Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγα


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

10.7.2012

αγάβγιστος

αγκάφστους

άκλαυστος (για πεθαμένο που δεν τον κλάψανε)

αγαβό

αγαβόν

το φυτό Cirsium hypopsilum

αγάγγρωτος

αγάγκροτος

που δεν παραλύει (λόγιο)

αγάδαινα

αγάδενα, αγαδίνα, αγάενα, αγαίνα

η γυναίκα του αγά

αγαδάκι

αγαδάγι

το παιδί του αγά

αγαδέβω [1931]

αγαδέβο

αρχοντεύω

αγαδέλι

αγαδέλ

μικρός αγάς

αγαδέρι

αγαδέρ

βλ. αγαδέλι

αγαδικά (τα)

αγάδικα, αγαικά

αρχοντικό σόι

αγάδικος

 

που είναι ή ταιριάζει του αγά

αγαδοκοιμούμαι

αγαδοκιμούμε

κοιμάμαι σαν αγάς | ξυπνώ αργά

αγαδολόι

 

η κοινωνική τάξη (λόγιο) των αγάδων

αγαδοπούλα

 

η κόρη του αγά

αγαδόπουλο [1931]

 

βλ. αγαδάκι

αγαδωτός

αγαδοτός

σαν αγάς

αγάερτος

αγιάερτος

αγύριστος

αγαζιλάευτος

αγαζίλαεφτος

βλ. αγάζωτος

αγάζωτος [1933]

αγάζοτος, αγάζουτε, αγάζουτος

που δεν έχει γαζωθεί

αγαθά (τα) [1688]

γαθά

το βιος, ο πλούτος

αγαθά [1659]

 

αγαθούτσικα | σιγά

αγαθάγρα

ααθάγρα

βλ. αγαθοσύνη

αγάθας

θηλυκό: αγάθα            

βλ. αγαθός

αγαθέλιας

αγαθέλους

βλ. αγαθός

αγάθεμα

γάθεμα

ξεχαμάρα, αφηρημάδα (λόγιο)

αγαθεμός

γαθεμός

βλ. αγάθεμα

αγάθενα

 

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθέσα

 

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθεύω

ααθέφγο, αγαθέβο, αγαθέβου, γαθέβο, γαθέφγο

αγαθέβω [1931] | ξεχνιέμαι | ξεκουτιάζω

αγάθη [1790]

 

αχάτης (λόγιο)

αγαθιάρης

αγαθιάρις, αγαθιάρς, αγαιχιάρις

ευκολόπιστος

αγαθίτης

 

τα ψάρια Centrophorus granulosus & Centrophorus uyato

αγαθκιακός

αγαθκιακός

γκαρδιακός

αγαθό

αγαθός

βγαλτό (σπυρί) | ανεμοπύρωμα

αγαθοβιόλα

 

αγαθή, κουτή | αφελής (λόγιο)

αγαθόγνωμος

αγαθόγνομος

καλόγνωμος

αγαθόκαλα

 

πολύ καλά

αγαθόκαλα (τα)

γαθόκαλα

τα αγαθά, ο πλούτος

αγαθομάρα

 

αφέλεια (λόγιο)

αγαθομάρα

αγαθαμάρα

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθομαρία

αγαθομαριά, αγαθουμαριά

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθομαρούλα

 

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθομαρούσα

 

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθομηλιά

αγαθομιλιά, αγαθουμλιά

βλ. αγαθοβιόλα

αγαθοξυπνώ [1931]

αγαθοξιπνό

αγουροξυπνώ

αγαθόπαιδο

αγαθόπεδο, αγαθόπεο

κουτό παιδί

αγαθόπουλος

 

βλ. αγαθός

αγαθός [1622]

ααθός, αβαθός, αβαχός, αγαθέ, αγαθές, αγκαθός, βάθις, βαθός, γαθός

καλός, ψυχικός | απονήρευτος | αφελής (λόγιο) | χαζούλης

αγαθοσύνη

ααθουσίνι, αβαθοσίνι, αγαθοσίνι

αγαθωσύνη [1908]| καλοσύνη | κουταμάρα

αγαθοσύνη [1622]

αγαθοσίνι

αγαθωσύνη [1659] | καλοσύνη | κουταμάρα

αγαθότη

αγαθότε

βλ. αγαθοσύνη

αγαθοτός

 

βλ. αγαθός

αγαθούκλης

 

βλ. αγαθός

αγαθουκλιά

αγαθουκλιά

κουταμάρα

αγαθούλης

 

βλ. αγαθούτσικος

αγαθούλικος [1931]

 

βλ. αγαθούτσικος

αγαθούτσικα

αγαθούτσκα

ήσυχα, σιγά

αγαθούτσικος

 

υποκ. του αγαθός

αγαθοφέρνω

αγαθοφέρνο

κουτοφέρνω, χαζοφέρνω

αγαθόχορτο

 

το φυτό Bupleurum fruticosum | συνώνυμα: ανεμοπύρι (ανεμοπίρι), ανεμοπύρωμα (ανεμοπίρομα), λαρδάσταχο, λαφόκλαδο

αγαθόψυχος

αγαθόψιχος

καλόκαρδος, καλόψυχος

αγαθωτός

αγαθοτός

βλ. αγαθός

αγαϊτάνωτος

αγαιτάνοτος, αγαιτάνουτους

που δεν έχει πάνω του ραμμένο γαϊτάνι (για ρούχο)

αγαλαντζής

 

γανωτζής, γανωτής, γανωματάς

αγαλάρω

αγαλάρο

ξεφεύγω

αγαλατίτσι

 

βλ. αγαλατσίδα

αγάλατος

 

που δεν κατεβάζει γάλα (για γυναίκα ή ζώο)

αγαλατσίδα

γαλατσίδα

όνομα φυτών του γένους Euphorbia

αγαλάτωτος

αγαλάτοτος

βλ. αγάλατος

αγαλάχτιστος [1933]

αγαλάχτιστους

που δεν έχει ασβεστωθεί | που δεν έχει ζυμωθεί καλά

αγαλάχτωτος

αγαλάχτοτος

βλ. αγάλατος

αγαλβάνιστος [1933]

 

που δεν έχει γαλβανιστεί

αγάλδερ

 

μισθωτήριο κτήματος (λόγιο) | βενετσιάνικο: galder

αγαλήνιστος

ααλάνιστος, αγαλένιγος, αγαλένιστος, αγαλίνιστος

που δεν μπορεί να γαληνέψει | αγαλήνευτος (λόγιο)

αγαληνός

αγαλινός

ήσυχος

αγάληνος [1931]

 

ανήσυχος (λόγιο)

αγαλήνωτος

αγαλίνοτος

βλ. αγαλήνιστος

αγαλήπα [1931]

αγαλίπα, ακάλιφας (ακάλιφας), γαλίπα (γαλίπα), κάλιφας (κάλιφας), σαλούφα, τσουλούφα

θαλασσινά του γένους Rhizostoma | συνώνυμα: θαλασσομάνα (θαλασομάνα), θέρμη (θέρμι), τρεμούλα, τσούχτρα

αγαλιά

αγαλιά

σκίουρος (λόγιο) | το ζώο Sciurus vulgaris | συνώνυμα: βερβέρα, βερβερίτσα, βιρβέρα, βιρβιρίτσα

αγαλιά

αγαλιά

όταν τα ζώα δεν έχουν πολύ γάλα

αγαλιά

αγαλιά

σιγά, σιγανά

αγάλια [1527]

αγάλ, αγάλα, αγάλι, αγάλια, αγαλιανά, αγαλινά, αγάλινα, άλια, αλιάγα, απαγάλια, απουγάλια, γάλα, γαλενά, γάλι, γάλια, γαλιανά, γαλινά, γιάλι, κάλια, παγάλια, παπουγάλια, πουγάλια

αγάλη [1688], γάλη [1708], αγάλι [1709] | αγαλά [1931] | σιγά, σιγανά | ιταλικό: eguale

αγαλιανός [1933]

αγαλιανός

αγαλινός [1933], γαλινός [1933] | σιγανός

αγαλιάς

αγαλιάς

αργός στο μυαλό

αγάλιας

αγαλιάς

βλ. αγαλιάς

αγάλιαστος

αγάλιαστος

που δε βύζαξε πολύ γάλα

αγάλικα (τα)

 

αμύγδαλα με μαλακό τσόφλι, αφρομύγδαλα

αγαλίκι

αγαλίκ

αφεντιλίκι, αρχοντιλίκι, κοτζαμπασλίκι | τούρκικο: ağalık

αγάλικος

 

που έχει ένα αρχίδι

αγάλικος

 

αδείλιαστος, άφοβος

αγάλιν

 

μωρό ή μικρό ζώο που βυζαίνει ακόμα

αγάλιος

αγάλιος

τεμπέλης

αγαλιούτσικα

αγαλιούτσικα, αγαλιούτσκα, αγαλούτσικα, γαλιούτσκα, γαλούτσικα

βλ. αγάλια

αγαλίτικος

 

βλ. αγάδικος

αγαλίχευτευτος [1659]

αγαλίφεφτος, αγαλίχεφτος

που δεν τον κανάκεψαν, δεν του έκαναν γαλιφιές

αγαλιώ

αγαλό

περιμένω | προσέχω

αγαλλία

αγαλία, αγαλίγια

βλ. αγαλλίαση

αγαλλιάζω [1931]

αγαλιάζου, αγαλιάζο, γαλιάζο

έχω μεγάλη χαρά, ευφραίνομαι (λόγιο)

αγαλλίαση

αγαλίασι, αγαλίγιασι

αγάλλιασις [1622], αγαλλίασις [1635] | μεγάλη χαρά, ευφροσύνη (λόγιο)

αγάλλιασμα

αγάλιασμα

βλ. αγαλλίαση

αγαλλιασμός

αγαλιασμός

βλ. αγαλλίαση

αγαλλίος

αγαλίος

που έχει αγαλλίαση

αγάλλομαι

αάλομε, αγάλομε

βλ. αγαλλιάζω

αγαλματάκι

 

μικρό άγαλμα

αγαλός [1931]

 

βλ. αγανός

άγαλος [1931]

άγαλους, ανάγαλους

άγαλη [1931] | βλ. αγάλατος

αγάλωτος

αγάλοτος

βλ. αγάλατος

αγαμησιά

αγαμισιά, αγαμισία

όταν δεν γαμάς για πολύ καιρό

αγαμησίλα

αγαμισίλα

βλ. αγαμησιά

αγάμητος [1933]

αγάμετος, αγάμιτος, αγάμτους

που δεν έχει γαμήσει ή που δεν έχει γαμηθεί

αγαμπούνιαστος

 

χωρίς γαμπούνι (για κοντή κάλτσα)

αγανά

 

όχι κρουστά ή σφιχτά, ανάρια

αγάνα

 

βλ. άγανο (αθέρας & κόκαλο)

αγάνα (η)

 

λαγάνα (ψωμί)

αγανάδα

γανάδα

η πράσινη σκουριά στα χαλκώματα | η ασπράδα της γλώσσας άμα χαλάσει το στομάχι

αγανάδα [1931]

 

το μέρος στην επιφάνεια της θάλασσας, που αλλάζει χρώμα από ελαφρό αεράκι, όταν γύρω είναι κάλμα

αγανάδι

αανάδι

το αγανό πανί

αγανάιχτιω (η)

αγανάιχτιο

βλ. αγανάχτηση

αγανάκι

 

υποκ. του «άγανο»

αγαναχτέας

γαναχτέας

στενόκαρδος, στενόχωρος

αγανάχτετος

 

ακούραστος

αγανάχτημα

αγανάχτεμα, αγανάχτεμαν, αγανάχτιμα, αγανάχτισμα, γανάχτεμαν, γανάχτιμα, γανάχτιμαν, γανιάχτισμα

βλ. αγανάχτηση

αγαναχτημένα

αγαναχτιμένα, αγαναχτισμένα, γαναχτεμένα

στενόχωρα

αγανάχτηση [1931]

αγανάχκισι, αγνάχτισι, ανάχτισι, γανάχτισι

στενοχώρια | δυσφορία (λόγιο) | κούραση

αγανάχτητος

αγανάχτετος, αγανάχτιος, αγανάχτιστους, αγανάχτιτος

που δεν αγαναχτεί

αγαναχτιά

γαναχτέα, γαναχτία

βλ. αγανάχτηση

αγανάχτιο [1933]

αγανάχτιο, γανάχτιο, γανάχτιου

βλ. αγανάχτηση

αγανάχτισμα [1908]

 

βλ. αγανάχτηση

αγαναχτισμένος [1908]

 

που έχει αγαναχτήσει

αγαναχτισμός [1908]

 

βλ. αγανάχτηση

αγαναχτώ [1933]

ααναχτό, αγαναχτάου, αγαναχτάο, αγαναχτίζου, αγαναχτίζο, αγαναχτιό, αγαναχτό, αγαναχτού, αγιαναχτό, αναχτού, γαναχτάου, γαναχτίζο, γαναχτό, γανιαχτό, γανιχτό, γιαναχτίζο, γιαναχτό, δαναχτό

αγαναχτίζω [1908] | οργίζομαι (λόγιο) | στεναχωριέμαι

αγάνεμα

 

παγανιά

αγανεύω

αγανέβο

αγανέβω [1931] | χαλαρώνω (λόγιο)

αγανεύω

αγανέβο, αγανέβου

βγαίνω παγανιά | καταδιώκω (λόγιο) | ανιχνεύω (λόγιο)

αγάνη

αγάν

αραιά (λόγιο)

αγάνι

αγάν

το κεφάλι με τις βελόνες στο στάχυ, ο αθέρας

αγανιά

 

παλιανθρωπιά

αγανιά

αγανέα, αγανιά, αγανία, γανιά

δρόμος με ζικ-ζακ | συνώνυμα για τα ζικ-ζακ του δρόμου στην πλαγιά του βουνού: αναγανιές, ανεγιρίδες, ανεκουλουρίδες, βόλτες, βόρτες, βότες, γάγκλες, γάγλες, γανιές, γιάγκλες, γκάγκλες, ζάγκλις, κάγκελα, καγκέλια, καγκιόλια, κάγκλες, καγκόλια, κλοθούρια, κλόσματα, κοδέλες, κοϊδέλες, κορδέλες, κουδέλες, κουτσοβόλτια, μουρέτα, πίτες, σκάλες, σκαμνάκια, στρίματα, τρίκλες

αγανιά

αγανιά, αγανία

βλ. αγανίλα

αγανιά

αγανιά, γανιά

αγάνεμα

αγανία

 

βλ. αγανάδα

αγανιάζω [1908]

αγανιάζο

καταφέρνω να κάνω κάτι με πολύ κόπο

αγανιάζω [1933]

αγανιάζο, αγανιάζου

γεμίζουν τα ρούχα μου με άγανα | βγάζω άγανα (για στάρι)

αγάνιαστος

αγάνιαστος

χωρίς γάνα, ασκούριαστος | καθαρός

αγανίζω

αγανίζο, αγανίζου

τσιγκλάω

αγανίκλα

 

αγανά

αγανίλα

 

δίχως γάνωμα

αγανίλα

 

αραιομάδα

αγάνιν

αγάν

όχι γανωμένο

αγάνισμα

 

το κόψιμο του άγανου απ[ό το στάρι

αγανιστήρι

αγανιστίρι, αγανιστσίρι, αγανιστσίζι

σύνεργο για το αγάνισμα

άγανο [1931]

άανο, άγανε, άγανες, άγανος, άγανου, άγκανο, άγκανου, άνο, άνον, άχαλο

άγανον [1908] |ο αθέρας στο στάχυ | λεπτό κόκαλο ψαριού με πολλά αγκάθια

αγανοκόβω

αανοκόβο

βλ. αγανοκοπώ

αγανοκόπητος

αγανοκόπιτος

βλ. αγανόκοφτος

αγανόκοπος

αανοκόπος

βλ. αγανόκοφτος

αγανοκοπώ

αανοκοπό

κόβω το άγανο του σταριού

αγανόκοφτος

αανόκοφτος

που δεν του έχουν κόψει το άγανο (για στάρι)

αγανομάτης

αγανόματος

με χαρούμενη ματιά

αγανοπλέκω

αγανοπλέκο

πλέκω αριά, όχι σφιχτά

άγανος

άγανους

άνοστος

αγανός [1857]

αανός, αγανέ, άνιγους, ανός

όχι κρουστός ή σφιχτός, ανάριος | απαλός

αγανούδα

 

το ψιλό χιόνι

αγανοϋφαίνω

αγανοιφένο

υφαίνω αγανά

αγάντα (η)

 

πάσσαλος ή κρίκος για το δέσιμο των καραβιών

αγάντα [1933]

 

άντεχε, βάστα | ιταλικό: agguanta

αγαντάδος

 

βασταγμένος, πιασμένος

αγαντάρισμα

 

τράβηγμα, τέντωμα

αγαντάρω [1908]

αγανταρίζου, αγανταρίζο, αγαντάρου, αγαντέρνου, αγαντέρνο, γαντάρο

αντέχω, βαστώ | βοηθώ | πιάνω, τσακώνω | ιταλικό: agguantare & βενετσιάνικο: guantàre

αγαντζάδα

αγαντζάδο

καλό φουστάνι που έκανε δώρο ο πατέρας στη νύφη, τη μέρα του γάμου

αγαντζάρω

αγαντζάρο

αρπάζω, γραπώνω

αγάντζωτος [1933]

αατζοτος, αγάντζοτος, αγάτζοτος

όχι γαντζωμένος

αγάντο

 

χρηματική αμοιβή (λόγιο)

αγάντσο

 

το δυνατό τράβηγμα του κουπιού

αγάνωμα

αγάνομα, αγάνουμα

γάνωμα

αγανώνω

αγανόνο, αγανόνου

γανώνω

αγάνωτος [1857]

αάνοτος, αγάνοτε, αγάνοτος, αγάνουτε, αγάνουτους

όχι γανωμένος

αγαπάς (ο)

 

εκείνος που αγαπάς

αγαπάτος

αγκαπάτο

βλ. αγαπητός

αγαπέσιμος

 

βλ. αγαπητός

αγάπη [1614]

αάπι, αγάκι, αγάπ, αγάπε, αγκάπι, αγκαπία, αδάπι, αιγάπι, άπι, γάπι, εγάπ, εγάπε, εγάπι

Buck List: 16.27, love

αγάπημα

αάπιμα, αγάπεμεν, αγάπιμα, γκάπιμα

βλ. αγάπη

αγαπημένα [1622]

αγαπεμένα, αγαπιμένα

με αγάπη

αγαπημένος [1622]

αγαπιμένος

που τον αγαπούν

αγαπημός [1933]

 

βλ. αγάπη

αγαπησαντρού

αγαπισαντρού, αγαψαντρού

αγαπσαντρού [1931] | που της αρέσουν ερωτικά οι άντρες

αγαπησερός [1709]

 

βλ. αγαπησιάρης

αγάπηση

αγάπισι, αγάψ

αγάπησις [1659] | βλ. αγάπη

αγαπησιάρα [1622]

αγαπισιάρα

αγαπησαριά [1635], αγαπησιαριά [1708]

αγαπησιάρης [1622]

αγαπισάρις, αγαπισιάρις, αγαπιτσάρις, αγαπιτσιάρις, αγαπιτσιάρς, αγαπιχιάρις, αγαψάρς, γαπικιάρις

αγαπησάρης [1659] | πονετικός, πονόψυχος | αγαπητός | γκομενάκιας

αγαπησιάρικος [1709]

αγαπισιάρικος

βλ. αγαπησιάρης

αγαπήσιμος

αγαπέσιμος, αγαπίσιμος

βλ. αγαπησιάρης

αγαπητερός [1622]

αγαπιτερός, αγαπτιρός

βλ. αγαπησιάρης

αγαπητής [1622]

αγαπιτίς

βλ. αγαπησιάρης

αγαπητικά [1635]

αγαπιτικά,

αγαφτικά [1659] | φιλικά | ερωτικά (λόγιο)

αγαπητική [1622]

αγαπιτικί, αγαπτσί, αγαφτικί

αγαφτική [1659] | συνώνυμα: ααπό (η), ααπού, αβάκα, αγαπητικιά (αγαπιτικιά), αγαπήτρια (αγαπίτρια), αγαπιτικιέσα, αγαπιτκιά, , αγαπίτσα, αγαπιτσιά, αγαπτσιά, αγαπό (η), αμοράτα, αμορόζα, αμουρέζα, αμουρίδα, αμουρούζα, γαρμπόζα, γιαβουκλού, γιαουκλή, γιαουκλού, γιαρενοπούλα, γκόμενα γκόμινα, εγαπό (η), κάφκα, κάφχα, κουρτέσα, μαντένα, μαντενούτα, μορόζα, μπραζέλα, μπραζέλου, νισιαλή, φιλενάδα, φιλινάδα

αγαπητικιά [1931]

αγαπικικά, αγαπιτικιά, αγαπιτκιά, αγαπτσιά,

βλ. αγαπητική

αγαπητικιέσα

αγαπιτικιέσα

βλ. αγαπητική

αγαπητικόπουλον [1709]

αγαπιτικόπουλο, αγαπιτικόπουλον

αγαπητικόπουλο [1931] | ο μικρός (στα χρόνια) αγαπητικός

αγαπητικός [1622]

ααπιτικός, αγαπικικό, αγαπιτικό, αγαπιτικός, αγαπιτκός, αγαπκός, αγαπτικός, αιγαπιτικός, γαπιτικός, γαπτικός

αγαφτικός [1659] | συνώνυμα: αγαπητικούτσικος (αγαπιτικούτσικος), αγαπός, αμοράτος, αμορόζος, αμορούντζος, αμουρίζος, αμουρούζος, αργολάβος, ασίκης (ασίκις), ασίξ, ασίτσης (ασίτσις), ασούχς, γαπιτικός, γαπτικός, γιαβουκλής (γιαβουκλίς), γιαβουκλούς, γιαβουκλός, γιακής (γιακίς), γιακλής (γιακλίς), γιαουκλής (γιαουκλίς), γιαουκλούς, γιαράνης (γιαράνις), γιαρένης (γιαρένις), γιαρένς, γιαρέντης (γιαρέντις), γιαρέντς, γιαρίνης (γιαρίνις), γιερένης (γιερένις), γιερέντης (γιερέντις), γιρέντς, γκαντζέλος, γκόμενος, γκόμινος, γκόμινους, κάφκος, κούκος, λεγάμενος, λιγάμινους, μορόζος, μπέλος

αγαπητικούτσικος

αγαπιτικούτσικος,

αγαφτικούτζικος [1659] | βλ. αγαπητικός

αγαπητιτσά

αγαπιτιτσά

βλ. αγαπίτσα

αγαπητός [1622]

ααπιτός, αγαπετέ, αγαπιτέ, αγαπιτός, αγκαπιτό, γαπιτός

αγαπητοί [1614] | προσφιλής (λόγιο) | Buck List: 16.28, dear

αγαπήτρα

αγαπίτρα

βλ. αγαπητική

αγαπήτρια

αγαπίτρια

βλ. αγαπητική

αγαπιάρης [1931]

αγαπιάρις

βλ. αγαπησιάρης

αγαπιάρικο

αγαπιάρικο, αγαπιάρκο

το παιδί ή το ζώο που δε βυζαίνει από άλλο βυζί, αλλά μονάχα από τη μάνα του

αγάπισμα [1622]

 

αγαπίσματα (τα) [1709] | συμφιλίωση (λόγιο), φίλιωμα, φίλιασμα

αγαπίτσα

 

το αγαπημένο πρόσωπο | η αγαπητική

αγαποβότανο [1933]

αγαπουβότανου

μαγικό βοτάνι της αγάπης | το φυτό Τeucrium polium | συνώνυμα: αγαποχόρταρο, αγαπόχορτο, άγριος αμάρανθος, άγριος αμάραντος, αμάραντο, γερακούνδι, δεσποινοβοτανιά (δεσπινοβοτανιά), δεσποινοχόρτι (δεσπινοχόρτι) ζωχαδιακό (ζοχαδιακό), καρακαλόχορτο, λαγοκοιμηθιά (λαγοκιμιθιά), λαγοκοιμησιά (λαγοκιμισιά), λαγοτσοιμηθιά (λαγοτσιμιθιά), λιβανάκι, λιβανόχορτο, λουτρόχορτο, μητέρα, μπαρκρίμπιτ, νασλόχορτο, νουσλόχορτο, παναγιόχορτο, πολιός, σκορπίδι, σκουρπίδι, σπληνοβότανο (σπλινοβότανο), της αγάπης το βοτάνι, της κυράς το χορτάρι, της κυράς το χόρτο, της Παναγιάς το μοσκολίβανο, της Παναγίας το χορτάρι, φτεμόχορτο

αγαποζουλιάρης [1709]

αγαποζιλιάρις (αγαποζιλιάρις), αγαποζουλιάρις, αγαπουζλιάρς

αυτός που αγαπά πολύ και ζηλεύει

αγαπούσα

 

η αράχνη Pholcus phalangioides

αγαποχόρταρο

 

βλ. αγαποβότανο

αγαπόχορτο

 

βλ. αγαποβότανο

αγαπώ (η)

ααπού, ααπό, αγαπό, εγαπό

βλ. αγαπητική

αγαπώ [1622]

ααπάο, ααπού, ααπό, αγαπάου, αγαπάο, αγαπίζου, αγαπίζο, αγαπού, αγκαπάο, αγκαπό, ακαπό, γαπάο, γαπίζο, γαπίτζο, γαπό, γκαπάο, γκαπού, γκαπό, εγαπό, ιγαπό

αγαπίζω [1622] | Buck List: 16.27, love

αγαπώς (ο)

ααπός, αγαπό, αγάπος

αγαπός [1931] | βλ. αγαπητικός

αγάρα

 

καβγάς, τσακωμός | ιταλικό: agara

αγαργάλητος [1933]

αγαργάλιτος

αγαργάλιστος [1933] | αυτός που δε γαργαλιέται

αγαρηνά (τα)

αγαρινά

κακοί άνθρωποι | πεισματάρικα ζώα

Αγαρηνή [1709]

αγαρινί

Σαρακηνή

Αγαρηνός [1709]

αγαρανός, αγαρενός, αγαριανός, αγαρινός, αγαρνός

Σαρακηνός

αγαρικόν [1709]

 

ίσκα (ή ίσκνα) του δέντρου | λατινικό: agaricum | «αγαρικόν: βοτάνη τις ούτω καλουμένη παρά τοις ιατροίς» [Ησύχιος]

αγάριστος

 

αβράχνιαστος

αγαρλάω

αγαρλάο, αγαρλίζο

ανακατώνω, ανακατεύω

αγαρλίκι

αγαρλίκ, αγιρλίκι, αγριλίκι, γαρλίκι

τούρκικο: ağırlık | τα λεφτά που δίνει ο γαμπρός στον πεθερό για να πάρει τη νύφη | συνώνυμα: ατάχασκου, γανόλια, γανόνια, γεμενί, γιολούχ, γιολούχ, γκιμπίν, γύρισμα (γίρισμα), καρντάσχακι, μπαμπάχακα, μπαμπάχακι, μπαξίς, μπελχακού, νάχτι, ριγάλο, τράχωμα (τράχομα)

άγαρμα

 

άγαλμα (λόγιο)

άγαρμπα

 

αδέξια | ατσούμπαλα | άχαρα

αγαρμπιά [1933]

 

αδεξιότητα (λόγιο) | ατσουμπαλοσύνη

αγαρμποκαμωμένος

αγαρμποκαμομένος

βλ. αγαρμποφτιαγμένος

αγαρμπόκορμο

 

το κακοφτιαγμένο κορμί

αγαρμπονοικοκύρης

αγαρμπονικοκιούρις, αγαρμπονικοκίρις

νοικοκύρης που φέρεται άγαρμπα (αδέξια)

άγαρμπος [1897]

άγαρμπο, άγαρμπους, άγκαρμπος

άκομψος (λόγιο) | ατσούμπαλος, αδέξιος (λόγιο) | ασχημομούρης, άσχημος | άνοστος, σαχλός | βενετσιάνικο: (α +) garbo (κομψότητα)

αγαρμποσύνη [1933]

αγαρμποσίνι

βλ. αγαρμπιά

αγαρμποφτιαγμένος

αγαρμποφτιασμένος

που έχει αγαρμπόκορμο

αγαρνίριστος [1933]

 

χωρίς γαρνιτούρα (ιταλικό: guarnitura)

αγαρόνα

 

γυναίκα κακόψυχη, κακίστρα

αγάς [1688]

αάς, αγά

κοτζάμπασης, άρχοντας, αφέντης | τούρκικο: ağa

αγαστέρα

αγκαστάρα

αγγαστάρα [1688] | αγγειό από πηλό που χωρούσε κρασί, από μισή ως μια οκά

αγαστέρα [1688]

γαστέρα

το στομάχι στο αρνάκι: συνώνυμα: πυτιά (πιτιά), πυκτιά (πικτιά), τυρομαγιά (τιρομαγιά)

αγαστεροπιάνω

αγαστεροπιάνο

μεγαλώνω καλά

αγατσίου

αγατσάζου, αγατζίου

σκάω από τη δίψα

 

 

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.