Skip to main content

καγανάζω-καζώνω

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

καγανάζω-καζώνω

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 10.4.2017

προσθήκες: 11.7.2017

καγανάζω

θερίζω ~ καγανάζω Πόντος

καγανέα η

δρεπανιά | χτύπημα με το καγάνιν (δρεπάνι) | όση ποσότητα κόβει κάθε φορά το καγάνιν Πόντος ~ καανέα Πόντος | καγανέα Πόντος

καγανές

θερισμένο ~ καγανές Πόντος

καγανεύω

θερίζω ~ καανεύω Πόντος | καγανεύω Πόντος

καγανίζω

θερίζω ~ καανίζω Πόντος | καγανίζω Πόντος

καγάνιν το

δρεπάνι ~ καάν Πόντος | καγάν Πόντος | καγάνιν Πόντος

καγάνισμαν το

θέρισμα ~ καγανίαμαν Πόντος | καγανίαγμαν Πόντος | καγανίασμαν Πόντος | καγάνισμαν Πόντος

καγαρέλα η

διάρροια (λόγιο), κόψιμο, τσίρλα, τσιρλιό ~ ιταλικό cacarella ~ καγαρέλα Ζάκυνθος

καγαρέλας

τσιρλιάρης ~ καγαρέλας Κύθηρα

καγάρω

χέζω | βενετσιάνικο cagàre ~ καγάρω Ζάκυνθος

καγερίζω

καθαρίζω | ξεφλουδίζω | εξοντώνω (λόγιο) ~ καγερίζω Καππαδοκία

κάγια

τεμπέλα ~ κάγια Χίος

καγιά η

βράχος | τούρκικο kaya ~ καγιά Κύθνος

καγιά η

σκοινί που χρησιμοποιούν για χαλινάρι, όταν μαθαίνουν το άλογο να ιππεύεται | τούρκικο kayış ~ καγιά Λήμνος

κάγια η

αραχνιά (ιστός της αράχνης) ~ κάγια Νίσυρος

κάγια η

γυναικείο κοντό μάλλινο πανωφόρι ~ κάγια Κάρπαθος, Νίσυρος, Πόντος, Ρόδος

κάγια η

κάψιμο, έγκαυμα (λόγιο) ~ κάγια Καλαβρία

κάγια η

λειρί ~ κάγια Καππαδοκία

κάγια η

πέτρα | πετρώδες έδαφος ~ κάγια Κως, Λέσβος

καγιαγάνι το

μη γόνιμο χωράφι ~ καγιαγάνι Κρήτη

καγιάγια η

γίδα που τα κέρατά της πάνε προς τα κάτω ~ καγιάγια Ρόδος

καγιάδα η

κοτρώνα ~ καγιάδα Λέσβος ~ αρσενικό: κάγιαδους Λέσβος

καγιάδι το

σκόπελος (λόγιο) ~ καγιάδι Πόντος | καγιάδιν Πόντος

καγιάζζω

αραχνιάζω | καγιάζζω Νίσυρος ~ μετοχή: καγιασμένος Νίσυρος

καγιάζω

κορακιάζω, διψώ πολύ | ξεραίνομαι | καγιάζω Κύπρος ~ μετοχή: καγιασμένος Κύπρος

καγιακά

κάτω ~ καγιακά Αρκαδία

καγιάμπεης ο

υπηρέτης (λόγιο) | επιστάτης (λόγιο) | τούρκικο kahyabey ~ καγιάμπεης Κύπρος

καγιάνα η

στοίβα με ξύλα ~ καγιάνα Πόντος

καγιανάζω

στοιβάζω ξύλα ~ καγιανάζω Πόντος

καγιανάς ο

στραπατσάδα, αυγά ομελέτα με ντομάτα (ή και με παστό χοιρινό) | τούρκικο kaygana ~ καγιανά Τσακώνικα | καγιανάς Παμπούκης 1988, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία | καενάς Αρκαδία

καγιανή η

λαχανόπιτα με χυλό αντί για φύλλο ~ καγιανή Λευκάδα

καγιάνι το

καγιαγάνι ~ καγιάνι Κρήτη

καγιάρι

βραχώδες (λόγιο) | τούρκικο kayalı ~ καγιάρι Μάνη

καγιάρι

καθαρός ~ καγιάρι Ηλεία

καγιάρι το

στο καγιάρι γίνονται όλες οι δουλειές που θέλει το πετάλωμα (ψαλίδισμα και καθάρισμα οπλών), αλλά ο πεταλωτής ξαναβάζει τα παλιά πέταλα | τούρκικο kayar ~ καγιάρι Ηπίτης 1909, Αχαΐα, Κρήτη, Μέγαρα | καγιάριν Κύπρος, Λυκία

καγιαρίζου

γκαβίζω | στραβίζω (λόγιο) ~ καγιαρίζου Λέσβος | καγιουλίζου Λέσβος | καγιρίζου Λέσβος

καγιαρός

γκαβός, αλλήθωρος (λόγιο) | στραβός ~ καγιαρός Θάσος, Λέσβος, Λήμνος | καγιρός Λέσβος

καγιαρώνου

πετρώνω ~ καγιαρώνου Μάνη

κάγιας

οξύθυμος (λόγιο) ~ κάγιας Μαγνησία ~ κάιας Μαγνησία

καγιάς ο

βράχος | πέτρα | χαλίκι | σκόπελος (λόγιο) | άγονο χωράφι | τούρκικο kaya ~ καγιάς Βλαστός 1931, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κύπρος, Κως, Λυκία, Νίσυρος, Σέρρες ~ θηλυκό: γαγιά Πόντος | καγιά Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Πόντος, Ρόδος | καγιάδα Παμπούκης 1988 ~ πληθυντικός: καγιάδοι Λυκία

καγιασάτσα τα

πετραδάκια ~ καγιαδάτσα Καστελλόριζο

καγιντίζω

γλιστρώ | τούρκικο kaymak ~ καγιντίζω Κουκκίδης 1960 | καγντίζου Ίμβρος | καγντίζω Προύσα | καϊντίζω Κουκκίδης 1960 ~ μετοχή: καγντσμένους Ίμβρος

καγιόλους

καγιαρός ~ καγιόλους Λέσβος

κάγιος ο

καλικάντζαρος ~ κάγιος Κάρπαθος

καγιουράδιν το

γυναικείο φτιασίδι ~ καγιουράδιν Πόντος

καγιούρι

τρόπος δεσίματος της γυναικείας μαντίλας (τριγωνικός κεφαλόδεσμος) ~ καγιούρι Αρκαδία, Ηλεία, Κέρκυρα

καγιρντίζου

νοιάζομαι | ευνοώ (λόγιο) | τούρκικο kayırmak ~ καγιρντίζου Ίμβρος

καγιρουμάτς

καγιαρός ~ καγιρουμάτς Λέσβος

καγίτι το

εγγραφή (λόγιο) | καταχώρηση (λόγιο) | τούρκικο kayıt ~ καγίτ Κουκκίδης 1960, Θράκη | καγίτι Κουκκίδης 1960

καγιώνου

μαθαίνω το άλογο να ιππεύεται ~ καγιώνου Λήμνος

κάγκα η

το ακροπλώριο τμήμα του ποδόσταμου της τράτας, που εξέχει ~ κάγκα Νίσυρος

καγκάβα η

μικρό πλοίο εφοδιασμένο με ειδικό δίχτυ για ψάρεμα σφουγγαριών ~ καγκάβα Κάλυμνος, Κως, Νίσυρος, Σύμη

καγκαβιάζω

παθαίνω αγκύλωση στα δάχτυλα των χεριών (από υπερκόπωση) ~ καγκαβιάζω Χίος ~ μετοχή: καγκαβιασμένος Χίος

καγκάγι

σάπιο ξύλο ~ καγκάγι Λευκάδα

καγκάγια η

ξερακιανή, άσχημη και κακότροπη γυναίκα ~ καγκάγια Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Λυκία

καγκαένα

κανένα ~ καγκαένα Γρεβενά, Κοζάνη | καγκανένα Χαλκιδική

καγκαένας

κανένας ~ καγκαένας Γρεβενά, Κοζάνη, Σιάτιστα | καγκάνας Κοζάνη | καγκανένας Thumb 1912, Ιωάννινα, Μαγνησία, Σαμοθράκη, Σουφλί, Χαλκιδική

καγκαθιάζου

καγκαθιάζει (ξεραίνεται) το αίμα στην πληγή ~ καγκαθιάζου Αιτωλοακαρνανία

κάγκαθου του

το ξεραμένο αίμα σε πληγή ~ κάγκαθου Αιτωλοακαρνανία

καγκαλά η

τρικλοποδιά ~ καγκαλά Κως

καγκάλα η

κουβάρι | σπείρα (λόγιο) | τούρκικο kangal ~ καγκάλα Μάνη ~ ουδέτερο: καγκάλλιν Κύπρος | καγκαλλούιν Κύπρος

καγκαλάς ο

γκλίτσα ~ καγκαλάς Κως

καγκαλαώννω

διακλαδίζω (λόγιο) ~ καγκαλαώννω Κάλυμνος

καγκάλεμαν το

γαργαλητό ~ καγκάλεμαν Λυκία

καγκαλεύγου

γαργαλώ ~ καγκαλεύγου Λυκία

καγκαλίδα η

κούκλα νήματος ~ καγκαλίδα Αρκαδία, Ηλεία

καγκαλιδέρ

κατσαρό ~ καγκαλιδέρ Πόντος

καγκαλλής

κοντόχοντρος ~ καγκαλλής Κύπρος

κάγκαλο το

χρηματική αμοιβή ~ κάγκαλο Ιωάννινα

καγκαμίαν

καμιά ~ καγκαμίαν Πόντος | καγκαμνιά Γρεβενά, Κοζάνη, Χαλκιδική

καγκαμιάφρας

ποτέ ~ καγκαμιάφρα Σουφλί | καγκαμιάφρας Κοζάνη

καγκαμνιάλλας

καμιά φορά ~ καγκαμνιάλλας Κοζάνη

καγκαμπώς

με κανένα τρόπο ~ καγκαμπώς Κοζάνη

καγκάνα η

καγκάλα ~ καγκάνα Μάνη

κάγκανα τα

μισοκαμένα ξύλα ~ κάγκανα Βλαστός 1931, Κάρυστος

κάγκανας

καγκανιάρης ~ κάγκανας Κύθηρα | καγκάνης Μάνη

καγκανείς

κανείς ~ καγκανείς Θράκη, Πόντος | κάγκανεις Προύσα

καγκανιάζω

αδυνατίζω από αρρώστια | ξεραίνω | ξεροψήνω ~ καγκανιάζου Μάνη | καγκανιάζω Δημητράκος 1938, Κέρκυρα, Κύθηρα ~ καγκανιάζομαι Μάνη ~ μετοχή: καγκανιασμένος Μάνη

καγκανιάρης

καχεκτικός (λόγιο) | κοκαλιάρης ~ καγκανιάρης Δημητράκος 1938, Μάνη ~ θηλυκό: καγκανιάρα Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: καγκανιάρικο Δημητράκος 1938 ~

καγκανίζω

αποξηραίνομαι (λόγιο) | αρχαίο ΚΑΓΚΑΝΟΣ (: ξερός) προελληνικό – μη ινδοευρωπαϊκό Beekes 2010 ~ καγκανίζω Βάλληνδας 1887, Τήνος

καγκανίλος

καγκανιάρης ~ καγκανίλος Μάνη

κάγκανον το

η κάτω γνάθος του χοίρου, δίχως το κρέας ~ κάγκανον Βάλληνδας 1887

κάγκανος

ξερός | ξεροψημένος ~ κάγκανος Κέρκυρα

καγκαντίπουτας

τίποτα απολύτως ~ καγκαντίπουτας Κοζάνη

καγκαράζω

καμπυλώνομαι (λόγιο) ~ καγκαράζω Πόντος

καγκαρέλι το

είδος μικρού βάτραχου ~ καγκαρέλι Κεφαλονιά

καγκαρεύω

σκαρφαλώνω ~ καγκαρεύω Πόντος

καγκάρι το

είδος φυτού (από τις ρίζες βγαίνει μαστίχα και από τους καρπούς του ρόφημα σαν τον καφέ) ~ καγκάρι Καππαδοκία

κάγκαρο το

καρκίνωμα (λόγιο) | βενετσιάνικο càncaro ~ κάγκαρο Meyer 1895, Βλαστός 1931 ~ αρσενικό: κάγκαρος

κάγκαρο το

μεντεσές | ιταλικό ganghero ~ κάγκαβο Χίος | κάγκαρο Meyer 1895 | κάγκαρον Κύπρος

καγκαρόγαρος ο

χοντρός γάιδαρος ~ καγκαρόγαρος Κύπρος

κάγκαρος

μεγαλόσωμος (λόγιο) ~ κάγκαρος Κύπρος

κάγκαρος ο

η αρσενική πέρδικα ~ κάγκαρος Ρόδος | κάκαβρος Ικαρία

καγκάσιν

κατάξερο ~ καγκάσιν Πόντος | καγκάτσιν Πόντος

καγκελάζω

έχω πολλές ελικοειδείς στροφές ~ καγκελάζω Πόντος

καγκελάρης ο

αρχιλογιστής (λόγιο) | συμβολαιογράφος (λόγιο) | που σέρνει το χορό στα καγκέλια βενετσιάνικο cançelièr ~ καγκελλάρης Δημητράκος 1938 | καγκιλάρς Ιωάννινα

καγκελαρία η

γραμματεία (λόγιο) | διοικητήριο (λόγιο) | συμβολαιογραφείο (λόγιο) | βενετσιάνικο cançelarìa ~ καγκελαρία Βεντότης 1790, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Λευκάδα | καγκελλαρία Πρωία 1933, Δημητράκος 1938 | κανκιλαρία | καντζελαρία | καντζιλαρία | καντσιλαρία

καγκελαχτός

ελικοειδής ~ καγκελαχτός Πόντος

καγκέλι το

οι κορδέλες (ζικ-ζακ) του δρόμου στην πλαγιά του βουνού | οι στροφές του χορού | τα σχέδια ή δαντέλες στα κεντήματα ~ καγκέλ Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Κοζάνη, Πόντος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος, Φωκίδα, Χαλκιδική | καγκέλιν Πόντος | κάγκελον Πόντος ~ πληθυντικός: κάγκελα Σμύρνη | καγκέλια Βλαστός 1931, Άρτα, Βελβεντό, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Κοζάνη, Πόντος, Σιάτιστα, Χαλκιδική | καγκιόλ Μαγνησία | κάγκλες Κως | καγκιόλια Μαγνησία | καγκόλια Βλαστός 1931

καγκέλι το

σταλακτίτης (λόγιο) ~ καγκέλι Πωγώνι

καγκελιά η

σιδεριά ~ καγκελιά Κύπρος

καγκέλιασμα το

λοξοδρόμηση (λόγιο) ~ καγκέλιασμα Αιτωλοακαρνανία

καγκελίζω

συσπειρώνομαι (λόγιο) | κουλουριάζομαι | λοξοδρομώ (λόγιο) ~ καγκελίζω Πόντος | καγκιλιάζου Αιτωλοακαρνανία

καγκελίτζα η

ελικοειδές σχέδιο ~ καγκελίτζα Πόντος

καγκέλο το

συμβολαιογραφείο (λόγιο) ~ καγκέλο Λευκάδα

κάγκελο το

κιγκλίδωμα (λόγιο) | λατινικά cancellum & ιταλικό cancello ~ καγκέλο Πρωία 1933, Κριαράς 1995, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Μάνη | κάγκελον Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835 | Περίδης 1854 | καγκέλλιν Κύπρος | κάγκελλο Lange 1708, Δημητράκος 1938 | κάγκελλον Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Meyer 1895, Κάρπαθος, Κύπρος | κάγκιλου Βελβεντό, Καστοριά, Ίμβρος | κάνγκεντο Καλαβρία | καντζέλλιν Κύπρος ~ αρσενικό: κάγκελος Du Cange 1688 | υποκοριστικό: καγκελάκι ΑΠΘ 1998 ~ μεγεθυντικό: καγκελάρα Legrand 1882 ~ υποκοριστικό: κανγκέντι Καλαβρία | κανγκεντούκι Καλαβρία ~ πληθυντικός: κάγγελα Meursius 1614, Βλάχος 1659, Καππαδοκία | κάγκελα Βλαστός 1931 | κάγκελλα Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Somavera 1709, Legrand 1889 | κάγκιλα Καππαδοκία

καγκελόπορτα η

καγκελωτή πόρτα κήπου ~ καγκελόπορτα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | καγκελλόπορτα Δημητράκος 1938

καγκελοφρύδης ο

που έχει λεπτά και καμαρωτά φρύδια | καμαροφρύδης ~ καγκελοφρύδης Passow 1860, Βλαστός 1931, Πρωία 1933 | καγκελλοφρύδης Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: καγκελλοφρύδα Ηπίτης 1909, Δημητράκος 1938 | καγκιλουφρύδα Μαγνησία, Σαρακατσάνικα | καγκιλουφρυδάτ Ιωάννινα | καγκιλουφρύδου Μαγνησία

καγκέλωμα το

τοποθέτηση κάγκελων ~ καγκέλωμα Βεντότης 1790 | καγκέλλωμα Somavera 1709

καγκελώνω

βάζω κάγκελα | κυκλώνω ~ καγγελώνω Βλάχος 1659 ~ καγκελλόνω Ηπίτης 1909 | καγκελλώνω Portius 1635, Lange 1708, Somavera 1709, Δημητράκος 1938, Κύπρος | καγκελώνου Αιτωλοακαρνανία | καγκελώνω Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995 ~ καγκελλώνομαι Somavera 1709 ~ μετοχή: καγκελωμένος Βεντότης 1790, Δημητράκος 1938 | καγκελλωμένος Somavera 1709

καγκελωτός

ελικοειδής (λόγιο) ~ καγκελωτός Πόντος

καγκελωτός

κιγκλιδωτός (λόγιο) ~ καγκελωτός Du Cange 1688, Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Μάνη | καγκελλωτός Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Δημητράκος 1938, Κύπρος | καγκιλουτός Κοζάνη ~ θηλυκό: καγκελωτή Meursius 1614, Βεντότης 1790, Βλαστός 1931, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | καγκελλωτή Legrand 1882, Δημητράκος 1938 | καγκιλουτή Κοζάνη ~ ουδέτερο: καγκελωτό Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | καγκελλωτό Legrand 1882, Δημητράκος 1938 | καγκιλουτό Κοζάνη ~ επίρρημα: καγκελωτά ΑΠΘ 1998 | καγκελλωτά Κύπρος

καγκιά η

φτωχικό σπίτι ~ καγκιά Κάλυμνος ~ ουδέτερο: καγκί Κάλυμνος

καγκιάριν

πολύ αδύνατο (για ζώο) ~ καγκιάρ Πόντος | καγκιάριν Πόντος

κάγκιλας ι

ξύλινη πόρτα σε μαντρί ~ κάγκιλας Ίμβρος

καγκιλνώ

γυρίζω , στρέφω (λόγιο) ~ καγκιλνώ Καστοριά

καγκιοζυμώννουμαι

ζαχαροζυμώνομαι ~ καγκιοζυμώννουμαι Κύπρος ~ μετοχή καγκιοζυμωμένος Κύπρος

καγκιοζύμωτος

ζαχαροζύμωτος ~ καγκιοζύμωτος Κύπρος

κάγκιος το

ζαχαρωτό ~ κάγκιον Κύπρος | κάγκιος Κύπρος ~ αρσενικό: κάγκιονας Κύπρος

κάγκιουμα το

βράδιασμα ~ κάγκιουμα Τσακώνικα

καγκιούντα

βραδιάζει ~ καγκιούκουντα Τσακώνικα | καγκιούντα Τσακώνικα

κάγκιωμαν το

ζαχάρωμα ~ κάγκιωμαν Κύπρος

καγκιώννω

ζαχαρώνω ~ καγκιώννω Κύπρος ~ καγκιωμένος Κύπρος

κάγκλα η

ζικ-ζακ | πιέτα ~ κάγκλα Κύθνος, Λέσβος, Μάνη, Μύκονος

καγκλάζου

κάνω ζικ-ζακ ~ καγκλάζου Μάνη

καγκούλλιν το

μικρό χερόβολο (δέσμη από στάχυα) ~ καγκούλλιν Κάρπαθος

καγκουρώνω

καμπυλώνω (λόγιο) ~ καγκουρώνω Πόντος

καγκουρωτός

καμπύλος (λόγιο) ~ καγκουραχτός Πόντος | καγκουρωτός Πόντος

καγκρένον

μυρωδάτο ~ καγκρένον Κύπρος

καγκρένον

μυρωμένο ~ καγκρένον Κύπρος

καγκρίζω

αποξηραίνομαι (λόγιο) ~ καγκρίζω Κύπρος ~ μετοχή: καγκριμένος Κύπρος

καγκρίν το

μυροδοχείο ~ καγκρίν Κύπρος

καγκρντίζου

στραγγαλίζω (λόγιο) ~ καγκρντίζου Σουφλί

καγκρόχορτον το

το φυτό Cuscuta major, λύκος του αμπελιού, νεραϊδόνημα, υφανίστρα, σαποκώλιασμα, σφακελισμός ~ καγκουρόχορτον Κύπρος | καγκρόχορτον Κύπρος

κάγκρωμαν το

αποξήρανση (λόγιο) ~ κάγκρωμαν Κύπρος

καγνέλο το

νιπτήρας (λόγιο) ~ καγνέλο Κεφαλονιά

καγνίν το

βοϊδάμαξα | τούρκικο kağnı ~ καγνίν Λυκία

καγνιόρος ο

μύωπας (λόγιο) ~ καγνιόρος Βλάχος 1659, Du Cange 1688

κάγριν

βάσανο | στεναχώρια | τούρκικο kahır & kahr ~ κάγκριν Κύπρος | κάγριν Κύπρος | κάχριν Κύπρος

καδαλέτο το

φέρετρο (λόγιο), κάσα, κιβούρι | νεκροκρέβατο | ιταλικό cataletto ~ καδαλέτο Somavera 1709, Meyer 1895 | καδελέτο Lange 1708, Somavera 1709, Meyer 1895, Ζάκυνθος, Κρήτη | καδελέτον Βλάχος 1659, Legrand 1882 | καθεγλέτο Κρήτη | καθελέτο Κρήτη | καντελέτο Κρήτη | καντιλέτο Meyer 1895, Θήρα

καδανατσώνω

συναρμόζω (λόγιο) ~ καδανατσώνω Κρήτη

καδάς ο

που φτιάχνει καδιά ~ καδάς Βλαστός 1931, Φθιώτιδα ~ πληθυντικός: καδάδις Σαρακατσάνικα

καδένα η

μικρή αλυσίδα-κόσμημα για το χέρι ή το λαιμό | αλυσίδα | βενετσιάνικο cadéna καγίνα Κύπρος | καδένα Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Hesseling 1903, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Θήρα, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος, Λευκάδα, Μεσσηνία, Μάνη, Πιερία, Προύσα, Σουφλί, Τσακώνικα, Φωκίδα, Χαλκιδική | καδήνα Δημητράκος 1938 | καδίνα Ηπίτης 1909, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Λευκάδα, Πιερία, Πόντος ~ υποκοριστικό: καδενίτσα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | καδενούλα

καδενατσάκι το

η θηλυκή υποδοχή του καδενάτσου ~ καδενατσάκι Κύθηρα

καδενάτσος ο

σιδερένιος σύρτης πόρτας ή παράθυρου | βενετσιάνικο cadenàço ~ καδενάτσος Δημητράκος 1938, Κύθηρα | καδινάτσος Βλάχος 1659, Ζάκυνθος, Ιθάκη, Κέρκυρα ~ ουδέτερο: καδενάτσο Λευκάδα | καδινάτσο Λευκάδα

καδενόρολοα τα

τα παλιά ρολόγια τσέπης μαζί με τις καδένες τους ~ καδενόρολοα Κάρπαθος

καδενωμένος

αλυσοδεμένος ~ καδενωμένος Βλάχος 1659, Lange 1708, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ θηλυκό: καδενωμένη Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: καδενωμένο Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995

καδενώνω

αλυσοδένω ~ καδενώνω Κριαράς 1995

καδενώνω

παγώνω ~ καδενώνω Κύθηρα

καδερνιάρης ο

λογαριαστής ~ καδερνιάρης Somavera 1709

καδέρνο το

δεσμίδα 24 φύλλων χαρτιού | βενετσιάνικο cuadèrno (τετράδιο) | καδέρνο Somavera 1709, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ζάκυνθος | καδέρνον Legrand 1882, Meyer 1895

κάδη η

ξύλινο δοχείο | αρχαίο ΚΑΔΟΣ, προελληνικό ή σημιτικό Beekes 2010 ~ | καδ Αιτωλοακαρνανία, Βελβεντό, Γρεβενά, Καρδίτσα, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Φθιώτιδα, Φωκίδα | κάδα Καστοριά | κάδη Du Cange 1688, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Τσακώνικα | καδή Μέγαρα | κάδι Passow 1860, Thumb 1912 | κάιδη Τσακώνικα ~ ουδέτερο: αγκάδι Τσακώνικα | αγκάιδι Τσακώνικα | καδί Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Αρκαδία, Βελβεντό, Θάσος, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Ήπειρος, Κοζάνη, Λακωνία, Μαγνησία, Πιερία, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Χαλκιδική | κάδι Τσακώνικα | καδίν Πόντος ~ αρσενικό: κάδε Τσακώνικα | κάδιος Βούρμπιανη | κάδος Κεφαλονιά, Μέγαρα | κάδους Λήμνος, Σέρρες, Σκόπελος ~ υποκοριστικό: καδούλι το Αχαΐα, Ηλεία, Λευκάδα | καδούλα η Αιτωλοακαρνανία | καδουπούλα η Ιωάννινα | καδόπλου του Πιερία

καδής ο

μουσουλμάνος ιεροδίκης (λόγιο) | τούρκικο kadι ~ καής Κάλυμνος | καδής Meursius 1614, Du Cange 1688, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κυδωνία, Κύπρος, Λυκία, Μεσσηνία, Νίσυρος, Πάρος, Ρόδος, Σκύρος | κάδος Κύπρος | καντής Passow 1860, Κουκκίδης 1960, Κρήτη | κατής Πρωία Somavera 1709, 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Θεσσαλία, Θεσπρωτία, Θήρα, Θράκη, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λάρισα, Λήμνος, Μακεδονία, Νίσυρος, Πόντος, Σινώπη, Φθιώτιδα

καδήσιος

της κάδης ~ καδήσιος Δημητράκος 1938 ~ θηλυκό: καδήσια Δημητράκος 1938 ~ ουδέτερο: καδήσιο Δημητράκος 1938

καδία α

όσο χωράει η κάδη ~ αγκαδία Τσακώνικα | καδία Τσακώνικα

κάδιες οι

παιδικό παιχνίδι | «παίζομαι τις κάδιες με τις καδιοπούλες» ~ κάδιες Πάρος

καδιλίκι το

η δικαστική περιφέρεια του καδή | τούρκικο kadılık ~ καδηλήκι Βεντότης 1790, Πρωία 1933 | καδιλίκι Somavera 1709, Passow 1860, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988 | καντιλίκι Passow 1860 | κατιλίκι Somavera 1709,

καδίνα η

πήλινη σουπιέρα ~ καδίνα Μεσσηνία

καδινέλα η

μακρύ και ψιλό ξύλινο δοκάρι | βενετσιάνικο cantinèla ~ καδινέλα Ζάκυνθος, Ιθάκη, Κέρκυρα, Λευκάδα

καδινελιά η

χτύπημα με την καδινέλα ~ καδινελιά Ζάκυνθος

καδινέτα η

καδένα | καταλανικά cadeneta | καδινέτα Ζάκυνθος

καδινώνω

σφίγγω ~ καδινώνω Κέρκυρα

κάδιο το

ζάχαρη | βενετσιάνικο candìo ~ κάδιο Κρήτη

καδιοπούλες οι

βλ. κάδιες ~ καδιοπούλες Πάρος

κάδιος

ζαχαρωμένος ~ κάδιος Θήρα

καδιώνω

ζαχαριάζω ~ καδιώνω Θήρα

καδόξυλε το

το ξύλο που χτυπούν το γάλα μέσα στην κάδη για να πάρουν το βούτυρο ~ καδόξυλε Τσακώνικα

καδοπάτηρο το

η πατητήρα και η κάδη μαζί ~ καδοπάτηρο Λευκάδα

κάδος ο

μέτρο χωρητικότητας ~ κάδος Σκαρλάτος 1835, Λευκάδα | κάδους Ηπίτης 1909, Αιτωλοακαρνανία, Χαλκιδική

καδόστας η

το μέρος που βάζουν την κάδη ~ καδόστας Αιτωλοακαρνανία

καδράρισμα το

η τοποθέτηση του πίνακα, της φωτογραφίας ή της εικόνας σε κάδρο ~ καδράρισμα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καδράρω

αρέσω ~ καδράρω Ζάκυνθος

καδράρω

βάζω τον πίνακα, τη φωτογραφία ή την εικόνα σε κάδρο | ιταλικά quadrare & βενετσιάνικο cuadrixàr ~ καδράρω ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κέρκυρα, Κύθηρα

καδρέτο το

τούβλο | χοντρό σκάγι | βενετσιάνικο cuadràto ~ καδρέτο Somavera 1709, Κρήτη

καδριλωτό

νταμάτο πανί, με καρεδάκια ~ καδριλωτό Βλαστός 1931

κάδρο το

κορνίζα | ιταλικό quadro & βενετσιάνικο cuàdro ~ κάδρο Legrand 1882, Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Θήρα, Κέρκυρα, Χαλκιδική | κάδρου Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Πιερία, Σουφλί | κάντρο Meyer 1895, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κύθηρα | κάντρου Καππαδοκία ~ υποκοριστικό: καδράκι ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καδρόνι το

ξύλινο τετράγωνο δοκάρι | ιταλικό quadrone ~ καδρόν Πιερία | καδρόνι Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Θήρα, Κέρκυρα, Λευκάδα, Μάνη | καντρόνι Κριαράς 1995, Κύθηρα, Μάνη ~ υποκοριστικό: καδρονάκι

καδρονιάζω

βάζω καδρόνια στο πάτωμα ή στη σκεπή ~ καδρονιάζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, ΑΠΘ 1998 ~ καδρονιάζομαι ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: καδρονιασμένος

καδρόνιασμα το

η τοποθέτηση καδρονιών στο πάτωμα ή στη σκεπή ~ καδρόνιασμα Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | καντρόνιασμα Κριαράς 1995

καδρουθήκ η

κορνίζα ~ καδρουθήκ Σέρρες

καεμεκλής

καερετλής ~ καεμεκλής Κρήτη

κάερε

κάτω ~ κάερε Ικαρία

καερετάρος ο

εθελοντής (λόγιο) ~ καερετάρος Κρήτη

καερέτι το

κουράγιο | προσπάθεια (λόγιο) | τούρκικο gayret ~ καεράτι Θήρα | καεράτθι Νίσυρος | καεράτθιν Νίσυρος | καεράττιν Κάρπαθος, Κως | καερέτι Κρήτη | καερέττιν Κως | καϊράτι Νίσυρος | καϊράττιν Κάρπαθος, Κως | καϊρέτι Κρήτη | καρεάτθιν Νίσυρος

καερετικός

ενθαρρυντικός (λόγιο) ~ καερετικός Κρήτη

καερετλής

θαρραλέος (λόγιο) | τούρκικο gayretli (ένθερμος) ~ καερεκλής Κρήτη | καερετιλής Κρήτη | καερετλής Κρήτη

καερίνι το

το πουλί Serinus canaria, κανάρι, καναρίνι | βενετσιάνικο canarìn ~ καερίνι Ζάκυνθος ~ θηλυκό: καερίνα Ζάκυνθος

καεύω

καγιντίζω ~ καεύω Κουκκίδης 1960

καζ το

το φυτό Genista acanthoclada, αχινοπόδα, αχινόποδας, αχινοπόδι, αφάνα, θύμος, κατσαφάνα, μαυραφάνα, ξυάγκαθο, ξυλαφάνα, σφινοπόδι, στριγκλαφάνα, σχινοπόδι, φρύγανο, χηνοπόι ~ καζ Πόντος ~ πληθυντικός: κάζα Πόντος

κάζα η

είδος άγριας χήνας | τούρκικο kaz ~ κάζα Σάμος, Σουφλί ~ ουδέτερο: καζί Σουφλί

κάζα η

μία από τις πλευρές του «βασιλιά» (κότσι)

που παίζανε τα παιδιά ~ κάζα Κοζάνη, Σιάτιστα

κάζα η

σπίτι | ιταλικό casa & βενετσιάνικο caxa ~ κάζα Κέρκυρα, Λευκάδα

κάζα τα

παράπονα ~ κάζα Κύθηρα

καζαβερόν

μέρος με πολλά καζάβια ~ καζαβερόν Κύπρος

καζαβί το

ζεμπίλι ~ καζαβί Δημητράκος 1938

καζάβι το

το φυτό Erianthus ravennae, καλαμίθι, μαχαιρίδα, ξιφάρα ~ καζάβι Γεννάδιος 1914| καζάβιν Κύπρος | κάζαβον Κύπρος | καζάιν Κύπρος

καζαβός

κακός και ζαβός ~ καζαβός Άνδρος

καζαβωτόν

καζαβερόν ~ καζαβωτόν Κύπρος

καζαγκλαντώ

χάνω τα υγρά μου ~ καζαγκλαντώ Σέρρες

καζάδα η

συγκρότημα κατοικιών και βοηθητικών χώρων ~ καζάδα Μήλος, Πάρος

καζαδόρος ο

κατεργάρης ~ καζαδόρος Κέρκυρα

καζάζης ο

μεταξάς, μεταξουργός (λόγιο) | τούρκικο kazaz ~ καζάζης Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κρήτη, Κύπρος | καζάζς Αιτωλοακαρνανία, Σάμος

καζαζοσύνη η

η παρασκευή του μεταξιού ~ καζαζοσύνη Legrand 1882

καζάκα η

είδος γυναικείου πανωφοριού | ιταλικό casacca ~ καζάκα Βλάχος 1659, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Ζάκυνθος, Θήρα, Ίμβρος, Κέρκυρα, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Μάνη, Πάρος, Σάμος, Σιάτιστα, Τσακώνικα, Φωκίδα | καζάκκα Κύπρος | κάζακκα Κύπρος ~ αρσενικό: κάζακκας Κύπρος | καζακκάς Κύπρος ~ υποκοριστικό: καζακούλα

καζάκα η

ξύλινη λεκάνη | ξύλινο φορείο για μεταφορά υλικών οικοδομής ~ καζάκα Πιερία, Φωκίδα | καζιάκα Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Καστοριά, Μαγνησία, Σαρακατσάνικα

καζακί το

χωριάτικο γιλέκο ~ καζακί Δημητράκος 1938, Άνδρος

καζαλάδα η

μυρουδιά ξεραμένων φύλλων καπνού ~ καζαλάδα Κύπρος | καζελάδα Κύπρος

καζάλε το

χωριουδάκι, συνοικισμός (λόγιο) | ιταλικό casale ~ καζάλε Ζάκυνθος

καζάλια τα

αποξηραμένα φύλλα και κλωνάρια που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή ~ καζάλια Κύπρος, Σέρρες

καζαλίνα η

καλής ποιότητας κορινθιακή σταφίδα | φτηνή φορεσιά που έβαζαν για να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού | βενετσιάνικο caxalìn ~ καζαλίνα Ζάκυνθος

καζαμίας ο

φυλλάδα με καλεντάρι (και τα μελλούμενα της χρονιάς) | ιταλικό Casamia ~ καζαμίας Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καζαναδάρης

ταμίας | θησαυροφύλακας (λόγιο) ~ καζαναδάρης Somavera 1709 | καζνάρης Somavera 1709

καζανάκι το

δοχείο νερού για τον καθαρισμό της λεκάνης του αποχωρητηρίου ~ καζανάκι ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καζαναρεύγω

βγάζω ρακή από ρακοκάζανο ~ καζαναρεύγω Κρήτη

καζανάρης ο

που δουλεύει σε ρακοκάζανο ~ καζανάρης Κρήτη, Ρόδος ~ θηλυκό: καζανάραινα Κρήτη | καζανάρισσα Κρήτη

καζαναριό το

το κτήριο όπου υπάρχει το ρακοκάζανο | το πλυσταριό ~ καζαναριό Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καρδίτσα, Κοζάνη, Κρήτη, Ρόδος, Σέρρες, Σάμος, Σαρακατσάνικα | καζαναριόν Ρόδος | καζζαναριό Κως, Νίσυρος | καντζαναριόν Κάρπαθος

καζανάς ο

πλούτος | θησαυρός ~ καζανάς Somavera 1709 | καζενές Μάνη | καζνάς Somavera 1709, Legrand 1882 | χαζενές Μάνη

καζάνας ο

καζανοκέφαλος ~ καζάνας Ρόδος, Σάμος, Σέρρες, Χίος

καζανάτορας ο

ο ιδιοκτήτης του ρακοκάζανου ~ καζανάτορας Κρήτη

καζάνεμα το

η απόσταξη της ρακής ~ καζάνεμα Κρήτη | καζζάνεμα Νίσυρος

καζάνεμα το

καζάντισμα ~ γαζάνεμα Πόντος | γαζάνεμαν Πόντος | καζάνεμα Πόντος | καζάνεμαν Πόντος

καζανέματα τα

η περίοδος που δουλεύουν τα ρακοκάζανα ~ καζανέματα Κρήτη

καζανεύγω

καζανιάζω ~ καζανεύγω Κρήτη, Νάξος, Ρόδος | καζανεύω Κρήτη | καζζανεύγκω Κως | καζζανεύγω Νίσυρος | καντζανεύγκω Κάρπαθος, Κάσος

καζανεύω

καζαντίζω ~ γαζανεύω Πόντος | καζανεύω Κουκκίδης 1960, Πόντος

καζάνι το

μεγάλο, στρογγυλό, μεταλλικό μαγειρικό δοχείο | λέβητας (λόγιο) | αποστακτήρας (λόγιο) | τούρκικο kazan ~ καζάν Άρτα, Γρεβενά, Ιωάννινα, Καστοριά, Λέσβος, Πόντος, Σάμος, Σέρρες, Χαλκιδική | καζάνι Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αμοργός, Άνδρος, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάλυμνος, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος, Σινώπη, Τσακώνικα, Χίος | καντζάνιν Κάρπαθος ~ αρσενικό: κάζανος Κύπρος | καζάνιν Κύπρος, Νίσυρος, Ρόδος , Πόντος ~ υποκοριστικό: καζανάκι Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998 | καζανούδ Σέρρες ~ μεγεθυντικό: καζάνα Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Κρήτη | καζανάρα Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Κρήτη

καζανιά η

όσο χωράει ένα καζάνι ~ καζανιά Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Κεφαλονιά, Κρήτη, Μάνη, Ρόδος, Σάμος, Σέρρες, Χαλκιδική, Χίος ~ πληθυντικός: καζανιές Καστοριά

καζάνια τα

τα κατσαρολικά ~ καζάνια Χίος

καζανιάζω

βράζω στο καζάνι (κυρίως στέμφυλα για απόσταξη) ~ καζανιάζου Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Λέσβος, Χαλκιδική | καζανιάζω Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ηλεία, Κρήτη, Κύπρος | καζανίζω Χίος | καντζανίντζω Αστυπάλαια ~ καζανιάζομαι ~ μετοχή: καζανιασμένους Αιτωλοακαρνανία

καζάνιασμα το

η απόσταξη των στέμφυλων ~ καζάνιασμα Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Χαλκιδική

καζανιαστικό το

καζανιάτικο ~ καζανιαστικό Ρόδος | καζανιαστικόν Ρόδος

καζανιάτικο το

η αμοιβή του ιδιοκτήτη του ρακοκάζανου (σε χρήματα ή ρακή) για την απόσταξη | φόρος για την απόσταξη ρακής ~ καζανιάτικο Αρκαδία, Κρήτη | καζανιάτκου Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Χαλκιδική ~ πληθυντικός: καζανιάτικα Παμπούκης 1988, Κρήτη | καζανιάτκα Βούρμπιανη, Χαλκιδική

καζανίτα ο

μεγαλόσωμος και ατημέλητος ~ καζανίτα Τσακώνικα

καζανόβας ο

γυναικοκατακτητής (λόγιο) | ιταλικό casanova ~ καζανόβας ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

καζανοβγάζω

βγάζω ρακή στο ρακοκάζανο ~ καζανοβγάζω Κρήτη

καζανόκαιρος ο

η εποχή που δουλεύουν τα ρακοκάζανα (Οκτώβριος και Νοέμβριος) ~ καζανόκαιρος Κρήτη

καζανοκέφαλος ο

κεφάλας | ξεροκέφαλος ~ καζανοκέφαλος Παμπούκης, 1988, Κρήτη | καζανουκέφαλους Σάμος | καζανοτζέφαλος Κύπρος | καζανοτσέφαλος Κύπρος

καζανόξυλα τα

κούτσουρα που καίνε στο ρακοκάζανο ~ καζανόξυλα Κρήτη | καζζανόξυλα Νίσυρος

καζανοπαραστιά η

μεγάλη φωτιά για το ρακοκάζανο ~ καζανοπαραστιά Κρήτη

καζανουστασά η

αποστακτήριο (λόγιο) ~ καζανουστασά Σάμος ~ ουδέτερο: καζανουστάς Σάμος

καζανταίνου

καζαντίζω ~ καζανταίνου Αιτωλοακαρνανία

καζαντεύω

καζαντίζω ~ καζαντεύω Κρήτη

καζαντζήδικο το

το εργαστήρι του καζαντζή ~ καζαντζήδικο Παμπούκης 1988 ~ καζαντζίδικο Βλαστός 1931

καζαντζής ο

που φτιάχνει καζάνια | τούρκικο kazancι ~ καζαντζής Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ιωάννινα, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λήμνος, Πόντος | καζατζής Λέσβος

καζαντζίνα η

η γυναίκα του καζαντζή ~ καζαντζίνα Παμπούκης 1988, Κύπρος

καζάντι το

πλουτισμός (λόγιο) | κέρδος | τούρκικο kazanç ~ καζάδι Κρήτη | καζάδιο Κρήτη | καζάντ Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική | καζάντζιου Σιάτιστα | καζάντι Ηπίτης 1909, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, ΑΠΘ 1998, Αμοργός, Αχαΐα, Βουρλά, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κρήτη, Κύθηρα, Μέγαρα, Νάξος, Ρόδος | καζάντιν Νίσυρος, Ρόδος | καζαντίν Κύπρος | καζάντιο Δημητράκος 1938, Κρήτη, Μάνη | καζάντιου Γρεβενά, Ίμβρος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Σαρακατσάνικα | καζζάντι Νίσυρος | καζζάντιν Νίσυρος | καντζάντιν Κάρπαθος, Ρόδος | καζάτι Πάρος ~ θηλυκό: καζάντια Δημητράκος 1938, Κριαράς 1995, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ίμβρος, Λέσβος, Λευκάδα, Μαγνησία | καζζάντια Νίσυρος | καντζάντια Κάρπαθος

καζαντίζω

πλουτίζω | κερδίζω | τούρκικο kazandιrmak ~ καζανδίζω Παμπούκης 1988 | καζαντζίζου Σιάτιστα, Τσακώνικα | καζαντίζου Άρτα, Ίμβρος, Κοζάνη, Καρδίτσα, Κοζάνη, Μαγνησία, Λέσβος, Μάνη, Σαρακατσάνικα, Σέρρες | καζαντίζω Somavera 1709, Βεντότης 1790, Passow 1860, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Thumb 1912, Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Κάλυμνος, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λευκάδα, Μέγαρα, Νάξος, Προύσα, Ρόδος | καζζαντίζζω Νίσυρος | καντζαντίντζω Κάρπαθος | καζαντίου Φθιώτιδα ~ καζαντίζομαι Somavera 1709 ~ μετοχή: καζαντισμένος Βεντότης 1790, Ηπίτης 1909, Αχαΐα, Κύπρος | καζαντσμένους Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Καστοριά

καζάντιμα του

καζάντι ~ καζάντιμα Αιτωλοακαρνανία, Φωκίδα

καζάντιπι το

κρέμα ταψιού ελαφρά καμένη από κάτω, που φτιάχνεται με βουβαλίσιο γάλα και βούτυρο, ρυζάλευρο, ζάχαρη και νισεστέ | τούρκικο kazandibi ~ καζάντιπι Κωνσταντινούπολη | καζάν-ντιπί Ακαδημία 2016

καζάντισμα το

πλουτισμός (λόγιο) | κέρδος ~ καζάντημα Παμπούκης 1988 | καζάντιμα Αιτωλοακαρνανία, Φωκίδα | καζάντισμα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Μάνη | καντζάντισμα Κάρπαθος | καζάντσμα Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Σέρρες

καζαντώ

καζαντίζω ~ καζαντάου Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Σέρρες | καζαντάω Αρκαδία, Πωγώνι | καζαντώ Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Αρκαδία, Γρεβενά, Ηλεία, Καστοριά, Κορινθία, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Κύπρος, Μεσσηνία, Σέρρες, Σουφλί, Χαλκιδική | καζζαντώ Νίσυρος ~ μετοχή: καζαντσμένους Γρεβενά

καζαούνι το

το φυτό Hypericum crispum, αγούδαρος, αγούδουρας, αγούθουρας, αρκουδούρα, γουθούρα, θερμόχορτο, ουδέρι, μαζούλι, μαζουλόχορτο, μανουδιά, σκουρδίτσα, σουμάκι, τσέρφα, ψυλλίτσα, ψυλλίνα, φουκάλι ~ καζαούνι Γεννάδιος 1914

καζάρα η

αποβουτυρωμένο γάλα ~ καζάρα Νότια Εύβοια

καζάρμα η

στρατώνας (λόγιο) | φυλακή (λόγιο) | ιταλικό caserma ~ καζάρμα Βλαστός 1931, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Κέρκυρα, Λακωνία, Λευκάδα, Μέγαρα, Μεσσηνία, Νάξος, Σάμος, Χαλκιδική | καζάρμπα Μαγνησία | καζέρνα Βλαστός 1931, Κωνσταντινούπολη | καντζάρμα Κάρπαθος

καζάς ο

ατύχημα (λόγιο) | τούρκικο kaza ~ καζάς Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Ίμβρος, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη

καζάς ο

επαρχία (περιφέρεια) | τούρκικο kaza ~ καζάς Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Αιτωλοακαρνανία, Κοζάνη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Μάνη, Φωκίδα, Χαλκιδική | καζές Μάνη

καζάσκα η

γρήγορος χορός ~ καζάσκα Αιτωλοακαρνανία

καζασκέρης

οθωμανός στρατιωτικός ιεροδίκης | τούρκικο kazaskeri ~ καζασκέρης Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Κωνσταντινούπολη

καζατσίνα η

η κάπα του βοσκού ~ καζατσίνα Νάξος

καζέα η

η μυρουδιά του πετρελαίου ~ καζέα Πόντος

καζέπι το

συμφορά (λόγιο) ~ καζέπι Άνδρος

καζέπιν το

ο άρπαγας | τούρκικο gasıp ~ καζέπιν Ρόδος

καζερόν το

καζόσκευον ~ καζερόν Πόντος

καζέτο το

αγροικία (λόγιο) | σπιτόπουλο | ιταλικό casetta ~ καζέτο Λευκάδα

καζέττα η

εφημερίδα (λόγιο) | βενετσιάνικο gazéta ~ καζέττα Κύπρος | γκαζζέττα Κύπρος

καζζίκωμα

διόρθωμα του καμινιού που καιγόταν, όταν βούλωνε (έβαζαν μικρά κομμάτια ξύλου, τα καζζίκια) ~

κάζι το

σχεδόν (λόγιο) | ιταλικό quasi & βενετσιάνικο cuàxi ~ κάζι Κύπρος | κουάζι Κύπρος

καζίκα η

ζαλίκα, ζαλίκι ~ καζίκα Μαγνησία

καζίκα η

ξύλινη κατασκευή για να κουβαλάνε χώματα και πέτρες ~ καζίκα Βούρμπιανη

καζίκα η

σουγιάς | μικρό μαχαίρι | τούρκικο gezlik ~ καζίκα Χάλκη, Ρόδος | καζζίκα Νίσυρος | καντζίκα Κάρπαθος ~ υποκοριστικό: καντζικάκιν Κάρπαθος

καζίκι το

παλούκι | ρίξιμο | απάτη (λόγιο) | σουβλί | σύνεργο για φύτεμα μικρών φυτών | τούρκικο kazιk καζίκ Κουκκίδης 1960, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Ίμβρος, Καστοριά, Λέσβος, Λήμνος, Σάμος, Σέρρες, Σουφλί, Φωκίδα, Χαλκιδική | καζίκι Πρωία 1933, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Μαγνησία, Μάνη, Μεσσηνία, Ρόδος, Σέρρες, Τσακώνικα, Χίος | καζίκκιν Κύπρος, Ρόδος | καζζίκι Κάλυμνος, Κως Νίσυρος | καζζίκιν Νίσυρος | καντζίκιν Κάρπαθος ~ θηλυκό: καζίκα Ίμβρος, Μάνη | καζικιά Δημητράκος 1938, Κρήτη ~ υποκοριστικό: καζικάκι Ρόδος | καζκούδ Ίμβρος ~ μεγεθυντικό: κάζικας Ρόδος

καζικιά η

ζημιά ~ καζικιά Σάμος

καζικλαντίζω

υπερχρεώνω (λόγιο) | κονομάω | τούρκικο kazıklamak καζικλαντίζω Κωνσταντινούπολη

καζικλιά η

κλεψιά | τούρκικο kazıklama ~ καζικλιά Σάμος | κατσικλιά Σάμος

καζίκος ο

μπήχτης | γκομενάκιας ~ καζίκος Κρήτη

καζικτσής ο

μπαγαπόντης, κατεργάρης (για έμπορο που χρεώνει ακριβά) | τούρκικο kazıkçı ~ καζικτσής Κωνσταντινούπολη

καζίκωμα το

παλούκωμα ~ καζίκωμα Κρήτη

καζικώνω

καζικλαντίζω ~ καζικώνου Ίμβρος | καζικώνω Κωνσταντινούπολη

καζικώνω

παλουκώνω | δένω το ζώο στο καζίκι ~ καζικώνου Ίμβρος, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία | καζικώνω Παμπούκης 1988, Κριαράς 1995, Κρήτη, Κύθηρα | καζζικώννω Νίσυρος | καντζικώννω Κάρπαθος ~ καζικώνομαι Κρήτη ~ μετοχή: καζικουμένους Ίμβρος | καζικωμένος Κρήτη

καζίλι το

σκοινί που είναι ραμμένο πάνω του το δίχτυ | τρίχινο σκοινί (από κατσίκα) | σπάγγος | τούρκικο kazıl ~ καζίλ Μαγνησία, Σάμος, Φωκίδα, Χαλκιδική | καζίλι Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη

καζίν

κατευθείαν (λόγιο) ~ καζίν Κύπρος

καζίν

κατσαρό ~ καζίν Πόντος

καζίν το

βεντούζα ~ καζίν Κύπρος

κάζιν το

πετρέλαιο (λόγιο) | γαλλικό gaz ~ καζ Πόντος | κάζιν Πόντος ~ υποκοριστικό: καζόπον Πόντος

καζινιάρς ου

ιδιοκτήτης μεγάλου καφενείου, όπου έπαιζαν και χαρτιά ~ καζινιάρς Ιωάννινα

καζίνο το

πολυτελές κέντρο χαρτοπαιξίας | καφενείο που παίζουν χαρτιά | λέσχη (λόγιο) | ιταλικό casino ~ καζίνο Meyer 1895, Πρωία 1933, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ζάκυνθος, Θήρα, Κέρκυρα, Κωνσταντινούπολη | καζίνον Κύπρος | καζίνου Ίμβρος, Ιωάννινα | καζζίνο Νίσυρος ~ υποκοριστικό: καζινέτο Ζάκυνθος

καζίντου

γαργαλώ | ξύνω ~ καζίντου Τσακώνικα

καζίντου

καζίντου ~ κλαδεύω τα παρακλάδια του κλώνου ~ καζίντου Τσακώνικα | καρίντου Τσακώνικα

καζιούν η

περιστατικό (λόγιο) | γαλλικό occasion ~ καζιούν Κύπρος

καζιούραβους

κατσιασμένος ~ καζιούραβους Γρεβενά

καζιούρκους

καχεκτικός (λόγιο) ~ καζιούρκους Γρεβενά ~ θηλυκό: καζιούρκ Γρεβενά ~ ουδέτερο: καζιούρκου Γρεβενά

καζίρ του

μοχθηρία (λόγιο) ~ καζίρ Ίμβρος

κάζιρας ο

τζιτζίκι ~ κάζιρας Λυκία

καζίτσι το

σύνεργο για να ανοίγει μικρές τρύπες στον κήπο και να φυτεύουν τα μικρά φυτά ~ καζίτσι Χίος | καζίτσιν Χίος

καζιφέρνω

ταλαιπωρούμαι (λόγιο) ~ καζιφέρνω Ικαρία

καζλάς ου

σακοποιός (λόγιο) ~ καζλάς Σάμος

καζλώνου

στερεώνω τον σπάγγο στην καλαμόβεργα ~ καζλώνου Σάμος

καζνιάκι

ο γύρος του κόσκινου ~ καζνιάκι Λυκία

κάζο το

πάθημα | περιστατικό (λόγιο) | ιταλικό caso & βενετσιάνικο caxo ~ κάζιν Κύπρος | κάζιο Μάνη | κάζο Βλαστός 1931, Δημητράκος 1938, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη, Κέρκυρα, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη | κάζου Φωκίδα

κάζος ο

καζάκα ~ κάζος Κύπρος

καζόσκευον το

γκαζοντενεκές (δοχείο πετρελαίου) ~ καζόσκευον Πόντος

καζότο το

καμπίνα ναυτών ~ καζότο Ζάκυνθος

καζουλιά η

το φυτό Rhamnus oleoides, ακουμένη, αμάχι, αμπαλόρος, απάλιουρας, καζουλόραχος, λατζοχέρι, λατσιχεριά, μαζουλιά, μαυραγκαθιά, μαυροσπάλαθρος, μπαλτιρόκο, μπάλτιρος, πετραγκαθιά ~ καζούλα Κύπρος | καζουλιά Γεννάδιος 1914, Κύπρος | καζουλκά Κύπρος ~ ουδέτερο: καζούλιν Κύπρος

καζουλιάζω

γδέρνομαι στα αγκάθια της καζουλιάς ~ καζουλιάζω Κύπρος

καζουλιάζω

πιέζω τον τενεκέ και του αφήνω σημάδι ~ καζουλιάζω Ηλεία

καζουλόραχος ο

καζουλιά ~ καζουλόραχος Γεννάδιος 1914, Κύπρος

καζουλωτόν το

μέρος με πολλές καζουλιές ~ καζουλωτόν Κύπρος

καζούρα η

πρόγκα | ομαδική γελοιοποίηση ενός ατόμου με θορυβώδη πειράγματα και φάρσες ~ καζούρα Καπετανάκης 1962, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Γρεβενά, Ηλεία, Φωκίδα

καζώννου

κεντρίζω | τσιμπώ (για έντομα) ~ καζώννου Λυκία

καζώνω

βρέχω με πετρέλαιο ~ καζώνω Πόντος