Skip to main content

Κωλοτούμπα

 

Κωλοτούμπα

του Δημήτρη Λιθοξόου


 

21.2.2015

 

 

 

Κωλοτούμπα ή κολοτούμπα: κυβίστηση (λόγιο), somersault (αγγλικά).

Λέξη της ρωμαίικης γλώσσας που τη βρίσκουμε στα σύγχρονα λεξικά (βλ. λεξικό Κριαρά και λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη), αλλά απουσιάζει από τα παλαιότερα (όπως εκείνα των Δημητράκου, Βοσταντζόγλου, Πρωΐας, Ηπίτη). Πρόκειται ωστόσο για παλιά λέξη. Ετυμολογείται από το κωλο- + τούμπα, μάλλον λαθεμένα, αν τη συγκρίνουμε με το αντίστοιχο γαλλικό culbute, το νορβηγικό kolbøtte, το σουηδικό kullerbytta και το πορτογαλικό cambalhota.

Στη βόρεια διάλεκτο τη συναντάμε σαν κουλουτούμπα ή κουλτούμπα. Στην Κοζάνη τη βρίσκουμε ως κουτουλούμπα. Στη Νάξο λέγεται κουρμούντα, στην Κρήτη και την Κύπρο κουλουμούντρα. Στην Κύπρο λέγεται επίσης κουτούμπα. Στα αρβανίτικα τη λένε καλατούμπα.

Άλλες διαλεκτικές ονομασίες της κωλοτούμπας είναι: ζαρκούμα (Θεσσαλονίκη), ζαρκούς, ντιβιρλίγκα και τσιουμπαλάκ (Νταρνακοχώρια), πουρτουκέλα (Ρόδος), μπουρντουκέλα, μπουρδουκέλα και καβάτζι (Τσακωνιά), τούμπουλα, τίμπουλα και σκουλουμπουρδιά (Κέρκυρα), κουλουίρα (Αλόννησος), πουρτσιέλα, μπρουτσιέλα και τάκλα (Λέσβος).

Κουλουτουμπώ (στην Πιερία) και κουλουντουμπιάζου (στη Φθιώτιδα), σημαίνει κάνω κωλοτούμπα.

Η λέξη κωλοτούμπα χρησιμοποιείται μεταφορικά στην πολιτική, για να δηλώσει την αντίθεση μεταξύ διακηρύξεων και πράξεων των πολιτευτών, κυρίως δε την αντίθεση μεταξύ των προεκλογικών λόγων και των μετεκλογικών έργων.

Στις μέρες μας, η κωλοτούμπα ακούγεται από το στόμα χιλιάδων ανθρώπων, που κουβεντιάζουν ή καυγαδίζουν για την «κωλοτούμπα του Τσίπρα», την «κωλοτούμπα του Βαρουφάκη» ή την «κωλοτούμπα του Σύριζα».

 

Υ.Γ.

Για τους λάτρεις της καθ' ημάς Ανατολής, η κωλοτούμπα λέγεται кувыркаться (στα ρώσικα) και Fān jīndǒu (στα κινέζικα).