Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγκα-αγκη


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγκα-αγκη

 

Δημήτρη Λιθοξόου

3.9.2012

αγκάβανος [1931]

αγάβανος, αγκαβανέα, αγκαβανία, αγκάβανο, αγκάβατος, ακάανος

το φυτό Silybum marianum | συνώνυμα: αγραβανιά, αγκραβανιά, γαϊδουράγκαθο, γομαράγκαθο, κουφάγκαθο

άγκαγμα

 

βλ. στραμπούληγμα

αγκαδιώ

αγκαδιό

κοιτάζω

αγκαζάρισμα

 

δέσμευση (λόγιο)

αγκαζαρισμένος

 

δεσμευμένος (λόγιο)

αγκαζάρομαι

αγκαζάρομε

δεσμεύομαι (λόγιο)

αγκαζάρω

αγκαζάρο, αγκαζάρου

γαλλικό: engager | δεσμεύω (λόγιο)

αγκαζέ

 

γαλλικό: engagé | δεσμευμένος (λόγιο)

αγκάθα

ακάθα

το φυτό Cirsium acarna ή Picnomon acarna | συνώνυμα: αγριάγκαθα, ασπράγκαθο, άσπρη αγκάθα, κουκουτσάγκαθο, σεϊτάγκαθο

αγκάθα [1659]

αγκάτα

μεγάλο αγκάθι

αγκαθαδάκι

 

βλ. αγκαθάκι

αγκαθάκι [1709]

αγκαθάκ, αγκαθάτσι

το μικρό αγκάθι

αγκαθάκι [1908]

 

το φυτό Gromphaena globosa | συνώνυμα: αγκαθέλ, αγκαθέλι, αμάραντο, σεμπερβίβο

αγκάθαρος

 

βλ. αγκαραθιά (Phlomis fruticosa)

αγκαθάς

 

το φυτό Carlina gummifera ή Atractylis gummifera ή Chamaeleon gummifer

άγκαθας

 

καταραχιά, κοκαλήθρα, ραχοκοκαλιά, ραχοκόκαλο

άγκαθας

 

το φυτό Spinacia oleracea | συνώνυμο: σπανάκι

άγκαθας

άγκαθο, άγκαθος, άγκαθους, άγκατθας, άγκατθος, άκαθος, άκατος

μεγάλο αγκάθι

αγκαθάω

αγκαθάο

τσιμπώ με αγκάθι

αγκαθέλι

αγκαθέλ

βλ. αγκαθάκι (Gromphaena globosa)

αγκαθένιος [1908]

αγκαθένιος, αγκαθένιους, αχαντένεν, γκαθένιος

φτιαγμένος από αγκάθια

αγκαθερή

αγκαθαρέα, αγκαθερί, αγκαθερόν

βλ. αγκαθότοπος

αγκαθεριώνας

αγκαθεριόνας

βλ. αγκαθότοπος

αγκαθερό

 

βλ. αγκαθόψαρο (Gasterosteus aculeatus)

αγκαθερό

αγκαθερό, αγκαθερόν, αγκατερόν

τόπος γεμάτος αγκάθια

αγκαθερός [1635]

αγκαθερνός, αγκαθιρός, αγκατερός, ανγκαθιρός

γεμάτος αγκάθια

αγκάθι

 

βλ. αγκινίδα (Urtica)

αγκάθι

 

το φυτό Carthamus leucocaulos | συνώνυμα: ακάτθιν του Χριστού, ατράκτυλι (ατράκτιλι), καλοκαιρινός (καλοκερινός), σταυράγκαθας (σταβράγκαθας), σταυραγκάθι (σταβραγκάθι), σταυράγκαθο (σταβράγκαθο)

αγκάθι

 

το φυτό Cistus salvifolius | συνώνυμα: άγρια αλισφακιά, αγριόθρουμπο, αγριοφασκομηλιά (αγριοφασκομιλιά), ασπροκουνουκλιά, βούκισα, βούκισο, κιστάρι, κουνουκλιά, μάγισσας αχάντιν,

αγκάθι

 

το φυτό Scolymus hispanicus | συνώνυμα: αγκαθούρα, ασκόλυμβρος (ασκόλιμβρος), ασκόλυμπρος (ασκόλιμπρος) ασκυλύμβρι (ασκιλίμβρι), ασπράγκαθο, ριρκόλι, σκόλιαμπρος, σκόλιανδρος, σκόλιαντρος, σκόλυμβρος (σκόλιμβρος), σκόλυμος (σκόλιμος), σκολύμπρι (σκολίμπρι), σκόλυμπρος (σκόλιμπρος)

αγκάθι [1635]

αγκάζ, αγκάθ, αγκάθιν, αγκάσι, αγκάτ, αγκάτι, αγκάτιν, αγκάφ, ακάθι, ακάτθι, ακάτθιν, ακάτι, ακάτχι, ακάφι, ακχάθι, ανγκάθ, αχάντ, αχάντιν, γκάθιν, χάντι, χάντιν

προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: ακανθα

αγκαθιά

αγκαθέ, αγκαθιά

όσο βλέπει το μάτι

αγκαθιά [1908]

αγκαθά, αγκαθέ, αγκαθέα, αγκαθιά, αγκαιθιά, αχαντέα

φυτό με αγκάθια

αγκαθιά [1931]

αγκαδιά, αγκαθιά

το φυτό Eryngium campestre | συνώνυμα: ανδραΐδα, αντραΐδα, άσπαρτο, γαϊδουράγκαθο, θηλυκοβότανο (θιλικοβότανο), μοσκάγκαθο, μοσχάγκαθο, σκανθοχόρτι, της αγάπης το βοτάνι, φιδάγκαθο

αγκαθιάζω

αγκαθιάζο, αχαντάζο

τσιμπώ με αγκάθι | φτιάχνω φράχτη με αγκάθια

αγκαθιάζω [1931]

αγκαδιάζο, αγκαδιό, αγκαδκιάζο, αγκαδκιό, αγκαθιάζο, αγκακιό,

ερευνώ (λόγιο)

αγκαθιάρης [1931]

αγκαθιάρις, αχαντάρ, αχαντάριν, αχαντέρ, αχαντέρτς,

βλ. αγκαθωτός

αγκαθιάρικος [1933]

αγκαθιάρικος

βλ. αγκαθωτός

αγκαθιάς

αγκαθές, αγκαθιάς, αχαντέας

τόπος γεμάτος αγκάθια

αγκάθιασμα

αγκάδιασμαν, αγκάδκιασμαν, αγκάθιασμα, αγκάκιασμαν

έρευνα (λόγιο)

αγκάθιασμα

αγκάθιασμα, αχάνταγμαν, αχάντασμαν, αχαντέαγμαν, αχαντέασμαν, αχαντίαγμαν

τσίμπημα με αγκάθι

αγκάθιαστος

αγκάθιαστος, αχάνταστος

που δεν τσιμπήθηκε από αγκάθι

αγκάθιαστος [1933]

αγκάθιαστος

δίχως αγκάθια

αγκάθι-βαφών

αγκάθι-βαφόν

το φυτό Dipsacus fullonum | συνώνυμα: αγκαθόχτενο, νεράγκαθο, νεροκράτης (νεροκράτις), νεροκράτι, σκουλτάρα, σκουλταράς, χτενάγκαθο

αγκάθι-βόιδινο

 

το φυτό Ononis spinosa | συνώνυμο: ανωνίδα (ανονίδα)

αγκαθίδα

 

κάποια μανιτάρι (Αττική)

αγκαθίζω

αγκαθίζο, αχαντίζο

τσιμπώ με αγκάθι

αγκαθιλίδι

 

βλ. αγκαθοπούλι (Carduelis carduelis)

αγκαθινός [1622]

αγκάθενος

αγκάθινος [1790] | βλ. αγκαθένιος

αγκαθίστρα

 

κάποιο φυτό (Νάξος) | χωράφι γεμάτο αγκάθια

αγκαθιτάρι

 

βλ. αγκαθίτης (Lykoperdon)

αγκαθίτης

αγκαθίτις

ή ταμπουράς, κάποια κοκκινωπή κολοκύθα

αγκαθίτης

αγκαθίτις

το ψάρι Etmopterus spinax

αγκαθίτης [1933]

αγκαθίτις, αγκαθίτς, αγκάθτας, αγκατίτις, αγκατίτις

μανιτάρια του γένους Lykoperdon | συνώνυμα: αγκαθιτάρι, αγκαθομανίταρο, αγκαθομανίτης (αγκαθομανίτις), μοσκομανίτης (μοσκομανίτις)

αγκαθίτσα

αγκαθίτσι, αχαντίτσα

βλ. αγκαθάκι

αγκαθίτσινος

 

βλ. αγκαθένιος

αγκαθιώνας [1933]

αγκαθιόνας, αγκαιθιόνας

βλ. αγκαθότοπος

αγκαθογούλι

 

η ρίζα του ξερού αγκαθιού

αγκαθοκαλημάνα

αγκαθοκαλιμάνα

το πουλί Hoplopterus spinosus

αγκαθοκέφαλον

 

κεφάλι αγκαθιού

αγκαθόκλωνο

αγκαθόκλονο, χαντόκλονο

κλώνος αγκαθιού

αγκαθοκολιά

αγκαθοκολέ, αγκαθοκολιά

το φυτό Carlina gummifera | συνώνυμα: αγκαθομαστίχα, αγκαθομάστιχο, αγριομαστίχα, αγριομαστιχιά, δραχτύλι (δραχτίλι), καλάγγουρο (καλάγκουρο), καλάγκαθο, κεφάλι, κόλλα (κόλα), κολλάγκαθο (κολάγκαθο), κολλιά (κολιά), μαστίχα του αγκαθιού, μαστιχάγκαθο, μαστχάγκαθο, μαστιχιά, χαμολιά, χαμολιός

αγκαθοκοπάκι

αγαθοκοπάκι

υποκ. του «αγκαθοκόπι»

αγκαθοκόπι

αγαθοκόπι, αγαθοκόπιν

σύνεργο του μαραγκού

αγκαθοκόπος

αγκαθοκόπι, αγκαθουκόπ, αγκαθουκόπους

δρεπάνι για αγκάθια

αγκαθόκορφο

χαντόκορφο

κορφή αγκαθιού

αγκαθόλακκα

αγκαθόλακα

λάκκα με αγκάθια

αγκαθολάπαθο [1931]

 

αγκαθολάπαθον [1857] | το φυτό Arctium lappa majus | συνώνυμα: πλατομαντήλα (πλατομαντίλα), πλατομαντηλίδα (πλατομαντιλίδα)

αγκαθολόγος

 

που μαζεύει αγκάθια

αγκαθομανίταρο

 

βλ. αγκαθίτης (Lykoperdon)

αγκαθομανίτης

αγκαθαμανίτις, αγκαθομανίτα, αγκαθομανίτις

βλ. αγκαθίτης (Lykoperdon)

αγκαθομαστίχα

αγκαθομάστιχο

βλ. αγκαθοκολιά (Carlina gummifera)

αγκαθομούστακος [1931]

 

που έχει λίγες και σκληρές τρίχες στο μουστάκι

αγκαθόπετρες (οι)

 

αγκάθια και πέτρες μαζί

αγκαθοπούλα [1659]

 

μικρό αγκάθι

αγκαθοπούλι

αγκαθοπούλ

το πουλί Carduelis carduelis | συνώνυμα: αγκαθιλίδι, αγκαθοπούλι, αγριοκάναρο, αμαραντάκι, αμάραντος, αστραγαλίνος, βασιλοπούλα, γαρδέλ, γαρδέλα, γαρδέλι, γιαμασκούλα, γκαρδέλι, γραματίκ, γραμματίκι (γραματίκι), γραμματικός (γραματικός), γραμματικούδα (γραματικούδα), γραμματικούδι (γραματικούδι), γραφτίκι, ζαρτίλα, ζαρτίλιν, ζιγαρδέλι, καρδερίνα, κορκοπούλα, λιναρούδι, παπαδίτσα, σγαρδέλ, σγαρδέλι, σγαρτίλα, σγαρτίλιν, σκαρτίλιν, στραγαλιάνος, στραγαλίνι, στραγαλινό, στραγαλίνος, τουρκάκι, τουρκοπούλα, τουρκοπούλι, χρυσομέτρης (χρισομέτρις)

αγκαθόπουλο

αχαντόπον, γκαθόκο

βλ. αγκαθάκι

αγκαθοράδικο

 

το φυτό Cichorium spinosum | συνώνυμα: αφάνα του γιαλού, ραδικοστοιβίδα (ραδικοστιβίδα), σταμναγκάθι, σταμνάγκαθο

αγκαθόριζο

χαντόριζο

ρίζα αγκαθιού

αγκαθοροδιά [1931]

αγκαθοροβκιά

ποικιλία του δέντρου Punica granatum | συνώνυμα (για Punica granatum): γκαλνιά, καλινγκιά, , ραμιθιά, ρόα, ροβκά, ρογδιά, ροδιά, ροδκιά, ροϊδιά, ρουδιά | άλλες ποικιλίες: γιαφίτικη (γιαφίτικι), γλυκόξινη, (γλικόξινι), καράβελη (καράβελι), κουφοροδιά, ξινοροδιά, πετροροδιά, πρασινόφυλλη (πρασινόφιλι) | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: ροα

αγκαθός

 

η γωνιά του ψωμιού

αγκαθός

ακατθός, γκαθός

προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: κανθοσ | η γωνία του ματιού

αγκαθόσπορος

αγκαθόσπορους, ακατθόσπορος

σπόρος των αγκαθιών

αγκαθοτόπι [1933]

αγκαθοτόπιν, αγκαθουτόπ, ακαθοτόπιν, αχαντόπ

βλ. αγκαθότοπος

αγκαθότοπος [1659]

αχαντότοπος

τόπος γεμάτος αγκάθια

αγκαθούλα

αγκατσούλα

βλ. αγκαθάκι

αγκαθούλα

αγκατσούλα

το φυτό Xanthium spinosum | συνώνυμα: ασπράγκαθο, κολλητσίδα (κολιτσίδα)

αγκαθούρα

 

το φυτό Scolymus maculatus | συνώνυμα: ασπράγκαθο, σκόλυμβρος (σκόλιμβρος), χριστάβγουλο, χριστάγκαθο, χρυσάγκαθο (χρισάγκαθο) |βλ. και αγκάθι (Scolymus hispanicus)

αγκαθουτέλ

 

αγκαθωτό τέλι (σύρμα)

αγκαθοφράχτης

αγκαθοφράχτις

φράχτης από αγκάθια

αγκαθόφυλλο

αγκαθόφιλο, αχαντόφιλον

φύλλο με αγκάθια | φύλλο αγκαθιού

αγκαθόχοιρος

αγκαθόχιρος, αχαντόσιρο αχαντόσιρος

το ζώο Erinaceus europaeus | συνώνυμα: αρίτζους, αρίτσιος, αρίτσιους, αρίτσος, αρίτσους, ασιράχαντος, αχοιράχαντον (αχιράχαντον), βούρτσος, βούρτσους, έζιος, κατσόσιοιρος (κατσόσιιρος), σκανζτόχιουρε, σκαντζόχερος, σκαντζόχιουρε, σκαντζόχοιρε (σκαντζόχιρε), σκαντζόχοιρος (σκαντζόχιρος), σκατζοχέρι, σκατζουχέρ, σκατζόχερος, σκατζόχοιρος (σκατζόχιρος), χιουράχαντος, χοιράχαντο (χιράχαντο), χοιράχαντον (χιράχαντον), χοιράχαντος (χιράχαντος), χουράχαντος

αγκαθόχτενο [1931]

 

αγκαθόκτενον [1857] | βλ. αγκάθι-βαφών (Dipsacus fullonum)

αγκαθόχτενο [1931]

 

σύνεργο του αργαλιού

αγκαθόψαρο

 

το ψάρι Gasterosteus aculeatus | συνώνυμο: αγκαθερό

αγκαθώνας

αγκαθόνας, αχαντόνα

βλ. αγκαθότοπος

αγκαθώνω [1622]

αγκαθόνο, αγκαθόνου, αχαντόνο, κατχόνου

τσιμπώ με αγκάθι | πειράζω

αγκαθωπός

αγκαθοπός

βλ. αγκαθωτός

αγκαθωτός [1659]

αγκαθοτός, αγκαθουτός, αχαντοτός

γεμάτος αγκάθια

αγκαίνιαστος

αγκένιαστος, αγκένιαστους, αγκίνιαος, αγκίνιαστος, αγκίνιαχτους, αγκίνιος

καινούριος

αγκαιριά

αγκεριά, αγκιριά

το να σπέρνεις το μισό τόπο και να αφήνεις τον άλλο για βοσκότοπο και την άλλη χρονιά να κάνεις το ανάποδο

αγκαλά [1622]

άγκαλα

αγκαλά και [1635], άγκαλα [1708] | αν και

άγκαλα [1908]

 

βλ. αγκαλιαστά

αγκαλάκια (τα)

αγκαλάκια, αγκαλάτσια

αγκλαλίτσες

αγκαλάρ

 

καβάλα (συνθηματικά, για τους ραφτάδες της Ηπείρου)

αγκαλαρεύου

αγκαλαρέβου

καβαλικεύω (συνθηματικά, για τους ραφτάδες της Ηπείρου)

αγκαλάρου

 

βλ. αγκαλαρεύου

αγκαλέζω

αγκαλέζο

βλ. αγκαλιάζω

αγκάλεμα

αγκάλεμαν, αγκάλεσμαν, αγκάλιμα, γκάλεμα, γκάλισμαν, εγκάλεμαν, εγκάλεσμα

καταγγελία (λόγιο), μήνυση (λόγιο)

αγκαλεσιός

αγκαλετιός, αγκαλεσιός

εγκαλούμενος (λόγιο)

αγκαλεστής

αγκαλεστίς

κατήγορος (λόγιο)

αγκαλετός

αγκαλετόν, εγκαλετός

βλ. αγκάλεμα

αγκάλετος

 

που δεν καταγγέλθηκε

αγκαλεύω

αγκαλέβο

βλ. αγκαλώ

αγκαλεχτέας

 

βλ. αγκαλεστής

αγκάλη [1622]

αγκάλ, αγκάλα, αγκάλε, αγκάλι, εγκάλα

βλ. αγκαλιά | ορμίσκος (λόγιο)

αγκαλιά [1622]

αγκαλέ, άγκαλε, αγκαλέα, αγκαλιά, αγκαλία, αγκάλια, αγκάλκια, αζγκαλιά, γκαλιά, γκάλια

άγκαλε & αγκαλέα [1908] | ο χώρος ανάμεσα στο κορμί και στα λυγισμένα μπράτσα ενός ανθρώπου | ό,τι χωράει μέσα στην αγκαλιά (ξύλα, χόρτα)

αγκάλια [1908]

αγκάλια

βλ. αγκάλη

αγκάλια τα

αγκάλια

βλ. αγκάλεμα

αγκάλια τα

αγκάλια

οι αγκαλιές

αγκαλιάζω [1622]

αγκαλάζο, αγκαλιάζο, αγκαλιάζου, αγκαλιάνου, αγκαλιάτσο, γκαλιάζο, γκαλιάτζο, εγκαλάζο

αγκαλλιάζω [1635] | παίρνω κάποιον ή κάτι αγκαλιά

αγκαλιάθι

αγκαλιάθι

μικρή αγκαλιά

αγκαλιακό

αγκαλιακό

βλ. αγκαλιαστά

αγκαλιάρης

 

άντρας που μαζεύει τις αγκαλίδες στο θερισμό και τις κάνει δεμάτια

αγκαλιάσιμο

αγκαλάσιμον, αγκαλέσιμον, αγκαλιάσιμο, εγκαλάσιμο

βλ. αγκάλιασμα

αγκάλιασμα [1622]

αγκάλασμαν, αγκάλεσμα, αγκάλεσμαν, αγκάλιασμα, αγκαλίασμαν, γκάλιασμα, εγκάλασμαν

αγκάλλιασμα [1635] | περίπτυξη (λόγιο)

αγκαλιασμένος [1622]

αγκαλιασμένος

αγκαλλιασμένος [1635] | που είναι αγκαλιά

αγκαλιασμός [1709]

αγκαλιασμός

βλ. αγκάλιασμα

αγκαλιαστά [1709]

αγκαλαστά, αγκαλιαστά

εναγκαλιστικά (λόγιο)

αγκάλιαστος

αγκάλαστος, αγκάλιαστος

που δεν τον έχουν αγκαλιάσει

αγκαλιαστός [1709]

αγκάλαστος, αγκαλιαστός

που έχει κάποιον αγκαλιά

αγκαλίδα [1933]

αγκαλιδέ

όσα θερισμένα στάχυα χωρούν σε μια αγκαλιά

αγκαλιδαρκά

αγκαλιαρκά

γυναίκα που μαζεύει τις αγκαλίδες στο θερισμό και τις κάνει δεμάτια

αγκαλιδιάζω

αγκαλιδιάζο

φτιάχνω αγκαλίδες στο θερισμό

αγκαλιδιαστός

αγκαλιδιαστός

βλ. αγκαλιαστός

αγκαλιδκιαστός

αγκαλιδκιαστός

βλ. αγκαλιασμένος

αγκαλίζω

αγκαλίζο, ακαλίνου

αγκαλιάζω | κερδίζω έναν αγώνα

αγκαλίσκω

αγκαλίσκο

αγκαλιάζω

αγκαλιστήρι

αγκαλιστίρι

τυλιγάδι

αγκαλιστρίζω

αγκαλιστρίζο

τυλίγω το μαλλί στο αγκαλιστήρι

αγκάλιστρος

αγκάλιστρο, αγκάνιστρος, γκάλιστρο

αγκαλιστήρι | κλήμα αμπέλου για το δέσιμο της αγκαλίδας

αγκαλίτσα [1908]

 

υποκ. του «αγκάλη»

αγκαλολοώ

αγκαλολοό

βλ. αγκαλιδιάζω

αγκαλονιά

αγκαλονιά

βέργα για το δέσιμο της αγκαλίδας

αγκαλόπουλο

αγκαλόπον, εγκαλόπον

βλ. αγκαλίτσα

αγκαλούδα

 

βλ. αγκαλίτσα

αγκαλούδι

 

βλ. αγκαλίτσα

αγκαλούλα

 

βλ. αγκαλίτσα

αγκαλοφέρνω

αγκαλοφέρνο

αγαπώ πολύ

αγκαλώ [1897]

αγκαλάο, αγκαλένου, αγκαλίο, αγκαλιό, αγκαλνάο, αγκαλνάου, αγκαλνό, αγκαλό, γκαλό, γκαλού, εγκαλνό, εγκαλό, ιγκαλό, ιγκαλού

καταγγέλλω (λόγιο) | μαρτυρώ | ζητώ

αγκαμπέτ

 

με το ζόρι

αγκαμπέτ

αγκουμπέτι, άκαμπετ, ακαμπέτ, ακιμπέτ, ακουμπέτι

τούρκικο: âkıbet | επιτέλους (λόγιο)

αγκάνα

 

η βελόνα από το στάχυ

αγκανάδος

 

ιταλικό: accanito | αγανακτισμένος

αγκανάδος

 

ιταλικό: ingannato | εξαπατημένος (λόγιο)

αγκαναίρω [1908]

αγκανέρο

στεναχωριέμαι

αγκαναμέντο

 

σφίξιμο για χέσιμο

αγκανάρημα

αγκανάριμα, αγκανάρισμα

μεγάλος κόπος για να πετύχεις κάτι

αγκανάριση

αγκανάρεσι, αγκανάρισι

ανάγκη | αγανάκτηση (λόγιο)

αγκαναριστός

 

βλ. αγκανάριση

αγκανάριστος [1659]

 

απλάνητος (λόγιο)

αγκαναρούφι

 

με το ζόρι

αγκανάρω

αγκανάρο

ζορίζω

αγκανάρω

αγκανάρο, αγκανάρου, αγκανέρο, αναγανάρο, ανεγανάρο, ανεγκανάρο, γκανάρο

ιταλικό: ingannare & βενετσιάνικο: inganàr | εξαπατώ (λόγιο) | αναγκάζω

αγκανάς

 

σμίλη (λόγιο)

αγκάνι

 

το φυτό Hex aquifolium | συνώνυμα: αρκουδοπούρνι, αρκουδοπούρναρο, ήμερο πρινάρι, λαύρος (λάβρος), λεοπουρνιά, λιαπουρνιά, λιοπουρνιά, λιόπρινο, μηλιοπούρναρο (μιλιοπούρναρο),

αγκανιά

αγκανιά, ανγκανιά, γκανέ, γκανιά

βλ. αγκάρισμα

αγκάνια

αγκάνια, γκάνια

κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο | συνώνυμα: αγγουράκια (αγκουράκια), αγκάνια, αγκότσα, αγκότσια, αγκούτσια, ακαλιγκούτσια, αμπελέτσα, αμπέτσα, αμπρουζά, αρμακόλου, γκαλαγκότσια, γκαλγκότς, γκαλγκούτς, γκαλιαγκότσια, γκαλιγκότς, γκαλιγκότσια, γκάνια, γκότζι, γκοτς, γκότσα, γκότσι, γκότσια, γκούτσα, γκούτσια, ζαλίγκα, ζαλίκα, ζαλούκα, καβάλ, καβάλα, καβαλίκα, καβαλίκια καβαλούρι, καβαλούτσι, καλιβούτσι, καλικούτσα, καλιτσούρι, καλοκούτσια, κβαάλα, κούτσια, μπίνα, μπίνια, όπα, όπαλα, τζίγκακα, τζιτζίνα, τσονγκς

αγκανίζω [1622]

αγκανίζο, ανγκανίζο, ανγκανίτζο, ανγκρανίζο, γκανίζο, γκανίζου, γκανίνου νγκανίζο, νγκανίτζο, νγκρανίζο, ογκανίζο, ονγκανίζο

βλ. αγκαρίζω (γκαρίζω)

αγκάνισμα [1622]

ανγκάνισμα, ανγκάνισμαν, ανγκράνισμα, γκάνισμα, γκάνισμαν, νγκάνισμα, ογάνισμα, ονγάνισμα, ονγκάνισμαν

βλ. αγκάρισμα

αγκανισμός [1709]

γκανισμός, ονγκανισμός

βλ. αγκάρισμα

αγκανιστής

αγκανιστίς

ιταλικό: ingannatore & βενετσιάνικο: inganadór | απατεώνας (λόγιο)

αγκανίστρα

 

βλ. αγκάρισμα

αγκανιτό

 

βλ. αγκάνισμα

αγκανός [1931]

 

κάποιο φυτό

αγκαντάλιστος

αγκαντάλστους

αγαργάλιστος

αγκαντίρευτος

αγκαντίρεφτος

ανίκανος

αγκαρά

 

ο μεγάλος σωλήνας στη γκάιντα που κρατά το ίσο | συνώνυμα: ζουμάρ, μπάσο, μπόκαλο, μπουρί

αγκαραθέ

 

το φυτό Phlomis lanata

αγκαραθές

 

βλ. αγκαθότοπος

αγκαραθιά

αγκαραδιά, αγκαραθιά, αγκαρατιά, αγκαρδιά,

το φυτό Ballota acetabulosa | συνώνυμα: αγριοφλισκούδι, ανεμοφωλιά (ανεμοφολιά), αποπουλιά, αποφλιά, καλάθρωπος (καλάθροπος), λουμίνι, λυχναράκι (λιχναράκι), μακρομάργο, μαυρομάρκος (μαβρομάρκος), νεροβαμβακίδα, φαρφαλιά, φάσα, φλουτουριά, φουφουλιά

αγκαραθιώνας

αγκαραθιόνας

βλ. αγκαθότοπος

αγκαρατιά [1931]

αγκαραδιά, αγκαραθέ, αγκαραθέα, αγκαραθιά, αγκάραθον, αγκάραθος, αγκαρατιά, αγκαρδιά, γκάραθος

το φυτό Phlomis fruticosa | συνώνυμα: αγκάθαρος, αλίφασκας, αλιφασκιά, αποπουλιά, ασφάκα, γαϊδαρόσφακα, γαϊδουρασφάκα γαϊδουραφάνα, γαϊδουροασφάκα, γαϊδουρόσπακα, γαϊδουροσφάκα, γαϊδουρόσφακα, γαϊδουροσφακιά, γαϊδουροφάνα, λισφακιά, παπουδιά, παπουλιά, πιπιλιά, σφάκα, φασκί, φλομιό, φλομό, φλόμος

αγκαργιακός [1908]

αγκαδκιακός, αγκαργιακός, αγκαρδιακός, αγκαριακός, αγκαρκιακός, ανγκαδιακός, ανγκαρδιακός, ανγκαρδντζακός, γκαιρδιακός, γκαργκιακός, γκαρδγκιακός, γκαρδιακός, γκαρδικός, γκαρκιακός, γκαρτιακός, εγκαρδιακός, εγκαρτιακός, ενγκαρκιακός, καρδακό, καρδακός, καρδεκός, καρδιακός, καριακός, καρτιακός, νγκαρτζακός

αδερφικός φίλος | αυτάδελφος (λόγιο)

αγκαρέζος

 

πολύ σκληρός

αγκαρίζω

αγκαίζου, αγκαρίζου, αγκαρνό, ανγκαρίζου, γαρίζο, γκαρίζο, γκαρίζου, γκαρίντζο, γκραίζο, γουγκαρίζο, γραίζο, ογκαρίζο, ουγκαρίζο

γκαρίζω | συνώνυμα: αγκανίζο, ανγκανίζο, ανγκανίτζο, ανγκρανίζο, αγκαρνάω (αγκαρνάο), γκανίζο, γκανίζου, γκανίνου, γκαρομαχάω (γκαρομαχάο), γκαρομαχώ (γκαρομαχό), γκαρουμαχάου, γκαρουμαχώ (γκαρουμαχό), νγκανίζο, νγκανίτζο, νγκρανίζο, ογκανίζο, ονγκανίζο

αγκάρισμα

αγκάρσμα, γκάριγμα, γκάρσμα, γουγκάρισμαν, ογκάρισμαν

γκάρισμα | συνώνυμα: αγκανιά, αγκάνισμα, αγκάνισμα, αγκανισμός, αγκαριστέ, αγκαριχιά, αγκαριχιόνας, αγκαρξά, αγκαρξιά, ανγκανιά, ανγκάνισμα, ανγκάνισμαν, ανγκανίστρα, ανγκράνισμα, γκανέ, γκανητό (γκανιτό), γκανιά, γκάνισμα, γκανισμαθιά, γκάνισμαν, γκανισματιά, γκανισμός, γκανίστρα, γκανιστριά, γκαριξά, γκαριξιά, γκαριξία, γκαρισιά, γκαρισμαθιά, γκαρισματιά, γκαρισμός, γκαριστός, γκαρξά, γκαρξιά, γκαρομάχημα (γκαρομάχιμα), γκαρουμάχμα, γκαρσιόνας, νγκάνισμα, ογάνισμα, ογκανιστρά, ονγάνισμα, ονγκάνισμαν, ονγκανισμός

αγκαριστέ

γκαριστός

βλ. αγκάρισμα

αγκαριχιά

αγκαριχιά, αγκαρξά, αγκαρξιά, γκαριξά, γκαριξιά, γκαριξία, γκαρισιά, γκαρξά, γκαρξιά

βλ. αγκάρισμα

αγκαριχιώνας

αγκαριχιόνας, γκαρσιόνας,

βλ. αγκάρισμα

αγκαρνάω

αγκαρνάο

βλ. αγκαρίζω (γκαρίζω)

αγκαρτώ

αγκαρτό, αγκιρτό

τούρκικο: angırdım ή anırdım (αόριστος του anırmak) | βλ. αγκαρίζω (γκαρίζω)

αγκαρφαλώνω

αγκαρφαλόνο

σκαρφαλώνω

αγκάρωμαν

αγκάρομαν

δυσαρέσκεια (λόγιο)

αγκαρώνω

αγκαρόνο

διαβάλλω (λόγιο)

άγκαστα

άγκαστι, εγκάς, έγκας, εγκάστ, έγκαστα, έγκασταν, εγκαστέ

τούρκικο: an kasden | επίτηδες (λόγιο)

αγκατέ

εγκατέ

φράχτης με κλαδιά

αγκάτημα

αγκάτιμα

φράξιμο, περίφραξη (λόγιο)

αγκατητέ

αγκατιτέ

φραγμένος, περιφραγμένος (λόγιο)

αγκάτητε

αγκάτιτε

άφραχτος

αγκατού

 

φράζω, περιφράσσω (λόγιο)

αγκατούτσι

 

μικρός φράχτης

αγκατσάρι

 

το πάνω (σκαλισμένο) μέρος της γκλίτσας

αγκαφάς

 

βλ. αγούτικας

αγκάφστους

 

άκλαυστος (για πεθαμένο που δεν τον κλάψανε)

αγκέγκος

 

νηματοπαίγνιο (λόγιο), σχοινένιο τριόδι, πριόνι | συνώνυμα (ανάλογα με το σχήμα που φτιάχνουν κάθε φορά οι παίχτες): βάρκα, βελόνες, γλυκά (γλικά), γούβα, δίχτυ (δίχτι), θάλασσα (θάλασα), κολυμπήθρα (κολιμπίθρα), καφάσι, κούνια, κουπάνα, κουρτούνα, κρεβατάκι, μάτι, μπακλαβαδωτό (μπακλαβαδοτό), παπιοπόδαρα, παράθυρο, πόρτα, πορτούλα, σαΐτα (σαίτα), σαρμανίτσα, σκαμνάκι, σκαμνί, σκάφη (σκάφι), σομιές, τηγάνι (τιγάνι), ψάθα, ψαλίδι, ψάρι, ψαροκόκαλο

αγκειϊριάζομαι

αγκιιριάζομε, εγκιιριάζομε

ονειρεύομαι

αγκελόνι

αγκιλόν, αγκιλόνι

το φυτό Ruscus aculeatus | συνώνυμα: αγριομερσίνη (αγριομερσίνι), αγριορίζαρο, κατουρλιά, κοραλοβότανο, κοραλόχορτο, κουρελιά, λαγομηλιά (λαγομιλιά), μερσίνη (μερσίνι), νεροκαθουλήθρα (νεροκαθουλίθρα), οξυμερσίνη (οξιμερσίνι), σμυρνάκανθα (σμιρνάκανθα)

αγκελόνια (η)

αγκελόνια

το φυτό humulus lupulus | συνώνυμα: αγιόκλημα (αγιόκλιμα), αγριόκλημα (αγριόκλιμα), χούμελη (χούμελι)

αγκελονίτης

αγκελονίτις

κάποια βελανιδιά (Θράκη)

αγκελουμά

αγκέλουμα

βλ. αγκύλωμα

αγκέλουση

αγκέλουσι

βλ. αγκύλωμα

αγκελωθιά

αγκελοθιά

βλ. αγκαθότοπος

αγκέλωμα

αγκέλομα

τσίμπημα

αγκελωπίος

αγκελοπίος, αγκελουπίος

βλ. αγκυλωτός

αγκέντες

 

ιταλικό: agente & βενετσιάνικο: agènte | αντιπρόσωπος (λόγιο), ατζέντης

αγκεντσία

 

ιταλικό: agenzia | αντιπροσωπεία (λόγιο)

αγκεός

αγκέος, αγκέους, αναγκαίο, αναγκαίον, αναγκαίος, αναγκέου, ανάγκι, αναγκιό, αναγκιόν, ανατζέο, ανατζέος, ανάτζι, ανατζιέος, ανγκέους

καμπινές | συνώνυμα: αλαμπάντα, ανάπαψη (ανάπαψι), απόπατους, απουπάτ, απουπάτι, αχαλές, γκαμπινές, καμπινέ, κενέφ, κενέφι, κινέφι, λάτρινα, λετρίνα, λέτρινα, μέρος, μέρους, μοστιρέκ, μουστιρέκ, παρακέλι, πόρεψη, χαλέ, χαλές, χεζουριό, χεστερή (χεστερί), χρεία (χρία), χριγιά, χρίγια

αγκεράκι

 

βλ. αγεράκι (Falco tinnunculus)

αγκερίδι

 

βελονάκι για πλέξιμο

αγκεριδοπόδης

αγκεριδοπόδις

που έχει αδύνατα πόδια

αγκζότι

αγκότ

& ζαγαζότι | τούρκικο: ağızotu | βλ. αγιζότι

αγκηλιά

αγκιλιά

αντηλιά

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.