Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγλ


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγλ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

10.9.2012

αγλαβανή

αγλαανί, αγλαβανί, ακλαβανί, βλαγανί γκλαβανί, γκλάβανι, γκλαβανί, γκλαβανιά, γκλαβανό, γκλιβανί, γλαανί, γλαβανί, γλαβανί, γλιβανί, κλαβανί, κλαβανί, κλαβανό, κλεβανί, κλιβανί, κλοβανί

γκλαβανή | σλάβικο: glavani | καταπακτή (λόγιο) | συνώνυμα: αφάλι, καπάντζα, καπαντζές, καπάντζια, καπάντσα, καπάτζα, καπάτζια, κεπέγκ, κεπέγκι, κιοπέγκι, κιοπένι, κιπέγκ, μπουκαπόρτα

αγλαβιτσιά

αγκλαβιτσιά, αγκλαβουτσιά, αγλαβιτζιά, αγλαβιτσιά, αγλαβουτσιά, αγλαουτσιά, γκλαβουτσιά

το φυτό Phillyrea media | συνώνυμα: αγλανδινιά, αγλανζινιά, αγλανιδιά, αγλανιτσιά, αγλαντζινιά, αγλαντινέα, αγλαντινιά, αγριομυρτιά (αγριομιρτιά), αράφυλλος (αράφιλος), ασγλατσινιά, γλανιτσιά, γλαντζινιά, γλαντινιά, γκλιουσάδι, γκρέος, γκρεοσιά, γκρεουσάδι γκρεουσάρι, γκρεούσι, γκρεουσιά, εγλενιός, εγλενός, ζελενιά, μερέτι, φελλίκι (φελίκι), φιλίκ, φίλλυκας (φίλικας) φιλουρία, φιλουριά, φλυτσάρι (φλιτσάρι), φύλλικα (φίλικα), φυλλίκι (φιλίκι)

αγλάγανον

 

ρηχό πιάτο

αγλαθεύω

αγλαθέβο, γλαθέβο

σκάβω

αγλαθιάζω

αγλαθιάζο, αγλαφιάζο, γλαθιάζο

καθαρίζω αυλάκι | βαθουλώνω, κουφώνω | περιεργάζομαι (λόγιο)

αγλάθιασμα

αγλαθίαγμαν, αγλάθιασμα, αγλαθίασμαν, αγλάφιασμα

καθάρισμα αυλακιού | σκάψιμο

αγλάθιαστος

αγλάθιαστος, αγλάφιαστος

ακαθάριστος (για αυλάκι)

αγλάκι

 

πηλάλα, τρέξιμο

αγλακώ

αγλακό

πηλαλώ, τρέχω

αγλάμπρα

 

ξέφραγη αυλή

άγλαμπρος

έλαμπρους

πολύ όμορφος

αγλανδινιά

αγλανδινιά

το φυτό Acer campestre | συνώνυμα: αγκλανάρι, εγλενός, εγλιανός, κρέκεζος, σφεντάμι

αγλανιδιά

αγλανδινιά, αγλανζινιά, αγλανιδιά, αγλανιτσιά, αγλαντζινιά, αγλαντινέα, αγλαντινιά, ασγλατσινιά, γλανιτσιά, γλαντζινιά, γλαντινιά

αγλανζινιά [1931] | βλ. αγλαβιτσιά (Phillyrea media)

αγλανιός

αγλανιός, γιλιανός, γκλανιός, γκουλιανός, γλανέος, γλανίδι, γλανιός, γλάνιος, γλανός, γλάνος, γλένιος, γλενός, γλιανεός, γλινός, γουλανός, γουλενός, γουλιανός

το ψάρι Silurus glanis | συνώνυμα: γαϊτάνι, γιαγίν, γιαγίνι, γιαΐνι, γιαΐν, γιγίν, κέτιλα, μυρσίνι (μιρσίνι)

αγλατσίδα

αλατσίδα, γαλακίδα, γαλαντζίδα, γαλαξίδα, γαλασίδα, γαλατίδα, γαλατσδά, γαλατσίδα, γκαλαζίντα, χαλατσίδα

όνομα φυτών α) του γένους Euphorbia και β) της τάξης Compositae

άγλειμμα

άγλιμα, γλίμα, γλίμαν

γλείμμα, γλείψιμο | αυτό που μένει από το λειωμένο σαπούνι, το απολειφάδι, το αποσαπουνίδι

αγλειφιρός

αγλιφιρός

που κάνει για γλείψιμο

αγλειφοκουτάλα

αγλιφοκουτάλα, γλιφοκουτάλα

γλειφοκουτάλα, λαίμαργος (λόγιο)

αγλειφομούνης

αγλιφομούνις, γλιφομούνις, γλιφτομούνις, γλιφτομούνς,

γλειφομούνης

αγλειφοσαγάνης

αγλιφοσαγάνις, γλιφοσαγανάς, γλιφοσαχανάς, γλιφτοσαχανάς

βλ. αγλειφοκουτάλα

αγλειφουσαλίγκαρους

αγλιφουσαλίγκαρους

γλειφοσαλίγκαρος, γυμνοσάλιαγκας | συνώνυμα: γδεμνοσάλιαγκας, γδιμνοσαρακόχλας, γδιμνόχοχλιος, γδυμνοσάλιακας (γδιμνοσάλιακας), γδυμνοχοχλιός (γδιμνοχοχλιός), γδυμοσάλιγκας (γδιμοσάλιγκας), γιμνοσάλγκαρου, γιμνουζάλγκαρο, γιμνουσαλίγκαρου, γκόλιαβος, γκόλιαρος, γκόλιαρους, γκόλιος, γλίτσικας, γυμνοκόχλιδας (γιμνοκόχλιδας), γυμνοκοχλιός (γιμνοκοχλιός), γυμνοσάλιαγκας (γιμνοσάλιαγκας), γυμνοσάλιαγκος (γιμνοσάλιαγκος) γυμνοσάλιακας (γιμνοσάλιακας), γυμνοσάλιακας (γιμνοσάλιακας), γυμνοσάλιακος (γιμνοσάλιακος), γυμνοσαλίγκαρο) (γιμνοσαλίγκαρο), γυμνοσαλίγκαρος (γιμνοσαλίγκαρος), γυμνοσάλιγκας (γιμνοσάλιαγκας), γυμνοσκλημέος (γιμνοσκλιμέος), γυμνοσομαλιός (γιμνοσομαλιός), γυμνουσάλιαγκας (γιμνουσάλιαγκας), ζαρκοσαλίγκαρας, ζορκοσαλίγκαρος, καρίβολας, κοχλίδ, λικάσιονας, λουμάκα, μαχλιός, μαχλιός, νεροσάλιακας, σάλιαγκος, σαλιάρα, σαλιάρης (σαλιάρις), σαλίγκαρος, σαλίτι, σαλίτς, σαμιαλάος, σαρίγκαλος, σιαλάς, σιάλιακας, σιαλίτης (σιαλίτις), σκλημέος (σκλιμέος), σκλιμιός, σκλινέος, σομαλιός, τζιτζιάνης (τζιτζιάνις), τσιτσάνιο, τσίτσιδος, φκιαλίτης

αγλειφούτζης

αγλιφούτζις, αγλιφούτζς, γλιφούτσις

λαίμαργος (λόγιο)

άγλειφτος [1933]

άγλιφος, άγλιφτος

που δεν τον έγλειψαν

αγλείφω

αγλίφο, αγλίφου, αγλίφτο, αγλίφτου, γκλίφου, γλίβο, γλίφου, γλίφτο, γλίφτου, εγλίφο

γλείφω | Buck List: 4.59, lick

αγλειψοσκουτελάς,

αγλιφοσκουτελάς, αγλιφουχστέλς, γλιφοσκουτελάς, γλιφοσκουτέλις, γλιφουχστέλς, γλιψουσκούτιλους

βλ. αγλειφοκουτάλα

αγλενούσα

 

το ψάρι Blennius ocellaris | συνώνυμα: βουλοσαλιάρα, γαδουρέλα, γαϊδουρέλα, γλάνος, γλιαντίνος, γλίνος, γλινού, γλινούδα, γλινούσα, γλισσοκωβιός (γλισοκοβιός), γλιστρίνος, γλιστρόψαρο, γλίτσα, γλίτσαρος, γλίτσης (γλίτσις), γλιτσοκωβιός (γλιτσοκοβιός), γλωσσίνα (γλοσίνα), λαβέρα, μελιχάνα, μυξού (μιξού), σαλιακούδα, σαλιάρα

αγλεούδιαστος

αγλεούδιαστος

δίχως γλεγούδια (κοσμήματα)

αγλέουρας [1931]

αγκλέουρας, αγλέορας, αγλεούρι

το φυτό Euphorbia biglandulosa | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: ελλεβοροσ | συνώνυμα: γαλατσίδα, γαλατσιδόχορτο

αγλέτιστους

 

ακατέργαστος (για δέρματα)

αγλήγορα

αγλίγορα, αγλίγουρα, αγλίγουρας, αγλίκουρα, αγλίορα, αγλιούγουρα, αγλιούγρα, αγλίουρα, αγλούγουρα, αγρίγορα, αγρίγουρα, αλίγορα, αλίγορας, αλίορα, αλιούγρα, γκλίγκορα, γλίβορα, γλίβορι, γλίγορα, γλίγορι, γλίγορις, γλίγουρα, γλιόρα, γλίορα, γλίορες, γλίορι, γλίορι, γλίορις, γλιούρα, γλίουρα, γρίγορα, γρίγορι, γρίγορις, γρίορα, εγλίγορα, εγλίγορτα, εγλίορα, εγλίορι, εγλίορις, εγρίγορα, εγρίορι, ελίγορα, λιγόρα, λίγορα, λίγουρα, λίορα, λίορες, λίορις, ογλίγορα, ογλίγορις, ογλίορα, ογλίορις, ογρίγορα, ογρίγορις, ολίγορα, ουγλίγουρα, ουγλίουρα

γρήγορα, γοργά, σβέλτα, βιαστικά, αρπαχτά

αγλήγορα [1931]

αγλίγορα

το φυτό Thapsia garganica | συνώνυμο: πολύκαρπος (πολίκαρπος)

αγληγόρεμα

αγλιγόρεμα, αγλιγόρεμαν, αλιγόρεμα, αλιγόρεμαν, γριγόρεμα, ελιγόρεμαν, ογλιγόρεμαν, ολιγόρεμαν

γρηγόρεμα, βιασύνη

αγληγορετός

αγλιγορετός, αγλιορετός, αλιγορετός, αλιγορτός, γριγορετός, ελιγορετός, ελιγορτός, λιγορετός, λιγορτός, ολιγορετός

γρηγορετός, βιαστικός

αγλήγορος

αγλίγορος, αγλίγουρους, αγλίουρους, αγρίγορος, αγρίγουρους, αλίγορος, αλίγουρους, γλίβορος, γλίγορε, γλίγορος, γλίγουρους, γλίορος, γλίουρους, γρίγορος, γρίγουρους, εγλίγορος, εγλίορος, εγρίγορος, ελίγορος, λίγορος, λίγουρος, ογλίγορος, ογλίορος, ογρίγορος

γρήγορος, γοργός, σβέλτος

αγληγορώ

αγλιγορό, αγλιγουρό, αγλιορό, αλιγορό, γλιγορό, γλιγουρό, γλιορό, γριγορό, γριγουρό, ελιγορό, λιγορό, ογλιγορό, ογλιορό

γρηγορώ, βιάζομαι

αγληγουράδα

αγλιγουράδα, αλιγουράδα, γλιβοράδα, γλιγοράδα, γλιγουράδα, γλιοράδα, γλιουράδα, γριγοράδα, εγλιοράδα, λιγοράδα, ογλιγοράδα, ογρογοράδα

γρηγοράδα, σβελτάδα

άγληση

άγκλισι, άγλισι

καθάρισμα του χωραφιού από πέτρες και αγκάθια

αγλησίδα

αγλισίδα

το φυτό Reichardia picroides ή Picridium picroides | συνώνυμα: άγρια πικραλίδα, γαλατσίδα, λαγοψώμι (λαγοψόμι), όψωμο (όψομο), πικραλίδα

αγλί

αγλιά

βλ. αγλίμανο

άγλιαστος

 

που δεν είναι γλιστερός

αγλίδι

 

αγλίδια: σκόροδα [Ησύχιος] | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: αγλις | ιταλικό: aglio | το φυτό Allium sativum | συνώνυμα: γελγίδα, γελγίδι, σκόρδο, σκόρδου, σκόρντο

αγλίθα

άβλιθας, αγκλίθα, αγλιά, αγλίθρα, αγουλίθρα, γλίδα, γλίθα

σκελίδα σκόρδου | συνώνυμα: ασκάρδα, ασκάρδη (ασκάρδι), κονίν, παπούδα, σκάρδα, σκελία, σκλίδα, σκλίδι, σκλιδιά, φελί

αγλίμανο

 

αλίμονο

αγλίμανος

αγλίμανος

αλίμονο

αγλίνα

γαλίνα, γκλίνα, γλίνα, γλίνι

γλίτσα, λίγδα, μαλούπα | άλειμμα, λαρδί, λίπα, ξίγκι | γλούσπη, λάσπη, πηλός | σλάβικο: glina

αγλιστήρι

αγλιστίρι

βλ. αγκλιστήρι

αγλίστρα

 

κάποιο μανιτάρι

αγλίστρα

αγκλίστρα, γκλίστρα, γλίστα, γλίστρια, λίστρα

γλίστρα

αγλίστρα [1931]

 

το πουλί Anas platyrhynchos | συνώνυμα: αγέρμανος, αγριόπαπια, βασιλογέρμανο, βοσκάς, γερμάνι, γερμανός, γερομάνι, γες, γέσι, γεσίλι, γεσιλμπάσι, γέσιος, γέσιους, γκρινίτσα, γουρλιάνος, δαγκανούρα, ερμάνι, ζέκος, ζήκος (ζίκος), ισίλι, καθαρά, καθαροπάπι, καθαρόπαπια, καναβή (καναβί), κουδουνάτος, μπιμπιφιέρα, ντρένια, πάπια, πλατσομύτα (πλατσομίτα), πρασίνι, πρασινιάς, πρασινοκέφαλη (πρασινοκέφαλι), ρoυσομύτης (ρoυσομίτις), ρόσα, σφυριχτάρι (σφιριχτάρι) φασκάς, χελιδωνό (χελιδονό), χοχόλα

αγλιστριά

αγλιστριά, γκλιστριά, γλιστριά

γλιστριά, γλίστρημα | το σκουλήκι Lumbricus terrestris | συνώνυμα: αγλίστρα, αντερήθρα (αντερίθρα), γλιστέρα, γλίστρα, γλιστρίτσα, λεμεντήθρα (λεμεντίθρα), μελιούρι, νεροσκούληκας (νεροσκούλικας), σκουληκαντέρα (σκουλικαντέρα)

αγλιστρίδα

αγλιστρία, βλιστρίδα, γλιστερία, γλιστερίδα, γλιστιρίδα, γλιστρία, γλιστρίδα, λιστρίδα

το φυτό Portulaca oleracea | συνώνυμα: ανδράκλα, ανδρικλίδα, αντράκα, αντράκλα, αντράκλι, αντρακλίδα, αντράχλα, αντράχλιου, αντρέκλα, αντρικλίδα, αντρούκλιν, ντράκα, σαλάτα, σκλιμίτσα, τρέβλα, χλιμίτσα, χοιροβότανο (χιροβότανο)

αγλιστρουκουμαριά

αγλιστρουκουμαριά, γλιστροκουμαριά, γλιστρουκμαριά, γλιστρουκουμαριά, γλιστρουκουμπαριά

το δέντρο Arbutus andrachne | συνώνυμα: αγριοκουμαριά, αδραχλινιά, αλαφροκουμαριά, ανδράκλα, ανδράκλας, άνδρακλος, άνδραχλος, ανδροκουμαριά, αντράκλα, άντρακλα, άντρακλας, αντράκλι, αντρακλιά, αντρακλοκουμαριά, άντρακλος, άντραχλας, αντράχλι, αντραχλιά, αντραχλοκούμαρος, άντραχλος, αντράχνα, αντρέκλα, αντροκουμαριά, άντρουκλος, αντρουκουμαριά, χρυσοκουμαριά (χρισοκουμαριά)

αγλιστρώ

αγκλιστρό, αγλιστράο, αγλιστράου, αγλιστρό, γκλιστρό, γλιστράο, γλιστράου, γλιστρό, γλιστρού, γλστρο, λιστράου, λιστρό, χλιστρό

γλιστράω, γλιστρώ | Buck List: 10.42, slide, slip

αγλίτσα

 

βλ. αγκλίτσα

αγλίτσα

αγλίτσια, γκλιάτσα, γλίντσα, γλίσα, γλίσπρα, γλίτζα, γλίτζα, γλίτσα, γλότσα, γρίντζα, γρίντσα, ογλίσα, σγλίντζα

γλίτσα, γλίνα, λάσπη, λίγδα

αγλίτσαστος

 

που δεν έχει πάνω του γλίτσες

αγλιτώνω

αγλιτόνο, αγλιτόνου, γκουλτόνο, γλιτόνο, γλιτόνου, γλουτόνο, γουλτόνο, γουλτόνου, γουρτόνου, εγλιτόνο, κουλτόνου

γλιτώνω

αγλιφτιρός

 

πηλώδης (λόγιο)

αγλογκιά

αβλογκιά, αγκλογκιά, αγλογκιά, αγλουγκιά, αγρουγκιά, βλογκιά, γκλουκιά, γλογκιά, γλοντιά, γλουγκιά, γλουντζιά

σλάβικο: glogk | τα φυτά: Crataegus oxyacantha, Crataegus monogyna, Prunus spinosa, Mespilus germanica

αγλουμία

 

χλωρό ξυλοκέρατο (χαρούπι)

αγλούπης

αγλούπις

λαίμαργος (λαίμαργος)

αγλούπιστος

αγλούπιγος

αγροίκος (λόγιο)

αγλούπιστος

αγλούπιχτος, αγλούπιχος

αξεφλούδιστος

αγλοφώτιστος

αγλοφότιστος

βλ. αγλόφωτος

αγλόφωτος

αγλόφοτος

αβαθούλωτος

αγλύκαντος [1790]

αγλίκαντος, αγλίκαντους, αγλίκαστος, αγλίκαστους αγλίκατος, αγλίκατους

αγλύκατος [1931] | πικρός | πικραμένος

αγλύκιαστος

αγλίκιαστος, αγλίκιασος

βλ. αγλύκαντος

αγλύκιστος

αγλίκιστος

βλ. αγλύκαντος

αγλυκόρριζα

αγλικόριζα, γλικορίζι, γλικόριζα

το φυτό Glycyrrhiza glabra | συνώνυμα: γιάμπολη (γιάμπολι), διάμπολη (διάμπολι), γλυκόριζα (γλικόριζα), γλυκορίζι (γλικορίζι), ρεγολίτσα

άγλυκος [1897]

άγλικος, άγλικους, άγλκος, ανάγλικος, ανάγλικους, ανέγλικος, ανέγλικους

που δεν είναι γλυκός

αγλυκοσάλιαστος

αγλικοσάλιαστος

ο πικραμένος σε όλη του τη ζωή

αγλυκοσάλιστος

αγλικοσάλιστος, αγλικουσάλστους

βλ. αγλυκοσάλιαστος

αγλυσία

αγλισία, ακουσία

απλυσιά

άγλυστος

άγλιστος, ανάγκλιστος

αδιάλυτος (λόγιο)

αγλύστρα [1790]

αγλίστρα, γλίστρα

γλίστρημα

αγλυστρώ [1790]

αγλιστρό, γλιστρό

γλιστράω

αγλυστωτός

αγλιστοτός

βλ. άγλυστος

αγλύτης

αγλίτις

ξύλινη κούπα

αγλύτωτος [1931]

αγλίτοτος

που δεν γλύτωσε από κάτι

αγλώ

αγλο

αντλώ (λόγιο)

άγλωσσο

άγλοσι, άγλοσο

η αγριάδα, η άγρωστις (στα παλιά Αθηνιώτικα) [Φιλήντας 1927] |

άγλωσσο [1931]

άγλοσο, άγλοσον, άγλοσος, άγλοστρος

το φυτό Cynodon dactylon | συνώνυμα: άγραστη (άγραστι), αγριά, αγριάδα, άουστρα, άουστρας, άργαστη (άργαστι), άστρα

άγλωσσος [1635]

άγλοσος

άλαλος, αμίλητος, βουβός

αγλωσσοφάγωτος [1934]

αγλοσοφάγοτος

που δεν τον γλωσσόφαγαν (κακολόγησαν)

αγλώσσωτος

αγλόσοτος

βλ. άγλωσσος

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.