Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγι


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγι

 

Δημήτρη Λιθοξόου

16.8.2012

αγιά

αγιά

κρυφτό, παιχνίδι των παιδιών | συνώνυμα: γκζουφούλι, γκρουφτέ, γκρουφούλι, κομιτάτο, κρουβιτσιάνα, κρουφτέ, κρυφτούλι (κριφτούλι), λεφτεριά, λιφτιριά, μπιμπιλίκα, μπλουθάκι, ντουμπανιάτο, παγανιώτης (παγανιότις), τζιβουτό, χουστό, χωστής (χοστίς), χωστό (χοστό), χωστός (χοστός)

αγιά

αγιά, αγιαγιά, άγιαγια

επιφώνημα θαυμασμού | επιφώνημα ανακούφισης | βλ. και αγιάγιαγια

άγια

άγια

ιερά (λόγια) | πολύ καλά, λαμπρά, ωραία

αγία (η) [1709]

άε

η μεγάλη είσοδος της θείας λειτουργίας | το στεφάνωμα στο γάμο

άγια (τα) [1622]

άγια, άια

το ανάμα και το αντίδωρο της μετάληψης | προστασία (λόγιο)

αγία-Ανάσταση

άγια-Ανάστασι, άγι-Ανάστασι

το όνομα και η γιορτή του Πάσχα | κάθε Κυριακή

αγιά-Βαρβάρα

αά-Βαρβάρα, άγια-Βαρβάρα, αγιό-Βαρβάρα, άε-Βαρβάρα, άι-Βαρβάρα, αία-Βαρβάρα

το όνομα και η γιορτή της αγίας Βαρβάρας στις 4 Δεκέμβρη

αγιαβρού

αγιαβρού

όλα μαζί

αγιά-Γαλατιανή

αγιά-Γαλατιανί & άι-Γαλατιανί

η εικόνα της Παναγιάς, με το Χριστό να βυζαίνει στη στήθος της | Στο Αϊβαλί (Ayvalık) γινότανε πανηγύρι τη δεύτερη βδομάδα του Θωμά, στην εκκλησιά που είχε την εικόνα της

αγιαγδίζω [1857]

αγιαγδίζο

τούρκικο: ayartmak | ξελογιάζω

αγιάγιαγια

αγιάγιαγια

επιφώνημα ανακούφισης

αγιάγκαθον [1897]

αγιαγκάθι, αγιάγκαθο, αγιάγκαθον

αγιάγκαθο [1931] | το φυτό Cnicus benedictus | συνώνυμα: ασπράγκαθο, καλάγκαθο, καρδοσάντο, μοσκάγκαθο

αγιά-Δευτέρα

αγιά-Δεφτέρα

& Αγία Καθίστρα, η μέρα που δεν δουλεύει κάποιος από τεμπελιά

αγιά-Ελένη

αγιά-Ελένι, άγιαλεν

το ουράνιο τόξο (λόγιο) | συνώνυμα: γυργήρης (γιργίρις), δόξα του ουρανού, δόξα, δοξάρι, ζουνάρι της Καλόγριας, ζουνάρι της Παναγιάς, ζουνάρι, ζουνάριν, ζωνάρι (ζονάρι), ζωνάριν (ζονάριν), ζώνη της Αγίας Ελένης, ζώνη της καλόγριας, ζώνη της Παναγιάς, καμάρα, κεραζώζα (κεραζόζα), κεραζώνη (κεραζόνι), κεράς η ζώνη, κυαρασελένη (κιαρασελένι), ουρανοδόξαρο, σουσουμπάμπα, ταραήλες (ταραίλες) ταραήλτς (ταραίλτς), τόξο της βροχής, τόξο της Παναγιάς, τόξο του Θεού, τόξο του ουρανού, τόξο, του Θεού το χέρι, του Θιού του χερ

αγιά-Ελένη

άγι-Ελένι, άγι-Λένι, άγια-Ελένι, αγιά-Ελένι, αγιά-Λεν, αγία-Λένι, αγιά-Λένι, άε-Λένε, Αναγιελένι

το όνομα και η γιορτή της αγίας Ελένης στις 21 του Μάη

αγία-Ελεούσα

αγιά-Λεούσα, αγιά-Λιούσα, αγιά-Λιγούσα

ένα από τα ονόματα της Παναγιάς

αγιάερτος

αγιάερτος

βλ. αγύριστος

αγιαζάκι

αγιαζάκι

υποκ. του «αγιάζι»

αγιάζι [1857]

αάζ, αγιάζ, αγιάζι, αγιάζιν, γιάζι

τούρκικο: ayaz | δροσιά | παγωνιά | πάχνη | ξαστεριά

αγιαζλάεμαν

ααζλάεμαν, αγιαζλάεμαν

βλ. αγιάζι (παγωνιά)

αγιαζλαντίζω

αγιαζλαντίζο

βλ. αγιαζλεύω

αγιαζλεύω

ααζλέβο, αγιαζλέβο

ξεπαγιάζω

αγιάζουσα [1688]

αγιάζουσα

άσπρο ρετσίνι

αγιάζω [1622]

αάζο, αγιάζο, αγιάζου, αγιάνου, αέζο, αιάζου, γιάζο, γιάτζο

αγιοποιώ (λόγιο) | γίνομαι άγιος | ραντίζω με αγιασμό | αδυνατίζω πολύ

αγιά-ζώνη

αγιά-Ζόνι, αγιά-Ζον

γιορτή για την άγια ζώνη της Παναγιάς, στις 31 Αυγούστου

αγιά-Θαλασσινή

αγιά-Θαλασινί

η Παναγιά που φυλάει τους ναυτικούς

αγιάθονας

αγιάθονας

βλ. αγιοστέφανο (φωτοστέφανο)

αγιάθωνας

αγιάθονας

εξάνθημα (λόγιο) | συνώνυμα: βούζουνας, βούλουνας, γιάσονας, γιόθος, γούζουνας, διάσονας, καλόγερος, λούνγκα

αγία-Καθίστρα

αγιά-Καθίστρα

βλ. αγιά-Δευτέρα

αγιάκαμπου (τα)

αγιάκαμπου

παπούτσια | τούρκικο: ayakkabı

αγιακάρα

αγιακάρα, αγιουκάρα

κάρα (καύκαλο) κάποιου άγιου

αγιακάρης

αγιακάρις

που κάνει τον άγιο

αγίακας

άγιακας

πολύ καλός, σαν άγιος | αδύναμος από νηστεία ή αρρώστια

αγιά-Κατερίνα

αγιά-Κατεζίνα, αγιά-Κατερίνα, αγιά-Κατερίνι, άγιο-Κατερίνι, άε-Καρτερί, αιά-Κατερίνα άι-Κατερίνα, άι-Κατέρνα

το όνομα και η γιορτή της αγίας Αικατερίνης στις 25 Νοέμβρη

αγιάκι

αγιάκι, αγιάτσι

μικρό εικόνισμα, εικονισματάκι

αγιά-Κυριακή

άγια-Γκιριακί, αγία-Κερεκί, αγιά-Κιριακί, Αγκιριακί, άε-Κερεκί, αΐα-Κερεκί, αγία-Τσουρακά

το όνομα και η γιορτή της αγίας Κυριακής στις 7 Ιούλη

Αγιακυριακίτης

Αγιακιριακίτις, Αικεριακίτις

ο μήνας Ιούλης (Ιούλις)| συνώνυμα: άγι-Κήρυκος (άγι-Κίρικος), άγι-Κήρκος (άγι-Κίρκος), αγιά-Μαρίνα, άγια-Μαρίνα, άε-Μαρίνα, άι-Κήρκος (άι-Κίρκος), Αηλιάς (Αιλιάς), άι-Μαρίνα, Αλντής (Αλντίς), Αλουνάρης (Αλουνάρις), Αλουνάρς, Αλουνξής (Αλουνξίς), Αλουνσκής (Αλουνσκίς), Αλουνστής (Αλουνστίς) Αλουντής (Αλουντίς), Αλωνάρης (Αλονάρις), Αλωνάρι (Αλονάρι), Αλωνάρτς (Αλονάρτς), Αλωνευτής (Αλονεφτίς), Αλωνιστής (Αλονιστίς), Αλωνιτής (Αλονίτις), Αλωντής (Αλοντής), Ατρόπης (Ατρόπις), Αωνάρι (Αονάρι), Γιούλης (Γιούλις), Γιούλιος, Γιούλιους, Γιούλτς, Γυαλινός (Γιαλινός), Γυαλιστής (Γιαλιστίς), Δευτερογιούλης (Δεφτερογιούλις), Δευτερογιούνης (Δεφτερογιούνις), Δευτερογούλης (Δεφτερογούλις), Δευτερόλης (Δεφτερόλις), Δευτεροούλης (Δεφτεροούλις), Δευτερούλης (Δεφτερούλις), Θερινός, Θεριστής (Θεριστίς), Θερμός, Θερνός, Θέρος, Θιρσκής (Θιρσκίς), Θιρστής (Θιρστίς), Λωνευτής (Λονεφτίς), Τέρο, Υαλιστής (Ιαλιστίς) Φουσκόμηνας (Φουσκόμινας) Χορτοθέρης (Χορτοθέρις), Χορτοθέρτς, Χορτοκόπης (Χορτοκόπις), Χορτοκόπος, Χορτομηνάς (Χορτομινάς)

αγιαλέτι

αγιαλέτι, εγιαλέτι

τούρκικο: eyalet | οθωμανική περιφέρεια

αγιάλευτος

αγιάλεφτος

για αψάρευτο τόπο στη θάλασσα

αγιά-Λιβυά [1931]

αγιά-Λιβιά, αγιά-Λουβιά

το όνομα και η γιορτή της αγίας Λιβύης στις 25 Ιούνη | σιγανοπαπαδιά, οσία Μαρία, ψευτοκαλόγρια

αγιάλπας

αγιάλπα, αγιάλπας

βλ. αγέλουπας (Avena barbata)

αγιά-Μαρίνα

άγια-Μαριανί, αγιά-Μαρίνα, άγια-Μαρίνα, αγιά-Μαρίνι, άε-Μαρίνα, άι-Μαρίνα, άι-Μαρίνι

το όνομα και η γιορτή της αγίας Μαρίνας στις 17 του Ιούλη | ο μήνας Ιούλης (βλ. Αγιακυριακίτης)

αγιάμι

αγιάμι

πρίμο αεράκι

αγιανάκι

αγιανάκι

βλ. αγιανίτης (Salvia sclarea)

αγιαναλαία

αγιοναλέα

βάγια από ελιά

άγι-Ανάργυροι (οι)

άγι-Αναργίρ, άγι-Αναργίρε, άγι-Ανάργιρι, άγι-Ανάρκιρι, άι-Ανάργιρι, άγι-Ανάργια (τα)

το όνομα και η γιορτή των αγίων Αναργύρων (Κοσμά και Δαμιανού) την 1η του Ιούλη και την 1η του Νοέμβρη

αγιάνης

αγιάνι, αγιάνις, αγιάντς, αιγιάνις, αιγιάνς

βλ. αγιανίτης (Salvia sclarea)

αγιάνης [1933]

αγιάνις

τούρκικο: âyan | οθωμανός άρχοντας

αγιάνθρωπος

αγιάνθροπος

ο πολύ καλός

αγιανιάνω

αγιανιάνο

αντέχω

αγιανίτης

αγιανίτις

το φυτό Salvia sclarea | συνώνυμα: αγιανάκι, αγιάνης (αγιάνις), αγιάνι, αγιάντς, αηγιανίτης (αιγιανίτις), αηγιάνης (αιγιάνις), αιγιάνς, γοργογιάννης (γοργογιάνις)

αγιανλήκι

αγιανλίκι

τούρκικο: âyanlık | αρχοντιλίκι, κοτζαμπασιλίκι

άγι-Άννα

άγι-Άνα, αγιάν-Άνα, αγιάς-Άνα, άεν-Άννα

το όνομα και η γιορτή της αγίας Άννας στις 9 Δεκέμβρη και στις 25 Ιούλη

αγιάννης

αγιάνις

μαυροκόκκινο ζουζούνι που πάει στα λαχανικά | συνώνυμα: βασιλιάς, μπαλωματής (μπαλοματίς)

αγιαννίτης

αγιανίτις, αγιανίτς

το πουλί Erithacus rubecula | συνώνυμα: γιάννακας (γιάνακας), γιαννάκης (γιανάκις), γιαννάκι (γιανάκι), γιαννακός (γιανακός), γιαννακούδι (γιανακούδι), γιαννακουράκι (γιανακουράκι), γιαννάκουρας (γιανάκουρας), γιαννακούρι (γιανακούρι), γιαννάς (γιανάς), γιάννης (γιάνις), γιαννί (γιανί), γιαννούδι (γιανούδι), γύφτος (γίφτος), γυφτούλα (γιφτούλα), καλλογιάννι (καλογιάνι), καλογιάννης (καλογιάνις), καλογιάννος (καλόγιανος), κοκκινογκούσης (κοκινογκούσις), κοκκινολαίμης (κοκινολέμις), κοκκινοστήθης (κοκινοστίθις), κοκκινοστήθι (κοκινοστίθι), κοκκινοτραχηλίτσα (κοκινοτραχιλίτσα), κομπογιάννης (κομπογιάνις), κουκνουγκούης (κουκνουγκούις), κουμπογιάννος (κουμπογιάνος), κουτνουγούλας, μπαντουγιάννης (μπαντουγιάνις), πιπιρτζής (πιπιρτζίς), πύρουλας (πίρουλας), ρούβελας, ρουβέλι, τσιγκογιάννης (τσιγκογιάνις), τσιμπογιάννης (τσιμπογιάνις), τσιμπουρογιάννης (τσιμπουρογιάνις), τσίπιρας, τσιπουργιαννάκι (τσιπουργιανάκι), τσιπουργιάννης (τσιπουργιάνις), τσιπουργιάννι (τσιπουργιάνι), τσιπουργιάννος (τσιπουργιάνος), τσιπουρογιάννης (τσιπουρογιάνις), τσιρογιάννης (τσιρογιάνις), χειμωνιάτης (χιμονιάτις)

αγιαννόχορτο

αγιανόχορτο

το φυτό verbascum blattaria | συνώνυμα: αγριόσπλονος, αγριοσπλόνος, σπυρί (σπιρί)

άγιανος

άγιανος, άγιανους

βλ. αγιάτρευτος

άγι-Αντρέας

άα-Ντρέας, άγι-Αντρέας, άγι-Αντριάς, άγι-Αντρίας, άγι-Αντριός, άε-Ντρέας, άι-Αντρέας, άι-Αντριάς, άι-Ντιρζάς, άι-Ντρέας, άι-Ντριας άι-Ντριός, άις-Αντράς, α-Ντρεός, α-Ντριάς

Αγιαντρέας [1931], Αγιαντριάς [1933] | το όνομα και η γιορτή του αγίου Ανδρέα στις 30 Νοέμβρη | ο μήνας Νοέμβρης (Νοέμβρις), συνώνυμα: άγι-Μηνάς (άγι-Μινάς), άγιο-Ταξιάρχης (άγιο-Ταξιάρχις), Αγιστρατηγιάτης (Αγιστρατιγιάτις), άγι-Στράτηγος (άγι-Στράτιγος), Αγιφιλιππιάτης (Αγιφιλιπιάτις), Αγιφιλιππίτης (Αγιφιλιπίτις), Αεργίτας, Αηγιωργίτας (Αιγιοργίτας), Αηγιωργίτης (Αιγιοργίτις), άι-Μηνάς (άι-Μινάς), άγιο-Μινάς (άγιο-Μινάς), (Αησδοξάρης (Αιςδοξάρις), Αηστράτηγος (Αιστράτιγος), Αηστράτης (Αιστράτις), Αηταξιάρς (Αιταξιάρς), Αηταξιάρχης (Αιταξιάρχις), Αηφίλιππας (Αιφίλιπας), Αηφιλιππιάτης (Αιφιλιπιάτις) Αηφίλιππος (Αιφίλιπος), Αηφιλιππίτης (Αιφιλιπίτις), Ανακατωμένος (Ανακατομένος), Αντρέας, Αντριάς, Αξιάρχης (Αξιάρχις), Αρχαγγελιατς (Αρχαγκελιάτς), Αστρατγιάτς, Αστράγκους, Αστρατάτς, Αστρατιάτς, Βροχάρης (Βροχάρις), Βρωμαλίτης (Βρομαλίτις), Γότσαης (Γοτσάις), Κρασομηνάς (Κρασομινάς), Κρατσομηνιά (Κρατσομινιά), Μεσοσπορίτης (Μεσοσπορίτις), Μπρουμάρης (Μπρουμάρις), Νέβιρς, Νέβρης (Νέβρις), Νειαστής (Νιαστίς), Νιόμβρης (Νιόμβρις), Νοβέμπηρς (Νοβέμπιρς) Νοέβρης (Νοέβρις), Νοέμπρης (Νοέμπρις), Πανερμιώτης (Πανερμιότις) Παχνιστής (Παχνιστίς), Σκιγιάτης (Σκιγιάτις), Σπαρτάρς, Σπαρτής (Σπαρτίς), Σποριάς, Σπορίτης (Σπορίτις), Ταξιάρχης (Ταξιάρχις), Τρυγομηνάς (Τριγομινάς), Τρυγόμηνο (Τριγόμινο) Φιλιππιάτης (Φιλιπιάτις), Χαμένος

άγι-Αντώνης

άγι-Αντόνιος, άγι-Αντόνιους, άγι-Αντόνις, άγι-Αντόνς, άε-Ντοντς, άι-Αντόνις, άι-Αντόνς

το όνομα και η γιορτή του Αγίου Αντωνίου στις 17 Ιανουαρίου

αγιάπαθα (τα)

αγιάπαθα

μεγάλα βάσανα

αγιά-Παρασκευή

αγιά-Μπαρασκεβί, αγιά-Παρασκεβί, αγιά-Παρασκί, αγιά-Παρασκιβί, αγιό-Παρασκεβί, άε-Παρασκεβί, άι-Παρασκιβί

το όνομα και η γιορτή της αγίας Παρασκευής στις 26 Ιούλη

αγιά-Παρασκευούλα

αγιά-Παρασκεβούλα, αγιά-Παρασκεβγκούλα

υποκ. του «αγιά-Παρασκευή»

αγιά-Παρθένος

άγια- Παρθένα, αγιά-Παρθένος, άε- Παρθένος

ένα από τα ονόματα της Παναγιάς

αγιαποστολιάζω

αγιαποστολιάζο, αγιαποστολίζο

σταματάω τη νηστεία και γιορτάζω τη μέρα των αγίων Αποστόλων

αγιαποστολιάτικα (τα)

αγιαποστολιάτικα, αγιαπουστουλιάτκα, αγιαποστολιάτκα, αγιαποστολιάτσιχι

σύκα που γίνονται πιο νωρίς από τα άλλα (κοντά στη Γιορτή των Αγίων Αποστόλων) | συνώνυμα (για πρώιμα σύκα): αγιαννήτικα (αγιανίτικα), αγόσκα αιγόσυκα (εγόσικα), αμπουλκούνες, αμπουρκούνες, αποστολιάτικα, δίφορα, δίφουρα, θερνόσυκα (θερνόσικα), κρουστάτσια, λιάτικα, μαγιάτικα, μπαστάρντικα, μπρουλιθιές, πορνοφίες, πορνοφνές, ποστολιάτικα, πουστουλιάτκα, πριστοί (πριστί) προνοφίσες, προυκούνοι (προυκούνι), πρωτοκαιρέτικα (προτοκερίτικα), πρωτολούδια (προτολούδια), πρωτόσυκα (προτόσικα), πρωτόφαντα (προτόφαντα), σκολίθρια, συκάλες (σικάλες), συκομαρίδες (σικομαρίδες), τροφαντά, υφτάκια (ιφτάκια), φταφόρικα

άγι-Απόστολοι

άγι-Απόστολι, άγι-Απουστόλ, άι-Απόστουλ, άι-Πόστουλι, άι-Πουστόλ

η γιορτή των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στις 29 Ιουνίου | η γιορτή των δώδεκα Αποστόλων στις 30 Ιουνίου

αγιάρ

αγιάρ, εγέρ

τούρκικο: eyer | σέλα | συνώνυμα: σάμα, σάμαν, σαμάρ, σαμάρα, σαμάρι, σεμέρ, σομάρι, σουμάρ

αγιαράντιστος

αγιαράντιστος

βλ. αγιάρευτος

αγιάρευτος

αγιάρεφτος

άχρηστος

αγιάρι [1897]

αγιάρ, αγιάρι, αγιάριν, αιάρ

τούρκικο: ayar | ρέγουλα, ρύθμιση (λόγιο) | κοντρολάρισμα, έλεγχος (λόγιο) | όσο χωράει ένα αγγειό

αγιαρντίζω

αγιαρδίζο, αγιαρντίζο, αγιαρντίνου

τούρκικο: ayartmak | ξελογιάζω, παραπλανώ (λόγιο)

άγιαση

άγιασι

βλ. αγιασμός

αγιάσμα [1622]

αγιάσμα, άγιασμα, αγιάσμαν, αγίασμαν, άγιασμαν, αγίγιασμαν, άεσμαν, αζιάσμα, αίασμα, άισμα, γιάσμα

άγιασμα [1635], αγίασμα [1659] | το κρασί της μετάληψης | νερό ευλογημένο από τον παπά | το ράντισμα με το ευλογημένο νερό | πηγή νερού που πιστεύουν πως είναι αγιασμένη

άγιασμα [1931]

άγιασμα

μούχλα, μούχλιασμα

αγιασματάκι [1709]

αγιασμάτσι, αγιασματάκι, αγιασματάτζι, αγισμάτσι

βλ. αγιασματερόν

αγιασματάρι [1857]

αασματάρ, αγιασματάρι, αεσματάρ

το μπακράτσι που βάζει ο παπάς για τον αγιασμό | ευχολόγι | ραντιστήρι

αγιασματεράκι [1709]

αγιασματεράκι

μικρό αγιασματερό

αγιασματερόν [1688]

αγιασματερό, αγιασματερό

αγιασματερό [1931] | αγγειό που βάζει ο παπάς για τον αγιασμό

αγιασμένα [1659]

αγιασμένα

με αγιασμένο τρόπο

αγιασμένος [1622]

αγιασμένος, αγιασμένους

που τον έχουν αγιάσει

αγιασμόκουπα

αγιασμόκουπα

κούπα που βάζουν τον αγιασμό

αγιασμόνερο

αγιασμόνερο, αγιασμόνερον

νερό ευλογημένο από τον παπά

αγιασμός

αγιασμό, αγιασμός, αγιάσμους, αζιάσμος

το φυτό Mentha pulegium | συνώνυμα: βλητσούνι (βλιτσούνι), βληχόνι (βλιχόνι), βρομοδυόσμος (βρομοδιόσμος), γλεχούνι, γλισχούνι, γλιφόνι, μέντρεζε, φλεσκούνι, φλησκούνι (φλισκούνι), φλουσκούνι

αγιασμός [1622]

αασμός, αγιασμό, αγιασμός, αεσμός, αιασμός, αισμός

η τελετή ευλογίας του νερού από τον παπά | το ευλογημένο νερό | όσα χρειάζονται για τον αγιασμό (σταυρός, πετραχήλι, αγιασματάρι, ραντιστήρι)

αγιασούρα

αγιασούρα

βλ. αγιαστήρα (ραντιστήρι)

Αγιά-Σοφιά

Αγιά-Σοφιά, Αγιά-Σουφιά, Αγιά-Σοφκιά, Αγιό-Σοφιά, Αγί-Σοφιά, Άε-Σοφία, Άι-Σουφιά

η μεγάλη εκκλησία που έχτισε ο Ιουστινιανός στην Πόλη

αγιαστήρα [1709]

αγιαστίρα

κολυμπήθρα, βαφτιστήρα, βαφτιστήρι

αγιαστήρι [1622]

αγιαστίρα, αγιαστίρι, αγιαστούρα, αιστίρα, γιαγιαστούρα, γιαστούρα

αγιαστήρα [1790] | αγιαστούρα [1857] | βρεχτούρα, ραντιστήρι, φωτιστήρα

αγιαστός

αγιαστέ, αγιαστός

βλ. αγιασμένος

άγιαστος

άγιαστος

που δεν πηγαίνει στην εκκλησία

αγιαστός [1931]

αγιαστός

βλ. αγιασμένος

αγιά-Σωτήρα

άγια-Σοκίρα, αγιά-Σοτίρα, αγιά-Σουτίρα, αγιό-Σοτίρα, άε-Σοτίρα, άι-Σουτίρα, άι-Σουτίρας

η γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα Χριστού στις 6 Αυγούστου

αγιάτικο [1931]

αγιάτικο

βλ. αγιαστήρα (κολυμπήθρα)

αγιάτικος [1933]

αγιάτσιχε, αγιάτικος

αφιερωμένος σε εκκλησιά ή μοναστήρι (για ζώο ή χτήμα)

άγιατος

άγιατος

βλ. αγιάτρευτος

αγιά-τούφα

αγιά-τούφα, αγιότουφα

η εκκλησιά (συνθηματικά)

αγία-τράπεζα [1622]

άαν-τράπεζα, άγια-τράπεζα, αγιά-τράπεζα, άε-τράπεζα

αλτάρε, το θυσιαστήριο στην εκκλησία | Buck List: 22.14, altar

αγιάτρευτος [1622]

αγιάτρεφτε, αγιάτρεφτος, αγιάτριφτους, αδάτρεφτος

που δεν γίνεται καλά από την αρρώστια

αγιατρεψιά [1709]

αγιατρεψιά

το να μη γίνεται κάποιος καλά από την αρρώστια

αγία-Τριάδα

αγιά-Ντριάδα, αγιά-Τριάδα, αγία-Τριάς, άι-Τριάδα, άν-Τριάδα

η γιορτή της αγίας Τριάδος, 51 μέρες μετά το Πάσχα | η Τρίτη της Διακαινησίμου

αγιατρίλα

αγιατρίλα

όταν δεν υπάρχει γιατρός

άγιατρος

άγιατρος

που δεν τον έχει δει γιατρός | που δεν γιατρεύεται

Αγιαφουτίδα

Αγιαφουτίδα

βλ. αγιά-Φωτεινή

αγιά-Φωτεινή

αγιά-Φοτινί, αγιά-Φοτού

το όνομα και η γιορτή της Αγίας Φωτεινής στις 20 Αυγούστου

αγιά-φωτιά

αγιά-φοτιά, αγιά-φουτιά

το άγιο Πνεύμα

αγιά-χωστή

αγιά-χοστί

βλ. αγιά (κρυφτό)

άγι-Βασίλης

άγι-Βασίλις, άγιο-Βασίλις, άγιου-Βασίλς, άε-Βασίλτς, άι-Βασίλις, άι-Βασίλς, άι-Βασίλτς, άις-Βασίλις

το όνομα και η γιορτή του Αγίου Βασιλείου την πρώτη Γενάρη | τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς | η βασιλόπιτα

αγιβασιλιάτικα

αγιβασιλιάτικα, αγιοβασιλιάτικα, αιβασιλιάτικα

αγιουβασιλιάτικα (τα) [1709], αγιοβασιλειάτικα [1857], αγιοβασιλιάτικο [1931] | δώρο που δίνουν την πρωτοχρονιά | συνώνυμα: αρχηχρονιάτικο (αρχιχρονιάτικο), καλοχέρι, μποναμάς, μπουλαμάς, μπουλιστρίνα, μπουλστρίνα, μπουναμάς, πρωτοχρονιάτικα (προτοχρονιάτικα)

αγιβασιλιάτικος

αγιβασιλιάτικος, αγιοβασιλιάτικος, αγιουβασιλιάτικος, αγιουβασλιάτκους, αιβασιλιάτικος, αιβασιλιάτκους

της μέρας (γιορτής) του Αγίου Βασιλείου, πρωτοχρονιάτικος

αγιβασιλίτσα

αγιοβασιλίτσα

βλ. αγιβασιλόπιτα

αγιβασιλόπιτα [1857]

αγιοβασιλόπιτα, αιβασιλόπιτα,

βασιλόπιτα

άγι-Γιάννης

α-Γιάνες, α-Γιάνις, α-Γιάνς, άγι-Γιάνις, άγι-Γιανς, άγιο-Γιάνις, άγιου-Γιανς, αένες, άι-Γιάνις, άι-Γιάνς, Άις-Γιάνις, άις-Γιανς

το όνομα και η γιορτή του αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου (στις 7 Γενάρη, στις 24 Ιούνη και στις 29 Αυγούστου) | ο μήνας Ιούνης (Ιούνις), συνώνυμα: Αγιγιαννίτης (Αγιγιανίτις), Αηγιάννης (Αιγιάνις), Αηγιαννίτης (Αιγιανίτις), Αλυθτσατσής (Αλιθτσατσίς), Γιούνης (Γιούνις), Γιούντς, Ερινιαστής (Ερινιαστίς), Θέος, Θεριστής (Θεριστίς), Θεριτής (Θεριτίς), Θερνός, Θέρους, Θερστής (Θερστίς), Θερτής (Θερτίς), Θιρσκής (Θιρσκίς), Θιρστής (Θιρστίς), Θιρτής (Θιρτίς), Κερασάρης, Κερασινός, Κερασουνός, Ορνιαστής (Ορνιαστίς), Πρωτογιούλης (Προτογιούλις), Πρωτογιούνης (Προτογιούνις), Πρωτογούλης (Προτογούλις), Πρωτόλης (Προτόλις), Πρωτοούλης (Προτοούλις), Πρωτοούνης (Προτοούνις), Ρινιαστής (Ρινιαστίς), Τέρο, Υναστής (Ιναστίς), Χορτόας

Αγιγιαννίτης

Αγιγιανίτις, Αιγιανίτις

βλ. άγι-Γιάννης (Ιούνης)

αγιγιαννίτικος

αγιανίτικος, αγιγιανίτικος, αγιογιανίτικος, αγιογιανίτκους, αγιουγιανίτικος, αιγιανιότικος, αιγιανίτικος, αιγιανίτκους

αγιουγιανήτικος [1709] | που ωριμάζει κοντά στη γιορτή του άγι-Γιάννη | λεπτοκαμωμένος

αγιγιαννιώτης

αγιγιανιότις, αιγιανιότις

που πάει στο πανηγύρι του άγι-Γιάννη

αγιγιωργάτο

αγιγιοργάτο, αιγιοργάτο

ασημένιο εικονισματάκι του αγίου Γεωργίου

άγι-Γιώργης

α-Γέρις, α-Γέρτς, άγι-Γιόργις, αγί-Γιόρις, α-Γιόργις, α-Γιόργς, α-Γιόρις, α-Γιόρς, α-Γιόρτς, άγι-Γιόργις, άγιου-Γιόργς, Αέρις, Αέρτς, άι-Γιόργις, άι-Γιόργς, άι-Γιόρις, άι-Γιόρκις, άις-Γιόργις, άις-Γιόρκις, άις-Γιόρς, Αόρτς,

το όνομα και η γιορτή του Αγίου Γεωργίου στις 23 Απρίλη | ο μήνας Απρίλης

Αγιγιωργιάτης

Αγιγιοργιάτις, Αγιοργιάτις, Αγιουργάτς

βλ. Αγιογιωργίτης

Αγιγιωργίτης

Αγιγιοργίτας, Αγιγιοργίτες, Αγιγιοργίτις, Αγιοργίτις, Αγιουγιουργίτς, Αεργίτας, Αεργίτες, Αιγιοργίτις

ο μήνας Απρίλης (Απρίλις) | συνώνυμα: άγι-Γιώργης (άγι-Γιόργις), Αγιγιωργιάτης (Αγιγιοργιάτις), Αγιγιωργίτης (Αγιογιοργίτις), Αγιουργάτς, Αγιωργιάτης (Αγιοργιάτις), Αγιώργς (Αγιόργς), Αμπρίλι, Απρίλα, Απρίλι, Απρίλντης (Απρίλντις), Απρίλς, Απρίλτς, Απρίντι, Γρύλλης (Γρίλις), Επρίλης (Επρίλις), Καπρίλς, Κερασάρης (Κερασάρις), Λαμπριάτης (Λαμπριάτις), Τιναχτοκοφινίδης (Τιναχτοκοφινίδις)

αγιγιωργίτικος

αγιγιοργίτικος, αγιοργίτικος, αιγιοργίτικος

της γιορτής του Αγίου Γεωργίου

άγι-Δημητράκις

άγι-Διμιτράκις, άι-Διμιτράκις

οι τελευταίες μέρες του Οκτώβρη

άγι-Δημήτρης

άγι-Διμίτρις, άγιο-Διμίτρις, άγιου-Δμίτιρς, άγιου-Δμίτρις, α-Δριμίτις, άε-Διμίτρις, άι-Διμίτρις, άι-Διμίτρς, άι-Διρμίτις, άι-Διρμίτσις, άι-Δμίτρς, άις-Διμίτρις

το όνομα και η γιορτή του αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτώβρη | ο μήνας Οκτώβρης (βλ. Αγιδημητριάτης) |

Αγιδημητριάτης

Αγιεδινιτζίτα, Αγιεδινιτρίτα, Αγιδιμιτριάτις, Αγιδιμιτριάτς, Αγιοδιμιτιργιάτς, Αγιοδιμιτριάτις, Αγιοδιμίτρις, Αγιοδινιτζίτα, Αγιοδιμιτριάτ, Αγιοδιμτριγιάτς, Αγιοδμιτριγιάς, Αγιουδιμτιργιάτς, Αγιουδιμτριάτς, Αγιουδμιτριάτς, Αγιουμτριγιάξ, Αδιμιτριάτς, Αδιμτριάτς, Αδμιτιμάτς, Αδμιτιριάτς, Αδμιτριάτς, Αιδιμιτριάτις, Αιδιμιτριάτς, Αιδιμίτρις Αιδιμιτρίτις, Αιδιμίτρς, Αιδμιτριάτς, Αιδμίτρς

ο μήνας Οκτώβρης (Οκτόβρις) | συνώνυμα: άγι-Δημήτρης (άγι-Διμίτρις), Αγιοδημήτρης (Αγιοδιμίτρις), Αγιδημητρίτης (Αγιδιμιτρίτης), Αγιοδημητριάρης (Αγιοδιμιτριάρις), Αγιοδημητρίτης (Αγιοδιμιτρίτης), Αγιονέστορας (Αγιονέστορας), Αγιουδμιτριάρς, Αδημτρηγιάτε (Αδιμιτριγιάτε), Αδριμήτης (Αδριμίτις), Αηδημήτρης (Αιδιμίτρις), άης-Δημήτρης (άις-Διμίτρις), Βροχάρης (Βροχάρις), Δημήτρς (Διμίτρς), Μπρουμάρης (Μπρουμάρις), Μπρουμάρς, Οκτώμβρης (Οκτόμβρις), Ουκτώβρης (Ουκτόβρις), Οχτούβρης (Οχτούβρις), Οχτώβρης (Οχτόβρις), Πατάλτς, Παχνιστής (Παχνιστίς), Σκιγιάτης (Σκιγιάτις), Σπαρτής (Σπαρτίς), Σπαρτός, Σποριάς, Σποριάτης (Σποριάτις), Σπουριάς, Τρίο, Τρυγομηνάς (Τριγομινάς), Τρύγος (Τρίγος)

αγιδημητριάτικα

αγιδιμιτριάτικα, αγιοδιμιτριάτικα

τη μέρα του άγι-Δημήτρη

αγιδημητρίτης

αγιδιμιτρίτις, αγιοδιμιτρίτις, αιδιμιτρίτις

ο μήνας Οκτώβρης | το αγιοδημητριάτικο

αγιδημητρολούλουδο

αγιδιμιτρολούλουδο, αιδιμτρουλέλουδου

βλ. αγιοδημητριάτικο

αγιδιονιώμαι

αγιδιονιόμε

παραπατώ

αγιέμ

αγιέμ

γιέ μου

άγιεσα

άγιεσα

άγια

αγί-Ζαρέας

ά-Ζαρέας, α-Ζαρέγιας

η γιορτή του αγίου Βλασίου στις 11 Φλεβάρη

αγίζι

αγίζ

πρωτόγαλα | συνώνυμα: γκουφρίκος, γκουφρίκους, γλιάστρα, γουλιάστρα, κλιάστρα, κλόστρα, κοκοφρίκος, κολάστρα, κολιάστρα, κολιόστρα, κολόστρα, κοράστρα, κορκοφίγκι, κουκουφρίκους, κουκουφρίνι, κουλάστρα, κουλιάστρα, κουράστρα, κουρκουβίγκι, κουρκουφίγκι, κουρφίγκους, πουρτόγαλου, προυτόγαλα, προυτόγαλου, πρωτόγαλα (προτόγαλα), πρωτογαλιά (προτογαλιά), πρωτόγαλο (προτόγαλο), σκορκοφίγκι

αγιζοταΐζω

αγιζοταίζο, αβιζοταίζο

βάζω αγιζότι στο τουφέκι

αγιζότι [1857]

αβζότ, αβιζότι, αβιζότις, αβιζότο, αγζότ, αγκιζότι, αγουζέτι, αιζέτο, αιζέτον, βιζέτο, γκζοτ

τούρκικο: ağızotu | βλ. αβιζότι (καψούλι τουφεκιού)

άγι-Ηλίας

άγι-Ιλίας, άγι-Λιας, άγιο-Λιας, άι-Ελιάς, α-Ιλία, α-Ιλίας, α-Λιας, άι-Λιας, άι-Λίας, άι-Λιος, άις-Ελιάς, άις-Λιας, άις-Νουλιάς

το όνομα και η γιορτή του αγίου Ηλία (του προφήτη) στις 20 Ιουλίου

αγιθοδωρήσα (τα)

αγιθοδορίσα, αεθοδορέσα, αεθοθορίσα

γεύμα για φίλους και συγγενείς, που έδινε αυτός που αγιθοδώριζε, μετά το τέλος της νηστείας

αγιθοδωρίζω

αγιθοδορίζο, αεθοδορίζο, αιθοδορίζο

& θοδωρίζω | νηστεύω (κάθε φαΐ και πιοτό) τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής

αγιθοδώρισμαν

αγιθοδόρισμαν, αεθοδόρισμαν, αιθοδόρισμαν

& θοδώρισμα | η νηστεία (για κάθε φαΐ και πιοτό) τις τρεις πρώτες μέρες της Μεγάλης Σαρακοστής

άγι-Θόδωρος

άγι-Θόδορος, άε-Θόδορος, άι-Θόδορος, άις-Θόδορας

ο άγιος Θεόδωρος ο Τίρων, που γιορτάζει το Σάββατο της πρώτης βδομάδας της Σαρακοστής | ο άγιος Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, που γιορτάζει στις 8 Ιούνη

αγικά (τα)

 

τα διαβάσματα του παπά

άγι-Κήρυκος

άγι-Κίρικος, άγι-Κίρκος, άι-Κίρκος, άγιος-Κούρκος, άι-Τσιούρκους

το όνομα και η γιορτή του αγίου Κηρύκου στις 15 Ιούλη | ο μήνας Ιούλης

αγικόν [1908]

αγικό, αικό

χαλάσματα εκκλησιάς | κάθε πράγμα που πιστεύουν πως είναι άγιο | ο αγιασμός, ο εξορκισμός, το ευχέλαιο

αγικωνσταντινάτο

αγικονσταντινάτο, αγιοκονσταντινάτο, αγιουκονσταντινάτου, αγιουκουσταντνάτου, αικονσταντινάτο

& κωνσταντινάτο, αγισεληνάτο | βυζαντινό νόμισμα με εικόνα βασιλιά, που πίστευαν πως έκανε για φυλαχτό

αγικωνσταντινιάτικο

αγικονσταντινιάτικο

παλιό χρυσό νόμισμα

άγι-Λάζαρος

α-Λάζαρος, άγιο-Λάζαρος, άι-Λάζαρος

το όνομα και η γιορτή του Αγίου Λαζάρου, το Σάββατο πριν την Κυριακή των Βαΐων

αγιλάκης

αγιλάκις, αιλάκις

τούρκικο: aylak | χασομέρης, τεμπέλης, ακαμάτης

αγίλι

αγέιλι, αγίζι, αγίλ, αγίλα, αγίλι, αγίλιν, ναγκέλα

τούρκικο: ağıl | μάντρα για πρόβατα

άγι-Λουκάς

άι-Λουκάς

το όνομα και η γιορτή του απόστολου και ευαγγελιστή Λουκά στις 18 Οκτώβρη

άγι-Μάμας

άι-Μάμας

το όνομα και η γιορτή του αγίου Μάμα στις 2 Σεπτέμβρη

άγι-Μηνάς

άγι-Μινάς, άγιο-Μινάς, άε-Μινάς, άι-Μινάς

το όνομα και η γιορτή του αγίου Μηνά στις 11 Νοέμβρη

άγι-Μιχάλης

άγι-Μιχάλις, άι-Μιχάλις

η γιορτή του αρχάγγελου Μιχαήλ στις 8 Νοέμβρη

αγιναμός

 

γινωμένος

αγιναμώνω

αγιναμόνο

γίνομαι

άγι-Νικήτας

άγι-Νικίτας, αγιό-Νικίτας, άι-Νικίτας

το όνομα και η γιορτή του αγίου Νικήτα στις 15 Σεπτέμβρη | ο μήνας Σεπτέμβρης (Σεπτέμβρις), συνώνυμα: Αρδικολόης (Αρδικολόις), Βεντέμα, Επάουστος, Επάουστος, Ορτυκολόγος (Ορτικολόγος), Πάουστος, Πετμεζάς, Σετέβρης (Σετέβρις), Σοντέμπρης (Σοντέμπρις), Σοτέμπρης (Σοτέμπρις), Σπαρτής (Σπαρτίς), Σπάρτης (Σπάρτις), Σποράρης (Σποράρις), Σταυριάτης (Σταβριάτις), Σταυρίτας (Σταβρίτας), Σταυρίτης (Σταβρίτις), Σταυριώτης (Σταβριότις), Σταυριώτς (Σταβριότς), Σταυρός (Σταβρός), Σταυρός (Σταβρός), Τρυγητής (Τριγιτίς), Τρυγομηνάς (Τριγομινάς), Τρύγος (Τρίγος), Τρυγς (Τριγς), Τρυητής (Τριιτίς), Χυνόπουρους (Χινόπουρους)

αγινικολάγιορτα

ανκουλάγιουρτα

βλ. αγινικολοβάρβαρα

άγι-Νικόλας

άγιο-Νικόλας, άγιου-Νκόλας, άγις-Νικόλας, άε-Νικόλας, άι-Νικόλας, άις-Ανικόλας, α-Νκόλας

το όνομα και η γιορτή του αγίου Νικολάου στις 6 Δεκέμβρη | ο μήνας Δεκέμβρης (Δεκέμβρις), συνώνυμα: Αγινικολάτης (Αγινικολάτις), Αγινικολιάτης (Αγινικολιάτις), Αινικολάτης (Αινικολάτις), Αινικουλιάτς, Δεκέβρης (Δεκέβρις), Δεκέμπρης (Δεκέμπρις), Δικέβρς, Δικέμβρς, Δκέβιρς, Δτσεβρς, Δτσεβς, Θκέβιρς, Παχνιστής (Παχνιστίς), Χαμένος, Χιονιάς, Χριστανάρτς, Χριστιανάρς, Χριστιενάρς, Χριστιενάρτς, Χριστιενάς, Χριστός, Χριστουγεννάς (Χριστουγενάς), Χριστουγεννιάτης (Χριστουγενιάτις), Χριστουγεννίτης (Χριστουγενίτις)

Αγινικολάτης

Αγινικολάτις, Αγινικολιάτις, Αινικολάτις, Αινικουλιάτς,

βλ. άγι-Νικόλας (Δεκέμβρης)

αγινικολοβάρβαρα

αγιανικολοβάρβαρα, αγιονικολοβάρβαρα, αινικολοβάρβαρα, αινκουλουβάρβαρα

αγιονικολοβάρβαρα [1933] | & Αινικολαόγιορτα ή Νικολοβάρβαρα | οι τρεις μαζεμένες γιορτές (4,5, 6 Δεκέμβρη), του Άη Νικόλα, του Άη Σάββα και της Αγιά Βαρβάρας

αγινικουλούρα

 

κουλούρα από καλαμποκάλευρο, δίχως προζύμι

άγινος

άγενος, άινος

βλ. αγίνωτος

άγι-Νούφριος

άε Νουφς, άε-Νούφριος, άι-Νούφριος, άι-Νούφριους, άι-Νούφρις

άγιος-Νούφριος [1931] | το όνομα και η γιορτή του άγιου Ονούφριου στις 12 Ιουνίου | που κάνει τον ανήξερο, που κάνει τον άγιο

αγίνωτος [1931]

αγένατος, αγένοτος, αγένουτους, αγίναστος, αγίνατους, αγίνοντους, αγίνοτος, άγιντους, αγίντους, αένοτος

που δεν έχει γίνει | άγουρος | άφταστος

αγίξ

 

τούρκικο: ayık | ξεμέθυστος

αγιοβάρβαρο

αγιοβάρβαρο

το φυτό Dictamnus albus | συνώνυμα: βάρβαρο, δικτάμι, διπτάμι, λούτζα μπαρμπάρους,

αγιοβασιλιάτικος [1933]

αγιοβασιλιάτικος, αγιουβασιλιάτκους

αγιοβασιλειάτικος [1897]

αγιοβασιλίτσα

αγιοβασιλίτσα, αγιβασιλίτσα

βλ. αβροσκιλλιά (Urginea maritima)

αγιοβασιλόπιτα [1897]

αγιοβασιλόπιτα

αγιοβασιλόπηττα [1908] | βλ. αγιβασιλόπιτα

αγιοβαστώ

αγιοβαστό

βλ. αγιοκρατώ

αγιοβήμα

άβδιμα, αγεβγίμαν, αγεβίμαν, αγιδίμα, αγιδίμαν. αγιδίμας, αγιοβίμα, αγιοβίμι, αγιοδίμα, αγιοδίμος, αγιουδίμα, αδίμος, αεβγίμα, αεβγίμαν, αεβγίμαν, αεβδίμ, αεβδίμαν, αεβίμα, αεβίμα, αεβίμαν, αεδίμαν, αιβίμ, αιβδίμ, αιβδίμι, αιδίμα, αιδίμαν, αιδίμας, αιδίμος

το ιερό βήμα, μέρος της εκκλησιάς, όπου είναι το θυσιαστήριο

αγιοβότανο [1933]

αγιοβότανο, αιοβότανο

βλ. αβρότονον (Artemisia absinthium)

αγιόβροντος

αγιόβροντος

που πηγαίνει πολύ στην εκκλησιά

άγιο-Γαλιλαίας

άγιο-Γαλιλέας

η Κυριακή του Θωμά (μια βδομάδα μετά το Πάσχα)

αγιογδυτάκι

αγιογδιτάκι

κλεφτόπουλο

αγιογδύτης [1709]

αγιογδίστις, αγιογδίτις, αγιογντίτις, αγιουγδίτς, αιουγδίτς

ιερόσυλος (λόγιο) | άρπαγας | κλεφταράς

αγιογδύτισσα

αγιογδίτα, αγιογδίτισα

το θηλυκό του «αγιογδύτης»

αγιογεδύτρα [1709]

αγιογεδίτρα

αγιογεδύτρια [1709] | βλ. αγιογδύτισσα

Αγιογιωργίτης [1931]

Αγιογιοργίτις

βλ. Αγιγιωργίτης

αγιογκόρφι

αγιογκόρφι

φυλαχτό που βάζανε στο στήθος

αγιογραμμένος

αγιογραμένος, αγιουγραμένους

αγιογραφημένος (λόγιο)

αγιόγραφτος

αγιόγραφτος

όμορφος

Αγιοδημήτρης

Αγιοδιμίτρις

βλ. Αγιδημητριάτης

Αγιοδημητριάρης

Αγιοδιμιτριάρις, Αγιουδμιτριάρς

βλ. Αγιδημητριάτης

αγιοδημητριάτικο [1933]

αγιδιμιτριάτικο, αγιοδιμιτριάτικο, αιδιμιτριάτικο

αγιοδημητριάτικον [1897] | τα φυτά Pyrethrin species | συνώνυμα: αγιδημητρίτης (αγιδιμιτρίτης), αγιδημητρολούλουδο (αγιδιμιτρολούλουδο), αγιοδημητρούλα (αγιοδιμιτρούλα), αιδημτρουλέλουδου (αιδιμτρουλέλουδου), δημητριάτικο (διμιτριάτικο), δημητρολούλουδο (διμιτρολούλουδο), δημητρούσι (διμιτρούσι), μισέδι, οκτωβρούδα (οκτοβρούδα), οχτουβρίνι, οχτωβρίνι (οχτοβρίνι), οχτωβρούδι (οχτοβρούδι), χρυσάνθεμο (χρισάνθεμο)

αγιοδημητρούλα

αγιοδιμιτρούλα

βλ. αγιοδημητριάτικο

αγιοδήτρια

αγιοδίτρια

οδηγήτρια (λόγιο)

αγιοζούμι [1933]

αγιοζούμι

αγιοζούμη [1688] | φτηνό φαΐ | ζουμί από πολυσπόρια (δημητριακά) | ζουμί από χόρτα

αγιοζώναρο

αγιοζόναρο, αγιοζούναρου

το ζωνάρι του Χριστού

άγιο-Θανάσης

άγιο-Θανάσις, άι-Θανάσις

το όνομα και η γιορτή του Αγίου (Μέγα) Αθανασίου στις 2 Μάη και στις 18 Γενάρη

αγιοθύρι

αγιοθίρι

βλ. αγιοθύριδο

αγιοθύριδο

αγιοθέρι, αγιοθέριδο, αγιοθίριδο, αγιοθούριδο

παραθυράκι στο αγιοβήμα

άγιοι-Σαράντα

άγιι-Σαράντα, άγιι-Σαράντι, άγι-Σαράντα, άγιου-Σαράντας, άι-Σαράντ, άι-Σαράντα, άι-Σαράντες, άι-Σαράντους

Οι Σαράντα Μάρτυρες και η γιορτή τους στις 9 Μάρτη

αγιοκάντηλο

αγιοκάντιλο

το καντήλι που είναι πάντα αναμμένο πάνω από την άγια-τράπεζα

αγιοκέρι

αγιοκέρι

το φυτό Hoya carnosa | συνώνυμα: κεράκι, κερί

αγιοκέρι [1709]

αγιοκέρ, αγιοκέρι, αγιοκέριν, αγιοκίρι, αγιουκέρ, αγιουτσέρ, αεκέρ, αικέρ, αιοκέρ, αιουκέρ

αγιοκέρια (τα) [1688] | καθαρό κερί μέλισσας

αγιόκλαδον [1709]

αγιόκλαδο, αγιόκλαδον

αγιόκλαδα (τα) [1931] | βαγιόκλαδο, αγιασμένο κλαδί ελιάς ή δάφνης ή φοινικιάς

αγιόκλημα [1688]

αγιόκλιμα, αιόκλιμα, γιόκλιμα

όνομα για τα φυτά: Humulus lupulus, Lonicera caprifolium, Lonicera implexa, Lonicera etrusca, Solanum dulcamara

αγιοκόκαλους

αγιοκόκαλους

σκληρός

αγιοκόπελο

αγιοκόπελο

βλ. αγιογδυτάκι

αγιοκόρωνο

αγιοκόρονο

βλ. αγιογκόρφι

αγιοκρατώ

αγιοκρατό

είμαι καλός χριστιανός

αγιόκρινος

αγιόκρινον, αγιόκρινος

το φυτό Lilium candidum | συνώνυμα: βουρδολίσι, βουρλίτης (βουρλίτις), κρίνος, κρίνο της Παναγιάς

αγιοκωνστάντινο

αγιοκονστάντινο

βλ. αγικωνσταντινάτο

αγιόλαδο

αγιόλαδο

το λάδι του καντηλιού

αγιολείψανο

αγιολίψανο

λείψανο άγιου

άγιο-λελούδι

άγιο-λελούδι

έτσι λένε τη γιορτή στις 14 Σεπτέμβρη για την Ύψωση του Σταυρού | συνώνυμα: της μάπας, του σταυρού του κλέφτη

αγιολίθαρο

αγιολίθαρο

βράχος που τον προσκυνούν οι άρρωστοι για να γιατρευτούν

αγιολόγι

αγιολόγι

συναξάρι με τα ονόματα των αγίων

αγιολούλουδο

αγιολούλουδο

το φυτό Matricaria chamomilla | συνώνυμα: αγιωργίτικο (αγιοργίτικο), απειραθέλια τα (απιραθέλια), αρμέν, αρμένη (αρμένι), αρμένης (αρμένις), αρμένι, αρμένος, αρμένους, αρμινάκ, αρμινούδι, κοράκα, μαρτολούλντουο, μουγιόχορτο, μουγιόχορτον, παπαδίτσις, παπούνα, παρπούνα, πασκαλούδα, πούλουδο, του άι-Γιωργιού το λουλουδάκι, χαμαίμηλου (χαμέμιλου), χαμημηλιά (χαμομιλιά), χαμομήθι (χαμομίθι), χαμομήλι (χαμομίλι), χαμόμηλο (χαμόμιλο), χαχομηλιά (χαχομιλιά)

αγιομάτιστος [1933]

αγιομάτιστος

αγεμάτιστος

αγιόματος

αγιόματος, αγιόματους

που έχει όμορφα μάτια

άγιο-Μερκούριος

άγιο-Μερκούριος, άγιου-Μιρκούριους, Αμκούριους

το όνομα και η γιορτή του αγίου Μερκούριου στις 25 Νοέμβρη

αγιομνημονεμένος

αγιομνιμονεμένος

καταραμένος

αγιομνήσι [1931]

αγιομενίσι, αγιομινίσι, αγιομίσι, αγιομνίσι

πανηγύρι σε ξωκλήσι που γιορτάζει | το ξωκλήσι

αγιομνησιάρης

αγιομνισάρις, αγιομνισιάρις

που πηγαίνει σε κάποιο θρησκευτικό πανηγύρι, πανηγυριώτης

αγιομνησίτης

αγιομισίτις, αγιομνισίτις

βλ. αγιομνησιάρης

αγιομνησιώτης

αγιομισιότις, αγιομισότις, αγιομνισιότις, αγιομνισότις

βλ. αγιομνησιάρης

αγιόμπαλα

αγιόμπαλα

τα καλά νέα

αγιομυρίζω

αγιομιρίζο

που μυρίζω όμορφα

αγιομύρος

αγιομίρος

το άγιον μύρον (λόγιο)

άγιο-νάμα

αγιόμα, άγιο-νάμα, αίμα, άι-νάμα

αγιασμός | αγίασμα | ανάμα

αγιόνερο

αγενερό, αγιονέρι, αγιόνερο, αγιονιρό, αγιουνέρ

βλ. αγιασμός

Αγιονέστορας

Αγιονέστορας

ο άγιος Νέστορας και η γιορτή του στις 27 Οκτώβρη | ο μήνας Οκτώβρης (βλ. Αγιδημητριάτης)

αγιονορείτης [1933]

αγιονορίτις

καλόγερος του Άγιου Όρους

αγιονορείτικος [1933]

αγιονορίτικος, αγιουνουρίτκους, αινορίτικος

βλ. αγιορείτικος

αγιόξυλο

αγιόξιλο

το φυτό Buxus sempervirens | συνώνυμα: πυξάρι, πυξός, τσιμισίρι, τσιμσίρι

αγιόξυλο [1931]

αγιόξιλο

αγιόξυλον [1709] | το ξύλο του σταυρού του Χριστού, το τίμιο ξύλο

αγιοπαίδι

αγιοπέδ, αγιοπέδι

πολύ καλό παιδί | παλιόπαιδο | κλεφτόπουλο

αγιόπαιδο

αγιόπεδο

βλ. αγιοπαίδι

αγιοπάπουτσα (τα)

αγιοπάπουτσα, αγιουπάπουτσα

τα παπούτσια του Χριστού

αγιοπατέρας

αγιοπατέρας

σεβαστός καλόγερος

αγιόπετρα

αγιόπετρα

μαγική πέτρα των παραμυθιών

άγιο-Πέτρος

άγια-Πέτρος, άγιο-Πέτρος, άι-Πέτρος, άιμ-Πέτρος

το όνομα και η γιορτή του Απόστολου Πέτρου στις 29 Ιούνη

αγιόπεφτα (τα)

αγιόπεφτα

οι πέντε πρώτες μέρες του Αύγουστου, όπου δεν έκαναν δουλειές (δρίμες)

άγιο-Πλάτωνας

άγιο-Πλάτανος, άγιο-Πλάτονας,

ο άγιος Πλάτων, το όνομα και η γιορτή του στις 18 Νοεμβρίου

άγιο-Πνέμα

άγιν-Πνέβμα, άγιν-Πνέμα, άγιο-Πνέμα, άγιου-Πνέβμα, άι-Πνέμα

το τρίτο πρόσωπο της αγίας Τριάδας

Αγιοπνέματος

Αγιοπνέματος, Αεπνέματος, Αεπνέματς

η γιορτή της αγίας Τριάδας, τη Δευτέρα μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής

αγιοπούλι

αγιοπούλι

το πουλί Glareola pratincola | συνώνυμα: γλαροπέρδικα, θαλασσοπέρδικα (θαλασοπέρδικα), μαυρέτα (μαβρέτα), νεροπέρδικα, νεροχέλιδο, νεροχελιδόνι, νεροχελίδονο

αγιοπούλι

αγιοπούλι

το πουλί Jynx torquilla | συνώνυμα: αναγελάστρα, γλώσσα (γλόσα), γλωσσαράς (γλοσαράς), γλωσσάς (γλοσάς), καλιαγός, μερμηγκολόγος (μερμιγκολόγος), μερμηγκοφάγος (μερμιγκοφάγος), μυρμηγκοφάγος (μιρμιγκοφάγος), μυρμηκολόγος (μιρμικολόγος), στραβολαίμης (στραβολέμις), σφεντόλι, σφεντούλι, σφοντύλι (σφοντίλι)

αγιοπούλι [1897]

αγιοπούλι, αγιουπούλι

το πουλί Sturnus roseus | συνώνυμα: ακριδολόγος, ακριδοφάγος, διαβολοπούλι, διαολοπούλι,

αγιορείτης [1709]

αγιορίτις, αγιουρίτς

αγιορείται [1688], αγιορίτης [1897]| καλόγερος του Άγιον Όρος | μάστορας που δουλεύει στο Άγιον Όρος

αγιορείτικος [1933]

αγιορίτικος

από το Άγιον Όρος

αγιόρταστος [1931]

αγιόρταστος

που δεν γιόρτασε

άγιος [1614]

άγιε, άγιο, άγιος, αγιός, αγιούς, άγιους, άγκιο, άε, άες, άι, άιγιε, άιε, άιο, άιος, άιους, άος, νάγιε, νάε | θηλυκό: άγεσα, άεσα, αίισα

Buck List: 22.19, holy, sacred

αγιόσκληκο [1931]

αγιόσκλικο

βλ. άγιασμα

αγιόσμος [1908]

αγιασμός, αγιόσμος, άγιοσμος, αγιόσμους, αδιάσμους, άισμα, γιόσμους, διάσμος, διάσμους, διόσμος, διόσμους, ντιάσμους

το φυτό Mentha piperita

αγιοστάσι

αγιοστάσι

το καβαλέτο του αγιογράφου (λόγιο)

Άγιος-Τάφος [1709]

Άαν-Τάφος, Άγεν-Τάφος, Άγιν-Τάφος, Άγιον-Τάφος, Άγιου-Τάφους, Άγι-Τάφος, Άιν-Τάφος, Άιν-Τάφους, Άι-Τάφος

ο τάφος του Χριστού

αγιοστέφανο [1931]

αγιοστέφανο, αγιουστέφανου

αλώνι του αγίου, αχτιδοστέφανο, φωτοστέφανο (λόγιο)

αγιόστου

αγιόστου

επιφώνημα έκπληξης

άγιος-Τρύφωνας

άγιος-Τρίφονας, άι-τρίφονας

το όνομα και η γιορτή του αγίου Τρύφωνα την 1η Φλεβάρη | ο μήνας Φλεβάρης (Φλεβάρις), συνώνυμα: Γκουτζούκος, Κιουτσούξ, Κλαδευτής (Κλαδεφτίς), Κούντουρας, Κούντουρον, Κούντουρος, Κουροκαύτης (Κουροκάφτις), Κουτζούκος, Κουτσός, Κουτσούκης (κουτσούκις), Κουτσούκος, Κουτσοφλέβαρος, Μικρός, Μκρος, Σερεωτής (Σερεοτίς), Φλεάρης (Φλεάρις), Φλεβάρς, Φλιβάρς, Χλεβάρης (Χλεβάρις), Χλιβάρς

αγιοσύνη [1622]

αγιοσίνι, αγιοσίνι, αγιουσίν, ιουσίν

αγιωσύνη [1614] | αγιότητα (λόγιο)

αγιοτάντουλας

αγιοτάντουλας

θρησκόληπτος (λόγιο)

αγιοταντουλία

αγιοταντουλία

θρησκοληψία (λόγιο)

άγιο-Ταξιάρχης

άγιο-Ταξιάρχις, άγιου-Ταξιάρχς, άι-Ταξιάρς, άι-Ταξιάρχις

ο αρχάγγελος Μιχαήλ και η γιορτή του στις 8 Νοέμβρη | ο μήνας Νοέμβρης (βλ. άγι-Αντρέας)

αγιοτάσιμο

αγιοτάσιμο

τάξιμο σε άγιο

αγιοταφίτης [1709]

αγιοταφίτις

καλόγερος της αγιοταφίτικης αδελφότητας

αγιοταφίτικος [1897]

αγινταφίτικος, αγιοταφίτικος, αγιουταφίτκους, αγιταφίτικος, αινταφίτικος, αιταφίτικος

που ανήκει στην αγιοταφίτικη αδελφότητα

αγιότη

αγιότι, αγιότι

βλ. αγιοσύνη

αγιοτικά [1622]

αγιοτικά

αγιότικα [1635] | άγια

αγιοτικός [1709]

αγιοτικός, αγιουτκός

βλ. άγιος

αγιοτινός [1931]

αγιοτινός

βλ. άγιος

αγιοτράπεζο

αγιατράπεζον, αγιοτράπεζο, αγιοτράπεζον

βλ. αγία-τράπεζα

αγιουγδυσάρς

αγιουγδισάρς

βλ. αγιογδύτης

αγιουλάκι [1931]

αγιουλάκι

υποκ. του «αγιούλι»

αγιούλι

αγιούλ, αγιούλι, αγιουλιά, αγιούλιο, γιαούλι, γιουλ, γιούλι, γιουλιά, γιούλιν, γιούλιο, γκιουλ, γκιούλι, γκιούλιν

Το φυτό Viola odorata | συνώνυμα: αβιελέτα, αβιέροτα, αβιόλα, αβιολέντα, αβιορέτα, αβλοέτα, αγκίτς, αγκίτσι, αρκοβκιολέτα, βιελέτα, βιόλα, βιολέτα, βιορέτα, βκιολέτα, βλοέτα, γιτς, διαλέτα, διόλα, διολέντα, διολέτα, διουλέτα, δκιολέτα, εβλοέτα, ζιμποί, ζιμπουγιά, ιτς, ίτσι, ίτσο, μανουσάκ, μανουσάκι, μανούσι, μανσακί, σιμπουγιά, φλοέτα, χαμοβιολέτα, χαμοβιορέτα

αγιούλι

αγιούλι

μικρό εικόνισμα, εικονισματάκι

αγιούντα

αγιούντα

ιταλικό: aggiunta | προσθήκη (λόγιο), τσόντα

αγιούπας [1897]

αγιούπα, αγιούπας, αγιούπος, αίπαος, αιπάου, αίπις γιούπας, γιούπας, γιούπις, γίπα, γίπας (γύπας), γιπάος, γίπος, γίτσο, γούπιας, διπάου, δίπας, ίπας

το πουλί Gyps fulvus | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: γυψ | συνώνυμα: αλατζάς, βιτσίλα, βουρτούρι, γυμνοκέφαλο (γιμνοκέφαλο), ζάγανος, καναβός, κλάρα, λυκόρνιο (λικόρνιο), οξιά, όρνιο, πούλακας, πούλος, σκανιάς, σκανίτης (σκανίτις), σκάρα

αγιούρζιστε

αγιούρζιστε, αγιούζιστε

βλ. αγύριστος

αγιούριστος

αγιούριστος

βλ. αγύριστος

αγιούσα

αγιούσα

αυτή που κάνει πως είναι πολύ της εκκλησίας

αγιουστάρουμαι

αγιουστάρουμε

εξισώνω (λόγιο)

αγιουσυμνίτκου

αγιουσιμνίτκου

παιδί που γεννιόταν με σημάδι στο πρόσωπο (πίστευαν πως αυτό έγινε, γιατί η γκαστρωμένη έκανε δουλειές τη μέρα του άγι-Συμεών)

αγιούταλος

αγιούταλος

το πουλί phalacrocorax aristotelis | συνώνυμα: βουτακίνα, βουταναριά, βουτηστάρι (βουτιστάρι), βουτηχτάρα (βουτιχτάρα), βουτηχτάρι (βουτιχτάρι), βουτηχτής (βουτιχτίς), βουτήχτρα (βουτίχτρα), βουτοπούλι, βούτος, γιαλόπαπια, έθα, έφια, ζαροπαπί, ζαροπάπι, θαλασσοκόρακας (θαλασοκόρακας), θαλασσοκουρούνα (θαλασοκουρούνα), θαλασσοπούλι (θαλασοπούλι), καϊκαδού, καλικατζού, καλικατσού, καλικατσούδα, καλιτζακού, καρακούσι, καραμπατάκα, καραμπατάκι, καρκατζούνα, λούφα, νερόκοτα, νεροπουλακίδα, όφια, όφιος, πούλα της θάλασσας

αγιουτάντης

αγιουτάντις, αγιουτάντες, αιουτάντες

βενετσιάνικο: agiutànte | βοηθός

αγιουταρίζω

αγιουταρίζο

βλ. αγιουτάρω

αγιουτάρω[1931]

αγιουτάρο, αγιουτάρου

βενετσιάνικο: agiutàr | βοηθώ

αγιουτεύω

αγιουτέβο

βλ. αγιουτάρω

αγιούτο [1931]

αγιούτο, αγιούτον, αγιούτου, γιούτο, γιούτου

βενετσιάνικο: agiùto | βοήθεια

αγιούτσι

αγιούτσι

εκκλησάκι

αγιουχάιστος

αγιουχάιστος

δίχως γιουχάισμα, χωρίς αποδοκιμασία (λόγιο)

αγιοφόρι

αγιοφόρ, αγιοφόρι, αιοφόρ, αιοφόρι

άσπρο σκέπασμα εικόνας | το φελόνι (ρούχο) του παπά | το γιορτινό ρούχο | το γαμπριάτικο

αγιόφρυδο

αγιόφριδο

όμορφο φρύδι

αγιόφρυδος

αγιόφριδος, αγιόφριδους

που έχει όμορφο φρύδι

αγιόφυλλο

αγιόφιλο, αγιόφιλον

τα φυτά: Lonicera caprifolium & Lonicera etrusca

άγιο-φως

άγιο-φος, άγιου-φος, αεφός

το φως της Ανάστασης, το Πάσχα

αγιοχαρισμένος

αγιοχαρισμένος

ο χαρισμένος από τον άγιο

αγιοχέρι

αγιοχέρι, αγιόχερο

το χέρι των αγίων (που πιστεύουν πως βοηθάει)

αγιόχωμα

αγιόχομα, αγιόχουμα

αιμοστατικό (λόγιο)

αγιοχώματος

αγιοχόματος

που άγιασε το χώμα που τον σκέπασε

αγιόψαρο

αγιόψαρο

το ψάρι Zeus faber | συνώνυμα: σανπιέρης (σανπιέρις), σανπιέρος, σερπιέρης (σερπιέρις), χριστόψαρο

αγιόψυχος [1931]

αγιόψιχος, αγιόψχους, αιόψχους

καλόκαρδος, καλόψυχος | υποκριτής (λόγιο)

άγι-Παντελέημονας

άγιο-Παντελέιμονας, άγιο-Παντελέμονας, άγιος-Παντελέιμονας, άγιος-Παντελέμονας, άγιου-Παντιλέμουνας, άγι-Παντελέιμονας, άε-Παντελείμον, άε-Παντελείμος, άι-Παντελέιμονας,

το όνομα και η γιορτή του άγιου Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου

αγιριολαία

αγιριολέα

αγριλιά

αγιριοχιούρος

αγιριοχιούρος, αγιριοχιούρι

βλ. αγριόχοιρος

αγιρλαμάς

αγριλαμάς, αργιλαμάς, αργκιλαμάς

τούρκικο: ağırlama | κάποιος χορός τύπου καρσιλαμά

άγι-Σάββας

άγι-Σάβας, άγιου-Σάβας, άε-Σάβας, άι-Σάβας, άις-Σάβας

το όνομα και η γιορτή του άγιου Σάββα στις 5 Δεκεμβρίου

αγισαββατιάτικα

αγισαβατιάτικα, αισαβαδκιάτικα, αισαβαθκιάτικα

μεγαλοσαββατιάτικα

αγισεληνάτο

αγισελινάτο, αισελινάτο

βλ. αγικωνσταντινάτο

άγι-Σπυρίδωνας

άγιος Σπιρίδον, άγι-Σπιρίδονας, άγιου Σπιρίδς, άι-Σπιρίδονας, άι-Σπιρίδουνας, άι-Σπρίδουνας, άις-Σπιρίδονας,

το όνομα και η γιορτή του άγιου Σπυρίδωνα στις 12 Δεκεμβρίου

αγιστός

αγιστός

εξαγνισμένος (λόγιο)

Αγιστρατηγιάτης

 Αγιστρατιγιάτις, Αστρατγιάτς

ο μήνας Νοέμβρης (βλ. άγι-Αντρέας)

άγι-Στράτηγος

άγι- Στράτιγος, άγι- Στράτς, άγιου- Στράτς, άι- Στράτιος, άι- Στράτιους, άι- Στράτς, άι-Στράκιγο, άι-Στράτιγος, α-Στράκγους, α-Στράτγους, α-Στράτιγος

ο αρχάγγελος Μιχαήλ και η γιορτή του στις 8 Νοέμβρη | ο μήνας Νοέμβρης (βλ. άγι-Αντρέας)

άγιστρου

άγιστρου

εξαγνισμός (λόγιο)

άγι-Συμεών

άγι-Σιμεόν, άγιου-Σιμιός, άε-Σιμιόντς, άι-Σιμεός

ο άγιος Συμεών ο θεοδόχος και η γιορτή του στις 3 Φλεβάρη

αγίτα [1614]

αγίδα, αίδα, αίτα

παλιό ιταλικό: aita & βενετσιάνικο: àida | βοήθεια

αγιτιάζω

αγιτιάζο

αγιτιάζειν [1614] | παλιό ιταλικό: aitare & βενετσιάνικο: aidàr | βοηθώ

Αγιφιλιππιάτης

Αγιφιλιπιάτις, Αιφιλιπιάτις

ο μήνας Νοέμβρης (βλ. άγι-Αντρέας)

Αγιφιλιππίτης

Αγιφιλιπίτις, Αιφιλιπίτις

ο μήνας Νοέμβρης (βλ. άγι-Αντρέας)

άγι-Φίλιππος

άγι-Φίλιπος, άε-Φίλιπας, άι-Φίλιπας, άι-Φίλιπος

ο απόστολος Φίλιππος και η γιορτή του στις 14 Νοέμβρη

άγι-Χάρος

 

ο Χάρος

άγιωμα [1931]

άγιομα, γιόμα

γιώμα, σκουριά, σκούριασμα

αγιωμένος [1931]

αγιομένος

βλ. αγιασμένος

αγιώνω

αγιόνο

κάνω κάτι να γίνει ήσυχο, ήμερο

αγιώνω

αγιόνο

σκουριάζω

αγιωργιάτης

αγιοργιάτις

αρνί που το σφάζουν τη μέρα της γιορτής του άγι-Γιώργη

αγιωργίτικο

αγιοργίτικο

βλ. αγιολούλουδο

αγιωτικά (τα) [1933]

αγιοτικά, αγιοτκά, αγιουτκά

τα θρησκευτικά πράγματα

αγιωτικά [1659]

αγιοτικά

ευσεβώς (λόγιο)

αγιωτικός [1933]

αγιοτικός, αγιοτικός, αγιουτκός

ευσεβής (λόγιο) | που ανήκει στους αγίους

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.