβουρίνα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: καούρι Απουλία | καβούζι Τσακώνικα | καβούρ Καρδίτσα, Κοζάνη | καβούρι Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Πάργα, Τσακώνικα ~ υποκοριστικό: καβουράκι Βεντότης 1790, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 | καβουρέλι Ζάκυνθος | καβράκι Κρήτη | καβρούδ Ίμβρος | καουράκι Ρόδος ~ μεγεθυντικό: καβούραρος Δημητράκος 1938

καβούρεμα το

καβούρντισμα ~ γαβούρεμαν Πόντος | καβούρεμα Πόντος | καβούρεμαν Πόντος

καβουρευτός

καβουρντιστός ~ γαβουρευτός Πόντος | καβουρευτός Πόντος

καβουρεύω

καβουρντίζω ~ γαβουρεύω Πόντος | καβουρεύω Πόντος

καβουριά η

αναποδιά ~ καβουριά Νάξος

καβούρια τα

τα ξερά σύκα, τσαπέλες ~ καβούρια Legrand 1882, Βλαστός 1931, Χίος ~ αρσενικό: καβούριες (οι) Μαγνησία

καβουριάζουμαι

παραξενεύω ~ καβουριάζουμαι Ζάκυνθος

καβουριάνου

συστέλλομαι (λόγιο), μαζεύομαι ~ καβουριάνου Λυκία

καβουρμάς ο

τηγανιτό ή βραστό χοιρινό κρέας που συντηρείται μέσα στο λίπος του (σε δοχεία) | το φαγητό που γίνεται από αυτό το κρέας | τούρκικο kavurma ~ καβουρμά Τσακώνικα | καβουρμάς Somavera 1709, Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Miklosich 1884, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Ηλεία, Θεσσαλονίκη, Θήρα, Ίμβρος, Κάλυμνος, Κοζάνη, Κύπρος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λήμνος, Λυκία, Νότια Εύβοια, Προύσα, Ρόδος, Σάμος, Σέρρες, Φωκίδα, Χίος | καβραμάς Παμπούκης 1988, Πιερία | καβρουμάς Παμπούκης 1988, Ίμβρος, Ημαθία, Κάρπαθος, Κοζάνη, Κρήτη, Λέσβος, Νίσυρος, Ρόδος, Σάμος, Σιάτιστα | καβρμάς Καρδίτσα ~ θηλυκό: γαβουρμά Πόντος | καβουρμά Πόντος ~ ουδέτερο: καβουρμά Somavera 1709 ~ πληθυντικός: γαβουρμάδας (τα) Πόντος | καβουρμάδας (τα) Πόντος

καβουρντάω

καβουρντίζω ~ καβουρντάω Αρκαδία

καβουρντίζω

τσιγαρίζω, σοτάρω | ξεροτηγανίζω | ψήνω (ξηρούς καρπούς) | τούρκικο kavurmak ~ καβουρδίζω Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος | καβουρκίχου Τσακώνικα | καβουρντίζου Γρεβενά, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λέσβος, Σαρακατσάνικα, Χαλκιδική | καβουρντίζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θήρα, Κρήτη, Ρόδος, Τσακώνικα | καβουρτίζω Παμπούκης 1988 | καρβουκίχου Τσακώνικα ~ καβουρδίζομαι ΑΠΘ 1998 | καβουρντίζομαι ΑΠΘ 1998, Ρόδος | καβουρντίζουμαι Βλαστός 1931, Ρόδος ~ μετοχή: καβουρδισμένος Legrand 1882, Βλαστός 1931 | καβουρντισμένος Ρόδος | καβουρντσμένους Ίμβρος

καβούρντισμα το

τσιγάρισμα, σοτάρισμα | ξεροτηγάνισμα | ψήσιμο (ξηρών καρπών) ~ καβούρδισμα Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θεσπρωτία | καβούρντισμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καβουρντιστήρι το

συσκευή καβουρντίσματος ~ καβουρδιστήρι Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Νίσυρος, Τσακώνικα | καβουρδιστήριν Νίσυρος | καβουρντιστήρι Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία | καβουρντστήρ Ίμβρος, Χαλκιδική

καβουρντιστός

τσιγαριστός | ψητός (για ξηρούς καρπούς) ~ καβουρδιστός Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, ΑΠΘ 1998 | καβουρντιστός Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Προύσα ~ θηλυκό: καβουρδιστή Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 | καβουρντιστή Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 ~ ουδέτερο: καβουρδιστό Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 | καβουρντιστό Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

καβουροδόντια τα

οι δαγκάνες του καβουριού ~ καβουροδόντια Βλάχος 1659, Somavera 1709

καβουρολόγος ο

καμάκι για τα καβούρια | καλάθι για να βάζουν τα καβούρια ~ καβουρολόγος Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Χίος | καβουρολός Αστυπάλαια | καβρολόος Πάρος

καβουρολογώ

πιάνω καβούρια ~ καβουρολογάω Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος | καβουρολογώ Κριαράς 1995

καβουρομάνα η

το μαλακόστρακο Maia squinado | το μεγάλο καβούρι, παγουρομάνα ~ καβουρομάνα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά, Μεσσηνία, Μύκονος, Πάργα, Τσακώνικα | καβουρομάννα Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Δημητράκος 1938

καβουροματιάζω

καβουροματιάζει το κλήμα την άνοιξη (δηλαδή εξογκώνονται τα μάτια) ~ καβουροματιάζω Λακωνία

καβουροσύρτης ο

καβουρολόγος ~ καβουροσούρτης Πρωία 1933 | καβουροσύρτης Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Μύκονος

καβουροτσέπης ο

τσιγκούνης ~ καβουροτσέπης Ακαδημία 2016

καβουρουτσέμπουρου του

είδος τσιμπουριού ~ καβουρουτσέμπουρου Πιερία | καβρουτσέμπουρου Πιερία

καβουρόψιχα η

το κρέας του καβουριού ~ καβουρόψιχα Ακαδημία 2016

καβουσανά η

ή αβγοσυκιά, ποικιλία συκιάς ~ καβουσανά Heldreich 1926

καβούσι το

λακκούβα που μέσα πέφτει το νερό βρύσης | λατινικό cavus ~ καβούσι Κρήτη

καβούσι του

βρύση (πηγή) με καμάρα ~ καβούσι Κρήτη

καβούσια τα

η είσοδος στο αμπάρι του πλοίου ~ καβούσια Αιτωλοακαρνανία

καβουστουρμάς ο

αντρικό ρούχο | τούρκικο kavuşturmak ~ καβουστουρμάς Κύπρος | καϊστουρμάς Κύπρος | καουστουρμάς Κύπρος |

καβουτέλα η

εγγύηση (λόγιο) | ασφάλεια (λόγιο) | ιταλικό: cautela ~ καβουτέλα Λευκάδα

καβούτσι το

αδέρφι ~ καβούτσι Μάνη ~ υποκοριστικό: καβουτσάκι Μάνη

καβούτσι το

πουτσοκέφαλο, βάλανος (λόγιο) ~ καβούτσι Μέγαρα

καβούτσι το

το φυτό Daucus carota, καρότο, βαυτσί, δαυκί, μπαστινάκα, παστινάκα, σταφυλώνι | τούρκικο havuç ~ καβούζι Γεννάδιος 1914 | καβούτζι Legrand 1882, Γεννάδιος 1914 | καβούτσι Γεννάδιος 1914, Πρωία 1933, Κουκκίδης 1960, Δημητράκος 1938 | χαβούτζι Γεννάδιος 1914 | χαβούτσι Γεννάδιος 1914, Πρωία 1933, Κουκκίδης 1960

καβουτσιάζω

ψήνω, ξεραίνω ~ καβουτσιάζω Μέγαρα

καβούτσος ο

αδερφός ~ καβούτσος Μάνη

καβουτσούκια τα

πρόχειρα παπούτσια που έφτιαχναν με σόλα από καουτσούκ (από παλιό λάστιχο αυτοκινήτου) ~ καβουτσούκια Καρδίτσα, Τρίκαλα

καβράκ του

το νυφικό πέπλο ~ καβράκ Θεσσαλονίκη

καβράκι

εύθρυπτος | τούρκικο gevrek ~ καβράκι Καππαδοκία

καβράμ του

μακρύ, στρογγυλό και λιπαρό κομμάτι μοσχαρίσιο κρέας (που βρίσκεται κάτω από τους γοφούς) ~ καβράμ Λέσβος

καβραμάς ο

δαγκάνα κάγκελου-ιστού | τούρκικο kavrama (πιάσιμο, λαβή) ~ καβραμάς Σέρρες

καβραντίζω

καταλαβαίνω | πιάνω | αρπάζω | καταφέρνω | τούρκικο kavramak ~ καβραντίζου Ίμβρος, Σέρρες | καβραντίζω Κουκκίδης 1960

καβραντώ

καβραντίζω ~ καβραντάου Θράκη | καβραντώ Σέρρες, Σουφλί

καβραύγα τα

τα αβγά του κάβουρα ~ καβραύγα Ηπίτης 1909, Αιτωλοακαρνανία

καβρέτσκας ου

σκορπιός ~ καβρέτσκας Πιερία

καβρομαμούνα η

κατσαρίδα ~ καβρομαμούνα Κρήτη

καβροπίλαφο το

πιλάφι με καβούρια ~ καβροπίλαφο Κρήτη

καβρούλια τα

μπουσούλισμα ~ καβρούλια Κρήτη

καβρουλίζω

μπουσουλώ | περπατώ σαν τον κάβουρα ~ καβρουλίζω Κρήτη

καβρουλιστός

μπουσουλιστός ~ καβρουλιστός Κρήτη ~ επίρρημα: καβρουλιστά Κρήτη

καβρουμαζμένους

μαζεμένος σαν καβούρι ~ καβρουμαζμένους Φθιώτιδα

καβρουμάς ο

τραγανιστό κουλούρι | τούρκικο kavurma ~ καβρουμάς Κουκκίδης 1960, Κρήτη

καβρουνύχιασμα του

νύχιασμα (γρατζούνισμα) δυνατό, σαν του κάβουρα το δάγκωμα ~ καβρουνύχιασμα Αιτωλοακαρνανία

καβρουνχιάζου

νυχιάζω (γρατζουνάω) δυνατά, σαν τον κάβουρα ~ καβρουνχιάζου Αιτωλοακαρνανία

καβρουπόδαρα τα

τα πόδια του κάβουρα ~ καβρουπόδαρα Ηπίτης 1909, Αιτωλοακαρνανία

κάβταλο

καμμένο | καρβουνιασμένο ~ κάβταλο Ρόδος

κάβω

καίω, καίγω ~ κάβγκω Κάρπαθος, Χίος | κάβγου Λέσβος | κάβγω Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κρήτη, Νάξος, Χίος | κάβκω Κύπρος | κάβω Ηπίτης 1909, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κύθηρα, Μύκονος, Πάρος, Σύρος | κάζω Πόντος | κάφτω Βλαστός 1931 ~ κάβγομαι Πάρος | κάβγουμαι Πάρος | κάβομαι Κύθηρα, Σύρος