Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγκι-αγκω


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγκι-αγκω

 

Δημήτρη Λιθοξόου

3.9.2012

αγκιά [1908]

αγκιά

η κορυφή του δέντρου

άγκιαγμα

άγκιαγμα

χτύπημα πάνω στην παλιά πληγή

αγκιάδα

αγκιάδα, αγκιάδο

βλ. άγκιος

αγκιάζου

αγκιάζου

βλ. αγκιάω

αγκιάζω

αγκιάζο

απαγκιάζω

αγκιακουτέ

αγκιακουτέ, αγκικουτέ

πικραμένος

αγκιανεμίζω

αγκιανεμίζο, αντζανεμίζο

βλ. αγκιάζω

αγκιάνεμος

αγκιάνεμος, αντζάνεμος

βλ. άγκιος

αγκιάω

αγκιάο

ξαναχτυπώ πάνω στην παλιά πληγή

αγκίγουσα

 

βλ. αγκιλόη

αγκίδα

 

βλ. αγκίνι

αγκίδα [1908]

αγκίθα, ακία, ακίδα, ανγκίδα, αντζίδα, ατζίδα, ατζίθρα, ατσία, ατσίδα, γκίδα, ιγκίθα, οντζία

αγκύδα [1709] | πολύ λεπτό και μυτερό κομματάκι ξύλου

αγκιδάκι

 

αγκυδάκι [1709] | υποκ. του «αγκίδα»

αγκιδαράκι

γκιδαράκι

υποκ. του «αγκίδα»

αγκίδι [1790]

αγκίδ, ατζίδ

μικρό, λεπτό και μυτερό πράγμα

αγκίδι [1931]

 

βλ. αγκίνι

αγκίδι [1931]

 

η γυριστή μύτη του αγκιστριού

αγκιδιά

αγκιδιά

τσίμπημα με αγκίδα

αγκιδιάζω

αγκιδιάζο

ντρέπομαι

αγκιδιαστά

αγκιδιαστά

ντροπαλά

αγκιδούλα

αγκδούλα

υποκ. του «αγκίδα»

αγκίδωμα

αγκίδομα

τσίμπημα

αγκιδώνω

αγκιδόνο

τσιμπώ

αγκιδωτός [1790]

αγκιδοτός, ατσιδοτός

που έχει πολλά αγκίδια

αγκικζίζου

 

αντικρίζω

αγκίκζυ

αγκίκζι

αντίκρυ

αγκίλαλε

αγκίαλε

αντίλαλος

αγκιλαλού

αγκιαού

αντιλαλώ

αγκιλόη

αγκιλόι, αγκιοί

το πολύ πικρό φαΐ ή πιοτό

αγκινάρα [1635]

αγκενάρα, αγκινάρι, αγκιναριά, αντζινάρα, αντζινναρέα, αντζινάρι, ατζινάρα, εγκινάρα, ιγκινάρα, τζινάρα, τσινάρα

αγκυνάρα & αγκυναριά [1622], αγκιναριά [1635] | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: κιναρα | το φυτό Cynara scolymus | συνώνυμα: κακάρα, κουκούτσα, κουκούτσος, κουλουκάδι

αγκιναράγκαθο

αγκναράγκαθο, ατζναράγκαθο

κάποιο φυτό (Πάρος)

αγκιναράγκιλο

 

βλ. αγκιναρόχορτο (Papaver hybridum)

αγκινάρι [1908]

αγκενάρι, αγκινάρ, αγκινάρι, αντζενάρι, αντζινάζι, αντζινάρε, αντζινάρι, ατζινάρι, γκινάρι

βλ. άγκινας

αγκινάρι [1931]

 

βλ. αγκίνι

αγκιναρίδι

 

κάποιο φυτό (Κρήτη)

αγκιναρίστρα

 

το πάνω, μυτερό κομμάτι του αδραχτιού, που μπαίνει στο χωνί του αγκιναριού

αγκιναρίτσα

αγκεναρίτσα, αγκιναρίτσι

υποκ. του «αγκινάρα»

αγκιναρογάμπουνο

 

βλ. αγκιναρόκωλος

αγκιναρόγουλα (η)

αγκιναρόγουλο

το γουλί (αυτό που τρώγεται) της αγκινάρας

αγκιναροκεφαλή

αγκιναροκεφαλί

το κεφάλι της αγκινάρας

αγκιναροκέφαλο

 

βλ. αγκιναροκεφαλή

αγκιναρόκηπος

αγκιναρόκιπος

κήπος που καλλιεργούν αγκινάρες

αγκιναροκούκκια [1933]

αγκιναροκούκια

φαγητό με αγκινάρες και κουκιά

αγκιναρόκωλος

αγκιναρόκολος

βλ. αγκιναρόραβδο

αγκιναρόλακκα

αγκιναρόλακα, ανγκεναρόλακα

λάκκα που υπάρχουν φυτεμένες αγκινάρες

αγκιναρόραβδο

αγκιναροράβδι

το κοτσάνι της αγκινάρας

αγκιναρότοπος [1897]

 

τόπος που καλλιεργούν πολλές αγκινάρες

αγκιναρούλα

 

υποκ. του «αγκινάρα»

αγκιναρόφυλλο

αγκιναρόφλο

αγκιναρόφυλλον [1897] | το φύλλο της αγκινάρας

αγκιναρόχορτο [1931]

 

το φυτό Papaver hybridum | συνώνυμα: αγκιναράγκιλο, παπαρούνα

άγκινας

αγκίνι, άγκινος, άντζινας, αντζίνι, ατζίνι, έγκινας, όντζινα

λατινικό: uncinus | αρπάγι, γάντζος, τσιγκέλι

αγκινέλι [1908]

γαγκινέλι

βλ. αγκινάρι

αγκίνι [1931]

 

η σιδερένια μύτη που είναι στην άκρη του αδραχτιού

αγκινιάζω

αγκιδιάζο, αγκινιάζο

αρχίζω κάτι

αγκινίδα

ακνίδα, ατζιγκνίδα, ατζικνίδα, ατσκνίδα, ατσικνούα, ατσικνούδα, κνίθα, σκνίθα, σκνίτα, τσικνίδα, τσικνίθα, τσκνίδα, τσούκνα, τσουκνίδ, τσουκνίδα, τσουκνίδι, τσουκνίθα, τσουκουνίδα, τσούχνα

προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: κνιδη | φυτά του γένους Urtica | συνώνυμα: αγκάθι, άγκλούθα, αγκρίζα, αξνίθρα, ασκλίδα, κοπρίβα, κρίζα, ξινίτα, τζαντργάνι

αγκίνιος

αγκίνιος

αγκίνιο [1908] | καινούργιο

αγκινίστρα

ατζινίστρα

μικρός γάντζος

αγκιονάτσι

αγκιονάτσι

αλβανικό: gjon | το πουλί Otus scops | συνώνυμα: ασκάλαφος, γιόνι, γκιον, γκιονάκι, γκιόνη (γκιόνι), γκιόνης (γκιόνις), γκιόνι, γκιονς, γκιουνάκ, γκιουνάκι, γκιούρμος, γκιώνης (γκιόνις), θούπης (θούπις), θουπί, θουπίν, κιόνης (κιόνις), κιούνι, κλωσσός (κλοσός), κλώσσος (κλόσος), νυχτοπούλι (νιχτοπούλι), σκλόπα, σκουλέπα, σκουλούπα, τζιόνης (τζιόνις), τζόνης (τζόνις), χαροπούλι, χουχουριστής (χουχουριστής)

αγκιόρνο

αγκιόρνο

ιταλικό: a giorno | ενήμερα (λόγιο)

άγκιος

άγκιος, άγκιο

απάγκιος

αγκιούπα

αγκιούπα

η νεράιδα | για συνώνυμα βλ. αγγελούδα

άγκιουτε

άγκιουτε

άντυτος

αγκιριονωτός

αγκιριονοτός

βλ. αγκωνιάρικος

αγκίσερας

 

το φυτό Hedera helix | συνώνυμα: γκσος, ιλσός, κίσνερας, κισσός (κισός), μπρούσκλι, μπρουσκλιά, μπρούσλιανη (μπρούσλιανι), μπρούσλιανους, μπρούσλου, τέτσος

αγκίσηρας [1908]

αγκίσιρας

προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: κισηρις | ελαφρόπετρα

αγκίσι [1908]

 

βλ. αγκίστρι

αγκισοκλέφτας

 

το ψάρι Blennius fasciatus | συνώνυμα: αγκουροτσάγκαλος, γκουροτσάγκαλος

αγκιστά

 

υπόθεση (λόγιο), ζήτημα (λόγιο)

αγκιστερός

 

που μοιάζει με αγκίστρι

άγκιστρας

άντζιστρας

μεγάλο αγκίστρι

αγκιστράτα (τα)

 

αγκιστρωτά αμύγδαλα

αγκίστρεμα [1709]

αγκίστρεβμα

αγκίστρευμα [1790] | ψάρεμα με το αγκίστρι

αγκιστρεμός [1709]

 

βλ. αγκίστρεμα

αγκιστρεύω [1622]

αγκισέβο, αγκιστρέβο

ψαρεύω με αγκίστρι

αγκίστρης

αγκίστρις, αντζίστρα, γκίστρις

βλ. αγκίστρι

αγκίστρι [1622]

αγκίδι, αγκίζ, αγκίσιν, αγκίστα, αγκίστιρ, αγκίστρ, αντζίστρι, αντζίστριν, ατζίστρ, ατζίστρι

αγγίστρι [1527] | Buck List: 12.75, hook

αγκιστριά

αγκισιά, αγκιστρέ, αγκιστρέα, αγκιστριά, αντζιστρά, ατζιστρέα

η πληγή από αγκίστρι | το ρίξιμο του αγκιστριού

αγκιστρίτσι

 

υποκ. του «αγκίστρι»

άγκιστρο

 

άγκιστρον [1897]

αγκιστροκάτσουνας

αντζιστροκάτσουνας

ψαράδικο σύνεργο

αγκιστρολόγος

αγκιστρολόος

ψαράς που ψαρεύει με αγκίστρια

αγκιστρομούστακος [1931]

 

μουστακαλής με τσιγκελωτό μουστάκι

αγκιστρόπουλο

αγκιζόπον

μικρό αγκίστρι

αγκιστροφάγος

αγκισοφάγος

ψάρι που κόβει το αγκίστρι και φεύγει | βράχος μέσα στη θάλασσα που μπλέκουν πάνω του τα αγκίστρια από τις μπετονιές και κόβονται

αγκίστρωμα [1933]

αγκίστρομα

το βάλσιμο του δολώματος στο αγκίστρι

αγκιστρωμένος [1709]

αγκιστρομένος

αγκιστρεμένος [1709] | που έχει πιαστεί στο αγκίστρι

αγκιστρώνω [1635]

αγκιστρόνο, αγκιστρόνου, αντζιστρούκου

αγκιστρόνω [1897] | δολώνω το αγκίστρι | πιάνω με το αγκίστρι

αγκιστρωπός

αγκιστροπός

βλ. αγκιστρωτός

αγκιστρωτός [1622]

αγκιστροτός

που είναι σαν αγκίστρι

αγκίτι

 

το πουλί Tadorna ferruginea| συνώνυμο: καστανόπαπια

αγκίτσι

αγκίτς

το φυτό Viola odorata | συνώνυμα: αβιελέτα, αβιέροτα, αβιόλα, αβιολέντα, αβιορέτα, αβλοέτα, αγιούλ, αγιούλι, αγιουλιά, αγιούλιο, αρκοβκιολέτα, βιελέτα, βιόλα, βιολέτα, βιορέτα, βκιολέτα, βλοέτα, γιουλ, γιούλι, γιουλιά, γιούλιν, γιούλιο, γιτς, γκιουλ, γκιούλι, γκιούλιν, διαλέτα, διόλα, διολέντα, διολέτα, διουλέτα, δκιολέτα, εβλοέτα, ζιμποί, ζιμπουγιά, ιτς, ίτσι, ίτσο, μανουσάκ, μανουσάκι, μανούσι, μανσακί, μενεξέ, μενεξές, σιμπουγιά, φλοέτα, χαμοβιολέτα, χαμοβιορέτα

αγκιφωνού

αγκιφονού

αντιφωνώ (λόγιο)

αγκλαβή

αγκλαβί

προικοσύμφωνο | για συνώνυμα βλ. αβεντάριο

αγκλάκι

 

μικρή αγκλιά (ανασυρτός)

αγκλαμίδα

 

λατινικό: glomus | μικρό κουβάρι με νήμα

αγκλανάρι

εγλενός, εγλιανός

το φυτό Acer campestre | συνώνυμα: κρέκεζος, σφεντάμι

αγκλεμούρα

 

το φρούτο της αγκλεμουριάς

αγκλεμουριά

αγκλεμουριά

είδος αχλαδιάς (Μοριάς)

αγκληδόνα

αγκλιδόνα, εγκλιδόνα

το ζώο Rana viridis | συνώνυμα: αμπελοβαθράκι, αμπελοβάθρακος, αμπιλουβάθρακους, αμπιλουβαθράτς, μπιλαβαθράκι, μπιλουμαθράτς, μπουλουβαθράτς, μπουλουμαθράτς | για συνώνυμα του γένους Rana βλ. αβόρδακος

άγκληση

άγκλισι, άγλισι

καθάρισμα του χωραφιού από πέτρες και αγκάθια

αγκλησιά

αγκλισιά

εκκλησιά

αγκλιά

αγκλιά

το φυτό Lagenaria siceraria ή Lagenaria vulgaris | συνώνυμα: αγκλουπιά, κολοκυθοφλασκιά (κολοκιθοφλασκιά), κούπα, λιάντζες, νεροκολοκυθιά (νεροκολοκιθιά), φλάσκα, φλασκιά, φλασκιέ, φλώσκα (φλόσκα)

αγκλιά [1897]

αγκιλιά, αγκλί, αγκλιά, αγκλία, αγκουλιά, αγλιά, αντιλιά, αντλιά, αντουλιά, γαλιά

λατινικό: anclare | ανασυρτός, γκερντέλι, κουβάς, μετάγγι, σίκλα, χαρκιά | νεροκολοκύθα, φλασκί

αγκλίδα

 

το σόι, η φάρα, η συγγένεια

αγκλιδέρα

 

βλ. αγκλίτσα

αγκλίδια (τα)

αγκλίδια

τα σκουπίδια και ο βούρκος που βγαίνουν από το καθάρισμα της στέρνας

άγκλισμα

άγλισμα, γλίσμα

άντληση (λόγιο)

αγκλισματάκι

αγλισματάκι

βλ. άγκληση

αγκλισμός

αγλισμός

βλ. άγκλισμα

αγκλιστήρι

αγκλιστίρι, αγλιτίρι, αγλιστίρι, εγκλιστίρι, γλιστίρι

αγκλυστήρι [1622] | βλ. αγκλιά (ανασυρτός)

αγκλιστής

αγκλιστίς, αγλιστίς

αυτός που καθαρίζει το χωράφι από πέτρες και αγκάθια

άγκλιστος

άγλιστος

ακαθάριστος από πέτρες και αγκάθια (για χωράφι)

αγκλίτσα [1931]

αγαλίτσα, αγκλίτσια, αγκλούτσα, αγκούλα, άγκουλας, αγκούτσα, αγλίντζα, αγλίτσα, γκλίτα, γκλίτζα, γλίτσα, κλίτσα, κλούτσα

το ραβδί του τσοπάνη | συνώνυμα: αγκίλα, αγκλιδέρα, αγκούτσα, αγκραΐτσα, αρπαλίκι, βέργα, βίτσα, γκαρλίγκα, γκαρλίκα, γκατζουρίδα, γκέγκα, γκέγκια, γκέκα, γκίγκα, γκίλα, γκιρλίκα, γκούλα, καγκαλάς, καρλίνγκα, κατσανάς, κατσούνα, κουκάρα, κουρκούδα, λαγούσια, λαούδα, μαγκούρα, μαγκούρι, ματσούκ, ματσούκα, μπαστούνι, μπρόκα, ντζιομανίκι, ράβδα, ραβδί, σκοπ, σόπα, στραβολέκα, στραβοράβδι, στραβουλέγκα, τζιιπόιν, τζιουμπανίκα

αγκλιτσάκι

 

βλ. αγκατσάρι

αγκλιτσιά

αγκλιτσιά

χτύπημα με την αγκλίτσα

αγκλογυριστά

αγκλογιριστά

κυκλικά (λόγιο)

αγκλούθα

 

βλ. αγκινίδα (Urtica)

αγκλουνιάζου

αγκλουνιάζου

αρχίζω

αγκλούπα

αγλιούπα, αγλούπα, ακλούμπα, ακουλούμπα

βλ. αγκλιά (ανασυρτός)

αγκλουπάκι

αγκλουπάκιν

υποκ. του «αγκλούπι»

αγκλουπάς

αγλουπάς

κεφάλας

αγκλούπι

αγκλούπ, αγκλούπιν, αγλούπι, ακλούμπι

βλ. αγκλιά (ανασυρτός)

αγκλουπιά

αγκλουπιά

βλ. αγκλιά (Lagenaria siceraria)

αγκλώ

αγκλάο, αγκλίζο, αγκλιό, αγκλό, αγκλού, αγλιό, αγλό, αντλό, γλίζο, γλιό

αντλώ, βγάζω νερό

αγκοδέρου

 

υποφέρω (λόγιο)

αγκοίλια (τα)

αγκίλια, γκίλια

τα πλαϊνά του καραβιού, τα στραβόξυλα

αγκολέο

 

το πουλί Strix aluco | συνώνυμα: αγριοπούλι, γκιώνης (γκιόνις), γοργολαλούσα, γοργολαούσα, κλαψοπούλι, κοκοτάρι, νεκροπούλι, στριγγλοπούλι (στριγκλοπούλι), στριγγοπούλι (στριγκοπούλι), χαροπούλι, χοδρολούπα, χορχούρα, χούχουλας, χουχουλιός, χουχουλόγιωργας (χουχουλόγιοργας), χουχουλοόζα, χουχουριστής

αγκόλημα

αγκόλιμα

καταδίωξη (λόγιο)

αγκολητό

αγκολιτό

βλ. αγκόλημα

αγκόλι

 

βλ. αγκόλημα

αγκολοβόλημα

αγκολοβόλιμα

βλ. αγκόλημα

αγκολοβολητό

αγκολοβολιτό

βλ. αγκόλημα

αγκολοβού

 

βλ. αγκολώ

αγκολώ

αγκολάο, αγκολό, αγκολού

καταδιώκω (λόγιο) | διώχνω

αγκομάχημα [1790]

αγκομάσισμαν, αγκομάχιμα, αγκομάχισμα, αγκουμάσισμαν, αγκουμάχιμαν, γκουμάχιμα

αγκομάχισμα [1709] | λαχάνιασμα, αναστεναγμός, βογκητό | αγγελοθώρημα

αγκομαχητό [1933]

αγκομαχιτό, αγκουμαχιτόν, αγκουμαχτό, γκουμαχιτό

αγκομαχητόν [1897] | βλ. αγκομάχημα

αγκομαχιό

αγκομαχιό

βλ. αγκομάχημα

αγκομαχισμός [1709]

 

βλ. αγκομάχημα

αγκομαχώ [1622]

αγκομαχάο, αγκομαχό, αγκομαχού, αγκουμαχάο, αγκουμαχάου, αγκουμαχό, αγκουμαχού, γκομαχό, γκουγκουμαχό, γκουμαχάο, γκουμαχό

βαριανασαίνω, λαχανιάζω, βογκώ | αγγελοθωρώ

αγκοπόν

 

τσαμπούνα | συνώνυμα: αγγείον (αγκίον), ασκί, ασκοζαμπούνα, διπλοσάμπνο, ζαμπούνα, θυλακούρι (θιλακούρι), μποσκοτσάμπουνο, ντζαμπούνι, παμπούνα, σαμπούνα, σαμπούνια, σκορτσάμουνο, τουλούμι, τσαμπουνάσκιο, τσαμπουνοφύλακας (τσαμπουνοφίλακας)

αγκοράρω

αγκοράρο

ιταλικό: ancorare | αγκυροβολώ (λόγιο) | εξασφαλίζομαι (λόγιο)

αγκορασίτσα

 

το φυτό Lepidium sativum | συνώνυμα: κάρδαμο, καρδαμίδα, καρδαμούρα, λεπίδι, μαυρομυρουδιά (μαβρομιρουδιά)

αγκορδακιά

αγκορδακιά

μωρολογία (λόγιο)

αγκορδακίζω

αγκορδακίζο

μωρολογώ (λόγιο)

αγκορδακισμός

 

βλ. αγκορδακιά

αγκόριτσο

αγκόρτζι, αγκόρτζου, αγκόρτσι, αγκόρτσο, αγκόρτσου, γκόριτσο γκόρτζου, γκορτς, γκόρτσι, γκόρτσο, γκόρτσος γκόρτσου

ο καρπός της αγκορτσιάς

αγκορτσιά [1908]

αγκοουρτσιά, αγκόριτζα, αγκοριτζιά, αγκοριτσά, αγκορίτσα, αγκοριτσία, αγκοριτσιά, αγκορτζά, αγκόρτζα, αγκορτσά, αγκόρτσα, αγκορτσιά, αγκουριτσά, αγκουρνιτζιά, αγκουρτζιά, αγκουρτσά, αγκουρτσιά, γκορίζα, γκοριτζιά, γκοριτσά, γκορίτσα, γκοριτσιά, γκορνιτσιά, γκορτζά, γκορτζιά, γκορτσά, γκόρτσα, γκορτσιά, γκουρίτζα, γκουρίτσα, γκουρτζά, γκουρτζιά, γκουρτσά, γκουρτσιά, γορίτσα, γορτσά, κορασιδιά, κοριτσιά, κόρτζα, κορτσιά, κουρτζά, κουρτσά,

αλβανικό: gorric-ë | το δέντρο Pyrus amygdaliformis | συνώνυμα: αγκοριτσαπιδιά, αγκορτσαπιδιά, αγκραπιδέα, αγκραπιδία, αγραπιδέα, αγραπιδία αγριαπιδιά, αγριαπφιδιά, αγριαχλάδα, αγριαχλαδέα, αγριαχλαδιά, αγριοαπιδιά, αγριοπιδιά, αρκαποδκιά, αρογλάδα, αρουχλάδα, αροχλάδα, γκορίτσακας, γκοριτσαπιδιά, γκοριτσαχλαδιά, γκορτσαπιδιά, γκορτσαχλαδιά, γκουρτσαπιδιά, μουρτζιά

άγκος

 

φούσκωμα

άγκος

ίγκος

μέτρημα σε παιδικό παιχνίδι = ένα

αγκότσα

αγκότσια, αγκούτσια, γκοτς, γκότσα, γκότσι, γκότσια, γκούτσα, γκούτσια, κούτσια

βλ. αγκάνια

άγκου [1908]

αγκί, αγκού, άνκου

μια από τις πρώτες «λέξεις» του μωρού | λέγεται χαϊδευτικά στα μωρά

αγκούκου

αγκιλούκου

βλ. αγκιστρώνω

αγκούλα [1897]

αγκίλα, άγκουλας, γκίλα

βλ. αγκλίτσα

αγκούλι

 

το βαρίδι του κανταριού

αγκουλιδέρα

αγκλιδέρα, γκλιδέρα

μαγκουρίτσα (κατσούνα) για να κατεβάζουν τα κλαδιά να πιάνουν τα φρούτα

αγκουλίζω

αγκουλίζο, αγκουρίζο, ανκουλίζο

κάνω «άγκου» (για μωρό)

αγκουλίτσα

 

υποκ. του «αγκούλα»

αγκουναροκέφαλος

 

κεφάλας

αγκουναρομούρης

αγκουναρομούρις

που έχει μούρη σαν αγκωνάρι

αγκουνιστρίτσι

 

βλ. αγκωνίστρα

αγκουπώ

αγκουμπό, γκουμπό

ακουμπώ

άγκουρα [1622]

άγκιρα, άγκορα, άγκουρα, άνκουρα

Buck List: 10.29, anchor | συνώνυμo: σίδερο (του καραβιού

αγκουράκια

αγκουράκια

τα «άγκου» του μωρού

αγκουράς

 

ξύλο που δένει τη δοκάνη με το ζυγό (στο αλώνισμα)

άγκουρας

 

σύνεργο του χρυσικού

αγκουρέτο [1897]

αγκορέτα

ιταλικό: ancoretta | μικρή άγκυρα

αγκούριο

 

ιταλικό: agurio | οιωνός (λόγιο)

αγκουροτσάγκαλος

γκουροτσάγκαλος

βλ. αγκισοκλέφτας (Blennius fasciatus)

αγκούσα [1790]

άγκουσα, αγκούσια, ανγκούσα, γκούσα

δύσπνοια (λόγιο) | φούσκωση | κάψα | μεγάλη στεναχώρια | βενετσιάνικο: angòsa

αγκούσεμα

αγκούσεβμα

αγκούσευμα [1790] | μεγάλη στεναχώρια

αγκουσεμός

 

βλ. αγκούσεμα

αγκουσεύω [1908]

αγκουσέβο, αγκουσέβου

αγκουσέβω [1931] | ασθμαίνω (λόγιο) | στεναχωρώ & στεναχωριέμαι

αγκουσιά

αγκουσιά

βλ. αγκούσεμα

αγκουσιάζω

αγκουσιάζο, γκουσιάζο

ασθμαίνω (λόγιο)

αγκουσιρός

 

αυτός που στεναχωρεί τους άλλους

αγκουσομάνημα

αγκουσομάνιμα, γκουσομάνμα

άσθμα (λόγιο)

αγκουσομανητό

αγκουσομανιτό, γκουσαμαντό

βλ. αγκουσαμάνημα

αγκουσομανώ

αγκουσομανάο, αγκουσομανό, γκουσομανάου

βλ. αγκουσιάζω

αγκούτικας

αγκούτκας, ακούτι, ακούτις, γκούτκας, κούτικας, κούτκας

ινίο (λόγιο), αγκαφάς, ζνιχ, ζνίχι, ζνίχους, σνίχι

αγκούτσα [1931]

 

βλ. γκλίτσα

αγκούτσακας

 

κάποιος θάμνος (Κύθηρα) | μικρή αγραπιδιά (Κρήτη)

αγκουφαλιά

αγκουφαλιά

κουφάλα

αγκούφι [1709]

αγκούφ

τυλιγάδι

αγκουφίζω

 

ξεχερσώνω

αγκουφίζω [1709]

αγκφίζου

τυλίγω την κλωστή στο αγκούφι (τυλιγάδι), τυλιγαδιάζω

αγκούφισμα [1709]

 

τυλιγάδιασμα

αγκουφιστής [1709]

αγκουφιστίς

αυτός που τυλίγει την κλωστή στο αγκούφι

αγκουφίστρα [1709]

αγκουφίστρια

αυτή που τυλίγει την κλωστή στο αγκούφι

αγκοφορώ

αγκοφορό

βλ. αγκομαχώ

αγκραβανιά

αγκραβανιά

βλ. αγκάβανος (Silybum marianum)

αγκραβάρω

αγκραβάρο, αγραβάρο

ιταλικό: aggravare | επιβαρύνω (λόγιο) | στεναχωρώ

αγκράβιο

 

ιταλικό: aggravio | βάρος

αγκράζω

αγκράζο

τρέχω

αγκραΐκου

αγκραίκου, αγκραίχου

βλ. αγκιστρώνω

αγκραίνου

αγκρένου

γαντζώνομαι

αγκραΐτσα

αγκραίτσα

βλ. αγκλίτσα

άγκραμα

 

γάντζωμα | στραβό καρφί στο τοίχο (για κρεμάστρα)

αγκραόζα

 

αχτένιστη

αγκραούνι

 

πουλάκι που μόλις γεννήθηκε

αγκράριο

 

ιταλικό: agrario | αγροτικός (λόγιο)

αγκράφα [1933]

 

γαλλικό: agrafe | πόρπη (λόγιο)

αγκρεμίζω

αγκρεμίζου, αγκρεμίζο, ανγκρεμίζο, ανγκριμίζου, γκρεμάγο, γκρεμάζο, γκρεμάο, γκρεμίζου, γκρεμνζό γκρεμνίζο, γκρεμνίτζο, γκρεμνο, γκρεμό, γκρενίζουρ, γκρενίχου, γκριμάου, γκριμίζου, γκριμνάο, γκριμνίζου, γκριμνό, γκριμού, γκριμό, γκρεμάγο, γκρεμζό, γρεμνίζο, γρεμνό, γριμίνου, εγκρεμίζο, εγκτρεμνίζο, κρεμάου, κρεμίζο, κρεμίο, κρεμό, κριμίζου, κριμίζου, κριμνίζου, κριμνό, νγκρεμό, νκγρεμίζο

γκρεμίζω | συνώνυμα: βουλάω (βουλάο), βουλώ (βουλό), γκρεμιδιάζω (γκρεμιδιάζο), γκριμδιάζου, μπουρλιάζω (μπουρλιάζο)

αγκρέμιθας

αγκρεμιθίτσι

το φυτό Pistacia terebinthus | συνώνυμα: αρμιτσάδα, κεροβλιά, κοκορεβιθιά, κοκορέβιθος, κοκορετσά, κοκορέτσα, κοκορέτσι, κοκορετσιά, κοκοριβιθιά, πετραμιθιά, τραμιθιά, τριμιθιά, τσεροπελιό, τσικουδιά, τσιτσιραβιά

αγκρέμισμα

ανγκρέμισμα, γκρέμνισμα, γκρέμσμα, γρέμισμα, εγκρέμνισμα, κρέμιγμαν, κρέμιμαν, κρέμισμα, κρέμισμαν, κρίμισμαν,

γκρέμισμα | συνώνυμα: γκρεμισμός, γκρεμνισμός, γρεμισμός

αγκρέμιστος [1933]

αγκρέμιγος, αγκρέμιστε, αγκρέμγους

που δεν έχει γκρεμιστεί

αγκρεμός

άγκρεμα, άγκρεμανας, αγκρεμνό, αγκρεμνός, αγκρεμός, άγκρεμος, άγρεμος, άνγκρεμα, ανγκρεμνός, ανγκρεμό, γκρέμα, γκρεμίλα, γκρέμνας γκρεμνό, γκρέμνο, γκρεμνός, γκρέμνος, γκρέμνου, γκρέμνους, γκρεμό, γκρέμος, γκρεμός, γκρέμους, γκριμνό, γκριμνός, γκριμό, γκριμός, γρεμνός, γρεμός, εγκρεμνές, εγκρεμνό, εγκρεμνός, εγκρεμός, εγκρεμός, εγρεμνός, εκρεμνές, εκρεμνός, εκρεμός, ενγκρμός, ιγκρεμός, κέεμνους, κέεμους, κρεμινός, κρέμνιους, κρεμνό, κρέμνο, κρεμνός, κρέμνος, κρέμνους, κρεμό, κρεμό, κρεμός, κρέμους, κριμνό, κριμνός, κριμός

γκρεμός | συνώνυμα: απογκρεμιά, απόγκρεμνος, απόγκρεμος, γιαρ, γιάρι, γιάριν, γκλέμπουρας, γκρέμα, γκρεμιά, γκρεμιώνας (γκρεμιόνας), γκρεμισταρέα, γκρεμισταριά, γκρεμιστούρα, γκρεμνότοπος, γκρεμοτόπι, γκρεμοτοπιά, γκρεμότοπος, γκρεμούλα, γκρεμούρα, γκρέμουρας, γκρέμουρο, γκρέμουρου, γκρέμπανο, γκρέμπουρας, γκρέμπρου, γκριμίλα, γκρεμίστρα, γκρεμίστρια, γκρεμνίστρα, γκρεμνίστρια, γκρεμνιώνας (γκρεμνιόνας), γκριμνίλα, γκριμνίστρια, γκριμούλα, γκριμούρα, γρέμουρας, γρέμπανο, δέτης, κακόβολο, κακοπετριά, κακοτοπιά, κούτουλος, κρεμισταρέα, κρεμίστρια, κρεμιώνας (κρεμιόνας), κριμιά, κριμίλα, λέσκα, μεσίσκλια, μπούζα, νόχτος, νόχτους, ξεγκίλα, όχτος, όχτους, πέτακας, πρίουνας, ραϊδιό, ρέτζακας, σάρα, σκεμ, στεφάν, στεφάνι, τζιαμάλας, τσιμπάρι, τσιουγκάνι, τσουρούμ, φούντος, χάλαρο

άγκρη [1908]

 

φαγωμάρα, διχόνοια (λόγιο)

αγκρίζα

κρίζα

βλ. αγκινίδα (Urtica)

αγκρίζι

λιγκρίζι

φυτά του γένους Narcissus | συνώνυμα: ζαμπάκι, ζαμπακιά, ζουλπετί, μανουσάκι, μανούσι, τουμπάκι

αγκριζώνω

αγκριζόνο, κριζόνο

χτυπώ κάποιον με αγκρίζα (τσουκνίδα)

αγκριλομάτης

αγκριλομάτις

γουρλωμάτης

αγκρίλωμα

αγκρίλομα

γούρλωμα

αγκριλωμένος

αγκριλομένος

γουρλωμένος

αγκριλώνου

αγκριλόνου

τεντώνομαι για να φτάσω κάτι

αγκριλώνω

αγκριλόνο

γουρλώνω

αγκριλώνω [1931]

αγκριλόνο

γουρλώνω

αγκρινιά

αγκρινιά

γρατζουνιά | συνώνυμα: γαρτσουνιά, γκαρτάντζμα, γκαρτσανιά, γκαρτσάνισμα, γκαρτσανουσιά, γκαρτσουνουσιά, γκραντζάτζμα, γκρατσάνουμα, γκρατσούνιμα, γκρατσούνισμα, γκρατσούνμα, γκρατσούνσμα, γκρατσούντζμα, γκρατσουνοσιά, γραντζουνιά, γραντσισιά, γραντσουθιά, γραντσουνσά, γρατζανσιά, γρατζιάλισμα, γρατζινιά, γρατζνιά, γρατζουνέ, γρατζούνισμα, γρατουνιά, γρατσάλισμα, γρατσάρισμαν, γρατσιούνισμα, γρατσνιά, γρατσουνιά γρατσούνιμα, γρατσουνισά, γρατσουνισιά, γρατσούνισμα, γρατσουνσιά, γρατσούνσμα, γρατσούντζμα, γριγκιαλιά, γριντζάφισμαν, γριτζάφιγμαν, γριτζάφιμαν, γριτσαλιά, γριτσιανάδα, καρτσίνιασμα, καρτσουνιά, καρτσούνισμα, τσαγκρουνιά, τσαγκρούνισμα, τσαφιά, τσάφισμα, τσαφουνιά, τσαφούνισμα, τσουγκράνισμα

αγκρινιάζω

αγκρινιάζο, γκρινιάζο, γρινιάζο

ιταλικό: incrinare (?) | γρατζουνίζω | συνώνυμα: αγραμπαλώνω (αγραμπαλόνο), αρτσανιάζω (αρτσανιάζο), γαρτζουνώ (γαρτζουνό), γαρτσάζω (γαρτσάζο), γαρτσανώ (γαρτσανό), γαρτσαπώνου (γαρτσαπόνου), γαρτσινώ (γαρτσινό), γαρτσονώ (γαρτσονό), γατσόνω (γατσόνο), γκαρτσανάω (γκαρτσανάο), γκαρτσανίζου, γκαρτσανώ (γκαρτσανό) γκατσανίζω (γκατσανίζο), γκρατζανίζου, γκρατζαρίζω (γκρατζαρίζο), γκρατζουνάω (γκρατζουνάο) γκρατζουνώ (γκρατζουνό), γκρατσανίζου, γκρατσανίζω (γκρατσανίζο), γκρατσνάου, γκρατσνίζου, γκρατσνώ (γκρατσνό), γκρατσουνάω (γκρατσουνάο), γκρατσουνίζω (γκρατσουνίζο), γκρατσουνώ (γκρατσουνό), γκριτζανάου, γκριτζανάω (γκριτζανάο), γκριτζανίζω (γκριτζανίζο), γκριτζιανάω (γκριτζιανάο), γκριτσιανάω (γκριτσιανάο), γκρουτζανάου, γκρουτζουνάω (γκρουτζουνάο), γκτατζανώ (γκρατσανό), γραδώνω (γραδόνο), γραματσώνω (γραματσόνο), γραντζανάω (γραντζανάο), γραντζανώ (γραντζανό), γραντζιουνάου, γραντζιουνάω (γραντζιουνάο), γραντζουνάου, γραντζουνιάζω (γραντζουνιάζο) γραντσουνίζω (γραντσουνίζο), γραπατσόνου, γραπατσώνω (γραπατσόνο), γρατζαλίζω (γρατζαλίζο), γρατζιαλίζω (γρατζιαλίζο), γρατζινάω (γρατζινάο), γρατζιουνάου, γρατζονάω (γρατζονάο) γρατζουνάω (γρατζουνάο), γρατζουνιάζω (γρατζουνιάζο) γρατζουνίζω (γρατζουνίζο), γρατζουνού, γρατζουνώ (γρατζουνό), γρατσαλίζω (γρατσαλίζο), γρατσανάω (γρατσανάο), γρατσανίζου, γρατσανίζω (γρατσανίζο), γρατσανώ (γρατσανό), γρατσαρίζω (γρατσαρίζο), γρατσιανάου, γρατσιανώ (γρατσιανό), γρατσιουνάου, γρατσιουνάω (γρατσιουνάο) γρατσνάου, γρατσνάω (γρατσνάο), γρατσνίζου, γρατσνίζω (γρατσνίζο), γρατσνώ (γρατσνό), γρατσουνάου, γρατσουνάω (γρατσουνάο), γρατσουνιάζω (γρατσουνιάζο), γρατσουνίζου, γρατσουνίζω (γρατσουνίζο), γρατσουνώ (γρατσουνό), γριγκιανού, γριντζαφίζω (γριντζαφίζο), γριντζαφώνω (γριντζαφόνο), γριτζαφίζω (γριτζαφίζο), γριτζιανάω (γριτζιανάο), γριτσαλώ (γριτσαλό), γριτσανάω (γριτσανάο), γριτσανίζου, γριτσανίζω (γριτσανίζο), γριτσαφίζω (γριτσαφίζο), γριτσαφώνω (γριτσαφόνο), γριτσιανάου, γρουτσανώ (γρουτσανό), καρτζιανιάζω (καρτζινιάζο), καρτζουνώ (καρτζουνό), καρτσινιάου, καρτσουνιάζω (καρτσουνιάζο), καρτσουνίζου, κατσουντρίζω (κατσουντρίζο), κρατσουνίζω (κρατσουνίζο), νταγκουρνίζω (νταγκουρνίζο), ντζουγκρανάω (ντζουγκρανάο), ντζουκρανίζω (ντζουκρανίζο), ξιαγκρουνίζω (ξιαγκρουνίζο), σγαρλίζω, (σγαρλίζο), σγκρανίζου, τζαγκρουνίζω (τζαγκρουνίζο), τζαργουνίζω (τζαργουνίζο), τζουγκρανίζου, τζουγκρανίζω (τζουγκρανίζο), τζουγκρανώ (τζουγκρανο), τζουγρανώ (τζουγρανό), τσαγκουρνάου, τσαγκουρνίζου, τσαγκουρνίζω (τσαγκουρνίζο), τσαγκουρνώ (τσαγκουρνό), τσαγκρανώ (τσαγκρανό), τσαγκρουνάω (τσαγκρουνάο), τσαγκρουνίζω (τσαγκρουνίζο), τσαγκρουνώ (τσαγκρουνό), τσαραφίζω (τσαραφίζο), τσαρφουλίζω (τσαρφουλίζο), τσαφίζω (τσαφίζο), τσαφουνίζω (τσαφουνίζο), τσαφουνώ (τσαφουνό), τσικνού, τσουγκανίζω (τσουγκανίζο), τσουγκρανώ (τσουγκρανό), τσουγρανίζω (τσουγρανίζο), χαστανάου

αγκριντά

αγκριντιά, γρέντα, γρεντιά

σλάβικο greda | το δοκάρι (πάτερο) της στέγης

αγκριφάκι

 

αγκυφάκι [1709]

αγκρίφι [1897]

αγκζίθι, αγκρίθι

αγκρύφι [1635] | αρπάγι

αγκριφίζω

αγκριφίζο

αγκρυφίζω [1709]

αγκρίφισμα

 

αγκρύφισμα [1709]

αγκριφισμένος

αγκριφομένος

αγκρυφισμένος [1709], αγκρυφωμένος [1790]

αγκριφισμός

 

αγκρυφισμός [1709]

αγκριφώνω

αγκριφόνο

αγκρυφώνω [1709]

αγκριφωτός

αγκριφοτός

αγκρυφωτός [1709]

αγκριφωτός

αγκριφοτός

αγκρυφωτός [1635] |

αγκριώνω

αγκριόνο

πιάνομαι από αγκίστρι ή αγκάθι | αγγίζω

αγκρόνι

αγκιριόνι

άγρια επιφάνεια

άγκρουστος

 

το φυτό Agropyrum repens | συνώνυμο: αγριάδα

αγκτέσι

 

αλβανικό: ajdës-i | το φυτό Laburnum alpinum | συνώνυμο: σύννεφο (σίνεφο)

αγκύλα [1709]

αγκίλα

μεγάλο αγκύλι

αγκυλάκι [1709]

αγκιλάκι

υποκ. του «αγκύλι»

αγκυλερός [1931]

αγκιλερός, αντζιλερός

που αγκυλώνει

αγκύλι [1622]

αγκέλ, αγκέλι, αγκίλι, αγκίλιο, αντζίλι, ατζίλ, γκελ, γκέλι, γκέλιο, γκίλι, εγκέλι, εγκίλιν, ιγκέλ, ιγκίλιν

αγκίδι | αγκάθι | κεντρί | ραδιουργία (λόγιο)

αγκυλιά [1931]

αγκιλιά

βλ. αγκυλωματιά

αγκυλίδα

αγκιλίδα

το φυτό Salsola kali | συνώνυμα: αλισίβα, αλσίβα, αρμυρίδι (αρμιρίδι), θαλασσάγκαθο (θαλασάγκαθο), θαλασσόχορτο (θαλασόχορτο), καλιά, τριβολιά, τρίβολο, τσίλωμα (τσίλομα)

αγκυλίζω

αγκιλίζο, γκελίζο, γκελό

βλ. αγκυλώνω

αγκυλοκρούω

αγκιλοκρούο

πειράζω κάποιον

αγκυλόνα

αγκιλόνα

βλ. αγκύλι

αγκυλοστρουφίδα [1908]

αγκιλοστρουφία, αγκιλοστρουφίδα, αντζελοστρουφία

το στρίψιμο της κλωστής

αγκυλότοπος [1659]

αγκιλότοπος

βλ. αγκαθότοπος

αγκυλούδι

αγκιλούδι, γκιλούδι

υποκ. του «αγκύλι»

αγκυλοχεύω

αγκιλοχέβο

βλ. αγκυλοκρούω

αγκύλωμα [1709]

αγκέλομα αγκέλουμα, αγκίλομα, αντζέλομα, γκίλομα, ντζέλομα, ντζίλομα, τσίλομα

τσίμπημα | αγκάθι | κεντρί | πείραγμα

αγκυλωματιά [1709]

αγκελοματέα, αγκιλομαθιά, αγκιλοματιά, αγκιλουματιά

αγκυλοματιά [1659] | τσίμπημα από αγκύλι
| πάθημα κακού από ξωτικό

αγκυλωματιάζω

αγκιλοματιάζο

παθαίνω κακό από ξωτικό

αγκυλωμάτιασμα

αγκιλομάτιασμα, αγκιλουμάτιασμα

πάθημα κακού από ξωτικό

αγκυλωμένος [1622]

αγκιλομένος

αγκυλομένος [1659] |

αγκυλωμός [1709]

αγκιλομός

βλ. αγκύλωμα

αγκυλώνα [1659]

αγκιλόνα

κέντρωμα

αγκυλώνω [1622]

αγκαλόνου, αγκελόνο, αγκελούνου, αγκιλόνο, αγκιλόνου, αντζελόνο, αντζελούκου, αντζιλόνο, ατζελόνο, ατζιλόνου, ατζλόνου, γκελόνο, γκιλόνο, εντζιλόνο, τζελόνο, τζιλόνο, τζλόνου, τσελόνο, τσιλόνο, τσιλόνου

αγγυλώνω [1622], αγκυλόνω [1857], αγκελώνω [1933] | τσιμπώ με αγκύλι | πειράζω κάποιον | κάνω κακό (για ξωτικά)

αγκυλωπός

αγκιλοπός

σαν αγκύλι

αγκυλωσιά

αγκελοσιά, αγκιλοσιά

τσίμπημα με αγκύλι

αγκυλωτήριο

αγκιλοτίριο, γκιλνοτίριο, γκιλοτίρι

πειραχτήρι

αγκυλωτής [1709]

αγκιλοτίς, αγκιλουτίς, γκιλουτίς

αυτός που τσιμπάει | το πειραχτήρι

αγκυλωτός [1622]

αγκιλοτός, ανγκιλουτός

αγκιλωτός [1635] | που έχει αγκύλια | γαμψός (λόγιο)

αγκυλώτρα [1709]

αγκιλότρα, αγκιλότρια

αγκυλώτρια [1709] | αυτή που τσιμπάει | αυτή που πειράζει

αγκυόστρα [1931]

αγκίοτρα, αγκιόστρα

το φυτό Reseda alba | συνώνυμα: βρωμούσα (βρομούσα), γαϊδουρόχορτο, μεσαδρούλα, μεσαντρούλα, όχητρα (όχιτρα), ώχηστρα (όχιστρα)

αγκύρι

αγκίρι, αγκίρ

βλ. αγκυρίδα

αγκυρίδα [1908]

αγκερίδα, αγκιρίδα, αγκουρίδα, αντζερίδα

ραβδί με αρπάγι, για να κατεβάζουν τα κλαδιά του δέντρου και να μαζεύουν τα φρούτα

αγκυριδάκι

αγκιριδάκι, ατζεριδάτσι

υποκ. του «αγκυρίδι»

αγκυρίδι

αγκιρίδι

μέρος του αργαλειού

αγκυριδιάζω

αγκιριδιάζο

καμπουριάζω

αγκυρώνω [1931]

αγκιρόνο, αγκιριόνου

ρίχνω άγκυρα, αράζω

αγκώ

αγκό

βλ. αγκώνας

άγκωλος

άγκολος

το μπροστινό μέρος του σφαχτού

άγκωμα

άγκομα, γκόσμα, όγκομα, όγκουμα

φούσκωμα

αγκώμι

αγκόμι

το μοιρολόι

Αγκώμνια (τα)

Αγκόμνια

οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου

αγκωμός

αγκομός

βλ. άγκωμα

άγκωνα

άγκονα

άμβωνας

αγκωνάδα

αγκονάδα

γωνιά

αγκωνάκι

αγκονάκι, αγκονάτσι

υποκ. του «αγκωνή»

αγκωνάκι

αγκοναράκι

υποκ. του «αγκωνάρι»

αγκωναρένιος

αγκοναρένιος

πέτρινος

αγκωνάρι [1790]

αγκονάζι, αγκονάρι, αγκονάριν, αγκουνάρ, αγκουνάρι, γκονάρ, γκονάρι, εγκονάρι

αγκουνάρ’ [1908] | γωνιόλιθος (λόγιο), μεγάλη πελεκημένη πέτρα που μπαίνει στις γωνιές των σπιτιών | καντούνι, γωνιά σε ντουβάρι | μεγάλη πέτρα

αγκωναριά [1790]

αγκοναριά, αγκοναρία

αγκωνάρι | αγκωνιά | πετριά

αγκωναρίτης

αγκοναρίτις

μεγάλο αγκωνάρι

αγκωναροδεσιά [1933]

αγκοναροδεσιά

τα δεμένα με σίδερο αγκωνάρια του τοίχου

αγκωναρού

 

η γυναίκα που γυρίζει στα σπίτια της γειτονιάς, καντουνογυρίστρα | η κουτσομπόλα

άγκωνας [1622]

αγκόνα, αγκόνας, άγκονας, αγκόνι, αγκός, άγκουνας, αναγκόνα, αναγκόνα, αναγκόνας, ανκόνα, άνγκουνας, εγκόνας, έγκονας

αγκόνας & αγκόνα [1614], άγκωνας [1933] | Buck List: 4.32, elbow

αγκωνή [1790]

αγκονά, αγκόνα, αγκονέ, αγκονέα, αγκονί, αγκονιά, αγκουνί, αγκουνιά, αγκουνία, αναγκονί, ανγκιούνι

αγκουνή [1908] | η γωνιά του σπιτιού | η γωνιά στο τζάκι | η απόμερη θέση

αγκώνι

αγκόνι

βλ. αγκαθός (ψωμιού)

αγκωνιά

αγκονέα, αγκονιά, αγκουνιά

χτύπημα με τον αγκώνα

αγκωνία

αγκονία

βλ. αγκωνάρι

αγκωνιάζω

αγκονάζο, αγκονιάζο, αγκονιάζου, αγκουνιάζο, γκουνιάτζο,

δίνω αγκωνιά | μετρώ με τον αγκώνα

αγκωνιάζω [1933]

αγκονιάζο, αγκουνιάζο, αγκουνιάζου, γκουνιάζο

βάζω στη γωνιά | κάθομαι στη γωνιά | χτίζω τη γωνιά | στεναχωρώ

αγκωνιάρικος

αγκονιάρικος

που έχει σκασμένο και ξεροψημένο το πάνω μέρος (για ψωμί)

αγκωνιάρικος [1931]

αγκονιάρικος

γωνιάρικος, γωνιακός

αγκώνιασμα

αγκόνασμα, αγκόνιασμα, γκούνιασμα

αγκωνιά | μέτρημα με τον αγκώνα

αγκώνιασμα [1933]

αγκόνιασμα, αγκούνιασμα

το χτίσιμο της γωνιάς | το βάλσιμο στη γωνιά | απάγκιο μέρος | προστασία (λόγιο)

αγκωνιασμός

αγκονιασμός

στεναχώρια

αγκωνιαστά [1933]

αγκονιαστά

στη γωνιά

αγκωνιαστής

αγκονιαστίς

που βάζει στη γωνιά | που στεναχωρεί

αγκώνιαστος

αγκόνιαστος

που δε στριμώχτηκε

αγκωνίζω [1659]

αγκονίζο, αγκουνίζο

δίνω αγκωνιά

αγκωνίστρα

αγκονίστρα, αγκουνίστρι, αγονίστρα, γνίστρα, ουγνίστρα

η γωνιά στο τζάκι

αγκωνίτης

αγκονίτις, αγκονίτς, αγκουνίτς

ο αγκώνας του χεριού | ό,τι μοιάζει με αγκώνα

αγκωνίτσα

αγκονίτσα, αγκονίτσι, αγκουνίτσα

υποκ. του «αγκωνή»

αγκωνόπηλος

αγκονόπιλος

καλή λάσπη που έχτιζαν τα αγκωνάρια

αγκωνούλα

αγκονούλα, αγκουνούλα

υποκ. του «αγκωνή»

αγκωνόχερο [1931]

αγκονόχερο, αγκουνόχερο

ο αγκώνας του χεριού | το διάστημα από τον αγκώνα μέχρι την άκρη των δάχτυλων (μέτρο)

αγκώνω

αγκόνο

μετρώ με τα πόδια (τα παιδιά στα παιχνίδια)

αγκώνω [1933]

αγκόνο, αγκόνου, γκόνο, γκόνου, γκουγκόνου, εγκόνο, ογκόνο, ογκόνου, ουγκόνου

αγκόνω [1897] | φουσκώνω | πρήζομαι | στομώνω | αηδιάζω από το πολύ που έφαγα

αγκωνωτός [1933]

αγκονοτός

με αγκώνες (γωνιές)

αγκωσιά

αγκοσιά, αγκούσια

διάστημα ίσο με ένα πόδι (μέτρο)

αγκώσιμο

αγκόσιμο, γκόσιμο

φούσκωμα, πρήξιμο

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.