Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από αγο


 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από αγο

 

Δημήτρη Λιθοξόου

25.9.201

αγόγγυστος [1635]

αγόγκιστος

υπομονετικός (λόγιο)

αγόγλωσσος

αγόγλοσος

το φυτό Anchusa azurea | συνώνυμο: πουράντσα

αγόδερ

 

επικαρπία (λόγιο)

αγοή

αγογί, αγοί, αγουί, αοί, γοί, γόι, γούγια, γουί, γούι

γοή | στεναχώρια | αγανάχτηση | φόβος

αγοΐζω

αγοίζο

ευδοκιμώ (λόγιο) | παραφέρομαι (λόγιο)

αγοϊσμένος

 

έξαλλος (λόγιο)

αγομάριαστος

αγιομάριαστος, αγομάριαστος, αγουμάριαστος, αομάριαστος

αδεμάτιαστος

αγομάριστος

 

δίχως γόμα (κόλλα)

αγομέντο

 

ιταλικό: aumento | αύξηση (λόγιο), αβγάτισμα

αγόμουζα

αογόμουζα

αλογόμυγα

αγόμωτος [1931]

αγόμοτος, αγόμοστος

αγέμιστος

αγονάτιστος [1931]

αγουνάτγους

που δεν γονάτισε

αγόνι

αγκόνι, γονί, γόνι

το μικρό ψάρι | η κόνιδα

αγοπάνω

αγοπάνο, αγουπάνο, αγπάνου, αιπάνου, αοπάνο, αουπάν, αουπάνο, αουπάνου, απάν, απαπάνο, απεπάνο, αποπάν, αποπάνο, αποπάνου, απουπάν, απουπάνο, απουπάνου, απφάν, αχπάν, αχπάνου, επεπάν, ουπάνο, ποπάνο, ποπάνου, πουπάνο, πουπάνου

αποπάνω

αγόπετσε

 

πετσί από άλογο

αγόπουλο

αγόπλου

ο γιος του αγά

αγόρα

 

κορίτσι

αγορά [1659]

αγουά

Buck List: 11.85, market (place) | παζάρι, φόρο | το κόστος | βλ. & αγόρασμα

αγόρα [1933]

 

βλ. αγοροκόριτσο

αγοράδα [1614]

 

βλ. αγόρασμα

αγοράζω [1622]

αβοράζο, αγοράζο, αγοράνου, αγοράντζο, αγουράζου, αγουρνό, αοράζο, αουράζο, αουράνου, αφεράτζο, αφοράτζο, βοράζο, βοράτζο, γκουράζου, γοράζο, γοράνο, κγουράζου, κοράτζο, κχοράτζο

Buck List: 11.81, buy

αγοράκι [1897]

 

υποκ. του «αγόρι»

αγορασιά [1622]

αγορασιά, αγορασία

βλ. αγόρασμα

αγορασιμιός

αγορασιμιός, αγουρασιμιός

βλ. αγορασμένος

αγοράσιμον

 

βλ. αγόρασμα

αγόρασμα [1635]

αγόρασμαν, γόρασμα

το να αγοράζεις κάτι

αγορασμάτιν

 

αυτό που είναι αγορασμένο

αγορασμάτου [1908]

 

πράγμα για αγόρασμα

αγορασμένος [1622]

 

που τον έχουν αγοράσει

αγορασμός [1709]

αορασμός

βλ. αγόρασμα

αγοραστάρης

αγοραστάρις

βλ. αγοραστής

αγοραστής [1622]

αγοραστιός, αγοραστίς, αγουραστίς

αυτός που αγοράζει

αγοραστικός [1709]

αοραστικός

που αγοράστηκε

αγόραστος

αγορταστέ, αγόραστους

που δεν αγοράστηκε

αγοραστός [1659]

 

βλ. αγορασμένος

αγοράστρια [1709]

 

αγοράστρα [1709] | θηλυκό του «αγοραστός»

αγορέλι

αγουρέλ

βλ. αγοράκι

αγόρι [1622]

αγκόρι, αγόρ, αγόριν, αγούρ, αγούρι, αγούριν, αιγόρ,

Buck List: 2.25, boy

αγόρια (τα)

αγόρια

μεταξοσκώληκες (λόγιο) | συνώνυμα για τον μεταξοσκώληκα: καματερό, καματερόν, μεταξαριό, μεταξοσκούληκο (μεταξοσκούλικο), μπουντίνος, μπουντίνους

αγορίλα

 

η μυρουδιά του αγοριού

αγορίνα [1933]

 

χαϊδευτικό για αγόρι ή για φίλο

αγορίσιος

αγορίσιος

βλ. αγορίστικος

αγορίστικος [1933]

αγουρίτκους

που είναι (ή μοιάζει με) του αγοριού

αγορίστινος

 

βλ. αγορίστικος

αγορίτσα

 

βλ. αγόρα

αγοροβότανο

 

το φυτό Fritillaria graeca

αγοροκορασούλι

 

βλ. αγοροκόριτσο

αγοροκόριτσο [1933]

αγουρκόρτσου, αγουρουκόρτσου

κορίτσι που μοιάζει (ή φέρεται) σαν αγόρι

αγορομάνα

αγουρουμάνα

μάνα αγοριών

αγοροπουλησιά

αγοροπουλισιά, αγοροπουλισία

αγοροπωλησία (λόγιο)

αγοροπουλητής [1931]

αγοροπουλιτίς

έμπορας

αγορόπουλο

αγουρόπον

υποκ. του «αγόρι»

αγορού

αγουρού

βλ. αγόρα

αγόρου

 

αντρογυναίκα

αγορούδι

αγορούδ, αγουρούδ, αγουρούδι

υποκ. του «αγόρι»

αγόρους

 

βλ. αγόρι

αγοροφέρνω [1933]

αγοροφέρνο

μοιάζω (ή φέρομαι) σαν αγόρι

αγόρω

αγόρο

βλ. αγόρα

αγός

αγό

λαγός

άγος

 

η πρόπολη (λόγιο) στην κυψέλη

αγός [1908]

αός, ναός

οχετός (λόγιο)

αγοτζάρω

αγοτζάρο, αγοντζάρο

κυνηγώ

αγότζο

 

κυνήγι | βλ. αβτζηλίκι

αγούβιαστος [1933]

αγούβιαστος

βλ. άγουβος

άγουβος [1933]

 

δίχως γούβα

αγουβοτσάπι

 

βλ. αγουτσάπι

αγούδουρας [1908]

αβγούδουρας, αβούλουρας, αγδέρος, αγδούρι, αγκούδαρος, αγκούδουρας, αγουβούρα, αγούγδιουρας, αγούδαρο, αγούδαρος, αγούδερο, αγούδερος, αγουδίρος, αγούδουνον, αγούδουρο, αγούδουρος, αγούζαρο, αγουθούρα, αγουθούρας, αγουίδαρος, αγούλουρας, αγούουρας, άγουρας, αγούριδας, αζούδουρα, αούδουρας, αρκουδούρα, ασγουδούρος, γούδερο, γούδουρας, γούδουρο, γουθούρα, όγδουρος, ούδουρας

το φυτό Hypericum crispum | συνώνυμα: θερμόχορτο, σκουδρίτσα, τσέρφα

αγούδουρο

 

το φυτό Androsaemum hircinum | συνώνυμο: νεροκοίκτι (νεροκίκτι)

αγουδουροπαρασύρα

αγουδουροπαρασίρα

βλ. αγουδαρόσκουπα

αγουδουρόσκουπα

αγκουδουρόσκουπα

σκούπα φτιαγμένη από αγούδουρα

αγούζ

 

βλ. αγίζι (πρωτόγαλα)

αγουζά

 

κάποιο φυτό

αγούθαλμα

 

σταφύλι με μεγάλες κοκκινόμαυρες ρώγες

αγουϊριάζου

αγουιριάζου

φέρνω γούρι

αγούλα

 

βλ. αγούλαρο

αγούλα

 

σάλτσα φτιαγμένη στην κατσαρόλα, με αλεύρι, λάδι, σκόρδο, πιπέρι, αλάτι και αυγολέμονο

αγούλα

αγούλ, αγούλε, βούλα, βουλός, γκουλ, γόλα, γουλ, γουλί, γούλι, γούλια, γούλντα, γούλος, κούλα, ούα, ούλα, σγκούλα, χούλι

γούλα, μάμα, μπζαμπζάκους, ρέτζα, σγάρα, πρόλοβος (λόγιο) | γουργούρι, καταπιώνας, καταπινάρι, καταπίτης, ντερεκάδα, τσάρουχας, οισοφάγος (λόγιο)

αγουλάμπασας

 

αχόρταγος

αγουλάνευτος

αγουλάνεφτος

αμεταχείριστος (λόγιο)

αγουλαράς

αγουλαρέας

που έχει μεγάλα αγούλια (ούλα)

αγούλαρο

αγούλαρι, αγούλιερας

το φυτό Sorgum vulgare | συνώνυμα: βούλιαρο, καλαμπόκι, σκούπα

αγουλαρούνι

γουλαρούνι

που είναι μικροκαμωμένος και δοντάς

αγούλι

αγίλι

βλ. αγίλι

αγούλι

αγούλ

βλ. αγόπουλο

αγούλι

γούλι

ούλο (λόγιο)

αγουλιανός [1933]

αγουλιανός

βλ. αγλανιός (Silurus glanis)

αγουλιάρης

αγουλιάρις

βλ. αγουλαράς

αγουλίζου

γουλίζο, γουλίζου

γουλίζω, χτυπώ το χταπόδι για να μαλακώσει

αγουλονάρι

αγουλονάρια, αγουλοναριά, αγλουναριά

το φυτό Euphorbia gerardiana | συνώνυμα: γαλατσίδα, γαλατσιδόχορτο

αγούλωτος

αγούλοτος

λιτοδίαιτος (λόγιο) | μη περιχωματισμένος (λόγιο)

αγουμάς

αμουάς, αουμάς, αομάς, γούμος, κουμάσι, κουμάς, κούμος, κομάς, κμάσι, κμας

τούρκικο: kümes | κουμάσι, κοτέτσι | συνώνυμα: γκαλινάρι, καθικιά, καθίστρα, καπονάρα, καπονέρα, καπονιέρα, κατιά, κατίκ, κάτικας, κατίκι, κάτκας, κιτάς, κιτάστρα, κιτάστρια, κλούβα, κμάσι, κντέτσι, κοίτη (κίτι), κοκοτζέλι, κόρνα, κοταριό, κοτέτς, κοτόκαλη (κοτόκαλι), κοτολόγος, κοτοτούτι, κοτοτσούτι, κούρνα, κούρνια, κουτέτς, κουτέτσι, κουτέτσος, κουτέτσους, κουτουκούμασου, κουτσίνα, οβαστάριν, ορνιθαριό, ορνιθοκούμασο, ορνιθώνας (ορνιθόνας), πλογόμι, πόνε, πόνια, τσούτα, φωλιά (φολιά)

αγούμαστος [1933]

αγιόμαστο, αγούμαστε, αγούμαστο, αγούμαστους, αγούμιστο, αγούμιστος, αζούμαστο

ποικιλία σταφυλιού (άσπρο, με μεγάλη ρώγα και χοντρή φλούδα)

αγουμέντο

 

προκοπή

αγούμιαστος

αγούμιαστος ,αγούμαστους

ασουλούπωτος

αγούμνιαστους

αγούμνιαστους

βλ. αγούμαστους

άγουνας

 

κάποιο φυτό με μπλε λουλούδια (Κέρκυρα)

αγούνιαστος

αγούνιαστος, αγούνιαστους

βλ. αγούννωτος

αγουνίδα

 

βιασύνη

αγούννωτος [1933]

αγούνοτος

δίχως γούνα

αγουπικρό

 

κάποιο χόρτο

αγούπος

 

βλ. αγιούπας (Gyps fulvus)

άγουρα [1635]

 

πρόωρα (λόγιο)

αγουράδα [1622]

αγκουράδα

στυφάδα | χέρσος τόπος

αγουραθανατισμένος

αγρουθανατσμένους

που πέθανε ξαφνικά

αγουρακός

αγουριακός

αντρίκειος

αγουρανέβατος

αγκουρανέβαστος

άζυμο ψωμί

αγουράνος

 

βλ. αγόρι

αγουραπηλογιά

αγουροπιλογιά, αουροπιλογιά

βρισιά

αγουραρρεβωνιάζομαι

αγουραρεβονιάζομε

αρραβωνιάζομαι μικρός

αγουράτικο

αγκουράτικο

ποικιλία σύκου

αγουράτικος

αγουράτκος

βλ. αγουρακός

αγουρέα

 

βλ. αγουρίλα

αγουρέλα

 

κάτι που είναι άγουρο

αγουρέτα

 

αντρειοσύνη

αγούρευτος

αγούρεφτος

ακούρντιστος

αγουρεύω

αγκουρέβγο, αγουρέβο, αγουρέβου, αουρέβο

τρομάζω ένα παιδί | αντιπαθώ (λόγιο)

αγουρήθρα

αγουρίθρα

βλ. αγουρίδα

αγούρι

 

βλ. αγουρίδα

αγούρι

αγκούριο, αγούρ, γιούριν, γουρ, γούρι, γούριν, ογλούρι, ογούρι, ογούριν, οούριν, ουγούρ, ουγούρι, ουρ, ούρι, ούριν

τούρκικο: uğur |καλή τύχη

αγουριά

αγουριά

βλ. αγουράδα

αγουριάτε

αγουριάτε, αγουριότε

ανδρισμός (λόγιο)

αγουρίδα [1622]

αβρίρα, αγκουρίδα, αγορίδα, αγουδούρα, αγουίδα, αγρίδα, ακουρίδα, αουρία, αουρίδα, γρούδα

αγουρήθρα [1931] | το άγουρο σταφύλι

αγουρίδης

αγουρίδις, αουρίδις

βλ. αγόρι

αγουρίδι [1931]

αουρίδι

βλ. αγουρίδα

αγουριδιάζω

αγκουριδιάζο, αγουρδιάζο, αγουριδιάζο, αγριδιάζου

ξινίζω

αγουριδοζούμι

αγουριδάζουμο, αγριδόζουμου, αγριδουζούμ

αγουριδόζουμον [1709], αγουριδόζουμο [1931] | χυμός από αγουρίδες

αγουριέμαι

αγουριέμε

αλυχτώ (για σκύλο)

αγουρίζω

αγουρίζο, αγκουρίζο

είμαι αγίνωτος (για φρούτα)

αγουρίκλα

αγκρίκλα, αγρίκλα

βλ. αγουρίδα

αγούρικος

γουρικός, γούρικος, γούρκους, ούρικος

βλ. γουρλής

αγουρίλα

αγουρίλια

η μυρουδιά ή η γεύση του άγουρου

αγουριλίδικος

αγουριλίτικος, αγουρλίδικους, γουριλίδικος, γουρλίδικος, γουρλίδκος, γουρλίδκους, γουρλίικος, γουρλίτικος, γουρλίτκους, γουρλούδικος, γουρλούθκους, ογουρλίδικος, ογουρλούδικος, ογουρλούδικους, ουγουρλίδικους, ουγουρλούδικος, ουγουρλούδικους, ουρλίδικος, ουρλούθκους

βλ. αγουρλής

αγουρίτας

 

άγουρος καρπός

αγουρίτης

αγουρίτις, αουρίτις

βλ. αγόρι

αγουρίτσα

 

βλ. αγουρίδα

αγουρίτσης

αγορίτσις, αγουρίτσις, αγουρίτσος

βλ. αγοράκι

αγουρλής

αγουρλίς, αγουρλούς, γουριλίς, γουρλούς, ογουρλίς, ογουρλούς, οουρλίς, ουγουρλίς

γουρλής | τούρκικο: uğurlu | συνώνυμα: τυχερός (τιχερός), καλόμοιρος (καλόμιρος), καλοπίχερος, καλορίζικος, καλότυχος (καλότιχος), μπαχτιλίτικος, ριζικάρης (ριζικάρις), ριζικάρικος, φουρτουνάτος, χερικάρης (χερικάρις)

αγουρλώ

αγουρλό

βλ. αγοράζω

αγούρμαστος [1933]

αγούρμαστους

βλ. άγουρος

αγούρνιαστος

αγούρνιαστος, αγούρνιαστους

δίχως γούρνα

αγουρόγελο

 

ψεύτικο γέλιο

αγουρογερασμένος [1933]

 

που γέρασε πριν την ώρα του

αγουρογερνώ [1933]

αγκουρογερνού, αγουριγερνάο, αγουρογεράζο, αγουρογερνό, αγουρογερνού

αγουρογεράζω [1933] | γερνώ πριν την ώρα μου

αγουρογίνομαι

αγουριγίνομε

γίνομαι πριν την ώρα μου

αγουρόγλωσσος

αγουρόλογος

αυτός που βρίζει

αγουρογραπιδέα

 

βλ. αγκορτσιά (Pyrus amygdaliformis)

αγουρογραπίδι

 

άγριο απίδι (αχλάδι)

αγουροδαμάσκηνο

αγουροδαμάσκινο

το άγουρο δαμάσκηνο

αγουροδιωματάρης

αγουροδιοματιάρις, αουροιματάρι

νέος όμορφα ντυμένος

αγουροδροσερός

 

όμορφος νέος

αγουροζημιώνομαι

αγουροζιμιόνομε

παθαίνω ζημιά από ασυλλογισιά

αγουροζίφω

αγουροζίφο

ζουπώ και σπάω κάτι που δεν είναι ώριμο

αγουροθάνατος

αγρουθάνατους

ο ξαφνικός θάνατος

αγουροθερίζω

αγουροθερίζο

θερίζω το στάρι πριν γίνει καλά

αγουροκαταπίνω

αγουροκαταπίνο

ξεροκαταπίνω

αγουροκόβω [1933]

αγουροκόβο, αγουροκόβου, αγουροκόφου, αγρουκόβου

κόβω τα φρούτα άγουρα

αγουρόκομμα

αγουρόκομα

το κόψιμο άγουρων φρούτων | το αγουροξύπνημα

αγουρόκουλους

 

το άγουρο μαύρο μούρο

αγουρόλαδο [1933]

αγουρόλαδε, αγρόλαδο, αγρόλαδου, αγκουρόλαδο, αγκουρόλαδου

αγουριδόλαδον [1709] |παρθένο λάδι | λάδι από άγουρες ελιές

αγουρολόγι

 

ο καρπός της ελιάς, που τον μαζεύουν πριν ωριμάσει

αγουρολόγος

 

βλ. αγουρόγλωσσος

αγουρομάζωμα

αγρουμάζουμα

το μάζωμα άγουρων φρούτων

αγουρομαζώνω [1933]

αγρουμαζόνου

βλ. αγουροκόβω

αγουρομανάτσι

αγουρομάνακο, αγρομάνακο

νόστιμη ελιά που αργεί να ωριμάσει

αγουρομαραγγιάζω

αγουρομαραγκιάζο

κάνω κάτι να μαραθεί πριν την ώρα του

αγουρομιλώ [1709]

αγουρομιλό

μιλώ απότομα

αγουροξύπνημα [1933]

αγκουροξίπνιμα, αγουροξίπνιμα, αουροξίπνισμα

πριν της ώρας, απότομα ξύπνημα

αγουροξυπνημένος [1931]

αγουροξιπνιμένος

που ξύπνησε απότομα και νυστάζει

αγουροξυπνημός [1933]

αγουροξιπνιμός, αουροξιπνιμός, αουροξιπνισμός

βλ. αγουροξύπνημα

αγουροξύπνητος [1933]

αγουροξίπνιτος, αγκουροξίπνιτος

βλ. αγουροξυπνημένος

αγουροξυπνώ [1931]

αγκουροξιπνό, αγουροξιμάου, αγουροξιπνάο, αγουροξιπνίζο, αγουροξιπνό

ξυπνώ απότομα, πριν τη ώρα

αγουροπαίδιν

αγουροπέδιν, αγουροπέδ

το αρσενικό παιδί

αγουροπαντρεύομαι

αγουροπαντρέβομε

παντρεύομαι μικρός

αγουροπετρίδα [1931]

 

βλ. αγουρίδα

αγουρόπιοτος

αγουρόπιοτος

ξιδιάς (για κρασί)

αγουροπρήσκομαι

αγκουροπρίζουμι αγουροπρίσκομε

πρήζομαι

αγουρόπρησμα

αγουρόπρισμα

πρήξιμο

αγουροπρησμένος

αγκουροπρισμένος, αγκουρουπρισμένους, αγουροπρισμένος

πρησμένος

αγουρορμάζω

αγουρορμάζο

ωριμάζω αφού κοπώ (για φρούτα)

άγουρος [1622]

άγαρος, άγκουρος, άγκουρους, άγορος, άγουρε, άγουρους, άγρο, άγρος, άγρους, άδουρος, άιγορος, άιγουρος, άκουρος, άορος, άουρος, άρβο

αγίνωτος, που δεν έχει ωριμάσει | αγόρι

αγουροσέπομαι

αγουροσέπομε

σαπίζω πριν την ώρα μου

αγουροσίρμα

αουροσίρμα

κομμάτι από δέρμα, που κόβουν λουρίδες

αγουροσπάνω

αγουροσπάνο, αγρουσπάνου, αγρουσπάου

σπάω σπυριά

αγουρόσπασμα

αγρόσπασμα

σπασμένο σπυρί

αγουρόσυκος

αγκουρόσκους

αγίνωτο σύκο

αγουροσύνα

αγουροσίνα

αντρειοσύνη

αγουροσύνη [1931]

αγουροσίνι

αγινωσιά

αγουρότε

αγουρότα

βλ. αγουροσύνα

αγουροτρώγω

αγουροτρόγο, αγουροτρόου, αγρουτρόου

τρώω άγουρα φρούτα

αγουρούλι

αγκουρούλι

πολύ χοντρός

αγουρουμαραγγιάζου

αγουρουμαραγκιάζου

μαραίνομαι πριν την ώρα μου

αγουρούπα

 

κάποιο φυτό (Λήμνος)

αγουρούτσικος

 

υποκ. του «άγουρος»

αγουροφάγος

αγκουροφάγος, αγουρουφάς αγουροφαγάς, αγουροφάγις, αγουροφάς, αγουροφάις, αγουροφάος, αγρουφάις, αγρουφάους

αγουροφάης [1908], αγουροφάγης [1931] | που τρώει τα άγουρα

αγουροφαίνομαι

αγκουροφένομε, αγουροφένομε

ξινοφαίνομαι

αγουροφέρνω [1933]

αγρουφέρνου

είμαι λίγο άγουρος (για φρούτα)

αγουροφίλημα [1908]

αγουροφίλιμα

το φίλημα της κόρης από αγόρι

αγουροφτασμένος

αγρουφτασμένους

για φρούτο που κόπηκε άγουρο και μετά ωρίμασε

αγουροφυτεύω

αγουροφιτέβο

φυτεύω κλήματα άκαιρα

αγουροφύτι

αγουροφίτι

κλήμα άκαιρα φυτεμένο

αγουροχιόνισμα [1931]

αγουροχιόνισμα

χιόνι που πέφτει πριν την ώρα του

αγουρωμένος

αγουρομένος

αντρειωμένος

αγουρώνω

αγκουρόνο, αγουρόνο

αγγρίζω | γουρλώνω

αγουρωπός

αγκουροπός, αγουροπό, αγουροπός, αγρουπός, αουροπός

λίγο άγουρος

αγουρωριμασμένος

αγουροριμασμένος

βλ. αγουροφτασμένος

αγουρωτός

αγουροτός, αγουρουτός

βλ. καλοφτιαγμένος νέος

αγουστέλα [1933]

αγούστελας, αχστέλα

αγουστέλι [1933] | φρούτο που ωριμάζει τον Αύγουστο

αγουστέρα

αγκουστέρα, αγκστέρα, αγροστέρα, αγστέρα, αστέρα, βόστερα, βόστερας, βοστερός, γαστέρα, γκλουστέρα, γκόσταρους, γκόστιρας, γκόστιρους, γκούσαρας, γκουσιτέρα, γκούσρας, γκούσταρας, γκούσταρος, γκούσταρους, γκουστέρα, γκούστερας, γκουστέρνα, γκούστερος, γκουστιάρα, γκούστιαρας, γκούστιαρους, γκουστιέρα, γκούστιρας, γκούστρα, γκούστρας, γνουστέρ, γόστερας, γουστέρα, γούστερας, γουστέρια, γουστερός, γούστερος, γουστιάρα, γούστιρος, γούστιρους, κουστέρ, κουστέρα, μόστερας, μπουστέρα, μπούστερος, ξτέρα, ουστέρα, σκορτσέρα, σκουντέρα, σκουντόρα, σκουτέρα, φλουστέρα, φουστέρα, φούστερας, φούστερος

σλάβικο: gušter | οι σαύρες Lacerta communis & Lacerta viridis

αγουστερίτσι

βοστερίτσι, γουστερίτσι

η μικρή αγουστέρα (γουστέρα, σαύρα)

αγουστιά [1931]

αγουστιά

κακογουστιά

αγουστιάτης

αβγουστιάτις, αγουστιάτις, αγστιάτις

αυγουστιάτης, σταφύλι που ωριμάζει τον Αύγουστο

αγουστιάτικος

αβγουσθιάτικος, αβγουστιάτικος, αβγουστιάτκους, αγοστιάτικος, αγουιστιάτικος, αγουσθιάτικος, αγουστιάτκους, αοστιάτικος, αουστιάτικος, αουστιάτκους

αυγουστιάτικος

αγουστινός

αβγουστινός

αυγουστινός, καρπός που ωριμάζει τον Αύγουστο

αγουστοκοκόμπελο

 

δαμάσκηνο που ωριμάζει τον Αύγουστο

αγουστολίδι

 

κλήμα που κάνει πρώιμα γλυκά σταφύλια με λεπτή φλούδα (μόνο για φαΐ, όχι για κρασί)

Άγουστος [1622]

Άβγαστος, Άβγαστους, Άβγοστος, Άβγουστος, Άβγουστους, Άβοστος, Άβουστος, Άγιστρους, Άγκουστο, Άγοστος, Άγουστε, Άγουστο, Άγουστον, Άγουστος, Άγουστους, Άγστους, Άγτος, Άλουστος, Άξτος, Άξτους, Άοστες, Άοστος, Άουστο, Άουστος, Άουστους, Άχστους

ο μήνας Αύγουστος | λατινικό: Augustus | συνώνυμα: Διπλοχέστης (Διπλοχέστις), Δριμάρης (Δριμάρις), Πεντεφάς, Σουκολόης (Σουκολόις), Συκολόγος (Σικολόγος), Τραπεζοφόρος, Τρυγομηνάς (Τριγομινάς), Τρυγητής (Τριγιτίς)

άγουστος [1933]

 

δίχως γούστο, κακόγουστος

αγουτζής

 

βλ. αβτζής

αγουτσάπι

γουτσάπι

& αγουβοτσάπι ή γουβοτσάπι η χωραφοτσάπι, τσαπί για να ανοίγουνε γούβες (λάκκους στα αμπέλια)

αγούτσι

 

αλογάκι

αγούτσι

 

λαγουδάκι

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis, in quo graeca vocabula novatae significationis, aut usus rarioris, barbara, extica, ecclesiastica, liturgica, tactica, nomica, jatrica, botanica, chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis, ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis & Impensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1897: Λεξικόν Ελληνογαλλικόν, συνταχθέν και εκδοθέν υπό Αγγέλου Βλάχου, εν Αθήναις 1897.

1908: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, πρώτος τόμος, εν Αθήναις 1908.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, πρώτος τόμος, Αθήναι 1933.