Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αβ


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αβ


 

Δημήτρη Λιθοξόου

26.6.2012

αβάβιστος

 

βλ. αγάβγιστος

αβαγιανός

αβαγιανός, βάγια, βαγιά

το φυτό Lavandula stoechas | συνώνυμα: αγριολεβάντα, θυμαράκι (θιμαράκι), καραμπάς, καραμπάσι, λαβάνδα, λαβάντα, λαβαντίδα, λαμπρή (λαμπρί), λαμπροκεφάλι, λαμπρολουλούδι, λεβάντα, λεβάντη (λεβάντι), λεβαντίνα, λιβανάκι, λιβάντα, μαυροκεφάλι (μαβροκεφάλι), μαυροκέφαλος (μαβροκέφαλος), μίρα, μυροφόρα (μιροφόρα), φλασκομούνι, χαμολίβανο, χαμολίβανο

αβάγιστος

αβάιστος

αλύγιστος | αγύριστος, ξεροκέφαλος, μονόκορδος, μονόπρατος, πεισματάρης

αβάδ

 

κάτι καρβουνιασμένο

αβάδα

 

μεγάλο αμύγδαλο

αβάδωτος

αβάδοτος, αβάοτος

αμαντάλωτος

αβαέτι

αβαγέτ

πρόσοδοι (λόγιο) | πεσκέσι | τούρκικο: avait

αβάζι

αβάζ, αιβάζι, βαζ

φωνή | τούρκικο: avaz

αβάζος [1933]

 

φωνακλάς

άβαθα

άβαθνα, ανάβαθα, ανέβαθα

ρηχά | άπατα

άβαθος [1622]

άαθος, άβαθνος, άβαθνους, άβαθους, ανάβαθις, ανάβαθος, ανάβαθους, ανέβαθος, ανίβαθος

άβαθνον [1908] | ρηχός | άπατος | Buck List: 12.68, shallow

αβαθούλωτος [1933]

αβαθίλοτος, αβαθούλοτος

όχι βαθουλωτός | ρηχός

αβάκα

 

αγαπητικιά, γκόμενα

αβάκα

 

κρυφά

αβάκα [1933]

 

συντροφικά | παρέα | συνεταιρικά (λόγιο)

αβακαδόρος

 

συνέταιρος (λόγιο), σέμπρος

αβάκη

αβάκι, αβάκιν, αβάτζι, αβάτσι

αλευροθέση, αλευροθήκη, κοφίνα, κοφίνι, κοφινίδα

αβάκλιστος

 

ατίναχτος, αράβδιστος

αβαλάριστος

 

όχι καλά σκαμμένος και στρωμένος (για χωράφι)

αβάλη

αβάλι, βάλα, βάλι

όρμος (λόγιο) | ιταλικό: valle & βενετσιάνικο: vaƚe

αβαλητό

αβαλιτό, αρβάλα, αρβάλιμα, αρβαλιτό, αρβαλό, αρβαλός, άρβαλος

χοροπηδητό

αβάλι

 

βλ. αβαλητό

αβαλίζω

αβαλίζο, αρβαλάο, αρβαλέβο, αρβαλίζο

χοροπηδώ

αβαλοκοπώ

αβαλοκοπό

βλ. αβαλίζω

αβαλσάμωτος [1933]

αβαλσάμοτος, αμπαλσάμοτος, αμπαλσάμουτους, αμπαλτσαμάριστος

αταρίχευτος (λόγιο)

άβαλτος [1790]

αβάλετος, αβάλιτε, αβάλιτος, αβάλοτος, άβαλτους, άβαρτος, ανέβαρτος

που δεν έχει μπει στη θέση του | αφόρετος, αφόριος

αβανάκης

αβανάκις, αβανάξ | θηλυκό: αβανάκενα

αγαθιάρης, κουτός | τούρκικο: avanak

αβανακλούκι

αβανακλούγ, αβανακλούκ, αβανακλούχ

αγαθομάρα, αγαθοσύνη, κουταμάρα | τούρκικο: avanaklık

αβανακωτός

αβανακοτός

αγαθούλης

άβαναν [1908]

άναβαν

δίχως

αβάνεμα

 

βλ. αβανία

αβάνευτος

αάνεφτος, αβάνεφτος

ασυκοφάντητος (λόγιο)

αβανεύω

αανέβγο, αβανέβγο, αβανέβο

βλ. αβανίζω

αβάνης [1659]

αβάνις, αβάνς | θηλυκό: αάνισα, αανού, αβαναριά, αβάνισα, αβανίσα

αάνης [1908] | συκοφάντης (λόγιο)

αβανία [1622]

αανιά, αβγανιά, αγανιά, αφανιά, βανιά, βγανιά

αβανιά [1897], αβανιά [1908] | συκοφαντία (λόγιο) | παλιό ιταλικό: avania

αβανιάρης [1635]

αανιάρις,

αβανιάρης [1908] | βλ. αβάνης

αβανίζω [1622]

αβανιάζου, αβανιάζο, αβανίζο, αβανίζου, αβγανίζο, αφανίζο

αβανιάζω [1931], συκοφαντώ (λόγιο)

αβανικός [1709]

αβάνκους

βλ. αβάνης

αβανιοκαημένος

αβανιοκαιμένος

τυραννισμένος από αβανιές

αβανισμένος [1709]

 

συκοφαντημένος (λόγιο)

αβανιστής [1635]

αβανιστίς

βλ. αβάνης

αβανιστικά [1635]

 

συκοφαντικά (λόγιο)

αβανιστικός [1635]

 

συκοφαντικός (λόγιο)

άβανο

 

σκουλήκι

αβάντα [1933]

 

βοήθεια | αθέμιτο κέρδος (λόγιο), κολόκουρο

αβανταγκιόζος

 

χρήσιμος (λόγιο)

αβανταδόρικος

 

ο τρόπος του αβανταδόρου

αβανταδόρος [1933]

θηλυκό: αβανταδόρα, αβανταδόρισσα

αμακαδόρος, αυτός που δίνει αβάντα (βοήθεια) στον κατεργάρη

αβαντανλίκι

βαντανλούχ

σύνεργο μάστορα | τούρκικο: avadanlık

αβαντάρισμα

 

βλ. αβάντα

αβαντάρω

αβαντάρο, αβαντάρου

βοηθώ | παλιό ιταλικό: avantare

αβαντατζής

αβαντατζίς

τρακαδόρος | τούρκικο: avantacı

αβαντάτζιον [1688]

αβαντάγιο, αβαντάγιο, αβαντάγιου, βαντάγιο, βαντάγιου

κέρδος (λόγιο) | θάρρος | ιταλικό: avvantagio & vantaggio & βενετσιάνικο: vantàgio

αβαντερός

 

υπεραναπτυγμένος (λόγιο)

αβαντζαδόρος

θηλυκό: αβανταδόρισσα

πιστωτής (λόγιο) | ιταλικό: avanzatore

αβαντζαδούρα

 

βλ. αβάντζο

αβαντζάρισμα

 

πλειοδοσία (λόγιο)

αβάντζια

αβάντζια, αβάτζια, αβάτζιο

παραπάνω

αβάντζιος

αβάντζιος

ανώτερος (λόγιο)

αβάντι

αβάντε

εμπρός | ιταλικό: avanti & βενετσιάνικο: vanti

αβάντσα [1933]

αβάζο, αβάντζο, αβάντσου, αβάτζα, αβάτζο, αβάτζου

αβάντσο [1933] | πλεόνασμα (λόγιο) | κέρδος (λόγιο) | ιταλικό: avanzo

αβαντσάρω [1933]

αβαντζάρου, αβαντζάρο, αβαντζέρνο, αβαντσάρο, αβαντσέρνο, αβατζάρο, αβατζέρνο, βαντζάρο, βατζέρνο, βατζέρο

αβαντσαίρνω [1933] | πλειοδοτώ (λόγιο) | αβγατίζω | ιταλικό: avanzare & βενετσιάνικο: vansàre

αβαξάριστος

 

αλουστράριστος (για παπούτσια)

αβαπτισία [1709] & αβαφτισία [1709]

αβαφτισιά

όταν δεν έχει γίνει βάφτιση

αβάπτιστος [1622] &. αβάφτιστος [1709]

αάφτιστος, αβάπτιστους, αβάτιγος, αβάφκιστε, αβάφτγους, αβάφτιγος, αβάφτιος, αβάφτιστε, αβάφτιστους, αβάφτσους, αβάφτστους, αβάχτιστος, αγιάφτιστος, αδάφτιστος,

αυτός που δεν έχει βαφτιστεί χριστιανός

αβάρα

αβάρι

όσπριο (λόγιο)

αβάρα

βάρα

τσιμπούρι | ονόματα τσιμπουριών από τα γένη Ixodes & Argas: ατσίβικας, βούγκρα, καπούσα, κατσαμπούρα, κουρί, κουρτούνιν, κριτσιάνι, μάντακας, μαντάκι, μαντάτο, μαντάτς, μάντικας, μπετσίνι, τίζα, τσιβίκ, τσιβίκι, τσιβίτζιιν, τσιμούρι, τσιμπούρ, τσίμπουρας, τσιμπούρι, τσμουρ, τσφικ

αβάρα [1908]

 

άπωσον (λόγιο), βάρδα | τούρκικο: avara

αβαραγκιά

αβάραγκας, αβαράγκι, αβαραγκιά, βαράγκι

το φυτό Daphne oleoides | συνώνυμα: αγιόξυλο (αγιόξιλο), αγριοπιξάρι, κολοφούσα, κοστανίκος, λυκόλορο (λικόλορο), λυκόλουρα (λικόλουρα), λικόλουρος (λυκόλουρος), λικονουρά (λυκονουρά), πικροβύζι (πικροβίζι), χαμοδάφνη (χαμοδάφνι), χαμολιά, χολοκούκι, χολόχορτο

αβαραγκόριζα

 

ρίζα αβαραγκιάς

αβαραγκουνιά

αβαραγκουνιά

τόπος με αβραραγκιές

αβαράκωτος

αβαράκοτος, αβαράκουτους, αβαράχοτος

που δεν είναι σκεπασμένος με βαράκι (φύλλο από μάλαμα)

αβαραλούκι

αβαραλούγ, αβαραλούκ, αβαραλούχ

αναδουλειά | τούρκικο: avarelik

αβαράρισμα

βαράριμα, βαράρισμα

καθέλκυση σκάφους (λόγιο) | ξεμάκρυμα βάρκας ή καραβιού από το γιαλό

αβαράρω [1897]

αβαδάρο, αβαδέρνο, αβαδέρο, αβαράρο, αβαράρου, αβαρέρνου, αβαρέρνο, αβαρίζο, αβαρό, βαράρο, βαρέρο

καθελκύω (λόγιο) | σαλπάρω | ξεμακραίνω | ιταλικό: varare

αβαράς

θηλυκό: αβαράσα

ακαμάτης | σουλατσαδόρος | τούρκικο: avare

αβαργόμιστος [1933]

 

εκείνος που δεν βαρυγκομάει

αβαρέλιαστος [1933]

αβαρέλιαστος

που δεν μπήκε στο βαρέλι (για τυρί)

αβαρεσά

 

τεμπελιά

αβαρεσία [1709]

ααρεσιά, αβαρεσά, αβαρεσκιά, αβαριεψιά αβαρισά, αβαρισιά

αβαρεσιά [1908] | ακουρασιά

αβάρετη [1931]

αβάρετι, αβάραστος

αγγάστρωτη

αβάρετος [1622]

αάρετος, αβάρετε, αβάρετους, αβάριτος, αβάριτους, αβάρτος, αβάρτους, ανιβάριτους | θηλυκό: αβαρέτσα

ακούραστος, αλαφροκόκαλος, πεταρούδος

αβάρετος [1709]

αβάρεγος, αβάριτος, αβάριτους, άβαρτους

άδαρτος | αχτύπητος | άβγαλτος (ήλιος)

αβαρία

 

έκτρωση (λόγιο)

αβαρία

 

η άκρη της ιστοκεραίας (λόγιο)

αβαρία [1897]

 

θαλασσοζημία (λόγιο) | ζημιά | ιταλικό: avaria & βενετσιάνικο: varéa

αβαριάτος [1908]

αβαριάτος

αυτός που έπαθε αβαρία

αβαρίζι

αβαρίζ, αβαρίτζι, αβαρίτς

πολεμικός φόρος (λόγιο)| τούρκικο: avarız, πληθυντικός του arıza

αβαρίσι [1709]

 

βάρος, σουρσάτι

άβαρος

άβαρους, άβαρε

λεφτάς, παραλής, πλούσιος | λατινικό: avarus & ιταλικό: avaro

άβαρος [1931]

άβαρους

αλαφρός

αβάρσαμος

βάλσαμο, βάρσαμος

το φυτό Mentha viridis

αβαρύ [1614]

αβαρί

ρίγανη (ρίγανι), φυτά του γένους Origanum | συνώνυμα: αγριορίγανη (αγριορίγανι), αγριορίγανος, αγριουρίγαν, αγρορίγανος, αργανιά, αρίανος, αρίγανη (αρίγανι), αρίγανος, ζούγανη (ζούγανι), ρίανον, ριγανέα, ριούγανη (ριούγανι)

αβασανισιά [1709]

αβασανισιά

ζωή δίχως βάσανα

αβασάνιστος [1622]

αβασάνιγος, αβασάνιστους, αβασάντστους

αταλαιπώρητος (λόγιο)

αβασίλευτος [1897]

 

αβασίλεφτος [1931] | αβάρετος, άβγαλτος (ήλιος)

αβασκαίνω [1709]

αβασκένου, αβασκένο

βλ. βασκαίνω (ματιάζω)

αβάσκαμα [1790]

 

βλ. βάσκαμα (μάτιασμα)

αβασκαμένος [1790]

 

βλ. βασκαμένος (ματιασμένος)

αβασκαμός [1931]

 

βλ. βασκαμός (μάτιασμα)

αβασκανία

 

βλ. βάσκαμα (μάτιασμα)

αβασκάνιστος [1933]

 

αμάτιαστος

αβασκαντήρα [1931]

αβασκαντίρ, αβασκαντίρα, βασκαντίρα

βλ. αβάσκαντον

αβασκαντία

 

ευχή του παπά για να φύγει το μάτιασμα

αβάσκαντον [1790]

αβάσκαντο

φυλαχτό για το μάτιασμα

αβάσκαντος [1790]

αβάσκαγος, αβάσκαγους, αβάσκαντους

αμάτιαστος

αβασκαντούρι

 

βότανο που «κάνει» για το ξεμάτιασμα

αβάσταγας

 

όχτος αυλακιού ή χωραφιού

αβασταγή

αβασταγί, αβασταί

το φόρτωμα, το βάρος

αβασταγό [1933]

αβασταγός, αβάσταχο, βασταγό

υποζύγιο (λόγιο)

αβάστακτος [1622]

αβάσταγους, αβάστατος, αβάσταος, αβάστατε, αβάσταχτε, αβάσταχτους, αβάστιχτους, αναβάσταγος, ανεβάσταγος, ανεβάσταος, ανιβάσταγους, ανιβάσταους,

αβάσταγος [1908], αβάσταχτος [1931] | αφόρητος (λόγιο) | ανυπόμονος (λόγιο) | ακράτητος (λόγιο)

αβασταξία [1709]

αβασταξιά, αβαστιξιά

αβασταγιά [1931], αβασταξιά [1931] | ανυπομονησία (λόγιο)

αβατάλα

 

το ζώο Testudo Graeca | συνώνυμα: αχελόνα, αχεόνα, αχιλόνα, γκαλίνα, γκαχελόνα, γκαχιλόνα, καπαλόνα, καπελόνα, κιράκα, μπράσκα, τοσπαγάνος, χελώνα (χελόνα), χιλόνα

αβάτευτος [1857]

αάτεφτος, αβάτεφτε, αβάτεφτος, αβάτιφτους

ανόχευτος (λόγιο)

άβατι

 

τόπος άβατος

άβατος [1897]

άβατε, αβάτος, άβατους, ανάβατους

αδιάβατος | απρόσιτος (λόγιο)

αβατσινάριστος [1933]

αβετσινάριστος

ανεμβολίαστος (λόγιο)

αβατσίνιαστος [1933]

αβατσίνιαστος, αβατσίνιαστους, αβατσίνοτος, αματσίνιαστους

αβατσίνωτος [1933] | ανεμβολίαστος (λόγιο)

αβαφκανδίρι

 

το φυτό Poterium sanguisorba | συνώνυμα: αιματόχορτο (εματόχορτο), μουρόφυλλο (μαβρόφιλο), σιδερόχορτο, χορτοδροσάγκουρο

άβαφος [1622]

άβαφους, άβαφτε, άβαφτους, άδαφος

άβαφτος [1622] | αμπογιάτιστος | αστόμωτος (για σίδερο)

άβαχτος

 

αθόρυβος (λόγιο)

αββάς [1614]

αμπάς

αβάς [1897] | ηγούμενος (λόγιο), γούμενος | λατινικό: abbas

αββατεία [1635]

αβατία,

αββατία [1659] | ηγουμενείο (λόγιο), ηγουμενιό | μετόχι | λατινικό: abbatia

αββατικός [1790]

αβατικός

ηγουμενικός (λόγιο)

άβγα το

 

το έβγα

αβγάζω

αβγάζο, οβάζο, οβγάζο

γεννώ αβγά

αβγάκι

αβγάκ

μικρό αβγό

αβγαλεσά

 

το γρήγορο άλεσμα στο μύλο (όταν δεν έχει πολύ δουλειά)

άβγαλτος [1897]

αβγάλιτος, άβγαλτους, άβγαρτος, άγβαλτος, ανέβγαλτος, ανέβγαλτους, ανέβκαρτος, ανίβγαλτους

αύγαλτος [1709] | αυτός που δεν βγήκε | αταξίδευτος | άπειρος (λόγιο)

άβγαρα

 

εύκαιρα (λόγιο)

αβγαρή

αβγαρί

ο καρπός της αβγαρέας

αβγαριά [1931]

αβγαρέα, αβγαριά

αυγαριά [1908] | το δέντρο Sorbus domestica | συνώνυμα: βούβα, καρουπιά, ούα, ούβα, παρουσιά, σκαρούπα, σκαρούσα, σκαρουχιά, σκορούπα, σορμπιά, σουρβιά, σουρμπιά

αβγαρίνα

 

βλ. αβγουδιά

άβγασμα          

όβασμαν, όβγασμαν

το γέννημα των αβγών

αβγάστικος

οβάστικος

βλ. αβγάστρια

άβγαστος

ανέβγαστους, ανίβγαστους

αυτός που δε βγαίνει από το σπίτι του

αβγάστρια

οβγάστρα, οβάστρα

η κόττα που γεννά πολλά αβγά

αβγάτα

 

το αβγάτισμα του κοπαδιού | πλούτος

αβγαταίνω [1931]

αβγατένου, αβγατένο, αβγατίνου, βγατένου, βγατίνου

βλ. αβγατίζω

αβγατερός

 

βλ. αβγατισιάρης

αβγατή

αβγατί

η αυλή ανάμεσα στο σπίτι και το γιαλό

αβγατίδι

αβγατίδ, αβγατούδι

τσόντα σε ρούχο

αβγατίζω [1931]

αβγακίχου, αβγατίζο, αβγατίζου, αφκατίζο, βγαρτίζο, βγατίζο, βκατίζο, εβγατίζο

αυγατίζω [1790] | πληθύνομαι (λόγιο) | αυξάνω (λόγιο) | προοδεύω (λόγιο)

αβγατινέσκω

αβγατινέσκο, βγατινέσκο

βλ. αβγατίζω

αβγάτιση [1931]

αβγάκισι, αβγάτις, αβγάτισι, αβγάτς

βλ. αβγάτισμα

αβγατισιά [1931]

αβγατισιά

προσθήκη (λόγιο) | πλημμύρα ποταμού

αβγατισιάρης

αβγατισιάρις, βγατισιάρις

αυξανόμενος (λόγιο)

αβγατισιάρικος

αβγατισιάρικος

βλ. αβγατισιάρης

αβγάτισμα [1931]

αβγάκισμα, αβγάτμα, αβγάτσμα, αβγάτομα

αυγάτισμα [1790] | αύξηση

αβγατιστερός

βγατιστερός

βλ. αβγατισιάρης

αβγατιστής

αβγατιστίς, αβγατιστό, αβγατστίς

αυγατιστής [1908] | άλμα τριπλούν (λόγιο)

αβγατιστό

 

μακρύ ξύλο του αλετριού, το σταβάρι

αβγάτιστος

 

αυτός που δεν αβγατίζει

αβγατιστός [1931]

 

πρόσθετος (λόγιο)

αβγατίστρα

 

αυτή που «μεγαλώνει» τα πράγματα με το νου της

αβγάτο

 

δαμάσκηνο ή κορόμηλο σε γλυκό κουταλιού

αβγάτος

 

αυγάτος [1688] |γεμάτος με αβγά (για ψάρια)

αβγάτος

 

αυτός που έχει μεγάλα αρχίδια

αβγάτος

 

βλ. αβγάτισμα

αβγατώ [1931]

αβγατάου, αβγατάο, αβγατό, αφγατάου, βγατάο

αυγατώ [1908] | βλ. αβγατίζω

αβγελοπουλιά

αβγελοπουλιά, αγκελοπουλιά

το φυτό Matthiola incana | συνώνυμα: βιόλα, βιολέτα, δεντρόγια, έγκα, μανιτιά, φραγκοκόρακας, χερνιά

αβγελόπουλο

 

το λουλούδι της αβγελοπουλιάς

αβγιά

αβγιά

βλ. αβγίλα

αβγίλα [1931]

αβγίλια

η μυρουδιά του αβγού

αβγίτης

αβγίτ, αβγίτα, αβγίτις, αβγίτς

βλ. αβγουλίτης (μανιτάρι)

αβγό [1931]

αβγιό, αβγκό, αβγόν, αβγού, αβιγό, αβκό, αβκόν, αβό, αβουγό, αγκβό, αγκουό, αγκουού, αφκόν, βγο, βο, εβγό, οβγό, οβγόν, οβό, οβόν, ουό

αβγόν [1688] | το βρίσκουμε με τη γραφή αυγό [1527] | Swadesh List: 67, egg | Buck List: 4.48, egg

αβγόγαλα

αβγόγαλα, αβγογαλιά, οβγόγαλαν, οβόγαλαν, οβόγαλον

χτυπημένο αβγό με ζεστό γάλα και ζάχαρη

αβγογεννώ [1931]

αβγογενό

& αυγογεννώ [1708]

αβγοζήμιωτος

αβγοζίμιοτος, αβγοζίμοτος

αυγοζύμωτος [1908]| βλ. αβγοζύγης

αβγοζούμι

αβγοζούμ, αβγόζουμο

βλ. αβγολέμονο

αβγοζύγης

αβγοζίγις

τσιγκούνης

αβγοζυγίζω

αβγοζιγίζο

κλέβω στο ζύγισμα

αβγοθήκη [1931]

αβγοθίκι, αβγοθούκι, αβγοθούτσι, αβγουσίκι,

αυγοθήκη [1908] | θήκη για τα αβγά

αβγοθήκι

αβγοθίκι, αβγουθίκ

τα πολλά αβγά

αβγοκάλαθο

αβγοκάλαθον

καλάθι που βάζουν τα αβγά

αβγοκαλάμαρο [1931]

αβγουκαλάμαρου

αυγοκαλάμαρον [1908] | δίπλα, τηγανίτα

αβγοκεφτές

αβγουκιφτές

κεφτές που μέσα στο κρέας έχει και αβγό

αβγοκόβω [1931]

αβγοκόβο, αβγοκόβου, αβγουκόβου, αβκοκόβκο

ρίχνω στο φαΐ αβγολέμονο

αβγοκούλα

αβδοκούλα

βλ. αβγοκουλούρα

αβγοκουλάκι

αβδοκουλάκι

μικρή αβγοκούλα

αβγοκούλι

αβδοκούλι

μικρή αβγοκούλα

αβγοκούλικο

 

αυγοκούλικον [1614] | βλ. αβγοκουλούρα

αβγοκουλούρα [1931]

αβγουκλούρα

πασχαλινό ψωμί ή τσουρέκι που έχει πάνω του κόκκινο αβγό (ή αβγά)

αβγοκούλουρο [1931]

αβγουκλούρ, αβγοκουλούρι

πασχαλινό κουλούρι με κόκκινο αβγό

αβγόκουπα

 

βλ. αβγότσοφλο

αβγόκωλος

αβγόκολος, βόκολος, οβγόκολος

αυτός που έχει στρογγυλό κώλο, σαν αβγό

αβγόλαδο

αβγόλαδε, αβγόλαδον, αβγόλαδου

αλοιφή από κρόκο αβγού και λάδι, για τα καψίματα

αβγολέμονο [1931]

αβγουλέμουνου, αβκολέμονι

αυγολέμονον [1857], αυγολέμονον [1908] | κρόκος αβγού χτυπημένος με χυμό λεμονιού

αβγολιά

αβγολιά, αβκολιά, αφκολιά

φαρδύ αυλάκι ανάμεσα στα χωράφια για να φεύγουν τα νερά της βροχής

αβγολίθι

αβγουλίθ

λιθάρι που μοιάζει με αβγό | πρήξιμο στο λαιμό των ζώων

αβγολόγος

αβγουλόγους, αβγουλόους

γυρολόγος που αγόραζε αβγά | αυτός που κλέβει αβγά από τα κοτέτσια

αβγολογώ [1931]

αβγολογάο, αβγολογό, αβγολοό, αβγουλουγό, αβγουλογό, αβδουλογό, βγολοό,

αυγολογώ [1708| | αγοράζω αβγά για εμπόριο | βάζω το δάχτυλο στην κότα για να δω αν έχει αβγό | γκομενίζω

αβγομαζεύω

αβγομαζέβγο, αβγομαζέβο

μαζεύω τα αβγά από το κοτέτσι | κοντεύω να πεθάνω

αβγομαζόνω [1931]

αβγομαζόνο, αβγομαζόνου

βλ. αβγομαζεύω

αβγομάνα [1931]

αβγουμάνα

αυγομάννα [1709] | το αβγό που μένει στη φωλιά, το φώλι (φόλι) – συνώνυμα: αβγόκοτο, αβγότοκο, αβγοφώλι (αβγοφόλι), αποτόκι, αποφώλι (αποφόλι), αποφόλιο, πρόσαβγο, πρόσφαγο, προσφώλι (προσφόλι), πρόσφωλο (πρόσφλολο), πρόσφολος, φολ, φωλίτης (φολίτις), φώλος (φόλος) | αβγοθήκη | αβγοκουλούρα |

αβγομάτης

αβγομάτις, αβγουμάτς

βλ. αβγουλομάτης

αβγομάτι

αβγομάτ

το τηγανιτό αβγό μάτι

αβγόμπλαστρο

αβγόμπλαστρου

μπλάστρι που έχε μέσα ασπράδι αβγού

αβγοόνω

αβγοόνο

αυγοόνω [1908] | ευκαιρώ (λόγιο), αδειάζω

αβγοπανηγύρι

αβγοπαναγίρι, αβγοπανιγίρι, αβγοπανίγιρο

πανηγύρι όπου τρώνε πολλά πασχαλινά αβγά (της Διακαινησίμου, της Αναλήψεως)

αβγόπικο

αβγόπκου

βλ. αβγόπουλο

αβγόπιτα

αβγόπτα

αυγόπιτες [1614] | πίτα με γάλα, βούτυρο και αβγά

αβγόπουλο

αβγόπλον, οβγόπον, οβόπον

μικρό αβγό

αβγορίζω

αβγορίζο

βιγλίζω

αβγορίχτρα

 

γυναίκα που «βρίσκει» το γαμπρό που θα πάρει το κορίτσι, με το ασπράδι του αβγού (που το ρίχνει μέσα σε βρασμένο νερό για να πάρει σχήμα)

αβγοσαλάτα [1931]

αβγουσαλάτα

αυγοσαλάτα [1790] | σαλάτα με βραστά κομμένα αβγά

αβγόσουπα

αβγκόσουπα

σούπα με αβγολέμονο

αβγοστάφυλο

αβγοστάφιλο, αβγουστάφλου

σταφύλι με ρόγες σαν αβγό

αβγοστούπι

αβγουστούπ

αλοιφή από ασπράδι αβγού, σαπούνι και λάδι, που έβαζαν για να φύγει το έμπυο

αβγοσυκάζω

αβγοσικάζο, αβοσάζου, αβοστσάζου

κρεμό ορνιούς στην ήμερη συκιά

αβγοσυκιά

αβγοσικιά, αβγοσουκιά

συκιά που βγάζει αβγόσυκα

αβγόσυκο

αβγόσουκο, αβουγόσουκο

αβγόσυκα (τα) [1931] | μεγάλο νόστιμο σύκο | άγλυκο σύκο: ανεμόσυκο ή φούσκα | ορνιός

αβγοτάραχο [1931]

αβγοτάραχον, αβγουτάραχου, βοτάραχο, βουτάραχου

αυγοτάραχον [1622] & αυγοτάραχο [1708] | ταριχευμένα αβγά ψαριού (από θηλυκό κέφαλο ή μπάφα)

αβγοτήγανο

αβγοτίγανο, αβγουτίγανου

τηγάνι με μικρές κούρμπες μέσα, για να μπαίνουν τα αβγά

αβγοτιέρα

 

βλ. αβγουλιέρα

αβγότοκο

αβγόκοτο

αυγότοκο [1908] | βλ. αβγομάνα

αβγότσοφλο [1931]

αβγόσπελε, αβγότσεφλο, αβγότσιφλο, αβγότσιφλου, αβγότσουφλο, αβγότσουφλου, αβγόφλουτσο, αβκότσιλον, αβκότσιφλον, αβκότσουβλον, αβκότσουλον, αφκότσουφλον, οβγοτσέπλ, οβγότσεπλον, ογβοτσέπλ

αυγότζοφλον [1622] & αυγότζουφλον [1688], αυγότσεφλον [1857], αυγότσεφλον [1908] | το τσόφλι του αβγού

αβγοτσόφλουδο

 

βλ. αβγότσοφλο

αβγουδάκι

αβγουδάκ, αβγουδάκιν, αβγουτάτσι

μικρό αβγό

αβγούδι

αβγούδ, αβκούιν

μικρό αβγό

αβγουδιά

αβγουδιά

το φυτό Mandragoras officinarum | συνώνυμα: αβγαρίνα, αβγουλιά, αρκάνθρωπος, καλανθρωπάρι, καλάνθρωπος, μανδραγόρα, μανδραγόρας, μανδραγούρα, μαντραγόρα, μαντραγόρας, μαντραγούρα

αβγούκλα

 

μεγάλο αβγό

αβγούλα [1931]

αβγκούλα, αβγκούντα, αβγούλας, αβουγουλά, αγκβούντα, αγούλα, γκούλα

μεγάλο αβγό | αβγοκουλούρα | ψημένο κάστανο

αβγουλάδα [1931]

 

βλ. αβγίλα

αβγουλάδικο [1931]

 

το μαγαζί του αβγουλά

αβγουλάκι

αβγκουλάιν

μικρό αβγό | αρχίδι παιδιού

αβγουλάμπασης

αβγουλάμπασας, αβγουλάμπασις

ματαιόδοξος (λόγιο)

αβγουλάρα

 

μεγάλο αβγό

άβγουλας

άβγουλος

μεγάλο αβγό

αβγουλάς [1931]

αβγουά, αβγουλά | θηλυκό: αβγουλού, αβουγουλού

αυτός που πουλάει αβγά |ο αβγοφάγος | η κότα που κάνει πολλά αβγά

αβγουλάτος [1931]

αβγκουλάτος, αβγολάτος, αβγουλάτε, αβγουλάτους

αβγουλάτα (σταφύλια) [1931] | που μοιάζει με αβγό

αβγουλήθρα

αβγουλίθ, αβγουλίθρα

το διασίνι, πρήξιμο στο λαιμό των ζώων | αβγίλα

αβγουλής

αβγουλίς

κίτρινος

αβγούλι

αβγούλιν, αβουγούλι

μικρό αβγό

αβγουλιά

αβγουλιά

βλ. αβγουδιά

αβγουλιά

αβγαλιά, αβγουλιά, αιβγαλιά

το τσούγκρισμα των αβγών

αβγουλιά

αβγκουλιά, αβγουλιά, αβγουλέ, αβγουλέα,

βλ. αβγίλα

αβγουλίδα

 

πρήξιμο στο λαιμό των ζώων

αβγουλιέρα

 

θήκη για να ακουμπάει το βραστό αβγό στο τραπέζι

αβγουλίλα

αβγουλία, αβουγουλία

βλ. αβγίλα

αβγουλίτης

αβγουλίτις

κάποιο άσπρο σαλιγκάρι

αβγουλίτης

αβγουλίτις

κάποιο στρογγυλό μανιτάρι

αβγουλίτης

αβγολίτα, αβγουλίτα, αβγουλίτις, αβγουλίτς

πρήξιμο στο σβέρκο των ζώων

αβγουλόκουκο

αιβγαλόκουκο

ο καρπός της αβγουδιάς

αβγουλομάτης

αβγουλαμάτις, αβγουλόματους | ουδέτερο: αβγουλομάτικο

αυτός που έχει μεγάλα και αβγουλωτά μάτια

αβγουλοστομαχιά

αβγουλοστομαχιά

η ξινίλα στο στομάχι

αβγουλωτός

αβγουλοτός, αβγουλουτός

που μοιάζει με αβγό

αβγούνι

αβγόνι

λαγούμι για βρομόνερα

αβγούτσικο

αβγούτσκου

μικρό αβγό πουλιού

αβγοφάγος

αβγουλοφάς, αβγουφάις, αβκοφάς

αβγοφάς [1931] | αυτός που τρώει πολλά αβγά | αρρώστια που δεν γεννούν οι κότες

αβγοφέτα

 

φέτα ψωμιού, βουτηγμένη στο αβγό και τηγανισμένη με βούτυρο | φέτα βρασμένου αβγού

αβγοφιλέτα

 

φέτα βρασμένου αβγού

αβγόφλιο

αβγόφιλιο, αβγόφλιον

βλ. αβγότσοφλο

αβγόφλουδα

αβγκοφιλίδα, αβγοφιλίδα, αβγόφλιδα, αβγοφλιντίδα, αβγόφλουδο, βγόφλουδα

βλ. αβγότσοφλο

αβγοφυλλίδα

αβγοφιλίδα

βλ. αβγοφιλίδα

αβγόφυλλο [1931]

αβγόφιλε, αβγόφιλο, αβγόφλο

αυγόφυλλον [1659] | βλ. αβγότσοφλο

αβγοφόλι

 

το αβγό (φώλι) που μένει στη φωλιά, βλ. αβγομάνα

αβγωμένος [1931]

αβγομένος

αυγωμένος [1622] & αυγοταραχωμένος [1622], αβγωμένο [1931] | με πολλά αβγά (για ψάρι, για θαλασσινό) | αλειμμένος με αβγό

αβγόνας

 

το μέρος που γεννούν οι κότες | τα πολλά αβγά

αβγόνω [1931]

αβγούνου, αβγόνο, βγόνο

βάζω στο φαΐ αβγολέμονο | | αλείφω με αβγό χοντραίνω | μαζεύω πολλά λεφτά

αβγωτή

αβγκούτα, αβγοτί, αβκοτί, αγκβούτα, αγκούτα, αφκοτί, νγκούτα

αβκοκουλούρα

αβγωτός [1931]

αβγοτός, αβγουτός

αυγωτός [1790] | βλ. αβγουλωτός

αβδελιά

αβδελιά

κάποια αγραπιδιά

αβδέλλα [1688]

αβδέα, αβδέλα, αβδέλτα, αβδέντα, αβιδέλα, αβντέλα, αβτέλα, αδέλα, αφντέντα, βδέλλα, βιδέλα, βντέλα, βτέλα, εβδέλα, ιβδέλα, οβδέλα

τα σκουλήκια hirudo officinalis, haemopis vorax, distomun hepaticum | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: βδελλα

αβδελλάδικο

αβδελάδικο

μαγαζί που πουλούσαν βδέλλες

αβδελλάς [1897]

αβδελάς, αβδιλάς

αυτός που πουλούσε βδέλλες

αβδελλερό

αβδελερό, αβτελερόν

βλ. αβδελλότοπος

αβδέλλι

αβδέλ, αβδέλι, αβιδέλι, βιδέλι

μεντεσές, κλάπα

αβδελλιάζω [1908]

αβδελιάζου, αβδελιάζο, αβδιλιάζου, βδελιάζου, βδελιάζο, βδιλιάζου, βιδελιάζο, εβδελιάζο

έχω βδέλλες | γκλαπακιάζω, χλαπακιάζω ή κλαπακιάζω (έχω διστομίαση, γκλαπάτσα ή κλαπάτσα ή χλαπάτσα)

αβδελλιάρης

αβδελιάρις

άρρωστος από διστομίαση (λόγιο), γκλαπάτσα ή κλαπάτσα ή χλαπάτσα | αρρωστιάρης

αβδέλλιασμα [1933]

αβδέλιασμα, αβτέλιασμαν, βιδέλιασμα, εβδέλασμαν, ενδέλαγμαν

διστομίαση (λόγιο), γκλαπάτσα ή κλαπάτσα ή χλαπάτσα | το ρούφηγμα του αίματος από τις βδέλλες

αβδελλίστρα

αβδελίστρα, αβδιλίστρα, βδιλίστα

το σημάδι από το ρούφηγμα της βδέλλας

αβδελλίτσα

αβδελίτσα, αβδιλίτσα, αρδιλίτσα

παιδικό παιχνίδι, λέγεται και βαρελάκια, μακροπόταμος, σκαμνάκια

αβδελλοκόκαλο

αβδελοκάκαλο, αβδιλουκόκαλου

το φανταστικό κόκαλο της βδέλλας (πείραγμα στα παιδιά)

αβδελλολίμνη

αβδελολίμνι

λίμνη με βδέλλες

αβδελλόνερο

αβδελόνερο

βουρκόνερο με βδέλλες

αβδελλόπουλο

αβδελόπουλο, εβδελόπον

μικρή βδέλλα

αβδελλότοπος

αβτελότοπος

τόπος με νερά γεμάτα βδέλλες

αβδελλούδα

αβδελούδα, αβτελούδα

βλ. αβδελλόπουλο

αβδελλοχόρταρο [1933]

αβδελοχόρταρο

το φυτό Ranunculus velutinus

αβδελλόχορτο [1931]

αβδελόχορτο

το φυτό Verbascum undulatum | συνώνυμα: γλώσσα, μελίσαντρος, σπλόνος, σφάκα, φλασκίνα, φλόμος

αβδέλλωμα [1931]

αβδέλομα, αβδέλουμα

συναρμογή (λόγιο) σπασμένων κομματιών με σιδεράκια

αβδελλόνω [1908]

αβδελόνο, αβδιλόνου

αβδελλιάζω (χλαπακιάζω ή κλαπακιάζω) | συναρμόζω (λόγιο) με σιδεράκια, σπασμένα κομμάτια

άβδημα

άβδιμα

το άγιο βήμα

αβδής

αβδίς

δούλος

αβδίζω

αβδίζο

εμποδίζω (λόγιο)

αβδόμιον [1614]

αβδόμι

το φαΐ που έχει πολύ αλάτι |έτσι λέγανε παλιά τον ταραμά | λατινικό: abdomen (αλατισμένα εντόσθια)

αβελενάρω

αβελενάρο

φαρμακώνω| ιταλικό: avvelenare

αβελίδος

αβλίδος

αφηρημένος (λόγιο) | ζαλισμένος | εξαντλημένος (λόγιο) | ιταλικό: avvilito

αβελιμέντο

 

στεναχώρια | ανυπομονησία (λόγιο) | ιταλικό: avvelimento

αβελίρισμα

 

αφηρημάδα | αποθάρρυνση (λόγιο)

αβελίρω

αβελίρο

αποθαρρύνω (λόγιο) | ξεφτιλίζω | παραζαλίζω | ιταλικό: avvilire & βενετσιάνικο: avilìr

αβελόνιαστος

αβελόναστος, αβελονέαστος, αβελονίαστος, αβελόνιαστος, αβελόνιστος, αβιλόνιαγους, αβολόναστος, αμπελόνιαστος, αμπιλόνιαστους, αμπολόνιαστος

που δεν έχει περαστεί στην τρύπα της βελόνας (κλωστή) | που δε βελονιάστηκε

αβέλουρας

αβελούρ, αβίλουρας, βίλιουρας, βίλουρας, λούρος

το κοτσάνι του φρέσκου κρεμμυδιού | συνώνυμα: καβγοβέλουρας, καβλοφιόρι, καβλοβέλουρας

αβέλω

αβέλο

θέλω (στα καλιαρντά)

αβεντάριο

αβαντάριο, αβαντίριο, βεντάριο, ινβεντάριο

βενετσιάνικο: aventario | λίστα, κατάστιχο | προικοσύμφωνο (λόγιο)| συνώνυμα για το «προικοσύμφωνο»: αγκλαβή (αγκλαβί), ανεθίβουλο, αρεσκιά, εξωφύλλι (εξοφίλι), καπίνι, κόπια, μπολέτο, σκαρτσοφόλι

αβεντόρα

 

γυναίκα που ζει με τα λεφτά του παράνομου γκόμενου: μαντενούτα, μορόζα

αβεντόρος

θηλυκό: αβεντόρα, αβεντόρισα

αγοραστής | ιταλικό: avventore & βενετσιάνικο aventór

αβεντούρα

 

πάθημα | συμφορά | ιταλικό: avventura

αβέργωτος

αβέργοτος, αβέργουτους

που δε στηρίζεται με βέργα

αβερνίκωτος [1931]

αβερνίκοτος

αλουστράριστος

αβεροδαχτύλιδο

αβεροδαχτίλιδο

βέρα

αβερσάριος

 

εχθρός (λόγιο), οχτρός | ιταλικό: avversario

αβέρτα [1614]

αβέρτο

ελεύθερα | ανοιχτά

αβερταρία

αβιρταρία

ευρυχωρία (λόγιο)

αβέρτης [1614]

αβέρτις, αβέρτους | θηλυκό: αβέρτα

αβέρτος [1933] | ανοιχτός | ευρύχωρος (λόγιο) | ελεύθερος | βενετσιάνικο: avèrto

αβέρτικος

 

χουβαρντάς

αβερτίρω

αβερτίρο

αναγγέλω(λόγιο), ειδοποιώ (λόγιο) | βενετσιάνικο: avertìr

αβερτοσύνη

αβερτοσίνι, αβιρτουσίν

ελευθερία | ειλικρίνεια (λόγιο) | χουβαρνταλίκι

αβερτούρα

 

το άνοιγμα του στήθους

αβερόνα

αβερόνα

αρραβώνας

άβι

αβ, άβιν

κυνήγι | θήραμα (λόγιο) | τούρκικο: av

αβία [1622]

 

ξεκίνημα | ιταλικό: avviatura

άβια [1709]

άβγια, αβία, άβρια

στέρφα, στείρα (λόγιο)

αβιασιά

αβιασιά

τεμπελιά

αβίαστα [1659]

 

δίχως ζοριλίκι | δίχως βιασύνη

αβίαστος [1659]

άβιαστος

άβιαστος [1931] | ελεύθερος | που δε βιάζεται

άβιβλος

άβιβλους

αγράμματος

αβίγλιστος [1933]

 

αφύλαχτος

αβίδωτος [1933]

αβίδοτος, αβίδοτους

που δεν έχει βιδωθεί | παλαβός

αβιζαδόρος

 

ντελάλης | ιταλικό: avvisatore

αβιζάδος

 

ειδοποιημένος (λόγιο) | βενετσιάνικο: avizado

αβιζαμέντο

βιζαμέντο

προσταγή | χαμπέρι | ιταλικό: avvisamento

αβιζάριση

αβιζάρισι

συμβουλή (λόγιο)

αβιζάρισμα

 

ειδοποίηση (λόγιο)

αβιζαρισμός

 

συμβουλή (λόγιο)

αβιζαριστής

αβιζαριστίς

συμβουλάτορας (λόγιο)

αβιζάριστος

 

αυτός που δεν ακούει συμβουλές

αβιζάρω

αβεζάρο, αβιζάρο, αβιζέρνο, βιζάρο, βιζέρνο

ειδοποιώ (λόγιο) | παραγγέλω (λόγιο) | συμβουλεύω (λόγιο) | ιταλικό: avvisare & βενετσιάνικο: avixàr

αβίζο [1933]

 

για μεταφορά διαταγών, μικρό πολεμικό ταχύπλοο (λόγιο)

αβίζο [1933]

αβίζος, βίζιο, βίζου

χαμπέρι | ιταλικό: avviso & βενετσιάνικο: avìxo

αβιζότι [1897]

αβζότ, αβιζότι, αβιζότις, αβιζότο, αγζότ, αγιζότι, αγκιζότι, αγουζέτι, αιζέτο, αιζέτον, βιζέτο, γκζοτ

τούρκικο: ağızotu | εμπύρευμα όπλου (λόγιο), καψούλι τουφεκιού | βλ. & αγιζότι

αβιός [1908]

άβζος, άβιος, αβιός, άβριος

άβιοι (οι) [1688] | αυτός που δεν έχει παιδιά | αυτός που ζει μόνος του, μακριά από τους ανθρώπους

αβιστίριχτος

 

που δεν τον πιάνει κακός δαίμονας

αβιτσιάριγος

αβιτσιάριγος

που δεν έχει κουσούρια

αβκαστούρα

 

κεψές, ξαφριστίρι, τρυποκουτάλα,

άβλαβα [1659]

 

άβλαφτα [1709] | δίχως ζημιά

άβλαβο [1931]

 

κάποιο φίδι

άβλαβος [1622]

άβλαβο, άβλαβους, άβλαγους, άβλαος, άβλαφος, άβλαφτε, άβλαφτους, ανάβλαβος, ανέβλαβος

άβλαφτος [1688] | που δεν κάνει ζημιά | που δεν παθαίνει ζημιά | γερός | άκακος

αβλαβοσύνη [1659]

αβλαβοσίνι, αβλαβουσίν

αβλαβεία (λόγιο)

αβλαγάς

 

χωράφι που είναι κοντά στο σπίτι | αλάνα της γειτονιάς | τούρκικο: avlağa

αβλαεύω

αβλαέβο

κυνηγώ | τούρκικο: avlamak

αβλάκι [1622]

 

βλ. αυλάκι

αβλαμάς

αβλάεμαν

κυνήγι | καρτέρι | τούρκικο: avlama

αβλαμπάζι

ταβλαμπάζι

το περβάζι στο τζάκι

αβλαντένω

αβλαντένο, βλαντένο

πετυχαίνω το σημάδι | τούρκικο: avlamak

αβλαντίζω

αβλαντιάζου, αβλαντίζο, αβλαντίζου, αβλαντό, αβλατίζο, βλαντίζο, βλαντό, βλατίτζο, βλατίζο

κυνηγώ | σκοπεύω (λόγιο), σημαδεύω | από το τούρκικο avlandım, αόριστος του avlamak

αβλάντισμα

αβλάντσμα, βλάτισμα

στήνω καραούλι με επιτυχία

αβλαντιστής

αβλαντιστίς

σκοπευτής (λόγιο)

αβλαστάρωτος

αβλαστάροτος, αβλαστάρουτους

βλ. αβλάστητος

αβλαστήμητος [1933]

αβαστίμιτε, αβλαστίματος, αβλαστίμετος, αβλαστίμιστος, αβλαστίμιστους, αβλαστίμιτος, αβλαστίμιχτος, αβλαστίμτους

που δε βρίστηκε ποτέ | ο καλός κι αγαθός άνθρωπος

αβλάστημος

αβλάστιμος

αυτός που δε βρίζει τα θεία

αβλάστητος [1790]

 

αβλάστιτος [1709] | που δε βλασταίνει | που δεν έχει παιδιά

αβλαστολόγητος [1933]

αβαστόγιτε, αβλαστολόγιστος, αβλαστολόγιστους, αβλαστολόγιτος, αβλαστολόιστος, αβλαστολόιτους, αβλοστολόιγους

αβλαστολόγιστο [1908] | που δε βλαστολογήθηκε

άβλαστος [1709]

 

βλ. αβλάστητος

αβλέμονας [1931]

αβλέμουνας

πολύ βαθειά θάλασσα | θαλασσόπατο | απάγκιο αγκυροβόλι | βαθύ αυλάκι | αχόρταγος, φαταούλας

αβλεμόνι [1931]

αβλιμόν

πολύ βαθειά θάλασσα | μέρος που δε φαίνεται από την καταχνιά | καιρός ανταριασμένος

άβλεπος [1635]

ανάβλεφτος, ανέγλεπος

αθέατος (λόγιο) | τυφλός

αβλεψιά [1622]

αβλεψιά,

αβλεψία [1622] | αστοχασιά

αβλίχι

 

βλ. αβτζιλίκι

αβλόγητος [1897]

αβλόγιστος, αβλόγιτε, αβλόγιτος, αβλόγτους, αβλόιτος, αβλόιτους, ανεβλόγετος, ανεβλόγιτος, ανεβλόετος, ανεβλόιτος,

που δε έχει ευλογηθεί από τον παπά | αστεφάνωτος

αβλογιά

αβλογιά, αβλογκιά

το φυτό Rhamnus cathartica | συνώνυμα: λεφκαγκάθα, λεφκαγκάθι, λεφκαγκαθιά, σπυράκι (σπιράκι)

αβλογιά

αβλογιά, αβλουγιά

η αρρώστια ευλογιά

αβλογιάρης

αβλογιάρις, αβλουγιαρός

αυτός που έχει αρρωστήσει με ευλογιά

αβλόγιαστος

αβλόγιαστος, αβλόγιαστους

που δεν έχει αρρωστήσει από ευλογιά

αβντάλης

αβδάλς, αβντάλις, αβντάλς, άβνταλος, αβνταλους, απτάλις | θηλυκό: αβντάλα

κουτός, χαζός | τούρκικο: abdal & aptal

αβνταλιά

αβνταλιά

αποχαύνωση (λόγιο) | τούρκικο: aptallık

αβνταλιάζω

αβνταλιάζο

αποχαυνώνομαι (λόγιο) | τούρκικο: aptallaşmak

αβογαδόρος

 

κατήγορος (λόγιο)

αβόγγητος [1933]

αβόγκιτος

υπομονετικός (λόγιο)

αβόζω

αβόζο

ισοκράτημα (λόγιο)

αβοήθητος [1659]

αβόθιστος, αβόθστους, αβοίθιτε, αβοίθιτος, αβόιθιτος, αβούθιστος

αυτός που δεν έχει βοήθεια

αβόηθος [1709]

αβόιθος, αβόιθος

βλ. αβοήθητος

αβοηθώ

αβισό, αβοιθό, αβοιθό, αβουθίτζου, αβουθό, αβουιθό, αβοχτό, αβουχτό

βοηθώ

αβόι

 

τόπι, μπάλα

αβόιστος

αβόιτος, αβούιστος

σιγανός

αβοκατοκουμέσος

 

δικηγορίσκος (λόγιο) | ιταλικό: avvocatesco

αβοκατωτός

αβοκατοτός, αβουκατοτός, αφουκατοτός

αυτός που κάνει το δικηγόρο (δίχως να είναι)

άβολα [1622]

ανάβολα, ανάβουλα, ανάσβολα, ανάσβουλα, ανέβολα

κακόβολα | ανάποδα

αβολάδα [1908]

 

μεγάλη πέτρα, βράχος | σκόπελος (λόγιο)

αβολαδιά

αβολαδέα, αβολαδιά

πετριά

αβολάκι

 

βοτσαλάκι

αβόλεο

 

βλ. αβόριο

αβολεσιά

αβολεσιά, ανεβολεσιά

αναποδιά | κακοτοπιά

αβολεσιάρικος

αβολεσάρικος, αβολεσιάρικος

βλ. άβολος

αβόλετα [1908]

αβόλιτα, ανεβόλετα

άβολα, αδύνατα, ανάποδα

αβόλετος [1790]

αβόλιτους, αβούλετος, αβούλιτους, ανιβόλετος,

αδύνατος | δύσκολος

αβόλευτος [1790]

αβόλεβος, αβόλεφτος, αβόλιφτους

ασυγύριστος | δύσχρηστος (λόγιο) | τζαναμπέτης

αβόλι

 

βότσαλο

αβολιά [1659]

αβολέα, αβολία, αβολιά, αναβουλιά, ανασβολιά, ανασβουλιά, ασβολέ, ασβολιά, ασβουλιά

αναβολιά [1933] | αναποδιά | κακοβολιά | ζημιά

αβόλιστος [1931]

 

ακατανόητος (λόγιο), ασκαντήλωτος

αβολοντέ

 

κατά βούληση | γαλλικό: à volonté

άβολος [1622]

άβολε, άβουλους, ανάβολος, ανάβουλος, ανάσβολος, ανάσβουλους, ανέβολος, άολος

δύσκολος | κακόβολος | τζαναμπέτης | ανάποδος

αβόρδακος [1688]

αβοθρακός, αβορθακός, αθρακλός, αφορδακός, αφορντακός, αφρακλός, βαθαακός, βαθράκ, βαθράκα, βάθρακα, βαθρακάς, βάθρακας, βαθράκι, βαθράκια, βαθρακλάς, βαθρακός, βάθρακος, βαθράτσι, βαρδακάς, βάρδακας, βαρθάκα, βάρθακα, βαρθακάς, βάρθακας, βαρθάκλι, βαρθακός, βάρθουκλας, βαρντακλάς, βάρτακας, βαρτλάκα, βάρτλακα, βατράκα, βάτρακλος, βατρακός, βατράχ, βατράχα, βατράχι, βάτραχος, βόδρακος, βοθράκα, βόθρακας, βοθράκι, βοθρακός, βόθρακος, βορδακάς, βορδακλός, βορθάκα, βόρθακα, βορθακάος, βορθακάς, βορθάκι, βορθακός, βόρθακος, βόρτακας, βορτάτσιν, βοτράχα, βούθρακο, βουρδακάς, βουρθακάος, βουτράκιου, βραθάκι, βρίτικο, βροθάκ, βροθάκα, βροθακός, βρόθακος, βρόσακου, βρότακου, βρόταχος, βρούθακο, βρούντακου, βρούσακο, βρούτακο, μαθράκα, μάθρακα, μαθρακάς, μαθράκια, μαθρακός, μπαρδακάς, μπαρθακάς, μπαρθακλάς, μπαρντακός, μπαρτακάς, μπαρχιάκα, μπίθλακας, μποθράκι, μποθρακλάς, μπορτντακλάς, μπούθρακας, μπουθρακλάς, μπουρθακλάς, μπρούθακο, όδρακας, όδρακος, οδράτσιν, οθράτσιν, σβάρδακλας, σβάρθακλας, σποδακλάς, σπορδακάς, σπόρδακας, σπουδακλάς, σπρόφακο, σφάρδακας, σφάρδακλας, σφαρδάκλι, σφάρδακλος, φαδρακλός, φαρδακλός, φαρδουκλός, φάρντακα, φαρτάκι, φοθράκα, φορδακά, φορδάκα, φόρδακα, φορδακάς, φόρδακας, φορδάκι, φορδακλά, φορδακλάς, φορδακλός, φορδακός, φόρδακος, φορθάκα, φορθακός, φορντακλός, φορταγκός, φορτακλός, φορφάκα, φορφάκας, φουρδακλάς, φροθάκα

ζώα του γένους Rana | συνώνυμα: ζαμπάκι, ζάμπας, ζιάμπα, ζιάμπακας, ζιάμπος, ζιάπα, ζιάπκα, κακαράς, καρκάλι, καρκαρέλι, κάρλακας, κάρλακας, κόρλακας, κούβακας, κούφακας, μπαθρακός, μπακάκ, μπακακάκι, μπακακάς, μπάκακας, μπακάκι, μπακακούδ, μπακακούλι, μπαμπακάς, μπάμπακας, μπάτζιακας, μπάτσιακας, μπλιάκακας, τζαμπαλάκ, τζάμπλακας, τζιαμπλάκι | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: βατραχοσ | σλάβικο: žaba | παράβαλε και γεωργιανό: baqaqi

αβόριο

 

ελεφαντόδοντο (λόγιο) | ιταλικό: avorio & βενετσιάνικο: avòlio

αβόσκητος

αβόσκετος, αβόσκιγος, αβόσκιγους, αβόσκιος, αβόσκιστος, αβόσκιστους, αβόσκιτος, αβόσκιτους, αβόσκογος, αβόσκτους, αβόσκστους

που δε βοσκήθηκε (για τόπο) | που δε βόσκησε (για ζώο)

άβοσκος

άβουσκους

βλ. αβόσκητος

αβοτάνα

αβουτάνα

το αυτί

αβοτανά (ο)

αβουτανά | θηλυκό: αβοτανού

που έχει μεγάλα αυτιά, ο αυτιάς

αβοτάνιστος [1933]

αβοτάνιγος, αβουτάνγους, αβουτάνστους

αβοτάνιστο [1908] | που δεν ξεβοτανίστηκε | που δεν ήπιε μαγικό βοτάνι

αβότανος

 

βλ. αβοτάνιστος

αβούδιακας

αβούδιαγκλας, αβούδιακας, αβούδιακλας, αβούιδακας

το φυτό Asphodelus microcarpus | συνώνυμα: ασκέλα, ασκλιδιά, ασκορδούλακας, ασκορδουλιά, ασκουρδαλιά ασκουρδουλιά, ασπέρδουγκλας, ασπερδούκλα, ασπέρδουκλας, ασπερδούκλι, ασπέρτιλας, ασπέτιλος, ασπίδελας, ασπίλδας, ασπιλδέλ, ασπίρτιλας, ασπόδελος, ασπόδιλας, ασποδρίλι, ασπόθιλας, ασπόιλας, ασποϊλιά, ασπόρδιλας, ασπόρδουλας, ασπόρντιλας, ασπουουδούλους, ασπουρδίκλα, ασπούρδουλας, ασπόφιλας, ασφεδίλα, ασφέλταρας, ασφενδιλέ, ασφεντελιά, ασφεντιλέ, ασφεντιλές, ασφεντιλιά, ασφέντιλος, ασφέντρλας, ασφεντρουλιά, ασφερδάγλι, ασφέρδουγκλας, ασφέρδουγλας, ασφέρδουγλας, ασφερδούγλι, ασφέρδουκλας, ασφοδέλακας, ασφόδελας, ασφοδέλι, ασφοδελιά, ασφόδελο, ασφοδελός, ασφόδελος, ασφοδίλι, ασφόντιλας, ασφοντιλιά, ασφόντιλος, σβούρδουκλος, σκορδαλές, σκουρδαλιές, σπερδούκλα, σπέρδουκλας, σπερδούκλι, σπερδουκλιά, σπιρδούκλ, σποδρίλι, σποδριλιά, σπορδακίλα, σπορδαλίδα, σπορδίλι, σπορδιλιά, σπουδέντα, σπουλδάκιλο, σπουρδακίλα, σπουρδάκιλα, σπούρδακλα, σπούρδουκλας, σπούρτελος, σπουρτούλα, σπουρτουλίτσιν, σφεδούκλι, σφεντιλιά, σφερδούγκλι, σφέρδουγλας, σφερδούγλι, σφέρδουκλας, σφερδούκλι, σφερδούλακα, σφερδούλακας, σφοδέλι, σφουρδούκλ, σφούρδουκλας, σφουρδούλ | η ρίζα του φυτού: ακαρόνι, άρβικας, καραβούκι, καραβούνι, παπουδάρχιδο

αβουζιά [1931]

αβιζιά, αβουζιά, αφσιά, βουζιά, βουζιλιά, βουξιλιά, βούσα

το φυτό Sambucus ebulus | συνώνυμα: βρομούσα, ραγάλο, φρουσκλιά

αβούητος [1933]

αβούιτος,

αβούιστος [1933], αβούιχτος [1933] | αθόρυβος (λόγιο)

αβουκατλίκι

αβουκατλούγ, αβουκατλούκ, αβουκατλούκι, αφουκατλούχ,

δικηγορία (λόγιο) | τούρκικο: avukatlık

αβουκάτος [1614]

αβοκάτος, αβουγαδόρος, αβουκάτους, αφουκάτος

δικηγόρος (λόγιο) | ιταλικό: avvocato & βενετσιάνικο: avocato

άβουλα [1622]

άβλα, ανάβουλα, ανάουλα, ανίβουλα,

άθελα

αβούλαρος [1857]

αβίλουρας, αβούλουρας, αγούλαρο, αγούλερι, αγούλιερας, βίλιαρι, βίλουρας, βούλαρος, βούλερι, βούλιαρ, βούλιαρι, βούλιαρο, βούλιαρον, βούλιερι, βούλουρας, γούλερο, γούλιαρ, γούλιαρο, γούλιερας, γούλιουρας

φυτά του γένους Sorghum

αβουλής

αβουλί, αβουλίς, ανεβουλις, ανιβουλάς, ανιβουλίς

βλ. άβουλα

αβούλητος

αβόλιστος, αβούλιγος, αβούλιτος

βλ. αβούλιαχτος

αβούλητος [1709]

αβούλιτος

αθέλητος

αβούλιαχτος [1931]

αβούλιαγος, αβούλιαστος, αβούλιαχτος, αβούλιαχτους

που δε βούλιαξε, αβύθιστος

αβουλιστά

ανεβουλιστά

αθέλητα

άβουλλος

άβουλος

βλ. αβούλλωτος

αβούλλωτος [1790]

αβούλοτος, αβούλουτους, αμπούλουτους

αβούλλωτον [1688] | αμαρκάριστος | ασημάδιαστος | ξεβούλωτος

άβουλος [1709]

άβουλους, ανέβουλος

αυτός που δε σκέφτεται καλά

αβούνιαστος

αβούνιαστος

αλίπαντος

αβούρλιαστος [1933]

αβούρλιαστος, αμπούρλιαστους, αμπρούλιαστους

που δεν είναι περασμένος σε αρμαθιά

αβούρλιστος

 

που δεν έχει βουρλιστεί (ζουρλαθεί ή θυμώσει)

αβούρτσιστος

αβούρτζιστος, αβρούτσιστος, αφρούτσιστος

που δεν έχει βουρτσιστεί

αβούτηχτος [1931]

αβούκιχτε, αβούτετος, αβούτιος, αβούτιτος, αβούτιχτος

που δε βούτηξε στο νερό | αβασίλευτος (για τον ήλιο) | αβάφτιστος

άβουτος

 

που δεν μπορεί να βουτήξει στη θάλασσα, να καταδυθεί (λόγιο)

αβούτος [1908]

 

αυτός

αβουτούλωτος

αβουτούλοτος

ο καρπός που δεν έχει γίνει (για στάρι, καλαμπόκι)

αβουτύρωτος [1933]

αβουτέροτος, αβουτίριαστος, αβουτίροτος

αβουτύριαστος [1933] | για γάλα ή τυρί που δεν έχει βούτυρο

αβραγιά

αβραγιά

βλ. βραγιά, πρασιά

αβραγίδα

 

βλ. αγγελούδα (νεράιδα)

αβράδυαστος

αβράδαστος, αβράδιαγος, αβράδιαστε, αβράδιαστος

αβράδιαστος [1908] | που δεν προλαβαίνει να φτάσει το βράδυ

αβράδυωτος

αβράδιοτος

βλ. αβράδυαστος

άβρακος [1908]

άβρακους

ο πολύ φτωχός, ο ξεβράκωτος

αβρακωτίνα

αβρακοτίνα, αβρακουτίνα

αυτή που δε φοράει βρακί, η ξεβρακωτίνα

αβράκωτος [1709]

αβράκοτο, αβράκοτος, αβράκουτους, αναβράκοτος

που δε φοράει βρακί, ο ξεβράκωτος | που είναι από φτωχή φαμίλια

αβραμηλιά [1709]

αβραμιλιά

το δέντρο Prunus insititia | συνώνυμα: αγριοδαμασκηνιά (αγριοδαμασκινιά), αγριοβραμηλιά (αγριοβραμιλιά), αγριοκορομηλιά (αγριοκορομιλιά), αγριοκορμπιλιά, αγριοπουρνελιά, γροβολιά, κορομηλιά (κορομιλιά), κουμπουλιά, μπαρδασκιά, μπουρνελιά, πουρνελιά, προυνελιά

αβράμηλον [1709]

αβράβλο, αβράμιλο, αβράμιλον, αβράμλο, αβράμλου, αβράμπουλο, αβρόμιλον, αγράμπουλον, βράβιλο, γράβλου, δράβιλο

ο καρπός της αβραμηλιάς

αβραντίνα

αβράντινι

γκόμενα, θηλυκό, «μουνί» | τούρκικο: avrat & avret

αβρασιά [1709]

αβρασία, αβρασιά, αβρασίγια

η άργητα στο βράσιμο

άβραστος [1622]

άβραστε, άβραστους, ανάβραστος

που δεν έχει βράσει | που αργεί να βράσει, κακόβραστος | ακαμάτης

αβράστωτος

αβράστοτος

βλ. άβραστος

αβράσωτος

αβράσοτος

βλ. αβλόγιαστος

αβράχνιαστος [1933]

αβράχνιαστε, αβράχνιαστος

που του έχει περάσει η βραχνάδα στη φωνή (από αρρώστια)

αβρεξία [1790]

αβρεξιά, αβριξιά, αναβρεξά, αναβρεξιά

αβρεξιά [1931] | ανομβρία (λόγιο), ανεριό, ανομπριά

άβρετος [1931]

άβριτους, άνέβρετος, άρεστε

 που δε τον βρίσκεις | δυσεύρετος (λόγιο) | μοναδικός (λόγιο)

άβρεχτος [1857]

άβραχτος, άβρετε, άβριχους, άβριχτους, ανέβραχτος

άβρεχτη (μέρα) [1931] | που δε βράχηκε

αβρί [1622]

αβρίο

φύκι

αβρικολάκιαστος

αβρουκολάκιαγους, αβρικολάκιαστος

που δεν έγινε βρικόλακας

άβριον [1527]

 

βλ. αύριο

άβριστος [1933]

άβριστους

που δε τον έβρισαν

αβρογαλιά

αβρογαλιά, αφρογαλιά

κάποιο φαΐ με γάλα και αβγά

αβρόμιστος

 

αβρόμιστος [1931] | βλ. αβρόμευτος

αβρονιά [1897]

αβουρνιά, αβριγνιά, αβρινέα, αβρινιά, αβρονέ, αβρονιά, αβρουνιά, βουρνιά, βριονιά, βρουνιά, βρουνιά, οβριά, οβρινιά, σβιρνιά

αβρωνιά [1908], αβαριά [1931] | ονόματα για τα φυτά Tamus communis & Smilax aspera

αβρόντητα

αβρόντιγα, αβρόντιτα

ατάραχα

αβροσκιλλιά

αβροσιλιά, αβροσκιλιά

αβρόσκιλα [1931] | το φυτό Urginea maritima | συνώνυμα: αγιβασιλίτσα, αγιοβασιλίτσα, αγριγιουκρουμίδα, αγρικρομίδα, αγριόσκιλα, αγριοσκίλα, αγριοσκιλιά, αγροκρομίδα, ασκίλα, ασκιλιτούρα, ασκιλοκάρα, ασκινοκάρα, βασιλίτσα, βολβικός, βόλκικος, βότσικας, κουβαροσκέλα, κουβαροασκέλες, κουτσούνα, κουτσούπα, κρεμμυδοσκύλα (κρεμιδοσκίλα), μπότσικας, μποτσίκι, μποτσίτσι, μπότσκα, μπότσκλα, μπότσκου, μπούτσκα, σκίλα, σκυλοκρεμμύδα (σκιλοκρεμίδα), σκυλοκρομμύδα (σκιλοκρομίδα), σκυλοκρόμμυδο (σκιλοκρόμιδο), σούνα, τσικουρνίδα, φάσκελα

αβρότονον [1635]

αβρότανου

αβρότανον [1709] | λατινικό: abrotonum | ελληνικό: αβροτονον | θρακικό δάνειο | το φυτό Artemisia absinthium | συνώνυμα: αγριαψιθιά, αμπισθιά, απιστέ, απιστιά, ασιτία, ασπιτία, ατσιθία, αψιδιά, αψιθέα, αψιθιά, αψιθκιά, αψιθτιά, αψιφέα, αψιφιά, αψιφία, αψτιά, οπιστιά, ουψτιά, πισιδιά, πιστιά, σαψιφιά, τσιτέα, ψαφιά, ψιθιά, ψιφέα, ψιφιά, ψτιά | η λέξη αψινθιον είναι προελληνική, μη ινδοευρωπαϊκή

αβρούλιστος

αβρούλιγος

που δεν πιάνει φωτιά

αβρουχνίαστος

 

αμούχλιαστος

αβρόχι

αβρόχ

βρόχος (θηλιά) για πιάσιμο πουλιών

αβρόχια (τα)

αβρόχια

στάρια σπαρμένα σε εποχή αβροχιάς

αβροχιά [1709]

αβραγιά, αβρουχιά, αβροχιά, αναβραχιά, αναβρεσί, αναβροιχιά, αναβροσά, αναβροσί, αναβρουχιά, αναβροχιά, ανεβροχιά, ανιβρουχιά, ανιβροχιά, ανουβροχιά

αβρεξιά, όταν δεν βρέχει για πολύ καιρό

αβροχίλα

 

βλ. αβροχιά

άβροχος

 

που δεν πιάστηκε σε βρόχο (θηλιά)

άβροχος [1709]

άβραχος, άβρεχο, άβρεχος, άβριχους, άβρουχους, ανάβρεχος, ανέβρεχος, ανέβροχος

που δεν έχει βραχεί | άπλυτος | καιρός χωρίς βροχή

αβρόμευτος [1790]

αβρόμεφτος

που δε λερώθηκε

άβρωμος [1933]

άβρομος

βλ. αβρόμευτος

άβρωτος

αβρίετος, αβρίοτος, άβροτος, ανάβροτος, ανεβρίετος, ανεβρίοτος, ανοβρίοτος

που δεν τρώγεται | άνοστος

Αβτζή-Γιαννάκης

Αβτζί-Γιανάκις

το αστέρι Σείριος (λόγιο)

αβτζήδικος

αβιτζίδικος, αβουτζίδικο, αβτζίδικο, αβτζίδικος, αβτζίδκος, αβτζίδκους

κυνηγητικός (λόγιο)

αβτζηλίκι

αβτζιλίκ, αβτζιλίκι, αβτζιλούγ, αβτζιλούχ

κυνήγι | τούρκικο: avcılık

αβτζής

αβτζί ο, αβετζί ο, αβζίς, αβιζίς, αβιτζίς , αβουτζί, αβτζίς, αγουτζίς | θηλυκό: αβιτζού, αβτζαρία, αβτζίδσα, αβτζού

κυνηγός | τούρκικο: avcι

αβτζολόγος

αβζολόγος, αβιτζολόος

«κυνηγός» γυναικών, γυναικάς, γκομενάκιας

αβτζολογώ

αβιτζολοό

«κυνηγώ» γυναίκες, γκομενίζω

αβτζόσκυλος

αβιτζόσκιλος, αβτζόσκιλος

κυνηγόσκυλο

αβυζάκωτος

αβιζάκοτος

που δεν έχει κολλήσει καλά

αβυζάλιστος

αβιζάλιγος, αβιζάλιστος, αβιζάλιχτος

αβυζάλιχτος [1908] | βλ. αβύζαχτος

αβυζαξιά [1931]

αβιζαξιά, αβιζαξία

όταν η λεχώνα δεν έχει γάλα

αβύζαχτα

αβίζαστα, αβίζαχτα

αθήλαστα

αβύζαχτος [1790]

αβίζαγος, αβίζαγους, αβίζαστος, αβίζαστους, αβίζαχτος, αβίζαχτους, αβίτζαστος,

αβίζαστος [1659], αβύζαστος [1897], αβύζαγος [1931] | αθήλαστος

άβυζη

άβιζι

γυναίκα που δεν έχει μεγάλα βυζιά

αβυζόπιαστος

αβζόπιαγους, αβιζόπιαστος

για νεογέννητο που δεν έχει ακόμα βυζάξει

άβυζος [1933]

άβιζος

βλ. άβυζη

αβυζού

αβιζού

μάγισσα

αβύζωτη

αβίζοτι

κορίτσι που δεν έχει βγάλει ακόμα βυζιά

αβύθιστος [1931]

αβίθγους, αβίθιστος

που δε βυθίζεται, αβούλιαχτος

άβυσσος [1635]

αβίς, άβισα, άβισε, αβίσο, άβισο, άβισος, άβισου, άδισε, άδισο, άδισος, άισα, άισος, άσβος, άσισε, άφσος, άφσους

άβυσσο [1931] | το πολύ μεγάλο βάθος | «πέρας ουκ έσχεν ύδατα άπειρα ακατάληπτα» [Ησύχιος]

αβωλογύριστος

αβολογίριστος, αβουλοίριστος

που δε γυρίστηκε το χώμα καλά με το αλέτρι

αβωλοκόπητος [1933]

αβολοκόπιτος, αβουλοκόπιτος, ασβολοκόπιστος, ασβολοκόπιτος

που δεν έσπασαν οι μεγάλοι σβόλοι στο χωράφι

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.