Skip to main content

λέξεις που αρχίζουν από α-αβ

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από α-αβ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

21.8.2019

 


 

Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στη στήλη a, δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει ένας αριθμός από το 1 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, που αφορά τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβέρτα» (με συχνότητα 2), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «αβύθιστος» (1) και η λέξη «αβγό» (με συχνότητα 3), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Στη στήλη b, το γράμμα δ σημαίνει πως η λέξη χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής. Το γράμμα λ σημαίνει πως η λέξη είναι λόγια, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Στη στήλη c, μέσα σε αγκύλη δίπλα σε ορισμένες λέξεις, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622.

Στη στήλη c, συνυπάρχουν οι λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με εκείνες της σύγχρονης γλώσσας, γνωστής και ως «κοινής νεοελληνικής». Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων συνήθως ακολουθώ την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ μόνο όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως στην Κύπρο, τα Δωδεκάνησα και την Κάτω Ιταλία).

Στη στήλη d βρίσκονται τα ονόματα των τόπων όπου συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της διπλανής στήλης c). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθο, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Σκόπελο και Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως το σύνολο των Ρωμιών του οικισμού εγκατέλειψε τον τόπο μέχρι το 1923-1924.

Στην στήλη d και όταν στην προηγούμενη στήλη c υπάρχουν (με κόκκινο χρώμα) λέξεις της «κοινής νεοελληνικής», βρίσκονται συγκεντρωμένα μαζί τα διαλεκτικά συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβόν & ουό.

Για τις λέξεις της κοινής, όταν στην στήλη d και πριν τα διαλεκτικά συνώνυμα, υπάρχει η σημείωση [Χρηστικό Λεξικό 2016], αυτό δηλώνει πως σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα της Ακαδημίας Αθηνών, η λέξη βρίσκεται σε χρήση από τους σύγχρονους ομιλητές. Η πληροφορία αυτή πρέπει να συνδυάζεται με τους αριθμούς (1-7) της στήλης a (τη συχνότητα εμφάνισης της λέξης).

Τέλος στη στήλη e καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις ή σε ορισμένες περιπτώσεις και σε λέξεις που θεωρούνται γενικά «της δημοτικής» και χαρακτηρίζονται έτσι, δίχως αναφορά σε τόπο.

 

 

Πηγές:

 

Germano Girolamo, Vocabolario Italiano et Greco, Roma 1622.

lias, Το κοζανίτικο λεξιλόγιο (διαδίκτυο).

Meursius Joannes, Glossarium Graecobarbarum, Lugduni Batavorum, 1610.

Portius Simon, Λεξικόν λατινικόν, ρωμαίκον και ελληνικόν, Lutetiae Parisiorum, 1635.

Sabio Stephano, Introduttorio nuovo intitolato Corona preciosa ec., Venetiis 1527

Somavera Alessio, Θησαυρός της ρωμαίκης και φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν ρωμαίκον και Φραγκικόν, Παρίτζι 1709.

Αλβανός Γιώργος, Βασιλ’τσιώτ’κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου, Αθήνα 2010.

Αλεξάκης Νικόλαος, Το Αγραφιώτικο ιδίωμα, περιοδικό Τα Άγραφα, τ. 1-6, 2010-2012

Αλιμπέρτης Βασίλης, Κωμιακίτικη Ντοπιολαλιά, Σύλλογος Κορωνίδας Νάξου (διαδίκτυο).

Αλιπράντης Νίκος, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, Προοδευτικός Σύλλογος Λευκιανών Αθήνας, Αθήνα 2001.

Αλπός Θύμιος, Γλωσσάρι Μεσσηνίας (διαδίκτυο).

Άμαντος Κωνσταντίνος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον, τόμος τρίτος, Αθήναι 1941.

Άμαντος Κωνσταντίνος, Συμβολή εις το χιακόν γλωσσάριον (ανάτυπο), Χιακά Χρονικά, Αθήναι 1926.

Αναγνώστου Σπυρίδων, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, Αθήναι 1903.

Αναστασιάδης Βασίλης, Τουρκικές λέξεις στο Φαρασιώτικο ιδίωμα, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμος 2, Αθήνα 1980.

Ανδριώτης Νικόλαος, Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Ίκαρος, Αθήνα 1948.

Ανδριώτης Νικόλαος, Το ιδίωμα του Λιβισίου της Λυκίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1961.

Ανώνυμος, Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

Ανώνυμος, Η ντοπιολαλιά της Κυψέλης και της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Κεφαλλονίτικες Ιδιωματικές Λέξεις (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό Αρκαδίας (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό ιδιωματισμών Επανομής (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Λεξικό ιδιωματισμών Επανομής, 2010 (διαδίκτυο).

Ανώνυμος, Στενιώτικες λέξεις και εκφράσεις (διαδίκτυο).

Απαλοδήμος Ντίνος, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, Αθήνα 1988.

Αποστόλου Στέργιος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Νάουσας, περιοδικό Νιάουστα, τ. 35, Νάουσα 1986.

Βάλληνδας Αντώνιος, Πάρεργα Φιλολογικά πονημάτια, Ερμούπολις 1887.

Βαμβακούδης Αχ., Γλωσσάρι Βασιλικών, Χρονικά της Χαλκιδικής, τ. 21-22, Θεσσαλονίκη 1972.

Βαρδαβούλιας Γιάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Θεολόγου – ένα σύντομο γλωσσάρι, περιοδικό Θασιακά, τεύχη 4-8, Καβάλα 1987-1995

Βαφείδης Κωνσταντίνος, Γλωσσάριον Καλλιπόλεως, Θρακικά, τ. 46, Αθήναι 1973.

Βεντότης Γεώργιος, Λεξικόν τρίγλωσσον της ρωμαϊκής, γαλλικής και ιταλικής διαλέκτου, Βιέννη 1790.

Βερτσέτης Αθανάσιος, Το Διαβολίτσι, δεύτερος τόμος Αθήνα 2010.

Βίος Στυλιανός, Χιακά γλωσσικά, Χίος 1920.

Βλάχος Άγγελος, Ελληνογαλλικόν λεξικόν, Αθήναι 1897.

Βλάχος Γεράσιμος, Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος, Venetiis 1659.

Βλάχου Μαρία, Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ Δάφνης Κερκύρας και άλλων χωρίων του Β. συγκροτήματος της νήσου και εκ της πόλεως Κερκύρας, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1968.

Γεωργίου Χρίστος, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

Γιαγκούλλης Κωνσταντίνος, Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου, Λευκωσία 2002.

Γιαννικόπουλος Ευάγγελος, Το γλωσσικό ιδίωμα των Ολυμπίων – λεξικό, ερμηνεία και προφορά, Δρόμων, Αθήνα 2016.

Γκατσόπουλος Σταύρος, Γλωσσάριον των δύο επαρχιών Πωγωνίου και Κονίτσης, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 307-312, Ιωάννινα 1977-1978.

Γούλας Θεόκριτος (επιμέλεια), Σύγχρονον ορθογραφικόν ερμηνευτικό λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), Αθήναι 1961.

Γούσιος Αστέριος, Η κατά το Παγγαίον χώρα Λακκοβηκίων – τοπογραφία, ήθη, έθιμα και γλώσσα, Λειψία 1894.

Δεληγιάννης Β., Γλωσσάριο του Δογάνκιοϊ Μαλγάρων, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, τ. Α’ - Γ’, Αθήναι 1934-1937.

Δεληγιάννης Κυριάκος, Κουβουκλιώτικα, ένα Μικρασιατικό ιδίωμα, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

Δελησάβας Μιχάλης, Το λεξικό Μάκρης & Λιβισίου Μικράς Ασίας, Λεξίτυπον, Αθήνα 2013.

Δελήτσικου-Παπαχρίστου Μαρία, Σκοπέλου λάλον ύδωρ – απόπειρα προσέγγισης του γλωσσικού ιδιώματος της Σκοπέλου, Επικαιρότητα, Αθήνα 2016.

Δημόπουλος Δημήτρης, Λεξικό Βορείων Δήμων Λακωνίας (διαδίκτυο).

Δορμπαράκης Παναγιώτης & Πανουτσοπούλου Κασσιανή, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας – ιστορία, λαογραφία, γλώσσα, Gutenberg, Αθήνα 1992

Δουγά-Παπαδοπούλου Ευανθία – Τζιτζιλής Χρήστος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

Δράκος Νικόλας, Για το γλωσσικό ιδίωμα της Κάλυμνος, Αναγνωστήριον Καλύμνου «Αι Μούσαι», Αθήνα 1983.

Δράκος Νικόλας, Λεξικογραφικά της Καλύμνου, Καλυμνιακά Χρονικά, τ. 4, Αθήνα 1984.

Ζαφειρίου Μενεκράτης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1995.

Ζαφειρίου Νικόλαος, Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, Αθήναι 1914.

Ζαχαριάδης Νίκος, Λεξικό του Κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014.

Ζερβός Ιωάννης (διευθυντής), Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, εκδοτικός οίκος Δημητράκου, εννέα τόμοι, Αθήναι 1933-1950.

Ζευγώλης Γεώργιος (επιμέλεια), Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, εκδότης εφημερίδα Πρωΐα, δύο τόμοι, Αθήναι 1933-1934.

Ζήσης Ευστράτιος, Γλωσσάριον Αυδημίου, Θρακικά τ. 16 & τ. 18, Αθήναι 1941-1943.

Ζώης Λεωνίδας, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, επανέκδοση, δεύτερος τόμος, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1963.

Ηπίτης Αντώνιος, Λεξικόν ελληνογαλλικόν, τρεις τόμοι, Αθήναι 1908-1910.

Ιδομενέως Μαρίνος, Κρητικό γλωσσάριο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2006.

Καλαντζάκος Ανδρέας, Λεξικό ρουμελιώτικης λαϊκής γλώσσας, Ελεύθερη Σκέψις, Ιούλιος 2000.

Καλογεράς Βασίλειος, Αρχαίες ελληνικές λέξεις και εκφράσεις εις το ιδίωμα των κατοίκων της Γαλατίστης, Χρονικά της Χαλκιδικής, τ. 1, Θεσσαλονίκη 1961.

Καπελλάρης Γιώργος, Γλωσσικά Αιδηψού, Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. ΚΖ, Αθήνα 1987.

Καραναστάσης Αναστάσιος, Η φωνητική των ιδιωμάτων της νήσου Κω, Λεξικογραφικόν Δελτίον, τόμος δέκατος, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1965.

Καραναστάσης Αναστάσιος, Ιστορικόν λεξικό των ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τόμοι πέντε, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1984-1992.

Καρτσιώτου Ιφιγένεια (επιμέλεια), Το γλωσσάρι του χωριού Πετροκέρασα Θεσσαλονίκης, εφημερίδα του Μ.Α.Σ. Ομβριανός, τεύχη 4 – 61, 1984 – 2001.

Κάσσης Κυριάκος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Μάνης, τόμος Α’, Εξωραϊστικός Σύλλογος Ακροταιναριτών, Αθήνα 1982.

Κεσίσογλου Ιωάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Ουλαγάτς, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1951.

Κόμης Δημήτρης (επιμέλεια), Κυθηραϊκό λεξικόσυλλογή 10.000 λέξεων του κυθηραϊκού γλωσσικού ιδιώματος, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Αθήνα 1996.

Κομνηνός Μιχαήλ, Το γλωσσικό ιδίωμα του Καστελλόριζου, Ιωλκός, Αθήναι 1970.

Κοντομίχης Πανταζής, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2001.

Κοντονάτσιου Δέσποινα, Η διάλεκτος της Λήμνου – εθνογλωσσική προσέγγιση, Θεσσαλονίκη 1988.

Κοντοσόπουλος Νικόλαος, Αντίστροφο λεξικό της κρητικής διαλέκτου, Βιβλιοεπιλογή, Αθήνα 2006.

Κοντοσόπουλος Νικόλαος, Μακεδονικά διαλεκτολογικά - Το ιδίωμα Δημητριτσίου Σερρών, τ. 8, Αθήναι 1979.

Κορδόση Ακακία, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, 2η έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

Κοροσίδου-Καρρά Ερμιόνη, Τα Ρoμανικά (Ιταλικά – Γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου, Θεσσαλονίκη 2003.

Κοσμάς Νίκος, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τ. 12, Θεσσαλονίκη 1972.

Κοσμάς Νίκος, Το γλωσσικό ιδίωμα των Ιωαννίνων, Δωδώνη, Αθήνα 1987.

Κουκκίδης Κωνσταντίνος, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, Αθήναι 1960.

Κουκουλές Φαίδων, Οινουντιακά – μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, Χανιά 1908.

Κούκουρας Σπύρος, Λεκκάτικα – Το χωριό Λέκκα της Σάμου, Θεσσαλονίκη 2007.

Κουσαθανάς Παναγιώτης, Χρηστικό Λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996.

Κρεκούκιας Δημήτριος, Αρχαιοπινή στοιχεία στο αγροτοποιμενικό λεξιλόγιο της Λήμνου, Λεξικογραφικόν Δελτίον τ. 14, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1982.

Κρινόπουλος Σωκράτης, Τα Φερτάκαινα υπό εθνολογικήν και φιλολογικήν έποψην εξεταζόμενα, Αθήναι 1889.

Κυριάκης Σταμάτης, Κερκυραϊκό λεξικό (διαδίκτυο).

Κωστάκης Θανάσης, Λεξικό της τσακωνικής διαλέκτου, τρεις τόμοι, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1986-1987.

Κωστάκης Θανάσης, Παρατηρήσεις στο γλωσσικό ιδίωμα των Φούρνων Ικαρίας, Περιοδικό Ελληνικά, τ. 31/2, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών Θεσσαλονίκη 1979.

Κωστάκης Θανάσης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλλης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1968.

Λαμπουσιάδης Γεώργιος, Γλωσσάριο Αδριανουπόλεως, Θρακικά τ. 1-4, Αθήναι 1928 – 1933.

Λελεγιάννης Γιάννης, Λεξικό του ορμυλιώτικου γλωσσικού ιδιώματος (διαδίκτυο).

Λιάπης Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου, Ώρες, Βόλος 1996.

Λιούτα Γεωργία, Η επίδραση των ιδιωμάτων του Ν. Τρικάλων στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, Θεσσαλονίκη 2009.

Μαθές Γιάννης, Λεξικό ντοπιολαλιάς Αρκαδίας, εφημερίδα «Το Μπουλιάρι», Τρίπολη 2009 – 2015.

Μαρία Μαυρομμάτη, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος, της επαρχίας Θήρας, του νομού Κυκλάδων Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Μαρτάκης Πέτρος, Χιώτικα αφηγήματα (παράρτημα: χιώτικο γλωσσάριο), Περιοδικό Δάφνη, Χίος 2005.

Μαυρής Νικ. – Παπαδόπουλος Ευ., Κασιακή Λύρα, Πορτ-Σάιδ 1928.

Μαυρομάτης Κώστας, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Σύλλογος Καναλιωτών, Θεσσαλονίκη 1987.

Μαυροχαλυβίδης Γεώργιος & Κεσίσογλου Ιωάννης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Αξού, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1960.

Μηνάς Κωνσταντίνος, Λεξικό των ιδιωμάτων της Καρπάθου, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Καρπάθου, Τυποθήτω, Αθήνα 2006.

Μουσαίος Μ., Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβησιανής διαλέκτου, Αθήναι 1884.

Μουσελίμης Σπύρος, Ιδιωματισμοί και ξενικές λέξεις των Σουλιορειτών (επαρχία Σουλίου-Θεσπρωτίας), Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 117-130, Ιωάννινα 1962 – 1963.

Μουσούρης Σπύρος, Η γλώσσα της Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

Μουστάκη Ελένη, Λεξικό του Φιλωτίου Νάξου, Πάτρα 2011.

Μπαλαμπάνου Μοσχούλα, Συλλογή λαογραφικού υλικού εκ Σουφλίου Θράκης, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Μπατσιακοπούλου Χρυσούλα, Γλωσσικά ιδιώματα στον Μικρόβαλτο Κοζάνης, Φλώρινα 2015.

Μπογδάνος Σπύρος, Βεντάριο (γλωσσάριο) παξινών λέξεων (διαδίκτυο).

Μπόγκας Ευάγγελος, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, τόμος Α’, Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

Μπόγκας Ευάγγελος, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, τόμος Β’, Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

Μπουντώνας Ευθύμιος, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, Αθήναι 1893.

Νατάλης Πέτροβιτς, Διάλεκτος Σερρών, Σερραϊκά Χρονικά, τ. 4, Αθήναι 1963.

Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης Κοζάνης, δύο τόμοι, Κοζάνη 2005.

Ξανθινάκης Αντώνιος, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

Ξυλογιάννης Χαράλαμπος, Γλωσσικά ιδιώματα – λέξεις και εκφράσεις του κάμπου Άρτας, Άρτα, 2013.

Οικονομίδης Απόστολος, Γλωσσάριον Μαδύτου Ανατολικής Θράκης, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, τ. 27, Αθήναι 1962.

Οικονομίδης Δημήτριος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος Απεράθου Νάξου (ανάτυπο), περιοδικό Αθηνά, Αθήναι 1953

Ορφανός Βασίλης, Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2014.

Παπαγγέλου Ρόης, Το κυπριακό ιδίωμα, Ιωλκός, Αθήνα 2001.

Παπαδέλλης Παναγιώτης, Ανεμώτια Λεξιλόγιο (διαδίκτυο).

Παπαδόπουλος Άνθιμος, Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου, τρεις τόμοι, Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, Αθήναι 1958-1961.

Παπαδόπουλος Σωκράτης, Κορνοφωλιώτικα (διαδίκτυο).

Παπαευαγγέλου Ιωάννης, Μεγάλη Παναγιά Χαλκιδικής - τοπικές λέξεις (διαδίκτυο).

Παπαζαφειρόπουλος Παναγιώτης, Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, Αθήναι 1887.

Παπαθανασόπουλος Θανάσης, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Θουκυδίδης, Αθήνα 1982.

Παπαϊωάννου Μιλτιάδης, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

Παπακωνσταντόπουλος Νίκος, Λέξεις του Καλαβρυτινού Λεξιλογίου (διαδίκτυο).

Παπαναγιώτου Χρήστος, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, Πάτρα 2010.

Παπαναστασιάδης Αγαθάγγελος, Γλωσσάρι Λουλέβουργας, Θρακικά τ. 6-7, Αθήναι 1935-1936.

Παπαντωνόπουλος Κώστας, Αντρώνι Ηλείας – Λέξεις που χάνονται (διαδίκτυο).

Παπασταματίου-Μπαμπαλίτης Χρήστος, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά, τ. 33, Αθήναι 1960.

Παπαχατζής Ευάγγελος, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ, Αθήναι 1915.

Παπαχριστοδούλου Πολύδωρος, Γλωσσάριο Σαρανταεκκλησιών, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τ. 1 – 4, Αθήναι 1934 – 1938.

Παπαχριστοδούλου Πολύδωρος, Γλωσσάριο των Σαράντα Εκκλησιών, Θρακικά τ. 1-4, Αθήναι 1928 – 1933.

Παπαχριστοδούλου Χριστόδουλος, Λεξικό των ροδίτικων ιδιωμάτων, Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου, Αθήνα 1986.

Πασπάτης Αλέξανδρος, Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, Αθήναι 1888.

Πασσάς Ανδρέας, Από τη Συριανή Ντοπιολαλιά [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Συνδέσμου Συριανών, τεύχη 28-82], Αθήνα 2003 – 2016.

Πασχάλης Δημήτριος, Ανδριακόν γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις εκ του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, Αθήναι 1933.

Πασχαλούδης Νίκος, Τα Τερπνιώτικα και τα Νιγριτινά – ένα γλωσσικό ιδίωμα της Βισαλτίας Σερρών, 2η έκδοση, Σέρρες 2013.

Πεταλάς Νικόλαος, Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της Θηραϊκής γλώσσης, Αθήναι 1876.

Πετρόπουλος Δημ., Γλωσσάριο Σκοπού Θράκης, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού τ. 5, Αθήναι 1938.

Πετρόπουλος Δημ., Γλωσσάριο Μαΐστρου, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού τ. 9, Αθήναι 1943.

Πετρόπουλος Δημ., Γλωσσάριο Σαμακοβίου Ανατολικής Θράκης, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού τ. 57 Αθήναι 1941.

Πουλάκης Δ., Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Κωνσταντινούπολις 1896.

Ράλλη Αγγελική, Λεξικό διαλεκτικής ποικιλίας Κυδωνιών, Μοσχονησίων και βορειοανατολικής Λέσβου, Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών, Αττική 2017.

Σαλαμάγκας Δημήτριος, Τουρκο-περσο-αραβικές λέξεις στο Γιανννιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 110-131, 1961 – 1963.

Σαλβάνος Γεράσιμος, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, Αθήναι 1918.

Σαραντίδης Αρχέλαος, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, Αθήναι 1899.

Σαχίνης Απόστολος, Το Καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

Σκανδαλίδης Μιχάλης, Κοινά διαλεκτικά Κω και Καλύμνου, Καλυμνιακά Χρονικά, τ. 15 & 17, Αθήνα 2003 - 2007.

Σκανδαλίδης Μιχάλης, Λεξικό του ιδιώματος της Νισύρου, εκδόσεις Σταμούλη, Αθήνα 2015.

Σκαρλάτος Δημήτριος ο Βυζάντιος, Λεξικόν της καθ’ υμάς ελληνικής διαλέκτου, Βασιλική Τυπογραφία, Αθήναι 1835.

Σκορδέλλης Βλ., Γλωσσάριο Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τ. 12, Αθήναι 1946.

Σπίντιος Ζαχαρίας, Δαρνάκικο γλωσσάρι (διαδίκτυο).

Σπύρου Αριστοτέλης, Το ελληνικό γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής Δέλβινου και Αγίων Σαράντα, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2008.

Σταθάκης Νίκος, Βατικιώτικα Λόγια (διαδίκτυο).

Σταματιάδης Επαμεινώνδας, Ικαριακά, Σάμος 1893.

Στεφόπουλος Ανδρέας, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 18, Θεσσαλονίκη 1978.

Συλλογικό, Ιστορικόν Λεξικόν της Νέας Ελληνικής της τε κοινώς ομιλουμένης και των ιδιωμάτων (ΙΛΝΕ), Ακαδημία Αθηνών, εννέα τόμοι, Αθήναι 1933-2016.

Συλλογικό, Λεξικό της κοινής νεοελληνική, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), Θεσσαλονίκη 1998

Σύρκου Αγγελική, Το μεγαρικό γλωσσικό ιδίωμα – λαογραφική μελέτη, Νήσος, Αθήνα 2006.

Τάσιος Φίλιππας, Γλωσσάριο του Πολυγύρου, Τα Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχος 37-38, Θεσσαλονίκη 1983

Τζαβάρας Ξενοφών, Λεξικό του ιμβριακού ιδιώματος, Σύλλογος Ιμβρίων, Αθήνα 2011.

Τζαννετής Κώστας, Γλωσσάριο του Μαραθόκαμπου Σάμου, Σύλλογος Μαραθοκαμπιτών Σάμου, Θεσσαλονίκη 1996.

Τζουμπάρης Φιλήμων, Γλωσσάριο Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τ. 12, Αθήναι 1946.

Τομπαΐδης Δημήτριος, Το γλωσσικό ιδίωμα της Θάσου, Θεσσαλονίκη 1967.

Τσάκας Νίκος, Πάργα - Στεριά λεξιλόγιον, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 161-224, Ιωάννινα 1965-1970.

Τσάκας Νίκος, Πάργα – Θάλασσα – Λαογραφική Μελέτη, Ηπειρωτική Εστία, τεύχη 130-149, Ιωάννινα 1963-1964.

Τσαφαράς Δημήτριος, Λαγκαδινό Λεξικό – συμβολή στη μελέτη του γλωσσικού ιδιώματος των Λαγκαδίων Αρκαδίας, Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2013.

Τσίκης Νίκος, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Σύλλογος Πυργούσων Αττικής, Αθήνα 2002.

Τσιτσέλης Ηλίας, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, Παρνασός, Αθήναι 1877.

Τσοπανάκης Αγαπητός, Το ιδίωμα της Χάλκης (Δωδεκανήσου), Ρόδος 1949.

Φαραντάτος Σπυρίδων-Γεράσιμος, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Μονοπολάτων, της επαρχίας Πάλης, του νομού Κεφαλληνίας, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1971.

Φαρασόπουλος Συμεών, Τα Σύλατα, Αθήναι 1895.

Φούσκας Ευστράτιος, Λεξιλόγιο Σουφλίου (διαδίκτυο).

Φωστέρης Δ. – Κεσίσογλου Ι., Λεξιλόγιο του Αραβανί, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1960.

Χαβιαράς Δημοσθένης, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, Κωνσταντινούπολις 1874.

Χαραλαμπάκης Χριστόφορος (σύνταξη-επιμέλεια), Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, Ακαδημία Αθηνών, δεύτερη έκδοση με προσθήκες, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, τόμοι, Αθήνα 2016.

Χαριτωνίδης Ιωσήφ, Περί της λιβισιανής διαλέκτου, Τραπεζούντα 1911.

Χατζηβασιλείου Στρατής, Γλωσσικά Αγιάσου, Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 2-37, 1981 – 1987.

Χατζηγιάννης Στράτος, Ιδιωματικές λέξεις, Περιοδικό Αγιάσος, τεύχη 6-12, Αθήνα 1981 – 1982.

Χατζηλάρης Ελευθέριος, Λέρικη τοπολαλιά (διαδίκτυο).

Χατζηστεφάνου Άννα, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Καρδαμαίνης, της επαρχίας Κω, της νήσου Κω, του νομού Δωδεκανήσου, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Χατσιούλης Μιχαήλ, Σιατιστινή ντοπιολαλιά, Σιάτιστα 2002.

Χελδράιχ Θ., Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, επιμέλεια Σπ. Μηλιαράκη, δεύτερη έκδοση, Εστία, Αθήναι 1926.

Χουρμουζιάδης Κ., Γλωσσάριον Τσακιλίου, Θρακικά τ. 12-15, 1939 – 1941.

Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα Κουζιανιώτκα – Λεξικό του κοζανίτικου ιδιώματος, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Κοζάνη 2003.

Χρυσού Μαρία, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πύργος της νήσου Θήρας ή Σαντορίνης, του νομού Κυκλάδων, Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1969.

Χυτήρης Γεράσιμος, Κερκυραϊκό γλωσσάρι – ακατάγραφες και δίσημες λέξεις, Κερκυραϊκά Χρονικά, τόμος ΧΧΙΧ, Κέρκυρα 1987.

Ψάλτης Σταμάτιος, Θρακικά ή Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, Αθήναι 1905.

Ψάνη Πηνελόπη, Συλλογή λαογραφικής ύλης εκ του χωρίου Πολιχνίτου, της επαρχίας Πολιχνίτου, της νήσου Λέσβου Κυκλάδων Χειρόγραφο  Λαογραφικού Αρχείου Πανεπιστημίου Αθηνών, 1968.

 

a

b

c

d

e

 

 

α

Απουλία, Κάρπαθος

αγία

 

 

α

Βελβεντός, Γρεβενά, Ιωάννινα, Κρήτη, Λέσβος, Μάνη, Μεσσηνία, Σάμος, Σίλλη*

άγιος

 

δ

α

Απουλία, Λέσβος, Λευκάδα, Νιγρίτα, Τσακήλι*, Χίος

άντε

 

 

α

Τσακωνιά

ας

 

 

α

Κάρπαθος, Κύπρος

εδώ

 

 

α

Θεσπρωτία, Τσακωνιά

η

 

 

α

Καστελλόριζο, Κρήτη, Λέσβος, Λουλέβουργας*, Νίσυρος, Ρόδος, Σαμοθράκη, Σαράντα Εκκλησιές*, Σουφλί, Τσακήλι*, Χίος

θα

 

 

α

Καστελλόριζο, Λέσβος, Νίσυρος, Ρόδος, Τσακήλι*, Τσακωνιά, Χίος

να

 

 

α

Σουφλί

ναι

 

 

α

Σουφλί

όχι

 

 

α

Λέσβος

σαν

 

 

α [Germano 1622]

Θεσπρωτία, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κορινθία, Κρήτη, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Σάμος, Τσακωνιά, Χίος

αν

 

 

α [Βεντότης 1790]

Άρτα, Αχαΐα, Εύβοια, Ηλεία, Θεσσαλονίκη, Θεσπρωτία, Ηλεία, Κοζάνη, Κορινθία, Κύπρος, Νιγρίτα, Σιάτιστα, Σουφλί

τι

 

 

αά

Κάρπαθος

αγία

 

 

αά

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ευρυτανία, Θεσπρωτία, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Νιγρίτα, Νίσυρος, Πρέβεζα, Σιάτιστα, Σουφλί

ναι

 

 

αά

Αιτωλοακαρνανία, Απουλία, Καλαβρία, Πρέβεζα

τι

 

 

άα

Άρτα, Ιωάννινα, Καστοριά, Λέσβος, Μαγνησία, Ρόδος, Σιάτιστα, Σκόπελος, Σουφλί

όχι

 

 

ααά

Καστελλόριζο, Κυκλάδες

λίκνο

 

 

αάζ

Σάντα*, Χαλδία*

αγιάζι

 

 

αάζω

Ικαρία, Κοτύωρα*, Χαλδία*

αγιάζω

 

 

αάζω

Βάτικα*

αλλάζω

 

 

ααθάγρα

Κάλυμνος

αφέλεια

 

 

ααθεύγκω

Κάρπαθος

χαζεύω

 

 

ααθίτζω

Κάρπαθος

χαζεύω

 

 

ααθομάρα

Κάρπαθος

αφέλεια

 

 

ααθοπρατίνα

Κάρπαθος

αγαθιάρα

 

 

ααθοπρουατίνα

Κάρπαθος

αγαθιάρα

 

 

ααθός

Κάρπαθος, Λιβίσι*, Μάκρη*, Ρόδος

αγαθιάρης

 

 

άαθος

Κάρπαθος

ρηχός

 

 

ααθοσύνη

Κάρπαθος

αφέλεια

 

 

ααθότητα

Ρόδος

αφέλεια

 

 

ααθουσύνη

Λιβίσι*

αφέλεια

 

 

ααίματους

Ευρυτανία

αναίματος

 

 

αανά

Μάκρη*

εδωδά

 

 

αανά

Λιβίσι*, Χίος

τώρα

 

 

ααναχτώ

Κάρπαθος

αγανακτώ

 

 

αανέβγκω

Κάρπαθος

συκοφαντώ

 

 

αάνευτος

Κάρπαθος

ασυκοφάντητος

 

 

αάνης

Κάρπαθος

συκοφάντης

 

 

αανιά

Κάρπαθος, Νάξος

συκοφαντία

 

 

αανιάρης

Κάρπαθος

συκοφάντης

 

 

αάνισα

Κάρπαθος

συκοφάντρια

 

 

αάνιτσα

Κάρπαθος

συκοφάντρια

 

 

άανο

Νάξος, Χάλκη

άγανο

 

 

αανού

Κάρπαθος

συκοφάντρια

 

 

αάνωτος

Κάρπαθος, Νάξος

αγάνωτος

 

 

ααπάω

Κάρπαθος, Κάλυμνος, Ρόδος

αγαπώ

 

 

αάπη

Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κύπρος, Λιβίσι*, Μάκρη*, Χίος

αγάπη

 

 

αάπημα

Κάρπαθος

αγάπη

 

 

αάπημα

Κάρπαθος

συμφιλίωση

 

 

ααπημένος

Κύπρος

αγαπημένος

 

 

ααπητική

Κύπρος

γκόμενα

 

 

ααπητικιά

Κάρπαθος

γκόμενα

 

 

ααπητικός

Κάρπαθος, Κύπρος, Λιβίσι*, Χίος

γκόμενος

 

 

ααπητός

Κύπρος

αγαπητός

 

 

ααπίντζω

Κάρπαθος

συμφιλιώνομαι

 

 

ααπκιούμαι

Κύπρος

αγαπιέμαι

 

 

ααπό

Κάρπαθος

αγαπημένος

 

 

ααπό (η)

Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος

γκόμενα

 

 

ααπός

Κάρπαθος, Κύπρος, Χίος

γκόμενος

 

 

ααπού

Λιβίσι*, Μάκρη*

αγαπώ

 

 

ααπού

Λιβίσι*

γκόμενα

 

 

ααπώ

Ικαρία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κύπρος, Χίος

αγαπώ

 

 

αάργα

Τσακωνιά

μακριά

 

 

ααργάρω

Νάξος

απομακρύνομαι

 

 

ααργιουμάδα

Λιβίσι*

αγριότητα

 

 

άαργιους

Λιβίσι*

άγριος

 

 

ααργουντρανού

Μάκρη*

αγριοκοιτάζω

 

 

ααρεσιά

Κάρπαθος

εργατικότητα

 

 

αάρετος

Κάρπαθος, Κύπρος

ακούραστος

 

 

αάς

Λιβίσι*

αγάς

 

 

αασία

Κάρπαθος

σειρά

 

 

άασμα

Βάτικα*

άλλαγμα

 

 

αάσμαν

Χαλδία*

αγίασμα

 

 

αασμός

Ικαρία, Κάρπαθος

αγιασμός

 

 

αάτευτο

Κάρπαθος

αβάτευτο

 

 

αάτζωτος

Νάξος

αγάντζωτος

 

 

αάτσι

Νάξος

αλάτι

 

 

ααφαέρι

Κάρπαθος

μάταια

 

 

ααφαρί

Κάρπαθος

μάταια

 

 

ααφαρινά

Κάρπαθος

μάταια

 

 

άαφος

Κάρπαθος

άβαφος

 

 

ααφρύς

Νάξος

ελαφρύς

 

 

αάφτιστος

Κάρπαθος

αβάπτιστος

 

 

αβ

Φάρασα*

πια

 

 

αβ [Κουκκίδης 1960]

Κοτύωρα*, Λαγκαδάς, Λέσβος, Μάδυτος*, Νιγρίτα, Ουλαγάτς*, Όφις*, Σάμος, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Τσακήλι*, Χαλδία*

κυνήγι

 

 

αβά

Βάτικα*

αλλά

 

 

αβάβιστος

Μάνη

αγάβγιστος

 

 

αβαβοέ

Κύπρος

προκαταβολή

 

 

Αβαγγελίστρια

Νίσυρος

Ευαγγελίστρια

 

 

αβαγή

Βάτικα*

αλλαγή

 

 

αβαγιανός

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

χαμολίβανο

 

 

αβάδα

Νάξος

γαβάθα

 

 

αβαδάρω

Καστελλόριζο

αβαράρω

 

 

αβαδέ

Κεφαλονιά

ραντεβού

 

 

αβαδέος

Αρκαδία

αλογόμυγα

 

 

αβαδέρω

Καστελλόριζο

αβαράρω

 

 

αβαδέρω

Καστελλόριζο

καθελκύω

 

 

αβάδι

Νάξος

γαβάθα

 

 

αβάδωτος

Κύπρος

ανοιχτός

 

 

αβάδωτος

Κύπρος

ξεκλείδωτος

 

 

αβάζ

Σάντα

κραυγή

 

 

αβάζ

Ήπειρος

φωνή

 

 

αβάζο

Ανατολική Θράκη*

επιπλέον

 

δ

αβάζος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κύπρος, Λακωνία

φωνακλάς

 

 

αβάθα

Νάξος

γαβάθα

 

δ

άβαθα

Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Κεφαλονιά, Παξοί

άπατα

 

δ

άβαθα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κεφαλονιά

ρηχά

 

 

αβαθάκι

Νάξος

γαβαθάκι

 

 

αβαθάρα

Νάξος

γαβαθάρα

 

 

αβαθή

Κύπρος

αγαθιάρα

 

 

αβάθι

Νάξος

γαβάθα

 

 

αβαθίζζω

Νίσυρος

χαζεύω

 

 

άβαθνα

Ιωάννινα

άπατα

 

 

άβαθνους

Ήπειρος

άπατος

 

δ

αβαθός

Καστελλόριζο, Κύπρος, Κως, Νίσυρος

αγαθιάρης

 

 

άβαθος

Αχαΐα, Λακωνία, Σαράντα Εκκλησιές*

άπατος

 

δ

άβαθος [Germano 1622]

Χρηστικό Λεξικό 2016, Αχαΐα, Κερασούντα*, Κεφαλονιά, Κοτύωρα*, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μύκονος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ρηχός

 

 

αβαθοσύνη

Καστελλόριζο

αφέλεια

 

 

αβαθούκλα

Νάξος

γαβαθάρα

 

δ

αβαθούλωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβαθύλωτος

αβαθούλωτος

 

 

άβαθους

Αιτωλοακαρνανία

άπατος

 

 

άβαθους

Αιτωλοακαρνανία, Καστοριά, Ήπειρος

ρηχός

 

 

αβαθοφέρνω

Νίσυρος

χαζεύω

 

 

αβάθτιστο

Καλαβρία

αβάπτιστος

 

 

αβαθύλωτος

Τρίπολη*

αβαθούλωτος

 

 

αβάιστος

Κάλυμνος, Κως, Παξοί

αλύγιστος

 

 

αβάιστος

Κάλυμνος, Κως

ισχυρογνώμων

 

 

αβάκα

Αραβανί*

άβακας

 

 

αβάκα

Κέρκυρα

γκόμενα

 

 

αβάκα

Αιτωλοακαρνανία

εταιρία

 

 

αβάκα

Τσακωνιά

κρυφά

 

 

αβάκα

Μάνη

μαζί

 

δ

αβάκα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία, Αχαΐα, Λευκάδα, Μάνη, Φθιώτιδα

συμφωνία

 

δ

αβάκα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Παξοί

συνεταιρικά

2

λ

άβακας [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβάκα, άμπακας, άμπακος, άμπακους

άβακας

 

 

αβάκλιστος

Κύπρος

ατίναχτος

 

 

αβάκλιστος

Κύπρος

ατρύγητος

 

 

αβάλ

Πιερία

βουβάλι

 

 

αβαλάνγκ

Αξός*

βελανίδι

 

 

αβαλές

Δέλβινο

βαλές

 

 

αβάλετος

Οινόη*, Όφις*

άβαλτος

 

 

αβάλη

Θεσπρωτία, Κέρκυρα, Λευκάδα, Παξοί, Πάργα, Πάρος

όρμος

 

 

αβαλητό

Κύθηρα

θόρυβος

 

 

αβάλι

Θεσπρωτία

όρμος

 

 

αβάλι

Κύθηρα

χοροπηδητό

 

 

αβαλίζω

Κύθηρα

χοροπηδώ

 

 

αβάλιτε

Τσακωνιά

άβαλτος

 

 

αβαλιτός

Κύθηρα

χοροπηδητό

 

 

αβάλιτος

Νάξος

άβαλτος

 

 

αβάλλιν

Κύπρος

λίκνο

 

 

αβάλλντοτος

Ρόδος

άβαλτος

 

 

αβαλοκοπώ

Κύθηρα

χοροπηδώ

 

 

αβάλοτος

Σύμη

άβαλτος

 

δ

αβαλσάμωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αμπαλσάμωτος, αμπαλτσαμάριστος, αμπαλτσάμουτους

αβαλσάμωτος

 

δ

άβαλτος [Βεντότης 1790]

αβάλετος, αβάλιτε, αβάλιτος, αβάλλντοτος, αβάλοτος, άβαλτους, άβαρτος, ανέβαρτος

άβαλτος

 

 

άβαλτους

Καστοριά, Λιβίσι*, Σέρρες, Φθιώτιδα

άβαλτος

 

 

αβάν (του)

Σάμος

συκοφαντία

 

 

άβανα

Ζάκυνθος

σκουλήκια

 

 

αβανάκ

Αξός*

βλάκας

 

 

αβανάκης [Κουκκίδης 1960]

Βιθυνία*, Κωνσταντινούπολη

βλάκας

 

 

αβανακιά

Σουφλί

βλακεία

 

 

αβανακλίκ

Σουφλί

βλακεία

 

 

αβανακλούγ

Χαλδία*

βλακεία

 

 

αβανακλούκ

Τραπεζούντα*

βλακεία

 

 

αβανακλούχ

Σάντα*

βλακεία

 

 

αβανακοτός

Σάντα*

αγαθιάρης

 

 

άβαναν

Οινόη*

χωρίς

 

 

αβανάξ [Κουκκίδης 1960]

Αδριανούπολη*, Κοτύωρα*, Κουβούκλια*, Σάντα*, Σουφλί, Τσακήλι*, Χαλδία

βλάκας

 

 

αβαναριά [Somavera 1709]

 

συκοφάντρια

 

 

αβαναχλιέχι

Φάρασα*

βλακεία

 

 

αβαναχλίχι

Φάρασα*

βλακεία

 

 

αβανάχος

Φάρασα*

βλάκας

 

 

αβάνεμα

Χίος

συκοφαντία

 

 

αβανεύγω

Χίος

συκοφαντώ

 

 

αβανεύκω

Κύπρος

συκοφαντώ

 

 

αβανεύω

Χίος

συκοφαντώ

 

δ

αβάνης [Βλάχος 1659]

Κύπρος, Μάνη, Μέγαρα, Χίος

συκοφάντης

 

δ

αβανία [Germano 1622]

Ζάκυνθος, Κύθηρα, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Τσακωνιά

συκοφαντία

 

δ

αβανιά [Βλάχος 1897]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Αϊβαλί*, Αίγινα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θήρα, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Λέρος, Λέσβος, Λευκάδα, Μάκρη*, Μεσσηνία, Μοσχονήσι*, Μύκονος, Νάξος, Χίος, Μάνη, Παξοί, Πάρος, Ρόδος, Σάμος, Σκόπελος, Σκύρος, Σύρος, Σύρος, Φωκίδα

συκοφαντία

 

 

αβανιάζου

Ήπειρος

συκοφαντώ

 

δ

αβανιάζω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αχαΐα, Μύκονος

συκοφαντώ

 

δ

αβανιάρα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία

συκοφάντρια

 

δ

αβανιάρης [Portius 1635]

Καστελλόριζο, Λακωνία, Μάνη, Σμύρνη*, Σύρος

συκοφάντης

 

 

αβανίζομαι [Βλάχος 1659]

 

συκοφαντούμαι

 

δ

αβανίζου

Αδριανούπολη*

συκοφαντώ

 

δ

αβανίζω [Germano 1622]

Βιθυνία*, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος

συκοφαντώ

 

δ

αβανικός [Somavera 1709]

Κεφαλονιά

συκοφάντης

 

 

αβανίσα [Somavera 1709]

 

συκοφάντρια

 

δ

αβάνισα [Βεντότης 1790]

Αρκαδία

συκοφάντρια

 

 

αβανισμένος [Somavera 1709]

 

συκοφαντημένος

 

δ

αβανιστής [Portius 1635]

 

συκοφάντης

 

 

αβανιστικά [Portius 1635]

 

συκοφαντικά

 

 

αβανιστικός [Portius 1635]

 

συκοφαντικός

 

 

αβάνκου

Μάδυτος*

μέγα

 

 

αβάνκους

Μάδυτος*

μπόλικος

 

 

αβαννιά

Νίσυρος

συκοφαντία

 

 

αβανουκαμένους

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

συκοφαντημένος

 

 

αβανπαλιέρης

Κύπρος

δικηγόρος

 

 

αβανπαρλιέρης

Κύπρος

δικηγόρος

 

 

αβάνς

Κωνσταντινούπολη

προκαταβολή

 

 

αβάνς

Αδριανούπολη*, Βόρεια Εύβοια, Ήπειρος, Σκόπελος

συκοφάντης

 

δ

αβάντα

Αϊβαλί*, Κορινθία, Κύθηρα, Λέσβος, Λευκάδα, Μάνη, Μοσχονήσι*, Νάξος, Νίσυρος

βοήθεια

 

 

αβάντα

Κορινθία, Κύπρος

τράκα

2

δ

αβάντα [Λεξικό Πρωίας 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβάντσα, αβάντου, αβάνττα, αβάττα, κωλόκουρο

αβάντα

 

 

αβαντάγιο

Κύμη, Σύρος

θάρρος

 

 

αβαντάγιο

Θήρα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Νάξος

κέρδος

 

 

αβαντάγιου

Βόρεια Εύβοια

θάρρος

 

 

αβανταγκιόζος

Λευκάδα

χρήσιμος

 

δ

αβανταδόρα [Γούλας 1961]

 

αβανταδόρισσα

1

δ

αβανταδόρισσα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβανταδόρα

αβανταδόρισσα

2

δ

αβανταδόρος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβανταδόρους, αβαντατζής, αβάντατζης, αβαντταδόρος, αβάττατζης, αεριτζής, αμακαδόρος

αβανταδόρος

 

 

αβανταδόρους

Σάμος

αβανταδόρος

2

δ

αβαντάζ [Γούλας 1961]

[Χρηστικό Λεξικό 2016]

πλεονέκτημα

 

 

αβαντάκα

Πάργα

μπογαλάκι

 

 

αβανταλίκια

Πάργα

εφόδια

 

 

αβαντανλίκι

Κωνσταντινούπολη

εργαλείο

 

 

αβαντάριο

Άνδρος

λίστα

 

 

αβαντάριο

Άνδρος, Σίκινος

προικοσύμφωνο

 

 

αβαντάριο

Κυκλάδες

σημειωματάριο

 

 

αβαντάριον

Κύπρος

κέρδος

 

 

αβαντάρου

Μάνη, Σκόπελος

αβαντάρω

 

 

αβαντάρου

Μάνη, Σάμος

βοηθώ

 

 

αβαντάρω

Κέρκυρα, Κύθηρα, Νάξος

βοηθώ

 

 

αβαντάρω

Κύθηρα

πλειοδοτώ

 

δ

αβαντάρω [Χρηστικό Λεξικό 2016]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβαντάρου

αβαντάρω

 

 

αβαντατζής

Κύπρος

αβανταδόρος

 

 

αβάντατζης

Κωνσταντινούπολη

αβανταδόρος

 

 

αβάντατζης

Κύπρος

τρακαδόρος

 

 

αβαντάτζιον

Κύπρος

κέρδος

 

 

αβάντε

Άνδρος

κέρδος

 

δ

αβάντε [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

 

εμπρός

 

 

αβαντέρνου

Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι*

χρηματοδοτώ

 

 

αβαντερός

Ζάκυνθος

υπεραναπτυσσόμενος

 

δ

αβάντζα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

Λακωνία

προκαταβολή

 

 

αβαντζαδόρος

Παξοί

πιστωτής

 

 

αβαντζαδούρα

Κέρκυρα

πλεόνασμα

 

 

αβαντζάρισμα

Ζάκυνθος

κέρδος

 

 

αβαντζάρισμα

Ζάκυνθος

περίσσευμα

 

 

αβαντζάρισμα

Νάξος

πλειοδοσία

 

 

αβαντζάρου

Αϊβαλί*, Λέσβος

πλειοδοτώ

 

 

αβαντζάρω

Θήρα, Κύθηρα, Μήλος, Παξοί, Πάρος, Σίφνος

πλειοδοτώ

 

 

αβαντζέρνω

Κέρκυρα, Κεφαλονιά

χρωστάω

 

 

αβαντζιάζω

Κύπρος

κερδίζω

 

 

αβάντζο

Μήλος, Πελοπόννησος, Σίφνος, Τσεσμέ*

επιπλέον

 

 

αβάντζο

Ζάκυνθος

κέρδος

 

 

αβάντζο

Μύκονος

περίσσευμα

 

 

αβάντζο

Σωζόπολη*

πλειοδοσία

 

δ

αβάντζο [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβάντζον, αβάτζο, αβάτζου

αβάντζο

 

 

αβάντζον

Κύπρος

αβάντζο

2

δ

αβάντι

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Ζάκυνθος, Θήρα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Παξοί

εμπρός

 

 

αβάντι

Σίφνος

προηγουμένως

 

 

αβάντι

Τσεσμέ

προτέρημα

 

 

αβάντου

Ίμβρος

αβάντα

 

 

αβαντούρα

Κύπρος

τύχη

 

 

αβαντπαρλιέρης

Κύπρος

δικηγόρος

 

 

αβάντς

Σιάτιστα

πονηρός

 

δ

αβάντσα [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

αβάντα

 

δ

αβάντσα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία

προκαταβολή

 

 

αβαντσαδούρα

Κέρκυρα

περίσσευμα

 

δ

αβαντσαίρνω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κέρκυρα

προκαταβάλλω

 

 

αβαντσάρω

Κέρκυρα, Πάργα

οφείλω

 

 

αβαντσάρω

Ζάκυνθος

υπερτερώ

 

δ

αβαντσάρω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος

πλεονάζω

 

δ

αβαντσάρω [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ζάκυνθος

προκαταβάλλω

 

 

αβαντσέρνου

Αϊβαλί*, Μοσχονήσι*

βοηθώ

 

 

αβάντσο

Ζάκυνθος

πλεόνασμα

 

δ

αβάντσο [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κέρκυρα

όφελος

 

δ

αβάντσο [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κύθηρα, Πάργα

υποστήριξη

 

 

αβάντσου

Θεσσαλονίκη, Κοζάνη

προκαταβολή

 

 

αβάνττα

Κύπρος

αβάντα

 

 

αβαντταδόρος

Κύπρος

αβανταδόρος

 

 

αβανττάτζιον

Κύπρος

πλεονέκτημα

 

 

αβαξάριστος

Κυκλάδες

αλουστράριστος

 

 

αβάπτιγος

Σάντα

αβάπτιστος

 

λ

αβαπτισία [Somavera 1709]

αβαφτισιά

αβαπτισία

 

λ

αβάπτιστος [Germano 1622]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αάφτιστος, αβάθτιστο, αβάπτιγος, αβάστιστο, αβάττιστο, αβάφκιστε, αβάφστους, αβάφτγους, αβάφτιγος, αβάφτιος, αβάφτιστε, αβάφτιστος, αβάφτσιστο, αβάφτιστους, αβάφτστους, αβάχτιγος, άβρεχος, άβρεχτος, αγάφτιστος, αγιάφτιστος, αδάφτιστος, αλάδουτους, αμύρουτους

αβάπτιστος

 

 

αβάρα

Φθιώτιδα

ζημιά

 

 

αβάρα

Κρήτη

κατσάδα

 

 

αβάρα

Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λευκάδα, Μάνη, Τσακωνιά, Φωκίδα

τσιμπούρι

 

δ

αβάρα [Ηπίτης 1908]

Ζάκυνθος, Κοτύωρα*, Λακωνία, Νίσυρος, Σάμος, Σύμη, Σύρος

άπωσον

 

δ

αβάραγκας

Κεφαλονιά

αβαραγκιά

 

δ

αβαράγκι

Κεφαλονιά

αβαραγκιά

 

δ

αβαραγκιά [ΙΛΝΕ 1933]

Daphne oleoides: αβάραγκας, αγριοπυξάρι, αβαράγκι, βαράγκι, κωλοφούσα, κωστανίκος, λυκόλουρο, λυκόλουρος, λυκονουρά, πικροβύζι, χαμολιά

αβαραγκιά

 

 

αβαράκουτους

Σιάτιστα

αχρύσωτος

 

 

αβαραλαντίζω

Φάρασα*

χασομερώ

 

 

αβαραλίχι

Φάρασα*

ανεργία

 

 

αβαραλούγ

Χαλδία*

ανεργία

 

 

αβαραλούκ

Τραπεζούντα*, Χαλδία*

ανεργία

 

 

αβαραλούχ

Κοτύωρα*, Σάντα*

ανεργία

 

 

αβαραρίζω

Λακωνία

αβαράρω

 

 

αβαράρισμα

Νάξος

καθέλκυση

 

 

αβαράρου

Μάνη, Ίμβρος, Λέσβος, Σκόπελος

αβαράρω

 

 

αβαράρω

Μύκονος

αμύνομαι

 

δ

αβαράρω [Βλάχος 1897]

αβαδάρω, αβαδέρω, αβαραρίζω, αβαράρου, αβαρέρνου, βαράρω, βαρέρω

αβαράρω

 

 

αβαράς

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Σούρμενα*, Τραπεζούντα*, Φάρασα*, Χαλδία*

άνεργος

 

 

αβάραστος

Οινόη*, Τραπεζούντα*

ακούραστος

 

 

αβαράτικος

Νίσυρος

άχρηστος

 

 

αβαράχωτος

Χαλδία*

αχρύσωτος

 

 

αβάρβαρος

Αρκαδία, Κορινθία, Λακωνία, Σύρος

άξεστος

 

 

αβάρβαρους

Σάμος

άξεστος

 

 

αβαργκόμστους

Σάμος

αβαρυγκόμιστος

 

δ

αβαργόμιστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία

αβαρυγκόμιστος

 

 

άβαρε

Τσακωνιά

πλούσιος

 

 

αβάρεγος

Αρκαδία

ακούραστος

 

 

αβάρεγος

Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία

αχτύπητος

 

 

αβαρεμένη

Κρήτη

έγκυος

 

 

αβαρέρνου

Ίμβρος

αβαράρω

 

 

αβαρέρνω

Κρήτη

αμύνομαι

 

 

αβαρεσά

Νάξος

εργατικότητα

 

 

αβαρεσά

Κρήτη

τεμπελιά

 

 

αβαρεσάρης

Κρήτη

τεμπέλης

 

 

αβαρεσιά

Κρήτη

τεμπελιά

 

δ

αβαρεσιά [Ηπίτης 1908]

Ίμβρος, Λευκάδα, Μύκονος

εργατικότητα

 

 

αβαρεσιάρης

Κρήτη

τεμπέλης

 

 

αβαρεσκιά

Σίφνος

εργατικότητα

 

 

αβάρετε

Τσακωνιά

ακούραστος

 

 

αβάρετος

Αρκαδία

άσκαφος

 

δ

αβάρετος [Βεντότης 1790]

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Πάρος, Ρόδος, Τραπεζούντα*

ακούραστος

 

δ

αβάρετος [Βεντότης 1790]

Μήλος

αχτύπητος

 

 

αβάρετους

Λιβίσι*

ακούραστος

 

 

αβαρεψιά

Μύκονος

εργατικότητα

 

 

αβαρί [Meursius 1610]

 

ρίγανη

 

 

αβαριά

Δέλβινο

πρασιά

 

 

αβαρία

Καστελλόριζο

έκτρωση

 

 

αβάρια

Σινασός*

όσπρια

1

δ

αβαρία [Βλάχος 1897]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Άρτα, Ηλεία, Θήρα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα, Ρόδος, Σάμος, Σέρρες

ζημιά

 

δ

αβαρία [Ηπίτης 1908]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Ζάκυνθος, Λακωνία

ναυσιβλάβεια

 

 

αβαριάτος

Καστελλόριζο

ατημέλητος

 

δ

αβαριάτος [Ηπίτης 1908]

Άνδρος, Καστελλόριζο

ζημιωμένος

 

 

αβάριγος

Αρκαδία

άσκαφος

 

 

αβαριέμαι

Δέλβινο

βαριέμαι

 

 

αβαριεψιά

Σίφνος

εργατικότητα

 

 

αβαρίζι

Καστελλόριζο

φόρος

 

 

αβαρισά

Ιωάννινα, Λέσβος, Σάμος

εργατικότητα

 

δ

αβαρίσι [Somavera 1709]

 

φόρος

 

 

αβαρισιά

Ίμβρος

εργατικότητα

 

 

αβάριτος

Κύπρος

ακούραστος

 

 

αβάριτος

Λακωνία, Μάνη

αχτύπητος

 

 

αβάριτους

Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λέσβος, Λήμνος, Λιβίσι*, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Χαλκιδική

ακούραστος

 

 

αβάριτους

Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά

αχτύπητος

 

 

αβαρός

Δέλβινο

αυλή

 

 

άβαρος

Λακωνία, Μάνη

ακούραστος

 

 

άβαρος

Παλιά Αθήνα

ανόητος

 

δ

άβαρος

Αρκαδία, Κύθηρα, Λακωνία, Μεσσηνία, Σμύρνη*

πλούσιος

 

δ

άβαρος [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

ανεπαχθής

 

 

άβαρους

Ιωάννινα

ελαφρύς

 

 

άβαρους

Αιτωλοακαρνανία, Θράκη, Μαγνησία, Νιγρίτα, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Φθιώτιδα

πλούσιος

 

 

αβάρτος

Κυκλάδες

ακούραστος

 

 

άβαρτος

Κρήτη, Σίφνος, Σύρος, Χίος

άβαλτος

 

 

αβάρτους

Κοζάνη

ακούραστος

 

 

αβάρτους

Ευρυτανία, Καρδίτσα, Κοζάνη

αχτύπητος

 

 

άβαρτους

Θεσσαλονίκη, Κοζάνη

αχτύπητος

 

δ

αβαρυγκόμιστος

αβαργκόμστους, αβαργόμιστος

αβαρυγκόμιστος

 

 

αβαρώ

Μήλος

αβαράρω

 

 

αβάς

Ημαθία, Πιερία

σιγά

2

δ

αβάς [Meursius 1610]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αμπάς, αμπάτες

αβάς

 

 

αβασάνιγος

Αχαΐα, Κορινθία

αβασάνιστος

 

δ

αβασάνιστος [Germano 1622]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβασάνιγος, αβασάνστους

αβασάνιστος

 

 

αβασάνστους

Καστοριά, Σιάτιστα

αβασάνιστος

 

 

αβασίλευα

Μύκονος

αβασίλευτα

 

δ

αβασίλευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

για ήλιο: αβασίλευα

αβασίλευτα

 

 

αβασίλευτο

Μάνη

δειλινό

 

δ

αβασίλευτος [Βλάχος 1897]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] για τον ήλιο: αβούτετος, αβούτηχτος

αβασίλευτος

 

 

αβάσκα

Βοιωτία

μάτιασμα

 

 

αβάσκα

Πιερία

σιγά

 

 

αβάσκαγος [ΙΛΝΕ 1933]

 

αμάτιαστος

 

 

αβάσκαγους

Ήπειρος

αμάτιαστος

 

 

αβασκαίνου

Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Μάνη, Νιγρίτα, Σάμος, Σκιάθος, Σκόπελος, Τρίκαλα, Τσακωνιά, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική

ματιάζω

 

δ

αβασκαίνω [Βεντότης 1790]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Απουλία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λευκάδα, Παξοί, Φωκιδα

ματιάζω

 

δ

αβάσκαμα [Βεντότης 1790]

Αιτωλοακαρνανία, Απουλία, Ζάκυνθος, Ιωάννινα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φωκίδα, Χαλκιδική

μάτιασμα

 

 

αβασκαμένος [Βεντότης 1790]

Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Πάργα

ματιασμένος

 

 

αβασκαμένους

Μαγνησία

ματιασμένος

 

 

αβασκαμός

Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Σκόπελος, Φθιώτιδα

μάτιασμα

 

 

αβασκανιά

Πάργα

μάτιασμα

 

 

αβασκανία

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Αιτωλοακαρνανία, Κύθηρα

μάτιασμα

 

 

αβάσκανος [Ηπίτης 1908]

Κρήτη

αμάτιαστος

 

 

αβασκάνου

Ιωάννινα, Φωκίδα, Χαλκιδική

ματιάζω

 

 

αβασκαντήρ

Φθιώτιδα

φυλαχτό

 

 

αβασκαντήρα

Μαγνησία

αβασκαντούρι

 

 

αβασκαντήρα

Αιτωλοακαρνανία, Λευκάδα, Σκόπελος, Χαλκιδική

φυλαχτό

 

 

αβασκαντήρι [ΙΛΝΕ 1942]

 

φυλαχτό

 

δ

αβάσκαντος [Βεντότης 1790]

Λακωνία, Σύρος

αμάτιαστος

 

 

αβασκαντούρα

Αυδήμι*

φυλαχτό

 

δ

αβασκαντούρι [Λεξικό Δημητράκου 1933]

βότανο για ξεμάτιασμα

αβασκαντούρι

 

 

αβάσκαντους

Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καστοριά, Φωκίδα

αμάτιαστος

 

 

αβασκάνω

Ηλεία, Λακωνία, Μάνη

ματιάζω

 

 

αβασκοσύνη

Κέρκυρα

μάτιασμα

 

 

αβάσκους

Ημαθία, Πιερία

σιγανός

 

 

αβασκουσύν

Ήπειρος

μάτιασμα

 

 

αβάσταγας

Χαλκιδική

βάτος

 

 

αβάσταγας

Ήπειρος

πρασιά

 

 

αβασταγή

Σκιάθος

δέμα

 

δ

αβασταγή [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αιτωλοακαρνανία, Σκόπελος

μπόγος

 

 

αβασταγιά [ΙΛΝΕ 1942]

 

δέμα

 

δ

αβασταγιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κοζάνη

ανυπομονησία

 

δ

αβασταγό [Λεξικό Πρωίας 1933]

 

υποζύγιο

 

 

αβασταγός

Κύθηρα

γάιδαρος

 

δ

αβάσταγος [Ηπίτης 1908]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Ζάκυνθος, Ηλεία, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κύπρος, Λακωνία, Μεσσηνία

αβάσταχτος

 

 

αβάσταγους

Ευρυτανία, Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Σκόπελος

αβάσταχτος

 

 

αβασταή

Κέρκυρα

υπομονή

1

 

αβάστακτα [Portius 1635]

[Χρηστικό Λεξικό 2016]

αφόρητα

1

λ

αβάστακτος [Germano 1622]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Κίμωλος

αβάσταχτος

 

 

αβάσταμμα

Καλαβρία

βάσταγμα

 

δ

αβασταξιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κωνσταντινούπολη

ανυπομονησία

 

 

αβάσταος

Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Σάντα*, Χαλδία*

αβάσταχτος

 

 

αβασταούρα

Αχαΐα, Ίμβρος

γαϊδούρα

 

 

αβάστατα [Βεντότης 1790]

 

αβάσταχτα

 

 

αβάστατε

Χαβουτσί*

αβάσταχτος

 

 

αβάστατος [Βεντότης 1790]

 

αβάσταχτος

 

 

αβάσταχου

Αιτωλοακαρνανία

υποζύγιο

2

δ

αβάσταχτα [Λεξικό Πρωίας 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβάστατα

αβάσταχτα

 

 

αβάσταχτε

Τσακωνιά

αβάσταχτος

2

δ

αβάσταχτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβάσταγος, αβάσταγους, αβάστακτος, αβάσταος, αβάστατε, αβάστατος, αβάσταχτε, αβάσταχτους, αβάστιχτους, αναβάσταγος, αναβάσταχτος, ανεβάσταγος, ανεβάσταος, ανιβάσταγος, ανιβάσταγους, ανιβάσταους, ανιβάσταχτος

αβάσταχτος

 

 

αβάσταχτους

Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Σκόπελος

αβάσταχτος

 

 

αβάστιστο

Καλαβρία

αβάπτιστος

 

 

αβάστιχτους

Κοζάνη

αβάσταχτος

 

 

αβάτ

Κοτύωρα*, Σάντα*

βάτος

 

 

αβατάλα

Σκύρος

χελώνα

 

 

αβατάτζιον

Κύπρος

κέρδος

 

 

άβατε

Τσακωνιά

αδιάβατος

 

 

άβατε

Τσακωνιά

άκλαυτος

 

 

άβατε

Βάτικα*

ανάλλαχτος

 

 

άβατε

Τσακωνιά

ρηχός

 

 

αβάτευτε

Τσακωνιά

αβάτευτο

 

δ

αβάτευτο [Λεξικό Πρωίας 1933]

αάτευτο, αβάτευτε, αβάτιφτου, άλαστον, αμαρκάλιστε, αμαρκάλιστο, αμαρκάλστου

αβάτευτο

 

 

αβατζάρω

Νάξος, Σύρος, Σωζόπολη*

πλειοδοτώ

 

 

αβατζάρω

Νάξος

προβιβάζω

 

 

αβατζέρνου

Ίμβρος

πλειοδοτώ

 

 

αβατζέρνω

Κρήτη

περισσεύω

 

 

αβατζέρνω

Κέρκυρα, Κεφαλονιά

χρωστώ

 

 

αβάτζια

Κρήτη

επιπλέον

 

 

αβάτζιο

Κρήτη

επιπλέον

 

 

αβάτζιος

Κρήτη

ανώτερος

 

 

αβάτζο

Κεφαλονιά

αβάντζο

 

 

αβάτζο

Κεφαλονιά

κέρδος

 

 

αβάτζον

Κύπρος

κέρδος

 

 

αβάτζου

Νάξος

αβάντζο

 

 

αβάτζου

Νάξος

εμπρός

 

 

αβατία [Βλάχος 1659]

 

ηγουμενιό

 

 

αβατικός [Βεντότης 1790]

 

ηγουμενικός

 

 

αβάτιν

Κερασούντα*

βάτος

 

 

αβάτιφτου

Άρτα, Κοζάνη, Σκόπελος

αβάτευτο

 

 

αβατλιά

Μαγνησία

βάτος

 

 

αβάτο

Ηλεία

βάτο

 

 

αβατοκόφτης

Ζάκυνθος

βατοκόπι

 

 

αβάτος

Ζάκυνθος

άβατος

 

 

αβάτος

Ζάκυνθος

βάτος

 

λ

άβατος [Βεντότης 1790]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβάτος, άδρομος

άβατος

 

 

αβάτους

Ίμβρος, Μάδυτος*

βάτος

 

 

άβατους

Κοζάνη

αδιάβατος

 

 

αβάτση

Κύπρος

αλευροθήκη

 

 

αβατσιάνιαστους

Κοζάνη

ανεμβολίαστος

 

δ

αβατσινάριστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Παξοί

ανεμβολίαστος

 

 

αβατσινιά

Θράκη, Ίμβρος, Προποντίδα*

βάτος

 

δ

αβατσίνιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία

ανεμβολίαστος

 

 

αβατσίννιαστους

Λιβίσι*

ανεμβολίαστος

 

 

αβάτσινος

Κύπρος

μούρο

 

 

αβατσίνουτους

Αιτωλοακαρνανία

ανεμβολίαστος

 

δ

αβατσίνωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Λακωνία

ανεμβολίαστος

 

 

αβάτσνα

Ίμβρος, Τσακήλι*

βατόμουρα

 

 

αβατσνιά

Θάσος, Θράκη, Ίμβρος, Τσακήλι*

βάτος

 

 

αβάτσνο

Τσακήλι*

βατόμουρο

 

 

αβάτσνου

Θράκη, Ίμβρος, Σαμοθράκη

βατόμουρο

 

 

αβατσούνιαστος

Τσακήλι*

ανεμβολίαστος

 

 

αβάττα

Κύπρος

αβάντα

 

 

αβάττα

Κύπρος

τράκα

 

 

αβάττατζης

Κύπρος

αβανταδόρος

 

 

αβάττατζης

Κύπρος

τρακαδόρος

 

 

αβάττιστο

Καλαβρία

αβάπτιστος

 

 

αβάφκιστε

Τσακωνιά

αβάπτιστος

 

δ

άβαφος [Germano 1622]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] άαφος, άβαφους, άβαφτε, άβαφτος, άβαφτους, άγαφος, άδαφος, αμπογιάκιστε, αμπογιάντιστος, αμπουγιάτστους

άβαφος

 

 

άβαφους

Καστοριά, Σιάτιστα

άβαφος

 

 

αβάφστους

Καρδίτσα, Καστοριά, Λέσβος

αβάπτιστος

 

 

αβάφτγους

Σάμος

αβάπτιστος

 

 

άβαφτε

Τσακωνιά

άβαφος

 

δ

αβάφτιγος [Λεξικό Πρωίας 1933]

Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κοτύωρα*, Μεσσηνία, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αβάπτιστος

 

 

αβάφτιος

Παξοί

αβάπτιστος

 

 

αβαφτισιά

Πάρος

αβαπτισία

 

 

αβάφτιστε

Βάτικα*, Τσακωνιά, Χαβουτσί*

αβάπτιστος

 

 

αβάφτιστος

Σύρος

τσιγγούνης

 

δ

αβάφτιστος [Somavera 1709]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Κερασούντα*, Κρήτη, Μάνη, Οινόη*, Όφις*, Τραπεζούντα*

αβάπτιστος

 

 

αβάφτιστους

Ήπειρος, Μακεδονία

αβάπτιστος

 

δ

άβαφτος [Germano 1622]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Ηλεία, Κάλυμνος, Κερασούντα*, Μάνη, Νίσυρος, Όφις*, Σύρος, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

άβαφος

 

 

άβαφτους

Καστοριά, Σέρρες

άβαφος

 

 

αβάφτσιστο

Αραβανί*

αβάπτιστος

 

 

αβάφτστους

Ευρυτανία, Καστοριά, Λέσβος, Πιερία, Σιάτιστα

αβάπτιστος

 

 

αβαχή

Κύπρος

αγαθιάρα

 

 

αβαχός

Κύπρος

αγαθιάρης

 

 

αβαχτέ

Βάτικα*

αλλαγμένος

 

 

αβάχτιγος

Κέρκυρα

αβάπτιστος

 

 

άβαχτους

Καστοριά, Χαλκιδική

αθόρυβος

 

 

αβάωτος

Κύπρος

ανοιχτός

 

 

αββέστι

Καλαβρία

ασβέστης

 

 

αβγά

Κύθηρα

αρχίδια

 

 

αβγάδ

Ίμβρος

αβγουλίλα

 

 

αβγάκ

Βόρεια Εύβοια

αβγουλάκι

 

δ

αβγάκι [Γούλας 1961]

 

αβγουλάκι

 

 

αβγάκιση

Τσακωνιά

αβγάτισμα

 

 

αβγάκισμα

Τσακωνιά

αβγάτισμα

 

 

αβγακίχου

Τσακωνιά

αβγατίζω

 

 

αβγάλιτος

Νάξος

άβγαλτος

 

 

αβγαλλιά

Σύμη

μανδραγόρας

 

 

άβγαλτε

Χαβουτσί*

άβγαλτος

2

δ

άβγαλτος [Βλάχος 1897]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγάλιτος, άβγαλτε, άβγαλτους, άβγαρτος, άβγαστους, άβγατος, άβκαρτος, άγβαλτος, αμπάιτε, αμπάλιτε, άμπαλτε, ανέβγαλτος, ανέβγαλτους, ανέβγαρτος, ανέβκαρτος, ανίβγαλτους, αξέβγαλτους, άφκαρτος

άβγαλτος

 

 

άβγαλτους

Αδριανούπολη*, Αϊβαλί*, Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστοριά, Λήμνος, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος

άβγαλτος

 

 

άβγαλτους

Σκόπελος

άπειρος

 

 

αβγάλω

Κύπρος

εκμαιεύω

 

 

αβγανιά

Κρήτη

συκοφαντία

 

 

αβγανίζω

Λακωνία, Κρήτη

συκοφαντώ

 

 

άβγαρα

Τσακωνιά

μάταια

 

 

αβγαρέα

Αυλωνάρι, Κονίστρες, Κύμη

σουρβιά

 

 

αβγαριά

Βόρεια Εύβοια

σουρβιά

 

 

αβγαρίνα

Σύμη

μανδραγόρας

 

 

άβγαρτος

Ζάκυνθος, Κρήτη, Μάνη, Χίος

άβγαλτος

 

 

αβγάσιμον

Κύπρος

απόστημα

 

 

άβγαστους

Μαΐστρος*

άβγαλτος

 

 

αβγάτα

Αιτωλοακαρνανία

αβγάτισμα

 

 

αβγαταίνου

Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Κοζάνη, Μαγνησία, Σκόπελος

αβγατίζω

 

δ

αβγαταίνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λακωνία, Λευκάδα, Μέγαρα, Μύκονος, Παξοί

αβγατίζω

 

 

αβγατάου

Άρτα, Θεσσαλία, Ηλεία, Ιωάννινα, Μεσσηνία

αβγατίζω

 

δ

αβγατάω [Γούλας 1961]

Δέλβινο, Λακωνία, Μεσσηνία

αβγατίζω

 

 

αβγατερός

Αχαΐα, Κεφαλονιά, Μάνη

αυξανόμενος

 

δ

αβγατιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγάτισμα

 

 

αβγατίδ

Ευρυτανία

τσόντα

 

 

αβγατίδι

Αχαΐα, Κορινθία

τσόντα

 

 

αβγατίζζω

Νίσυρος

αβγατίζω

 

 

αβγατίζου

Αδριανούπολη*, Αϊβαλί*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Βόρεια Εύβοια, Ίμβρος, Καρδίτσα, Καστοριά, Λέσβος, Μαγνησία, Μοσχονήσι*, Πιερία, Σάμος, Σέρρες, Σκόπελος, Σουφλί, Τρίκαλα, Φωκίδα, Χαλκιδική

αβγατίζω

 

 

αβγατίζου

Ίμβρος

τελειώνω

 

 

αβγατίζω

Άνδρος, Κύθνος, Νάξος, Σίφνος

τελειώνω

 

δ

αβγατίζω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγακίχου, αβγαταίνου, αβγαταίνω, αβγατάου, αβγατάω, αβγατίζζω, αβγατίζου, αβγατίννου, αβγατίντζω, αβγατσίζου, αβγατώ, αβγκατίτζω, αφγατάου, αφκατίντζω, βγαρτίζω, βγαταίνω, βγατάω, βγατίζζω, βγατίζω, βγατινέσκω, βγατίννου, βγκατίτζω, βιατίζω, βκατίζω, εβγατίζω

αβγατίζω

 

 

αβγατίννου

Λιβίσι*

αβγατίζω

 

 

αβγατίντζω

Κάρπαθος

αβγατίζω

 

 

αβγάτις

Αιτωλοακαρνανία

αβγάτισμα

 

 

αβγάτις

Ιωάννινα

ανατίμηση

 

 

αβγάτιση

Κύθνος

κουζινικά

 

 

αβγάτιση

Κύθνος

οικοσκευή

 

δ

αβγάτιση [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Λακωνία, Λευκάδα, Χαβουτσί*

αβγάτισμα

 

 

αβγατισιά

Αιτωλοακαρνανία

φουσκοποταμιά

 

δ

αβγατισιά [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγάτισμα

 

 

αβγατισιάρικος

Ζάκυνθος

αυξανόμενος

 

δ

αβγάτισμα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγάκιση, αβγάκισμα, αβγάτα, αβγάτις, αβγάτιση, αβγατισιά, αβγάτμα, αβγάτο, αβγάτος, αβγάτς, αβγάτσμα, αβγάτωμα, αγομέντο

αβγάτισμα

 

δ

αβγατισμένος

αβγατιστός, αβγατσμένους

αβγατισμένος

 

 

αβγατιστερός

Κεφαλονιά

αυξανόμενος

 

 

αβγατιστός

Αρκαδία, Αχαΐα, Μεσσηνία

τσονταρισμένος

 

 

αβγάτιστος

Θήρα

απολλαπλασίαστος

 

δ

αβγατιστός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγατισμένος

 

 

αβγάτμα

Θράκη

αβγάτισμα

 

 

αβγατό

Φιλιππούπολη*

δοθιήνας

 

 

αβγάτο

Δέλβινο

αβγάτισμα

 

 

αβγάτος

Θεσπρωτία

αβγάτισμα

 

 

αβγάτος

Αχαΐα

βαρβάτος

 

 

άβγατος

Δέλβινο

άβγαλτος

 

δ

αβγάτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Ζάκυνθος, Πάρος

αβγωμένος

 

 

αβγατούδι [ΙΛΝΕ 1933]

 

τσόντα

 

 

αβγάτους

Σκόπελος

αβγοειδής

 

 

αβγάτς

Ιωάννινα

αβγάτισμα

 

 

αβγάτς

Κοζάνη

τσόντα

 

 

αβγατσίζου

Σιάτιστα

αβγατίζω

 

 

αβγάτσμα

Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Σιάτιστα

αβγάτισμα

 

 

αβγατσμένους

Αιτωλοακαρνανία

αβγατισμένος

 

 

αβγατώ

Ίμβρος

τελειώνω

 

δ

αβγατώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κόνιτσα, Λακωνία, Φιλιππούπολη*

αβγατίζω

 

 

αβγάτωμα

Θράκη

αβγάτισμα

 

 

αβγελοπουλιά

Θήρα

μαθιόλα

 

δ

αβγίλα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Λευκάδα

αβγουλίλα

 

 

αβγίλια

Παξοί

αβγουλίλα

 

 

αβγιό

Ρόδος

αβγό

 

 

αβγκατίτζω

Κάρπαθος

αβγατίζω

 

 

αβγκιά

Κάρπαθος

άτεκνη

 

 

αβγκό

Απουλία, Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Χίος

αβγό

 

 

αβγκοθήκη

Κάρπαθος

αβγοθήκη

 

 

αβγκοκάλαθον

Κάρπαθος

αβγοκάλαθο

 

 

αβγκολέμονο

Χίος

αβγολέμονο

 

 

αβγκόν

Κάρπαθος

αβγό

 

 

αβγκόννω

Κάρπαθος

αδειάζω

 

 

αβγκόσουπα

Χίος

αβγόσουπα

 

 

αβγκουλάιν

Χίος

αβγουλάκι

 

 

αβγκουλιά

Χίος

αβγουλίλα

 

 

αβγκούλλα

Κάρπαθος, Κως, Σύμη

αβγοκουλούρα

 

 

αβγκουλλάτος

Ρόδος, Χίος

αβγουλάτος

 

 

αβγκουλλέα

Κάρπαθος

αβγουλίλα

 

 

αβγκούλλιν

Κάρπαθος

αβγουλάκι

 

 

αβγκουό

Απουλία

αβγό

 

 

αβγκούτα

Καλαβρία

αβγοκουλούρα

 

 

αβγκόφυλλο

Κάρπαθος

αβγότσουφλο

 

 

αβγκοφυλντίδα

Ρόδος

αβγότσουφλο

 

 

αβγκώννω

Κάρπαθος

αβγώνω

3

δ

αβγό [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβόν, ουό

αβγό

 

δ

αβγοβολάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγοβολώ

 

δ

αβγοβολώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβγοβολάω, αβγογεννώ

αβγοβολώ

 

 

αβγόγαλα [ΙΛΝΕ 1933]

αβγογαλιά, οβγόγαλαν, οβόγαλαν, οβόγαλον

αβγόγαλα

 

 

αβγογαλιά

Αμπργός, Θήρα, Πάρος

αβγόγαλα

 

δ

αβγογεννώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγοβολώ

 

 

αβγοδόκι

Καλαβρία

φώλι

 

λ

αβγοειδής

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγάτους, αβγουλάτε, αβγουτός, αβγωτός

αβγοειδής

 

 

αβγοζήμιοτος

Κάρπαθος

τσιγκούνης

 

 

αβγοζήμοτος

Κάρπαθος

τσιγκούνης

 

 

αβγοζούμι

Αχαΐα

αβγολέμονο

 

 

αβγόζουμο

Κεφαλονιά

αβγολέμονο

 

 

αβγοζύγης

Αρκαδία, Ηλεία

τσιγκούνης

 

 

αβγοζύγισμα

Αρκαδία

τσιγκουνιά

 

 

αβγοθήκη

Αχαΐα

αβγουλιέρα

 

δ

αβγοθήκη [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγκοθήκη, αβγοθούκη, αβγοθούτση, αβγολόγος, αβγομάνα, αβγουσήκη

αβγοθήκη

 

 

αβγοθόκι

Καλαβρία

φώλι

 

 

αβγοθούκη

Κάρπαθος

αβγοθήκη

 

 

αβγοθούτση

Κάρπαθος

αβγοθήκη

 

δ

αβγοκάλαθο [ΙΛΝΕ 1933]

αβγκοκάλαθον

αβγοκάλαθο

 

δ

αβγοκαλάμαρο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Άνδρος, Μύκονος, Πάρος, Σίφνος, Σύρος, Τσεσμέ*

δίπλα

 

δ

αβγοκεφτές [ΙΛΝΕ 1933]

αβγουκιφτές

αβγοκεφτές

 

 

αβγοκόβκω

Κύπρος

αβγοκόβω

 

δ

αβγοκόβω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγοκόβκω, αβγουκόβου

αβγοκόβω

 

 

αβγόκοτο

Κάρυστος

φώλι

 

 

αβγοκούλικο

Ανατολική Θράκη*

αβγοκουλούρα

 

 

αβγοκούλκα

Σιάτιστα

αβγοκουλούρα

 

 

αβγοκούλλι

Σύμη

αβγοκουλούρα

 

δ

αβγοκουλούρα [ΙΛΝΕ 1933]

αβγκούλλα, αβγκούτα, αβγοκούλικο, αβγοκούλκα, αβγοκούλλι, αβγομάνα, αβγοτή, αβγουκλούρ, αβγουκλούρα, αβγούλλα, αβγούλλντα, αβδοκούλλα, αβδοκούλλι, αβκοτή, αγκβούτα, αγκούντα, αφκοτή, νγκούντα

αβγοκουλούρα

 

 

αβγοκούλουρο [Χρηστικό Λεξικό 2016]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Ζάκυνθος, Κρήτη, Παξοί

αβγοκουλούρα

 

 

αβγόκουπα

Κρήτη

αβγότσουφλο

 

 

αβγόλαδε

Χαβουτσί

αβγόλαδο

 

δ

αβγόλαδο [ΙΛΝΕ 1933]

αβγόλαδε, αβγόλαδον, αβγόλαδου

αβγόλαδο

 

 

αβγόλαδον

Κύπρος

αβγόλαδο

 

 

αβγόλαδου

Αιτωλοακαρνανία

αβγόλαδο

 

 

αβγολάτος

Τήνος

αβγουλάτος

 

 

αβγολέιμονο

Αρκαδία, Ηλεία, Μάνη

αβγολέμονο

 

δ

αβγολέμονο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγοζούμι, αβγόζουμο, αβγουζούμ, αβγκολέμονο, αβγολέιμονο, αβγουλέιμουνου, αβγουλέμουνου

αβγολέμονο

 

 

αβγολιά

Κύπρος

αύλακας

 

 

αβγολογάω

Πελοπόννησος

κακαρίζω

 

δ

αβγολογάω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγομαζεύω

 

 

αβγολογιέμαι

Αρκαδία, Λακωνία

κακαρίζω

 

 

αβγολογιόμαι

Κεφαλονιά

κοκορεύομαι

 

 

αβγολόγος

Αχαΐα

αβγοφάγος

 

δ

αβγολόγος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγοθήκη

 

δ

αβγολόγος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία, Αχαΐα, Κέρκυρα

αβγουλάς

 

 

αβγολογώ

Νάξος

γκομενίζω

 

 

αβγολογώ

Χίος

δαχτυλώνω

 

 

αβγολογώ

Κεφαλονιά, Κρήτη, Ρόδος

κακαρίζω

 

 

αβγολογώ

Κεφαλονιά

ψάχνω

 

δ

αβγολογώ [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Μήλος, Νάξος

αβγομαζεύω

 

 

αβγολοέμαι

Λακωνία

κακαρίζω

 

 

αβγολοούμαι

Μάνη

κακαρίζω

 

 

αβγολοώ

Μύκονος

αβγομαζεύω

 

 

αβγολοώ

Μύκονος

γκομενίζω

 

 

αβγολοώ

Άνδρος

κακαρίζω

 

 

αβγομαζεύγω

Χίος

κακαρίζω

 

δ

αβγομαζεύω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβγολογάω, αβγολογώ, αβγολοώ

αβγομαζεύω

 

 

αβγομαζώνω

Κρήτη, Πάρος

κακαρίζω

 

 

αβγομάνα

Κρήτη

αβγοκουλούρα

 

 

αβγομάνα

Αρκαδία, Κρήτη

αβγουλάρα

 

 

αβγομάνα [ΙΛΝΕ 1933]

 

αβγοθήκη

 

δ

αβγομάνα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

φώλι

 

 

αβγομάτης [ΙΛΝΕ 1933]

 

αβγουλομάτης

 

 

αβγόν

Αμοργός, Κάρπαθος, Κάσος, Λιβίσι*, Ρόδος, Φάρασα*

αβγό

 

 

αβγόνι

Αραβανί*

οχετός

 

δ

αβγόπιτα [ΙΛΝΕ 1933]

αβγόπτα

αβγόπιτα

 

 

αβγόπκου

Σιάτιστα

αβγουλάκι

 

 

αβγόπλου

Ιωάννινα

αβγουλάκι

 

 

αβγόπτα

Αιτωλοακαρνανία

αβγόπιτα

1

δ

αβγοσαλάτα [ΙΛΝΕ 1933]

αβγουσαλάτα

αβγοσαλάτα

 

 

αβγοσουκιά

Μάνη

αβγοσυκιά

 

 

αβγόσουκο

Μάνη

αβγόσυκο

 

 

αβγόσουπα [ΙΛΝΕ 1933]

αβγκόσουπα

αβγόσουπα

 

 

αβγόσπελα

Χαβουτσί*

αβγότσουφλο

 

 

αβγόσπελε

Χαβουτσί*

αβγότσουφλο

 

δ

αβγοσυκιά [ΙΛΝΕ 1933]

αβγοσουκιά

αβγοσυκιά

 

 

αβγόσυκο [ΙΛΝΕ 1933]

αβγόσουκο

αβγόσυκο

 

δ

αβγοτάραχο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγοτάριχο, αβγουτάραχου, απιτάραχο, βοτάραχο, βουτάραχου

αβγοτάραχο

 

δ

αβγοτάριχο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγοτάραχο

 

 

αβγοτή

Κως, Νίσυρος

αβγοκουλούρα

 

δ

αβγοτήγανο [ΙΛΝΕ 1933]

αβγουτήγανου

αβγοτήγανο

 

 

αβγοτιέρα [ΙΛΝΕ 1933]

αβγουλιέρα

αβγουλιέρα

 

 

αβγότοκο

Κύμη

φώλι

 

δ

αβγότσιφλο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγότσουφλο

 

 

αβγότσιφλου

Ιωάννινα, Κομοτηνή, Λέσβος

αβγότσουφλο

 

δ

αβγότσουφλο [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβγκόφυλλο, αβγκοφυλντίδα, αβγόκουπα, αβγόσπελα, αβγόσπελε, αβγότσιφλο, αβγότσιφλου, αβγότσουφλου, αβγότσοφλο, αβγοτσόφλουδο, αβγόφλιδα, αβγόφλιο, αβγόφλουδα, αβγόφλουτσο, αβγοφλυντίδα, αβγόφυλε, αβγοφυλίδα, αβγόφυλιο, αβγοφυλλίδα, αβγόφυλο, αβκότσιφλον, αβκότσιλλον, αβκότσουβλον, αβκότσουλλον, αβκότσουφλον, αβουγόφυλε, βγόφλουδα, οβγοτσέπλ, οβγότσεπλον, ογβοτσέπλ

αβγότσουφλο

 

 

αβγότσουφλου

Σάμος

αβγότσουφλο

 

δ

αβγότσοφλο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Λευκάδα

αβγότσουφλο

 

 

αβγοτσόφλουδο

Κρήτη

αβγότσουφλο

 

 

αβγού

Βάτικα*

αβγό

 

 

αβγού (η)

Σάμος

καμινάδα

 

 

αβγού (η)

Σάμος

φουφού

 

 

αβγουά

Βάτικα

αβγουλάς

 

 

αβγουάκι

Ρόδος

αβγουλάκι

 

 

αβγουάκιν

Ρόδος

αβγουλάκι

 

 

αβγούδ

Θάσος, Ίμβρος, Μακεδονία

αβγουλάκι

 

 

αβγουδάκ

Μακεδονία

αβγουλάκι

 

 

αβγουδάκιν

Λιβίσι

αβγουλάκι

 

 

αβγουδάτσι

Καστελλόριζο

αβγουλάκι

 

 

αβγουδιά

Καστελλόριζο

μανδραγόρας

 

 

αβγούδουρας

Πάρος

αγούδουρας

 

 

αβγουζούμ

Πρέβεζα

αβγολέμονο

 

 

αβγουκαλάμαρου

Θράκη, Λέσβος, Σάμος

δίπλα

 

 

αβγουκατίμαρου

Σάμος

δίπλα

 

 

αβγουκιφτές

Πιερία

αβγοκεφτές

 

 

αβγούκλα

Κρήτη, Κύθνος

αβγουλάρα

 

 

αβγουκλούρ

Καρδίτσα

αβγοκουλούρα

 

 

αβγουκλούρα

Καρδίτσα

αβγοκουλούρα

 

 

αβγουκόβου

Καρδίτσα, Μαγνησία

αβγοκόβω

 

 

αβγουλά

Τσακωνιά, Χαβουτσί*

αβγουλάς

 

 

αβγούλα

Κάσος, Μύκονος, Μάνη, Σίφνος

αβγουλάρα

 

δ

αβγουλάδα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγουλίλα

1

δ

αβγουλάκι [Λεξικό Πρωίας 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγάκ, αβγάκι, αβγκουλάιν, αβγκούλλιν, αβγόπκου, αβγόπλου, αβγουάκι, αβγουάκιν, αβγούδ, αβγουδάκ΄, αβγουδάκιν, αβγουδάτσι, αβγούλι, αβγούλιν, αβγούτσικο, αβκούιν, αβουγούλι, αγκβούκι, αγκούντι, βόκο, οβγόπον, οβόπον

αβγουλάκι

 

 

αβγουλαμάτης

Κρήτη

αβγουλομάτης

 

 

αβγουλάμπασας

Ζάκυνθος

ματαιόδοξος

 

 

αβγουλάμπασας

Κεφαλονιά

ματαιόδοξος

 

δ

αβγουλάρα

αβγομάνα, αβγούκλα, αβγούλα, αβγούλας, άβγουλας, άβγουλος, άβγουος, αβγούρα

αβγουλάρα

 

 

αβγουλάς

Κρήτη, Φωκίδα

αβγοφάγος

 

 

αβγούλας

Σίφνος

αβγουλάρα

 

 

άβγουλας

Κεφαλονιά

αβγουλάρα

 

δ

αβγουλάς [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγολόγος, αβγουά, αβγουλά, αβγουλόους, αβγουλόγους, αβουγουλά

αβγουλάς

 

 

αβγουλάτε

Τσακωνιά

αβγοειδής

 

 

αβγουλάτο

Μέγαρα

μονορούφι

 

δ

αβγουλάτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβγκουλλάτος, αβγολάτος

αβγουλάτος

 

 

αβγουλέ

Κρήτη

αβγουλίλα

 

 

αβγουλέα

Κρήτη

αβγουλίλα

 

 

αβγουλέα

Λιβίσι*

μανδραγόρας

 

 

αβγουλέιμουνου

Αιτωλοακαρνανία

αβγολέμονο

 

 

αβγουλέμουνου

Καρδίτσα, Λέσβος

αβγολέμονο

 

 

αβγουλήθρα

Άνδρος

αβγουλίλα

 

 

αβγουλήθρα

Ήπειρος

γαργαλίδα

 

 

αβγουλήθρα

Ίμβρος

κήλη

 

δ

αβγούλι [Γούλας 1961]

Κορινθία, Μάνη, Τσακωνιά

αβγουλάκι

 

 

αβγουλιά

Κρήτη, Μάνη, Σύρος, Χίος

αβγουλίλα

 

 

αβγουλιά

Βόρεια Εύβοια, Λιβίσι*

μανδραγόρας

 

 

αβγουλία

Τσακωνιά, Βάτικα*

αβγουλίλα

 

 

αβγουλίδα

Κρήτη, Κύθνος, Λακωνία

γαργαλίδα

 

δ

αβγουλιέρα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγοθήκη, αβγοτιέρα

αβγουλιέρα

 

 

αβγουλίθ

Αιτωλοακαρνανία

γαργαλίδα

1

δ

αβγουλίλα [Χρηστικό Λεξικό 2016]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγάδ, αβγίλα, αβγίλια, αβγκουλιά, αβγκουλλέα, αβγουλάδα, αβγουλέ, αβγουλέα, αβγουλέα, αβγουλιά, αβγουλία, αβγουλήθρα, αβουγουλία, οβέα

αβγουλίλα

 

 

αβγούλιν

Λιβίσι

αβγουλάκι

 

 

αβγουλίτς

Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα

γαργαλίδα

 

 

αβγούλλα

Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κως

αβγοκουλούρα

 

 

αβγούλλντα

Ρόδος

αβγοκουλούρα

 

 

αβγουλόγους

Αιτωλοακαρνανία

αβγουλάς

 

 

αβγουλόγους

Μαγνησία

αβγοφάγος

 

δ

αβγουλομάτης [ΙΛΝΕ 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγομάτης, αβγουλαμάτης, αβγουλόματους, αβγουμάτς

αβγουλομάτης

 

 

αβγουλόματους

Λιβίσι*

αβγουλομάτης

 

 

αβγουλομένος

Κρήτη

αβγωμένος

 

 

αβγουλόους

Αιτωλοακαρνανία

αβγουλάς

 

 

άβγουλος

Αρκαδία

αβγουλάρα

 

 

αβγουλουγώ

Αϊβαλί*

παντρολογώ

 

 

αβγουλουτός

Κοζάνη

αβγουλωτός

 

δ

αβγουλωτός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβγουλουτός

αβγουλωτός

 

 

αβγουμαζώνου

Σιάτιστα

κακαρίζω

 

 

αβγουμάνα

Αίνος*, Μακεδονία

φώλι

 

 

αβγουμάτς

Ίμβρος, Ιωάννινα, Λέσβος

αβγουλομάτης

 

 

αβγουμένους

Σάμος

αβγωμένος

 

 

αβγούνι

Σινώπη*

οχετός

 

 

αβγούνου

Μάνη

αβγώνω

 

 

άβγουος

Ρόδος

αβγουλάρα

 

 

αβγούρα

Ρόδος

αβγουλάρα

 

 

αβγουσαλάτα

Ήπειρος, Μακεδονία

αβγοσαλάτα

 

 

αβγουσήκη

Λιβίσι*

αβγοθήκη

 

 

αβγουτάραχου

Αιτωλοακαρνανία, Σάμος

αβγοτάραχο

 

 

αβγουτήγανου

Ήπειρος, Θεσσαλία

αβγοτήγανο

 

 

αβγουτός

Αδριανούπολη

αβγοειδής

 

 

αβγούτσικο

Σύρος

αβγουλάκι

 

δ

αβγοφάγος [Γούλας 1961]

αβγολόγος, αβγουλάς, αβγουλόγους, αβκοφάς

αβγοφάγος

 

 

αβγοφέτα [Χρηστικό Λεξικό 2016]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Προποντίδα

αβγοφέτα

 

 

αβγόφετα [Χρηστικό Λεξικό 2016]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγοφέτα, αβγοφιλέτα

αβγόφετα

 

 

αβγοφιλέτα

Προποντίδα

αβγοφέτα

 

 

αβγόφλιδα

Πελοπόννησος

αβγότσουφλο

 

 

αβγόφλιο

Κάρπαθος, Σύμη

αβγότσουφλο

 

δ

αβγόφλουδα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Αρκαδία, Ηλεία, Λακωνία, Μάνη

αβγότσουφλο

 

 

αβγόφλουτσο

Ζάκυνθος, Κρήτη

αβγότσουφλο

 

 

αβγοφλυντίδα

Ρόδος

αβγότσουφλο

 

 

αβγόφυλε

Βάτικα*

αβγότσουφλο

 

 

αβγοφυλίδα

Κρήτη

αβγότσουφλο

 

 

αβγόφυλιο

Σύμη

αβγότσουφλο

 

 

αβγοφυλλίδα

Ρόδος

αβγότσουφλο

 

 

αβγόφυλο

Κρήτη, Μύκονος, Πελοπόννησος

αβγότσουφλο

 

 

αβγοφώλι

Κέρκυρα

φώλι

 

δ

αβγωμένος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβγουλομένος, αβγουμένους

αβγωμένος

 

 

αβγώνω

Κέρκυρα

χοντραίνω

 

δ

αβγώνω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

για ψάρια: αβγκώννω, αβγούνου

αβγώνω

 

δ

αβγωτός [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβγοειδής

 

 

αβδά

Σάμος, Σκόπελος

εδώ

 

 

αβδάα

Βάτικα*

βδέλλα

 

 

αβδάλα

Χαβουτσί*

βδέλλα

 

 

άβδαλους

Χαλκιδική

αδέξιος

 

 

αβδάλς

Αιτωλοακαρνανία

φλύαρος

 

 

αβδανά

Σκόπελος

εδωδά

 

 

αβδέα

Τσακωνιά

βδέλλα

 

 

αβδέλ

Αιτωλοακαρνανία

βδέλλα

 

 

αβδέλα

Αδριανούπολη*, Αρκαδία, Άρτα, ΑΧαΐα, Δέλβινο, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ιθάκη, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κέα, Κεφαλονιά, Κοζάνη, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Λέσβος, Λιβίσι*, Μάνη, Μύκονος, Νιγρίτα, Οινόη*, Πιερία, Σάμος, Σέρρες, Σκόπελος, Σκύρος, Στενήμαχος*, Τσακωνιά, Χαβουτσί*

βδέλλα

 

 

αβδέλια

Κεφαλονιά

μεντεσέδες

 

 

αβδελιάζω

Τσακωνιά

αβδελλιάζω

 

 

αβδελιάρης

Κρήτη

καχεκτικός

 

 

αβδελιασμένος

Αχαΐα, Ζάκυνθος

καχεκτικός

 

δ

αβδέλλα [Somavera 1709]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Κάλυμνος, Νίσυρος

βδέλλα

 

δ

αβδελλάς [Βλάχος 1897]

βδελλοπώλης: αβδελλντάς, αβδιλάς, αβντελλάς

αβδελλάς

 

δ

αβδελλιάζομαι

αβτελλιάζουμαι

αβδελλιάζομαι

 

δ

αβδελλιάζω [Ηπίτης 1908]

γεμίζω βδέλλες: αβδελιάζω, αβδιλιάζου, αβδελώνω, βδελιάζω, βδιλιάζου, βιδελιάζω, εβδελιάζω

αβδελλιάζω

 

δ

αβδέλλιασμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβτέλλιασμαν, αφτέλλα, βιδέλιασμα, εβδέλαγμαν, εβδέλασμαν

αβδέλλιασμα

 

δ

αβδελλίτσα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβδιλίτσα, αβτελλούα, αβτελλούδα, εβδελόπον

αβδελλίτσα

 

 

αβδελλντάς

Ρόδος

αβδελλάς

 

δ

αβδελλοκόκαλο [Λεξικό Δημητράκου 1933]

κάτι το ανύπαρκτο: αβδιλουκόκαλου

αβδελλοκόκαλο

 

δ

αβδελλότοπος [ΙΛΝΕ]

αβτελλερόν, αβτελλότοπος

αβδελλότοπος

 

δ

αβδελλοχόρταρο [Χελδράιχ 1926]

 

αβδελλόχορτο

 

δ

αβδελλόχορτο [Γεννάδιος 1914]

Ranunculus muricatus & Ranunculus velutinus: αβδελλοχόρταρο, αφορδακίδα, βέλιουρας, κλαπατσούρα, κλαπατσόχορτο, τσουμέρκα

αβδελλόχορτο

 

δ

αβδέλλωμα [Λεξικό Πρωίας 1933]

η τέχνη: αβδέλουμα

αβδέλλωμα

 

δ

αβδελλώνω [Ηπίτης 1908]

συνδέω με προσθήκη: αβδιλώνου

αβδελλώνω

 

 

αβδέλουμα

Αδριανούπολη*, Ιωάννινα

αβδέλλωμα

 

 

αβδελόχορτο

Κύθνος

φλόμος

 

 

αβδέλτα

Αστυπάλαια

βδέλλα

 

 

αβδελώνω

Κέρκυρα

αβδελλιάζω

 

 

αβδέντα

Καλαβρία

βδέλλα

 

 

αβδέουα

Βάτικα*

βδέλλα

 

 

άβδημα

Κοτύωρα*, Σαμψούντα*

αγιοβήμα

 

 

αβδής [Κουκκίδης 1960]

 

υπηρέτης

 

 

αβδιλάς

Πιερία, Σάμος

αβδελλάς

 

 

αβδιλιάζου

Ιωάννινα

αβδελλιάζω

 

 

αβδιλιάρς

Αιτωλοακαρνανία

καχεκτικός

 

 

αβδιλίτσα

Άρτα, Ιωάννινα, Κόνιτσα

αβδελλίτσα

 

 

αβδιλουκόκαλου

Ίμβρος

αβδελλοκόκαλο

 

 

αβδιλώνου

Αδριανούπολη*, Ιωάννινα

αβδελλώνω

 

 

αβδοκούλλα

Σύμη

αβγοκουλούρα

 

 

αβδοκούλλι

Σύμη

αβγοκουλούρα

 

 

αβδομάδα

Δέλβινο

εβδομάδα

 

 

αβδόμι

Λακωνία

λύσσα

 

 

αβδουμάδα

Λήμνος, Σουφλί

εβδομάδα

 

 

άβε

Βάτικα*

άλλος

 

 

αβεζάρω

Λευκάδα

ειδοποιώ

 

 

αβεζζής

Νίσυρος

κυνηγός

 

 

αβέλαγος

Αρκαδία

αβέλαστος

 

δ

αβέλαστος

αβέλαγος

αβέλαστος

 

 

αβελάω

Καλαβρία

βελάζω

 

 

αβελενάρω

Ζάκυνθος

δηλητηριάζω

 

 

αβελίδος

Ζάκυνθος

αφηρημένος

 

 

αβελίδος

Κεφαλονιά

εξαντλημένος

 

 

αβελίδος

Ζάκυνθος

παραζαλισμένος

 

 

αβελιμέντο

Κύθηρα

ανυπομονησία

 

 

αβελιμέντο

Κύθηρα

στεναχώρια

 

 

αβελίρισμα

Ζάκυνθος

αφηρημάδα

 

 

αβελίρισμα

αβελίδος

σκοτούρα

 

 

αβελίρω

Ζάκυνθος

αποθαρρύνω

 

 

άβελλος

Κάρπαθος

τριφυλλόκλαδο

 

 

αβελόναστος

Χαλδία*

αβελόνιαστος

 

 

αβελονέαστος

Τραπεζούντα*, Τρίπολη*

αβελόνιαστος

 

 

αβελονίαστος

Χαλδία*

αβελόνιαστος

 

δ

αβελόνιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβελόναστος, αβελονέαστος, αβελονίαστος, αβελόνιστος, αβιλιόναγους, αβολόναστος, αμπελόνιαστος, αμπιλιόναστους, αμπολόνιαστος

αβελόνιαστος

 

δ

αβελόνιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Κρήτη

αβελόνιαστος

 

 

αβέλουρας

Πάρος

αβούλαρος

 

 

αβεντάριο

Πάρος

προικοσύμφωνο

 

 

αβεντόρα

Λευκάδα

γκόμενα

 

 

αβεντόρος

Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λευκάδα, Παξοί

πελάτης

 

 

αβεντόρος

Κέρκυρα

τρακαδόρος

 

 

αβεντούρα

Κύπρος

τύχη

 

 

αβέργωτος

Μέγαρα

εύκαμπτος

 

δ

αβερνίκωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβιρνίκουτους

αβερνίκωτος

 

 

αβεροδαχτύλιδο

Ζάκυνθος

βέρα

 

 

αβερσάριος

Μύκονος

αντίδικος

 

 

αβερσάριος

Ζάκυνθος

εχθρός

 

 

αβέρσος

Ίμβρος

τρελός

 

 

αβέρτα

Ηλεία

απλόχερα

 

δ

αβέρτα

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Αϊβαλί*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Δέλβινο, Ευρυτανία, Θεσσαλονίκη, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κοζάνη, Λέσβος, Μαγνησία, Μοσχονήσι*, Μύκονος, Νάξος, Παξοί, Σάμος, Σιάτιστα, Χαλκιδική

συνεχώς

2

δ

αβέρτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ίμβρος, Μήλος, Ιωάννινα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Λευκάδα, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Πιερία, Τσακωνιά, Φωκίδα, Χαλκιδική, Χίος

ελεύθερα

 

δ

αβέρτα [Λεξικό Πρωίας 1933]

Ίμβρος, Κέρκυρα, Κύθηρα, Λακωνία, Μύκονος, Πάργα, Σαμοθράκη, Σκόπελος

ανοιχτά

 

 

αβερτερία

Μάνη

ελευθερία

 

 

αβέρτικος

Ηλεία

απλόχερος

 

 

αβέρτικος

Αρκαδία

ελεύθερος

 

 

αβέρτικος

Ηλεία

χουβαρντάς

 

 

αβερτίρω

Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύπρος

ειδοποιώ

 

 

αβέρτο

Ζάκυνθος

υπαιθρίως

 

 

αβέρτος

Αιτωλοακαρνανία, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κορινθία, Μάνη, Παξοί, Πάργα

ελεύθερος

 

 

αβέρτος

Ηλεία, Κέρκυρα, Λακωνία, Παξοί, Σύμη

ευρύχωρος

 

 

αβέρτος

Ίμβρος

τρελός

 

δ

αβέρτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Λακωνία, Παξοί

ανοιχτός

 

 

αβερτοσιά

Κεφαλονιά

ελευθερία

 

 

αβερτοσύνη

Μεσσηνία

απλοχεριά

 

 

αβερτοσύνη

Αρκαδία, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Μάνη

ελευθερία

 

 

αβερτοσύνη

Θήρα

προθυμία

 

 

αβέρτους

Λέσβος, Σκόπελος, Φωκίδα

ανοιχτός

 

 

αβέρτους

Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Πιερία, Σάμος

ελεύθερος

 

 

αβέρτους

Μαγνησία

συνεχής

 

 

αβερώνα

Ζάκυνθος

αρραβώνας

 

 

αβετζή

Τσακωνιά

κυνηγός

 

 

αβετζής

Κάρπαθος

κυνηγός

 

 

αβετσινάριστος

Νάξος

ανεμβολίαστος

 

 

αβζά

Αίνος*

βουζιά

 

 

άβζα

Κάλυμνος

άτεκνη

 

 

αβζέστης

Κως

ασβέστης

 

 

αβζέστι

Απουλία

ασβέστης

 

 

αβζή

Κάλυμνος

αυγή

 

 

αβζής

Σύρος

κυνηγός

 

 

αβζής

Καστελλόριζο

σκοπευτής

 

 

αβζιά [Γεννάδιος 1914]

Αιτωλοακαρνανία, Φωκίδα

βουζιά

 

 

αβζίντου

Τσακωνιά

διψώ

 

 

αβζίντου

Τσακωνιά

ουρλιάζω

 

 

αβζιτέ

Τσακωνιά

ουρλιαχτό

 

 

άβζος

Κάλυμνος

στείρος

 

 

αβζότ

Ημαθεία

αγιζότι

 

 

αβζούρα

Σκόπελος

σβούρα

 

 

αβησεία

Καλαβρία

βοήθεια

 

 

αβησώ

Απουλία

βοηθώ

 

 

αβί

Μέγαρα

αλφαβήτα

 

 

άβι

Φάρασα*

χερούλι

 

 

άβι [Κουκκίδης 1960]

Άνδρος, Αστυπάλαια, Κάλυμνος, Κύθηρα, Κύμη, Καππαδοκία, Κως, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος, Σύμη, Φάρασα*, Χαβουτσί*, Χίος

κυνήγι

 

 

αβιά

Κάρπαθος

άτεκνη

 

 

αβιά

Κάρπαθος

στείρα

 

 

αβία

Κάρπαθος

εμπρός

 

 

άβια

Ίμβρος, Κάρπαθος, Κρήτη, Χίος

άτεκνη

 

 

άβια [Germano 1622]

Κάλυμνος, Κάρπαθος, Ρόδος, Χίος

στείρα

 

 

αβιάζζομαι

Καλαβρία

ουρλιάζω

 

 

αβιάζουμι

Λέσβος

βιάζομαι

 

 

αβιασιά [Somavera 1709]

Κεφαλονιά, Κοζάνη

νωχελικότητα

 

 

αβίαστα

Αδριανούπολη*, Πάρος

άβιαστα

 

δ

άβιαστα [Somavera 1709]

αβίαστα, αγλάκητα, αγλάκηχτα

άβιαστα

 

 

αβίαστος

Τραπεζούντα*

άβιαστος

1

δ

άβιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] αβίαστος

άβιαστος

 

 

αβιάτζομαι

Καλαβρία

ουρλιάζω

 

 

άβιβλος

Λακωνία

αγράμματος

 

 

άβιβλους

Ήπειρος

αγράμματος

 

 

αβιγό

Τσακωνιά

αβγό

 

 

αβιδέλα

Νάξος, Σύρος

βδέλλα

 

 

αβιδέουα

Νάξος

βδέλλα

 

δ

αβίδιαστα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβίδωτα

 

δ

αβίδιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

 

αβίδωτος

 

δ

αβίδωτα [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβίδιαστα

αβίδωτα

 

δ

αβίδωτος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβίδιαστος

αβίδωτος

 

 

αβιελέτα

Θήρα

βιολέτα

 

 

αβιελόπουλο

Θήρα

βιολέτα

 

 

αβίζα

Μάνη

επίσκεψη

 

 

αβιζαδόρος

Ζάκυνθος

τελάλης

 

 

αβιζάδος

Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Παξοί

ειδοποιημένος

 

 

αβιζαμέντο

Νάξος

είδηση

 

 

αβιζαμέντο

Κρήτη

προσταγή

 

 

αβιζαμέντο

Νάξος

συμβουλή

 

 

αβιζάριση

Νάξος

συμβουλή

 

 

αβιζάρισμα

Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Παξοί

ειδοποίηση

 

 

αβιζάρισμα

Νάξος

συμβουλή

 

 

αβιζαρισμένος

Κέρκυρα

ειδοποιημένος

 

 

αβιζαρισμός

Νάξος

συμβουλή

 

 

αβιζαριστής

Νάξος

συμβουλάτορας

 

 

αβιζάριστος

Νάξος

ασυμβούλευτος

 

 

αβιζάρου

Μάνη

επισκέπτομαι

 

 

αβιζάρω

Αίγινα

καπαρώνω

 

 

αβιζάρω

Λάκωνία, Νάξος

συμβουλεύω

 

δ

αβιζάρω [Λεξικό Δημητράκου 1933]

Άνδρος, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κύθηρα, Κύπρος, Λακωνία, Λευκάδα, Μύκονος, Παξοί

ειδοποιώ

 

 

αβιζγιάζω

Κύπρος

συμβουλεύω

 

 

αβιζέρνω

Κρήτη

ειδοποιώ

 

 

αβιζέρνω

Νάξος

συμβουλεύω

 

 

αβιζές

Κύπρος

πολυέλαιος

 

 

αβιζζής

Χίος

κυνηγός

 

 

αβιζής

Άνδρος

κυνηγός

 

 

αβιζιά

Κεφαλονιά

βουζιά

 

 

αβιζιάζω

Κύπρος

ειδοποιώ

 

 

αβιζιάζω

Κύπρος

συμβουλεύω

 

 

αβίζιτα

Μάνη, Πιερία

επίσκεψη

 

 

αβιζιταρίζου

Μάνη

επισκέπτομαι

 

 

αβιζιτάρου

Μάνη

επισκέπτομαι

 

 

αβιζιτιάζω

Κύπρος

επισκέπτομαι

 

 

αβίζο

Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Μεσσηνία, Παξοί

είδηση

 

δ

αβίζο [Λεξικό Πρωίας 1933]

Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μύκονος, Πάργα, Πάρος

ειδοποίηση

 

 

αβίζον

Κύπρος

ειδοποίηση

 

 

αβιζότη

Αχαΐα, Κορινθία, Λακωνία

αγιζότι

 

 

αβιζότι [Βλάχος 1897]

Αχαΐα

αγιζότι

 

 

αβιζότο

Αχαΐα

αγιζότι

 

 

αβίζου

Σάμος

ειδοποίηση

 

 

αβικάρης

Κύπρος

εφημέριος

 

 

αβιλάτα

Καστοριά

αγελάδα

 

 

αβιλιόναγους

Αιτωλοακαρνανία

αβελόνιαστος

 

 

αβίλουρας

Νάξος

βλαστάρι

 

 

άβιν

Κάρπαθος, Κερασούντα*, Λιβίσι*, Μάκρη*, Νίσυρος, Ρόδος, Τραπεζούντα*

κυνήγι

 

 

αβιντζής

Κάρπαθος

κυνηγός

 

 

αβιντζής

Ηλεία

σκοπευτής

 

 

αβιόλα

Μύκονος

βιολέτα

 

 

αβιολέντα

Θήρα

βιολέτα

 

 

αβιολιά

Μύκονος

βιολέτα

 

 

αβιουλιά

Νιγρίτα

βιολιά

 

 

αβιούμι

Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική

διηγούμαι

 

 

αβίουρας

Νάξος

βλαστάρι

 

 

αβιράρου

Μάνη

βιράρω

 

 

αβιράρω

Κύπρος

βιράρω

 

 

άβιρζο

Κάλυμνος

αύριο

 

 

άβιριου

Μαΐστρος*

αύριο

 

 

αβιρνίκουτους

Ευρυτανία

αβερνίκωτος

 

 

αβιρταρία

Αιτωλοακαρνανία

ελευθερία

 

 

αβίρταρία

Αιτωλοακαρνανία

ευρυχωρία

 

 

αβιρτουσύν

Αιτωλοακαρνανία

ειλικρίνεια

 

 

αβιρτουσύν

Αιτωλοακαρνανία

ευχέρεια

 

 

αβίς

Κύπρος

είδηση

 

 

αβισγιάζω

Κύπρος

συμβουλεύω

 

 

αβισιά

Κεφαλονιά

αμέλεια

 

 

αβισινέζα

Σάμος

πετονιά

 

 

αβίτα

Κεφαλονιά

ισόβια

 

 

αβιτζήδικος

Κύθνος, Νάξος

κυνηγετικός

 

 

αβιτζής

Αμοργός, Άνδρος, Κύθηρα, Κύθνος, Κύμη, Νάξος, Σύμη, Χίος

κυνηγός

 

 

αβιτζής

Λακωνία

σκοπευτής

 

 

αβιτζιάλης

Κύπρος

αξιωματούχος

 

 

αβιτζολόος

Νάξος

γυναικάς

 

 

αβιτζόσκυλος

Νάξος

κυνηγόσκυλο

 

 

αβκά

Κύπρος

υγρασία

 

 

αβκάζω

Κύπρος

μουσκεύω

 

 

αβκάζω

Κύπρος

υγραίνομαι

 

 

αβκάζω

Κύπρος

αναβλύζω

 

 

αβκαλιά

Κύπρος

αυλάκι

 

 

άβκαρτος

Κύπρος

άβγαλτος

 

 

άβκασμαν

Κύπρος

αυλάκι

 

 

άβκασμαν

Κύπρος

ύγρανση

 

 

αβκή

Κύπρος

αυγή

 

 

αβκό

Αστυπάλαια, Ρόδος, Χάλκη

αβγό

 

 

αβκολιά

Κύπρος

αύλακας

 

 

αβκόν

Κύπρος

αβγό

 

 

άβκον

Κύπρος

αύριο

 

 

αβκοτή

Κύπρος

αβγοκουλούρα

 

 

αβκότσιλλον

Κύπρος

αβγότσουφλο

 

 

αβκότσιφλον

Κύπρος

αβγότσουφλο

 

 

αβκότσουβλον

Κύπρος

αβγότσουφλο

 

 

αβκότσουλλον

Κύπρος

αβγότσουφλο

 

 

αβκότσουφλον

Κύπρος

αβγότσουφλο

 

 

αβκούιν

Κύπρος

αβγουλάκι

 

 

αβκοφάς

Κύπρος

αβγοφάγος

 

 

αβκώννω

Κύπρος

ζευγαρώνω

 

 

άβλα

Μάδυτος*

άβολα

 

δ

άβλαβα [Βλάχος 1659]

Αδριανούπολη*, Πάρος, Σαμψούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αβλαβώς

 

 

αβλαβέβω

Σάντα*, Σινώπη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

κυνηγώ

3

λ

αβλαβής [Βεντότης 1790]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] άβλαβο, άβλαβος, άβλαβους, άβλαγους, άβλαος, άβλαφος, άβλαφτε, άβλαφτος, άβλαφτους, ανέβλαβος

αβλαβής

 

 

άβλαβο

Τσακωνιά

αβλαβής

 

δ

άβλαβος [Germano 1622]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κρήτη, Λακωνία, Μάνη, Μέγαρα, Οινόη*, Παξοί, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

αβλαβής

 

 

αβλαβοσύνη [Βλάχος 1659]

αβλαβουσύν

αβλαβοσύνη

 

 

άβλαβους

Μαγνησία

αβλαβής

 

 

αβλαβουσύν

Αδριανούπολη*, Μάδυτος*

αβλαβοσύνη

 

λ

αβλαβώς [Βεντότης 1790]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] άβλαβα, άβλαφτα

αβλαβώς

 

 

αβλαγάς

Κοζάνη, Πιερία, Σιάτιστα

αλάνα

 

 

αβλαγάς

Μαγνησία

μαντρότοιχος

 

 

άβλαγους

Λέσβος

αβλαβής

 

 

αβλαέβω

Σάντα*, Σινώπη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία*

κυνηγώ

 

 

αβλάεμαν

Σάντα*

κυνήγι

 

 

αβλαεύω

Σινώπη*

κατασκοπεύω

 

 

αβλαή

Μαγνησία

μαντρότοιχος

 

 

αβλακόνουμι

Χαλκιδική

ζεσταίνομαι

 

 

αβλακώ

Φολέγανδρος

τρέχω

 

 

αβλαμάς

Καστελλόριζο

καρτέρι

 

 

αβλάμης

Κως

αδελφοποιητός

 

 

αβλαμπατζούδ

Σουφλί

ράφι

 

 

αβλαντίζζω

Χίος

συναντώ

 

 

αβλαντίζου

Χαλκιδική

αγναντεύω

 

 

αβλαντίζου

Σάμος

ενεδρεύω

 

 

αβλαντίζου

Ίμβρος, Λέσβος, Μάδυτος*, Σκόπελος

κυνηγώ

 

 

αβλαντίζου

Θάσος, Σουφλί

παρακολουθώ

 

 

αβλαντίζου

Λέσβος, Σάμος, Σουφλί

παραμονεύω

 

 

αβλαντίζου

Λέσβος

σημαδεύω

 

 

αβλαντίζου

Ίμβρος, Λήμνος, Σαμοθράκη

συναντώ

 

 

αβλαντίζω

Τήνος

καιροφυλακτώ

 

 

αβλαντίζω

Κάρπαθος, Χίος

παρακολουθώ

 

 

αβλαντίζω

Τήνος

παραμονεύω

 

 

αβλαντίζω [Κουκκίδης 1960]

Τσακήλι*

κυνηγώ

 

 

αβλαντίνα

Σουφλί

σόι

 

 

αβλαντού

Ουλαγάτς*

κυνηγώ

 

 

αβλάντσμα

Λήμνος

σύλληψη

 

 

αβλαντώ

Ήπειρος

ενεδρεύω

 

 

αβλαντώ

Ίμβρος

κυνηγώ

 

 

άβλαος

Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Σύμη

αβλαβής

 

 

αβλάρης

Κύπρος

σταβλίτης

 

 

αβλαρία

Κύθηρα

ελευθερία

 

 

αβλαστάρουτους

Κοζάνη

αβλαστάρωτος

 

δ

αβλαστάρωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933]

αβλαστάρουτους

αβλαστάρωτος

 

δ

αβλαστήματος

Τραπεζούντα*

αβλαστήμητος

 

 

αβλαστήμαχτος

Παξοί

αβλαστήμητος

 

 

αβλαστήμετος

Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Τρίπολη*, Χαλδία*

αβλαστήμητος

 

 

αβλαστήμηστος

Κρήτη

αβλαστήμητος

 

 

αβλαστήμητε

Τσακωνιά

αβλαστήμητος

 

δ

αβλαστήμητος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβλαστήματος, αβλαστήμαχτος, αβλαστήμετος, αβλαστήμηστος, αβλαστήμητε, αβλάστημος

αβλαστήμητος

 

 

αβλάστημος

Χαλδία*

αβλαστήμητος

 

 

αβλαστήμτους

Ιωάννινα

αβλαστήμητος

 

 

αβλαστημώ

Πελοπόννησος

βλαστημώ

 

λ

αβλάστητος [Somavera 1709]

Κεφαλονιά

άβλαστος

 

 

αβλαστολόγητε

Τσακωνιά

αβλαστολόγητος

 

δ

αβλαστολόγητος [Λεξικό Πρωίας 1933]

αβλαστολόγητε, αβλαστολόγιστος, αβλαστολόιστος, αβλαστουλόιγους, αβλαστουλότους

αβλαστολόγητος

 

 

αβλαστολόγιστος

Λακωνία

αβλαστολόγητος

 

 

αβλαστολόιστος

Λακωνία

αβλαστολόγητος

 

 

αβλαστός

Λέσβος

βλαστός

 

δ

άβλαστος [Somavera 1709]

αβλάστητος

άβλαστος

 

 

αβλαστουλόιγους

Αιτωλοακαρνανία

αβλαστολόγητος

 

 

αβλαστουλόιτους

Ιωάννινα, Χαλκιδική

αβλαστολόγητος

 

 

αβλατίζω

Φάρασα*

κυνηγώ

 

 

αβλατίζω

Κύπρος

ξελογιάζω

 

 

αβλατίζω

Κύπρος

σαγηνεύω

 

 

αβλατίζω

Σινώπη*

σημαδεύω

 

 

αβλάτισμαν

Κύπρος

ξελόγιασμα

 

 

αβλατιστά

Κάρπαθος

προσεκτικά

 

 

αβλάτιστα

Κάρπαθος

απρόσεκτα

 

 

αβλατώ

Κύπρος

ξελογιάζω

 

 

αβλατώ

Κύπρος

σαγηνεύω

 

 

άβλαφος

Λακωνία, Μάνη

αβλαβής

 

δ

άβλαφτα [Somavera 1709]

Πάρος

αβλαβώς

 

 

άβλαφτε

Τσακωνιά

αβλαβής

 

δ

άβλαφτος [Somavera 1709]

[Χρηστικό Λεξικό 2016] Μάνη, Μέγαρα, Νάξος, Σύρος, Τραπεζούντα*

αβλαβής

 

&n