Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγγ


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγγ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

18.7.201

αγγαρεία [1688]

αγκαζία, αγκαρέα, αγκαριά, αγκάρια, αγκαριό, αγκάριον, αγκαρκά, γκαριά, γκάρια, εγκαρδιά, εγκαριά, εγκαρία

αγκαρεία [1688], αγγαρειά & αγγαριά [1709], αγγαρία [1908], αγκαρία [1908] | αναγκαστική απλήρωτη εργασία (λόγιο) | «αγγαρεία: δουλεία» & «άγγαρος: εργάτης, υπηρέτης, αχθοφόρος. η λέξις δε Περσική. σημαίνει δε και τους εκ διαδοχής βασιλικούς γραμματηφόρους» [Ησύχιος]

αγγαρειάζω

αγκαριάζο

αγγαριάζω [1709] | βλ. αγγαρεύω

αγγάρεμα [1933]

αγάρεμαν, αγκάρεβμα, αγκάρεμα, αγκάριμα

αγγάρευμα [1897] | βλ. αγγαρεία

αγγαρεμένος [1709]

αγκαρεμένος

βλ. αγγαρικός

αγγαρεμός [1709]

αγκαρεμός

βλ. αγγαρεία

αγγάρευμα [1790]

αγκάρεβμα

βλ. αγγαρεία

αγγαρευμένος [1709]

αγκαρεβμένος

βλ. αγγαρικός

αγγαρευτής

αγκαρεφτίς, αγκαρεφτός

αγγαρευτάδες (οι) [1614], αγγαρεφτός [1931] | αυτός που αγγαρεύει τον κόσμο

αγγαρεύω [1709]

αγκαρέβγο, αγκαρέβου, αγκαρέβκο, αγκαρέβο, αγκαρέγκου, γκαρέβγο, γκαρέβου, γκαρέβο, εγκαρέβγο, εγκαρέβο

αγγαρέβω [1931] | βάζω σε αγγαρεία

αγγαρικάτα

αγκαζικάτα, αγκαρικάτα

σαν αγγαρεία

αγγαρικό [1933]

αγκαρικό

βλ. αγγαρεία

αγγαρικός

αγκαρικός, γκαρικός, εγκαρικός

που κάνει αγγαρεία

αγγαστάρα [1688]

αγκαστάρα

βλ. αγαστέρα (αγγειό)

αγγάστρωτη [1908]

αγκάστροτι

που δεν είναι γκαστρωμένη

αγγάστρωτος [1790]

αγάστροτος, αγκάστροτος, αγκάστρουτος

βλ. αγγάστρωτη

αγγειά τα

αγκιά

τα τζετζερέδια της κουζίνας | τα μόμπιλα (έπιπλα) του σπιτιού | τα ρούχα

αγγειά τα

αγκιά

τα αρχίδια | συνώνυμα: αβγά, αρκίδια, αρσίδια, αχαμνά, γκουγκουβέλια, ζουβάχια, καζέλια, κάκαλα, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καμπανέρια, καραμπαλίκια, καρύδια (καρίδια), κλαμπάνια, κογιόνια, κοκόβια, κουκόσες, κουκουβέλια, κουρδουμπούλια, λιμπά, λίμπα, λιόκια, λμπα, μπαγάγια, μπαλάκια, μπαλασκόνια, μπάμπαλα, μπελεγρίνια, μπελερίνια, μπιχλιμπίδια, μπομπόλια, μπουμπόλια, μπουμπρέκια, μπρίκια, ούμπαλα, παπάρια, πελέ, πελέδια, πιλιγκούρια, σακούλια, σέγκια, τσάκια, τσιόκια, χαμπάρια, χαρχαγκέλια, χουχουβέλια

αγγειάζου

αγκιάζου

παίρνω τη μυρουδιά του αγγειού (για τροφή)

αγγειάρα

αγκιάρα, γκιάρα, γκιέρα

μεγάλο αγγειό για κρασί ή λάδι

αγγειάς

αγκάς, αγκιάς

ο μάστορας που φτιάχνει αγγειά

αγγειάστρα

αγκιάστρα

συνώνυμα: αμίλητο (αμίλιτο), γιογιό, γκιογκιό, γκιουγκιό, γλαστρί, καθοίκι (καθίκι), κανάτι, κατουρέλι, κατρουλοκάνατο, κατουρογυάλι (κατουρογιάλι), κατουροκάνατο, κατουροκούμαρο, κατουρολάινο, κόμοδο, τσαγκούλι, τσακούλι, τσουκάλι, χαβρούζ

αγγειό [1709]

αγκί, αγκίγιον, αγκίν, αγκιό, αγκίο, αγκιόν, αγκίον, αγκίου, αντζιό, αντζίο, αντζιόν, ατζίο, αντζό, ατζό

αγκειό [1622], αγγείον [1635], αγκιό [1931] | δοχείο (λόγιο), σκεύος (λόγιο) | αγγειάστρα (αγκιάστρα) | ασκί | ασκομαντούρα, γκάιντα, τσαμπούνα | κουβέλι μελισσών από ξύλο | το μουνί | το αρχίδι | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: αγγοσ

αγγειόπλυμα [1933]

αγκιόπλιμα

το βρόμικο νερό από το πλύσιμο των αγγειών | το πανί που πλένουν τα αγγειά

αγγειοπλύτης [1933]

αγκιοπλίτις

πιατάς, βοηθός μάγειρα

αγγειόπουλο

αγκιόπουλο, αγκόπλον, αγκόπο, αγκόπον, ταγκόπον

μικρό ασκί | μικρή τσαμπούνα

αγγειοσκούπι

αγκιοσκούπι

σκουπάκι για το καθάρισμα του αγγειάστρας

αγγειουδάκι

αγκιουδάκι,

υποκ. του «αγγειό»

αγγειούδι

αγκιούδι, αντζιούιν

υποκ. του «αγγειό»

αγγειουδιά

αγκιουδιά

βλ. αγγειουλιά

αγγειουλάκι

αγκιουλάκι

υποκ. του «αγγειό»

αγγειούλι

αγκιούλ, αγκιούλι

υποκ. του «αγγειό»

αγγειουλιά

αγκιουλιά, ατζιουλιά

τα σκατά και τα κάτουρα που είναι μέσα στην αγγειάστρα

αγγειούρα

αγκιούρα

βλ. αγγειουλιά

αγγειοχύστρα

αγκιοχίστρα

η δούλα που καθαρίζει τις αγγειάστρες

αγγειτζής

αγκιτζίς

αυτός που παίζει αγγειό (τσαμπούνα)

αγγειώνω

αγκιόνο

βάζω σμάρι μελισσών σε αγγειό (κουβέλι) | φουσκώνω σαν αγγειό (ασκί)

αγγέλα

αγκέλα

η πολύ όμορφη | η πολύ άσχημη (πειραχτικά)

αγγέλα

αγκέλα, αγκίλα

βλ. αγγέλισσα

αγγελάκι [1709]

αγκελάκι

υποκ. του «άγγελος»

αγγέλαρος

αγκέλαρος

μεγεθ. του «άγγελος»

αγγελένιος [1931]

αγκελένιος

βλ. αγγελικός

αγγελεύω

αγκελέβγο, αγκελέβο

γίνομαι καλός σαν άγγελος | λιγουρεύομαι | πεθαίνω

αγγελής

αγκελίς

αλλήθωρος | συνώνυμα: ακιδός, αλιγκιόζης (αλιγκιόζις), αλίθορε, αλιθόρος, αλίθουρος, αλιούρς, αλιφέγγης (αλιφέγκις), αλόθορος, απανωβλέπης (απανοβλέπις), άσκοπος, βίλης (βίλις), γαϊδός, γαρίλης (γαρίλις), γιαγκιόζ, γιαγκιόζης, γιαγκιόζς, γιαγκιόιζ, γκαβό, γκαβομάτης (γκαβομάτις), γκαβόματος, γκαβομάτς, γκαβός, γκαβούακας, γκαβούλιακας, γκαγκαβό, γκαϊβός, γκαϊδομάτης (γκαιδομάτις), γκαϊδός, γκαϊδουμάτς, γκαϊντός, γκαλιούρης (γκαλιούρις), γκιαλούρης (γκιαλιούρις), ζαβόματος, ζαβός, ζαρναΐλτς, καγιάφας, καγιαρός, καγιρός, καγιρουμάτς, καϊδομάτης (καιδομάτις), καϊδός, κατσφός, κιόρκους, κιορς, λοξομάτης (λοξομάτις), μπάνης (μπάνις), πανουγλέπς, πανωβλέπης (πανοβλέπις), παράστραβος, παραμάτης (παραμάτις), πλαγιόματος, ραβός, ραϊλός, σαγιάζος, σγαϊδός, σγκαϊδός, σγκαϊντός, σιασίκ, σορόκος, στραβόθωρος (στραβόθορος), στραβόβλεπος, στραβομάτης (στραβομάτις), τσακίρης (τσακίρις), τσακιρομάτης (τσακιρομάτις), τσακίρς, τσακούρκους, τσακούρς, χαλιόρκος

αγγέλης

αγκέλις

το γεράκι / κάποιο πουλί του γένους Falco (στην Κάρυστο)

αγγέλι

αγκέλι, αντζέλι

υποκ. του «άγγελος»

αγγελιά

αγκελιά

αδυναμία

αγγελιά

αγκελιά, αγκελία

ελεημοσύνη (λόγιο)

αγγελιάζω

αγκελιάζο, ατζελιάζο, γκελιάζο

φοβίζω | αδυνατίζω | πεθαίνω

αγγελιάρης

αγκελιάρις

αδύνατος

αγγέλιασμα [1933]

αγκέλιασμα

αδυναμία

αγγελιασμένος

αγκελιασμένος

πολύ όμορφος | πολύ αδύνατος

αγγελιασμός

αγκελιασμός

βλ. αγγέλιασμα

αγγελίζω [1897]

αγκελίζου, αγκελίζο, αγκιλίζου, ατζελίζο

είμαι καλός σαν άγγελος | ελεώ (λόγιο) | φιλοξενώ (λόγιο) | ξαφνικά αρρωσταίνω βαριά | αδυνατίζω πολύ

αγγέλικα

αγκέλικα

το φυτό Aegopodium podagraria

αγγέλικα

αγκέλικα

το φυτό Archangelica Officinalis

αγγελικά [1908]

αγκελικά

με αγγελικό τρόπο

αγγελικατεύω

αγκελικατέβγο, αγκελικατέβο

εξευγενίζομαι (λόγιο)

αγγελικάτος [1931]

αγκελικάτος, αντζελικάτος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελικατοσύνη

αγκελικατοσίνι

καλός τρόπος, ευγένεια (λόγιο)

αγγελικατωμός

αγκελικατομός

βλ. αγγελικατοσύνη

αγγελικένιος

αγκελικένιος

όμορφος (σαν άγγελος)

αγγελικό

αγκελικό

ξαφνικός θάνατος | οργή

αγγελικό

αγκελικό

επιληψία (λόγιο), σεληνιασμός (λόγιο) | συνώνυμα: αγγελόσκιασμα (αγκελόσκιασμα), αγέρι, αδερφικόν, αμίλητο (αμίλιτο), απολιψία, απουλιψία, γλυκύ (γλικί), γλυκιά τα (γλικιά), καλά (τα), καλάτου (τα), κόπος, λάβωμα (λάβομα), λάομαν, λαομάρα, μόρα, μορκάτο, μορκάτον, μουρκάτα (τα), ντέρτι, ξορκισμένη (ξορκισμένι), ξωτικό (ξοτικό), όξω από δω, σάρα, σουσουλιασμός, συγγενικό (σιγκενικό), φεγκάρκασμαν, φλότο, φτασά, χαλ, χάλι, χούι

αγγελικός [1622]

αγκελικός, αγκιλκός, αντζελικός, ατζελικό, ατζελικός, ατζιλκός

του αγγέλου | σαν άγγελος

αγγελίνα

αγκελίνα

πολύ όμορφη (σαν άγγελος)

αγγέλινος [1931]

αγκέλινος

βλ. αγγελικός

αγγελίσιος [1931]

αγκελίσιος

βλ. αγγελικός

αγγέλισμα

αγκέλισμα

ελεημοσύνη (λόγιο) | έξυπνη σκέψη | ξαφνικό κακό

αγγέλισσα

αγκέλισα, αγκέλσα, αντζέλισα

καλή & αγαθή (σαν άγγελος) | όμορφη (σαν άγγελος)

αγγελίτς

αγκελίτς

υποκ. του «άγγελος»

αγγελοβαλσαμίζομαι

αγκελοβαλσαμίζομε, αγκελοβαρσαμίζομε

βάζω καλά μυρωδικά

αγγελοβάρεμα [1933]

αγκελοβάρεμα, αγκελοβάριμα

ξαφνικός θάνατος

αγγελοβαρεμένος [1933]

αγκελοβαρεμένος, αγκελοβαριμένος

βλ. αγγελοχτυπημένος

αγγελοβάρσαμο [1933]

αγκελοβάλσαμο, αγκελοβάρσαμο

καλό μυρωδικό

αγγελοβλεπούσα

αγκελοβλεπούσα

που έχει αγγελική ματιά

αγγελοβλέπω

αγκελοβλέπο

βλ. αγγελοθωριάζω

αγγελοβλέπω

αγκελοβλέπο

παίρνω μεγάλη τρομάρα

αγγελογραμμένος

αγκελογραμένος

όμορφος | ετοιμοθάνατος (λόγιο)

αγγελοδιάβαση

αγκελοδιάβασι, αγκιλουδιάβας

παράκληση που διαβάζει ο παπάς στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατου και ξανά τρεις μέρες μετά το θάνατο του (στο σπίτι)

αγγελοζωγραφισμένος

αγκελοζογραφισμένος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοζωγράφιστος [1933]

αγκελοζγουραφιστός, αγκελοζιουγραφιστός, αγκελοζογραφιστός, αγκελοζογράφιστος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοθώρημα

αγκελοθόριμα, αντζελοθόριμαν

ψυχομαχητό

αγγελοθωριά

αγκελοθοριά, αγκελοθορκά, αντζελοθορκά

βλ. αγγελοθώρημα

αγγελοθωριάζω

αγκελοθοριάζο, αντζελοθορκάζο

τρομάζω μπροστά στο θάνατο

αγγελοθώριασμα

αγκελοθόριασμα, αντζελοθόρκασμαν

βλ. αγγελοθώρημα

αγγελοθωρούσα

αγκελοθορούσα

πολύ όμορφη (σαν άγγελος)

αγγελοθωρώ [1897]

αγκελοθορό, αγκελοφορό, αντζελοθορό

ψυχομαχώ | «βλέπω» ξωτικά

αγγελοκαμαρωμένος

αγκελοκαμαρομένος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοκάμωμα

αγκελοκάμομα

πολύ όμορφος (όμορφη)

αγγελοκαμωμένος [1933]

αγκελοκαμομένος, αγκελοκαομένος, αγκιλοκαμουμένους, αντζελοκαομένος

πολύ όμορφος (σαν άγγελος)

αγγελοκάμωτος [1897]

αγκελοκάμοτος, αγκελοκάμουτος, γκελοκάμοτος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοκατεβασμένος

αγκελοκατεβασμένος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοκατέβατος

αγκελοκατέβατος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοκόβω [1931]

αγκελοκόβο

με φωνές και κλάματα, προσπαθώ να καθυστερήσω το θάνατο | σκοτώνω με ξαφνικό χτύπημα

αγγελόκομμα

αγκελόκομα

οι με φωνές και κλάματα, προσπάθεια για καθυστέρηση του θανάτου

αγγελόκορμος

αγκελόκορμος

με όμορφη κορμοστασιά

αγγελόκοφτος

αγκελόκοφτος

που δεν τον αφήνουνε να πεθάνει

αγγελοκρίνομαι

αγκελοκρίνομε, αγκελοκρίνουμε

ψυχομαχώ

αγγελοκρισιά

αγκελοκρισιά, αγκελοσκρισά

ψυχομαχητό

αγγελόκρισμα

αγκελόκρισμα

βλ. αγγελοκρισιά

αγγελοκριτηρεύομαι

αγκελοκριτιρέβομε

ψυχομαχώ

αγγελοκρίτης [1933]

αγκελοκρίτις, αγκελόκριτος

ο αρχάγγελος Μιχαήλ

αγγελόκριτο

αγκελόκριτο

ο ξαφνικός θάνατος

αγγελοκρούομαι [1908]

αγκελοκρούζομε, αγκελοκρόομε, αγκελοκρούομε, αγκιλοκρούγουμι, αγκιλουκρούομι

πεθαίνω |χαροπαλεύω | τρομάζω, σκιάζομαι | σεληνιάζομαι (λόγιο) | ερωτοχτυπιέμαι

αγγελόκρουσμα [1933]

αγκελόκρουγμα, αγκελόκρουσμα, αγκιλόκρουμα,

ξαφνικός θάνατος | ξαφνική τρομάρα

αγγελοκρουσμένος

αγκελοκρουσμένος

βλ. αγγελόκρουστος

αγγελοκρουσμός [1933]

αγκελοκρουσμός, αγκελοκρουμός

βλ. αγγελόκρουσμα

αγγελόκρουστος

αγκελόκρουστος

που πεθαίνει ξαφνικά

αγγελοκρούω [1933]

αγκελοκρούζο, αγκελοκρούου, αγκελοκρούο,

σκοτώνω | φοβίζω, σκιάζω | καταστρέφω (λόγιο)

αγγελομάτης [1933]

αγκελομάτις, αγκιλουμάτς, αντζελομάτις, ατζιλουμάτς,

με όμορφη ματιά

αγγελοματιάζω

αγκελοματιάζο, αντζελομαδκιάζο

ψυχομαχώ, χαροπαλεύω | αγριοκοιτάζω

αγγελοματούσα

αγκελοματούσα

που έχει όμορφα μάτια

αγγελομάχημα

αγκελομάχεμα, αγκελομάχεμαν, αγκελομάχιμα, αγκελομάσεμαν

αγγελομάχεμα [1908], αγκελομάχεμαν [1908] | βλ. αγγελομαχητό

αγγελομαχητό

αγκελομαχιτό

ψυχομαχητό, χαροπάλεμα

αγγελομάχος

αγκελομάχος, αγκελόμαχος, αντζελομάχος

ετοιμοθάνατος (λόγιο) | κάποιο χοντρόφλουδο σταφύλι | κάποιο ζυμαρικό που φτιάχνανε με τα χέρια

αγγελομαχώ [1897]

αγκελομαχάο, αγκελομαχό αγκιλουμαχό, αντζελομαχό, ατζιλουμαχό

πεθαίνω

αγγελομοισιδάτος

αγκελομισιδάτος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελομοίσιδος

αγκελομίσιδος, αντζελομίσιδος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελόμορφος [1897]

αγκελόμορφος

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοπαραδώνω

αγκελοπαραδόνο

ψυχομαχώ, χαροπαλεύω, πεθαίνω

αγγελοπαραστέκομαι

αγκελοπαραστέκομε, αγκιλουπααστέκουμ, αγκιλουπαραστέκουμ,

βλ. αγγελοπαραδώνω

αγγελοπαραστήνομαι

αγκελοπαραστίνομε, αγκιλουπαραστίνουμ

βλ. αγγελοπαραδώνω

αγγελοπετράδα

αγκελοπετράδα

αγγελοπετράα [1908] | ερωτοχτύπημα

αγγελοπετριά

αγκελοπετρέα, αγκελοπετριά

ερωτοχτύπημα | πετριά (χτύπημα πέτρας) που δεν ξέρεις ποιος την έριξε

αγγελοπιάνομαι

αγκελοπιάνομε, αντζελοπιάνομε

βλ. αγγελοπαραδώνω

αγγελόπιστος

αγκελόπιστος

& διαβολόπιστος, πολύ κακός

αγγελοπλουμιδιστός

αγκελοπλουμιδιστός

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοπλουμισμένος

αγκελοπλουμισμένος, αντζελοπλουμισμένος

ο στολισμένος με πολλά όμορφα πλουμίδια

αγγελοποιητής

αγκελοπιιτίς

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοπούλα

αγελοπούλα

βλ. αγγελάκι

αγγελόπουλο [1931]

αγκελόπουλο, αγκελόπουλον, αγκιλόπουλου, ατζελόπουλο

αγγελόπουλον [1709] | βλ. αγγελάκι

αγγελοπρόσωπο

αγκελοπρόσοπο

όμορφο πρόσωπο (όπως του άγγελου)

αγγελοπρόσωπος [1908]

αγκελοπρόσοπος

με όμορφο πρόσωπο (όπως του άγγελου)

άγγελος

άγκελος

όνομα ψαριών του γένους Squatina

άγγελος [1622]

άγκελο, άγκελος, άγκιλους, άντζελο, άντζελος, άτζελες, άτζελος, άτζιλους

λατινικό: angelus | «πνεύμα» της χριστιανικής θρησκείας | καλός & αγαθός (σαν άγγελος) | όμορφος (σαν άγγελος)

αγγελοσκιάζομαι [1933]

αγκελοσκιάζομε, αγκελοσκιάζουμε, αγκιλουσκιάζουμ, αγκιλουσκιάνουμου, αντζελοσιάζομε, ατζιλουσκιάζουμι

αγγελοσκιάζουμαι [1931] | τρομάζω μπροστά στο θάνατο | σεληνιάζομαι (λόγιο)

αγγελοσκιάζω [1933]

αγκελοσκιάζο, αντζελοσιάζο

φοβίζω πολύ

αγγελόσκιασμα [1931]

αγκελόσκιαγμα, αγκελόσκιασμα, αγκελόσκιασμαν, αντζελόσιασμαν

η ώρα του θανάτου | μεγάλος φόβος, τρομάρα | αγγελικό (επιληψία)

αγγελοσκορπίζομαι

αγκελοσκορπίζομε

πεθαίνω

αγγελοσουσουμάτος

αγκελοσουσουμάτος

όμορφος (σαν άγγελος)

αγγελοστολισμένος [1933]

αγκελοστολισμένος

πολύ όμορφα στολισμένος

αγγελοστορίζω

αγκελοστορίζο

συνιστώ (λόγιο)

αγγελοστορισμένος

αγκελοστορισμένος, αγκιλουστορισμένους, αγκιλουστουρσμένους

βλ. αγγελοστολισμένος

αγγελοστόριστος

αγκελοστόριστος

συστημένος (λόγιο) | αγγελοστολισμένος

αγγελοστρατιώτης

αγκελοστρατιότις

όμορφος με κορμοστασιά στρατιώτη

αγγελοσφάζομαι

αγκελοσφάζομε

πεθαίνω

αγγελότοπος

αγκελότοπος

πολύ όμορφος τόπος

αγγελοτρομάρα

αγκελοτρομάρα

ο τρόμος μπροστά στο θάνατο

αγγελούδα

αγκελούδα

νεράιδα | συνώνυμα: αβραγίδα, αγελούδα, αγεραγίδα, αθούλ, ακυράδα (ακιράδα), αναράδα, αναραδίνα, αναράιδα, ανεμική (ανεμικί), ανεραγός, ανεραγίδα, ανεράδα, ανεράιδα, ανερούσα, ανηραγίδα (ανιραγίδα), αρχόντισσα (αρχόντισα), γιαλούα, γιαλούδα, εξωτική (αξοτικί), καλοκυρά (καλοκιρά), καλομοίρα (καλομίρα), καλότυχη (καλότιχι), καλούδα, κοπέλα, κοράσι, κυρά (κιρά), κυράτσα (κιράτσα), μελιτένια, νεράδα, νεραϊδακό, νεράισα, νεροκόρη, ξουθιά, ξωθιά (ξοθιά), ξωνέρια (ξονέρια), ξωτική (ξοτικί), ξωτικιά (ξοτικιά), ραγίδα, φεγγαροκυρά (φεγκαροκιρά), χαριτωμένη (χαριτομένι)

αγγελουδάκι

αγκελουδάκι, αγκιλουδάκ

υποκ. του «άγγελος»

αγγελούδι [1897]

αγκελούδι, αγκιλούδ, αντζελούδιν

υποκ. του «άγγελος»

αγγελοφέρνω

αγκελοφέρνο

μοιάζω με άγγελο (σε ομορφιά) | πεθαίνω

αγγελοφόρεμα [1897]

αγκελοφόρεμα

η ώρα του θανάτου

αγγελοφορούμαι [1897]

αγκελοφοριέμε, αγκελοφοριόμε, αγκελοφοριούμε, αγκελοφορούμε, ατζελοφοριόμε

αγγελοφοριούμαι [1931] | πεθαίνω

αγγελοφορώ [1931]

αγκελοφορό

ντύνομαι με καλά άσπρα γιορτινά ρούχα

αγγελοφρυδάτος

αγκελοφριδάτος

βλ. αγγελοφρύδης

αγγελοφρύδης

αγκελοφρίδις, αγκιλουφρίδς

αυτός που έχει όμορφα φρύδια

αγγελοφρύδι

αγκελοφρίδι, αγκελόφριδο

όμορφο φρύδι

αγγελοφρυδούσα

αγκελοφριδούσα

αυτή που έχει όμορφα φρύδια

αγγελοφτειασμένος

αγκελοφτιασμένος, αγκιλουφκιασμένους

βλ. αγγελοκαμωμένος

αγγελοχαϊδεμένος

αγκελοχαδεμένος, αγκελοχαιδεμένος, αντζελοχαιδεμένος

πειραχτήρι

αγγελοχαιρετίζω

αγκελοχερετίζο, αντζελοχερετίζο

χαιρετώ με αγγελικά λόγια

αγγελοχαιρετισμός [1709]

αγκελοχερετισμός

το «Θεοτόκε Παρθένε» (Ave Maria)

αγγελοχτυπημένος

αγκελοχτιπιμένος

αυτός που χαροπαλεύει

αγγελόψυχος [1931]

αγκελόψιχος

βλ. αγγελοκαμωμένος

άγγεμαν

άγκεμαν

ο λόγος για κάποιο πρόσωπο

αγγεταρία

αγκεταρία

οικοσκευή (λόγιο), τα αναχρικά, τα μπράτη

αγγεύω [1908]

αγκέβο, αντζέβο

βλ. αγγίζω | θυμάμαι

άγγεχτος

άγκεχτος

βλ. άγγιαχτος

άγγιαγμα [1933]

άγκιαγμα, άγκιασμα

βλ. άγγιγμα

αγγιάζω [1933]

αγκιάζου, αγκιάζο, αγκιάο, αγκιό, αντζάζου, αντζάχου, γκιάζο, γκιάου, γκιάο, γκιου, γκιό, τζιάγο, τζιάζο, τζιάο

βλ. αγγίζω

αγγιάξιμο

αγκιάξιμο, αγκιάξμου, γκιάξμου, γκιούξμου, τζιάξιμο

βλ. άγγιγμα

αγγιάξιμο [1933]

αγκιάξιμο, γκιάξιμο

φθίση (λόγιο), φυματίωση (λόγιο) συνώνυμα: βερέμ, βερέμι, μαράζ, μαράζι, χτικιό, φτίση (φτίσι), φίση (φίσι), χτιτζιόν, ζούρα, όχτικας, φισικό, γκουχούρ, καχούρ, χτσιό

αγγιαστός

αγκιαστός

θιγόμενος (λόγιο)

αγγιαχτερός

αγκιαχτερός

πειραχτήρι

αγγιαχτιά

αγκιαχτιά, ανεγκιαγιά

το μη σήκωμα πλάκας, πειράγματος

άγγιαχτος [1933]

άγκιαος, άγκιαχτος, άγκιαχτους, άγκιουχτους, ανέγκιαγος, ανέγκιαγος, ανέγκιαος, ανέγκιαους, ανέγκιαχτος, άτζαχτος

άψαυστος (λόγιο | άθικτος (λόγιο) | ανέπαφος (λόγιο)

άγγιγμα [1931]

άγκιγμα, άγκισμα, γκίμα, έγκιγμαν, έγκισμα, έντζισμαν, ντζίσμαν

άγγισμα [1931] | επαφή (λόγιο), ψηλάφηση (λόγιο) | ζημιά | προσβολή (λόγιο) | πείραγμα | «δαιμονική» αρρώστια

αγγίζω [1659]

αγκίζου, αγκίζο, αντζίζο, αντζίχου, ατζίζου, ατζίζο, ατζό, γκίζου, γκίζο, γκίνου, γκίνο, γκιούζου, γκίτσο, γκίχνο, γκίχου, γκίο, εγκίγου, εγκίζο (εγκίζο), εντζίζο, ιγκίνου, ντζίζο, τζίγο, τζίζο

Buck List: 15.71, touch | ακουμπώ | πλησιάζω (λόγιο) | προσβάλω (λόγιο) | ανοίγω βαρέλι ή πιθάρι | πειράζω | ξεπαρθενεύω | κάνω ζημιά | κλέβω

αγγίξιμο [1931]

αγκίξιμο, γκίξιμο, γκίξμου

επαφή (λόγιο), ψηλάφηση (λόγιο), πιάση | ζημιά

άγγιξις [1659]

άγκιξι

επαφή (λόγιο), ψηλάφηση (λόγιο)

αγγισμός

αγκισμός, γκισμός

το άνοιγμα του βαρελιού ή του πιθαριού

άγγιστος [1635]

άγκιστος

ολάκερος, άκοφτος

αγγιχτά

αγκιχτά, γκιχτά

με άγγιγμα

άγγιχτα

άγκιχτα, ανέγκια, ανέγκιχτα (ανέγκιχτα)

δίχως άγγιγμα

αγγιχτερός

αγκιχτερός

φαρμακόγλωσσος

αγγιχτίζω

αγκιχτίζο

προσβάλω (λόγιο)

αγγιχτικός [1931]

αγκιχτικός, γκιχτικός, εγκιχτικός,

προσβλητικός (λόγιο)

άγγιχτος [1659]

άγκικτος, άγκιχτε, άγκιχτος, άγκιχτους, ανέγκιγος, ανέγκιγους, ανέγκιος, ανέγκιχτος, ανέγκιχτους, ανέτζιγος, ανέτζιστος, ανίγκιος, ανίγκιστος, άτζιχτος, άτζιχτους

άγγυκτος [1622], άγκικτος [1688], άγγικτος [1709] | βλ. άγγιαχτος

αγγιχτός [1933]

αγκιχτός, γκιχτός

θιγόμενος (λόγιο) | πειραχτήρι | βαρέλι ή πιθάρι που ανοίχτηκε

αγγλογάλλος

αγκλοάλος, αγκλογάλος, αγκλουγάλους, αγκρουγάλους

ψηλός και άχαρος | ψηλός κόκορας με λίγα φτερά | βοηθητικός φαντάρος

αγγολόι

αγκολόι

ψαράδικο σύνεργο, που με αυτό βγάζουν από το βυθό μύδια-στρείδια

αγγόνα [1931]

αγκόνα, αγκόνια, γκόνα, εγκόνα

αγγώνα [1908] | βλ. αγγονή

αγγονάκι

αγκονάκ, αγκονάκι

εγγονάκι

άγγονας [1933]

άγκονας, άγκουνας, έγκονας

άγγουνας [1908] | βλ. αγγονός

αγγονή [1931]

αγκόνι, αγκονί, αγκονιά, αγκουνιά, ιγκουνί

εγγονή | Buck List: 2.48, granddaughter

αγγόνι [1908]

άγκον, αγκόν, αγκόνι, αγκόνιν, ανγκόν, γκόνι, ιγκόν, ινγκόν

άγγον [1908], αγγόνιν [1908], εγγόνι

αγγονίζω

αγκονίζο

προμηθεύω (λόγιο)

αγγονίν (το)

αγκονίν, αγκόνιν

για θηλυκό ζώο ή πουλί, που είναι καλή ράτσα και το έχουν για αναπαραγωγή

αγγόνισσα

αγκόνισα

βλ. αγγονή

αγγονός [1931]

αγκονός, αγκουνιός, αγκουνός, ανγκουνός, ιγκουνός, ινγκουνός

εγγονός | Buck List: 2.48, grandson

αγγούρα

αγκούρα

μεγάλο αγγούρι

αγγουράγκαθο

αγκουράγκαθο

το φυτό Carduus nutans | συνώνυμα: γαϊδουράγκαθο, γομαράγκαθο, γουμαράγκαθο

αγγουράδα

 

λουρίδα γης που ξεχάστηκε και δεν οργώθηκε

αγγουράκι

αγκουράκι

το φυτό Hypochaeris cretensis | συνώνυμα: άγρια μουναρίδα, αγγουρελιά (αγκουρελιά)

αγγουράκι [1857]

αγκουράκι, αγκουράτσι

υποκ. του «αγγούρι»

αγγουραρμιά [1857]

αγκουραμιά, αγκουραρμιά

η σαλαμούρα και τα αγγουράκια τουρσί που έχει μέσα

αγγουράς

αγκουράς, αγκουράις

που καλλιεργεί αγγούρια | που πουλάει αγγούρια

αγγουράτος

αγκουράτος

που μοιάζει με αγγούρι

αγγουράτσα

αγκουράτσα

το φυτό Ecballium elaterium | συνώνυμα: αγριαγγουριά (αγριαγκουριά), αγριαγκουργά, γαϊδουραγγουριά (γαιδουραγκουριά), πετραγγουριά (πετραγκουριά), πικραγγουριά (πικραγκουριά), πρασαγγουριά (πρασαγκουριά)

αγγουρέλι

αγκουρέλι, αγκρέλ

υποκ. του «αγγούρι»

αγγουρελιά

αγκουρελιά

βλ. αγγουράκι (Hypochaeris cretensis)

αγγουρελιά

αγκουρελιά, αγκουρολιά

μεγάλη ελιά (καρπός)

αγγουρένιος

αγκουρένες, αγκουρένιος, αγκουρένος

φτιαγμένος από αγγούρια

αγγούρι [1709]

αγκούρ, αγκούριν

αγγούριον & άγγουρος [1614], αγκούρι [1622] | ο καρπός του φυτού Cucumis sativus | αραβικό: agur | συνώνυμα: αμελέτητο (αμελέτιτο), αμίλητο, δροσερό, δροσινό, δροσίτης (δροσίτις), καστραβέτσι, κατσούνι, μπαλ, νεράγγουρο (νεράγκουρο), παράξενο, συμπάθειο (σιμπάθιο), τροφαντό, τρυφερό (τριφερό)

αγγουριά

αγκουριά

βλ. αγγουρίλα

αγγουριά

αγκουριά

βλ. αγγουρόκηπος

αγγουριά [1857]

αγκουζία, αγκουρά, αγκουρέ, αγκουρέα, αγκουρία, αγκουριά, αγκουρκά, αγκριά

αγκουριά [1709] | το φυτό Cucumis sativus

αγγουρίδα [1659]

αγκουρίδα

αγκουρίδα [1527] | βλ. αγουρίδα

αγγουρίλα

αγκουρίλα

η μυρουδιά του αγγουριού

αγγουρίτσα

αγκουρίτσα

υποκ. του «αγγούρι»

αγγουρίτσι

αγκουρίτσι

υποκ. του «αγγούρι»

αγγουρίτσινος

αγκουρίτσινος

βλ. αγγουρένιος

αγγουριώνας

αγκουριόνας

βλ. αγγουρόκηπος

αγγουρνέος

αγκουρνεάκι, αγκουρνέος

κάποιο φυτό (Μάνη) | συνώνυμο: ασγουρνέος

αγγουροαντράκλα

αγκουροαντράκλα

σαλάτα με κομμάτια αγγουριού και αντράκλα

αγγουροβλάσταρο

αγκουροβλάσταρο, αγκουροβλάσταρον

βλαστάρι αγγουριάς

αγγουροδιάγγουρα (τα)

αγκουροδιάγκουρα (τα)

αγγούρια και διάγγουρα μαζί

αγγουροείλικο

αγκουροίλικο

ο κορμός της αγγουριάς

αγγουρόκηπος

αγκουρόκιπος

αγκουρόκηπος [1659], αγκουρόκυπος [1709] | σικιών (λόγιο), περιβόλι με αγγούρια

αγγουροκλέφτης

αγκουροκλέφτας, αγκουροκλέφτις

κλέφτης αγγουριών

αγγουροκόφτης

αγκουροκόφτις

το έντομο gryllotalpa vulgaris | συνώνυμα: αγγουραφάς (αγκουροφάς), αγγουροφάγος (αγκουροφάγος), κολοκυθάς (κολοκιθάς), κολοκυθοκόφτης (κολοκιθοκόφτις), κρεμμυδοφάγος (κρεμιδοφάγος), μπαμπούγερας, πρασάγγουρας (πρασάγκουρας), πρασοσκώληκο (πρασοσκόλικο)

αγγουρόλαδο [1659]

αγκουρόλαδο

βλ. αγουρόλαδο

αγγουρολάχανο

αγκουρολάχανο

κάποιο φυτό (στη Λακωνία)

αγγουρομάννα [1933]

αγκουρομάνα

μεγάλο αγγούρι για σπόρο (σπορίτης)

αγγουρομύτης

αγκουρμίτς, αγκουρομίτις

που έχει μύτη μεγάλη σαν αγγούρι, μυταράς

αγγουρόνερο [1933]

αγκουρόνερο

το ζουμί του αγγουριού μαζί με ροδόνερο

αγγουροντομάτα

αγκουροντομάτα

βλ. αγγουροντοματοσαλάτα

αγγουροντοματοσαλάτα

αγκουροντοματοσαλάτα

σαλάτα με κομμάτια αγγουριού και ντομάτας

αγγουροξυπνώ

αγκουροξιπνό

βλ. αγουροξυπνώ

αγγουρόπιστος [1931]

αγκουρόμπιστους, αγκουρόπιστος, αγκουρόψτους

που δεν έχει μπέσα

αγγουρόπουλο

αγκουρόπουλο

υποκ. του «αγγούρι»

αγγουρόριζα

αγκουρόριζα

αγκουρόριζα [1709] | βλ. αγγουριά

άγγουρος

άγκουρας, άγκουρος

βλ. αγκούρα

άγγουρος

άγκουρος, άγκουρους

βλ. άγουρος

αγγουροσαλάτα [1897]

αγκουροσαλάτα [1790], αγκουροσελάτα

αγκουροσαλάτα [1709] | σαλάτα με κομμάτια αγγουριού

αγγουροσκούπιδα (τα)

αγκουροσκούπιδα (τα)

του φλούδια του αγγουριού

αγγουρόσπορος [1857]

αγκουρόσπορο, αγκουρόσπορος

αγκουρόσπορον [1709], αγκουρόσπορος [1790] | ο σπόρος του αγγουριού

αγγουροτζάγγαλος

αγκουροτζάγκαλος

το ψάρι σαλιάρα (στα Ποντιακά)

αγγουρότοπος [1933]

αγκουρότοπος

τόπος που βγάζει αγγούρια

αγγουρότσοφλο

αγκουροτσέπλ, αγκουρότσεπλον, αγκουρότσεφλο, αγκουρότσοφλο

βλ. αγγουρόφλουδα

αγγουρούδιν

αγκουρούδιν

βλ. αγγουράκι

αγγουροφάγος

αγκουροφάγος

βλ. αγγουροκόφτης

αγγουροφάς

αγκουροφάς

βλ. αγγουροκόφτης

αγγουρόφλουδα

αγκουρόφλουδα

η φλούδα του αγγουριού

αγγουρόφλουδο

αγκουρόφλουδο

βλ. αγγουρόφλουδα

αγγουρόφυλλο

αγκουρόφιλο

αγγουρόφυλλον [1908] | βλ. αγγουρόφλουδα

αγγουρόφυτον

αγκουρόφιτον

βλ. αγγουροβλάσταρο

αγγουρόχορτο

αγκουρόχορτο

κάποιο φυτό (στη Νίσυρο)

αγγουρόχτιστος

αγκουρόχτιστος

αργός και ατσούμπαλος

αγγουρώνω

αγκουρόνο

πεισμώνω

αγγουρωτός

αγκουροτός

αλύγιστος | άξεστος (λόγιο)

άγγρη

άγκρι

στεναχώρια | γκρίνια | καυγάς

αγγριά

αγκριά

η βαρβατίλα (μυρουδιά καύλας) του τράγου

αγγρίζω [1897]

αγκρίζου, αγκρίζο, αγρίζο, γκρίζο, γκριό

αγκρίζειν [1614] | εξαγριώνω (λόγιο), αγριεύω, αναγγρίζω, δολαγγρίζω, λολαγγρίζω, ξαγγρίζω, ξαναγρίζω, παραγγρίζω | αφορμίζω, κακοφορμίζω | καυλώνω (για ζώα)

αγγριθιάζου

αγκριθιάζου

γίνομαι τραχύς

άγγριν

άγκριν

βλ. άγγρη

άγγριση

άγκρισι

δυσαρέσκεια (λόγιο), θύμωμα, χόλιασμα

άγγρισμα

άγκρισμα, άκρισμαν

δυσαρέσκεια (λόγιο), θύμωμα, χόλιασμα | η καύλα των ζώων

αγγρισμένος

αγκρισμένος, αγκρισμένους

θυμωμένος, χολιασμένος | καυλωμένος

αγγρίσμιν

αγκρίσμιν

δυσαρέσκεια (λόγιο), θύμωμα, χόλιασμα

αγγρισμός

αγκρισμός

η καύλα των ζώων

αγγρίφα

ακρίφα

μυτερή άκρη

αγγριφάκι

αγκριφάκι

αγκρυφάκι [1709] | μικρό αγγρίφι

άγγριφας

άγκριπας, άγκριφους, άγκριφας, αγρίφι, έγκριφας

σιδερένιο σύνεργο με αγγρίφια στην άκρη, για να πιάνουν και να βγάζουν τα σκουπίδια από τα λαγούμια

αγγριφερός

αγκριθερός, αγκριφερός

τραχύς

αγγρίφι [1897]

αγκρίθι, αγκρίφ, αγκρίφι, αγρίφι, γκριφ, γκρίφι, γριφ, γρίφι

αγκρίφια (τα) [1614], αγκρίφι [1622], αγκρύφι [1622] | αρπάγη (λόγιο), αρπάγι, γάντζος | αγκίδα | αγκάθι | μυτερός βράχος | ιταλικό: grifo

αγγριφίζω

αγκριφίζο, γκριφίζο

αγκρυφίζω [1709] | πιάνω με το αγγρίφι | στεριώνω

αγγρίφισμα

αγκρίφισμα

αγκρύφισμα [1709] | άρπαγμα

αγγριφισμένος

αγκριφισμένος

αγκρυφισμένος [1709] | αρπαγμένος

αγγριφισμός

αγκριφισμός

αγκρυφισμός [1709] | βλ. αγγρίφισμα

αγγριφομένος

αγκριφομένος

αγκρυφωμένος [1790] | στεριωμένος

αγγριφώνι

αγκριθόνι, αγκριφόνι, γριφούνι

μυτερή άκρη πέτρας ή ξύλου

αγγριφώνω [1933]

αγκριφόνου, αγκριφόνο, αγριφόνο

αγκρυφώνω [1709] | βλ. αγγριφίζω

αγγριφωνωτός

αγκριφονοτός, γριφουνοτός

βλ. αγγριφωτός

αγγριφωτός [1931]

αγκριθοτός, αγκριφοτός, γριφουτός,

αγκρυφωτός [1635] | μυτερός

αγγύλας [1688]

αγκίλας

αετός | λατινικό & ιταλικό: aquila & βενετσιάνικο: àgola

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.