Λεξικό Συνωνύμων. Λέξεις που αρχίζουν από ακ

 

 

Από τις ρωμαίικες διαλέκτους στην κοινή νεοελληνική

 

συνώνυμα

 

λέξεις που αρχίζουν από ακ

 

 

Δημήτρης Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 9.12.2019

αναθεώρηση: 26.7.2021

 

 


Η εργασία είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τις διαλέκτους της ρωμαίικης γλώσσας (που κατά τη γνώμη μου λαθεμένα καταγράφονται σαν «ιδιώματα της νέας ελληνικής»), στα συνώνυμα της σύγχρονης εθνικής γλώσσας ή «κοινής νεοελληνικής» (ΚΝΕ). Αλλά και αντίστροφα, από τις λέξεις της ΚΝΕ στα διαλεκτικά συνώνυμα.

Η μελέτη αποσκοπεί στην καταγραφή του διαλεκτικού πλούτου της ρωμαίικης γλώσσας και στη συγκέντρωση υλικού για την ουσιαστική μελέτη της γλώσσας, πέρα από τα εθνικά στερεότυπα.

Στα λήμματα συνυπάρχουν λέξεις των ρωμαίικων διαλέκτων μαζί με λέξεις της «κοινής νεοελληνικής».

Στην «ορθογραφία» των διαλεκτικών λέξεων ακολουθώ κυρίως την πρόταση των λεξικογράφων. Ωστόσο τα διπλά σύμφωνα τα χρησιμοποιώ συνήθως όταν αυτά σημαίνουν και διαφορετική προφορά (όπως σε Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κάτω Ιταλία, Ικαρία, Χίο).

Με σκούρο κόκκινο χρώμα σημειώνονται οι λέξεις-έννοιες, τα βασικά λήμματα, που συγκεντρώνουν δίπλα τους τα συνώνυμα. Έτσι δίπλα στο «αβγό», βρίσκουμε τα διαλεκτικά: αβγιό, αβγκό, αβγκόν, αβγκουό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκό, αγκουό, αγκουού, αγουό, αυγό, αυγόν, αφκό, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό.

Με μπλε χρώμα σημειώνονται λέξεις-έννοιες της δημοτικής που τις βρίσκουμε και σαν βασικά λήμματα με κόκκινο χρώμα. Εδώ όμως δίπλα τους δεν έχουμε συνώνυμα, αλλά στοιχεία από την ιστορική-γεωγραφική εξάπλωση, δηλαδή από τη γλωσσογεωγραφία της λέξης.

Μέσα σε αγκύλη, δίπλα σε λέξεις της δημοτικής, βρίσκεται το όνομα ενός λεξικού και η χρονιά που εκδόθηκε. Αυτό διευκρινίζει το έτος πρώτης καταγραφής της λέξης (ή μια από τις χρονικά πρώτες καταγραφές) σε λεξικό της κοινής (για την εποχή εκείνη) γλώσσας. Για παράδειγμα το «αβανία [Germano 1622]» εξηγεί πως τη λέξη «αβανία» την πρωτοσυναντάμε στο «Vocabolario Italiano et Greco» του Girolamo Germano, που εκδόθηκε στη Ρώμη το 1622. Εκτός από τα γενικά λεξικά, σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρονται και κάποια ειδικά λεξικά [λ.χ. Γεννάδιος 1914, Κουκκίδης 1960].

Δίπλα σε κάποιες λέξεις, υπάρχει η συχν(ότητα) εμφ(άνισης) και ένας αριθμός, από το 2 ως το 7. Πρόκειται για τις λέξεις με τη συχνότερη παρουσία στη σύγχρονη γλώσσα. Σε αυτή την κλίμακα, κάθε αριθμός είναι δεκαπλάσιος περίπου από τον προηγούμενο. Λόγου χάρη η λέξη «αβγό» (με συχν. εμφ. 3), εμφανίζεται στις μέρες μας, σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά από τη λέξη «άβγαλτος» (με συχν. εμφ. 2) και η λέξη «άβολα» (με συχν. εμφ. 4), δέκα φορές συχνότερα από την πρώτη λέξη και εκατό φορές συχνότερα από τη δεύτερη.

Όπου υπάρχει η ένδειξη δημοτική, σημαίνει πως η λέξη που προηγείται χαρακτηρίζεται στα λεξικά του περασμένου αιώνα, σαν λέξη της δημοτικής γλώσσας. Όπου υπάρχει η ένδειξη λόγιο σημαίνει πως η λέξη είναι λόγιο δάνειο, δεν έχει διασωθεί δηλαδή αγράμματα στο στόμα του λαού. Οι λόγιες λέξεις μπήκαν στη λαϊκή γλώσσα από το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονταν στα παλιά λεξικά σαν λέξεις της καθαρεύουσας.

Μετά τις διαλεκτικές λέξεις, ακολουθούν γεωγραφικές περιοχές ή οικισμοί. Πρόκειται για ονόματα τόπων που συναντιέται η διαλεκτική λέξη (της διπλανής εγγραφής). Έτσι για τη λέξη «αβασκαμός» βλέπουμε πως είναι (ή ήταν) σε χρήση σε: Αιτωλοακαρνανία, Αργολίδα, Αχαΐα, Βοιωτία, Ζάκυνθος, Λευκάδα, Μαγνησία, Μάνη, Παξοί, Σκόπελος, Φθιώτιδα. Αν δίπλα στον τόπο σημειώνεται αστερίσκος (*), όπως π.χ. Αδριανούπολη* ή Τραπεζούντα*, αυτό δηλώνει πως οι χριστιανοί Ρωμιοί του οικισμού εγκατέλειψαν τον τόπο τους μέχρι το 1923-1924.

Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει μια μικρή ερμηνεία της λέξης ή η λατινική επιστημονική ονομασία της (για τη χλωρίδα και την πανίδα). Επίσης για ορισμένες βασικές λέξεις-έννοιες υπάρχουν εδώ αναφορές σε κάποιες συγκριτικές λίστες λεξικοστατιστικής ή γλωσσογεωγραφίας [Swadesh List, Buck List, Atlas Linguarum Europae].

Στο τέλος του λήμματος καταγράφονται τα συνώνυμα της κοινής που αντιστοιχούν στις διαλεκτικές λέξεις.

Η βιβλιογραφία υπάρχει στον ιστότοπο σε χωριστή ανάρτηση https://www.lithoksou.net/2020/11/lexiko-synonymon-eisagogi.html

 

 

άκα || Άρτα, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καστελλόριζο, Καστοριά, Κύθηρα, Κως, Μάνη, Όφις*, Σιάτιστα, Τραπεζούντα*, Φθιώτιδα || όχι

ακάανος || Κάρπαθος || αγκάβανος

ακαβάληγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαβάλητος

ακαβάλητος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαβάληγος, ακαβαλίκευτος, ακαβάλιστος, ακαβαλκίαστος, ακαβάλκιαχτος || ακαβάλητος

ακαβαλίκευτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακαβάλητος

ακαβάλιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαβάλητος

ακαβαλκίαστος || Σάντα* || ακαβάλητος

ακαβάλκιαστος || Σάντα*, Χαλδία* || ακαβάλητος

ακαβάλκιαχτος || Χαλδία* || ακαβάλητος

άκαβος || Χαλδία* || άκαυτος

ακαβούρδιστος [Ηπίτης 1908] || δημοτική || αγαβούρευτος, ακαβούρευτος, ακαβούρκιστε, ακαβούρντιστος, ακαούρντιστος || ακαβούρδιστος

ακαβούρευτος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακαβούρδιστος

ακαβούρκιστε || Τσακωνιά || ακαβούρδιστος

ακαβούρντιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαβούρδιστος

ακαβράντστους || Νιγρίτα || αλύγιστος

ακαβράντστους || Νιγρίτα || ατσάκιστος

ακαγιάρωτος || Βουρλά* || αχαλίνωτος

ακάγκιουτε || Τσακωνιά || αβράδιαστος

άκαγος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Ηλεία, Κρήτη, Κύπρος, Οινόη* || άκαυτος

άκαγους || Αδριανούπολη*, Πιερία || άκαυτος

ακαδέρω || Ζάκυνθος || ανήκω

ακάδευτε || Τσακωνιά || ακλάδευτος

ακαδεχτοσύνα || Κερασούντα* || ακαταδεξιά

ακαδεχτοσύνη || Κερασούντα*, Κρήτη, Σύμη || ακαταδεξιά

ακαζάνιαστε || Τσακωνιά || ακαζάνιαστος

ακαζάνιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαζάνιαστε, ακαζάνιαστους, ακαζάνουτους || ακαζάνιαστος

ακαζάνιαστους || Μακεδονία || ακαζάνιαστος

ακαζάνουτους || Μακεδονία || ακαζάνιαστος

ακαζάντιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαζάντιστος

ακαζάντιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαζάντιαστος, ακαζάντστους || ακαζάντιστος

ακαζάντστους || Κοζάνη || ακαζάντιστος

ακάζι || Μέγαρα || δύναμη

ακάθ || Λέσβος || αγκάθι

ακαθάργους || Αιτωλοακαρνανία || ακαθάριστος

ακαθάριγος || Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κοτύωρα*, Όφις*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακαθάριστος

ακαθάριος || Μάνη || ακαθάριστος

ακαθαρισία || Αρκαδία || ακαθαρσία

ακαθάριστο || Καλαβρία || ακαθάριστος

ακαθάριστος [Βεντότης 1790] || δημοτική || ακαθάργους, ακαθάριγος, ακαθάριος, ακαθάριστο, ακαθάριχτος, ακάθαρος, ακαθέριγος, ακαθέριστος, ακάθερος, ακασάριστο, ακρολόετος || ακαθάριστος

ακαθάριχτος || Κερασούντα* || ακαθάριστος

ακάθαρος || Μάνη || ακαθάριστος

ακαθαρσία || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || ακαθαρισία, απαστρία, απάστρια, απαστριά, απαστρίγια, απαστρίγια, απαστρίλα, αποστροσύνη, ατσαλιά || ακαθαρσία

ακάθαρτα || λόγιο || άπαστρα, απάστρευτα || ακάθαρτα

ακάθαρτε || Τσακωνιά || ακάθαρτος

ακάθαρτος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || Buck List 15.88 | ακάθαρτε, ακαθέρτος, ακρολόετος, αξεπάστρευρος, απάστρευτε, απάστρευτος, απάστριφτους, άπαστρος, άπαστρους || ακάθαρτος

ακαθέριγος || Αυλωνάρι, Κονίστρες, Κορινθία || ακαθάριστος

ακαθέριστος [Σκαρλάτος 1835] || Αυλωνάρι, Κάρπαθος, Κονίστρες, Κως, Ρόδος, Σύμη || ακαθάριστος

ακάθερος || Αρκαδία || ακαθάριστος

ακαθέρτος || Πελοπόννησος || ακάθαρτος

ακάθετος || Ρόδος || ακάθιστος

ακάθετος || Ρόδος || ανίδεος

ακαθησιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || εργατικότητα

ακαθησιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ορθοστασία

ακάθθα || Κάρπαθος, Χάλκη || αγκάθι

ακάθθα || Χάλκη || ραχοκοκαλιά

ακαθθάκι || Καλαβρία || αγκαθάκι

ακάθθι || Καλαβρία || αγκάθι

ακαθθιά || Κάρπαθος || αγκάθι

ακάθθιν || Κύπρος || αγκάθι

άκαθθος || Ικαρία || αγκαθάρα

ακαθθοτόπιν || Ικαρία || αγκαθότοπος

ακαθθούκι || Καλαβρία || αγκαθάκι

ακαθθώννω || Καλαβρία || αγκαθώνω

ακαθιρός || Λέσβος || αγκαθερός

ακαθισιά [Somavera 1709] || δημοτική || ορθοστασία

ακάθιστος [Meursius 1614] || δημοτική || ακάθετος, ακατακάτστους, ακάτσουτους || ακάθιστος

ακαθοδήγητος || λόγιο || ακέφαλος, ακέφαλους, ανακέφαλος, ατσέφαλος || ακαθοδήγητος

ακαθυστέρητα || λόγιο || ανάργητα || ακαθυστέρητα

ακαθυστέρητος || λόγιο || ανάργητος, άναργος || ακαθυστέρητος

ακαθώνου || Λέσβος || αγκαθώνω

άκαιγος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άκαυτος

ακαινούργωτος || Τραπεζούντα* || ανεπιδιόρθωτος

ακαΐπ || Σκόπελος || άφαντος

άκαιρα [Germano 1622] || δημοτική || άκιρα, αμέστωτα || άκαιρα

ακαίρια || Σέρρες || αργά

ακαιριά [Germano 1622] || δημοτική || Ήπειρος, Ανατολική Θράκη* || κακοκαιρία

ακαιρία [Somavera 1709] || Κάρπαθος || νηνεμία

άκαιρος || Οινόη* || αταίριαστος

άκαιρος [Germano 1622] || δημοτική || άκιρους, παράκαιρος || άκαιρος

άκακα || & Ζάκυνθος || άκακα

άκακα [Germano 1622] || δημοτική || ανάκακα, αξανάκακα, εξανάκακα, ξανάκακα || άκακα

ακακάβιαστους || Μακεδονία || ακεράτωτος

ακακάβουτους || Μακεδονία || ακεράτωτος

ακακάδευτος || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άνοσος

άκακε || Τσακωνιά || άκακος

ακάκητα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακάκιωτα

ακακία [Χελδράιχ 1926] || το δέντρο Robinia pseudoacacia: ακακίγια, ακάτσια || ακακία

ακακιάρης [Du Cange 1688] || άκακος

ακακιάρουτος || & Μάνη || ακατσάρωτος

ακακίγια || Κερασούντα* || ακακία

ακάκιουτα || Σκόπελος || ακάκιωτα

ακάκιωτα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακάκητα, ακάκιουτα || ακάκιωτα

ακακολόγητος || λόγιο || αλεεντάριστος || ακακολόγητος

άκακος || Ρόδος || ανύποπτος

άκακος [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || άκακε, ακακιάρης, άκακους, αμπαμπάλτστους, ανάκακος, ανέχολος, αξεσυνέριστος, άχολος, απείραχτος || άκακος

άκακους || Καστοριά || άκακος

ακάκουτε || Τσακωνιά || άταφος

ακάκουτε || Τσακωνιά || άχωστος

ακαλάμιαστος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακαλάμνιαστος || ακαλάμιαστος

ακαλάμνιαστος || Σαράντα Εκκλησιές* || ακαλάμιαστος

ακάλαμος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαλάμωτος

ακαλάμουτους || Ίμβρος || ακαλάμωτος

ακαλάμωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακάλαμος, ακαλάμουτους || ακαλάμωτος

ακαλάτζευτος || Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία* || αμίλητος

ακαλάτζευτος || Κερασούντα*, Κρώμνη*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || υπερόπτης

ακαλαφάτετος || Κερασούντα* || ακαλαφάτιστος

ακαλαφάτητος || Κερασούντα* || ακαλαφάτιστος

ακαλαφάτιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαλαφάτετος, ακαλαφάτητος, ακαλαφάτστος || ακαλαφάτιστος

ακαλαφάτστος || Λευκάδα || ακαλαφάτιστος

ακάλεστε || Τσακωνιά || ακάλεστος

ακάλεστος || & Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθνος, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Ρόδος, Τσακήλι*, Χίος || ακάλεστος

ακάλεστος [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακάλεστε, ακάλετος, ακάλιαστους, ακάλιστους, ακούγιστος, ακούγιστος || ακάλεστος

ακαλετζάριστος || Νάξος || ακέραστος

ακάλετος || Τραπεζούντα* || ακάλεστος

ακαλητέ || Τσακωνιά || κύλημα

ακαλητός || Κύπρος || αρκετός

ακάλι || Τσακωνιά || λειρί

ακάλιαγος || Αρκαδία || αταίριαστος

ακαλιάζω || Αραβανί* || αξίζω

ακάλιασμα || Λάρισα, Πιερία || κάλεσμα

ακαλιασμένους || Κοζάνη || καλεσμένος

ακάλιαστος ]ΙΛΝΕ 1933] || ακάλιαστος, ακάλιαστους || παράταιρος

ακάλιαστους || Ήπειρος, Κοζάνη, Πιερία, Σιάτιστα || ακάλεστος

ακάλιαστους || Ήπειρος || παράταιρος

ακαλίβωτος || Κερασούντα*, Κονίστρες, Κοτύωρα*, Σάντα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Χαλδία* || απετάλωτος

ακαλιγκούτσια || Κέρκυρα || καλικούτσα

ακαλίγουτους || Ευρυτανία, Καρδίτσα, Τρίκαλα || απετάλωτος

ακαλίγωτος [Ηπίτης 1908] || δημοτική || Ήπειρος || απετάλωτος

ακαλίκωτος || Κρήτη || ξεπαπούτσωτος

ακαλίκωτος || Κάρπαθος, Κρήτη || ξυπόλυτος

ακαλίου || Τσακωνιά || κυλώ

ακάλισμα || Νιγρίτα || κάλεσμα

ακαλισμένους || Λάρισα || καλεσμένος

ακαλιστουζία || Τσακωνιά || κύλημα

ακαλιστουρία || Τσακωνιά || κύλημα

ακάλιστους || Γρεβενά, Ευρυτανία, Καρδίτσα, Λήμνος || ακάλεστος

ακαλίωτος || Κοτύωρα* || ατημέλητος

ακαλλιέργητος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || ακαλούργητος, ακαλούργιστος, ακάμεστε, άνιαστος || ακαλλιέργητος

ακαλλίκωτος || Κύπρος || απετάλωτος

ακαλνώ || Γρεβενά, Κοζάνη, Λάρισα, Νιγρίτα, Πιερία || καλώ

ακαλουπάθτους || Ιωάννινα || ταλαίπωρος

ακαλούπιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαλούπουτους, ακαλούπωτος || ακαλούπιαστος

ακαλούπουτους || Κοζάνη || ακαλούπιαστος

ακαλούπωτος [Γούλας 1961] || δημοτική || αγάμητος

ακαλούπωτος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακαλούπιαστος

ακαλούργητος || Θήρα, Κρήτη, Λακωνία, Χίος || ακαλλιέργητος

ακαλούργιστος || Ρόδος || ακαλλιέργητος

ακαλούργιστος || Κάρπαθος || ανόργωτος

ακαλούργιτος || Κρήτη || ανόργωτος

ακάλους || Ίμβρος, Μάδυτος* || λειρί

ακάλτζωτος || Κερασούντα*, Οινόη* || ξεκάλτσωτος

άκαλτσος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ξεκάλτσωτος

ακαλτσούνουτους || Σάμος || ξεκάλτσωτος

ακαλτστός || Πιερία || καλεσμένος

ακάλτσωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ξεκάλτσωτος

ακαμάκη || Τσακωνιά || τεμπέλης

ακαμάκιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαμάκωτος

ακαμάκισα || Τσακωνιά || τεμπέλα

ακαμάκωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαμάκιαστος || ακαμάκωτος

ακαμάριαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαμάρωτος

ακαμάρουτε || Τσακωνιά || ακαμάρωτος

ακαμάρωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαμάριαστος, ακαμάρουτε || ακαμάρωτος

ακαμασά || Αμοργός, Ίμβρος, Χίος || τεμπελιά

ακαμασία [Corona Preciosa 1527] || Μάδυτος* || τεμπελιά

ακαμασιά [Somavera 1709] || δημοτική || Ίμβρος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά*, Μήλος, Μαγνησία || τεμπελιά

ακαμάτα || Θεσσαλονίκη || τεμπέλα

ακαμάταινα || Κερασούντα* || τεμπέλα

ακαμάτεμα || Χίος || μεσημέρι

ακαμάτεμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || στάλιασμα

ακαμάτεμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || τεμπελιά

ακαματερός || Λακωνία || τεμπέλης

ακαμάτες || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || τεμπέλης

ακαματεύγω || Κύθνος || τεμπελιάζω

ακαμάτευτο || Αξός* || ανόργωτος

ακαμάτευτος || Ηλεία, Κερασούντα*, Μάνη, Νάξος, Λακωνία, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ανόργωτος

ακαμάτευτος || Αξός* || άξεστος

ακαματεύω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || σταλιάζω

ακαματεύω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Χίος || τεμπελιάζω

ακαμάτη || Τσακωνιά || τεμπέλης

ακαμάτης [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Βουρλά*, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Κρώμνη*, Κύθνος, Κύμη, Λακωνία, Λέρος, Μάνη, Μέγαρα, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Πάργα, Ρόδος, Σινασός*, Σκύρος, Σμύρνη*, Σύμη, Χίος || τεμπέλης

ακαματιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αττική || τεμπελιά

ακαματιάζω || Κέρκυρα || τεμπελιάζω

ακαμάτικος || Νίσυρος || ακάρπιστος

ακαμάτικος [Βλάχος 1897] || δημοτική || τεμπέλικος

ακαμάτισσα [Ηπίτης 1908] || δημοτική || Σκύρος || τεμπέλα

ακαμάτιτσα || Κάρπαθος || τεμπέλα

ακαμάτος || Τραπεζούντα* || ακατέργαστος

ακάματος || Τραπεζούντα* || ακατέργαστος

ακάματος || Ηλεία, Λακωνία || ανόργωτος

ακαματοσιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || τεμπελιά

ακαματόσκλου || Ίμβρος || τεμπέλης

ακαματόσκλου || Ίμβρος || τεμπελόσκυλο

ακαματοσύνη [Βλάχος 1659] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Μάνη || τεμπελιά

ακάματους || Χαλκιδική || δροσερός

ακαμάτρα [Germano 1622] || δημοτική || Αδριανούπολη*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Βιθυνία*, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ιθάκη, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέα, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύμη, Λακωνία, Λάρισα, Λευκάδα, Μάκρη*, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Σίφνος, Σκύρος, Σμύρνη*, Φθιώτιδα, Χαλκιδική, Χίος || τεμπέλα

ακαμάτρης || Κύθηρα || τεμπέλης

ακαμάτρια [Germano 1622] || Κάρπαθος, Σκύρος, Χίος || τεμπέλα

ακαμάτρος || Ινέπολη* || τεμπέλης

ακαμάτς || Γρεβενά, Ευρυτανία, Ίμβρος, Κοτύωρα*, Λέσβος, Λευκάδα, Μάδυτος*, Σέρρες, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική || τεμπέλης

ακαμάτσα || Χαλδία* || τεμπέλα

ακαμάτσης || Αραβανί* || τεμπέλης

ακαματσιά || Λακωνία || τεμπελιά

ακαματσουλιά || Κεφαλονιά || τεμπελιά

ακαματωσιά [ΙΛΝΕ 1933] || τεμπελιά

ακαματωσύνη || Ζάκυνθος, Κως || τεμπελιά

ακάμεστε || Τσακωνιά || ακαλλιέργητος

ακαμίνευτος || λόγιο || ακαμίνιαστος || ακαμίνευτος

ακαμίνιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Εύβοια || ακαμίνευτος

ακάμουτα || Σάμος || άφτιαχτα

ακάμουτος || Μάνη || ατέλειωτος

ακάμουτους || Αδριανούπολη* || άγουρος

ακάμουτους || Αιτωλοακαρνανία, Καβακλί*, Καρδίτσα, Σέρρες, Τρίκαλα, Χαλκιδική || ανόργωτος

ακάμουτους || Γρεβενά, Καρδίτσα, Κοζάνη, Πιερία, Σέρρες, Σκόπελος, Χαλκιδική || ατέλειωτος

ακαμπάνιστος [Βλάχος 1659] || Κρήτη || αζύγιστος

ακαμπέτ || Κοζάνη, Χαλκιδική || πράγματι

ακαμπέτ || Κοζάνη, Νιγρίτα || τελικά

άκαμπετ [Κουκκίδης 1960] || επιτέλους

ακάμπουτος || Μάνη || άυπνος

ακαμωσά || Βουρλά* || τεμπελιά

ακαμωσεύω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || τεμπελιάζω

ακαμωσιά [Somavera 1709] || δημοτική || Αρκαδία, Παξοί, Τσεσμέ*, Χίος || τεμπελιά

ακάμωτα [Βλάχος 1659] || δημοτική || άφτιαχτα

ακάμωτο || Αραβανί* || αγίνωτος

ακάμωτος || Βουρλά*, Κρήτη, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νίσυρος, Σωζόπολη* || αγίνωτος

ακάμωτος || Βουρλά*, Κρήτη, Σύρος || άγουρος

ακάμωτος || Κρήτη, Νάξος || ανόργωτος

ακάμωτος [Portius 1635] || δημοτική || Κάρπαθος, Κύπρος, Κρήτη, Λευκάδα, Μύκονος, Νάξος, Ρόδος, Σινασός*, Σύμη || ατέλειωτος

ακανάκευτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακανάκιφτους || ακανάκευτος

ακανακεψιά [Somavera 1709] || αχαϊδεψιά

ακανάκιφτους || Αδριανούπολη* || ακανάκευτος

ακανεί || Χίος || αρκεί

ακανετά [Portius 1635] || αρκετά

ακανετός [Βλάχος 1659] || Κύπρος || αρκετός

ακανής || Νιγρίτα || ανίκανος

άκανθα || λόγιο || το φυτό Acanthus spinosus ή Acanthus mollis: άκανθα, αμπερινές, αμπίρινας, απέρανος, απερίνα, απερουνιά, απίρανος, απίρινα, απιρινέ, απόρακας, απούρανος, απούραντος, απρινιά, απύρηνα, γάτα, γδάγκαθου, γιδάγκαθο, ματρούνα, μουντρίνα, μουτζούνα, μουτρίνα, μουτρούνα, μουτσούνα, τσουλαδίτσα, τσουλακίδα || άκανθα

ακάνιαστους || Σάμος || ανεπρόκοπος

ακανίσκευτος || Κέρκυρα || αδωροδόκητος

ακαννητός || Κύπρος || αρκετός

ακανούνιστο || Καλαβρία || ακοίταχτος

ακανούνιστο || Καλαβρία || απογυμνωμένος

ακάντζωτος || Οινόη* || αγάντζωτος

ακαντί || Σέρρες || ακριβώς

ακάντιστος || Κρήτη || αμετάπειστος

ακάντιστος || Κρήτη || ανένδοτος

άκαντος || Κάρπαθος || άτακτος

ακανώ [Germano 1622] || Κύπρος, Χίος || φτάνω

ακαό || Απουλία || εκατό

ακαόματος || Καστελλόριζο || ανεπρόκοπος

ακαόμωτος || Καστελλόριζο || άγουρος

άκαος || Σαμψούντα*, Σάντα* || απύρωτος

άκαος [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || Κονίστρες, Κρήτη, Κύπρος, Μάνη, Νίσυρος, Ρόδος, Σαμψούντα*, Σάντα* || άκαυτος

ακαούρντιστος || Κάρπαθος, Καστελλόριζο || ακαβούρδιστος

άκαους || Αιτωλοακαρνανία, Σκόπελος || άκαυτος

ακαπάκιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Μάνη || ακαπάκωτος

ακαπάκουτους || Αδριανούπολη*, Ίμβρος || ακαπάκωτος

ακαπάκωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαπάκιαστος, ακαπάκουτους, απούματε || ακαπάκωτος

ακαπαξιά || Ίμβρος || απερισκεψία

ακαπάξτους || Ίμβρος || απερίσκεπτος

ακαπάριαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαπάρωτος

ακαπάριαστους || Μακεδονία || ακαπάρωτος

ακαπάρουτος || Μάνη || ακαπάρωτος

ακαπάρωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαπάριαστος, ακαπάριαστους, ακαπάρουτος || ακαπάρωτος

ακάπελος [Βλαστός 1931] || ακαπέλωτος

ακαπέλωτη || Βουρλά* || ανύπαντρη

ακαπέλωτος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακάπελος, αξεκούκουλος, αξεκουκούλωτος || ακαπέλωτος

ακάπη || Απουλία || αγάπη

ακαπητό || Απουλία || γκόμενος

ακαπίστρουτα || Αδριανούπολη || αχαλίνωτα

ακαπίστρουτους || Αδριανούπολη*, Αϊβαλί*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ίμβρος, Καρδίτσα, Λέσβος, Μοσχονήσι*, Νιγρίτα, Σέρρες, Τρίκαλα || αχαλίνωτος

ακαπίστρουτους || Ευρυτανία || ξεδιάντροπος

ακαπίστρουτους || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || φλύαρος

ακαπίστρωτα || Σκοπός* || αχαλίνωτα

ακαπίστρωτος [Germano 1622] || δημοτική || Κύθηρα, Νίσυρος || αχαλίνωτος

ακαπλαμάτιστος [ΙΛΝΕ 1933] || ακαπλαμάτιστους || ακαπλαμάτιστος

ακαπλαμάτιστους || Μακεδονία || ακαπλαμάτιστος

ακαπλάντιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαπλάτιγος, ασεντόνιαστος || ακαπλάντιστος

ακαπλάτιγος || Μεσσηνία || ακαπλάντιστος

ακάπνιγος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακάπνιστος

ακάπνιστος [Somavera 1709] || δημοτική || ακάπνιστους || ακάπνιστος

ακάπνιστους || Ίμβρος || ακάπνιστος

άκαπνος || Ηλεία || απόλεμος

ακαπώ || Απουλία, Καλαβρία || αγαπώ

ακαράκωτος || Σάντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αμαντάλωτος

ακάρατε || Τσακωνιά || αγύρευτος

άκαρδα || Κερασούντα*, Χίος || απρόθυμα

άκαρδα [Βλάχος 1659] || δημοτική || άνανδρα

άκαρδα [Λεξικό Πρωίας 1931] || δημοτική || Κοζάνη || άσπλαχνα

άκαρδε || Τσακωνιά || άκαρδος

ακάρδιουτους || Μακεδονία || άτολμος

άκαρδος || Κρήτη || ανίσχυρος

άκαρδος || Κερασούντα*, Οινόη*, Σαμψούντα*, Σάντα* || απρόθυμος

άκαρδος || Εύβοια || δειλός

άκαρδος [Portius 1635] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || άκαρδε, άκαρντος, άκαρτος, ανάκαρδος || άκαρδος

ακαρδοσύνη || Κρήτη || δειλία

άκαρδους || Κοζάνη || απρόθυμος

ακαρέτ [Κουκκίδης 1960] || εισόδημα

ακαρέτι [Κουκκίδης 1960] || Βουρλά*, Πάργα || εισόδημα

ακαρέψ || Καρδίτσα || ανεπρόκοπος

ακαριζνά || Πιερία || απέναντι

ακαριζνά || Πιερία || κόντρα

ακαρίζου || Λέσβος || γκαρίζω

ακαρίκιαστος || Νάξος || απάγωτος

ακαριπιά || Καρδίτσα || ανεπροκοπιά

ακάρκιστε || Τσακωνιά || ακάρπιστος

ακαρνάκια || Μάνη || καλικούτσα

ακαρνάσης || Κρήτη || φίλος

άκαρντα || Ρόδος || άσπλαχνα

ακαρντάσης || Κρήτη || φίλος

ακαρντάσης [Κουκκίδης 1960] || σύντροφος

ακαρντασιλίκι || Κρήτη || φιλία

ακαρντάχης || Κρήτη || συνέταιρος

ακαρντάχης || Κρήτη || φίλος

άκαρντος || Κάρπαθος, Κως, Ρόδος || άκαρδος

ακαρόνι || Σίφνος || ασφόδελος

ακαρπερή || Κύπρος || καρπερή

ακάρπερος || Κύπρος || ακάρπιστος

ακάρπερος || Κύπρος || άκαρπος

ακάρπετος || Τραπεζούντα* || ακάρπιστος

ακαρπία || λόγιο || ακαρπιά, ακριβιά || ακαρπία

ακαρπιά [Somavera 1709] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Αχαΐα, Κρήτη, Τήνος || ακαρπία

ακάρπιστε || Τσακωνιά || ακάρπιστος

ακάρπιστος [Ηπίτης 1908] || δημοτική || ακάρκιστε, ακάρπερος, ακάρπετος, ακάρπιστε, ακάρπστους, ακάρπωτος || ακάρπιστος

άκαρπο || Καλαβρία, Τσακωνιά || άκαρπος

άκαρπος || Ήπειρος || άτεκνος

άκαρπος [Germano 1622] || δημοτική || ακαμάτικος, ακάρπερος, άκαρπο, άκαρπους || άκαρπος

άκαρπους || Καστοριά, Πιερία || άκαρπος

άκαρπους || Πιερία || στείρος

ακάρπστους || Πιερία, Χαλκιδική || ακάρπιστος

ακάρπωτος || Χαλδία* || ακάρπιστος

ακαρτέργους || Αιτωλοακαρνανία || ανυπόμονος

ακαρτέρευτα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αναπάντεχα

ακαρτέρευτε || Τσακωνιά || αναπάντεχος

ακαρτέρευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αναπάντεχος

ακαρτέρητα [Somavera 1709] || δημοτική || ανυπόμονα

ακαρτέρητος [Somavera 1709] || δημοτική || ανυπόμονος

ακαρτέριφτους || Λάρισα || αναπάντεχος

ακαρτεροσύνη || Κέρκυρα || προσμονή

ακαρτερού || Μάνη || περιμένω

ακαρτέρτους || Ιωάννινα, Κοζάνη || ανυπόμονος

ακαρτερώ [Portius 1635] || αντέχω

ακαρτερώ [Somavera 1709] || δημοτική || Ζάκυνθος || περιμένω

άκαρτος || Κύπρος || άκαρδος

ακάρτσωτος || Νάξος || ξεκάλτσωτος

ακαρύκευτος || λόγιο || άρτυτος || ακαρύκευτος

άκαρφον || Κύπρος || αγριοτριφύλλι

ακάρφουτε || Τσακωνιά || ακάρφωτος

ακάρφουτος || Κονίστρες || ακάρφωτος

ακάρφωτος [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || ακάρφουτε, ακάρφουτος || ακάρφωτος

ακασάριστο || Καλαβρία || ακαθάριστος

ακάτ || Τσακωνιά, Χαλκιδική || κάτω

ακάτ || Ίμβρος || κουράγιο

ακατάβατα || Κοζάνη || ακατέβατα

ακαταβόλευτε || άχωστος

ακατάγνωτα || Κύπρος || αθώα

ακατάγνωτα || Κύπρος || ακαταδίκαστα

ακατάγνωτος || Κύπρος || αθώος

ακαταγύρευτα || Χίος || ανεξέταστα

ακαταγύρευτος || Χίος || ανεκτικός

ακαταγύρευτος || Χίος || ολιγαρκής

ακατάδεκτος || λόγιο || άδεχτος, ακατάδετθε, ακατάδεχτε, ακατάδεχτος, ακατάδιχτους, ακόπιαστους, απεέντιστος || ακατάδεκτος

ακαταδεξία [Βεντότης 1790] || Εύβοια, Ζάκυνθος, Κερασούντα*, Μάνη, Μεσσηνία || ακαταδεξιά

ακαταδεξιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακαταδεξίγια, ακαταδεξία, ακαδεχτοσύνα, ακαδεχτοσύνη, ακαταδιξιά, ακαταεξιά || ακαταδεξιά

ακαταδεξίγια || Κερασούντα* || ακαταδεξιά

ακατάδετθε || Τσακωνιά || ακατάδεκτος

ακατάδεχτε || Τσακωνιά || ακατάδεκτος

ακατάδεχτος [Germano 1622] || δημοτική || Κοτύωρα* || ακατάδεκτος

ακαταδίκαστα [Βλάχος 1659] || λόγιο || ακατάγνωτα, ακατάχνωτα || ακαταδίκαστα

ακαταδιξιά || Ίμβρος || ακαταδεξιά

ακατάδιχτους || Σιάτιστα, Χιμάρα* || ακατάδεκτος

ακαταεξιά || Κάλυμνος || ακαταδεξία

ακατακάθετος || Οινόη* || ακατακάθιστος

ακατακάθιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακατακάθετος, ακατακάθστους || ακατακάθιστος

ακατακάθστους || Νιγρίτα, Χαλκιδική || ακατακάθιστος

ακατακάθστους || Θάσος || ανήσυχος

ακατακάτστους || Χαλκιδική || κόρτζα

ακαταλάβαστος [Βλαστός 1931] || Ηλεία, Θήρα || ακατανόητος

ακαταλάβητος || Μάνη || ακατανόητος

ακαταλαβίστικα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || ανίγρικα, καρακουσκά || ακατανόητα

ακαταλαβίστικος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαταλάβαστος, ακαταλάβητος, ακαταλάβιστος || ακατανόητος

ακαταλάβιστος || Λακωνία || ακατανόητος

ακαταλάγιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κονίστρες, Κρήτη, Κως, Νίσυρος, Χάλκη || ανήσυχος

ακαταλάλητος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακατηγόρητος

ακαταλόγιστος || λόγιο || ακαταλόιστος, αξεσυνέριστος || ακαταλόγιστος

ακαταλόιστος || Κάλυμνος || ακαταλόγιστος

ακατάλυτος || Εύβοια, Κρήτη, Κύπρος, Νάξος, Σαμψούντα*, Χίος || ανθεκτικός

ακατάμωτους || Μάκρη* || ανοικοκύρευτος

ακατάνιφτος || Οινόη* || άνιφτος

ακατανόητα || λόγιο || άγρικα, ακαταλαβίστικα, ανίγρικα, καρακουσκά || ακατανόητα

ακατανόητος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αγρίκιστος, αγρίκιτος, ακαταλάβαστος, ακαταλάβητος, ακαταλάβιστος, αλαμπουρνέζικος, αλαμπουρνέζος, ανανόητος || ακατανόητος

ακατανόμαστος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αμολόητος || ακατανόμαστος

ακατάνταχτος || Οινόη* || αδέξιος

ακατάντγους || Ιωάννινα || ανεπρόκοπος

ακατάντιαχος || Οινόη* || ακατάστατος

ακατάντιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ανεπρόκοπος

ακατάπαυτα || λόγιο || άπαυτα || ακατάπαυτα

ακατάπιαστος || Κονίστρες || ανύπαντρος

ακατάπιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αναρραβώνιαστος

ακατάπιοτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατάποτος

ακατάποτος || λόγιο || ακατάπιοτος || ακατάποτος

ακατάραφος || Κύπρος || ξηλωμένος

ακατάρραφτος || Κύπρος || ξηλωμένος

ακαταστάλαχτος [Βλαστός 1931] || δημοτική || αλαγάριστος, αλαγάρστους, αλαμπικάριστος || ακαταστάλαχτος

ακαταστασία || λόγιο || αδαρμσιά, αδιαρμσά, αδιαρμσιά, ακαταστασίγια, αλάμουμα, ανατσολόιση, αναχαβδαλία, ανεχούρδεμα, ανεχουρδεμός, ανεχούρδεψη, ανικάτους, αρτζιβούρτσι, ασυμαζωξιά, αστασία, ασυμαζωξιά, ασυστασία, ντεζόρντινο, σβαρνιά, ταφάν || ακαταστασία

ακαταστασίγια || Κερασούντα* || ακαταστασία

ακατάστατα || άστατα || ακατάστατα

ακατάστατε || Τσακωνιά || ακατάστατος

ακατάστατος || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || αγιάρεμιστος, αγιάρμιστος, αδιανόμητος, αδάρμστους, αδιάρμιστος, αδιάρμστους, αδιάρτωτος, ακατάντιαχος, ακατάστατε, ακατάστατους, ακατούνευτος, αλάτζαβους, αμπράζικος, αναμούρδαλος, ανάνταφλος, ανασκύρητος, ανασκύριστος, ανατσολοϊσμένος, αναχάβδαλος, αναχάνδαλος, αναχούρδικος, ανεχουρδευτής, απασώρευτος, άπαυτος, αρούκατος, αρτζιβούρτης, άστατος, ασύστατος, σβαρνιάρης || ακατάστατος

ακατάστατους || Καστοριά || ακατάστατος

ακατάταγος || Κρήτη || άτακτος

ακαταΰρευτα || Χίος || ανεξέταστα

ακαταΰρευτος || Χίος || ολιγαρκής

ακατάχνωτα || Κύπρος || αθώα

ακατάχνωτα || Κύπρος || ακαταδίκαστα

ακατάχνωτος || Κύπρος || αθώος

ακαταχώνιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακατάχωστος

ακαταχώνιαστους || Σέρρες || αχόρταγος

ακαταχώριστος || λόγιο || απέραστος || ακαταχώριστος

ακατάχωστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαταχώνιαστος, ακατάχωτος || ακατάχωστος

ακατάχωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατάχωστος

ακατέβαστα [ΙΛΝΕ 1933] || ακατέβατα

ακατέβαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακατέβατος

ακατέβατα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακατέβαστα, ακατάβατα, ακατήβατα || ακατέβατα

ακατέβατος [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακατέβαστος, ακατέβατους, ακατήβαστος, ακατήβατος || ακατέβατος

ακατέβατους || Καστοριά, Σέρρες || ακατέβατος

ακατεδάφιστος || λόγιο || αβρόντατε || ακατεδάφιστος

ακατέλητος || Θήρα || ατελείωτος

ακατέλτους || Αϊβαλί*, Λέσβος || ανθεκτικός

ακατέλυτος || Άνδρος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Ρόδος, Χίος || ανθεκτικός

ακατέλυτος || Σύρος || αξόδευτος

ακατένιγος || Κοτύωρα*, Σάντα*, Χαλδία* || άπλυτος

ακατένιστος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άπλυτος

ακατέργαστος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || άδουλος, άδουλους, ακάματος, ακαμάτος, ανάργαστος, ανάργαστους, αξεμούριστος, απίλωτος, άργαστος || ακατέργαστος

ακατεχιά || Πάρος || απειρία

ακατεχιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || αμάθεια

ακάτεχο || Τσακωνιά || ανίδεος

ακάτεχος || Χίος || ανύποπτος

ακάτεχος || Αχαΐα || φτωχός

ακάτεχος [Βλαστός 1931] || δημοτική || Κρήτη || άπειρος

ακάτεχος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αργολίδα, Αχαΐα, Κάρπαθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Κύθηρα, Μεσσηνία || ανίδεος

ακατζούκα || Σινασός* || τσουκάλι

ακατήβαστος || Κερασούντα*, Κονίστρες, Χαλδία* || ακατέβατος

ακατήβατα || Κονίστρες || ακατέβατα

ακατήβατος || Σύμη || ακατέβατος

ακατηγόρητος || λόγιο || ακαταλάλητος, αξόμπλιαστος, αξόμπλιαστους || ακατηγόρητος

ακάτθι || Απουλία, Καλαβρία, Σύμη || αγκάθι

ακάτθιν || Σύμη || αγκάθι

ακατθούκι || Καλαβρία || αγκαθάκι

ακάτι || Απουλία || αγκάθι

ακάτι || Αρκαδία, Μεσσηνία || δύναμη

ακατίταγος || Κρήτη || άτακτος

ακατνήσους || Πιερία || κατώτερος

ακατνός || Πιερία || κατώτερος

ακατό || Απουλία || εκατό

ακατοίκητος [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακατοίκιστος, ακάτοικος, άνοικος, άοικος || ακατοίκητος

ακατοίκιστος || Καστοριά, Κοζάνη || ακατοίκητος

ακάτοικος [Germano 1622] || δημοτική || ακατοίκητος

ακατόπι || Κέρκυρα || μετά

ακατόρθωτος || λόγιο || αβόλετος, αβόλιτους, αβούλετος, αβούλιτους, αμπόρετος, ανηβόλετος, ανημπόρετος || ακατόρθωτος

ακατούνευτος || Νάξος, Νίσυρος || ακατάστατος

ακατούνευτος || Νίσυρος || ανεπρόκοπος

ακατούνευτος || Αυδήμι* || ανίκανος

ακατούργους || Αιτωλοακαρνανία, Σάμος, Φθιώτιδα || ακατούρητος

ακατούρετος || Κερασούντα*, Τραπεζούντα* || ακατούρητος

ακατούρηγος || Κεφαλονιά, Κορινθία || ακατούρητος

ακατούρηος || Μάνη || ακατούρητος

ακατούρητος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακατούργους, ακατούρετος, ακατούρηγος, ακατούρηος, ακατούρτους || ακατούρητος

ακατούρτους || Πιερία, Χαλκιδική || ακατούρητος

ακατούσε || Τσακωνιά || αποκάτω

ακατουστή || Ίμβρος || εκατοστή

ακατράμωτος [Βλάχος 1897] || δημοτική || ακατράνουτους, ακατράνωτος || ακατράμωτος

ακατράνουτους || Μακεδονία || ακατράμωτος

ακατράνωτος || Κερασούντα* || ακατράμωτος

ακάτσα || Πάρος || σιγά

ακάτσαρας || Ρόδος || λαδανιά

ακατσαριά || Ρόδος || λαδανιά

ακατσάρουτος || & Μάνη || ακατσάρωτος

ακατσάρωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακακιάρουτος, ακατσάρουτος || ακατσάρωτος

ακάτσατε || Τσακωνιά || αβασίλευτος

ακάτσια || Ζάκυνθος, Κεφαλονιά || ακακία

ακάτσιστος || Κάλυμνος || ατσάκιστος

ακάτσιτε || Τσακωνιά || αδάγκωτος

ακάτσουτε || Τσακωνιά || αστρίφωτος

ακάτσουτε || Τσακωνιά || ατσάκιστος

ακάτσουτους || Καστοριά || ακάθιστος

ακαττάκι || Απουλία || αγκαθάκι

ακάττι || Απουλία, Σύμη || αγκάθι

άκαττος || Σύμη || ραχοκοκαλιά

ακαττούντι || Απουλία || αγκαθάκι

ακάτχι || Καλαβρία || αγκάθι

ακάτω || Νίσυρος || κάτω

άκαυγος || Κρήτη || άκαυτος

ακαυκαλιά || Χίος || ανοησία

ακαύκαλος [Somavera 1709] || δημοτική || Χίος || ανόητος

άκαυτος || & Ηλεία, Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άκαυτος

άκαυτος || Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || απύρωτος

άκαυτος [Somavera 1709] || δημοτική || άδατε, άκαβος, άκαγος, άκαγους, άκαιγος, άκαος, άκαους, άκαυγος, άκαφος, ανέκαους, ανήκαος, αξάλητε || άκαυτος

ακαφάλτστους || Θάσος || απρογευμάτιστος

ακαφάρτιστος || Κάλυμνος || απρογευμάτιστος

ακαφόρτι || Σύρος, Φωκίδα || ακουαφόρτε

άκαφος || Κερασούντα*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άκαυτος

άκαφος || Κερασούντα*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || απύρωτος

άκαφρα || Κύπρος || αγριοτριφύλλι

ακάφφι || Καλαβρία || αγκάθι

ακαψάλγους || Αιτωλοακαρνανία || ακαψάλιστος

ακαψάλιστε || Τσακωνιά || ακαψάλιστος

ακαψάλιστος [Ηπίτης 1908] || δημοτική || ακαψάλγους, ακαψάλιστε, ακαψάλστους || ακαψάλιστος

ακαψάλστους || Αιτωλοακαρνανία, Χαλκιδική || ακαψάλιστος

ακβάντους || Ίμβρος || ακουβάλητος

ακβιστάρω || Ζάκυνθος || αποκτώ

ακγή || Λέσβος || ακοή

ακγή || Μάδυτος* || αυτί

ακγή || Αϊβαλί* || φήμη

ακγόμαι || Πάρος || ακούγομαι

ακδά || Αιδηψός || εκεί

ακδών || Ίμβρος || κυδώνι

ακεί || Θεσπρωτία, Κοτύωρα* || εκεί

ακεικάζου || Τσακωνιά || καταλαβαίνω

ακείνος || Κοτύωρα* || εκείνος

ακείραχτε || Τσακωνιά || απείραχτος

ακέιριος || Μάνη || ακέραιος

ακελάδητος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακελάιδητος

ακελάιδητος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακελάδητος || ακελάιδητος

ακέλοβος || Χίος || ανοικοκύρευτος

ακεμπρελέευτος || Κερασούντα*, Χαλδία || ακόπριστος

ακενετός [Portius 1635] || ικανός

ακέντητος [Βεντότης 1790] || δημοτική || αδιατσέντιστος, αξόμπλιαστος, αξόμπλιαστους, απλούμιστος, άπλουμος, απλούμπιστος, απλούμστους, απούνιστε || ακέντητος

ακέντριστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κορινθία, Λακωνία || αμπόλιαστος

ακέντρωτος [Βεντότης 1790] || δημοτική || αμπόλιαστος

άκερα || Τήνος || ανώφελα

ακέραγους || Αιτωλοακαρνανία || ακέραστος

ακέραιος || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || ακέιριος, ακέριος || ακέραιος

ακεραμίδωτος [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακεράμωτος || ακεραμίδωτος

ακεράμωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακεραμίδωτος

ακέραους || Αιτωλοακαρνανία || ακέραστος

ακέραστος [Somavera 1709] || δημοτική || ακαλετζάριστος, ακέραγους, ακέραους, αντρατάριστος, ατρατάριστος, ατσέραστος || ακέραστος

ακερατιά || Ρόδος || κουτσουπιά

ακερατιά || Ρόδος || χαρουπιά

ακέρατο || Καλαβρία || ακέρατος

ακέρατος || λόγιο || ακέρατο || ακέρατος

ακεράτωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || μη κερατάς: ακακάβιαστους, ακακάβουτους || ακεράτωτος

ακέρδετος [Germano 1622] || δημοτική || ακέρδιστος

ακέρδευτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακέρδιστος

ακέρδητο || Καππαδοκία* || ακέρδιστος

ακέρδητος || Κονίστρες || ακέρδιστος

ακέρδιστος [Βεντότης 1790] || δημοτική || ακέρδετος, ακέρδευτος, ακέρδητο, ακέρδητος, ανικέρδιτους || ακέρδιστος

άκερδος || αγιαφόρετος, αδιαφόρετος, αδιαφόριτους, αδκιαφόρευτος, αποδαφορωμένος || άκερδος

ακερδώς || λόγιο || αγιαφόρετα, αδαφόρευτα, αδιαφόρετα, αδιαφόρευτα, αδιαφόριτα || ακερδώς

ακέριος || Σύμη || γιγάντιος

ακέριος [Γούλας 1961] || δημοτική || Ζάκυνθος, Μεσσηνία || ακέραιος

ακέριος [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Ηλεία, Κεφαλονιά || ολόκληρος

ακέριους || Άρτα, Ευρυτανία, Ημαθία, Ίμβρος, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Νιγρίτα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || ολόκληρος

άκερο || Καλαβρία || ολόκληρος

άκερρο || Καλαβρία || ολόκληρος

ακεττού || Απουλία || κισσός

ακέφαλα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || επιπόλαια

ακεφαλιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || Κορινθία, Κρήτη || ανοησία

ακεφαλίλα || Αρκαδία, Μεσσηνία || ανοησία

ακέφαλντος || Ρόδος || άμυαλος

ακέφαλος || Αρκαδία, Κερασούντα*, Κρήτη, Λακωνία, Σάντα* || ακαθοδήγητος

ακέφαλος || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άτακτος

ακέφαλος [Βλαστός 1931] || Αρκαδία, Κρήτη, Κύθηρα, Λακωνία || ανόητος

ακέφαλος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || επιπόλαιος

ακεφαλοσύνα || Κερασούντα* || επιπολαιότητα

ακεφαλοσύνη || Κερασούντα* || επιπολαιότητα

ακέφαλους || Αιτωλοακαρνανία || ακαθοδήγητος

ακέφαλους || Αϊβαλί*, Μοσχονήσι* || ανόητος

ακεφιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακκεφκιά, αναγκήδιαση, αναγκήδιασμα, αναγκηδιασμός || ακεφιά

άκεφος [Βλαστός 1931] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || άκιφους, ανάκαρδους, ζαϊφλαντισμένος  || άκεφος

ακζιβά || Τσακωνιά || ακριβά

ακζιβαίνου || Τσακωνιά || ακριβαίνω

ακζιβό || Τσακωνιά || ακριβός

ακζιβοπού || Τσακωνιά || ακριβοπουλώ

ακζιβούσικο || Τσακωνιά || ακριβούτσικο

ακζίδα || Τσακωνιά || ακρίδα

ακζίζου || Τσακωνιά || αποτραβιέμαι

ακζίιδα || Τσακωνιά || ακρίβεια

ακζινέ || Τσακωνιά || ακριανός

άκζιτε || Τσακωνιά || αμίλητος

ακήευτος || Κάρπαθος || ανυπόφορος

ακηλίδωτος || λόγιο || αμούντζωτος || ακηλίδωτος

ακήρυκτος || λόγιο || αδιαλάλητος || ακήρυκτος

ακία || Κάρπαθος, Ρόδος || αγκίδα

ακία || Κάρπαθος || ψαροκόκαλο

άκιαπα || Ρόδος || άραγε

άκιαρρο || Καλαβρία || ολόκληρος

άκιατε || Τσακωνιά || άπιαστος

ακιάφγους || Αιτωλοακαρνανία || αθειάφιστος

ακιάφστους || Τρίκαλα || αθειάφιστος

ακίδα || Κερασούντα*, Πάρος, Ρόδος, Χαλδία* || αγκίδα

ακίδα || Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα* || άκρη

ακίδα || Πάρος || κουνάβι

ακίζου || Τσακωνιά || αλατίζω

ακικίδα [Germano 1622] || πρινοκόκκι

ακικίδι [Somavera 1709] || πρινοκόκκι

άκικρε || Τσακωνιά || άπικρος

ακίκρουτε || Τσακωνιά || απίκραντος

ακίλ || Σαράντα Εκκλησιές* || ανοησία

ακίλ || Σκοπός*, Τσακήλι* || γνώση

ακίλ || Αραβανί*, Ουλαγάτς*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σκοπός* || μυαλό

ακίλ [Κουκκίδης 1960] || Μάδυτος* || νιονιό

ακιλή || Αξός*, Ουλαγάτς* || έξυπνος

ακιλής || Κουβούκλια*, Κωνσταντινούπολη || έξυπνος

ακιλής [Κουκκίδης 1960] || Μάδυτος* || μυαλωμένος

ακίλι [Κουκκίδης 1960] || Όφις*, Τσακήλι* || νιονιό

ακιλσίζης || Κωνσταντινούπολη || άμυαλος

ακιλσίζς || Κουβούκλια* || ανόητος

άκιμπετ || Καλλίπολη* || ωστόσο

ακιμπέτ [Κουκκίδης 1960] || επιτέλους

ακιμπέτι || Αρκαδία || ωστόσο

ακινάκης || Κύπρος || μάγκας

ακίνητος || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || ακούνηγος, ακούνηστος, ακούννητος, ακούντους, αντάρευτος || ακίνητος

ακινιάζω || Θήρα, Κάλυμνος, Κως || ωριμάζω

ακίνιος || Λέρος || αχρησιμοποίητος

άκινιος || Αστυπάλαια, Θήρα, Κάλυμνος, Λέρος, Σύμη || ώριμος

ακινιοφάς || Κάλυμνος || ωριμοφάγης

ακίνστους || Σουφλί || μοναχοφάης

ακιντές || Κρήτη || γλύκισμα

ακιντές || Καλλίπολη*, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη*, Τσακήλι* || καραμέλα

άκιογος || Ηλεία || ατέλειωτος

άκιουφτε || Τσακωνιά || ακοίμητος

άκιρα || Αιτωλοακαρνανία || άκαιρα

άκιρζα || Κάλυμνος || άκρη

ακιρζανός || Κάλυμνος || ακριανός

ακιριά || Ιωάννινα || κακοκαιρία

ακιρίζουμι || Σέρρες || αργώ

ακίριος || Σύρος || ολόκληρος

ακιριοσφυρίζου || Μάνη || σιγοσφυρίζω

ακίριους || Αδριανούπολη* || ολόκληρος

άκιρου || Λήμνος || μεσάνυχτα

άκιρους || Αιτωλοακαρνανία, Σκιάθος || άκαιρος

ακισαρέ || Ικαρία || λαδανιά

ακισαριά || Ικαρία || λαδανιά

ακίσαρος || Καστελλόριζο || ελαφρόπετρα

ακίσαρος || Κρήτη || λαδανιά

ακίσαρος || Κρήτη || λάδανο

ακισήρα || Κως, Νίσυρος || ελαφρόπετρα

ακίσηρας || Πάρος || ελαφρόπετρα

άκισμα || Τσακωνιά || αλάτισμα

ακισός || Κως, Ρόδος || κισσός

ακίσσαρος || Κως || ελαφρόπετρα

ακίσσηρας || Κως || ελαφρόπετρα

ακισταδόρος || Παξοί || γαιοκτήμονας

ακισταδόρος || Κέρκυρα || κατακτητής

ακιστάδος || Κέρκυρα, Παξοί || αποκτημένος

ακισταμάγρα || Τσακωνιά || κούραση

ακισταμάρα || Τσακωνιά || κούραση

ακιστάρω || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Παξοί || αποκτώ

ακιστάτε || Τσακωνιά || κουρασμένος

ακιστέ || Τσακωνιά || αλατισμένος

άκιστε || Τσακωνιά || ανάλατος

άκιστε || Τσακωνιά || άπιστος

ακίστο || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Παξοί || απόκτημα

ακίστος || Παξοί || αποκτημένος

ακίτσαρος || Λέρος || ελαφρόπετρα

ακιφαλιά || Σάμος || ανοησία

άκιφους || Καρδίτσα || άκεφος

ακίχου || Τσακωνιά || αλατίζω

άκκαμαν || Κύπρος || δάγκωμα

ακκαματιά || Κύπρος || δαγκωματιά

ακκαμμαδκιά || Κύπρος || δαγκωματιά

ακκαμμένος || Κύπρος || δαγκωμένος

ακκανιάρης || Κύπρος || δαγκωνιάρης

ακκαννούρα || Κύπρος || δαγκάνα

ακκαννούριν || Κύπρος || δαγκάνα

ακκάννω || Κύπρος || δαγκώνω

ακκαντέω || Απουλία || κρυφοκοιτάζω

ακκαττέω || Καλαβρία || κρυφοκοιτάζω

ακκέριος || Ρόδος, Σύμη, Τήλος || ολόκληρος

ακκέριους || Λιβίσι* || ολόκληρος

ακκεττού || Απουλία || κισσός

ακκεφκιά || Κύπρος || ακεφιά

ακκιάζζω || Κως || αδειάζω

ακκιάζζω || Κως || ευκαιρώ

ακκιανός || Κως || άδειος

ακκιανός || Κως || εύκαιρος

ακκίδα || Σύμη || αγκίδα

ακκιπέτιν || Κύπρος || ακριβώς

ακκιπέττι || Κύπρος || τελικά

ακκιπέττι || Κύπρος || ωστόσο

ακκνασμένος || Χάλκη || ώριμος

ακκουμπιστούρι || Απουλία || ακουμπιστήρι

ακκουμπίτζω || Απουλία || ακουμπώ

ακκουμπώ || Απουλία || ακουμπώ

άκκρια || Χάλκη || άκρη

ακκώ || Κάρπαθος || δαγκώνω

ακλαβανή [Somavera 1709] || καταπακτή

ακλαβή || Λέσβος || προικοσύμφωνο

ακλάγκαθου || Θεσσαλονίκη || παρανυχίδα

ακλάδεθτο || Καλαβρία || ακλάδευτος

ακλάδεστο || Καλαβρία || ακλάδευτος

ακλάδεττο || Καλαβρία || ακλάδευτος

ακλάδευτε || Τσακωνιά || ακλάδευτος

ακλάδευτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακάδευτε, ακλάδεθτο, ακλάδεστο, ακλάδεττο, ακλάδευτε, ακλάδιφτους, άκλαδος, ακλαδούρα, ακλαδούρι, άκλαδους, ακλάευτος, ακλάντευτο, ακλάρευτο, άκλαος, ακλάρστους, αξάλιστος || ακλάδευτος

ακλάδιφτους || Σάμος || ακλάδευτος

άκλαδος || Αρκαδία, Εύβοια, Κεφαλονιά, Κύθνος, Λακωνία, Σέριφος || ακλάδευτος

άκλαδος || Νάξος || άτεκνος

ακλαδούρα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακλάδευτος

ακλαδούρι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακλάδευτος

άκλαδους || Θεσσαλία || ακλάδευτος

ακλάδουτους || Μακεδονία || άτεκνος

ακλάδωτος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || ακλάρωτος || ακλάδωτος

ακλάευτος || Κάλυμνος || ακλάδευτος

ακλαίαυτος || Σύμη || άκλαυτος

ακλαίνιστος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άκλαυτος

άκλαμο || Καλαβρία || ούγια

ακλάντευτο || Αραβανί* || ακλάδευτος

ακλάντιστους || Κομοτηνή || καινούριος

άκλαος || Κάρπαθος || ακλάδευτος

ακλάρευτο || Αραβανί* || ακλάδευτος

ακλαριά || Κίμωλος || δυστυχία

ακλάρστους || Γρεβενά, Καστοριά, Χαλκιδική || ακλάδευτος

ακλάρωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακλάδωτος

άκλαστος [ΙΛΝΕ 1933] || άκλαστους || άκλαστος

άκλαστους || Ευρυτανία || άκλαστος

άκλαυστος [Βλάχος 1659] || Κερασούντα* || άκλαυτος

άκλαυτος || & Αρκαδία, Ηλεία, Κοτύωρα*, Μάνη, Ρόδος || άκλαυτος

άκλαυτος [Βεντότης 1790] || δημοτική || άβατε, ακλαίαυτος, ακλαίνιστος, άκλαυστος, άκλαυτους, άκλαψτος || άκλαυτος

άκλαυτους || Καστοριά || άκλαυτος

άκλαψτος || Κερασούντα* || άκλαυτος

ακλεζάζου || Τσακωνιά || ξεκληρίζω

ακλεζία || Τσακωνιά || ατεκνία

ακλεζίτα || Τσακωνιά || άτεκνος

ακλεζίτση || Τσακωνιά || άτεκνη

ακλείδουτε || Τσακωνιά || ακλείδωτος

ακλείδουτους || Καστοριά || ακλείδωτος

ακλείδωτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακλείδουτε, ακλείδουτους, ακλείωτος || ακλείδωτος

άκλειστο || Καλαβρία || άκλειστος

άκλειστος [Βεντότης 1790] || δημοτική || άκλειστο || άκλειστος

ακλείωτος || Κάλυμνος || ακλείδωτος

άκλερε || Τσακωνιά || άτεκνη

άκλερε || Τσακωνιά || άτεκνος

ακλερζάζου || Τσακωνιά || ξεκληρίζομαι

ακλερζίτα || Τσακωνιά || άτεκνος

άκλερη || Θήρα, Κάρπαθος, Κρήτη, Λευκάδα, Μύκονος, Νίσυρος, Πάργα || άτεκνη

ακλερία || Κάρπαθος, Τσακωνιά || ατεκνία

ακλέρια || Παξοί || ατεκνία

ακλέρια || Ιωάννινα, Κέρκυρα, Παξοί || δυστυχία

ακλέρια [Βλαστός 1931] || ξεκληρισμός

ακλεριά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κέρκυρα || ατεκνία

ακλεριάζου || Τσακωνιά || ξεκληρίζω

ακλεριάζω || Λακωνία || ξεκληρίζομαι

ακλεριάζω || Κέρκυρα || ξεκληρίζω

ακλεριάζω || Παξοί || ρημάζω

ακλερίτα || Τσακωνιά || άτεκνος

ακλερίτης [Μέγας 1975] || Αρκαδία, Κεφαλονιά, Λακωνία || άτεκνος

ακλερίτισα || Κεφαλονιά, Λευκάδα || άτεκνη

άκλερος || Κερασούντα*, Κρήτη, Κύθνος, Μεσσηνία, Παξοί || άτεκνος

άκλερος || Κέρκυρα, Κύπρος, Πόντος* || φτωχός

άκλερος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Κύπρος, Λακωνία || άκληρος

ακλήδονας || Θήρα || κλήδονας

άκληρ || Καστοριά, Σάμος, Τσακήλι* || άτεκνη

άκληρε || Τσακωνιά || άτεκνη

άκληρη [Μέγας 1975] || Αργολίδα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κορινθία, Μάκρη*, Μέγαρα, Πάργα, Σίκινος, Σινασός* || άτεκνη

ακληρία || Κάρπαθος || ατεκνία

ακληριά [Γούλας 1961] || δημοτική || Εύβοια, Λακωνία || ατεκνία

ακληρίζω || Αρκαδία || ξεκληρίζομαι

ακληρίλα || Αρκαδία, Μεσσηνία || ατεκνία

ακληρίτακας || Λακωνία || άτεκνος

ακληρίτης || Κεφαλονιά, Μεσσηνία || άτεκνος

ακληρίτισα || Κεφαλονιά || άτεκνη

άκληρος [Βλάχος 1897] || δημοτική || από περιουσία: άκλερος, άκληρους || άκληρος

άκληρος [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Θήρα, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Σινασός* || άτεκνος

άκληρους || Ευρυτανία, Ήπειρος || άκληρος

άκληρους || Ίμβρος, Καρδίτσα, Κοζάνη, Λιβίσι*, Σάμος, Σκόπελος, Τρίκαλα, Φθιώτιδα || άτεκνος

ακλησά || Λέσβος, Λήμνος, Σάμος, Σκόπελος || εκκλησία

ακλησάριγος || Κορινθία || ακοσκίνιστος

ακλήσαστους || Σάμος || ανεκκλησίαστος

ακλησιά || Ίμβρος, Λέσβος, Στενήμαχος*, Χαλκιδική || εκκλησία

ακλησία || Απουλία || εκκλησία

ακλησίαστος || Αρκαδία || ανεκκλησίαστος

ακλήσιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ήπειρος, Μέγαρα || ανεκκλησίαστος

ακλήσιαστους || Ιωάννινα || ανεκκλησίαστος

ακλθώ || Πάρος || ακολουθώ

ακλίδι || Σαμψούντα* || κλούβιο

ακλίδιν || Κερασούντα* || κλούβιο

άκλιερος || Σινώπη* || άτεκνος

άκλιτος || Σαμψούντα* || αλύγιστος

ακλίτσαβους || Φθιώτιδα || αδέξιος

ακλόθ || Κοτύωρα* || ύστερο

ακλόθεμαν || Χαλδία* || παρακολούθηση

ακλόθιν || Κερασούντα* || ύστερο

άκλοθο || Τσακήλι* || ύστερο

ακλοθώ || Ινέπολη*, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σαμψούντα*, Χαλδία* || ακολουθώ

ακλοροβώ || Κύπρος || ακούω

άκλοστρος || Κάρπαθος || άγρωστη

ακλούθ || Σάμος || ύστερο

ακλουθάου || Αιτωλοακαρνανία || ακολουθώ

ακλουθάω || Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα || ακολουθώ

ακλούθεμαν || Χαλδία* || παρακολούθηση

ακλούθημα || Αιτωλοακαρνανία || βοήθεια

ακλούθημα [Somavera 1709] || Κέρκυρα, Σίφνος || ακολούθημα

ακλουθημένος [Somavera 1709] || ακολουθημένος

ακλούθι || Αργολίδα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ηπείρος, Μεσσηνία || ύστερο

ακλούθισμα [Somavera 1709] || ακολούθημα

ακλουθισμένος [Germano 1622] || ακολουθημένος

ακλούθμα || Θράκη, Μύκονος || ακολούθημα

ακλούθμα || Αιτωλοακαρνανία || παρακολούθηση

άκλουθο [Βλαστός 1931] || δημοτική || Κύθηρα, Κως, Λακωνία, Σωζόπολη* || ύστερο

άκλουθον [Σκαρλάτος 1835] || ύστερο

ακλουθού || Λιβίσι*, Μάνη || ακολουθώ

ακλούθου || Παξοί || ξοπίσω

άκλουθου || Αδριανούπολη*, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Πιερία, Σουφλί, Τρίκαλα, Χαλκιδική || ύστερο

άκλουθους || Αδριανούπολη || άκλωστος

ακλουθώ [Germano 1622] || Άνδρος, Θήρα, Ίμβρος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστοριά, Κερασούντα*, Κοζάνη, Κρήτη, Κρώμνη*, Κύθηρα, Κύπρος, Κως, Λήμνος, Νάξος, Νίσυρος, Πιερία, Σάμος, Σάντα*, Σιάτιστα, Σινασός*, Χαλδία*, Χαλκιδική || ακολουθώ

ακλούμπι || Νάξος || αγκλιά

ακλουμπώ || Νάξος || κολυμπώ

ακλούριαστους || Μακεδονία || ακουλούριαστος

άκλουστος || Μάνη || άκλωστος

άκλουστους || Ημαθία, Κοζάνη || αμουνούχιστος

άκλουστρος || Κάρπαθος || άγρωστη

άκλουστρος || Κάρπαθος || άκλωστος

άκλωθος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Σαράντα Εκκλησιές* || άκλωστος

ακλώσευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακλώσητος

ακλώσητος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακλώσευτος, ακλώσιαστος, ακλώσιγος, ακλώσιστος || ακλώσητος

ακλώσιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακλώσητος

ακλώσιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακλώσητος

ακλώσιστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακλώσητος

άκλωστο || Καλαβρία || άκλωστος

άκλωστος || Πόντος* || ισχυρογνώμων

άκλωστος [Somavera 1709] || δημοτική || άκλουθους, άκλουστος, άκλουστρος, άκλωθος, άκλωστο || άκλωστος

ακμάκ || Ουλαγάτς* || κουτός

ακμανταρσά || Ίμβρος || κακοδιοίκηση

ακμανταρσιά || Ίμβρος || ατζαμοσύνη

ακμανταρσιά || Λήμνος, Σαμοθράκη || κακοδιοίκηση

ακμαντάρτσους || Ίμβρος || ατζαμής

ακμάξ || Σουφλί || κουτός

ακματζιάς || Νιγρίτα || γεράκι

ακμέρκιαστα || Ίμβρος || απερίσκεπτα

ακμέρκιαστα || Ίμβρος || ατελώνιστα

ακμέρκιαστους || Ίμβρος || απερίσκεπτος

ακμέρκιαστους || Ίμβρος || ατελώνιστος

ακμιρκιασιά || Ίμβρος || φλυαρία

ακμπάγω || Τσακήλι* || ακουμπώ

ακμπάου || Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα || ακουμπώ

ακμπέτ || Πάργα, Σάμος || τελικά

ακμπέτ || Αιτωλοακαρνανία || ωστόσο

ακμπίζου || Θάσος || ακουμπώ

ακμπίστρα || Αιτωλοακαρνανία, Λευκάδα || ακουμπιστήρι

ακμπώ || Αϊβαλί*, Θάσος, Λέσβος, Λήμνος, Σάμος, Στενήμαχος* || ακουμπώ

ακνά || Κρήτη || αχνά

ακνά || Καρδίτσα, Μαγνησία || χένα

ακνάς || Μαγνησία, Ρόδος, Σκόπελος || χένα

άκναστος || Ρόδος || άγουρος

ακνάτος || Καστελλόριζο, Κεφαλονιά, Λευκάδα || αμιγής

ακνάτος [Βλαστός 1931] || Κάρπαθος || ώριμος

άκνεος || Αμοργός, Θήρα, Κάλυμνος, Σύμη || ώριμος

ακνεύουμ || Ίμβρος || τεμπελιάζω

άκνευτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακούραστος

ακνήτους || Σέρρες || ακυνήγητος

ακνιά || Ίμβρος || εργατικότητα

ακνία || Ρόδος || ακρίδα

ακνία || Κάρπαθος || τσουκνίδα

ακνιάζζω || Κως, Νίσυρος || ωριμάζω

ακνιάζω || Θήρα, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Πάρος || ωριμάζω

άκνιαστος || Θήρα, Θράκη || άγουρος

άκνιαστος || Νίσυρος || ανώριμος

ακνίδα || Ρόδος || ακρίδα

ακνίδα [Βλαστός 1931] || Κρήτη || τσουκνίδα

άκνιος [Βλαστός 1931] || Αμοργός, Θήρα, Κάλυμνος, Κως, Νίσυρος, Πάρος, Πάτμος, Σύμη || ώριμος

άκνιος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || εργατικός

ακνιοφάς || Αμοργός, Κάλυμνος || ωριμοφάγης

ακνιώ || Χίος || διστάζω

ακννιοφάας || Κως || ωριμοφάγης

ακνός || Λήμνος || βραδυπόρος

ακνός || Κεφαλονιά, Χαλκιδική || τεμπέλης

ακνουνσιά || Ίμβρος || ακοινωνησία

ακό || Τσακωνιά || ασκός

άκο || Κρήτη || όχι

ακοά || Χίος || ακόμα

ακόβγκω || Κάρπαθος || απογαλακτίζω

ακογή || Κερασούντα*, Χαλδία* || ακοή

ακοδεσπένευτος || Σάντα* || ανοικοκύρευτος

ακοδή || Σαμψούντα* || ακοή

ακόζω || Ουλαγάτς* || ακούω

ακοή || λόγιο || Buck List 15.43 | ακγή, ακογή, ακοδή, ακουά, ακουάρ, ακουάριν, ακουγιάριν, άκουγμα, ακουή, ακούη, ακούημα, άκουμα, άκουσμαν, κούση || ακοή

ακοή || Καλαβρία, Κρήτη, Μέγαρα, Νάξος, Ρόδος || αυτί

ακοή || Κερασούντα*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || μηνίγγι

ακοή || Κύπρος, Ρόδος, Σύμη || φήμη

ακόη || Ικαρία, Χίος || ακόμα

άκοθτο || Καλαβρία || άκοφτος

ακοΐδι || Ήπειρος || αυτί

ακοίμηγος || Κερασούντα* || ακοίμητος

ακοιμησιά [Βλάχος 1659] || δημοτική || Ιωάννινα || αϋπνία

ακοίμητα [Βλάχος 1659] || δημοτική || ακοίμιστα || ακοίμητα

ακοίμητος [Βλάχος 1659] || δημοτική || άκιουφτε, ακοίμηγος, ακοίμιστος, ακοίμηχτος, άκοιμος, ακοίμτους, άνυπνος, ανύπνωτος, ατσοίμηγος, ατσοίμητος || ακοίμητος

ακοίμηχτος || Κερασούντα* || ακοίμητος

ακοιμιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αϋπνία

ακοίμιστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακοίμητα

ακοίμιστος [Βλάχος 1897] || δημοτική || Ζάκυνθος, Θύρα, Κερασούντα*, Κύπρος, Σάντα*, Τραπεζούντα* || ακοίμητος

άκοιμος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοίμητος

ακοίμτους || Λέσβος || ακοίμητος

ακοΐν || Κερασούντα*, Χαλδία* || μηνίγγι

ακοινωνησία [Βεντότης 1790] || ακνουνσιά || ακοινωνησία

ακοινώνητε || Τσακωνιά || αμετάλαβος

ακοινώνητος [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || μη κοινωνικός: αγειτόνευτος, αγειτονίαστος, αειτόνευτος, ακοινώντους, άκοσμος, ακουνούνστστους, ακουνούστιουτους, ακουσμαντάμουτους, ακριάρκους, άκριτος, αλούτερος, αμίλχτους, άμπλαχτος, άμπλαχτους, αξάνοιχτος, αξεμύτιστος, άπραος, άπριος, αράβολος, ασγκόλτους, ασμπόρστους, ασυγκόλλητος, ασυγκούρτιστος, ασυνάστρεγος, ασυνάστρεφτος, ασυνάστριγους, ασυναύλιαστος, ασυντρόφιαστος, ακανούνιστο, ατσοινώνητε, ατσοινώνητος, μονόχνοτος || ακοινώνητος

ακοινώνητος [Somavera 1709] || δημοτική || Κρήτη, Ρόδος || αμετάλαβος

ακοινώνιγος || Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || αμετάλαβος

ακοινώνιστος || Τραπεζούντα* || αμετάλαβος

ακοινώνστους || Κοζάνη || αμετάλαβος

ακοινώντους || Λάρισα || ακοινώνητος

ακοίταγος || Κεφαλονιά || ακοίταχτος

ακοίταγος || Ζάκυνθος || αόρατος

ακοιταξιά [Βλαστός 1931] || αβλεψία

ακοίταστος || Νίσυρος || ακούρνιαχτος

ακοίταχτος || Ζάκυνθος || αόρατος

ακοίταχτος || Κορινθία || πανέμορφος

ακοίταχτος [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακανούνιστο, ακοίταγος, ακοίταχτους || ακοίταχτος

ακοίταχτους || Θράκη, Ήπειρος, Μακεδονία, Σάμος || ακοίταχτος

ακόκαλους || Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Σάμος || ακόκκαλος

ακόκεθτο || Καλαβρία || αχώνευτος

ακόκεστο || Καλαβρία || αχώνευτος

ακόκεττο || Καλαβρία || αχώνευτος

ακόκκαλος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακόκαλους || ακόκκαλος

ακοκκίνιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακοκκίνιστος

ακοκκίνιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοκκίνιγος || ακοκκίνιστος

ακόκκιστος [Γούλας 1961] || δημοτική || αξεδιάλεχτος

ακοκκολόγιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοκκολόιστος || ακοκκολόγιστος

ακοκκολόιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοκκολόγιστος

ακόλα || Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Καστοριά, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Νιγρίτα, Πιερία, Σέρρες, Σιάτιστα, Τρίκαλα, Χαλκιδική || κόλλα

ακολάντριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Καλλίπολη* || αμεταχείριστος

ακόλαστος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || ανεγκράτητος || ακόλαστος

ακολάτριστος || Σύμη || ανοικονόμητος

ακολάτσιος || Κεφαλονιά || ακολάτσιστος

ακολάτσιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακολάτσιος, ακουλάτσιστους || ακολάτσιστος

ακόλιγος || Σάντα* || ακόλλητος

ακόλιστος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακόλλητος

ακολλάριγος || Κεφαλονιά, Κερασούντα*, Σαράντα Εκκλησιές* || ακολλάριστος

ακολλησιά [Γεννάδιος 1914] || ακόνυζα

ακόλλητος [Somavera 1709] || δημοτική || ακόλιγος, ακόλιστος, ακόλτους || ακόλλητος

ακόλμα || Γρεβενά, Καστοριά, Νιγρίτα, Τρίκαλα || κόλλημα

ακολούθημα [Somavera 1709] || ακλούθημα, ακλούθισμα, ακλούθμα, ακολούθισμα, κλούθημα || ακολούθημα

ακολουθημένος [Germano 1622] || ακλουθημένος, ακλουθισμένος, κουλουσημμένο || ακολουθημένος

ακολουθητά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || συνεχώς

ακολούθι || Κρήτη || ύστερο

ακολουθίζω [Βλάχος 1659] || ακολουθώ

ακολούθισμα [Somavera 1709] || ακολούθημα

ακόλουθο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κρήτη, Μάνη, Σύρος || ύστερο

ακολουθού || Μάνη, Τσακωνιά || ακολουθώ

ακολουθώ [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || Buck List 10.52 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αγκλουθάω, αγκλουθού, αγκλουθώ, ακλθώ, ακλοθώ, ακλουθάου, ακλουθάω, ακλουθού, ακλουθώ, ακολουθίζω, ακολουθού, γκολντώ, εκουλουτώ, ικουλουσώ, ικουλουτώ, κλουθάου, κλουθώ, κολουθώ, κουθάου, κουθάω, κουλθώ, κουλουζώ, κουλουθάου, κουλουθώ, κουλουντώ, κουλουπώ, κουλουσώ, κουλουτώ  || ακολουθώ

ακόλτους || Γρεβενά, Καστοριά || ακόλλητος

ακόμ || Ευρυτανία, Λέσβος, Τήνος, Φάρασα* || ακόμα

ακόμα || & Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Ευρυτανία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Θήρα, Ιθάκη, Ικαρία, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Κέα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κοζάνη, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος, Μαλακοπή*, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκύρος, Σύμη, Χάλκη, Χαλκιδική, Χίος || ακόμα

ακόμα [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 6 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | ακοά, ακόη, ακόμ, ακομάν, ακόμαν, ακόμανας, ακόμανον, ακόμας, ακόμε, ακόμεν, ακόμενον, ακομή, ακόμη, ακόμην, ακόμηνα, ακομήνε, ακόμηνο, ακόμης, ακόμια, ακόμμα, ακόμου, ακόνη, άκονη, ακούμ, ακούμα, ακουμήγια, ακουμιά, άνκα, κόη, κομ, κόμα, κόμαν, κομή, κόμη, κόμια, κόμνια, κον || ακόμα

ακομάθιαστος || Κρήτη || ακομμάτιαστος

ακομάκιαστε || Τσακωνιά || ακομμάτιαστος

ακομάν || Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακόμα

ακόμαν || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακόμα

ακόμανας || Σαμψούντα* || ακόμα

ακόμανον || Σαμψούντα*, Χαλδία* || ακόμα

ακόμας || Κρήτη, Πιερία, Σκιάθος || ακόμα

ακομάταγος || Χαλδία* || ακομμάτιαστος

ακομάταστος || Κερασούντα*, Οινόη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακομμάτιαστος

ακομάταχτος || Κερασούντα* || ακομμάτιαστος

ακοματίαστος || Σάντα* || ακομμάτιαστος

ακόμε [Βλάχος 1659] || Όφις* || ακόμα

ακόμεν || Όφις*, Τραπεζούντα* || ακόμα

ακόμενον || Κερασούντα* || ακόμα

ακομή || Καλαβρία, Κρήτη || ακόμα

ακομή || Κύπρος || δαγκωματιά

ακόμη [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 6 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | & Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Ικαρία, Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κέα, Κερασούντα*, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύθνος, Κρήτη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λέρος, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Οινόη*, Ρόδος, Σύρος, Τσακωνιά, Χάλκη, Χίος  || ακόμα

ακόμην || Κερασούντα*, Οινόη* || ακόμα

ακόμηνα || Τραπεζούντα* || ακόμα

ακομήνε || Καλαβρία || ακόμα

ακόμηνο || Όφις* || ακόμα

ακόμης || Κρήτη || ακόμα

ακόμια || Κως, Νάξος, Σύμη || ακόμα

ακόμμα || Χίος || ακόμα

ακομμάτιαστος [Ηπίτης 1908] || δημοτική || ακομάθιαστος, ακομάκιαστε, ακομάταγος, ακομάταστος, ακομάταχτος, ακοματίαστος, ακουμάταχτος || ακομμάτιαστος

ακόμοιρος || Κως || αμοιρος

ακόμοιρος || Κως || κακομοίρης

ακόμου || Φάρασα* || ακόμα

ακομπανιαμέντο || & Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Παξοί || ακομπανιαμέντο

ακομπανιαμέντο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακομπανιασμέντο, ακοπανιαμέντο, κομπανιαμέντο || ακομπανιαμέντο

ακομπανιάρου || Μάδυτος* || συνοδεύω

ακομπανιάρω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Λευκάδα || συνοδεύω

ακομπανιασμέντο || Λευκάδα || ακομπανιαμέντο

ακόμπεμαν || Κερασούντα* || ξεσκόνισμα

ακόμπετος || Κερασούντα* || αξεσκόνιστος

ακόμπιαστος || Ζάκυνθος || εύγλωττος

άκομπος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακουμπόδιαστους || άκομπος

ακόμπουτος || Κονίστρες || ξεκούμπωτος

ακομπώ || Κερασούντα* || ξεσκονίζω

ακόμπωτος [Somavera 1709] || Κερασούντα*, Κρήτη, Τραπεζούντα* || ξεκούμπωτος

άκομψος [Βεντότης 1790] || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αγγουρόλθους, άπλανος || άκομψος

ακόν || Αϊβαλί*, Αξός*, Άρτα, Γρεβενά, Ευρυτανία, Ίμβρος, Καρδίτσα, Καστοριά, Λέσβος, Πιερία, Σάμος, Σάντα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Σούρμενα*, Τραπεζούντα*, Φθιώτιδα, Χαλδία*, Χαλκιδική || ακόνι

ακόνα || Καστελλόριζο, Λέσβος, Λήμνος, Μάκρη* || εικόνα

ακόνα [Βλαστός 1931] || δημοτική || Αιτωλοακαρνανία, Ηλεία, Καλαβρία, Κρήτη, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος || ακόνι

ακονάκ || Λευκάδα || ακονάκι

ακονάκι [Βλαστός 1931] || η άποδη σαύρα Anguis graeca: ακονάκ, ακονάτσι, ακόνι, κονάκ, κονάκι, κουνάκ || ακονάκι

ακονάκιαστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακόνευτα

ακονάκιαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακόνευτος

ακόναμα || Τσακωνιά || ακόνισμα

ακονάου || Ηλεία, Ήπειρος || ακονίζω

ακονάς || Προποντίδα* || ακονιστής

ακονάστρα || Οινόη* || ακόνι

ακονατέ || Τσακωνιά || ακονισμένος

ακόνατε || Τσακωνιά || ατρόχιστος

ακονάτσι || Τσακωνιά || ακονάκι

ακονάτσι || Μέγαρα || βουβωνοκήλη

ακονάω || Αχαΐα, Βουρλά*, Ζάκυνθος, Κοριθία, Πάρος || ακονίζω

ακόνεμαν || Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακόνισμα

ακόνετος || Χαλδία* || ατρόχιστος

ακονεύγκω || Κάρπαθος || ζητιανεύω

ακονεύγω [Βλάχος 1659] || καταλύω

ακόνευτα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακονάκιαστα || ακόνευτα

ακόνευτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακονάκιαστος || ακόνευτος

ακονεύω [Germano 1622] || κονεύω

ακονζά || Πάρος || ακόνυζα

ακόνζα || Λήμνος || ακόνυζα

ακονζιά || Μύκονος || ακόνυζα

ακόνη || Τσακωνιά || ακόμα

άκονη || Τσακωνιά || ακόμα

ακόνη [Βεντότης 1790] || Κάρπαθος || ακόνι

ακόνι || Τσακωνιά || ακονάκι

ακόνι || & Αρκαδία, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Σωζόπολη*, Τσακωνιά || ακόνι

ακόνι [Germano 1622] || δημοτική || Atlas Linguarum Europae 350 | ακόν, ακόνα, ακονάστρα, ακόνη, ακονιά, ακόνιν, ακονιστέρ, ακονιστέριν, ακονίστρα, ακούνι, ακουνιά, κόνι, λιλάδι || ακόνι

ακονιά || Αχαΐα || ακόνι

ακονιά || Μάνη || γρανιτόπετρα

ακονιά [Βλαστός 1931] || ακόνι

ακονίγω || Κερασούντα* || ακονίζω

ακονίζζω || Καλαβρία || ακονίζω

ακονίζου || Αϊβαλί*, Καστοριά, Μάνη || ακονίζω

ακονίζω [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακονάου, ακονάω, ακονίγω, ακονίζζω, ακονίζου, ακονίντζω, ακονίτζω, ακονιώ, ακονού, ακονώ, ακουνάου, ακουνίζου, ακουνού, ακουνώ, κονίζζω, κονίτζω, κονίζω, κονιώ, κονώ, παρακονού  || ακονίζω

ακόνιμα || Καλαβρία, Τσακωνιά || ακόνισμα

ακόνιμα || Κύθηρα || εικόνισμα

ακονιμένο || Καλαβρία || ακονισμένος

ακονιμμένο || Απουλία || ακονισμένος

ακόνιν || Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κύπρος, Λιβίσι*, Οινόη*, Ρόδος, Τρίπολη* || ακόνι

ακόνιν || Κύπρος, Λιβίσι*, Οινόη* || ακόνι

ακονίντζω || Κάρπαθος || ακονίζω

ακόνισμα || Καστελλόριζο, Κύθηρα || εικόνισμα

ακόνισμα [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακόναμα, ακόνεμαν, ακόνιμα, ακόνισμαν, ακόνμα, ακόνσμα, ακόντζμα, κόνισμα || ακόνισμα

ακόνισμαν || Κύπρος*, Τραπεζούντα* || ακόνισμα

ακόνισμαν || Μάκρη* || εικόνισμα

ακονισμένος [Germano 1622] || ακονατέ, ακονιμένο, ακονιμμένο, ακόντστους, ακουντζμένους || ακονισμένος

ακονιστέρ || Χαλδία* || ακόνι

ακονιστέριν || Κερασούντα* || ακόνι

ακονιστής [Somavera 1709] || δημοτική || ακονάς, ακουιστής || ακονιστής

ακόνιστος [Βεντότης 1790] || δημοτική || Άνδρος, Βιθυνία*, Σαράντα Εκκλησιές*, Κρήτη, Κύπρος, Τραπεζούντα* || ατρόχιστος

ακονίστρα || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακόνι

ακονίτζω || Απουλία, Καλαβρία || ακονίζω

ακόνιτο [Somavera 1709] || δημοτική || ποντικοφάρμακο

ακονιώ || Κύπρος || ακονίζω

ακόνμα || Γρεβενά, Καστοριά, Σέρρες || ακόνισμα

ακοννυζιά || Κως || ακόνυζα

ακονόπετρα [Βλαστός 1931] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αγζάκονε, αγιριακόνα, αγριάκονε, αδράκονο, αδρόπετρα, ακονόροτσος, ακουνιόπιτρα, ακουνιά, ακουνόπιτρα, δρακόνα || ακονόπετρα

ακονόροτσος || Κύπρος || ακονόπετρα

ακονού || Τσακωνιά || ακονίζω

ακονπέζω || Ικαρία || ελπίζω

ακόνσμα || Αϊβαλί*, Λήμνος || ακόνισμα

ακόνσμα || Λέσβος, Λήμνος, Σαμοθράκη || εικόνισμα

ακόνστους || Κομοτηνή || ατρόχιστος

ακόντ || Ήπειρος || κοντάρι

ακοντάρω || Κύθηρα || βοηθώ

ακοντάρω || Λευκάδα || λογαριάζω

ακόντευτος [Somavera 1709] || δημοτική || απλησίαστος

ακόντζμα || Καστοριά, Λάρισα, Νιγρίτα || ακόνισμα

ακόντι || Κέρκυρα || κουπί

ακόντι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κοντάρι

ακόντιο || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || νταρδούνη || ακόντιο

ακόντκας || Λευκάδα || ινίο

ακοντκός || Λευκάδα || ινίο

ακόντκος || Λευκάδα || φίλος

ακόντο || Ζάκυνθος || απέναντι

ακόντο || Κέρκυρα, Κως, Παξοί || έναντι

ακόντο || Κύθηρα, Πάργα || λογαριασμός

ακόντος || Καστοριά || ατρόχιστος

ακόντρα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || αντίπρωρα

ακόντσμα || Γρεβενά, Κοζάνη, Τρίκαλα || εικόνισμα

ακόντστους || Γρεβενά || ακονισμένος

ακονυζά || Βουρλά*, Κάλυμνος, Κύθνος || ακόνυζα

ακόνυζα [Χελδράιχ 1926] || φυτά του γένους Inula : αγκονυζά, αγριοκονυτσιά, αγριοσκάρφι, αγρούζα, ακολλησιά, ακονζά, ακόνζα, ακονζιά, ακονυζά, ακονυζέ, ακονυζζά, ακοννυζιά, ακονυζιά, ακονυζιός, ακονυζός, ακόνυζος, ακόνυντζα, ακόνυντσα, ακουνζά, αψυλήθρα, βρομίτσα, γκρεμόχορτο, γρούζα, δενδρολίβανος, κολησιά, κόνζα, κόνυζα, κονυζός, κονυζόχορτο, κόνυντζα, κόνυτζα, κονύτσα, κρεμνόχορτο, κρεμόχορτο, κρούζα, μαρακόνυζα, νεροκολησιά, σαρκοτρόφι, ψυλήθρα, ψύληθρο, ψύλιστρο, ψυλλίστρα, ψυλόχορτο || ακόνυζα

ακονυζέ || Ικαρία, Κρήτη || ακόνυζα

ακονυζζά || Κάλυμνος, Λέρος || ακόνυζα

ακονυζζιά || Κως || ακόνυζα

ακονυζιά || Κέα, Μύκονος, Ρόδος, Σέριφος, Τήνος || ακόνυζα

ακονυζιός || Κύθνος || ακόνυζα

ακονυζός || Κύθνος, Μέγαρα || ακόνυζα

ακόνυζος || Άδρος || ακόνυζα

ακόνυντζα || Κάρπαθος || ακόνυζα

ακόνυντσα || Κάρπαθος || ακόνυζα

ακονυχίδα || παρανυχίδα

ακονώ || Κάρπαθος || ζητιανεύω

ακονώ [Βεντότης 1790] || Άνδρος, Βουρλά*, Κωνσταντινούπολη*, Κερασούντα*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Σμύρνη*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακονίζω

άκοπα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Θεσπρωτία, Κρήτη, Κύπρος, Μάνη || ακούραστα

άκοπα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αχαΐα, Θεσπρωτία, Καστοριά, Κέρκυρα, Λευκάδα, Παξοί || συνεχώς

άκοπα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Κύπρος || ακόπιαστα

ακοπανιά || Κεφαλονιά || μονοκοπανιά

ακοπανιαμέντο || Παξοί || ακομπανιαμέντο

ακοπάνιγος || Πελοπόννησος, Όφις*, Σάντα*, Χαλδία* || ακοπάνιστος

ακοπάνιστε || Τσακωνιά || ακοπάνιστος

ακοπάνιστος || Αχαΐα, Ρόδος || αμουνούχιστος

ακοπάνιστος [Somavera 1709] || δημοτική || ακοπάνιγος, ακοπάνιστε, ακοπίαστος, ακουπάνιγος, ακουπάνιστος, ακουπάνιχτος, αστούμπστους || ακοπάνιστος

ακόπανος || Λακωνία, Μάνη || αμουνούχιστος

ακόπετος || Τραπεζούντα* || άκοφτος

ακόπιαστα [Somavera 1709] || δημοτική || άκοπα, άκουπα, ακόψαστα || ακόπιαστα

ακοπίαστος || Κίμωλος, Τραπεζούντα* || ακόπιαστος

ακόπιαστος || Βουρλά* || απρόσκλητος

ακόπιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άκοπο, άκοπος, ακουπίαστους, άκουπους, ακόψαστος, ανέκοπο, ανέκοπος || ακόπιαστος

ακόπιαστους || Θεσσαλονίκη, Κοζάνη || ακατάδεκτος

ακοπιρζά || Κάλυμνος || κοπριά

ακόπο || Ρόδος || αποκεί

άκοπο || Τσακωνιά || ακόπιαστος

άκοπο || Καλαβρία || άκοφτος

ακόπον || Ρόδος || μετά

άκοπος [Somavera 1709] || Ρόδος || ανάγυρος

άκοπος [Βλάχος 1897] || δημοτική || ξεκούραστος

άκοπος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || ακόπιαστος

άκοπος [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || Ηλεία, Κάλυμνος, Μάνη, Ρόδος || άκοφτος

ακόπουκος || Χίος || ακούραστος

ακόπριαστος [Somavera 1709] || ακόπριστος

ακόπριγος || Αρκαδία || ακόπριστος

ακόπριγους || Αιτωλοακαρνανία || ακόπριστος

ακοπρίζω || Ικαρία || τεμπελιάζω

ακόπριστος [Deheque 1825] || δημοτική || αβούνιαστος, ακεμπρελέευτος, ακόπριαστος, ακόπριγος, ακόπριγους, άκοπρος, ακόπροτος, ακρόκιστε, ακρόπιστο, ακόπριστους, άναστος, ανάτευτος, ανίαστος || ακόπριστος

ακόπριστους || Τρίκαλα, Χαλκιδική || ακόπριστος

άκοπρος || Κύπρος || ακόπριστος

ακόπροτος || Τραπεζούντα* || ακόπριστος

άκοπτα [Βλάχος 1659] || ατμήτως

άκοπτος [Βλάχος 1659] || άτμητος

ακόραστες || Σκύρος || ακούραστος

ακόρβατε || Τσακωνιά || αγριόβατος

ακόρβατε || Τσακωνιά || σκυλόβατος

ακορδάρω || Κύθηρα || βοηθώ

ακορδάρω || Κύθηρα || καυλώνω

ακορδάρω || Κέρκυρα, Παξοί || συμφωνώ

ακορδίασμαν || Κύπρος || συμφωνία

ακόρδιστος [Portius 1635] || δημοτική || Θήρα || ακούρδιστος

ακόρδιφτους || Μακεδονία || ακούρδιστος

ακόρδο || Παξοί || συμφωνία

ακορμπέριστος || Νάξος || ασύμφωνος

ακορνιάχτιγος || Μάνη || ασκόνιστος

ακορνιάχτιστος || Καστοριά || ασκόνιστος

ακορνιζάριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακορνίζωτος, ακορνίτζωτος || ακορνιζάριστος

ακορνίζωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακορνιζάριστος

ακορνίτζωτος || Οινόη* || ακορνιζάριστος

ακορντάρω || Ζάκυνθος || συμφωνώ

ακόρντο || Ζάκυνθος || συγχορδία

ακόρντο || συχν. εμφ. 2 || Κύθηρα || συμφωνία

ακόρντο || Ζάκυνθος || σύμφωνος

ακόρντο [Γούλας 1961] || δημοτική || συγχωρδία

ακορόιδευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ανεέλαστος, απεργέλαστος, απεριγέλαστος, απιργέλαστους || ακορόιδευτος

ακόρπωτα [Meursius 1614] || απλήγωτα

ακόρτζα || Σάμος || γκορτσιά

ακορτζέρομαι || Ζάκυνθος || καταλαβαίνω

ακορτζέρουμαι || Ζάκυνθος || καταλαβαίνω

ακορφολόγητε || Τσακωνιά || ακορφολόγητος

ακορφολόγητος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακορφολόγητε, ακορφολόγτος, ακορφολόητος, ακουρφουλόιγους, ακουρφουλόιτους || ακορφολόγητος

ακορφολόγτος || Λευκάδα || ακορφολόγητος

ακορφολόητος || Μεσσηνία || ακορφολόγητος

ακόσευτος || Κρώμνη*, Τραπεζούντα* || άζευκτος

ακόσιστος [Somavera 1709] || Ήπειρος || αθέριστος

ακοσκίνγος || Τραπεζούντα* || ακοσκίνιστος

ακοσκίνγους || Αιτωλοακαρνανία || ακοσκίνιστος

ακοσκίνητος [Βεντότης 1790] || δημοτική || ακοσκίνιστος

ακοσκίνιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κερασούντα*, Κρήτη, Λακωνία, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακοσκίνιστος

ακοσκίνιος || Λακωνία, Μάνη || ακοσκίνιστος

ακοσκίνιστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρισάριστα || ακοσκίνιστα

ακοσκίνιστος [Somavera 1709] || δημοτική || αδερμόνιστε, αδιρμόνστους, αδρεμόνιστε, αδριμόνστους, ακλησάριγος, ακοσκίνγος, ακοσκίνγους, ακοσκίνητος, ακοσκίνιγος, ακοσκίνιος, ακοσσίνιστο, ακοσσίνιστος, ακοστσίνιστε, ακρησάριστος, ακρισάριστος, ακρισάρωτος, ακοσκίνιστος, ακουσκίντστους, αριμόνστους || ακοσκίνιστος

ακόσμητος || λόγιο || απλούμιγος, απλούμιστος || ακόσμητος

άκοσμος || Κέρκυρα || ακοινώνητος

ακοσσίνιστο || Καλαβρία || ακοσκίνιστος

ακοσσίνιστος || Κάλυμνος, Καστελλόριζο, Κύπρος || ακοσκίνιστος

ακοστάρισμα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κρήτη, Λακωνία || πλεύρισμα

ακοστάριστος [ΙΛΝΕ 1933] || ακοστολόγητος

ακοστάριστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || απλεύριστος

ακοστάρω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κρήτη, Λακωνία, Πάργα || πλευρίζω

άκοστο || Καλαβρία || άκοφτος

ακοστολόγητος || λόγιο || ακοστάριστος || ακοστολόγητος

ακοστσίνιστε || Τσακωνιά || ακοσκίνιστος

ακοτζέρομαι || Ζάκυνθος || καταλαβαίνω

άκοτος [ΙΛΝΕ 1933] || άτολμος

ακοτσακίαστος || Σάντα*, Χαλδία* || ξεκούμπωτος

ακότσιγος || Όφις* || αξεδιάλεχτος

ακοτσίλιαστος || Κορινθία || ακουτσούλητος

ακοτσομπόλευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Μάνη || ακουτσομπόλευτος

άκοττος || Κως || άτολμος

ακού || Μαγνησία, Μάνη, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Χαβουτσί* || ακούω

ακουά || Κεφαλονιά, Μάνη || ακοή

ακουά || Κεφαλονιά || αυτί

ακουάλητος || Καστελλόριζο || ακουβάλητος

ακουάρ || Κερασούντα* || ακοή

ακουάριν || Κερασούντα* || ακοή

ακουαφόρτε [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακαφόρτι, ασημόνερο || ακουαφόρτε

ακουβάζαστε || Τσακωνιά || ακουβάριαστος

ακουβάλετος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακουβάλητος

ακουβάληος || Μάνη || ακουβάλητος

ακουβάλητε || Τσακωνιά || ακουβάλητος

ακουβάλητος [Somavera 1709] || δημοτική || ακβάντους, ακουβάληος, ακουάλητος, ακουβάλετος, ακουβάλητε, ακουβάλιστος, ακουβάλτους || ακουβάλητος

ακουβάλιστος [Βεντότης 1790] || Κρήτη || ακουβάλητος

ακουβάλτους || Γρεβενά, Καστοριά || ακουβάλητος

ακουβάραγος || Χαλδία* || ακουβάριαστος

ακουβάραστος || Χαλδία* || ακουβάριαστος

ακουβάριαστε || Τσακωνιά || ακουβάριαστος

ακουβαρίαστος || Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακουβάριαστος

ακουβάριαστος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακουβάζαστε, ακουβάραγος, ακουβάραστος, ακουβάριαστε, ακουβαρίαστος || ακουβάριαστος

ακουβέγκιαστε || Τσακωνιά || ακουβέντιαστος

ακουβέδιαστος || Θήρα || ακουβέντιαστος

ακουβέδιαστος || Κρήτη || ακουτσομπόλευτος

ακουβέντιαστος || Αρκαδία || ακουτσομπόλευτος

ακουβέντιαστος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακουβέγκιαστε, ακουβέδιαστος || ακουβέντιαστος

άκουβους || Αιτωλοκαρνανία || άκοφτος

ακουγή || Κύπρος, Χίος || φήμη

ακουγιάριν || Κερασούντα* || ακοή

ακούγιστος || Κερασούντα* || ακάλεστος

ακούγιστος || Κερασούντα || απρόσκλητος

ακούγκου || Καλαβρία || ακούω

άκουγμα || Πιερία || ακοή

ακούγομαι [Somavera 1709] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || αγρικιέμαι, ακγόμαι, ακούουμι, ακουσκούμαι, ακουστίομαι || ακούγομαι

ακούγου || Αϊβαλί*, Ίμβρος, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος, Λήμνος, Λουλέβουργας*, Μάδυτος*, Χαλκιδική || ακούω

ακούγω || Κρήτη || αισθάνομαι

ακούγω [Somavera 1709] || Ανατολική Θράκη*, Κοτύωρα*, Κρήτη, Σαράντα Εκκλησιές*, Σμύρνη*, Τήνος, Τραπεζούντα*, Χαβουτσί*, Χαλδία*, Χίος || ακούω

ακούζα || Κύθηρα || καταγγελία

άκουζα || Ζάκυνθος || κατηγορία

ακουζαδόρος || Κύθηρα || εισαγγελέας

ακουζάδος || Ζάκυνθος || κατηγορούμενος

ακουζάρισμα || Παξοί || κατηγορία

ακουζάρισμα || Παξοί || μήνυση

ακουζάρω || Κύθηρα || καταγγέλλω

ακουζάρω || Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Παξοί || κατηγορώ

ακουζάρω || Ζάκυνθος, Παξοί || μηνύω

ακουζάρω || Λευκάδα || συμβουλεύω

ακουζάτορας || Κέρκυρα || μηνυτής

ακουζατόρος || Κέρκυρα, Παξοί || εισαγγελέας

ακουή || Καλαβρία, Μύκονος, Τσακωνιά || αυτί

ακουή || Αυλωνάρι, Θήρα, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κύπρος, Νάξος || φήμη

ακούη || Ρόδος, Σάντα* || ακοή

ακουή [Βεντότης 1790] || δημοτική || Δέλβινο, Ζάκυνθος, Καλαβρία, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Καστελλόριζο, Κοζάνη, Λιβίσι*, Μύκονος, Οινόη*, Ρόδος, Σίφνος, Σύμη || ακοή

ακούημα || Πιερία || ακοή

ακουήτης || Κύπρος || ξακουστός

ακουιντότο || Ζάκυνθος || υδραγωγείο

ακουΐστα || Ζάκυνθος || απόκτημα

ακουΐστα || Παξοί || ψώνια

ακουιστής || Ρόδος || ακονιστής

ακουΐστο || Ζάκυνθος || απόκτημα

ακούιστος || Κερασούντα* || ακάλεστος

ακούιφτους || Σαμοθράκη || ακούρευτος

ακουκούλιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Νάξος || ακουκούλωτος

ακουκούλωτος || Βουρλά* || αστεφάνωτος

ακουκούλωτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακουκούλιαστος || ακουκούλωτος

ακούκουτσος || άκουννος || ακούκουτσος

ακουκούτσωτος || Ήπειρος || πάμφτωχος

ακούκχιστος || Νίσυρος || ανάλατος

ακουλάνευτος || Κερασούντα*, Τραπεζούντα* || αχρησιμοποίητος

ακουλάντιστος [ΙΛΝΕ 1933] || καινούριος

ακουλάντριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κωνσταντινούπολη || αμεταχείριστος

ακουλάντριστους [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σάμος || ατίθασος

ακουλάου || Καρδίτσα || κολλώ

ακουλάτσιστους || Αιτωλοακαρνανία || ακολάτσιστος

ακουλιούμπιστε || Τσακωνιά || άπλυτος

ακουλλού || Αραβανί* || έξυπνος

ακουλμένους || Καστοριά, Χαλκιδική || κολλημένος

ακουλνάου || Νιγρίτα, Τρίκαλα || κολλώ

ακουλνώ || Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Λαγκαδάς, Λάρισα, Νιγρίτα, Πιερία, Σιάτιστα, Σουφλί, Στενήμαχος*, Χαλκιδική || κολλώ

ακουλούθι || Ηλεία || ύστερο

ακουλουκούρτστους || Γρεβενά, Σιάτιστα || ακούρευτος

ακουλούμιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ασυσσώρευτος

ακουλούριαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακλούριαστους || ακουλούριαστος

ακούλους || Σέρρες || κολλητός

ακουλτά || Γρεβενά, Ευρυτανία, Κοζάνη || κολλητά

ακουλτός || Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Νιγρίτα, Πιερία, Χαλκιδική || κολλητός

ακουλτσίδα || Χαλκιδική || κολιτσίδα

ακούμ || Αραβανί*, Ουλαγάτς*, Σίλλη* || ακόμα

ακούμα || Φερτέκι* || ακόμα

άκουμα || Πιερία || ακοή

άκουμα || Αραβανί* || άκουσμα

ακουμαντάζιστε || Τσακωνιά || ακουμαντάριστος

ακουμανταρίκλα || Αρκαδία || κακοδιοίκηση

ακουμανταρίλα || Αρκαδία || κακοδιοίκηση

ακουμαντάριστε || Τσακωνιά || ακουμαντάριστος

ακουμαντάριστος || ακουμαντάζιστε, ακουμαντάριστε, ακουμαντάρστους, ακουμαντάρτστους, ακουμάντιαστους || ακουμαντάριστος

ακουμαντάρστους || Ίμβρος || ακουμαντάριστος

ακουμαντάρτστους || Μαγνησία, Χαλκιδική || ακουμαντάριστος

ακουμάντιαστους || Σάμος || ακουμαντάριστος

ακουμάταχτος || Κερασούντα* || ακομμάτιαστος

ακουμένη [Γεννάδιος 1914] || Κύπρος || μαυραγκαθιά

ακουμήγια || Αίνος* || ακόμα

ακούμι || Κως, Σύμη || λουκουμάς

ακουμιά || Αίνος* || ακόμα

ακουμουλίαστος || Σάντα*, Χαλδία* || ασυσσώρευτος

ακούμπ || Σάμος || στήριγμα

ακούμπα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || ενεχυροδανειστήριο

ακουμπάγος || Χαλδία* || ξεκούμπωτος

ακουμπάου || Ηλεία, Μεσσηνία, Νιγρίτα || ακουμπώ

ακουμπασάριστος || Χίος || ασυλλόγιστος

ακουμπάστος || Οινόη*, Χαλδία* || ξεκούμπωτος

ακουμπάω [Ηπίτης 1908] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κεφαλονιά, Κορινθία, Μεσσηνία || ακουμπώ

ακουμπέτ || Γρεβενά || εντούτοις

ακουμπέτ || Καστοριά || παραλίγο

ακουμπέτ || Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Ίμβρος, Λιβίσι*, Μαγνησία, Πάρος, Πιερία, Χαλκιδική || τελικά

άκουμπετ || Ίμβρος || τελικά

ακουμπέτι || Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Λακωνία, Μεσσηνία, Νάξος, Πάρος, Τσακωνιά || τελικά

ακουμπέτι || Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Κορινθία || ωστόσο

ακουμπέτι [Κουκκίδης 1960] || Ηλεία || επιτέλους

ακούμπημα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακουμπιά, ακούμπιγμαν, ακούμπισμα, ακούμπισμαν, ακούμπμα, ακούμπσμα, αποκούμπισμα || ακούμπημα

ακουμπητά [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Ζάκυνθος, Μάνη || ακουμπιστά

ακουμπητός [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || ακουμπιστός

ακουμπιά || Πωγώνι || ακούμπημα

ακουμπίαγος || Χαλδία* || ξεκούμπωτος

ακουμπιάζω || Ηλεία || φράζω

ακουμπίαστος || Οινόη*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ξεκούμπωτος

ακούμπιαστος || Κύπρος || ξεκούμπωτος

ακούμπιγμαν || Κερασούντα*, Χαλδία* || ακούμπημα

ακουμπίζομαι [Portius 1635] || στηρίζομαι

ακουμπίζω [Germano 1622] || δημοτική || Θήρα, Ικαρία, Κερασούντα*, Κρήτη, Κοτύωρα*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Σινασός*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακουμπώ

ακουμπιμένος [Βεντότης 1790] || Αργολίδα, Ζάκυνθος || ακουμπισμένος

ακουμπίντζω || Κάρπαθος || ακουμπώ

ακούμπιο || Ζάκυνθος || ακουμπιστήρι

ακούμπισμα [Germano 1622] || δημοτική || ακούμπημα

ακούμπισμα [Portius 1635] || αποκούμπι

ακούμπισμαν || Κερασούντα*, Χαλδία* || ακούμπημα

ακουμπισμένος [Germano 1622] || δημοτική || ακουμπιμένος || ακουμπισμένος

ακουμπιστά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακουμπητά || ακουμπιστά

ακουμπιστέρ || Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακουμπιστήρι

ακουμπιστέριν || Κερασούντα* || ακουμπιστήρι

ακουμπιστήρ || Αιτωλοακαρνανία, Σίλατα* || ακουμπιστήρι

ακουμπιστήρα || Κρήτη, Λακωνία || ακουμπιστήρι

ακουμπιστήρι [Somavera 1709] || δημοτική || ακκουμπιστούρι, ακμπίστρα, ακούμπιο, ακουμπιστέρ, ακουμπιστέριν, ακουμπιστήρ, ακουμπιστήρα, ακουμπιστήριν, ακουμπιστούρ, ακουμπίτσα, ακουμπιχτέρ, αουμπίστρα, αποκουμπιστέρ, κουμπιστήρι, κουμπιστήριν, κουμπιστούρι || ακουμπιστήρι

ακουμπιστήριν || Κάρπαθος, Κερασούντα* || ακουμπιστήρι

ακουμπιστός [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακουμπητός, κουμπιστός || ακουμπιστός

ακουμπιστούρ || Σίλατα* || ακουμπιστήρι

ακουμπίτζω || Απουλία || ακουμπώ

ακουμπίτσα || Λακωνία || ακουμπιστήρι

ακουμπίχου || Τσακωνιά || ακουμπώ

ακουμπιχτέρ || Χαλδία* || ακουμπιστήρι

ακούμπμα || Αιτωλοακαρνανία || ακούμπημα

ακουμπόδιαστους || Ευρυτανία || άκομπος

ακουμπού || Λιβίσι*, Μάνη || ακουμπώ

ακούμπουτε || Τσακωνιά || ξεκούμπωτος

ακούμπουτους || Σέρρες || ξεκούμπωτος

ακούμπσμα || Μύκονος || ακούμπημα

ακουμπώ || & Άνδρος, Αχαΐα, Κάρπαθος, Κοζάνη || ακουμπώ

ακουμπώ || Μύκονος || λιποθυμώ

ακουμπώ [Βεντότης 1790] || συχν. εμφ. 2 || αγκαφάου, αγκιάου, αγκιώ, αγκμπίζου, αγκμπώ, αγκουμπώ, ακκουμπίτζω, ακκουμπώ, ακμπάγω, ακμπάου, ακμπίζου, ακμπώ, ακουμπάου, ακουμπάω, ακουμπίζω, ακουμπίντζω, ακουμπίτζω, ακουμπίχου, ακουμπού, αντικουρώ, απακουμπίζω, αποκουμπίζω, γκουμπώ, κμπω, κομπέω, κουγκίχου, κουμπάου, κουμπάω, κουμπέγκουω, κουμπέγκω, κουμπέω, κουμπίζω, κουμπίτζω, κουμπώ, νταγιαντώ, νταϊντώ || ακουμπώ

ακούμπωτε || Χαβουτσί* || ξεκούμπωτος

ακούμπωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κύπρος, Οινόη*, Τραπεζούντα* || ξεκούμπωτος

ακουνά || Πωγώνι || χένα

ακουναλιάζω || Νάξος || γερνώ

ακουνάου || Νιγρίτα, Σκόπελος, Φθιώτιδα || ακονίζω

ακουνάρητο || Πωγώνι || νήπιο

ακουνεύω || Δέλβινο || βαριέμαι

ακουνζά || Τήνος || ακόνυζα

ακούνηγος || Κύθηρα || ακίνητος

ακούνηστος || Ζάκυνθος, Κρήτη, Κύθηρα || ακίνητος

ακούνητος || & Μάνη || ακούνητος

ακούνητος [Βλάχος 1897] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακούνιγος, ακούνιος, ακούνιστος, ακούνιχτος, ακούννητος, ακούνστους, αλάιστος, αματασάλωτος, αξεκούνητος || ακούνητος

ακούνι || Καλαβρία || ακόνι

ακουνιά || Αιτωλοακαρνανία || ακόνι

ακουνιά || Αιτωλοακαρνανία || ακονόπετρα

ακούνια || Αιτωλοακαρνανία || τεμπελιά

ακουνιάρς || Αιτωλοακαρνανία || τεμπέλης

ακούνιασμα || Αιτωλοακαρνανία || τεμπελιά

ακούνιγος || Τραπεζούντα* || αλίκνιστος

ακούνιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κεφαλονιά*, Τραπεζούντα* || ακούνητος

ακουνίζου || Λέσβος, Νιγρίτα, Σέρρες, Φθιώτιδα || ακονίζω

ακουνιόπιτρα || Ίμβρος || ακονόπετρα

ακούνιος || Κέρκυρα || ακούνητος

ακουνισματάρ || Αϊβαλί*, Μοσχονήσι* || εικονοστάσι

ακούνιστος || Αχαΐα, Λακωνία, Σαράντα Εκκλησιές* || ακούνητος

ακούνιστος || Σαράντα Εκκλησιές*, Οινόη*, Τραπεζούντα* || αλίκνιστος

ακούνιστος [Βλάχος 1897] || δημοτική || ανανούριστος

ακούνιτε || Τσακωνιά || αγύρευτος

ακούνιχτος || Κερασούντα* || ακούνητος

ακούνιχτος || Κερασούντα* || αλίκνιστος

ακούννητος || Κάλυμνος || ακίνητος

ακούννητος || Κάλυμνος || ακούνητος

άκουννο || Κως, Ρόδος, Σύμη || σουλτανίνα

άκουννος || Κάλυμνος, Ρόδος || ακούκουτσος

ακουνόπιτρα || Ίμβρος, Κομοτηνή || ακονόπετρα

ακουνού || Λιβίσι* || ακονίζω

ακουνούνστστους || Κοζάνη || ακοινώνητος

ακουνούστιουτους || Κοζάνη || ακοινώνητος

ακούνστους || Αδριανούπολη* || ακούνητος

ακούνστους || Καστοριά || αλίκνιστος

ακουντζμένους || Καστοριά || ακονισμένος

ακούντιτος || Χίος || τεράστιος

ακούντους || Κοζάνη, Σιάτιστα || ακίνητος

ακούντραφους || Αιτωλοακαρνανία || σβέρκος

ακουνώ || Νιγρίτα, Σουφλί, Χαλκιδική || ακονίζω

ακούου || Αδριανούπολη*, Ευρυτανία, Καστοριά, Κοζάνη, Κύμη, Λιβίσι*, Νιγρίτα, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος, Σκύρος, Σουφλί, Τρίκαλα, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || ακούω

ακούουμι || Καστοριά, Σκόπελος || ακούγομαι

ακουουτήρ || Σαμοθράκη || ακρωτήρι

άκουπα || Φθιώτιδα || ακόπιαστα

άκουπα || Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ιωάννινα, Πιερία || συνεχώς

ακουπάνιγος || Σάντα*, Τραπεζούντα* || ακοπάνιστος

ακουπάνιστος || Κερασούντα*, Κύπρος, Σαράντα Εκκλησιές*, Τραπεζούντα* || ακοπάνιστος

ακουπάνιχτος || Κερασούντα* || ακοπάνιστος

ακουπάνστους || Χαλκιδική || αμουνούχιστος

ακουπάντστους || Πιερία || αμουνούχιστος

άκουπας || Αστυπάλαια, Σύμη || σβέρκος

ακουπίαστους || Αδριανούπολη* || ακόπιαστος

άκουπους || Φθιώτιδα || ακόπιαστος

άκουπους || Πιερία, Σέρρες, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Χαλκιδική || άκοφτος

άκουπους || Σέρρες || ξεκούμπωτος

άκουπους || Φθιώτιδα || συνεχής

ακουππάς || Κάρπαθος, Ρόδος || σβέρκος

άκουπφας || Νίσυρος || σβέρκος

ακούπωτος || Βιθυνία* || ασκέπαστος

ακούραστα [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || άκοπα, ανέκοπα || ακούραστα

ακούραστε || Τσακωνιά || ακούραστος

ακούραστος [Portius 1635] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || αάρετος, αβάραστος, αβάρεγος, αβάρετε, αβάρετος, αβάρετους, αβάριτος, αβάριτους, άβαρος, αβάρτος, αβάρτους, αγανάχτετος, άκνευτος, ακόπουκος, ακόραστες, ακούραστε, ακούραστους, ακούριαστος, αλαφροκόκαλος, αμόγητε, αμπεζέριαστος, αμπεζέριστος, αμπιζέριστους, ανέγκαστος, ανέκοπο, ανέκοπος, ανιβάριτους, απόσταγος, πεταρούδος || ακούραστος

ακούραστους || Καστοριά || ακούραστος

ακούρδιγος || Αχαΐα, Κορινθία || ακούρδιστος

ακούρδιστος [Βλάχος 1897] || δημοτική || αγούρευτος, ακόρδιστος, ακόρδιφτους, ακούρδιγος, ακούρευτος, ακούρντιστος, ακούρντστους, ακούρτιστος, ακούρτστους || ακούρδιστος

άκουρε || Τσακωνιά || ακούρευτος

ακούρεθτο || Καλαβρία || ακούρευτος

ακούρεστο || Καλαβρία || ακούρευτος

ακούρεττο || Καλαβρία || ακούρευτος

ακούρευος || Μύκονος, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακούρευτος

ακούρευτε || Τσακωνιά || ακούρευτος

ακούρευτος || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακούρδιστος

ακούρευτος [Portius 1635] || δημοτική || ακούιφτους, ακουλουκούρτστους, άκουρε, ακούρεθτο, ακούρεστο, ακούρεττο, ακούρευος, ακούρευτε, ακούριβους, ακούριος, ακούριφτους, άκουρος, άκουρους || ακούρευτος

ακούριαστος || Κάρπαθος || ακούραστος

ακούριβους || Φθιώτιδα, Φωκίδα || ακούρευτος

ακουρίδα || Λέσβος || αγουρίδα

ακούριος || Κάρπαθος, Ρόδος || ακούρευτος

ακούριφτους || Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Κοζάνη || ακούρευτος

ακούρκαστος || Κύπρος || ανυποχώρητος

ακούρκουμα || Τρίκαλα || ανακούρκουδα

ακουρμάζομαι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κεφαλονιά, Λευκάδα, Σμύρνη || αφουγκράζομαι

ακουρμάζουμι || Αίνος*, Άρτα, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Μακεδονία, Φθιώτιδα || αφουγκράζομαι

ακουρμαίνομαι || Κεφαλονιά || υπακούω

ακουρμαίνομαι [Ηπίτης 1908] || δημοτική || Θεσπρωτία, Κεφαλονιά, Λευκάδα || αφουγκράζομαι

ακουρμαίνουμι || Άρτα, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Φθιώτιδα || αφουγκράζομαι

ακούρμαση || Λευκάδα || εντολή

ακούρμασμα || Ευρυτανία || άκουσμα

ακούρμαστος || Κεφαλονιά || ανυπάκουος

ακούρμαστος || Κεφαλονιά || άτακτος

ακουρμπέτι || Αρκαδία || ωστόσο

ακούρνιαγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κορινθία || ακούρνιαχτος

ακούρνιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Σύρος || ακούρνιαχτος

ακούρνιαστους || Στερεά || ακούρνιαχτος

ακουρνιάχτιγος || Αρκαδία || ασκόνιστος

ακούρνιαχτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοίταστος, ακούρνιαγος, ακούρνιαστους, ακούρνιαχτος || ακούρνιαχτος

ακούρντιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακούρδιστος

ακούρντστους || Σέρρες || ακούρδιστος

άκουρος || Κρήτη || άγουρος

άκουρος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νίσυρος, Πάρος, Σύμη || ακούρευτος

άκουρους || Αιτωλοακαρνανία, Ίμβρος, Πιερία, Φθιώτιδα || ακούρευτος

ακούρσευτος [Βλάχος 1659] || δημοτική || ακρούσευτος || ακούρσευτος

ακουρτζά || Σάμος || γκορτσιά

ακούρτιστο || Κύπρος || ξεκούρδιστο

ακούρτιστος || Κύπρος || ακούρδιστος

ακούρτστους || Σιάτιστα || ακούρδιστος

ακουρφουλόιγους || Αιτωλοακαρνανία || ακορφολόγητος

ακουρφουλόιτους || Χαλκιδική || ακορφολόγητος

ακουσέλευτος || Νάξος || ακουτσομπόλευτος

ακούσιος || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αβούλευτος, άθελος, άθιλους, ανεθέλητος || ακούσιος

ακουσκίντστους || Πιερία || ακοσκίνιστος

ακουσκούμαι || Κοτύωρα* || ακούγομαι

ακούσκουρας || Κρήτη || ασβεστόπετρα

άκουσμα || Εύβοια, Κάρπαθος || είδηση

άκουσμα [Germano 1622] || ακοή

άκουσμα [Somavera 1709] || Θήρα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Μάνη, Μύκονος, Νάξος, Ρόδος, Σίφνος, Χίος || φήμη

άκουσμα [Βλάχος 1659] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αγροίκηση, αγροικιά, άκουμα, άκουσμαν, ακούρμασμα, νιάμα || άκουσμα

άκουσμαν || Τραπεζούντα* || ακοή

άκουσμαν || Κερασούντα*, Κύπρος, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άκουσμα

άκουσμαν || Κύπρος, Ρόδος || φήμη

ακουσμαντάμουτους || Κοζάνη || ακοινώνητος

ακουσμέν || Χαλκιδική || τσούλα

ακουσμένη [Somavera 1709] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κάρυστος, Κέρκυρα, Μάνη || τσούλα

ακουσμένος [Deheque 1825] || κουμμένο, κουσμένο || ακουσμένος

ακουσμένος [Germano 1622] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κύπρος || διάσημος

ακουσμός || Κρήτη, Νάξος || φήμη

ακουσούρευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Νίσυρος || αψεγάδιαστος

ακουστά || & Κάλυμνος, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Παξοί, Σαράντα Εκκλησιές* || ακουστά

άκουστα || Νάξος || ανήκουστα

ακουστά [Somavera 1709] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || αγρικητά, αϊκουστά, αϊξτά, αξτά, απαγρικητά, απακουστά, απαξτά, αποκουστό, αργίς, γρικητά, ηκουστά, κουστά, ξαργίς || ακουστά

άκουστα [Βλαστός 1931] || ανάκουστα

ακουστάδος || Παξοί || αποκτημένος

ακουστήρι [Βλάχος 1659] || ακροατήριο

ακουστής [Germano 1622] || ακροατής

ακουστιά || Καστοριά || ακρόαση

ακουστίδ || Σάμος || καλπασμός

ακουστίομαι || Οινόη* || ακούγομαι

άκουστο || Καλαβρία || ανάκουστος

ακουστός [Deheque 1825] || δημοτική || αγρικιστός, αγρικιτός, αϊξτός, αξτός, απακουστός, αποκουστός, απουκουστός || ακουστός

ακουστός [Portius 1635] || διάσημος

ακουστώ || Σάμος || καλπάζω

άκουτα || Ιωάννινα || αθόρυβα

ακούτης || Αρκαδία, Ζάκυνθος, Κύθηρα || ινίο

ακούτης || Ζάκυνθος || σβέρκος

ακούτικας || Ρόδος || σβέρκος

ακούτινας || Ρόδος || γύπας

ακούτκας || Λέσβος || ινίο

ακούτος || Ζάκυνθος || οξύτονος

ακούτος || Ζάκυνθος || οξύφωνος

άκουτος [Βλαστός 1931] || ανάκουστος

ακούτραφας [Βλαστός 1931] || Αρκαδία, Κύθηρα, Λακωνία, Μεσσηνία || σβέρκος

ακούτραφας [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Ηλεία || ινίο

ακουτσκάλιστους || Κοζάνη || ασκάλιστος

ακουτσομπόλευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοτσομπόλευτος, ακουβέδιαστος, ακουβέντιαστος, ακουσέλευτος, ακουτσομπόλιαστος, ακοφινάριστος, αξόμπλιαστος || ακουτσομπόλευτος

ακουτσομπόλιαστος [ΙΛΝΕ 1933] || ακουτσομπόλευτος

ακουτσούλητος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακοτσίλιαστος, ακτσούλιαστους || ακουτσούλητος

ακουτσούρευτε || Τσακωνιά || ακουτσούρευτος

ακουτσούρευτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακουτσούρευτε || ακουτσούρευτος

ακουτσούφλητος || Κύπρος || αναμάρτητος

ακουτώ || Κοζάνη || τολμώ

ακουφίνιαγους || Αιτωλοακαρνανία || ακοφίνιστος

άκουφτους || Αιτωλοκαρνανία || άκοφτος

ακούω || Κρήτη || αισθάνομαι

ακούω || & Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Βάτικα*, Θεσπρωτία, Κάσος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Μήλος, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Χαβουτσί* || ακούω

ακούω || Ζάκυνθος || καταλαβαίνω

ακούω || Κάρπαθος, Κρήτη, Νάξος || μυρίζω

ακούω || Άνδρος, Κοτύωρα*, Χίος || ονομάζομαι

ακούω [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 5 || Swadesh List 102 | Atlas Linguarum Europae 193 | Buck List 15.41 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | αγρικάου, αγρικάω, αγρικονίζω, αγρικού, αγρικώ, αγροικώ, αδρικώ, αθρικώ, αϊκού, αϊκούου, αϊκώ, ακλοροβώ, ακόζω, ακού, ακούγκου, ακούγου, ακούου, ακροάζζομαι, ακρόννομαι, ακρόννουμαι, ακρούω, ακώ, ακώου, αρικώ, γιουκούγω, γρικάου, γρικάω, γρικού, γρικώ, γροικώ, δρικώ, εγρικώ, εκούννω, εκούω, θρικώ, ικούω, κούγου, κούννω, κούου, κούω, κρόννομαι, κρόννουμαι, νεκρούμαι, νίου || ακούω

ακοφινάριστος || Νάξος || ακουτσομπόλευτος

ακοφίνιαγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κορινθία || ακοφίνιστος

ακοφίνιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοφίνιαγος, ακουφίνιαγους || ακοφίνιαστος

άκοφος || Όφις*, Τραπεζούντα* || άκοφτος

άκοφος || Όφις || απερίτμητος

άκοφτε || Τσακωνιά || άκοφτος

άκοφτο || Καλαβρία || άκοφτος

άκοφτος [Somavera 1709] || δημοτική || άκοθτο, ακόπετος, άκοπο, άκοστο, άκουβους, άκουπους, άκουφτους, άκοφος, άκοφτε, άκοφτο, ανάκοστο, ανέκοπος, ανήκοπος || άκοφτος

ακοχλάκιστος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άβραστος

ακόχλαστος || Τραπεζούντα* || άβραστος

ακόψαστα || Κάλυμνος || ακόπιαστα

ακόψαστος || Κάλυμνος || ακόπιαστος

ακρ || Ευρυτανία, Καρδίτσα, Πρέβεζα, Φωκίδα || άκρη

άκρα [Germano 1622] || Αμοργός, Απουλία, Αραβανί*, Αρκαδία, Αυδήμι*, Αχαΐα, Βιθυνία*, Ευρυτανία, Ηλεία, Ινέπολη*, Ιωάννινα, Κάλυμνος, Καλαβρία, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κάσος, Καστοριά, Κερασούντα* Κέρκυρα, Κοζάνη, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύπρος, Λακωνία, Λέσβος, Μήλος, Οινόη*, Όφις*, Ρόδος, Σάντα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Σίλατα*, Σίλλη*, Σκύρος, Σωζόπολη*, Τραπεζούντα*, Τσακωνιά, Φάρασα*, Φιλιππούπολη*, Χαλδία* || άκρη

ακράγ || Τήνος || δροσιά

άκραγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Εύβοια, Κορινθία, Λακωνία, Μάνη || άκραχτος

άκραγους || Λέσβος || άκραχτος

άκραγους || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || νεαρός

ακράζζομαι || Καλαβρία || αφουγκράζομαι

ακραζζόμενο || Καλαβρία || αφουγκραζόμενος

ακράι || Κως || παγωνιά

ακράι || Λέρος, Νάξος || πάχνη

ακραμπάς || Κοζάνη || βοηθός

ακράν || Σουφλί, Τσακήλι* || συνομήλικος

ακράνα || Τσακήλι* || κράνο

ακράναλος || Όφις*, Σαμψούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || μισανάλατος

ακράνδις || Σάμος || συνομήλικοι

ακράνης || Καλλίπολη*, Σωζόπολη*, Τσεσμέ* || συνομήλικος

ακράνης || Κάρπαθος || φίλος

ακράνης [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Πάργα || σύντροφος

ακράνι [Κουκκίδης 1960] || Βουρλά* || συνομήλικος

ακράνι [Σκαρλάτος 1835] || δημοτική || κράνο

ακράνια || Τσακήλι* || συνομήλικοι

ακρανιά [Somavera 1709] || δημοτική || Σαράντα Εκκλησιές*, Σωζόπολη* || κρανιά

ακράνιν || Κάρπαθος || κολλητάρι

ακράνιτσα || Κάρπαθος || συντρόφισσα

ακράνοιγμαν || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || μισάνοιγμα

ακράνοιγος || Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || μισάνοιχτος

ακρανοίγω || Καλαβρία, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Σάντα*, Χαλδία* || μισανοίγω

ακράνοιθτο || Καλαβρία || μισάνοιχτος

ακράνοιστο || Καλαβρία || μισάνοιχτος

ακράνοιχτος [Βλαστός 1931] || Σαράντα Εκκλησιές*, Κερασούντα*, Χαλδία* || μισάνοιχτος

ακράνουδος || Ικαρία || συνομήλικος

ακράνς || Λέσβος, Μαγνησία, Σουφλί || συνομήλικος

ακράνυχο || Κρήτη || ακρονύχι

ακράνχτα || Μαγνησία || ορθάνοιχτα

ακράνχτους || Μαγνησία || ορθάνοιχτος

ακράπ || Βάτικα*, Κοτύωρα*, Μάδυτος*, Προποντίδα*, Χαβουτσί*, Χαλδία* || σκορπιός

ακράπιστος || Χαλδία* || απελέκητος

ακράσουτους || Κοζάνη || ακράσωτος

ακράσωτος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακράσουτους || ακράσωτος

ακράτα || Κέρκυρα || ασυγκράτητα

άκρατε || Τσακωνιά || αλάλητος

άκρατε || Τσακωνιά || αράγιστος

ακράτεια || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || ανεγκράτεια || ακράτεια

ακράτετος || Κερασούντα*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα* || απροστάτευτος

ακράτζομαι || Καλαβρία || αφουγκράζομαι

ακρατζόμενο || Καλαβρία || αφουγκραζόμενος

ακράτζουμι || Καλαβρία || αφουγκράζομαι

ακράτηγος || Ηλεία || ανυπόμονος

ακράτηγος || Αρκαδία, Ηλεία || ασυγκράτητος

ακρατής || λόγιο || ανεγκράτητος || ακρατής

ακράτος || Βιθυνία || αθώος

ακράτος || Κρήτη, Μάνη, Νάξος, Ρόδος || αμιγής

ακράτος || Άνδρος, Κάρπαθος, Κρήτη, Παξοί || ειλικρινής

ακράτος || Κως || μυρωδάτος

ακράτος || Κάρπαθος || ώριμος

άκρατος || Αίγινα, Κάρπαθος || αμιγής

άκρατος || Μέγαρα || ανόθευτος

ακράτος [Βλαστός 1931] || Μύκονος || ανόθευτος

ακράτους || Αίνος*, Ίμβρος || αμιγής

ακράτους || Ίμβρος || ανόθευτος

ακράτους || Σάμος || ειλικρινής

ακράτους || Λέσβος || καθαρός

ακράτους || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || πεντακάθαρος

άκρατους || Ίμβρος || ανόθευτος

ακρατουσύν || Λέσβος || καθαριότητα

ακράφν || Πάρος || ξαφνικά

ακράφνου || Πάρος || ξαφνικά

ακράχαρος || Κερασούντα* || δυστυχισμένος

άκραχτος [Βλαστός 1931] || δημοτική || άκραγος, άκραγους, άκραχτους || άκραχτος

άκραχτους || Κοζάνη || άκραχτος

ακρέβατος || Κρήτη || κρεβατίνα

ακρέβατος || Κρήτη || σκυλόβατος

ακρεβάτωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρεβάτιαστος || ακρεβάτωτος

ακρεβός || Σαμψούντα* || ακριβός

ακρέμαγος || Κορινθία, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακρέμαστος

ακρέμαστε || Τσακωνιά || ακρέμαστος

ακρέμαστος [Somavera 1709] || δημοτική || ακρέμαγος, ακρέμαστε || ακρέμαστος

ακρέμιστος || Τραπεζούντα* || αγκρέμιστος

ακρένου || Τρίκαλα || απαντώ

ακρέντζος || Σωζόπολη* || τρελούτσικος

ακρεντιτάτος || Ζάκυνθος || ευυπόληπτος

ακρέπ || Κομοτηνή, Σάντα*, Χαλδία* || σκορπιός

ακρεσιμέντο || Ζάκυνθος || προσθήκη

άκρη || & Άνδρος, Αργολίδα, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Θήρα, Κάλυμνος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Λέρος, Λευκάδα, Μάνη, Μεσσηνία, Νίσυρος, Σαράντα Εκκλησιές*, Χίος,  || άκρη

άκρη [Somavera 1709] || δημοτική || συχν. εμφ. 5 || Buck List 12.35 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | άγκρα, ακίδα, άκιρζα, άκκρια, ακρ, άκρα, άκρια, άκριγια, άκρος (το), νάκρα, νάκρη || άκρη

ακρησάριγος || Αχαΐα, Κεφαλονιά || ακοσκίνιστος

ακρησάριστος [Βλάχος 1897] || δημοτική || ακοσκίνιστος

ακρί || Κάρπαθος || λόφος

ακρία || Κάλυμνος, Κύπρος, Ρόδος || ακρίδα

ακρία || Κάρπαθος || λόφος

ακρία || Τσακωνιά || τσουκνίδα

άκρια [Germano 1622] || δημοτική || Αδριανούπολη*, Αμοργός, Αργολίδα, Βελβεντός, Θεσσαλονίκη, Θήρα, Ιωάννινα, Καρδίτσα, Κάρπαθος, Κάρυστος, Κοζάνη, Κρήτη, Κύπρος, Κως, Λακωνία, Λάρισα, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Μέγαρα, Μαγνησία, Μάνη, Μεσσηνία, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Νιγρίτα, Νίσυρος, Πάρος, Πιερία, Ρόδος, Σάμος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σίφνος, Σύμη, Σύρος, Τρίκαλα, Χαλκιδική, Χίος || άκρη

ακριάγουρους || Πιερία || αγουρωπός

ακριαίνω || Κάρπαθος || ακριβαίνω

ακριανός [Βλάχος 1897] || δημοτική || άγκρινο, ακζινέ, ακριάρκους, ακριμιός, ακριενός, ακρινέ, ακρινέος, ακρινό, ακρινός, ακρνός, απομακρινός || ακριανός

ακριάρκους || Λάρισα || ακοινώνητος

ακριάρκους || Πιερία || ακριανός

ακριβά || & Αμοργός, Αρκαδία, Αυλωνάρι, Αχαΐα, Θεσπρωτία, Κεφαλονιά, Κίμωλος, Κονίστρες, Κρήτη, Κύθηρα, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Μεσσηνία || ακριβά

ακριβά [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 4 || Atlas Linguarum Europae 391 | αδριά, ακζιβά, ακριβοπά, κριβά || ακριβά

ακριβαγαπάω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβαγαπώ

ακριβαγαπημένος [Somavera 1709] || δημοτική || ακριβαγαπμένους || ακριβαγαπημένος

ακριβαγαπμένους || Αδριανούπολη* || ακριβαγαπημένος

ακριβαγαπώ [Somavera 1709] || δημοτική || ακριβαγαπάω || ακριβαγαπώ

ακριβαγοράζω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβαγουράζου || ακριβαγοράζω

ακριβαγόραστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || πολύτιμος

ακριβαγουράζου || Μακεδονία || ακριβαγοράζω

ακριβαίνου || Καστοριά, Τσακωνιά || ακριβαίνω

ακριβαίνω [Somavera 1709] || δημοτική || ακζιβαίνου, ακριαίνω, ακριβαίνου, ακριβεύω, ακριβίζω, ακριβίνω, ακριβώννω, ακριβώνω, ανεβαζάρω, κριβαίνου, κριβαίνω || ακριβαίνω

ακριβαλός || Κοζάνη || γραβάτα

ακριβαναθρεμμένος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβαναθριμένους, ακριβανεθρεμένος, ακριονεθρεμένος || ακριβαναθρεμμένος

ακριβαναθριμένους || Αίνος* || ακριβαναθρεμμένος

ακριβανεθρεμένος || Νάξος || ακριβαναθρεμμένος

ακριβανεθρεύγω || Νάξος || ακριβαναθρέφω

ακριβάνθρωπος || Λακωνία || τσιγκούνης

ακριβέγκουω || Καλαβρία || διστάζω

ακριβέγκω || Καλαβρία || διστάζω

ακρίβεια || & Αμοργός, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Ιωάννινα, Κάρπαθος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Σαράντα Εκκλησιές* || ακρίβεια

ακρίβεια [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 5 || ακζίιδα, ακριβειά, ακριβίγια, ακρίβζα, ακρίβκια, ακρίβομα, ακρίφκια, κρίβα, κρίβια, κρίβιο || ακρίβεια

ακριβειά [Germano 1622] || ακρίβεια

ακριβεύγω || Καλαβρία || διστάζω

ακριβεύομαι || Κεφαλονιά || καμαρώνω

ακριβεύομαι || Κύπρος || τσιγκουνεύομαι

ακριβεύομαι [Βλάχος 1659] || φείδομαι

ακριβεύουμι || Μάδυτος || τσιγκουνεύομαι

ακριβεύω || Σύρος || ακριβαίνω

ακριβέω || Καλαβρία || διστάζω

ακρίβζα || Κάλυμνος || ακρίβεια

Ακριβή [Βλαστός 1931] || Ακρίβου, Βιβή || Ακριβή

ακριβιά [Somavera 1709] || Λιβίσι*, Μάδυτος* || τσιγκουνιά

ακριβιά [Βλάχος 1659] || ακαρπία

ακριβιάζομαι || Μάνη || τσιγκουνεύομαι

ακριβίγια || Κερασούντα || ακρίβεια

ακριβίζω || Κρήτη || ακριβαίνω

ακριβικάμερα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβοκάμαρα

ακριβίνω || Κερασούντα*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακριβαίνω

ακρίβκια || Κύπρος || ακρίβεια

ακριβό || Τσακωνιά || ακριβός

ακριβογιός [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβουγιός || ακριβογιός

ακριβογόραστος || Κύπρος || πολύτιμος

ακριβοδυχατέρα || Αρκαδία, Αχαΐα, Κορινθία || ακριβοθυγατέρα

ακριβοζώητος || Μάνη || φοβιτσιάρης

ακριβοθεωρώ [Βεντότης 1790] || ακριβοθωρώ

ακριβοθυγατέρα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβοδυχατέρα, ακριβοκορούλα, ακριβουδυχατέρα, ακριοκορούλα || ακριβοθυγατέρα

ακριβοθώρατος || Καστελλόριζο || ακριβοθώρητος

ακριβοθώρετος || Κερασούντα*, Κρήτη, Κύθηρα, Πάρος, Σύμη, Σωζόπολη* || ακριβοθώρητος

ακριβοθωρημένος || Κύπρος || ακριβοθώρητος

ακριβοθώρητος [Σκαρλάτος 1835] || συχν. εμφ. 2 || ακριβοθώρατος, ακριβοθώρετος, ακριβοθωρημένος, ακριβοθώροτος, ακριβουθώρητους, ακριβοχώρητος, ακριοθώρετος, κριβοθώρητος || ακριβοθώρητος

ακριβοθώροτος || Νίσυρος, Ρόδος || ακριβοθώρητος

ακριβοθωρώ [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακριβοκοιτάζω || ακριβοθωρώ

ακριβοκάμαρα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβικάμερα || ακριβοκάμαρα

ακριβοκαμένος || Σύρος || τσιγκούνης

ακριβοκαούζα || Κύθηρα || τσιγκούνα

ακριβοκοιτάζω [Βεντότης 1790] || δημοτική || ακριβοθωρώ

ακριβοκόπος [Βλαστός 1931] || δημοτική || Λακωνία, Μάνη || τσιγκούνης

ακριβοκορούλα || Κάσος || ακριβοθυγατέρα

ακριβοκούρι || Μάνη || παραχαϊδεμένος

ακριβολογώ || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || αγλαφάζω, γλαφάζω || ακριβολογώ

ακρίβομα || Κέρκυρα || ακρίβεια

ακριβομίλητος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || Ζάκυνθος || λιγομίλητος

ακριβομίσταρος || Κύπρος || υψηλόμισθος

ακριβονεριά || Κεφαλονιά || ανομβρία

ακριβονερία || Κύθηρα || ανομβρία

ακριβονερία || Μάνη || λειψυδρία

ακριβοξετάζω [Βεντότης 1790] || δημοτική || ακριβοξιτάζου || ακριβοξετάζω

ακριβοξιτάζου || Αδριανούπολη* || ακριβοξετάζω

ακριβοπά || Κρήτη || ακριβά

ακριβοπλερώνομαι || Κέρκυρα, Κύθηρα || ακριβοπληρώνομαι

ακριβοπλερώνω || Ζάκυνθος || ακριβοπληρώνω

ακριβοπληρώνομαι [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || ακριβοπλερώνω, ακριβοπλερώνομαι || ακριβοπληρώνομαι

ακριβοπληρώνω [Βλάχος 1897] || δημοτική || ακριοπλερώνω || ακριβοπληρώνω

ακριβοπουλάω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακριβοπουλώ

ακριβοπούλης || Ρόδος || ακριβός

ακριβοπουλώ [Βεντότης 1790] || δημοτική || ακζιβοπού, ακριβοπουλάω, ακριβουπουλώ, κριβοπουλώ || ακριβοπουλώ

ακριβός || & Αμοργός, Άνδρος, Αρκαδία, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιθάκη, Κάλυμνος, Κεφαλονιά, Κορινθία, Κοτύωρα*, Κρήτη, Κύμη, Κύπρος, Λακωνία, Μάνη, Μεσσηνία, Νάξος, Νίσυρος, Παξοί, Ρόδος, Σίφνος, Χίος || ακριβός

ακριβός [Corona Preciosa 1527] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Buck List 11.88 | Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | ακζιβό, ακρεβός, ακριβό, ακριβοπούλης, ακριός, ακριφός, κριβός || ακριβός

ακριβός [Somavera 1709] || Αίγινα, Ζάκυνθος, Ίμβρος, Κάλυμνος, Κερασούντα*, Κύθηρα, Κύπρος, Λακωνία, Λιβίσι*, Νάξος, Σαμψούντα*, Σωζόπολη* || τσιγκούνης

ακριβοσύνη || Άνδρος || τσιγκουνιά

ακριβοταγίζω [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακριβοταΐζω

ακριβοτάγιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβοτάιστος

ακριβοταΐζω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακριβοταγίζω || ακριβοταΐζω

ακριβοτάιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακριβοτάγιστος || ακριβοτάιστος

ακριβοτζάτζαλος || Χίος || τσιγκούνης

ακριβοτζατζάνης || Σύρος || τσιγκούνης

ακριβοτζάτζαρος || Χίος || τσιγκούνης

ακριβοτσίγκανος || Νάξος || τσιγκούνης

Ακρίβου || Πιερία, Χαλκιδική || Ακριβή

ακριβουγιός || Αιτωλοακαρνανία, Σάμος || ακριβογιός

ακριβουδυχατέρα || Ευρυτανία || ακριβοθυγατέρα

ακριβουδυχατέρα || Σκόπελος, Καρδίτσα || μοναχοκόρη

ακριβουθουρώ || Αδριανούπολη* || κοιτάζω

ακριβουθώρητους || Σάμος || ακριβοθώρητος

ακριβουνιρά || Ίμβρος || ανομβρία

ακριβουπουλώ || Λιβίσι* || ακριβοπουλώ

ακριβούσικο || Τσακωνιά || ακριβούτσικο

ακριβουτζανταλιάρς || Κομοτηνή || τσιγκούνης

ακριβουτζαντζαλιάρς || Αίνος*, Μάδυτος* || τσιγκούνης

ακριβουτζαντζάλς || Αίνος || τσιγκούνης

ακριβουτζατζάλα || Σάμος || τσιγκούνα

ακριβουτζάτζαλους || Αϊβαλί*, Ίμβρος, Λέσβος, Μοσχονήσι* || τσιγκούνης

ακριβουτζατζάλς || Σάμος || τσιγκούνης

ακριβουτζατζάνς || Σάμος || τσιγκούνης

ακριβουτζάτζαρους || Λέσβος || τσιγκούνης

ακριβούτσικο || ακζιβούσικο, ακριβούσικο || ακριβούτσικο

ακριβούτσικος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακριβωτός || ακριβούτσικος

ακριβοχέρης [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || τσιγκούνης

ακριβοχώρητος || Κάλυμνος || ακριβοθώρητος

ακριβώννω || Κύπρος || ακριβαίνω

ακριβώνω [Somavera 1709] || Μύκονος, Χίος || ακριβαίνω

ακριβώς || λόγιο || συχν. εμφ. 6 || Βασικό Λεξιλόγιο ΚΝΕ 1962 | ακαντί, ακκιπέτιν, αλμπέτ, αντζάκ, αντζιάκ, άπατα, απατά, απόντε, απόντο, απόντου, απούντο, απούντον, απούντου, απούντος, αρ, ασιλά, άσιλα, ατζιάκ, ιμπούντο, ιπούντο, κρίβια, πατά, περαπούντο, σατά, ταμάμ, τάσταμαμ, τζιούστα  || ακριβώς

ακριβωτός || Σάντα*, Χαλδία* || ακριβούτσικος

άκριγια || Αϊβαλί*, Δαρδανέλια*, Λέσβος, Λήμνος, Μάδυτος*, Μοσχονήσι* || άκρη

άκριγιος || Κρήτη || άγριος

ακρίδα || & Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Θήρα, Κεφαλονιά, Μάνη, Πάρος, Πιερία, Τσακωνιά, Χαλκιδική || ακρίδα

ακρίδα || Αστυπάλια || γαρίδα

ακρίδα || Θήρα, Πάρος || κριθαράκι

ακρίδα || Μεσσηνία, Πιερία || τριζόνι

ακρίδα [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || Atlas Linguarum Europae 125 | ακρίδα και είδη αυτής: αγριμούτσα, ακζίδα, ακνία, ακνίδα, ακρία, ακρίδοφας, ακρίθα, άκριος, αλογάκ, απήδαλος, απήδανος, ατζίτζικας, αχελέος, βαλακρίδα, βολάκριθας, βρούχο, βρούχος, βρόχο, καλκατζάς, καμπανός, καρκαλέτς, καρκατσέλ, κατέλαγας, κουτάλαφος, κουτούλαφος, λαγκευτήρα, λοκούστα, μάστακας, μαστακίδι, μούστακας, μπαχτσιαχτσιάς, ορφανέλα, πέτακας, πετάλαγας, σκάκαλους, σκάκλιακας, σκαρκάλ, σκάρκαλους, σκάρνος, στρίκλα, στρίκλιους, τζάγκαρος, χελέος || ακρίδα

ακριδάκι [ΙΛΝΕ 19333] || αχινάγκαθο

ακριδάρα [ΙΛΝΕ 1933] || μεγάλη ακρίδα: ακρίδαρος, ακριθάρα || ακριδάρα

ακρίδαρος [ΙΛΝΕ 1933] || Μεσσηνία || ακριδάρα

ακρίδας || Αρκαδία || κοκαλιάρης

ακριδίτσα [ΙΛΝΕ 1933] || ακριδούλα, ακριθούλα || ακριδίτσα

ακριδολογάω || Αρκαδία, Ηλεία, Μεσσηνία || σουλατσάρω

ακριδολόγος [ΙΛΝΕ 2016] || αγιοπούλι

ακριδομάχος [ΙΛΝΕ 1989] || κοκκινοκεφαλάς

ακριδούλα || Μεσσηνία || ακριδίτσα

ακριδοφάγος || λόγιο || ακριδοφάης || ακριδοφάγος

ακριδοφάης [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακριδοφάγος

ακρίδοφας || Νίσυρος || ακρίδα

ακριενός || Ρόδος || ακριανός

ακρίζομαι || Κύπρος || εξαγριώνομαι

ακρίζου || Τσακωνιά || αποτραβιέμαι

ακρίθα || Βουρλά*, Λέσβος, Σάμος, Σμύρνη*, Χίος || ακρίδα

ακρίθα || Αϊβαλί*, Κέρκυρα, Λέσβος, Μοσχονήσι*, Παξοί, Σύρος || κριθαράκι

ακριθάκι || Βουρλά* || κριθαράκι

ακριθάρα || Λέσβος || ακριδάρα

άκριθας || Χίος || κριθαράκι

ακριθούλα || Λέσβος || ακριδίτσα

ακρίθους || Λέσβος || κριθαράκι

ακριμάτιστα [Somavera 1709] || δημοτική || αναμάρτητα

ακριμάτιστος [Germano 1622] || δημοτική || Ήπειρος, Κρήτη, Σύμη || αναμάρτητος

ακριμάτστους || Ιωάννινα, Κοζάνη || αναμάρτητος

ακριμιός || Κρήτη || απόμακρος

ακριμιός [Βλαστός 1931] || Κρήτη, Τσεσμέ* || ακριανός

ακριμπέτι || Ηλεία || τελικά

ακρινάρι [Βλαστός 1931] || ούγια

ακρινέ || Τσακωνιά || ακριανός

ακρινέος || Λακωνία, Μάνη || ακριανός

ακρινό || Απουλία || ακριανός

ακρινός [Germano 1622] || δημοτική || Αρκαδία, Δαρδανέλια*, Ζάκυνθος, Ηλεία, Ήπειρος, Κορινθία, Κρήτη, Κύπρος, Μάνη || ακριανός

ακριοβλαστημώ [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροβλαστημώ

ακριοθώρετος || Κάρπαθος || ακριβοθώρητος

ακριοκίτρινος || Λακωνία || κιτρινωπός

ακριοκόκκινος || Λακωνία || κοκκινωπός

ακριοκορούλα || Κάσος || ακριβοθυγατέρα

ακριόμελα || Πάρος || χιονίστρα

ακριομέλανος || Λακωνία || μαυριδερός

ακριομέλισος || Λακωνία || μελαχρινός

ακριονεθρεμένος || Κάσος || ακριβαναθρεμμένος

ακριόνυχο || Λακωνία, Μάνη || ακρονύχι

ακριοπατάω || Μάνη || ακροπατώ

ακριοπατώ || Μάνη || ακροπατώ

ακριοπλερώνω || Κάρπαθος || ακριβοπληρώνω

ακριός || Κάρπαθος || ακριβός

άκριος || Κύπρος || ακρίδα

ακριοστέκομαι || Κορσική || κοντοστέκομαι

ακριοσυγγενής || Λακωνία || ακροσυγγενής

ακριοχωραφίνα || Ρόδος || ακροχωραφιά

ακρισάριστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακοσκίνιστα

ακρισάριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Μάνη || ακοσκίνιστος

ακρισάρωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακοσκίνιστος

ακρισία || Νίσυρος || αδιακρισία

ακρισία || Τσακωνιά || απερισκεψία

ακρισιά [Βλαστός 1931] || απερισκεψία

ακρίσιους || Κοζάνη || άλμη

ακρισολόγητα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || αδίκαστα

ακρίσους || Πιερία || τυρόγαλο

άκριστε || Τσακωνιά || άπλυτος

άκριστος || Τραπεζούντα* || αδίκαστος

άκριτα || Αρκαδία, Λακωνία || αμίλητα

άκριτα || Κρήτη || απερίσκεπτα

άκριτε || Τσακωνιά || αμίλητος

άκριτε || Τσακωνιά || απερίσκεπτος

ακριτόμυθος || λόγιο || που δεν κρατάει μυστικό: αναχλός || ακριτόμυθος

άκριτος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Λακωνία, Σάντα*, Χαλδία* || αδίκαστος

άκριτος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Χαλδία* || άδικος

άκριτος || Ήπειρος || ακοινώνητος

άκριτος || Λακωνία || αμετάλαβος

άκριτος || Δέλβινο, Θεσπρωτία, Κρήτη, Μυριόφυτο* || αμίλητος

άκριτους || Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Καρδίτσα || αμίλητος

άκριτους || Αιτωλοακαρνανία || λιγομίλητος

ακρίτσα [Σκαρλάτος 1852] || δημοτική || Ήπειρος, Λάρισα, Σάμος || ακρούλα

ακρίφκια || Κύπρος || ακρίβεια

ακριφοβούμαι || Λακωνία || δειλιάζω

ακριφός || Κοτύωρα* || ακριβός

ακρνός || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία || ακριανός

ακροάζζομαι || Κως || ακούω

ακροαλιά || Κάρπαθος, Κίμωλος, Σύμη || ακρογιαλιά

ακρόαση || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || ακουστιά, γρίτσηση || ακρόαση

ακρόβατε || Τσακωνιά || σκυλόβατος

ακροβλαστημάω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροβλαστημώ

ακροβλαστημώ [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακριοβλαστημώ, ακροβλαστημάω || ακροβλαστημώ

ακροβούνι || Κάσος || βουνοκορφή

ακρογιαλέα || Βάτικα*, Χαβουτσί* || ακρογιαλιά

ακρογιάλι [Ηπίτης 1908] || δημοτική || Ζάκυνθος, Μάνη || ακρογιαλιά

ακρογιαλιά || & Ζάκυνθος, Κάρυστος, Κίμωλος, Κρήτη, Λέρος, Μάνη, Νάξος, Ρόδος, Χίος || ακρογιαλιά

ακρογιαλιά [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Buck List 1.27 | αγκροθαλασσία, ακροαλιά, ακρογιαλέα, ακρογιάλι, ακρόγιαλος, ακρουγιαλιά, ακροθαλασιά, ακροθάλασσα, ακροθαλασσία, ακροθάλασσο, ακροπελαγιά, ακρουγιαλιά, ακρουθαλασιά, ακρουπέλαγους, ακρουπιλαγιά, αποφυσά (η), γιαλλό (το), γιαλός, γυρωγιάλι, γυρωγιαλιά, θαλασάκ, θαλασάκρ, θαλασάκρα, θαλασάκριν, θαλασάκρον, κατάγιαλου, παραγιάλι, παράγιαλος, περιγιάλι, σύγιαλο || ακρογιαλιά

ακρογιαλίτης [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακρόγιαλος || ακρογιαλίτης

ακρόγιαλος || Πάργα || ακρογιαλιά

ακρόγιαλος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακρογιαλίτης

ακρογούλι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || προγούλι

ακροδαχτυλάκι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κριουδαχτλούδ || ακροδαχτυλάκι

ακροδάχτυλο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κριουδάχτλου || ακροδάχτυλο

ακρόδεχας || Κρήτη || ακρόδωμα

ακροδοσά || Ικαρία || ακρόδωμα

ακροδοσιά || Ικαρία || ακρόδωμα

ακρόδουμα || Σάμος || ακρόδωμα

ακρόδουχας || Κρήτη || ακρόδωμα

ακρόδουχος || Κρήτη || ακρόδωμα

ακροδώμα || Αραβανί* || ακρόδωμα

ακρόδωμα [ΙΛΝΕ 1933] || ακρόδεχας, ακροδοσά, ακροδοσιά, ακρόδουμα, ακρόδουχας, ακρόδουχος, ακροδώμα, ακρόδωμαν, ακροδωματέ, ακροδωματιά, ακροδωμαθιά, ακρόδωμος, ακροντώμα, ακρορόφι, άκρουφας, ακρούφος, ακρόωμαν, ακρόωμος, ακρώμος, βατσιπέτι, καβαλάρης, κόρδωμα, κριόδουμα, κρόδιμα, κροδούχος, κρόδρωμα, κρόδωμα, κρόδωμαν, κρόμα, κρόμαν, κρόωμαν, κρώμαν, ματσιπέτι || ακρόδωμα

ακροδωμαθιά || Κρήτη || ακρόδωμα

ακρόδωμαν || Κύπρος || ακρόδωμα

ακροδωματέ || Κρήτη || ακρόδωμα

ακροδωματιά || Κρήτη || ακρόδωμα

ακρόδωμος || Ρόδος || ακρόδωμα

ακρόζογρος || Χαλδία* || υγρούτσικος

ακροθαλασσά || Κάλυμνος || ακρογιαλιά

ακροθάλασσα [ΙΛΝΕ 1933] || Ηλεία, Θήρα, Νάξος || ακρογιαλιά

ακροθαλάσσι [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακρογιαλιά

ακροθαλασσία || Καλαβρία || ακρογιαλιά

ακροθαλασσιά [Βεντότης 1790] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || Βοιωτία, Κεφαλονιά, Κύπρος, Ρόδος, Τήνος || ακρογιαλιά

ακροθάλασσο [Βλαστός 1931] || δημοτική || Ήπειρος || ακρογιαλιά

ακροκάθισμαν || Κύπρος || οκλαδόν

ακρόκαλος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || καλούτσικος

ακροκαρτεράω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροκαρτερώ

ακροκαρτερώ [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροκαρτεράω || ακροκαρτερώ

ακροκεράματος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροκεράμωτος

ακροκεράμωτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροκεράματος || ακροκεράμωτος

ακρόκιστε || Τσακωνιά || ακόπριστος

ακροκίτρινος || Κρήτη || κιτρινωπός

ακροκοιμούμαι || Κάρπαθος || μισοκοιμάμαι

ακροκουκιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || κιστάρι

ακροκουφίζω || Κρήτη || βαριακούω

ακρολόετος || Σάντα* || ακάθαρτος

ακρολοούμαι || Κύπρος || αφουγκράζομαι

ακρολυπάμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρολυπούμαι

ακρολυπιέμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρολυπούμαι

ακρολυπούμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρολυπάμαι, ακρολυπιέμαι || ακρολυπούμαι

ακρομάζομαι || Λακωνία, Μάνη || αφουγκράζομαι

ακρομάζουμαι || Λακωνία || αφουγκράζομαι

ακρόμαση || Μάνη || αφουγκρασμός

ακρόμασμα || Μάνη || αφουγκρασμός

ακρόμελα || Πάρος || χιονίστρα

ακρόμελες || Πάρος || χιονίστρες

ακρομπούνταλος || Κρήτη || χαζούλης

ακρονιάχτιστος || Ανατολική Θράκη* || ασκόνιστος

ακρόννοιμαν || Κύπρος || μισάνοιγμα

ακροννοίω || Κύπρος || μισανοίγω

ακρόννομαι || Κύπρος || ακούω

ακρόννουμαι || Κύπρος || ακούω

ακρόννουμαι || Κύπρος || αφουγκράζομαι

ακρόντικος || & Χαλδία* || ακρόντικος

ακρόντικος || Χαλδία* || αρχοντικός

ακροντώμα || Αραβανί* || ακρόδωμα

ακρόνυχα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροποδητί

ακρονύχι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακράνυχο, ακριόνυχο, γερανυχίδα, κορκόνυχο || ακρονύχι

ακρόξινος || Κέρκυρα || ξινούτσικος

ακροούρανο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ορίζοντας

ακροπαίζω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || γκομενίζω

ακροπατάω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροπατώ

ακροπατώ [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακριοπατάω, ακριοπατώ, ακροπατάω, νυχιάζου || ακροπατώ

ακροπελαγιά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Μεσσηνία || ακρογιαλιά

ακροπερπατώ [Βλαστός 1931] || ακροπερπατώ

ακροπέτζ || Σάντα* || επιδερμίδα

ακρόπιστο || Καλαβρία || ακόπριστος

ακρόπιστος || Τραπεζούντα || απελέκητος

ακροποδητί || λόγιο || αγκάρια, ακρόνυχα || ακροποδητί

ακροποδίζω [Βλαστός 1931] || ακροπερπατώ

ακροπορεύομαι || Κρήτη || κουτσοπερνώ

ακροποσθία || λόγιο || συχν. εμφ. 2 || ποβίλλιν || ακροποσθία

ακροποταμέα || Βάτικα*, Χαβουτσί* || ακροποταμιά

ακροποταμιά [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακροποταμέα || ακροποταμιά

ακροπρεπίδια [Σκαρλάτος 1835] || φραμπαλάς

ακρορεάντζω || Κάρπαθος || επιθυμώ

ακρόρεμα [Βλαστός 1931] || ακρορεματιά

ακρορεματιά [Βλαστός 1931] || ακρόρεμα || ακρορεματιά

ακρορέομαι || Κάρπαθος || καψουρεύομαι

ακρόριζα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρόριζο || ακρόριζα

ακρόριζο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακρόριζα

ακρορόφι || Κωνσταντινούπολη* || ακρόδωμα

ακρός || Σωζόπολη* || ανόητος

ακρός || Σωζόπολη* || τρελός

άκρος (το) || Κέρκυρα, Μάνη || άκρη

ακρός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || χαζός

ακροσηκώνω || Κρήτη || ανασηκώνω

ακρόσιλος || Σούρμενα* || δυστυχισμένος

ακροσμίγω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροσμίχω || ακροσμίγω

ακροσμίχω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροσμίγω

ακροστέκομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Κρήτη || κοντοστέκομαι

ακροστένομαι || Κρήτη || κοντοστέκομαι

ακροστένουμαι || Κρήτη || κοντοστέκομαι

άκροστος || Κύπρος || ανυπάκουος

ακροσυγγενή || Τσακωνιά || ακροσυγγενής

ακροσυγγενής || ακριοσυγγενής, ακροσυγγενή || ακροσυγγενής

ακροσφήνι [Βλαστός 1931] || η πέτρα που κλειδώνει την καμάρα: ακροσφήνι || ακροσφήνι

ακροτζερίζομαι || Κέρκυρα || προαισθάνομαι

ακροτζέρομαι || Ζάκυνθος || καταλαβαίνω

ακροτζέρουμαι || Ζάκυνθος || καταλαβαίνω

ακρουγιαλιά || Λέσβος, Λιβίσι*, Πιερία, Σάμος || ακρογιαλιά

ακρουθαλασιά || Μακεδονία || ακρογιαλιά

ακρούλα [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || συχν. εμφ. 2 || ακρίτσα || ακρούλα

ακρούμ || Μάδυτος* || ουλίτιδα

ακρουμάζομαι [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Λευκάδα || αφουγκράζομαι

ακρουμάζουμαι || Αρκαδία || αφουγκράζομαι

ακρουμάζουμι || Άρτα, Μακεδονία || αφουγκράζομαι

ακρούμαι || Αδριανούπολη* || ονομάζομαι

ακρουμαίνομαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Λευκάδα || αφουγκράζομαι

ακρουμαίνουμι || Ιωάννινα || αφουγκράζομαι

ακρουματιά || Σάμος || λοξοκοίταγμα

ακρούνι || Κάσος || βουνοκορφή

ακρουπέλαγους || Μακεδονία || ακρογιαλιά

ακρουπιλαγιά || Αίνος* || ακρογιαλιά

ακρουπουταμιά || Αδριανούπολη*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία || ακροποταμιά

ακρούσευτος [Somavera 1709] || ακούρσευτος

ακρουστέκουμι || Αίνος* || κοντοστέκομαι

άκρουστος || Τραπεζούντα* || απλήγωτος

άκρουστος || Καστελλόριζο || αχτύπητος

άκρουτε || Τσακωνιά || ατίναχτος

ακρούτης || Άνδρος || ανόητος

ακρούτσικος || Σωζόπολη* || τρελούτσικος

ακρουφαλιά || Κέρκυρα || κουφάλα

άκρουφας || Χίος || ακρόδωμα

ακρούφος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Χίος || ακρόδωμα

άκρουχτους || Μακεδονία || αραιοϋφασμένος

ακρούω || Κάρπαθος || ακούω

ακροφαίνομαι || αγναντεύου, αγναντεύω || ακροφαίνομαι

ακροφαίνομαι || Λακωνία || μισοφαίνομαι

ακροφιγούρα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || το σκάλισμα που στολίζει την άκρη της πλώρης: ακροφίγουρο || ακροφιγούρα

ακροφίγουρο [Βλαστός 1931] || ακροφιγούρα

ακροφιλάω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροφιλάω

ακροφιλώ [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροφιλάω || ακροφιλάω

ακροφοβούμαι || Κρήτη || δειλιάζω

ακροφοβούμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακροφοούμαι || ακροφοβούμαι

ακροφοούμαι || Κύπρος || ακροφοβούμαι

ακροφοούμαι || Κύπρος || δειλιάζω

ακρόχαρος || Κερασούντα* || δυστυχισμένος

ακροχωραφιά [ΙΛΝΕ 1933] || αγριοχωραφίνα, ακριοχωραφίνα || ακροχωραφιά

ακρόωμαν || Ρόδος || ακρόδωμα

ακρόωμος || Ρόδος || ακρόδωμα

άκρυβος || Τραπεζούντα || άκρυφτος

ακρυσία || Τσακωνιά || απλυσιά

ακρυφά || Ημαθία, Καστοριά, Λέσβος || κρυφά

ακρυφός || Λέσβος || κρυφός

ακρύφτα || Ρόδος || κρυφτό

άκρυφτος [ΙΛΝΕ 1933] || άκρυβος || άκρυφτος

ακρώμος || Ρόδος || ακρόδωμα

ακρωτήρι [Germano 1622] || δημοτική || συχν. εμφ. 3 || αγρωτήριν, ακουουτήρ, γρωτήρι, κάος, κάβος, κρουτήρ, κρωτήρι, κρωτήριν || ακρωτήρι

ακστακός || Κέρκυρα || στάχυ

ακτααντίζου || Σαμοθράκη || μετακομίζω

ακτάζου || Σκόπελος || κοιτάζω

ακτάλιφτους || Κοζάνη || ανεξερεύνητος

ακταναμάς [Somavera 1709] || συνθηκολόγηση

ακτάνρντσμα || Λέσβος || μεταφορά

ακταπόδι [Somavera 1709] || χταπόδι

ακταπόδιν || Κύπρος || χταπόδι

ακταπόιν || Κύπρος || χταπόδι

ακτάρης || Κωνσταντινούπολη || ψιλικατζής

ακτάρικο || Κωνσταντινούπολη || ψιλικατζίδικο

ακταρμά || Σάμος || ανακάτεμα

ακταρμάς || Λέσβος || ανακάτεμα

ακταρμάς || Ίμβρος, Κομοτηνή, Λέσβος || μετακόμιση

ακταρμάς [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Καλλίπολη*, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Σάμος || μεταφόρτωση

ακταρμός || Ίμβρος, Κύθηρα || μεταφορά

ακταρντίζου || Λέσβος || αναποδογυρίζω

ακταρντίζου || Ίμβρος || μεταγγίζω

ακταρντίζου || Αϊβαλί*, Λέσβος, Μοσχονήσι* || μετακομίζω

ακταρντίζου || Λέσβος || μεταφέρω

ακταρντίζω || Καστελλόριζο || μετακομίζω

ακτζιό || Άνδρος || δικαίωμα

ακτή || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || περιθάλασσο || ακτή

ακτίνα || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || αχτένα, αχτένα || ακτίνα

ακτιναμές || Κύπρος || συμφωνία

ακτινοβολία || λόγιο || συχν. εμφ. 4 || απολαμπίδα || ακτινοβολία

ακτιπαλής || Κύπρος || έφηβος

ακτιρμάς || Σέρρες || δρασκελιά

ακτούρ || Κύπρος || μηνυτής

ακτσιά || Χαλκιδική || βιολέτα

ακτσούλιαστους || Μακεδονία || ακουτσούλητος

ακτύλιν || Κύπρος || δάχτυλο

ακτύπημαν || Κύπρος || χτύπημα

ακτυπημένος || Κύπρος || χτυπημένος

ακτυπκιούμαι || Κύπρος || χτυπιέμαι

ακτυπώ || Κύπρος || χτυπώ

ακύλιγος || Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακύλιστος

ακύλιστος [Somavera 1709] || ακύλιγος, ακύλιχτος || ακύλιστος

ακυλίτα || Τσακωνιά || τυλιγάδι

ακύλιτε || Τσακωνιά || ατύλιχτος

ακύλιχτος || Οινόη* || ακύλιστος

ακύλιχτους || Λέσβος || ατύλιχτος

ακυνήγητος [Βλάχος 1659] || δημοτική || ακνήτους || ακυνήγητος

ακυπαρίσι || Κύθνος || κυπαρίσσι

ακυρώνω || λόγιο || συχν. εμφ. 3 || ανουλάρω || ακυρώνω

ακύρωτος || Σούρμενα*, Τραπεζούντα* || ατέλειωτος

ακχάθθι || Καλαβρία || αγκάθι

ακχάνω || Κως || δαγκώνω

ακχιά || Μάνη || αξία

ακχιάδα || Μάνη || αξιοσύνη

άκχιος || Μάνη || άξιος

ακχιοσύνη || Μάνη || αξιοσύνη

ακχιότη || Μάνη || αξιοσύνη

ακχιώνομαι || Μάνη || αξιώνομαι

ακχιώνου || Μάνη || αξιώνω

ακώ || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Καρδίτσα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία, Σάμος, Σμύρνη || ακούω

άκωλα || Κέρκυρα, Παξοί || άπατα

άκωλε || Τσακωνιά || άκωλος

άκωλε || Τσακωνιά || απύθμενος

ακωλισαύρα || Κρήτη || σαύρα

ακωλιτσάφρα || Κρήτη || σαύρα

άκωλος || Παξοί || άπατος

άκωλος [Βεντότης 1790] || δημοτική || Κερασούντα*, Νίσυρος, Οινόη* || απύθμενος

άκωλος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άκωλε || άκωλος

ακώλωτος || Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || απύθμενος

ακώου || Ηλεία || ακούω

 

 

προς λέξεις που αρχίζουν από ακ

 

αάρετος || Κάρπαθος, Κύπρος || ακούραστος

αβάραστος || Οινόη*, Τραπεζούντα* || ακούραστος

αβάρεγος || Αρκαδία || ακούραστος

αβάρετε || Τσακωνιά || ακούραστος

αβάρετος [Βεντότης 1790] || δημοτική || Αρκαδία, Βουρλά*, Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κάρυστος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Λευκάδα, Μάνη, Μύκονος, Παξοί, Πάρος, Ρόδος, Σμύρνη*, Τραπεζούντα* || ακούραστος

αβάρετους || Λιβίσι* || ακούραστος

αβάριτος || Κύπρος || ακούραστος

αβάριτους || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Γρεβενά, Ίμβρος, Ιωάννινα, Λέσβος, Λήμνος, Λιβίσι*, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος, Σκόπελος, Τήνος, Φθιώτιδα, Χαλκιδική || ακούραστος

άβαρος || Λακωνία, Μάνη || ακούραστος

αβάρτος || Κυκλάδες || ακούραστος

αβάρτους || Κοζάνη || ακούραστος

άβατε || Τσακωνιά || άκλαυτος

αβόλετος [Βλάχος 1897] || δημοτική || Βιθυνία*, Κρήτη, Κύθηρα, Κύπρος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σύμη, Τραπεζούντα*, Χίος || ακατόρθωτος

αβόλιτους || Αίνος* || ακατόρθωτος

αβούλετος || Κύπρος, Νίσυρος, Σινασός* || ακατόρθωτος

αβούλευτος [Βεντότης 1790] || ακούσιος

αβούλιτους || Κοζάνη, Σιάτιστα || ακατόρθωτος

αβούνιαστος [ΙΛΝΕ 1933] || ακόπριστος

αβρόντατε || Τσακωνιά || ακατεδάφιστος

αγαβούρευτος || Κερασούντα*, Σάντα*, Χαλδία* || ακαβούρδιστος

αγαλίχευτος [Βλάχος 1659] || ακολάκευτος

αγανάχτετος || Κερασούντα*, Οινόη*, Όφις* || ακούραστος

αγγουρόλθους || Λέσβος || άκομψος

αγειτόνευτος || Κρήτη, Σύρος || ακοινώνητος

αγειτονίαστος || Σάντα* || ακοινώνητος

αγζάκονε || Τσακωνιά || ακονόπετρα

αγιάρεμιστος || Κάρπαθος || ακατάστατος

αγιάρμιστος || Κάρπαθος || ακατάστατος

αγιαφόρετα || Κάρπαθος || ακερδώς

αγιαφόρετος || Κάρπαθος || άκερδος

αγιριακόνα || Μάνη || ακονόπετρα

αγκάρια || Άρτα || ακροποδητί

αγκαφάου || Φθιώτιδα || ακουμπώ

αγκιάου || Σάμος || ακουμπώ

αγκιώ || Σάμος || ακουμπώ

αγκλουθάω || Λακωνία || ακολουθώ

αγκλουθού || Μάνη || ακολουθώ

αγκλουθώ || Καστελλόριζο, Λακωνία || ακολουθώ

αγκμπίζου || Ίμβρος || ακουμπώ

αγκμπώ || Ίμβρος, Σάμος || ακουμπώ

αγκονυζά || Κρήτη || ακόνυζα

αγκουμπώ || Πάρος, Σύρος || ακουμπώ

άγκρα || Απουλία, Καλαβρία || άκρη

άγκρινο || Απουλία || ακριανός

αγκροθαλασσία || Καλαβρία || ακρογιαλιά

αγλαφάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακριβολογώ

αγναντεύου || Κύμη || ακροφαίνομαι

αγναντεύω || Λακωνία, Μάνη || ακροφαίνομαι

αγούρευτος || Κοτύωρα*, Χαλδία* || ακούρδιστος

αγριακόνα || Μάνη || ακονόπετρα

αγριάκονε || Τσακωνιά || ακονόπετρα

αγριάκονο || Κρήτη, Μάνη || ακονόπετρα

άγρικα [Somavera 1709] || ακατανόητα

αγρικάου || Ηλεία, Λάρισα, Μεσσηνία || ακούω

αγρικάω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κορινθία, Λακωνία || ακούω

αγρικητά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κεφαλονιά, Κορινθία, Μάνη, Σίφνος || ακουστά

αγρικητός [Βλαστός 1931] || ακουστός

αγρίκητος [Βλαστός 1931] || ακατανόητος

αγρικιέμαι [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ηλεία || ακούγομαι

αγρικιστά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σύρος || ακουστά

αγρικιστός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σύρος || ακουστός

αγρίκιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακατανόητος

αγρίκιτος [Somavera 1709] || δημοτική || ακατανόητος

αγρικιτός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακουστός

αγρικονίζω || Κύπρος || ακούω

αγρικού || Μάνη || ακούω

αγρικώ [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Άνδρος, Αχαΐα, Δέλβινο, Ηλεία, Κάσος, Κύθηρα, Κύθνος, Κύπρος, Λήμνος, Νίσυρος, Πάρος, Τήνος || ακούω

αγριμούτσα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κρήτη || ακρίδα

αγριοκονυτσιά || Λακωνία || ακόνυζα

αγριοσκάρφι [Γεννάδιος 1914] || ακόνυζα

αγριοχωραφίνα || Ρόδος || ακροχωραφιά

αγροίκηση [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || άκουσμα

αγροικιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || άκουσμα

αγροικώ [Deheque 1825] || ακούω

αγρούζα || Λευκάδα || ακόνυζα

αγρωτήριν || Κύπρος || ακρωτήρι

αδαρμσιά || Ίμβρος || ακαταστασία

αδάρμστους || Ίμβρος, Λέσβος, Λήμνος || ακατάστατος

άδατε || Τσακωνιά || άκαυτος

αδαφόρετος || Κερασούντα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άκερδος

αδαφόρευτα || Κερασούντα*, Χαλδία || ακερδώς

αδερμόνιστε || Τσακωνιά || ακοσκίνιστος

άδεχτος || Μύκονος || ακατάδεκτος

αδί || Πιερία || ακριβώς

αδιαλάλητα [Βλάχος 1659] || ακήρυκτα

αδιαλάλητος [Βλάχος 1659] || δημοτική || Σύρος || ακήρυκτος

αδιανόμητος || Σαράντα Εκκλησιές* || ακατάστατος

αδιάρμιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Κρήτη || ακατάστατος

αδιαρμσά || Λέσβος || ακαταστασία

αδιαρμσιά || Ίμβρος || ακαταστασία

αδιάρμστους || Ίμβρος, Λέσβος || ακατάστατος

αδιάρτωτος || Σμύρνη* || ακατάστατος

αδιατσέντιστος || Παλιά Αθήνα || ακέντητος

αδιαφόρετα [Βεντότης 1790] || Βουρλά*, Κάρπαθος, Ρόδος, Σύμη || ακερδώς

αδιαφόρετος [Βεντότης 1790] || δημοτική || Κάρπαθος, Νικόπολη*, Οινόη*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || άκερδος

αδιαφόρευτα || Τραπεζούντα || ακερδώς

αδιαφόριτα || Αδριανούπολη*, Κοζάνη, Σάμος || ακερδώς

αδιαφόριτους || Κοζάνη || άκερδος

αδιρμόνστους || Ίμβρος, Χαλκιδική || ακοσκίνιστος

αδκιαφόρευτος || Κύπρος || άκερδος

άδουλος || Αρκαδία, Κύπρος || ακατέργαστος

άδουλους || Θράκη || ακατέργαστος

αδρά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Θεσσαλία, Λακωνία, Μεσσηνία || ακριβά

αδράκονο || Κρήτη || ακονόπετρα

αδρεμόνιστε || Τσακωνιά || ακοσκίνιστος

αδριά || Ημαθία || ακριβά

αδρικώ || Κύπρος || ακούω

αδριμόνστους || Χαλκιδική || ακοσκίνιστος

αδρόπετρα || Κρήτη || ακονόπετρα

αειτόνευτος || Κάλυμνος || ακοινώνητος

άθελος [ΙΛΝΕ 1933] || ακούσιος

άθιλους || Θεσσαλία, Στερεά || ακούσιος

αθρικώ || Κύπρος || ακούω

αϊκού || Αιτωλοακαρνανία || ακούω

αϊκούου || Αιτωλοακαρνανία, Φθιώτιδα || ακούω

αϊκουστά || Αρκαδία, Κέρκυρα, Παξοί || ακουστά

αϊκώ || Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Λέσβος, Φωκίδα || ακούω

αϊξτά || Αιτωλοακαρνανία || ακουστά

αϊξτός || Ήπειρος || ακουστός

 

 

αλαγάριστος [Βεντότης 1790] || δημοτική || Θεσπρωτία || ακαταστάλαχτος

αλαγάρστους || Αδριανούπολη*, Αίνος*, Ευρυτανία, Ήπειρος, Μακεδονία, Σάμος || ακαταστάλαχτος

αλάιστος || Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακούνητος

αλάμουμα || Χαλκιδική || ακαταστασία

αλαμπικάριστα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαταστάλαχτα

αλαμπικάριστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακαταστάλαχτος

αλαμπουρνέζικος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Θεσπρωτία || ακατανόητος

αλαμπουρνέζος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατανόητος

αλάτζαβους || Κοζάνη || ακατάστατος

αλαφροκόκαλος [ΙΛΝΕ 1933] || ακούραστος

αλεεντάριστος || Νάξος || ακακολόγητος

αλμπέτ || Κοζάνη || ακριβώς

αλογάκ || Αυδήμι* || ακρίδα

αλούτερος || Μάνη || ακοινώνητος

αματασάλωτος || Μάνη || ακούνητος

αμέστωτα [Βλάχος 1659] || άκαιρα

αμίλχτους || Λέσβος || ακοινώνητος

αμόγητε || Τσακωνιά || ακούραστος

αμολόητος || Κύπρος || ακατανόμαστος

αμούντζωτος || Κερασούντα || ακηλίδωτος

αμπαμπάλτστους || Γρεβενά || άκακος

αμπεζέριαστος || Αχαΐα || ακούραστος

αμπεζέριστος [Somavera 1709] || Σαράντα Εκκλησιές* || ακούραστος

αμπερινές || Σκύρος || άκανθα

αμπιζέριστους || Μακεδονία || ακούραστος

αμπίρινας || Νάξος || άκανθα

άμπλαχτος || Ήπειρος || ακοινώνητος

άμπλαχτους || Ιωάννινα || ακοινώνητος

αμπόρετος || Αρκαδία || ακατόρθωτος

αμπράζικος || Αχαΐα || ακατάστατος

αναγκήδιαση [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακεφιά

αναγκήδιασμα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακεφιά

αναγκηδιασμός [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακεφιά

ανάκακα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κως || άκακα

ανάκακος [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || Θήρα, Σέριφος, Χίος || άκακος

ανάκαρδος [Βλαστός 1931] || δημοτική || Λακωνία, Τσακωνιά || άκαρδος

ανάκαρδους || Ίμβρος || άκεφος

ανακέφαλος || Κύπρος || ακαθοδήγητος

ανάκοστο || Καλαβρία || άκοφτος

αναμούρδαλος || Κρήτη || ακατάστατος

ανανόητος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατανόητος

ανάνταφλος || Κέρκυρα || ακατάστατος

ανάργαστος [Ηπίτης 1908] || Ήπειρος || ακατέργαστος

ανάργαστους || Ιωάννινα || ακατέργαστος

ανάργητα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαθυστέρητα

ανάργητος [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακαθυστέρητος

άναργος [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακαθυστέρητος

ανασκύρητος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατάστατος

ανασκύριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατάστατος

άναστος || Κρώμνη*, Όφις*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακόπριστος

ανάτευτος || Όφις*, Χαλδία* || ακόπριστος

ανατσολόιση || Κέρκυρα, Παξοί || ακαταστασία

ανατσολοϊσμένος || Παξοί || ακατάστατος

αναχαβδαλία || Κύθηρα || ακαταστασία

αναχάβδαλος || Κύθηρα || ακατάστατος

αναχάνδαλος || Κύθηρα || ακατάστατος

αναχλός || Αρκαδία || ακριτόμυθος

αναχούρδικος || Κρήτη || ακατάστατος

ανεβαζάρω || Μύκονος || ακριβαίνω

ανέγκαστα || Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακούραστα

ανέγκαστος || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακούραστος

ανεγκράτεια [Germano 1622] || δημοτική || ακράτεια

ανεγκράτητος [Portius 1635] || ακόλαστος

ανεγκράτητος [Portius 1635] || δημοτική || ακρατής

ανεέλαστος || Κάρπαθος || ακορόιδευτος

ανεθέλητος [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || ακούσιος

ανέκαους || Αιτωλοακαρνανία || άκαυτος

ανέκοπα || Αρκαδία, Μάνη, Μεσσηνία, Τσακωνιά || ακούραστα

ανέκοπο || Τσακωνιά || ακόπιαστος

ανέκοπο || Τσακωνιά || ακούραστος

ανέκοπος || Αρκαδία, Αχαΐα, Κρήτη || άκοφτος

ανέκοπος [Βλαστός 1931] || ακόπιαστος

ανέκοπος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κρήτη, Μάνη || ακούραστος

ανέχολος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άκακος

ανεχούρδεμα || Νάξος || ακαταστασία

ανεχουρδεμός || Νάξος || ακαταστασία

ανεχουρδευτής || Νάξος || ακατάστατος

ανεχούρδεψη || Νάξος || ακαταστασία

ανηβόλετος [ΙΛΝΕ 1933] || ακατόρθωτος

ανήκαος || Κάρπαθος || άκαυτος

ανήκοπος || Κάρπαθος || άκοφτος

ανημπόρετος || Κρήτη || ακατόρθωτος

ανίαστος || Σάντα*, Χαλδία* || ακόπριστος

ανιβάριτους || Ήπειρος || ακούραστος

ανίγρικα || Κάρπαθος || ακατανόητα

ανικάτους || Ίμβρος || ακαταστασία

ανικέρδιτους || Θεσσαλία || ακέρδιστος

άνκα || Ζάκυνθος || ακόμα

άνοικος || Τραπεζούντα* || ακατοίκητος

ανουλάρω || Ζάκυνθος || ακυρώνω

αντάρευτος || Σύρος || ακίνητος

αντζάκ || Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Καστοριά, Πωγώνι || ακριβώς

αντζιάκ || Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Καστοριά, Λαγκαδάς, Μαγνησία, Τρίκαλα, Χαλκιδική || ακριβώς

αντικουρώ || Κρήτη || ακουμπώ

αντρατάριστος || Μάνη || ακέραστος

άνυπνος [Βλαστός 1931] || δημοτική || ακοίμητος

ανύπνωτος [Βλαστός 1931] || ακοίμητος

αξάλητε || Βάτικα*, Χαβουτσί* || άκαυτος

αξάλιστος || Αχαΐα, Κορινθία || ακλάδευτος

αξανάκακα || Ρόδος, Χίος || άκακα

αξάνοιχτος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακοινώνητος

αξεκούκουλος || Κρήτη || ακαπέλωτος

αξεκουκούλωτος || Κρήτη || ακαπέλωτος

αξεκούνητος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακούνητος

αξεμούριστος || Κρήτη || ακατέργαστος

αξεμύτιστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοινώνητος

αξεπάστρευρος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακάθαρτος

αξεσυνέριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || άκακος

αξεσυνέριστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακαταλόγιστος

αξόμπλιαστος || Κρήτη, Κύθνος, Λευκάδα, Σίφνος || ακατηγόρητος

αξόμπλιαστος || δημοτική || Άνδρος, Κάρπαθος, Λευκάδα, Σαράντα Εκκλησιές* || ακέντητος

αξόμπλιαστος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βουρλά* || ακουτσομπόλευτος

αξόμπλιαστους || Φωκίδα || ακατηγόρητος

αξόμπλιαστους || Ιωάννινα || ακέντητος

αξτά || Αϊβαλί*, Αίνος*, Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Καστοριά, Κομοτηνή, Λέσβος, Λήμνος, Μαγνησία, Πιερία, Σάμος || ακουστά

αξτός || Αϊβαλί*, Τήνος || ακουστός

άοικος || Λακωνία, Μάνη || ακατοίκητος

αουμπίστρα || Κως || ακουμπιστήρι

απαγρικητά || Μάνη || ακουστά

απακουμπίζω || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Χαλδία* || ακουμπώ

απακουστά [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Κως, Μάνη, Νίσυρος || ακουστά

απακουστός [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα* || ακουστός

απαξτά || Λήμνος, Σκόπελος || ακουστά

άπαστρα || Κοζάνη || ακάθαρτα

απάστρευτα [Βλάχος 1659] || ακάθαρτα

απάστρευτε || Τσακωνιά || ακάθαρτος

απάστρευτος [Βλάχος 1659] || δημοτική || Ζάκυνθος, Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Οινόη*, Όφις*, Σάντα*, Τραπεζούντα* || ακάθαρτος

απαστρία || Λακωνία || ακαθαρσία

απαστριά [Portius 1635] || δημοτική || Αχαΐα || ακαθαρσία

απάστρια [Βλάχος 1897] || δημοτική || ακαθαρσία

απαστριγιά || Βοιωτία, Κόνιτσα || ακαθαρσία

απαστρίγια || Κερασούντα || ακαθαρσία

απαστρίλα || Αρκαδία, Κορινθία, Μάνη || ακαθαρσία

απάστριφτους || Πιερία, Χαλκιδική || ακάθαρτος

άπαστρος [Germano 1622] || δημοτική || Θεσπρωτία, Κερασούντα*, Κρήτη, Όφις*, Πάργα, Τραπεζούντα* || ακάθαρτος

άπαστρους || Σκόπελος || ακάθαρτος

απασώρευτος || Κάλυμνος || ακατάστατος

απατά || Χίος || ακριβώς

άπατα || Θάσος, Χίος || ακριβώς

άπαυτα [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακατάπαυτα

άπαυτος [Germano 1622] || ακατάστατος

απεέντιστος || Ήπειρος || ακατάδεκτος

απείραχτος || Κάρπαθος || άκακος

απέρανος || Κέα || άκανθα

απέραστος [Λεξικό Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη 1998] || δημοτική || ακαταχώριστος

απεργέλαστος || Αρκαδία, Οινόη* || ακορόιδευτος

απεριγέλαστος [Legrand 1882] || δημοτική || ακορόιδευτος

απερίνα || Σύμη || άκανθα

απερουνιά [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Σέριφος || άκανθα

απήδαλος || Μύκονος || ακρίδα

απήδανος [Βλαστός 1931] || ακρίδα

απίλωτος || Κύπρος || ακατέργαστος

απίρανος || Κύμη || άκανθα

απιργέλαστους || Μακεδονία || ακορόιδευτος

απίρινα || Άνδρος || άκανθα

απιρινέ || Ικαρία || άκανθα

άπλανος || Θήρα || άκομψος

απλούμιγος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακόσμητος

απλούμιστος [Germano 1622] || δημοτική || Ήπειρος, Κάρπαθος, Κερασούντα*, Ρόδος, Χαλδία* || ακέντητος

απλούμιστος [Κοντόπουλος 1903] || δημοτική || Κάρπαθος, Κερασούντα*, Οινόη*, Χαλδία* || ακόσμητος

άπλουμος || Κύπρος || ακέντητος

απλούμπιστος || Αχαΐα || ακέντητος

απλούμστους || Ιωάννινα || ακέντητος

αποδαφορωμένος || Τραπεζούντα* || άκερδος

αποκουμπίζω [Portius 1635] || Κερασούντα*, Κοτύωρα*, Σάντα*, Τραπεζούντα*, Χαλδία* || ακουμπώ

αποκούμπισμα || Κοτύωρα* || ακούμπημα

αποκουμπιστέρ || Χαλδία* || ακουμπιστήρι

αποκουστό || Σύμη || ακουστά

αποκουστός || Καστελλόριζο || ακουστός

απολαμπίδα [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακτινοβολία

απομακρινός [Βλαστός 1931] || ακριανός

απόντε || Κάρπαθος || ακριβώς

απόντο || Νίσυρος || ακριβώς

απόντου || Κάλυμνος, Νάξος, Σάμος || ακριβώς

απόρακας [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Τήνος || άκανθα

απόσταγος [Γούλας 1961] || δημοτική || ακούραστος

αποστροσύνη [Portius 1635] || Αρκαδία || ακαθαρσία

απουκουστός || Καστελλόριζο, Σύμη || ακουστός

απούματε || Τσακωνιά || ακαπάκωτος

απούνιστε || Τσακωνιά || ακέντητος

απούντο [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Βουρλά*, Ζάκυνθος, Καλλίπολη*, Κρήτη, Κύπρος, Κωνσταντινούπολη, Μαγνησία, Μέγαρα, Νάξος, Πάργα, Παξοί, Πάρος, Σάμος || ακριβώς

απούντον || Κάρπαθος || ακριβώς

απούντος || Θήρα || ακριβώς

απούντου || Ίμβρος, Λέσβος, Λήμνος, Τήνος || ακριβώς

απουντουάλι || Τήνος || ακριβώς

απούρανος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κάρπαθος, Κέα, Κρήτη || άκανθα

απούραντος [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || άκανθα

αποφυσά (η) || Θήρα || ακρογιαλιά

άπραος || Νίσυρος || ακοινώνητος

απρινιά || Κύθνος || άκανθα

άπριος || Σύμη || ακοινώνητος

απύρηνα [Χελδράιχ 1926] || Άνδρος || άκανθα

αρ || Κοτύωρα* || ακριβώς

αράβολος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακοινώνητος

άργαστος [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Κύθηρα || ακατέργαστος

άργαστους || Ιωάννινα, Κοζάνη || ακατέργαστος

αργίς || Σάμος || ακουστά

αρικώ || Κύθηρα || ακούω

αριμόνστους || Αιτωλοακαρνανία || ακοσκίνιστος

αρούκατος [Λεξικό Δημητράκου 1936] || δημοτική || ακατάστατος

αρτζιβούρτης || αρτζιβούρτσι || ακατάστατος

αρτζιβούρτσι || Ζάκυνθος || ακαταστασία

άρτυτος || Κάλυμνος || ακαρύκευτος

ασγκόλτους || Ίμβρος || ακοινώνητος

ασεντόνιαστος [ΙΛΝΕ 1933] || ακαπλάντιστος

ασημόνερο || Ζάκυνθος || ακουαφόρτε

ασιλά || Κρήτη || ακριβώς

άσιλα || Κρήτη || ακριβώς

ασμπόρστους || Γρεβενά, Κοζάνη || ακοινώνητος

αστασία [Somavera 1709] || ακαταστασία

άστατα [Somavera 1709] || ακατάστατα

άστατος [Somavera 1709] || ακατάστατος

αστούμπστους || Γρεβενά || ακοπάνιστος

ασυγκόλλητος || Σύμη || ακοινώνητος

ασυγκούρτιστος || Λέρος || ακοινώνητος

ασυμαζωξιά || Κέρκυρα || ακαταστασία

ασυνάστρεγος || Πωγώνι || ακοινώνητος

ασυνάστρεφτος || Αρκαδία || ακοινώνητος

ασυνάστριγους || Γρεβενά || ακοινώνητος

ασυναύλιαστος || Λευκάδα || ακοινώνητος

ασυντρόφιαστος || Ζάκυνθος || ακοινώνητος

ασυστασία || Κύθηρα, Μύκονος || ακαταστασία

ασύστατος [Germano 1622] || Κύθηρα, Μύκονος || ακατάστατος

ατζιάκ || Καρδίτσα || ακριβώς

ατζίτζικας || Κρήτη || ακρίδα

ατρατάριστος [ΙΛΝΕ 1933] || ακέραστος

ατσαλιά || Γρεβενά, Καστοριά || ακαθαρσία

ατσέραστος || Αυλωνάρι, Καστελλόριζο, Κονίστρες || ακέραστος

ατσέφαλος || Αχαΐα || ακαθοδήγητος

ατσοίμηγος || Όφις* || ακοίμητος

ατσοίμητος || Αυλωνάρι, Κονίστρες, Κύθνος, Κύμη, Μέγαρα || ακοίμητος

ατσοινώνητε || Τσακωνιά || ακοινώνητος

ατσοινώνητος || Αυλωνάρι, Κονίστρες || ακοινώνητος

αχελέος || Κύθηρα || ακρίδα

άχολος [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || άκακος

αχτένα || Θήρα || ακτίνα

αχτίνα || Θήρα || ακτίνα

αψυλήθρα || Κεφαλονιά || ακόνυζα

βαλακρίδα [Βλαστός 1931] || ακρίδα

βατσιπέτι || Κρήτη || ακρόδωμα

Βιβή || Ηλεία || Ακριβή

βολάκριθας [Βλαστός 1931] || ακρίδα

βρομίτσα [Χελδράιχ 1926] || ακόνυζα

βρούχο || Τσακωνιά || ακρίδα

βρούχος || Λακωνία || ακρίδα

βρόχο || Τσακωνιά || ακρίδα

γάτα [ΙΛΝΕ 1984] || άκανθα

γδάγκαθου || Τρίκαλα || άκανθα

γερανυχίδα || Πελοπόννησος || ακρονύχι

γιαλλό (το) || Καστελλόριζο || ακρογιαλιά

γιαλός || Ίμβρος || ακρογιαλιά

γιδάγκαθο || Αντίπαξοι, Κέρκυρα, Μεσσηνία, Παξοί || άκανθα

γιουκούγω || Σίλλη* || ακούω

γκολντώ || Ρόδος || ακολουθώ

γκουμπώ || Σύρος || ακουμπώ

γκρεμόχορτο [Χελδράιχ 1926] || ακόνυζα

γλαφάζω [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || ακριβολογώ

γρικάου || Μεσσηνία || ακούω

γρικάω [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || ακούω

γρικητά || Αχαΐα, Θήρα, Θράκη, Σίφνος || ακουστά

γρικού || Μάνη || ακούω

γρικώ [Λεξικό Πρωίας 1933] || δημοτική || Κάσος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Μύκονος, Νίσυρος, Πάρος, Σίφνος || ακούω

γρίτσηση || Κύπρος || ακρόαση

γρούζα || Θεσπρωτία || ακόνυζα

γρωτήρι || Κύπρος || ακρωτήρι

γυρωγιάλι || Κρήτη || ακρογιαλιά

γυρωγιαλιά || Κρήτη || ακρογιαλιά

δενδρολίβανος || Κεφαλονιά || ακόνυζα

δρακόνα || Κρήτη || ακονόπετρα

δρικώ || Κρήτη || ακούω

εγρικώ || Νίσυρος || ακούω

εκουλουτώ || Απουλία || ακολουθώ

εκούννω || Καλαβρία || ακούω

εκούω || Απουλία, Μεσσηνία || ακούω

εξανάκακα || Ρόδος || άκακα

ζαϊφλαντισμένος  || Κρήτη || άκεφος

ηκουστά || Κέρκυρα || ακουστά

θαλασάκ || Σούρμενα || ακρογιαλιά

θαλασάκρ || Κοτύωρα*, Σάντα*, Χαλδία* || ακρογιαλιά

θαλασάκρα || Τραπεζούντα* || ακρογιαλιά

θαλασάκριν || Κερασούντα* || ακρογιαλιά

θαλασάκρον || Χαλδία* || ακρογιαλιά

θρικώ || Κύπρος || ακούω

ικουλουσώ || Απουλία || ακολουθώ

ικουλουτώ || Απουλία || ακολουθώ

ικούω || Απουλία || ακούω

ιμπούντο || Κύθηρα || ακριβώς

ιπούντο [Λεξικό Δημητράκου 1933] || δημοτική || Ιθάκη, Κύθηρα || ακριβώς

καβαλάρης || Κρήτη || ακρόδωμα

καβαλάρης [Βλαστός 1931] || ακροσφήνι

κάβος [Βλαστός 1931] || ακρωτήρι

καλκατζάς || Σέρρες || ακρίδα

καμπανός || Κρήτη || ακρίδα

καντούνι [ΙΛΝΕ 1933] || ακρόδωμα

κάος || Καστελλόριζο || ακρωτήρι

καρακουσκά || Κοζάνη || ακατανόητα

καρκαλέτς || Πιερία || ακρίδα

καρκατσέλ || Κοζάνη || ακρίδα

κατάγιαλου || Ίμβρος || ακρογιαλιά

κατέλαγας || Λακωνία || ακρίδα

κλουθάου || Αυλονάρι, Κονίστρες, Θάσος || ακολουθώ

κλούθημα || Αυλωνάρι, Κονίστρες || ακολούθημα

κλουθώ || Αδριανούπολη*, Αιτωλοακαρνανία, Αμοργός, Θήρα, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύπρος, Κως, Νίσυρος, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σίφνος, Σύμη, Τήλος, Φούρνοι, Χίος || ακολουθώ

κμπω || Πάρος || ακουμπώ

κόη || Χίος || ακόμα

κολησιά || Σίφνος || ακόνυζα

κολουθώ || Χάλκη || ακολουθώ

κομ || Βάτικα*, Θεσσαλονίκη, Νιγρίτα, Σαράντα Εκκλησιές*, Σάμος, Τήλος, Χαβουτσί* || ακόμα

κόμα || Αδριανούπολη*, Βάτικα*, Κάρπαθος, Καστοριά, Κονίστρες, Κύμη, Κύπρος, Κως, Νιγρίτα, Ρόδος, Σαράντα Εκκλησιές*, Σέρρες, Χαβουτσί* || ακόμα

κόμαν || Κερασούντα*, Τραπεζούντα* || ακόμα

κομή || Χάλκη || ακόμα

κόμη || Αυλωνάρι, Κονίστρες, Μέγαρα, Ρόδος, Σωζόπολη* || ακόμα

κόμια || Κως || ακόμα

κόμνια || Κάλυμνος || ακόμα

κομπανιαμέντο || Ζάκυνθος || ακομπανιαμέντο

κομπάω || Κονίστρες || ακουμπώ

κομπέω || Καλαβρία || ακουμπώ

κομπστήρα || Εύβοια || ακουμπιστήρι

κον || Μεσημβρία* || ακόμα

κονάκι || Λευκάδα || ακονάκι

κόνζα || Λήμνος || ακόνυζα

κόνι || Ήπειρος || ακόνι

κονίζζω || Καλαβρία || ακονίζω

κονίζω || Αίγιμα, Βάτικα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Προποντίδα*, Σύμη, Ρόδος, Χαβουτσί* || ακονίζω

κόνισμα || Σαράντα Εκκλησιές* || ακόνισμα

κονίτζω || Καλαβρία || ακονίζω

κονιώ || Κύπρος || ακονίζω

κόνυζα [Γεννάδιος 1914] || Βουρλά*, Χάλκη || ακόνυζα

κονυζός [Γεννάδιος 1914] || ακόνυζα

κονυζόχορτο || Νάξος || ακόνυζα

κόνυντζα || Κάρπαθος || ακόνυζα

κόνυτζα || Σύμη || ακόνυζα

κονύτσα [Χελδράιχ 1926] || ακόνυζα

κονώ || Ρόδος, Τήλος || ακονίζω

κόρδωμα || Σίφνος, Σύμη || ακρόδωμα

κορκόνυχο || Πάρος || ακρονύχι

κουγκίχου || Τσακωνιά || ακουμπώ

κούγου || Αίνος*, Γρεβενά, Σαράντα Εκκλησιές* || ακούω

κούγω || Ήπειρος, Σαράντα Εκκλησιές*, Φάρασα || ακούω

κουθάου || Καππαδοκία* || ακολουθώ

κουθάω || Φάρασα || ακολουθώ

κουλθώ || Σκοπός*, Φάρασα* || ακολουθώ

κουλουζώ || Καλαβρία || ακολουθώ

κουλουθάου || Αυλωνάρι, Κονίστρες || ακολουθώ

κουλουθώ || Απουλία || ακολουθώ

κουλουντώ || Απουλία || ακολουθώ

κουλουπώ || Απουλία || ακολουθώ

κουλουσημμένο || Απουλία || ακολουθημένος

κουλουσώ || Απουλία, Καλαβρία || ακολουθώ

κουλουτώ || Απουλία || ακολουθώ

κουμμένο || Απουλία || ακουσμένος

κουμπάου || Αυλωνάρι, Κονίστρες || ακουμπώ

κουμπάω || Κεφαλονιά || ακουμπώ

κουμπέγκουω || Απουλία || ακουμπώ

κουμπέγκω || Απουλία || ακουμπώ

κουμπέω || Απουλία || ακουμπώ

κουμπίζω || Κρήτη, Όφις*, Προποντίδα*, Σαράντα Εκκλησιές*, Σαμψούντα* || ακουμπώ

κουμπιστήρα || Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύπρος || ακουμπιστήρι

κουμπιστήρι [ΙΛΝΕ 1933] || ακουμπιστήρι

κουμπιστήριν || Λιβίσι* || ακουμπιστήρι

κουμπιστός [ΙΛΝΕ 1933] || ακουμπιστός

κουμπιστούρι || Απουλία || ακουμπιστήρι

κουμπίτζω || Απουλία || ακουμπώ

κουμπώ || Απουλία, Κύπρος, Φούρνοι || ακουμπώ

κουνάκ || Ιωάννινα || ακονάκι

κούννω || Καλαβρία, Χάλκη || ακούω

κούου || Καππαδοκία* || ακούω

κούση || Απουλία || ακοή

κουσμένο || Καλαβρία || ακουσμένος

κουστά || Άνδρος, Σέριφος, Σύμη || ακουστά

κουτάλαφος [Βλαστός 1931] || ακρίδα

κουτούλαφος || Κάρυστος || ακρίδα

κούω || Απουλία, Ήπειρος, Καλαβρία, Σίφνος, Σύμη, Τήλος, Τσεσμέ*, Φάρασα* || ακούω

κρεμνόχορτο [Γεννάδιος 1914] || ακόνυζα

κρεμόχορτο [Χελδράιχ 1926] || ακόνυζα

κριβά || Μάνη || ακριβά

κρίβα || Χαβουτσί* || ακρίβεια

κριβαίνου || Αυλωνάρι, Κονίστρες || ακριβαίνω

κριβαίνω || Λακωνία, Χαβουτσί* || ακριβαίνω

κρίβια || Μάνη || ακρίβεια

κρίβια || Μάνη || ακριβώς

κρίβιο || Μάνη || ακρίβεια

κριβοθώρητος || Ρόδος || ακριβοθώρητος

κριβοπουλώ || Κοζάνη, Χαβουτσί* || ακριβοπουλώ

κριβός || Μάνη || ακριβός

κριόδουμα || Λέσβος || ακρόδωμα

κριουδάχτλου || Ίμβρος || ακροδάχτυλο

κριουδαχτλούδ || Ίμβρος || ακροδαχτυλάκι

κρόδιμα || Καππαδοκία* || ακρόδωμα

κροδούχος || Κρήτη || ακρόδωμα

κρόδρωμα || Κύθνος || ακρόδωμα

κρόδωμα || Κάρυστος, Κέα, Νάξος, Πάρος, Σύμη, Σύρος, Τήλος, Φερτέκι* || ακρόδωμα

κρόδωμαν || Κύπρος || ακρόδωμα

κρόμα || Ρόδος || ακρόδωμα

κρόμαν || Κύπρος || ακρόδωμα

κρόννομαι || Κύπρος || ακούω

κρόννουμαι || Κύπρος || ακούω

κρούζα || Κέρκυρα || ακόνυζα

κρουτήρ || Λήμνος || ακρωτήρι

κρόωμαν || Κύπρος || ακρόδωμα

κρώμαν || Ρόδος || ακρόδωμα

κρωτήρι || Σωζόπολη*, Χίος || ακρωτήρι

κρωτήριν || Χίος || ακρωτήρι

λαγκευτήρα || Κερασούντα*, Τραπεζούντα*, Σαμψούντα* || ακρίδα

λιλάδι [Portius 1635] || ακόνι

λοκούστα || Κύπρος || ακρίδα

μαρακόνυζα || Λέρος, Σκύρος || ακόνυζα

μάστακας || Κέρκυρα, Μάνη || ακρίδα

μαστακίδι || Κέρκυρα || ακρίδα

ματρούνα [Χελδράιχ 1926] || άκανθα

ματσιπέτι || Κρήτη || ακρόδωμα

μονόχνοτος [ΙΛΝΕ 1933] || ακοινώνητος

μουντρίνα [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || άκανθα

μούστακας || Κέρκυρα || ακρίδα

μουτζούνα [Γεννάδιος 1914] || άκανθα

μουτρίνα [Χελδράιχ 1926] || άκανθα

μουτρούνα || Κέρκυρα, Κεφαλονιά || άκανθα

μουτσούνα [Χελδράιχ 1926] || δημοτική || άκανθα

μπαχτσιαχτσιάς || Λέσβος || ακρίδα

νακίδα || Χαλδία* || άκρη

νάκρα || Αξός*, Κύπρος, Λιβίσι*, Νικόπολη*, Σίλλη*, Φερτέκι* || άκρη

νάκρη || Ήπειρος, Κύμη, Κύπρος, Ρόδος*, Σίλατα* || άκρη

νεκρούμαι || Φάρασα* || ακούω

νεροκολησιά || Σίφνος || ακόνυζα

νιάμα || Τσακωνιά || άκουσμα

νίου || Τσακωνιά || ακούω

νταά || Ουλαγάτς* || ακόμα

νταγιαντώ || Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Λαγκαδάς, Τήνος || ακουμπώ

νταϊντώ || Σουφλί || ακουμπώ

νταρδούνη [Corona Preciosa 1527] || ακόντιο

ντεζόρντινο || Ζάκυνθος || ακαταστασία

νυχιάζου || Κοζάνη || ακροπατώ

ξανάκακα || Ρόδος || άκακα

ξαργίς || Σάμος || ακουστά

ορφανέλα || Κέρκυρα || ακρίδα

παραγιάλι [ΙΛΝΕ 1933] || ακρογιαλιά

παράγιαλος [ΙΛΝΕ 1933] || ακρογιαλιά

παράκαιρος || Ρόδος || άκαιρος

παρακονού  || Τσακωνιά || ακονίζω

πατά || Χίος || ακριβώς

περαπούντο || Ζάκυνθος || ακριβώς

περιγιάλι [ΙΛΝΕ 1933] || ακρογιαλιά

περιθάλασσο [Corona Preciosa 1527] || ακτή

πέτακας || Κρήτη || ακρίδα

πετάλαγας || Κύθηρα || ακρίδα

πεταρούδος [ΙΛΝΕ 1933] || ακούραστος

ποβίλλιν || Κύπρος || ακροποσθία

πρεβάζι [ΙΛΝΕ 1933] || ακρόδωμα

σαρκοτρόφι || Κορινθία || ακόνυζα

σατά || Νάξος || ακριβώς

σβαρνιά || Κοζάνη || ακαταστασία

σβαρνιάρης || Κοζάνη || ακατάστατος

σκάκαλους || Λαγκαδάς || ακρίδα

σκάκλιακας || Νιγρίτα || ακρίδα

σκαρκάλ || Καβακλί*, Κοζάνη, Σιάτιστα, Σουφλί || ακρίδα

σκάρκαλους || Σιάτιστα || ακρίδα

σκάρνος || Κύπρος || ακρίδα

στρίκλα || Νιγρίτα || ακρίδα

στρίκλιους || Νιγρίτα || ακρίδα

σύγιαλο [ΙΛΝΕ 1933] || ακρογιαλιά

ταμάμ || Νιγρίτα || ακριβώς

τάσταμαμ || Νιγρίτα || ακριβώς

ταφάν || Νιγρίτα || ακαταστασία

τζάγκαρος || Ινέπολη* || ακρίδα

τζιούστα || Νιγρίτα || ακριβώς

τσουλαδίτσα || Λακωνία || άκανθα

τσουλακίδα [Γεννάδιος 1914] || άκανθα

χελέος || Κύθηρα || ακρίδα

ψυλήθρα || Αργυρόκαστρο, Ηλεία, Κεφαλονιά || ακόνυζα

ψύληθρο || Κεφαλονιά || ακόνυζα

ψύλιστρο || Αμοργός || ακόνυζα

ψυλλίστρα [Γεννάδιος 1914] || ακόνυζα

ψυλόχορτο || Κρήτη || ακόνυζα