Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπγ-μπη


  



Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπαγ-μπη


 

Δημήτρη Λιθοξόου

24.1.2012

μπγαδάκ

υποκ. του «μπιγάδι»

μπγαδάς

πηγαδάς: ο μάστορας που έφτιαχνε πηγάδια

μπγαδέλ < bγαδέλ’ [2006], μπγαδούλ < bγαδούλ’ [2006]

υποκ. του «μπιγάδι»

μπγάδιασμα < μπ’γάδιασμα [2011]

το μπουγάδιασμα των ρούχων

μπγας

βλ. μπίκας

μπγιαδόστουμου

το στόμα του πηγαδιού

μπγιάλια (τα) < bγιάλια [2006]

πανιά ή δέρματα, που με αυτά τύλιγαν τα πόδια, πριν βάλουν τα τσαρούχια

μπδουλ < μπ’δουλ’ [1964], μπδουλ < bδουλ’ [2006]

σκουλήκι του τυριού

μπδουλιάζου < μπδουλιάζου [2006]

γεμίζω μπδούλια (για το τυρί)

μπδω [1946], μπδω < bδω [2006]

πηδάω, πηδώ, αμπδάου, αμπδάω, αμπδώ, αντζοπιδώ απιδάου, απιδώ, απιώ, ατλαέβω, γρασκελάω, δρασκελάω, δρασκελίζω, δρασκελώ, δρασκελώνω, δρασκιλάω, δρασκλίζω, λαγκέβω, λανγκέβω, ντρασκλώ, πδάου, πδάω, πδω, πιδάου, σαλντίζου, σαλντώ, σαλταπδώ, σαλτάρω, σαλτέρνου, σαλτέρνω, σαλτοκοπώ, σαλτοπιδώ, σαρτάω, σαρτένω, τραπιδάω, τραπιώ | χοροπηδώ, θραμπέβγομαι, κοντοχορέβω, κουκουμελιόμαι, κουκουμπλιόμαι, ντριτσινάω, σκατζίζω, σκριμιδάω, σιγκαθώ ταραπουτζίζω, τριτσινάω, τσιτώ, τριλαγκέβω τριμπιδώ, τσέλουμαι, χοπλαΐζω

μπεγιραντόνης [2001b]

δοντάς, αντοντάς, δοντέ, δόντιους, ζανούπας, καπροντόνης, καραδόντας, σκαπεταντόνης, τσαποδοντάς

μπεγιρόμιγα [2001b], μπεγιρόμιγια [2001b]

το έντομο Hippobosca equina: αλογόμυγα, αγόμουζα, αγόμτσα, αλαγομία, αλογόμια, αλογόμουγια, αλογόμζα, αλογόμουζα, αλοόμια, αλουγόμγα, αλουγόμγια, αλουγόμια, αλουγόμιγα, αλουγόμσα, αλουόμια, αογόμουζα, απαρόμουγια, βίντζος, βίντος, βοδόμιγα, βοϊδόμυγα, βουδόμια, λαγόμπλα, λογόμδα, μουλαρόμιγια, νταβάν, ντάβανος, νταβανούης, ντάβανους, στρέκλα, τάβανος

μπεγίτ [ 1960a]

δίστιχο (λόγιο)

μπέγκα

λεκές, μάκα, μάκια, μακιά, νταγκάς, νταγκιά, ντάμκα, ντάμκια, πέγκα, σίχνα

μπέγκαρης [1966]

κάποιο μαύρο σταφύλι

μπεγλέρι [1709], μπεγλέρια (τα) [1933]

όνομα σταφυλιού

μπεγλέρι [1961], μπιγλέρ < bιγλέρι [2006]

κομπολόι, πατεριμή, τεζπίχ | ζάρι, ζαρ

μπεγλερίζω [1998], μπεγλεράω [1961]

παίζω τα ζάρια στη χούφτα για να τα ρίξω

μπεγλικάδια < μπεγλικάδια (τα) [1966]

αχόρταγα ζώα

μπέδουκλο [1934]

εμπόδιο (λόγιο), αμπόδιο, μπόδιασμα, μπόδιο, μπόδουκλους, μπόιστρον | το σκοινί που δένουν (το ένα μπροστά και το άλλο πίσω) τα πόδια του ζώου για να μη φεύγει μακριά από κει που βόσκει: αλμπούτζα, δεμούτζα, διπούζα, ίγκλα, ιλμπούτζα, λιμπούτζα, μπαστούρα, μπαστρά, μπουζιακλιαστίρι, μπράνγκα, παλβάν, πεδολόγα, πέδουκλας, πεδούκλι, πιδούκλι, πράνγκα, σιγκέρισμα, σπέδισμα

μπεδούκου [1987a]

μπαλώνω με δέρμα παπούτσια

μπεζ [1957]

το ανοιχτό καφέ χρώμα

μπέζα [1884c]

ναυτ. σφενδόνη (λόγιο): με αυτή κονταίνουν το σκοινί

μπέζα [1987a]

γέρικη προβατίνα | παλιόγρια

μπεζαδές [1709]

ευγενής (λόγιο)

μπεζιλίκι [1963]

παλιά τούρκικη μονέδα

μπεζιροτούλουμο [1999]

ασκός, ακό, αντζιό, αραγός, ασίδι, ασίν, ασκί, ασκίδι, ασκιδιά, ασκίν, ασκό, άσκο, ασκόπουλε, ασκόπουλο, ασκού, αστσί, γιδιά, γιδοτόμαρο, δερμάτι, διρμάτ, διρμάτι, θιλάκ, κατσιούπι, κατσούπι, οσκλός, περλοή, σκουτάβλιν, τλουμ, τομάρι, τουλούμ, τουλούμι, τραγαζίκα

μπέζντανι

μεγάλος καβγάς

μπεζοβγαίνω [1874a]

μπαινοβγαίνω

μπεζόβολος [1931], μπιζόγαλου [1946], μπιζόβολο [1963], μπιζόβολος

πεζόβολος, αθίβαλος, αθίβολον, αθίβολος, ανθίβολον, ανθίβολος, πεζιόβολος, πεζοβόλος, περόβολος

μπεζογελάω [1874a]

βλ. μπερφαδίζω

μπεζοδούρος [2001a]

βαρίδι από καντάρι (στατέρι)

μπεζόνια (τα) < μπεζόνια [2001a]

ψώνια, οψόνια, σπέζα, ψίνα, ψούνια

μπεζόρδινα (τα) [2001b]

τα σύνεργα του μάστορα, ανάχρια, ανάχριγια, ζιμπράγαλα, ίπιργα, ίπουργα, πιδιγούμενα, πρεσταμέντα, σέια, σιμπράγαλα, συμπράγκαλα, χρίγια

μπεθρακά

βλ. μπλιάκακας

μπέιδουρας

βλ. μπίζουλα

μπέικα

προβατίνα με άσπρο μούτρο

μπέικα [1966]

πολύ καλά (όπως η ζωή του μπέη)

μπέικον [1998]

καπνιστό ή παστό κρέας με λίπος, από γουρούνι

μπέικος [1934], μπέικους, μπεϊλήδικος [1995], μπεϊλίτικος

που μοιάζει ή είναι (με πράγμα ή τρόπο) του μπέη

μπεΐνα [1709]

γεροντοκόρη, γεροντοθυγατέρα, γεροντοκοπέλα, γεροντοκοπελιά, γεροντοκοπελούδα, γεροντοκόριστο, γεροντοκόριτζον, γεροντοκόριτσο, γεροντοκόρτσο, γεροντολέφτερη, γεροντονιά, γιροντουκόρ, γιρουντοκοπέλα, γιρουντουκόρ, γιρουντουκόρτσου, εροντοθιατέρα, εροντοκοπελούδα, εροντοκοπέλουδο, εροντονιά

μπεϊντίζω [1709], μπιιντώ < bιιντώ [2006]

βλ. μπεγεντώ

μπέισα, μπέισσα [1961]

η γυναίκα του μπέη

μπεκ [1995]

εγχυτήρας (λόγιο)

μπεκ, μπέκιμ

μήπως, άζμπα, άμπα, ατζάμπα, άτζαμπα, άτζεμπα, γιαμ, γιόξα, γιόξαμ, θανά, θάριμ, θάρουμ, ίμιτας, λόμπις, μάκι, μαν, μεδά, μέμπα, μέντζιε, μήνα, μίαρε, μίδα, μιλάθκι, μίμπα, μομ, μον, μπάγι, μπάκας, μπάκε, μπα-να, μπάριμ, μπας, μπας-και, μπάτσε, μπάτσι, πας, πασκίμ, πάτζις, πάτσι, σάκιμ, σάμα, σάμαντι, σάματ, σάματι, σάματις, σάμποτ, σάμπους, σάμπως, σάνκις, σάοντες, σιάματις, τίγαρες, τίγαρις, τίγαρουμ, τσουνκίμ, φόρσε, φόρσι

μπεκανέλα [1963]

το πουλί Lymnocryptes minimus: καψοράχι, κουφομπεκάτσινο, τσιλιβίνι

μπεκανότα (τα)

βλ. μπικικίνια

μπεκιαροσίνη < μπεκιαροσύνη [1931]

βλ. μπεκιαριλίκι

μπέκιος < μπέκιος [2001a]

στραβός, στραός, στραβούλιακας, στραβέλιακας στραβαλιγκιόζης

μπέκλια (τα)

σχολιανά, επιπλήξεις (λόγιο)

μπεκογιάνης

κάποιο πουλί

μπέκου [1964]

αρνί (στα μωρουδίστικα)

μπεκροκανατάς [1933], μπεκροκανάτα [1957], μπικρουκανάτα [1987b]

βλ. μπεκρής

μπεκρόμουτρο [1931], μπεκρόμουτρον [1910]

βλ. μπεκρής

μπεκρού [1934], μπέκρω [1934]

η γυναίκα που μπεκρουλιάζει

μπεκρουλιάζω, μπεκρουλιάζω [1934], μπεκρολογώ [1910], μπεκρολογάω [1934], μπεκροπίνω [1998]

μεθοκοπώ

μπεκρούλιασμα [1934], μπεκρολόγημα [1934], μπεκρολόι [1934]

βλ. μπεκριλίκι

μπέκω [1884b]

βλ. μπζούκα

μπεκώ [1987a]

εμπυάζω, ομπυάζω

μπελαγαϊδάρα < μπελλαγαϊδάρα [1963]

όμορφη γυναίκα με κακά φερσίματα

μπελάζω [1963], μπελάζου, μπελιάζω, μπιλάζου, μπιλιάζου, μπλιάζου

βελάζω, αβελάω, αναβελάζω, αναβελάζου, αναβιλιάζω, αναβλιάζω, βελάζου, βελάω, βελέχω, βιάζου, βιλάζου, βιλιάζου, βιλιάζω, βλάζω, βλιάζου, βλιάζω, μελάζω, μιλιάζου, μπακατζίζου, μπερμπερίζω, πελάζω

μπέλακας [1966]

μίσος (λόγιο)

μπελαμάνα [1931]

ναυτικό χιτώνιο (λόγιο)

μπελάντα [1963]

κόκκινο ρούχο των πρωτοπαπάδων

μπελαντζούλα

μικρή μπελάντσα

μπέλασμα, μπέλιασμα

βέλασμα, βέλαγμα, βελαξιά, βέλιασμα, βέλισμα, βιλαξιά, βιλιαξιά, βίλιασμα, βλιάγμα, μπεμπέρισμα, μέλασμα, ράνισμα

μπελβεδέρι [1709]

το φυτό Chenopodium scoparium

μπελέ [1874a], μπελές

κάποιο μαχαίρι

μπελεγρής [1963]

κάποιο πουλί

μπελεγρινάντες [1963]

αυτός που φοράει μπελεγρίνα

μπελεγρίνια, μπελερίνια

αρχίδια, αβγά, αγγειά, αχαμνά, γκουγκουβέλια, ζουβάχια, καζέλια, κάκαλα, καλαμπαλίκια, καμπανέλια, καμπανέρια, καραμπαλίκια, καρύδια, κλαμπάνια, κογιόνια, κοκόβια, κουκόσες, κουκουβέλια, κουρδουμπούλια, λιμπά, λίμπα, λιόκια, λμπα, μπαγάγια, μπαλάκια, μπαλασκόνια, μπιχλιμπίδια, μπομπόλια, μπουμπόλια, μπουμπρέκια, μπρίκια, ούμπαλα, παπάρια, πελέ, πελέδια, πιλιγκούρια, σακούλια, σέγκια, τσάκια, τσιόκια, χαμπάρια, χαρχαγκέλια, χουχουβέλια

μπελελός [1910], μπελελός [1923b], μπελελό [1923b]

φυτά του γένος Hyoscyamus: αδίσκαμος, βλογάς, γέροντας, γέρος, γερούλι, γιατρός, γλικίαμος, γλιψάρμο, δισκίαμος, λιτσάρμο, σκίαμος, σκιλόλακα, τρίσχιμος

μπελελός [1996b]

κουτός, χαζός

μπελεντένιο < μπελεντένιο [1887b]

πανί φτιαγμένο από μπαμπακερό υφάδι και μεταξωτό στημόνι

μπελέχα

αλουπόβηχας, βήχαρος, γαδαρόβχας, γαδουρόβηχας, γαϊδουρόβηχας

μπέλι [1966], μπέλα [1966], μπελ < bελ’ [1976]

λισγάρ, λισγάρι, λισγιάρ, λισγιάρι, λισγκάρ, λισγκάρι, πατόφκιαρο πατόφκιαρου, πατόφτιαρο, πατόφτιαρου

μπέλι [1987a]

δικράνι, αχεροφάγι, αχεροφάγος, αχεροφάς, αχιρουφάγους, αχιρουφάι, αχιρουφάς, αχιροφάι, γιαβάς, γιαμπά, γιάμπα, γιαμπαδάκ, γιαμπαδάκι, γιαμπάς, γιάμπος, γιαμπούδι, γιάπα, γιαπάς, διακράνι, δικούλι, δικράν, δικράνα, δικράνιν, δίκρανο, δικριάν δικριάνι, θερνάτζιν, θκουλ, θρινάκι, καρπολόγι, καρπουλόι, λιχνιστήρι, λιχνιστίρ λιχνιτίρ, μπαρχάλα, ντεκράν, ντουκράν, ντραγκάλα, τσιρόν

μπελιαβραντίζω < μπελιαυραντίζω [1790]

παρενοχλώ (λόγιο)

μπελίδα < bελίδα [1905], μπελές

σουγιάς, κλιδουμάχιρου, κότσα, κουμπουλίτς, λάζου, μέτς, μπλικρ, ξουραφάς, πενερί, σβανάς, σγιας, σογιά, σουγιαδέλ, σουγίδι, σουλιάς, τριτσέτο, τσακαδέλι, τσακάκι, τσακάς, τσακδέλι, τσακί, τσακού, τσιακ, τσιακί, τσιάκος, τσιάκους, φότσια, ψιφί

μπελιχανάς [1963]

τεμπελχανάς, τεμπελαράς

μπελμέ [1987a]

αμπάρι που για τα γεννήματα

μπελμέλ [1983b]

σούζα

μπέλμπερης [1910], μπέλμπερις [1884c]

ο μεγάλος παπαφίγος και ο πλωριός (πανιά), η φωσωνίς (λόγιο)

μπελογρατίζω [1709], μπελογραντίζω [2001b], μπελουγραντίζω

μπλέκομαι

μπελοκάλεσα < μπελοκάλεσα [1964], μπιλουκάλισα < μπιλουκάλισα [1964]

άσπρη προβατίνα με μαύρες βούλες

μπελοκλάδι [1987a], μπεοκλάδι [1987a], μπεοκάιδι [1987a], μπεοκάδι < μπεοκάδι [1923a], μπενοκλάδι [1923a], μπενουκλάδι [1923a]

έρπητας (λόγιο), αμπελοκλάδι, αμπενοκλάδι, μαγάρα, σφαλαγκόδρομος

μπελοκλαδιάζου, μπελοκλαδιάζου [1987a], μπεοκαδιάζου, μπεοκαδιάζου [1987a], μπεοκαϊδάζου [1987a]

αμπελοκλαδιάζω, βγάζω έρπητα

μπελομαθκιά < μπελομαθκιά [2002]

όση κλωστή περνάει κάθε φορά στη βελόνα

μπελόμενο < μπελλόμενο [1963]

κάποιο όμορφο λουλούδι

μπελονιάζω < μπελονιάζω [1874a], μπολονιάζω [1874c], μπιλουνιάζου, μπιλουνιάζου [1981], μπελονιάζου, μπιλουνίζου, μπολονιάζω

βελονιάζω, αμπελονιάζω, βελονιάζου, βελονίζω, βελονίτζω, βιλιουνιάζου, βιλουνιάζου, βλονιάνου, βολονιάτζω

μπελόνιασμα < bελόνιασμα [1925], μπιλόνιασμα

βελόνιασμα, βελονίαμα, βελονίασμαν, βελόνιασμαν, βολόναγμαν, βολόνασμαν

μπελονιαστής, μπιλουνιαστής

βελονιαστής (αυτός που βελονιάζει τα φύλλα του καπνού)

μπελότο < μπελόττο [1996b]

μαξιλαράκι που καρφιτσώνουν τις βελόνες, κουσουνέλο

μπελού [1857]

κάποιο καράβι, η λιβυρνίδα (λόγιο)

μπελούτσα [1996b]

κάποια κουβέρτα του αργαλειού

μπελόχα [2001c]

το φυτό Malva sylvestris: αμολόχα, αμπέλουχας, αμπελόχα, αμπελόχας, αμπελόχη, αμπελόχι, μελόχα μολόχα, μολοχιά, μουλάγκα, μουλούχα, μουλόχα

μπέλτα [1987a]

βλ. μπέλκι

μπελτς [1884b]

βλ. μπλέτσος

μπέλτσιαβος < μπέλτσιαβος [1996a]

χοντρός και καθαρός

μπελτσώνω [1884b]

τρώω μέχρι σκασμού

μπεμόλ [1957]

ύφεση (λόγιο)

μπέμπα [1961]

βλ. μπεμπέκα

μπεμπάλομα < μπεμπάλλωμα [1709]

έκτρωση (λόγιο), αποβολή, απουβουλή, ποβολή

μπεμπαλομένη < μπεμπαλλωμένη [1709]

αυτή που αποβάλει, που ρίχνει το παιδί: η αποβαρμένη

μπεμπάτος [2001b]

σταλμένος

μπεμπέ [1063]

το αρνί, στα μωρουδίστικα

μπεμπέ [1995], μπεμπεδίστικος [1995]

μωρουδίστικος

μπέμπελη [1891f], μπέμπιλ < bέbιλι [1892]

ιλαρά, βγαλτσίδ, βέμπελη, βέμπιλ, βλαπί, βλατί, έλιρι, ίλερη, ίλιρ, κατσίβερη, κοκίνα, κοτσινάτσι, λίλερη, μπλούντα, πλούδια

μπεμπέλι

κυπαρισσόμηλο, καρούμπαλε, κικίδι, κουμπάκ, τσιόκος

μπέμπελο [1966]

μόμολο, ξεκούτης, ραμολιμέντο

μπεμπελόνω < μπεμπαλλώνω [1709], μπεμπαλόνω

ρίχνω το παιδί: αποβάλλω, αμπουρίζω, αμπουρίχνω, αποάλντω, αποάλω, αποβάλνω, αποβάνου, αποβέρνω, απορίβκω, απορίγνω, απορίνω, απορίσω, απορίτζω, απορίχνω, απορίχνω, απορίχτω, απουβάλου, απουβάνου, απουρίχνου πιβάλω, ποάλω, ποβάλω, ποβέλου, πορίβκω, πορίχνου, πορίχνω, πορίχτω, πουβάλου, πουρίχνου

μπεμπέρισμα [1962a]

βλ. μπέλασμα

μπεμπές [1931], μπεμπέκος [1931]

ο μπέμπης | αυτός που κάνει το μικρό

μπεμπέτς

κάποιο κοχύλι

μπέμπης [1934]

αγοράκι

μπέμπι < bεbι [1978]

κόρη ματιού: ιγκορέα, λαμπίθρα, μαβράδ, ματόκορο, μαυράδι, νινί, νινίν

μπεμπούλα [1961]

υποκ. του «μπέμπα»

μπεμπούλης [1995]

υποκ. του «μπέμπης»

μπέμπω [1876a]

στέλνω

μπενεδικτίνη [1957], μπανεντικτίνη [1962a]

κάποιο λικέρ

μπενέτ [2001c]

κάποιο χόρτο που τρώγεται

μπενιά, μπενιά [1709]

πενιά, κοντιλιά

μπενιαμής < μπενιαμής [1963]

το χαϊδεμένο παιδί

μπένισα

πένσα, τσίφτης, τσίφτι

μπενίσι [1790]

ράσο φαρδυμάνικο

μπεν-μαρί [1962a]

μπανιομαρία

μπεν-μιξτ [1962a], μπεν-μιξ [1963]

ανδρόγυνα, κοινά λουτρά (λόγιο)

μπενοκλούδι [1923b], μπελοκλαδόχορτε [1987a], μπενοκλαδόχορτε [1987a], μπενοκλάδι, μπινοκλαδόχορτο

τα φυτά Orobus Hirsuus και Cuscuta monogyna: αμπελοκλάδι, αμπελοκλαδόχορτε, αμπελοκλαδόχορτο, αμπενοκλαδόχορτο

μπενούζια [2001b]

βλ. μπζαμπζάκους

μπενσέλες [1963], μπελενκόλες [1963]

αυτός που κάνει νάζια και σκέρτσα σα γυναίκα

μπεντ

κόφτρα νερού: νεροδεσιά, νιρουκράτς

μπένταβρα < μπέdαβρα (τα) [1964], μπέdραβα (τα) [1966]

πέταυρα, λεπτά σανίδια

μπεντένι [1884c]

ναυτ. μέσο συσπάστου (λόγιο)

μπεντέρης [1996a]

το πουλί Pelecanus crispus, σακάς, τιμπανιάς, τουμπανιάς, τσιαταλμπάκα

μπεντερμέ [1966]

στερεά (λόγιο)

μπέντζες

κάποιο πουλί

μπεντζουβί [1962a]

βενζόη (λόγιο)

μπέντης [1946]

παπάς, ποπάς, παπούλης, δέσποτας, ιερής

μπέντια (τα)

χωρατά, καλαμπούρια, κασμέρια, μαλιμάτια, μουχαμπέτια, μπαρτζολέτες, νάκλια, παπαρδέλια, σιακάδια, χασιαμπούσια

μπεντικός < bεντικός [2001c]

ζώα του γένους Mus και του γένους Ratus: αμελέτητο, απετόνι, ζαφίρς, κατσιμιτσιράκος, κέλεου, κίρμιλης, κουφό, κφος, μαγαρικό, μάγαρο, μούσκλο, μούσκουλο, μπλούκος, μπλούχος, μποντικός, μπουντίκ, πελέκι, πεντικόν, πιντικός, ποντζουκός, ποντίκαρος, πόντικας, ποντίκι, ποντικός, πουντζουκούς, πουντίκα, πουντίκι, τσουτσότα

μπεντουάλης [1996b]

ανοιχτοχέρης, ανιχτέρης, ανιχτόσερος, ανιχτοσέρτς, ανχτουχέρς, απλοδέρης, απλοχέρης, απλόχερος, απλοχέρς, απουχέρς, γαλάντης, γαλαντόμος, γαλαντόμους, γαλατόμος, γαλεντόμος, κουβαρδάς, κουβαρντάς, μπερεκετουλής, σπλέντιτος, τζουμέρτης, χοβαρντάς, χουβαρδάς, χουβαρντάς

μπεντουβάς [1966]

ανάθεμα, άμα, ανά, ανάθεκα, ανάθεμαν, ανάθιμα, ανάθιμον, ανάλεμα, ανάρεμα, ανάτεμα, ανάτθεμα, αράθεμα, άτεμα, θεμά, νάθιμα

μπέντουλο [1931]

αθερινόδιχτο

μπεόπουλο [1961]

το παιδί του μπέη

μπεουνιάρης

κακοδιάθετος (λόγιο)

μπεπινέλε [1688]

κάποιο βότανο

μπερατζάδα, μπιρατζάδα

περατζάδα (δρόμος που κάνουνε βόλτα)

μπεράτης [1934], μπιράτ < bιράτ’ [1978], μπεράτς < bεράτς [2001c], μπεράτης < bεράτης [2001c]

αμπάρα, απεράτης, ασμπάρα, γκάγκαρο, γκάγκαρος, εμπεράτης, ζαμπί, ζεμπερέκ, ζεμπερέκι, ζιμπερέκι, ζιμπρέκ, ζουμπερέκι, κάγκαρο, καδινάτσο, καδινάτσος, καντινάτσο, καντινάτσος, καταπίδι, καταράχτης, κατενάτσος, κατινάτσο, κολιανίτσα, κολιάνιτσα, κολιάντζα, κολιάντσα, κολιάτζα, κολντεμίρι, κόλντιμιρ, κόλντουβαρ, κοντεμίρι, κουλιάντζα, κουλιάντσα, μαναβέλα, μαντάλ, μαντάλι, μάνταλο, μάνταλος, μάνταλου, μάνταλους, μπάρα, μπαράτς, μπαριέρα, μπλιτσούνι, μπράβα, παράτ, περάντης, περάντι, περάτης, πετάσι, πιράτ, πιράτι, πιράτς, ρομανίσιν, σαγιαδόρος, σαλιαδόρος, σαλιαδούρος, σαλταρέλο, σβέτα, σέρτης, σίδερο, σιρτς, σουρμές, σούρτα, σούρτης, στάνγκα, συρτάρι, σύρτης, ταλιαδούρος, τρακάζ, τρακάτσι, τσακάλ, τσεμπερέκι, τσιβέτα

μπερατώνομαι [2001b]

μανταλώνομαι, αμπαρώνομαι, κλειδώνομαι

μπερατώνω [1996b]

βλ. μπερδουκλώνω

μπεργώνω [1992]

σπρώχνω κάποιον να κάνει κάτι κακό

μπερδελίζω [1874a]

βλ. μπλιαμπλιαρίζω

μπερδελός

βλ. μπερμπιλός

μπερδελός [1874a]

βλ. μπέριος

μπερδελόσπιγγος

κάποιο πουλί (σπίνος)

μπέρδεμα [1659], μπερδεμός [1659], μπέρδευμα [1790], μπήρτεμαν [1884a], μπέρδιμα [1962c]

ανακάτεμα, μπλέξιμο

μπερδεμένος [1931], μπερδευμένος [1790] [1878b], μπερδεμμένος [1835], μπηρτημένους [1884a], μπιρδιμένους < bιρδιμένους [2006]

ανακατεμένος, μπλεγμένος

μπερδές

γλέντι, γλέγκι, γλέδι, γλένδι, γλεντ, γλέντιμα, γλέντιν, γλιέντ, εγλέντ, εγλέντι, εγλέντιν, ζαφέτ, ζγαφέτι, ζέφκι, ζιαφέντ, ζιαφέντι, ζιαφέτ, ζιαφέτι, ιγλέντ, μπαγόδα, μπαγόρδα, μπαγόρδο, μπαόρδα, ξεφάντωμα, ξεφάντωση, ξιφάντοση, ξεφαντοσίνη, τσιμπούσι, τσουμπούσι, ντζιαφέτ, ραβαΐσι, ρεμπόμπο, σουμπέτι, τζιμπούς, τζιουμπούς, τσιμπούς, τσιμπούσι

μπερδέσα [1963]

αυτή που με τα λόγια της φέρνει φαγωμάρα στους άλλους

μπερδεσούλης

βλ. μπερδεμένος

μπερδεύω [1790], μπερδαίνω [1659],, μπερδένω [1790], μπιρτέβγου < μπητρεύγου [1884a], μπερτεύκω [1891a], μπιρδεύου [1962c], μπερδεύγω [1987a], μπερδέγγου [1987a], μπιρδεύου < bιρδεύου [2006], μπερδέγκου

ανακατεύω, μπλέκω

μπερδεφτός [1931]

βλ. μπερδεμένος

μπερδεψιά < μπερδεψιά [1874a], μπερδευσιά [1790], μπιρδιψά [1988], μπερδεφσιά

βλ. μπέρδεμα

μπερδεψιάρης < μπερδεψιάρης [1963], μπερδευσιάρης [1790], μπερδεψάρης < bερδεψάρης [2001c]

ανακατεψιάρης, ανακατοτούρης, ανακατούρης, ανακατούρς, ανακατωσιάρης, ανακατωσούρας, ανακατωσούρης, ανεκατοσούρης, ανεκατούρης, ανικατούρς, νεκατούρς

μπερδεψοδουλειά [1995]

γλωσσοδέτης, καθαρογλοσίδι

μπερδεψοδούλης [1931]

βλ. μπερδεψιάρης

μπερδεψοδουλιά < μπερδεψοδουλιά [1931], μπερδεψοδουλειά [1934]

δουλειά μπερδεμένη (δύσκολη)

μπέρδουκλο [2001b]

αμπέρδουκλο, μπόδιστρο

μπερδούκλωμα [1957], μπιρδίκλουμα

μπέρκλου, μεγάλο μπέρδεμα

μπερδουκλώνω [1957], μπεδρουκλώνω [2002]

μπερατώνω, μπερδεύω, παραμαζεύω, παραμαζώνω

μπερεδάκι [1995]

υποκ. του «μπερές»

μπερεμπόι [1709]

λέγεται και αμπερεμπόι, κάποιο λουλούδι

μπερές [1957], μπερέ [1957], μπερεδάκι [1995]

μάλλινο πλακουτσωτό και στρογγυλό καπέλο

μπερέσιρας < μπερέσυρας [2001c]

σκούπα, βροκαλιά, λαγανιά, παρασίρα, σαρκά, σαροματίνα, σαρονιά, σάρωμα, σιρτάρι, φκάλι, φοκάλι, φορκάλ, φουκάλ, φουκάλα, φουκάλη, φουκάλι, φουκαλιά, φουκάλια, φουκαλίτσα, φούντα, φουρκάλ, φουρκάλα, φουρκάλι, φουρκάλιν, φουρκαλούδα, φροκάλα, φροκάλι, φροκαλιά, φρόκαλο, φρουκάλ, φρουκαλιά, φρουκάλιν

μπερετίνα [2001b]

σουφρωμένη, ζαρωμένη ελιά

μπερετινιάζω [2001b]

σουφρώνω, ζαρώνω

μπερέτος [2001a]

βλ. μπεκρής

μπερετούλι [1709]

βλ. μπερετίνα

μπερικοκλάδα [1996b], μπερμποκλάδα [1996b], μπερμποκλάδι [1996b], μπερμπεκλάδι, μπεριμποκλάδι

περικοκλάδα, αμπερμποκλάδα, περιπλοκάδα, περιποκλάδι, περιμπλοκάδι, περιπλοκάιν

μπέριος

τραυλός, βερβέρης, γκαγκάτσης, δαμαλόγλοσος, κακαμούκας, καμπάθκους, κεκές, κουτσόγλοσος, μασός, μουρουγκλός, μπαμπαλιάρης, μπαμπαλιάρς, μπατζαβλός, μπερδελός, παρτσακλός, πελτέκης, πεπεής, πιλτέκης, πιλτέξ, σάψαλος, στριβλός, τατής, τρεβλός, τριβλός

μπεριχάρι [1966]

λαμπερά

μπέρκες [1926b]

το φυτό Crataegus azarolus: αντρικοκιά, κουδουμιλιά, μεμετζιλιά, πέρκες

μπερκιά [1910]

το φυτό Crataegus pycnoloba

μπέρκλου [1988]

β. μπερδούκλωμα

μπερμετσούλης

βλ. μπλέτσας

μπερμπάντισα, μπερμπάντισσα [1934], μπιρμπάντισα, μπιρμπάντισσα [1934]

πονηρή, κατεργάρα | αλανιάρα, μπαζαρκάνα, σουρτούκα

μπερμπαντοδουλιά < μπερμπαντοδουλιά [1931]

βλ. μπερμπαντιά

μπερμπαντούδικο [1963]

το παιδί του μπερμπάντη

μπερμπατουριά < μπερμπατουριά [1866b]

παρέα από μπερμπάντηδες

μπερμπεκάω, μπιρμπικώ [2008]

μαζεύω τα απομεινάρια στα χωράφια ή στα αμπέλια: κοκολοώ, κουκουλουγώ, μπακουλεύω, μπουρμπουλουγώ

μπερμπέκι, μπιρμπέκι, μπιρμπέκ

το μάζεμα από τα απομεινάρια στα χωράφια ή στα αμπέλια

μπερμπελινός

βλ. μπερμπιλός

μπερμπεράκι [1860]

υποκ. του «μπερμπέρης»

μπερμπερίζω [2001b]

βλ. μπελάζω

μπερμπετιές (οι) [1996b]

καμώματα, τερτίπια τσαλίμια

μπερμπετσίνα

βλ. μπιστάκι

μπερμπετσουλιά < μπερμπετσουλιά [1966]

γενιά κλεφτών

μπέρμπι

βλ. μπίμπα

μπερμπιλός [1931], μπιρμπιλός [1931]

παρδαλός, αλατζαλής, μπερδελός, μπερμπελινός, πλουμιστός, σιάρινους, φαρδαλός

μπέρμπιον [1688]

κάποιο φυτό

μπερμπιτσόλα < bερμπιτσόλα [1925]

μπερμπιτσόλα-δεκατσόλα: ένα παιδικό παιχνίδι

μπερνάκι

χρονιάρικο αρνί

μπερνάς < bερνάς [2001c], μπιρνάς < bιρνάς [2001c]

το σπασμένο κουκούτσι της ελιάς, που μένει στο λιοτρίβι, αφού βγει το λάδι

μπερνιά < bερνιά [2001c]

πιρουνιά

μπερντάκι [1966], μπερντάχι [1931], μπερτάκι [1961], μπερτάχι [1961], μπιρντάχ < bιρντάχ’ [1976], μπιρντάχ < μπηρντάχ’ [2011], μπιρντάκ, μπερντάκ, μπερντάχ

δάρσιμο, βάρεμα, βάριμα, βασταγαριά, βούζιο, βούρδουλας, βρόντημα, βρόντος, δάρμα, δαρμός, δερμός, ζαβράν, ικράμι, κουπανιά, λουμπουτί, λούρτιμο, ματσούκα, ματσούκι, μερεμέτι, μιριμέτ, μπατίνι, μπουκέτο, μπουνίδι, νταγιάκ, νταγιάκι, ντεγνέκι, ντεγνέτσι, ντεϊνέκι, ντουμπίτσι, ξιλαρίκους, ξύλισμα, ξύλο, ξυλοκόπημα, ξυλοφόρτωμα, πασπαλάς, πατητό, πιλάτεμα πλάκωμα, σαπλίκ, σκοπ, σκόπι, στειλιάρι, στιλιάρ, ταλάνι, τελατίνι, τιλατίν, τλουμ, τόπι, τουλούμι, τουμπάνι, τουμπάνισμα, τσατάλ, τσατάλι, τσάταλο, τσουρτσούφ, τσουρτσούφι, ψτράφ

μπερντές [1962b], μπερντέ

λεφτά, παραδάκι, μπεκανότα, μπικικίνια

μπερονία [1987a]

πιρουνιά, κιρουνία

μπερονιάζου, μπερονιάζου [1987a]

πιρουνιάζω, περονιάζου, πιρουνίζω, κιρουνίζω

μπερονιάστης [1933]

κάποιο μαραφέτι για το πέρασμα του κορδονιού ή του λάστιχου στα βρακιά

μπερούν < bερούν [2001c]

πιρούνι, βίλα, γκταρέλος, μπινέλ, μπινέλι, μπινέλο, μπινέλου, μπινιάλο, μπνέλου, μπονέλου, μπουνέλα, μπουντανέλι, περόν, περούνι, πίριον, πιρόν, πιρούν, πρόκα, πρότσα, προυν, τσιμπίι

μπέρσια [1688]

το φυτό Asplenium adianthum, σκροπιδόχορτο, σκοπιροτίρι, σκροπίδι, ή μαύρο πολυτρίχι

μπερτσεβούλη [1987a], μπερτσεβούλιας, μπερζεβούλιας

βερζεβούλης, βεελζεβούλης, βελζεβούλης, βελτσεβού, βελτσεβούλ, βερζεβεούλης, βερζεβίς βερζεβουίλης, βερτσεβαούλης, βερτσεβούλης, βιλζιβούλς, βιρζιβούλς, ζαρζάβουλους, ζαρζαβούλς, ζαρζαβούλτς, ζελζεβούλης, ζερζεβούλης, ζιρζιβούλς, ζορζοβαβούλης, ζορζοβίλς, ζορζοβούλης, ζορζοβούλης, ζουουζουβίλς, ζουρζουβίλς, ζουρζουβίλτς, ζουρζουβούλς, μερζεβίλ, μερζεβούλης, τζιρτιβούλης, τσιρτσιβούλς

μπερτσιά < μπερτσιά [1894]

το δέντρο Prunus domestica, αμπουρνελιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά, κουμιλιά, κουμπλιά, κουρουμπλιά, μλουδ, μπουμπουτιά, μπουρνελιά, νερουμπλιά, πουρνελιά, προυνελιά, τζαρνικιά, τζανεριά, τζαρκνιά, τζερτζιλιά, τζιρικνιά, τζιρκνιά, τζιρνικιά

μπερτσιλιάνα < μπερτσιλιάνα [1987a], μπιρτσούλα [1966], μπιρτσέλα [1966]

η λάσπη για το τελευταίο σοβάντισμα | λάσπη στον πάτο του βαρελιού

μπερτσιλίζου [1987a]

ασβεστώνω, αλαχτίζω, ασβιστόνου, ασπρίζου, ασπρίζω, ασπρίντζω, ασπρίτζω, ασπριώ, ασπρογιάζω, γαλαφτίζω, γαλαχτζώ, γαλαχτίζου, γαλαχτίζω, γαουαχτώ, μπαντανώνω, μπαδαναλίζω, μπαντανιάζου, μπαντανίζω, μπατανίζω, ουααχτίζω, σπρίζω

μπερτσίλισμα [1987a]

ασβέστωμα, αλαχτιά, ασβέστουμα, ασβέστουση, άσπρισμα, γαλαχτιά, μπαντανάς, μπατανάς, μπαδανάς, μπαντάνισμα

μπερφαδίζω [1887a], μπερφαρδζώ < bερφαρδ’ζώ [2001c], μπιρφαδίζω [2001c]

κοροϊδεύω, αναγελάω, αναγελού, αναγελώ, αναγεού, αναγιλάου, αναγιλού, αναγιλώ, αναγιού, αναελάω, αναελώ, αναμπαίζω, αναμπέζου, ανεγελώ, ανεελώ, ανιγιλώ, ανιελώ, γιαλάω, δλέβου, δουλεύω, ιργιλώ, καντουρέβω, κασμιρέβου, κατσικλαντίζου, κογιονάρου, κογιονάρω, κογιονέρνω, κοϊνέρω, κορδίζω, κουγενέρω, κουγιονάρω, κουγιονάρω, κουγιουναρίζω, κουγουνάρου, κουρδίζω, κουρουϊδεύου, λαναρίζω, μπαγιάρω, μπαραμπαρίζω, μπεζογελάω, μπιλιαρίζω, ναγελώ, ναελώ, νεγελώ, νεελώ, νελώ, νιελώ, ξεγελάω, ξεγελώ, ξιγιαλάου, ξιουρίζω, παίζω, περγελώ, περιγελώ, περιπαίζω, πιργελώ, πουργιλώ, πρεφαδίζω, σκανιάζου

μπέρφαδος [1887a]

κορόιδο, περίγελος

μπερφάνα [2001c]

πυροφάνι, περιφάνι, περιφάνα, περοφάνι, περουφάνι, μασαλάς

μπεσαλού [1962b]

αυτή που κρατάει το λόγο της, αυτή που έχει μπέσα

μπεσαμέλ [1995], μπεσαμέλα [1962a]

σάλτσα με γάλα, βούτυρο, αλεύρι, αυγό και μπαχαρικά

μπεσάς [1963]

θάρρος, αντζάρδο, θαρεμός, θάρεψη, θάρρητα, ξιθάριου, τζάρδο

μπέσικος, μπέσκος

τεμπέλης, αβαρεσάρης, αγιλάκης, αδούλης, άδουλος, άδουλους, αδούλς, αϊλάκης, ακαμάκη, ακαμάτες, ακαμάτης, ακαμάτρης, ακαμάτρος, ακαμάτς, ακνός, αμανός, αναδούλης, ανεπρόκοπος, ανιδούλς, ανιμπρόκουπους, ανιπουόκουβους, ανιπρόκοπες, ανιπρόκοπος, ανιπρόκουπους, ανιπρόκουφτους, ανουπρόκουπους, άουλους, άπλας, απρέκοφτος, απρόκοπο, απρόκοπος, απρόκουβους, απρόκουπους, απρόκουφτους, απρόκοφτος, αράθιμο, αράθιμους, αράθμος, αράθμους, αράθυμος, αρόθιμος αχαΐρευτος, βαργιμής, βαρεσάρης, βαρεσιάρης, βαρεσούλης, βαρετέ, βαρετές, βαρετός, βαριεμής, βαριούλης, βαρισιάρς, βαριτός, βουνιά, εκαμάτης, καθισάρης, καθισιάρης, καλπαζάνης, καλπαζάνς, καλπίνα, καλπουζάνκους, καλψ, καμάτς, καπάσης, κάρπης, κιρχανατζής, κνάκας, κοπριά, κοπροβελής, κόπρος, κοπρόσκυλο, κουματάς, κούνος, κουπρίτς, κουραδάς, κουραδίκους, κούρμαχος, κούχνιος, μανός, μαραβάς, μαχμάρς, μόκας, μούκας, μουριάβα, μπουραζάντς, μπρασκιάρς, νακαμάτης, ντεμπέλης, ντεντές, ντιλβουχανάς, οκνάρης, οκνέας, οκνιάρης, όκνιαρος, οκνός, ουκνιάρης, ουκνιάρς, ουκνός, παλιόστσουλο, πούφνα, προύφλιους, ράθυμος, ρέμπελος, ρεμπεσκές, σακάρης, σβαρνιάρης, σβαρνιάρς, σιρσέμς, σκερβελές, σουλταρής, τεμελχανάς, τεμπέλαρος, τεμπέλς, τεμπελόσκυλο, τεμπελχανάς, τιμπέλαρους, τιμπέλτς, τιμπιλχανάς, τσιτάμς, τσουτάμς, χαϊλάζης, χαϊμανάς, χαΐνης, χαραμοφάγος, χαραμοφάης, χασομέρης, χαφταρέβρας, χιανέτης, ψοφίμι

μπεσλεμές

ζώο επιβήτορας (λόγιο)

μπεσλεμές, μπισλιμές

το μανάρι (θρεφτάρι) που σφάζουν τα Χριστούγεννα

μπεσλεντίζω, μπιλσιντίζου [1988], μπισλιντίζου [1988]

βατεύω, βατέβου, βαντέβου, βατέβγω, βατέβγου, βατέβγκω, βατέβκω, βατέφκω, βατέγκου, ματέβω, μαντέβω, ματέβγω, πατέβγω, πατέβου, πατέγκουω, γατέβω

μπεσμελετζής [ 1960a]

παλιατζής

μπεσμπέτης [2001c]

πεισματάρης, ξεροκέφαλος

μπέστρα < bέστρα [2006]

πέστρα, ασπρόμαυρη γίδα

μπετ [1688]

δέντρο του γένους Salix: ιτιά

μπετ, μπετς

άσκημος, άσιμο, ασιμομούρης, ασιμομούτσουνους, ασιμόπλαστος, ασιμοπρόσοπος, άσιμος, άσιμου, άσκεμο, άσκεμον, άσκεμος, ασκημομούρης, ασκιμομούρς, ασκιμομούτρης, ασκιμομούτσουνος, ασκιμουμούτσουνους, άσκιμους, άσκμους, άσμους, άστζιμο, άστσιμος, άστσιμους, άστσμος, άστσμους, ασχημομούρης, άσχημος άσχιμους, άτσιμος

μπετάζω

ρίχνω δεμάτια με στάχια στο αλώνι

μπετέ [2001b]

σπρωξιά με το μπέτι (το στήθος)

μπέτικα [1966]

παράτυπα (λόγιο)

μπέτικο [1996a]

σκούρο πανί

μπέτινας [1963]

αυτός που περπατά με τα χέρια και έχει τα πόδια πάνω

μπέτκου [1981]

φτηνόπραμα, παλιόπραμα

μπέτνος

Gallus domesticus: αλαχτόρι, αλαχτόριν, αλέθορα, αλέθτορα, αλέστορα, αλέφθορα, αλέφτορα, αλέχτορας, αλεχτόρι, αλεχτόριν, αλίχτορας, αλόχτερας, βούλε, γκόκορα, κάκναρο, κοκονό, κόκορας, κοκόρι, κόκορο, κόκορος, κόκοτας, κοκότι κοκοτός, κόκοτος, κόκουρας, κόκουτας, κόκουτους, κουκόρ, κουκουρίκος, κουκουτσέλας, λαχτόρε, λεχτόρι, πέκνιος, πέκνιους, πετεινός, πετινάρ, πετινόν, πέτκους, πετνάρ, πέτνιαρος, πέτνιους, πέτνος, πέτνους, πέτος, πιτνάρ, πιτός, φορόζ

μπετόν [1934], μπετό [1961]

λάσπη από τσιμέντο, άμμο και χαλίκι

μπετονάκι [1998], μπεντονάκι [1995], μπιτονάκι [1995], μπιντονάκι [1995]

μικρό μπετόνι

μπετόν-αρμέ [1934]

μπετόν που μέσα έχει σίδερα

μπετονόκαρφο [1998]

ατσαλόκαρφο

μπετούγια [1934], μπετόια [1709], μπετούγια [1910], μπετγιά < bετγιά [2001c]

πετούγια, κλιτσινάρι, μανόπολα, μανίτσα, πόμολο, τσιακατάλι, χερούλι, χιρούλ

μπετούρι [2001b]

στηθούρι

μπέτσα [1923b]

το φυτό Medicago orbicularis

μπέτσα [1966]

αβάφτιστο κοριτσάκι

μπετσάχορτο [1923b]

το φυτό Hymenocarpus circinatus: σκορπιόχορτο μαλλιαρό

μπέτσι [1963]

βενετσιάνικη μπρούτζινη μονέδα (= με μισό κατρίνι)

μπετσίμενε [1987a]

στέγη, σκεπή

μπέτσιμο < μπέτσιμο [1923a], μπέτσιμο [1987a]

σκέπασμα

μπετσίνι [1987a]

άσπρο κατσίκι

μπετσίνι [1987a]

μεγάλο τσιμπούρι

μπέτσκα

το μανάρι που σφάζουν το Πάσχα

μπετσόνω

μπαλώνω, μπαλόνου

μπέτσου [1978]

βλ. μπζούκα

μπέχατζης

τσαμπατζής, τρακαδόρος

μπέχλαβους < bέχλαβους [2006]

πέχλαβους, ευχάριστος (λόγο)

μπέχο [1966], μπέχου [1987b]

βλ. μπενταβά

μπέχομαι [1966]

μπιστεύομαι

μπέχου < μπέχου [1923a], μπέχου [1987a]

σκεπάζω

μπέχρος [1996a], μπέχρο, μπεχρής, μπεχρί, μπεχράκι

το πουλί Anas crecca: γατζίδι, γελατζούλι, γεραρζόλι, γερατζούλι, γεροντάκι, ζαμπούρι, ζαριόνι, ζαροπάπι, ζαρόπαπια, κακανάρι, καρκαμπάς, καρκαρίδι, κολοβούτι, μικροπάπι, μικρόπαπια, παπιόνι, παπίρι, σαρσέλα, σαρσελίνα, σγατζίδι, σγατζούρι, σορσορόλι, φασκάς

μπέψιμο [1987a]

διώξιμο, απέβγαλμαν, απίβγαλμαν, απόβγαλμα, απόβγαρμα, επέβγαλμαν, πόβγαρμα

μπζαμπζάκους < bζαbζάκους [2006]

η γούλα των πουλιών: αγκούσα, αγούλ, αγούλε, βούλα, βουλός, γάσγα, γαρζούμι, γκουλ, γκούσα, γκουσγκούν, γκούσια, γόλα, γουλ, γουλή, γούλη, γούλια, γούλντα, γούλος, γούσα, κούλα, μάμα, μαμάκα, μίλο, μπαρμπατζάκος, μπαρμπατζιάκους, μπενούζια, μπζαμπζάκους, μπιλμπιτσάκους, μπιρμπιτσάκους, ούα, ούλα, ουργούθι, πετροκιλιά, προγούλα, ρέντζα, ρέτζα, σγάρα, σγκούλα, τριζέρι, τριφόλ, φούσκα, χούλη, ψιαψιάκος

μπζιάκας

χοντρούλης, γεμάτος, δροφανός, έγκομος, μπουλούκος, μπουρδούκι, μπούτσικος, σβουρτοτός, στρουμπουλός, σφουντούλης, τροφαντός

μπζούκα < bζούκα [2006]

κοιλιά, αγαστέρα, αστέρα, αστέρας, βαστέρα, βούζα, γαστέρα, γαστέρας, γκάζγκα, κιουλιά, κιούλος, κλια, κούλιαρος, μπαζάκα, μπαζούκα, μπαζουρέκα, μπάκα, μπάμπα, μπέκω, μπέτσου, μπρουστούρα, προτσούλι, προυστούρα, σκεμπές, σκιμπές, στέρα, στσουλία, τέμπα, τσλιά, τσουλιά, τσουλία, ψέκα

μπζούκας < bζούκας [2006]

κοιλαράς, βαθρακουτσίλς, βζαράς, βουζαράς, βούζαρς, βούζας, βραγκάλας, γκάζγκας, κιλαράδικος, κιλομπούρης, κούλιαρης, μπαζάκας, μπαζακάης, μπακανάκας, μπακανιάρης, μπάκας, μπαρκοκίλης, μπατζάκας, πρίγκιλας, πρίγκολας, πρίγκουλας, πρίντζιλος, πρίντζουλος, πρισκοκίλης, πρίτσολος, προκιλάς, προκίλης, προυστούρας, σκεμπιάρης, τζιλιάκης, τζιλιάρης φαρδοκίλης, φουσκιάρης

μπζουν [2010]

η άκρη του τσουβαλιού: μπουτζνάρι

μπηγμένος [1709], μπημένος [1659]

χωμένος, βαλμένος

μπηγοματζούκης [1688], μπηγοματσούκης [1837]

ανιχνευτής (λόγιο)

μπήγω [1790], μπήχνω [1635], μπήγνω < μπήγνειν [1688], μπήζω [1864], μπήου [1884a], μπήχτω [1931], μπίχνω [1963], μπήχω [1987a], μπήχου [1987a], μπήγου [1987a], μπήω [2002], μπήχνου [2006], μπίχνου [2010], μπίζου

χώνω, αμπίζου, γκίχου, ζαμπουνώ, μπλόνου, μπουλώνω, μπλόχνου, μπουτσώνω, ρουκώνου, ρουκώνω, στοπόνω, χόνου

μπηξιά < μπηξιά [1931]

βλ. μπήξιμο

μπήξιμο [1931] μπήξιμον [1790], μπήξιμουν [1884a], μπήξιμου [1987a], μπήξμου [1988]

χώσιμο, βάλσιμο, γκίτσιμο

μπήξις [1709]

μπαμπέσικο χτύπημα

μπηχταράκι [1982]

πασσαλάκι | μαχαιράκι

μπηχτάρισμα [1982]

παλούκωμα, μαχαίρωμα

μπηχτή [1931]

υπονοούμενο (λόγιο) | χτύπημα

μπηχτήρι [1888a], μπηχτάρι [1982]

μαχαίρι | πάσσαλος

μπήχτης [1931], μπίχτης [1963]

κορτάκιας, καμάκι

μπηχτός [1910], μπηκτός [1878b]

χωστός, βαλτός, καρφωτός

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.