Skip to main content

Ξανά για τη σχέση αρχαίας ελληνικής και ρωμαίικης γλώσσας


 

Ξανά για τη σχέση αρχαίας ελληνικής και ρωμαίικης γλώσσας*


 

Δημήτρης Λιθοξόου


 

13.6.2017

Η σχέση της γλώσσας μας με την αρχαία ελληνική, είναι κατά τη γνώμη μου, ο βασικός πυρήνας του ελληνικού εθνικού μύθου.

Η κυρίαρχη θέση, ότι η σημερινή γλώσσα (κοινή νεοελληνική, όπως τη λένε) βγήκε μέσα από τη μεσαιωνική και αυτή από την αλεξανδρινή, η οποία βγήκε από την αττική, όπως οι μπάμπουσκες (οι ρώσικες κούκλες που βγαίνει η μία μέσα από την άλλη), αποτελεί μηχανιστική σκέψη και άποψη ενός φανατικού εθνικιστή, του Γ. Χατζιδάκι, που λειτούργησε αντιεπιστημονικά και ηγήθηκε της κρατικής προσπάθειας για τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων της χώρας (για να μην παρέχουν αυτά στους αντιπάλους αντεθνικά επιχειρήματα, ότι δηλαδή δεν είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων).

Ο Χατζιδάκις ηγήθηκε στον αγώνα κατά των δημοτικιστών και κατάφερε να απαγορευτεί το 1911 η δημοτική (με συνταγματική διάταξη) στη δημόσια διοίκηση.

Ο Χατζιδάκις (και όλοι οι κορυφαίοι καθαρευουσιάνοι) ήθελε να εξαφανίσει τη ρωμαίικη γλώσσα, γιατί ήξερε πως η ύπαρξή της διαψεύδει τον ελληνικό εθνικό μύθο.

Ο Χατζιδάκις στα γεράματα του, επέβαλε ακόμα στον εκδότη Δημητράκο να ανακατέψει, για εθνικούς λόγους, σε ένα πολύτομο λεξικό τη δημοτική, την καθαρεύουσα και την αρχαία γλώσσα. Για να φανεί η «συνέχεια».

Η γλώσσα που ονομάστηκε δημοτική, λεγόταν Ρωμαίικη (ή Ρομέκη) και ο λαός που τη μιλούσε ρωμαίικος (Ρωμιοί και Ρωμιοσύνη). Το Ελλάς, Έλληνες, Ελληνική, Νέα Ελληνική, είναι όλα εθνικές ονομασίες και επιβάλλονται μετά τη δημιουργία του ελληνικού Βασιλείου.

Ο σημαντικός γερμανός γλωσσολόγος Πάουλ Κρέτσμερ (Kretschmer), που μελέτησε τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας, είχε από τις αρχές του 20ου αιώνα προτείνει να συνδεθούν αυτές με τις αρχαίες διαλέκτους και με το μεσογειακό προελληνικό υπόστρωμα. Αυτή ωστόσο η θέση διαχρονικά αποσιωπήθηκε, γιατί εθνικά αλληθώριζε.

Το εθνικό κίνημα της καθαρεύουσας δεν κατάφερε να αλλάξει τη σύνταξη και τη γραμματική της ρωμαίικης γλώσσας, άλλαξε όμως διαχρονικά, με το δημόσιο σχολείο το λεξιλόγιο. Έτσι οι δύο από τις τρεις λέξεις που βρίσκουμε σήμερα στα λεξικά της «Νεοελληνικής» είναι νεκραναστημένες αρχαίες λέξεις, από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τα τελευταία 150 χρόνια. Αυτό το γεγονός δεν είναι γενικά γνωστό. Ο Μπαμπινιώτης για παράδειγμα στα λεξικά του (συνήθως) δεν αναφέρει αυτές τις λέξεις σαν «λόγιες» ή λέξεις της «καθαρεύουσας» με καταλήξεις της δημοτικής, που φυτεύτηκαν από τους καθαρευουσιάνους λόγιους, αλλά αφήνει να εννοηθεί πως υπάρχουν διαχρονικά στο στόμα του λαού από την αρχαιότητα.

Η ρωμαίικη γλώσσα, όπως πολλές ζωντανές γλώσσες, καταγράφεται για πρώτη φορά σε μεσαιωνικά κείμενα. Στην περίπτωση της ρωμαίικης, οι λέξεις της πρωτοεμφανίζονται στα κείμενα της λεγόμενης βυζαντινής δημώδους γραμματείας, ανάκατα με λόγιες λέξεις. Το γεγονός ότι τις πρωτοσυναντάμε σε μεσαιωνικά κείμενα, δεν σημαίνει ότι οι λέξεις αυτές δημιουργήθηκαν το μεσαίωνα (όπως διδάσκεται). Τότε, κάποιοι λόγιοι, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν στα έργα τους και «χυδαίες» λέξεις, από το λαϊκό λεξιλόγιο, που μέχρι τότε το περιφρονούσαν. Η ηλικία αυτών των λέξεων, που σιγά-σιγά καταγράφονται, μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ο αιώνα, μας είναι άγνωστη. Ο χρόνος της πρώτης καταγραφής τους από τους λόγιους, δεν σημαίνει πως είναι και ο χρόνος που πλάστηκαν από τον λαό. Πολλές από αυτές (στις διάφορες παραλλαγές τους) μπορεί να είναι πανάρχαιες. Ο χαρακτηρισμός τους λοιπόν, ως λέξεων μεσαιωνικών (καθώς δεν υπάρχουν σε παλαιότερα έργα), είναι αυθαίρετος, κόντρα στη λογική και υπηρετεί μόνο το εθνικό αφήγημα.

Επιπλέον, η προσπάθεια να ετυμολογηθούν συνδεόμενες (πάση θυσία) με την ελληνική αρχαιότητα, οδηγεί συχνά σε παρετυμολογικές ακροβασίες, πέρα από τα όρια της σοβαρότητας.

Η δική μου άποψη είναι ότι η ρωμαίικη γλώσσα, τον πλούτο της οποίας ανακαλύπτεις μόνο αν ασχοληθείς συστηματικά με τις διαλέκτους της, είναι η γλώσσα που μιλούσαν οι δούλοι της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή η γλώσσα έχει τις ρίζες της στο γλωσσικό υπόστρωμα της προελληνικής περιόδου. Ένα υπόστρωμα που είναι τόσο Ινδοευρωπαϊκό όσο και μη Ινδοευρωπαϊκό.

Οι έλληνες γλωσσολόγοι δεν γνωρίζουν ότι οι αφέντες Έλληνες της κλασσικής Ελλάδας σχεδόν αφανίστηκαν. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα δεν διδάσκονται στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Οι δούλοι (που ήταν δεκαπλάσιοι των πολιτών) και η γλώσσα τους ωστόσο διασώθηκαν.

Επίσης οι διαφορές και η ποικιλία των διαλέκτων της ρωμαίικης είναι τέτοια, που παραπέμπει λογικά σε προϋπάρχουσα αρχαία πολυδιάσπαση και ποικιλία.

Υπάρχει ένα βασικό λεξιλόγιο αποτελούμενο από 207 λέξεις που επιτρέπει να βρεθεί η γλωσσική συγγένεια ανάμεσα σε δύο γλώσσες. Πρόκειται για τον κατάλογο Σουάντες (Swadesh List). Με βάση αυτή τη λίστα, η σχέση ανάμεσα στην αρχαία Ελληνική και τη Ρωμαίικη γλώσσα είναι περίπου 50%, αν μείνουμε στην «κοινή ρωμαίικη» ή καλύτερα στη σύγκριση των κειμένων της αρχαίας γραμματείας με το λεξιλόγιο του δυτικού τμήματος της νότιας ρωμαίικης διαλέκτου. Αν προχωρήσουμε και στις άλλες διαλέκτους το ποσοστό συγγένειας είναι ακόμα μικρότερο.

Όσον αφορά τέλος τη «μοναδικότητα» της Αρχαίας Ελληνικής, είναι απλά ένας εθνικός μύθος. Αυτή αποτελεί ένα μόνο παρακλάδι της συμβατικά ονομαζόμενης Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας.

Εν κατακλείδι (που θα έλεγαν και οι γλωσσαμύντορες):

Είμαστε απλώς απόγονοι των δούλων των αρχαίων Ελλήνων.

Ας χαλαρώσουμε.

 

* Δημοσιοποίηση (για λόγους γενικότερου ενδιαφέροντος) μιας απάντησης στη φίλη Άννα, από το facebook