Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγν


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγν

 

Δημήτρη Λιθοξόου

14.9.2012

αγνά (τα)

γνα

τα θαλασσινά (καλαμάρια, σουπιές, χταπόδια, μύδια κλπ.)

αγναγκιάζω

αγναγκιάζο, αχναγκιάζο

απαγκιάζω

αγνάγκιον

αγνάγκιον, αχνάγκιον,

βλ. αγνάντιωμα

αγναδιά

αγναδιά

βλ. αγνάντιασμα

αγναδιαστά

αγναδιαστά

βλ. αγνάντια

αγναεύου

αγναέβου

βλ. αγναντεύω (αντικρύζω)

αγναεύω

αγναέβο, αγνάβο

τούρκικο: anlamak & ağnamak | καταλαβαίνω

αγναίος

αγνέος, χνέος

βλ. αγνός

αγναμάης

αγναμάις

που δεν καταλαβαίνει

αγνανταριό

αγνανταριό

βλ. αγνάντιο

αγνανταστιά

αγνανταστιά

βλ. αγνάντια

αγνανταστιός

αγνανταστιός

βλ. αγναντινός

αγνάντεμα [1931]

αγνάντεβμα, αγνάντιμα, ανάντεμα

αγνάντευμα [1790] | κοίταγμα από μακρυά ή από ψηλά

αγναντένω

αγναντένο, αγναντένου, αναντένο

βλ. αγναντεύω

αγναντερός [1931]

αγναντιρός, αναδιερός, ανεδιερός

περίοπτος (λόγιο)

αγναντεύω

αγναντέβο

βλ. αγναεύω

αγναντεύω [1790]

αγναδέβο, αγναδέβου, αγναντέβγο, αγναντέβο, αγναντέβου, αναντέβο, αγναντέγκου, αναντέβου

αντικρύζω, κοιτάζω από μακρυά ή από ψηλά

αγναντζιεύκω

αγναντζιέφκο

 

αγναντιά

αγναντιά

βλ. αγκοριτσιά (Pyrus amygdaliformis)

αγνάντια [1622]

αγνάγκιον, αγνάδια, αγνάδιου, αγνάντα, αγνάντι, αγνάντι, αγνάντια, αγναντία, αγνάντιν, αγνάντιο, αγνάντιον, αγνάντιου, αγναντίς, αγνάτια, άγνεντα, ανάγκια, ανάδι, ανάδια, ανάδιο, αναία, ανάντια, γνάντια, γνέντα, εγνάντια, εναντία, ενάντια

αγνάντι [1908] | αντίκρυ, αντίκρυτα, κατάγναντα, απέναντι

αγναντιάδα

αγναντιάδα, ανεδιάδα

αγναντερός τόπος

αγναντιάζω

αγναδιάζου, αγναντιάζο

συναπαντώ

αγναντιάζω [1709]

αγναδιάζο, αγναντιάζο, αναγκιάζο, αναδιάζο, αναδκιάζο, αναντιάζο, αναντιάζου, αναντιάνου, ανεδιάζο, ανεντιάζο, γναδιάζο, γναντιάζο

βλ. αγναντεύω

αγνάντιασμα

αγνάντιασμα, ανάιντιασμα

συναπάντημα

αγναντιαστός [1933]

αγναντιαστός

αντικρυστός

αγναντίζω

αγναντίζο, αγναντίζου, αγνατίζο, αναιντιάζου

βλ. αγναεύω

αγναντίζω [1790]

αγναντίζο, αγναντίζου

βλ. αγναντεύω

αγναντινός [1709]

 

αντικρυνός, αντίκρυτος

αγνάντιο

αγνάντι, αγνάντιο, αγνάντιου, άγναντο, ανάντιο

αγνάντιου [1908] | τόπος από όπου μπορείς να αγναντεύεις

αγνάντιος [1622]

αγνάντιος

βλ. αγναντινός

αγνάντιστος

 

που δεν φαίνεται να έρχεται

αγνάντιωμα

αγνάντιομα

βλ. αγνάντιο

αγνάντιωμα

αγνάντιομα, αχνιάγκιομα

απάγκιο

άγναντος [1933]

άγναντους

βλ. αγναντερός

αγναντουρεύω

αγναντουρέβο

βλ. αγναεύω

αγναντώ

αγναντάου, αγναντό, αγνατού

βλ. αγναεύω

αγναντώ [1933]

αγναντό

βλ. αγναντεύω

αγνάρης

αγνάρις, αγνάρτς, αγνέρις

παράξενος | σπάνιος (λόγιο)

αγνάρω

αγνάρο

βλ. αγναεύω

αγνατζά

 

αυτή που είναι αντίκρυ, αγνάντια

αγνατουρεύω

αγνατουρέβο

κάνω κάποιον να καταλάβει

αγναφιά [1709]

 

η μη λεύκανση

αγνάφισκας

αγναφίσκος, αρναφίσκος, γναφίσκος

το ψάρι Thunnus alalunga | συνώνυμα: αθιάς, γκόφος, τόνος

αγναφοπέτσι

αγναφόπετσα, αγναφόπετσο

ακατέργαστο δέρμα

άγναφος [1622]

άγναθος, άγναφτος

άγναπτος [1908], άγναφτος [1931] | αλεύκαστος (λόγιο) | ακατέργαστος (λόγιο) | αγύμναστος (λόγιο)

αγνάφτω

αγνάφτο, γνάφτο

γυμνάζω (λόγιο)

άγνεθος [1931]

άγνεστος, άγνιθους, άγνιστους, άνεθος, άνεστος, άνιστους

που δεν γνέθηκε

άγνεμα

 

βλ. αγνάντεμα

αγνέρα

αρνέρα

το σημάδια από ρόδα στο δρόμο

αγνέστικος [1908]

 

νηστικός

άγνευτα

άγνεφτα

δίχως γνέψιμο

αγνέφιστος

αγνέφιγος

αξύπνητος

άγνεφος [1933]

 

δίχως σύννεφα | αξύπνητος

αγνητός

αγνιτός

αγνός

αγνί

ενί, γενί, γινί, γνι, νι

υνί, νάκιν

αγνιά

αγνιά, άγνια, άχνια

βλ. αγίζι (πρωτόγαλα)

αγνιερή

αγνιερή, αγνιερόν

τόπος με άγνους (λυγαριές)

αγνικά (τα)

 

βλ. αγνά (τα)

αγνίλας

 

β. αγνιερή

αγνίτσι

 

βλ. άγνος (vitex agnus castus)

αγνίτσινος

 

φτιαγμένος από άγνο (λυγαριά)

αγνοιάρης

αγνιάρις

βλ. αγνοιάρικος

αγνοιάρικος [1908]

αγνιάρικος

περίεργος (λόγιο) | αγνός

άγνοιαστος

άγνιαστος

ξέγνοιαστος

αγνοκαθάριος

αγνοκαθάριος

& καθάριος (για ψωμί από σιτάρι)

αγνομασώ

αγνομασό

μασώ σιγά και χωρίς όρεξη

αγνομέταξος

αγνουμέταξους

ολομέταξος

άγνος

 

το φυτό Lythrum flexuosum

άγνος

αγνέα, άγνες, αγνές, αγνιά

το φυτό vitex agnus castus | προελληνικό, μη ινδοευρωπαϊκό: αγνος | συνώνυμα: αγνίτσι, αλυγαριά (αλιγαριά), γιουφτούλ, καναπίτσα, καναπιτσιά, κουνουπίτσα, λυγαριά (λιγαριά), λυγιά (λιγιά), λύγος (λίγος), μυρολυγαριά (μιρολιγαριά)

αγνός [1622]

αγνίς, αγνιός, αχνός, γνις, χνος

τίμιος (λόγιο) | ανόθευτος (λόγιο) | παρθένος

αγνότη [1931]

αγνότι

αγνότητα (λόγιο)

αγνοφαΐα

 

νηστίσιμο φαΐ

αγντάς

αγδάς

τούρκικο: ağda | χαλάουα | σιρόπι για γλυκό

αγντώνω

αγδόνο, αγντόνο

πικραίνω (για σιρόπι)

αγνύδι

αγνίδι

πέτρα που τεντώνει το στημόνι

αγνωθία

αγνοθία

βλ. αγνωσία

άγνωθος [1933]

άγνοθος, ανέγνοθος

βλ. άγνωστος | που δεν καταλαβαίνει

άγνωμα

άγνομα, ανέγνομα

άβουλα | ανόρεχτα | κουτά

αγνωμάτιστα

αγνομάτιστα, ανεγνομάτιστα

βλ. άγνωμα

αγνωμάτιστος

αγνομάτιστος, ανεγνομάτιστος

αμφισβητούμενος (λόγιο)

αγνωμιά

αγνομιά, αγνουμιά, ανεγνομιά

κουταμάρα | απορία (λόγιο)

αγνώμιαστος

αγνόμιαστος

πράος (λόγιο)

άγνωμος [1931]

άγνομος, άγνουμους, ανέγνομος, ανέγνουμους

άβουλος | ανόητος (λόγιο)

άγνωρα

άγνορα, ανάγνορα

κρυφά

αγνωριά [1931]

αγνοριά

βλ. αγνωσία

αγνωριζάμενος

αγνοριζάμενος, γνορζάμενος, γνοριζάμενος, γνοριζάμινους, γνουιιζάμινους, γνουρζάμινους, γνουριζάμενος

αυτός που γνωρίζει, που ξέρει, που κατέχει

αγνωρίζω

αγκνορίζο, αγκρονίζο, αγκρονίσζο, αγκρονίτζο, αγνορίζο, αγνορίζου, αγνουρίζο, αγνουρίζου, αγρονίζο, αγρονίσζο, ακνορίζο, ακνορίζο, ανγορίζο, ανορίζο, ανορίο, ανορίτζο, αρνορίσζο, αχνορίζο, αχρονίζο, γκουίιζου, γκρανίζο, γκρονίζο, γκρονίζου, γκρουνίζο, γνορζό, γνορίζο, γνορίζου, γνορίντζο, γνορό, γνόρο, γνουρίζο, γνουρίζου, γνουρίο, γουρνίζο, γουρνίζου, γρονίζο, γρονίζου, γρονίντζο, γρονίτζο, γρουνίζο, γρουνίζου, γρουνίνο, γρουνό, εγνορίζο, εγνορίζου, εγνορίντζο, εγνορίου, εγνορό, εγρονίζο, εγρονίντζο, εγρονίτζο, εγρουνίζο, ενορίζο, ενορίντνζο, εργονίζο, εχρονίζο, ιγνορίζο, ιγνουρίζου, ιγρονίζο, ιγρουνό, ιχρονίζο, νορίζο, νορίντζο, χνορίζο, χρονίζο

γνωρίζω, απεικάζω, ξέρω | γνώθω, καταλαβαίνω, νιώθω

αγνωριμία

αγκρονιμιά, αγνοριμία, αγρονιμία, αχρονιμία, γνοριμιά, γνοριμία, γνοριμνιά, γνουριμιά, γνουριμνιά, γνουρμιά, γρονιμιά, γρονιμία, γρουνιμιά, εγνοριμιγιά, εγρονιμία, εργονιμία, χρονιμία

γνωριμία

αγνωριμίδα

αγνοριμίδα, αγρονιμίδα, γνοριμίδα

βλ. αγνωριμία

αγνώριμος

αγνόριμος, αγρόνιμος, αχρόνιμος, γνόριμος, γρόνιμος, εγνόριμος, εγρόνιμος, χρόνιμος

γνώριμος

αγνώριμος [1635]

αγνόριμος, αγνόριμους, αναγνόριμος, ανεγνόριμος, ανιγρόνμους

βλ. αγνώριστος

αγνωρισιά [1659]

αγνορισά, αγνορισιά

βλ. αγνωσία

αγνώριστος [1622]

αγνόρετος, αγνόριγος, αγνόριστε, αγνόριστος, αγνόριστους, αγνόρστους, αγουνόριστε, αγρόνιστος, αγρόνστος, αλεγρόνιστος, αναγνόριστος, ανεγνόριγος, ανεγνόριστος, ανεγρόνιστος, ανιγνόριστους, ανιούζιστε, ανιούριστε, ανίριστε

που δεν αναγνωρίζεται

αγνωρογεννημένος

αγνορογενιμένος

γεννημένος από άγνωστους γονείς

άγνωρος [1931]

άγνορος, ανέγνορος, ανέγνουρους

βλ. αγνώριστος

αγνωσία [1622]

αγνοσά, αγνοσιά, αγνοσία, αγνοσκιά, αναγνοσιά, αναγνοσία, ανεγνοσία, ανιγνουσιά

αγνωσιά [1709] | απερισκεψία (λόγιο) | αμάθεια (λόγιο), ακατεχιά, ανηξεριά

αγνωσίλα

αγνοσίλα

λάθος από αγνωσιά

άγνωστα [1622]

άγνοστα, αγνοστά

αγνωστά [1708] | κρυφά | κουτά

αγνωστεύω [1659]

αγνοστέβο

δεν κατέχω

άγνωστος [1622]

άγνοστε, άγνοστος, άγνουστος, άγνουστους, ανάγνοστες, ανέγνοστος, ανίγνουστος, άνοστος

όχι γνωστός | ακάτεχος | κουτός

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.