Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγδ-αγη


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγδ-αγη

 

Δημήτρη Λιθοξόου

26.7.2012

άγδαρτος [1688]

άγδαρτους, άγδερτος

άγδαρτον [1614] | που δεν έχει γδαρθεί

αγδάς

                     

τούρκικο: ağda | σιρόπι που βγαίνει όταν βράζει το νερό μαζί με ζάχαρη, γλυκόζη και τσουένι (σαπουνόχορτο ή χαλβαδόριζα)

αγδέτσιν [1908]

 

γυμνό

αγδίζω

αγδίζο

αηδιάζω(λόγιο)

αγδίκητος [1931]

αβδίκιοτος, αγδίκιοτος, αγδίκιτος

αγδίκιωτος [1931] | που δεν έχει πάρει εκδίκηση

αγδουπέκα

 

το φυτό Pisum sativum | συνώνυμα: αρακάς, άφκος, άφκους, καρίκι, μαναρόλι, μπίζα, μπίζας, μπιζέλ, μπιζέλι, μπιζελιά, μπίζης (μπίζις), μπίζι, μπίζο, πιζέλι

άγδυτος [1790]

άγδιτος

που δεν έχει γδυθεί

αγεβέντιστος

αγιβέντιστος, αεβέντιστος

αδιαπόμπευτος (λόγιο)

άγειρτος

άγιρτε, άγιρτος

αγύριστος | αλύγιστος

αγειτόνευτος [1688]

αγιτόνεφτος

αγειτώνευτος [1790] | που δεν έχει πάρε-δώσε με τους γείτονες | που δεν έχει τριγύρω γείτονες

αγειτονίαστος

αγιτονίαστος

βλ. αγειτόνευτος

αγελάδα [1527]

αγεβάδα, αγεοάδα, αγεουάδα, αγεβουάδα, αγιλάδα, αγκελάντα, αγκελάτα, αεάδα, αελά, αελέ, αελάδα, αελιά, αελκιά, αιλάδα, αιλιά, αλάδα, αλεάδα, αλεγάδα, αλιά, αλιάδα, αλιάδα, αλουάδα, γεάδα, γεοάδα, γιαλάδα, γιαλούδα, γιλάδ, γιλάδα, γκελάδα, γλάδα, ελάδα, ελιάδα, ιλάδα

γελάδα [1931] | Buck List: 3.23, cow | συνώνυμα: αγελιά, ζευτικιά (ζεφτικιά), κράβα, λόπα, μαζέτα, ματζέτα, ματζιέτα, χτήνον (χτίνον)

αγελαδάκι [1635]

αλεαδάκι, γιλαδάκ

υποκ. του «αγελάδα»

αγελαδάρα [1709]

γιλαδάρα

μεγεθ. του «αγελάδα»

αγελαδαρέα

αγεαδαρέα, αγελαδαρία

τόπος που μαζεύονται οι γελάδες, για να τις βγάλει ο αγελαδάρης στη βοσκή

αγελαδάρης [1790]

αγελαδαρέ, αγελαδάρις, αγελαδάρς, αγελαδιάρις, αγεοαδαρέ, αγιλαδάρς, γελαδάρις, γελαδιάρις, γεοαδαρέ, γιαλαδάρις, γιαλαδάρς, γιλαδαρού, γιλαδάρς, γιλαδεριά

γελαδάρης [1931] | ο βοσκός (τσοπάνης) αγελάδων

αγελάδαρος

αελάδαρος

μεγεθ. του «αγελάδι»

αγελαδαρρώστια

αγελαδαρόστια, γελαδαρόστια

αρρώστια των προβάτων (από την κοπριά των αγελάδων)

αγελαδάς

αγελάδας, γιλαδάς

βλ. αγελαδάρης

αγελάδι [1708]

αγελάδ, αγελάδι, αγεουάδι, αγιλάδ, αελάδ, αελάδιν, γιάδι, γιαλάδ, γιαλάδι, γιλάδ, γλαδ, εγελάδι, εγιλέτ, ειλέτ, ελάδι

αγελάδιν [1908], γελάδι [1931] | το ζώο Bos taurus (θηλυκό και αρσενικό) | η λέξη στον πληθυντικό = Buck List: 3.20, cattle

αγελαδιά [1709]

αγελαδιά,

γελαδιά [1931] | βλ. αγελαδοτόμαρο

αγελαδιάς

αγελαδιάς, γιλαδιάς

άξεστος (λόγιο)

αγελαδικός

αλεάδικος, γιλαδκός

βλ. αγελαδίσιος

αγελαδινός [1709]

αγεβαδινέ, αγελαδινέ, αγελαδινός, γελαδινέ, γελαδινός, γιλαδνός

αγελαδηνός [1790] | βλ. αγελαδίσιος

αγελαδίσιος [1931]

αγελαδίσιος, αελαδίς (το), αλεαδίσιος, γελαδίσιος, γελαδίσιους, γελαδίσος

γελαδίσιος [1931] | αγελαδήσιος [1933] | της αγελάδας (κρέας, γάλα, τυρί)

αγελαδίτικος

 

βλ. αγελαδίσιος

αγελαδίτσα

αιλαδίτσα, γελαδίτσα, γιλαδίτσα

υποκ. του «αγελάδα»

αγελαδίτσινος

αελαδίτσινος, γελαδίτσινος

βλ. αγελαδίσιος

αγελαδοβλογιά

αγελαδοβλογιά, γελαδοβλογιά

αρρώστια των αγελάδων

αγελαδοβορός

γελαδοβορός

βλ. αγελαδοστάνη

αγελαδοβοσκός [1790]

γιλαδοβουσκός

βλ. αγελαδάρης

αγελαδοβότανο

γελαδοβότανο

ματζούνι για τον αγελαδόπονο

αγελαδόγαλο

γελαδόγαλο, γιλαδόγαλου

το γάλα της αγελάδας

αγελαδόγρεκο

αγιλαδόγρικου, γελαδόγρεκο

βλ. αγελαδοστάνη

αγελαδοκέφαλο

γιλαδοκέφαλου

το κομμένο κεφάλι της αγελάδας

αγελαδοκοπή

γαγελαδοκοπί, ελαδοκοπί, γιλαδοκουπί

γελαδοκοπή [1931] | κοπάδι με γελάδια

αγελαδοκρέατο

γιλαδοκρίατου

αγελαδίσιο κρέας

αγελαδολάτης [1709]

αγελαδολάτις

βλ. αγελαδάρης

αγελαδολόγος

γελαδολόγος | θιλυκό: γελαδολόγισα

βλ. αγελαδάρης

αγελαδομάντρι

γιλαδουμάντρ

βλ. αγελαδοστάνη

αγελαδονουρά

γελαδονουρά

η ουρά ης αγελάδας

αγελαδοπέτσι

γελαδοπέτσι, γιλαδουπέτς

βλ. αγελαδοτόμαρο

αγελαδοπόδαρα (τα)

γιλαδουπόδαρα

τα κομμένα πόδια από τα σφαγμένα γελάδια

αγελαδόπονος

γελαδόπονος

πόνος από φουσκάλα στο πρόσωπο, που πίστευαν πως έβγαζαν, αυτοί που φούσκωναν με το στόμα το τομάρι σφαγμένης γελάδας, βατεμένης πριν από το «δαίμονα» χαμοδράκι ή σμερδάκι

αγελαδόπουλο

αελαδόπον, αγελαδόπον

υποκ. του «αγελάδι»

αγελαδόσκαρα

γελαδόσκαρα

άγνωστη αρρώστια

αγελαδοστάνη

αγελαδοστάνι, γελαδοστάνι

γελαδοστάνη [1931] | στάνη (βορός, γρέκι, μάντρα) με γελάδια

αγελαδοτόμαρο [1790]

αγιλαδουτάμαρου, γιλαδοτόμαρου

γελαδοτόμαρο [1933] | το τομάρι της αγελάδας ή του βοδιού

αγελαδοτύρι

αγελαδοτίρι, γιλαδουτίρ

τυρί από αγελαδινό γάλα

αγελαδούδα

 

η θυγατέρα του αγελαδάρη

αγελαδούδα

γιλαδούδα

υποκ. του «αγελάδα»

αγελαδούλα

γελαδούλα, γιλαδούλα

υποκ. του «αγελάδα»

αγελαδούρι

αγελαδούρι, αγιλαδούρ, γιλαδούρ

βλ. αγελαράκι

αγέλαμος

αέλαμος

βλ. αγέλουπας

αγελαπιδιά

αγελαπιδιά, αγιλαπδιά

κάποια λογής απιδιά

αγελαράκι

 

ο γιος ή ο παραγιός του αγελαδάρη

αγελάρης

αγελάρι (ο), αγεοάρι (ο), αγελάρις, αγελάρς, αγιλάρς, αγκελάρις | θιλυκό: αγελαρίνα

βλ. αγελαδάρης

αγελαριά

αγελαριά

βλ. αγελαδοκοπή

αγελαρία

αγεαρέα

βλ. αγελαδαρέα

αγελάριος [1614]

 

αγελλάριος [1614] | βλ. αγελαδάρης

αγελαρίστρα

αγιλαρίστρα

βλ. αγελαδοκοπή

αγελασιά [1622]

αγελασιά

το να μη γελάει κάποιος

αγέλαστα [1659]

 

δίχως γέλιο

αγέλαστος [1622]

αγέλαος, αγέλαστε, αγέλαστους, αγεόαστε, αέλαστος, αέλαστους

που δε γελάει | που δεν ξεγελιέται

αγέλη [1790]

αγέα, αγέλ, αγέλι, αγίλ, αγίλα, αέλ, αέλε, αέλι, άιλι, άιλι, γέλι, ναγέλ

ομάδα άγριων ζώων | κοπάδι ήμερων ζώων

αγελιά

αγελιά

βλ. αγελάδα

αγελίδι

αελίδι

βλ. αγελαδάκι

αγελοκαλημάνα

αγελοκαλιμάνα

το πουλί Chettusia gregaria

αγελόμαντρα

 

βλ. αγελαδοστάνη

αγελούδα

 

βλ. αγγελούδα (νεράιδα)

αγέλουπας

αγέλιπο, αγέλοπας, αγιάλοπας, αγιάλοπος, αγιάλουπας, αγιάλπα, αγιάλπας, αγιόλουπας, αγιόπουλου, αγούλουπας, αγιόλουπο, αγιόπουπου, αγουλπάς, αγούλπας, γιούλουπας

το φυτό Avena barbata | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: αιγιλωψ | συνώνυμα: αγέλαμος, αγριαγιάλπας, αγριαγούλουπας, αγριογιάλπας, αγριοβρόμη (αγριοβρόμι), αγριόλουπο, αέλαμος, βροχός, ψωμαγούλουπας (ψομαγούλαπας)

αγελωπιά

αγελοπιά

χωράφι σπαρμένο με αγέλουπα

αγεμάτιστος [1790]

αγιμάτστους, αγιομάτιστος, αγιουμάτστους

που δεν έχει φάει για μεσημέρι

αγέματος

αγίματους

βλ. αγεμάτιστος

αγεμισιά [1709]

αγεμισιά

δεν έχει γεμίσει | δεν έχει γίνει (για καρπό)

αγέμιστος [1635]

αγέμιτος, αγιόμιστος, αγιόμστους

που δεν έχει γεμίσει | που δεν έχει γίνει (για καρπό)

αγέμωτος

αγέμοτος, αίμοτος

βλ. αγέμιστος

αγένειος [1622]

αγένιος

δίχως γένια

αγένητος

αγένετος, αγένιστος, αγένιτος, αγέντους, άγιντους

ασήμαντος (λόγιο) | φτωχός | άγουρος

αγενικά [1659]

αενικά

αγενώς (λόγιο)

αγένικο

 

κατάμονος

αγενικός [1659]

αενικός

αγενής (λόγιο)

αγενναριά

αγεναριά

βλ. αγεννησιά

άγεννη [1933]

άγενι

που δεν έχει γεννήσει

αγεννησιά [1709]

αγενισιά

στειρότητα (λόγιο)

αγεννησιά [1933]

αγενισιά

ατεκνία (λόγιο)

αγέννητος [1622]

αγένατε, αγένετος, αγένιγος, αγένιτος, αγένουτους, αγέντος, αγέντους, αένιτος, αιγένατε

που δεν έχει γεννηθεί

άγεννος [1908]

άγενε, άγενος, άενος

που δεν έχει γεννήσει | που δεν έχει γεννηθεί

άγενος [1931]

άενος

που δεν είναι από καλή γενιά (σόι)

άγενος [1933]

άενος

βλ. αγένειος

αγένωτος [1857]

αγένατος, αγένοτος, αγένουτους

βλ. αγίνωτος

αγεραγίδα

 

βλ. αγγελούδα (νεράιδα)

αγέρακας

αέρακας, γέρακας, γέρακος, γίακας, έρακας,

βλ. αγεράκι

αγεράκι

αγεράι, αγεράκ, αγερακάντ, αγεράκιν, αγεράτσι, αγιράκ, αγιράκι, αγκεράκι, αεράκι, αεράκιν, αεράτσι, αιράκ, γελάκι, γεράι, γεράκ, γεράκι, γεράτς, γεράτσι, γεράτσιν, γιάκι, γιαλάκι, γιαράκ, γιαράκι, γιράκ, γιράκι, γιράτς, γιράτσι, εράκι, εράκιν

το πουλί Falco tinnunculus | συνώνυμα: αγέρακας, αγερογάμης (αγερογάμις), αγερογάμι, αέρακας, αερογάμης (αερογάμις), αερογαμί, ανεμοπούλι, ανεμόπουλο, αστοχογερακίνα, βραχοκιρκίνεζο, γέρακας, γέρακος, γίακας, δουγάνι, έρακας, ζάγανος, κανδινέλι, καντινέλι, κιρκινέζι, λούπης (λούπις), μπαρμπούνι, νταμαρογέρακο, ξεφτέρι, περδικογέρακας, περδικογέρακο, περδικολόγος, περδικολόγος, πετρίτης (πετρίτις), πετρογερακάκι, πετρογέρακας, πετρογέρακο, πετροκιρκινέζι, σαΐνι, σπιζιός, τσίφτης (τσίφτις), τσιχλογέρακο, φαλκογέρακο, φαλκόνι, φάλκος, φιλάδελφος, φιλαδέρφι, χιλιάδερφος,

αγεράλευτος

αγεράλεφτος

απλήγωτος

αγερανός

αγέρανος, αγιαρανός, αγιρανός, αερανός, αέρανος, αιγέρανος, αιρανιός, ασγερανός, γερανές, γερανί, γερανία, γερανίν, γερανιός, γερανό, γερανός, γιρανιός, γιρανός, εράνος, ουρανός, ρανιός, σγερανός

το πουλί Grus grus | συνώνυμα: γαρίλα, κλαγούνα, κορέλα, κορίνα, τούρνα

αγέρανος

αγερανός, αερανός, γεράνι, γέρανος

συρτός χορός

αγέρας [1908]

 

βλ. αέρας

αγερασιά [1709]

αγερασιά

όταν δεν φαίνονται τα σημάδια από τα γεράματα

αγέραστα [1659]

 

δίχως το βάρος από τα γεράματα

αγέραστος [1659]

αγέρατε, αγέραστε, αγέραστους, άγερε, αγίραγους, αγίραστος, αέραστος

σα να μην έχει γεράσει

αγέρι [1931]

 

βλ. αέρι

αγερίδι [1908]

αγερίδα

δυνατός αέρας

αγερίζω

αγερίζο

βλ. αερίζω

αγερικό [1931]

 

βλ. αερικό

αγερικός [1933]

αγερκός

ανάερος, ξάερος, ανεμισμένος

αγερίνα

 

η ψιλή άμμος του γιαλού | ιταλικό: arena

αγερινός

 

βλ. αερινός

αγερισμένος [1933]

 

βλ. αγερικός

άγερμα

 

γέρμα, κλήση (λόγιο)

αγέρμανος

γερμάνι, ερμάνι

ιταλικό: germano | το πουλί Anas platyrhynchos ή Anas boschas | συνώνυμα: αγκριγιόπαπια, αγριόπαπια, αγριούπαπια, αρκοπαπίρα, αγριοπάπος, βασιλογέρμανο, βοσκάς, γες, γέσι, γεσίλι, γεσιλμπάση (γεσιλμπάσι), γέσιος, γέσιους, ζέκος, ζίκι, ζίκος, ισίλι, καθαροπάπι, καθαρά, καθαρόπαπια, μπιμπιφιέρα, ντρένια, πλατσομύτα (πλσατσομίτα), πρασίνι, πρασινιάς, πρασινοκέφαλη (πρασινοκέφαλι), ρόσα, φασκάς, χοχόλα

αγερμός

 

ξεσηκωμός

αγέρνω

αγέρνο

γέρνω

αγεροβάτης [1933]

αγεροβάτις

βλ. αγεροδρόμος

αγεροδρόμος [1933]

 

πεταχτής, ουρανοβάτης

αγεροδρομώ [1933]

αγεροδρομό

πετώ, ψηλαρμενίζω

αγεροκρέμαστος [1933]

 

βλ. αγερικός

αγερολάμνω [1931]

αγερολάμνο

πετώ | ονειρεύομαι

αγερόσερτος

αερόσιρτος

που δε γερνάει, αλλά πεθαίνει νέος | που χαλάει γρήγορα

άγερτος [1933]

 

που δε γέρνει

άγευτος [1635]

άγεφτε, άγεφτος

βλ. αγεμάτιστος

αγεφύρωτος

αγεφίροτος

δίχως γέφυρα (για ποταμό)

αγεψιά [1933]

αγεψιά

αγευσία (λόγιο) | ανοστιά

αγηδιώμαι

αγιδιόμε

βλ. αγδίζω

αγήρατος

αγίρατος, αγίρατους

βλ. αγέραστος

αγητειά

αγιτιά, αιτιά, γιτιά

γητειά, μάγεμα

αγήτευτος [1933]

αγίτεφτος

αγήτεφτος [1931] | αμάγευτος

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.