Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπι-μπντ

 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπι-μπντ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

24.1.2012

μπιάγκαβους < bιάgαβους [1892]

σκούρος

μπιάκα < bιάκα [2006]

μπρούμυτα, αμπούμπουρα, αμπούρδου, αμπρόμπτα, απίκουπα, απίπκα, απίστομα, απίστουμα, απούκουπα, επίστομα, κούπα, μπούρμπλα, μπούρμπουρα, μπρούμουτα, μπρούμτα, ομπρούμουτα, πίκπα, πίμιτα, πίπκα, πίστομα, πίστουμα, προύμουτα, ταμπούμτα,

μπιάκα < μπιάκα [1946], μπιάκου < bιάκου [2006]

το πρόβατο (στα μωρουδίστικα)

μπιάλι < bjάλι [1892]

βλ. μπγιάλια

μπιαλό

βλ. μπιτζαροδούλης

μπιανκαρέλα < μπιανκαρέλα [1963]

μικρή άγκυρα με τρεις άκρες

μπιαντές [1910]

μυτερή βάρκα εννιά μέτρων, με κουπιά

μπιάτο, μπιάτου

πύον (λόγιο), γόμπι, δρολίτζιν, δροπίκι, μάρτσα, μάρτσο, μάρτσι, μαρσιά, έμπγιους, έμπιο, έμπιος, έμπιου, ίος, όλκους, όμπγιο, όμπιο, όμπιος, όμπιου, ουκάρκους, όρκους, πόστιμαν, πούι

μπιάφα < bιάφα [2006]

το ψεύτικο, το σκάρτο: μπάφα, μπριάφα

μπιγάδι, μπγαδ < μπ’γαδ’ [1964], μπηγάδ < bηγάδ’ [2006], μπγαδ < bγάδ’ [2006], μπγιάδι, μπγιαδ

βλ. μπινάρι

μπίγαδος < μπήγαδος [2001c]

μεγάλο πηγάδι, πήγαδος, πηγάδα, πγάδα

μπιγενάρι [2001a], μπουγενάρι [2001a], μπγενάρι

μπατζάκι, αμπόδιονας, βρακοόδ, βρακοποδαριά, βρακοποδαριό, βρακοπόδαρο, βρακοπόδι, βρακουπόδ, βρακουπόδιν, καλαμοβράκι, καλαμόβρακο, μπατζάκ, μπατζιάκ, μπουρδουνάρ, μπρατσάνα, ποδαριά, ποδονάρι, ποϊνάριν, πουδουνάρ

μπιγένι [1963], μπίγεν [1963], μπιγεντί [1963]

τροφή

μπιγιάλια < μπιγυάλια [1966]

χοντρές νιφάδες χιονιού

μπιγιαντέ, μπιγιαντέ [1987a]

βάρκα με έξι κουπιά

μπιγκούνι [1996b], μπικούνι [1996b], μπιγούνι

μικρός μπίκος

μπιγλίκους < bιγλίκ’κους [1978]

αναθεματισμένος (λόγιο)

μπίγμα < μπήγμα [1709], μπήμα [1659]

βλ. μπήξιμο

μπίγος < μπήγος [1688]

μπόγος

μπιγότα [1884c]

ναυτ. λοβός (λόγιο)

μπιγότες (οι) [1963]

ναυτ. λοβοί (λόγιο) ή καρπούζια, είναι από ξύλο, έχουν τρεις τρύπες για να περνάει μέσα τους ένα λεπτό σκοινί που τεντώνει τα ξάρτια

μπιγούνι [1996b]

πιγούνι, κατσάγνου, κατσιαούλ, κατσιαούλι, κατωσάγουνο, μπάρμπα, μπάρμπους πουγούν, τσαγούλι, τσεγνιές

μπίδα [1963]

η σταφίδα στα μωρουδίστικα

μπιδηχτός < bηδηχτός [2006], μπιδητός < bηδητός [2006]

πηδηχτός, αμπδιτός, αμπδχτάρκους, πδιχτός, πιδιτός

μπίδι

βλ. μπλέτσος

μπιδιά

το δέντρο Pyrus communis, αχλαδιά, αβδιά, αμπδά, αμπδιά, αμπιδιά, αναχλαδιά απδέ, απδιά, απεδιά, απία, απίδ, απιδά, απιδγκιά απιδέ, απιδέα, απίδι, απιδιά, απιδκιά, απιντέα, απιντία, αχλάδα, αχλαδγκιά, αχλαδέα, αχλαδιά, αχραΐα

μπιδίρω [2001c]

υπακούω (λόγιο)

μπίδμα

πήδημα, αμπίδμα, απδισιά, απίδιμαν, απίδουλος, απίιμαν, απίιν, άπιος, δρασκελιά, πήδος, πιδιματιά, πιδιξιά, σαλτάρισμα, σάλταρος, σαλτίδ, σαλτίδι, σάλτο, σαλτοπίδιμα, σάλτος, σάλτου, σάρτο, σάρτος

μπιδουκλιά

τρικλοποδιά, αλμπούτζα, ιλμπούτζα, καλαπόδι, κλάπα, κλαπιά, κλαπίν, κλαπιτίριν, κλάπος, κλιτσοποδιά, κλίτσος, μάρκα, μπλέχτρι, μπουρδούκλα, πεδουκλιά, πιδικλιά, πιδικλουσά, πιδουκλιά, πιρδικλουσιά, πιρδουκλιά, πουρδουκλιά, προπιδιά, σμπόδος, στραβελιά, σφιρδουκλιά, τρεκλοποδιά, τρικλουπουδιά

μπιέλα, μπιέλα [1998]

διωστήρας (λόγιο)

μπιζ [1966]

παιδικό παιχνίδι: ένα παιδί κάθεται στη μέση με σκυμμένο το κεφάλι και κλειστά τα μάτια και κάποιο από τα άλλα, που είναι τριγύρω του, του ρίχνει μια σφαλιάρα. μετά αρχίζουν όλα μαζί να λένε «μπιζ» και να στριφογυρίζουν το ένα δάχτυλο τους στον αέρα. το παιδί που είναι στη μέση λέει ποιος νομίζει ότι τον χτύπησε και αν το βρει αλλάζουν θέση

μπίζα

άσθμα (λόγιο), αγκούσα, άγκουσα, αγκούσια, αναγκασμός, ανάσμα, άνασμα, άνασμαν, άσμα, άστιμα, γκουμάχι γκούσα, ζιχούνι, ζιχούνιασμα, ρόχιο, στάλαχας, στένεμα, στένεψη, στένωση, φουσκοπλεμονάρα

μπιζάρισμα [1962a]

το να ζητάς με παλαμάκια να ξαναβγεί ο καλλιτέχνης στη σκηνή

μπιζέλι < μπιζέλλι [1923b]

το φυτό Lathyrus odoratus: μοσχομπίζελο

μπιζέλλω [1891b]

έξυπνη και προκομένη γυναίκα

μπιζές [1964], μπιζίθρα [2001a], μπζήθρα [2001a]

μυτζήθρα, αναρή, αφόκιουζη, αφοκιούζι, αφόκιουρη, αφόκιουρι, βιζές, γκίζα, γκίζντα, κίζα, κουρφή, μιζίθρα, μζίθρα, μιλόχλορη, μουζίθρα, μουτζίθρα, μτζι, μτζίθρα, μυζήθρα, ξιμίτ, ούρδα, πρέντζα, πρέτζα, τζίζα

μπίζια τα [1964]

τα λόθρα: μικρά κομμάτια που έμεναν από τα καρφιά του πέταλου

μπιζίγουλο [1963]

σύνεργο του τσαγκάρη για να τρίβει τις μετζεσόλες

μπίζιλος < μπίζηλος [2001b]

πίζιλος, εμπίζιλος, δύσκολος

μπιζιλόσπουρους < bιζιλόσπουρους [2006]

σπόρος μπιζελιού

μπιζμπιρίκους < bιζbιρίκους [2006]

χιόνι σπυρωτό: κορκοσάλι , σιγκραβέτσους, σπιρουχάλαζου, τζιουγκραβέλ

μπιζντιρμές < μπηζντηρμές [2011]

τυρόπιτα πασπαλισμένη με άχνη ζάχαρη και κανέλα

μπίζντρα

χόνδρος (λόγιο), γρατσανίτσα, γριτσανίδα, κρατσανάκ, κρατσανάκι, κρατσανό, κριτσανίδα, κριτσανίθρα, κριτσιανός, ρουκάνι, ρουκανικό, ρουκάνιμα, τραγανάδι τραγανάκ, τραγανάκι, τραγανό, χτατσανίτσα

μπίζου

κυνηγώ

μπιζού [1962a], μπιζουδάκι [1995]

γυναικείο κόσμημα (λόγιο)

μπιζούλα [1988], μπίζουλα [2001c]

πεζούλα, ξερολιθιά, αμασά, απότιλας, αρμακά, άρμακα, αρμακάς, άρμακας. αρμάκι, αρμακιά, αρμακία, αρματσία, γκρέμπα, γκρέμπος, γρέβα, γρέμπα, γρέμπη, γρέμπος, δάμακα, δέμα, δόμη, εμασιά, ζαγάδ, ζαγάδα, λέσκα, λιθιά, μάντρα, μαντρότοιχος, ματσιπέτι, μπέιδουρας, ξερολίθι, ξερόμαντρα, ξεροτιχιά, ξερότιχος, ξεροτρόχαλος, ξιριλίθ, ξιροντίβαρου, ξιροτχιά, πεζούλ, πέζουλα, πεζούλι, πεζούλιν, πιζούλ, πιζούλα, πουδόμ, ρματσία, σεντίρι, σέτι, τάφρος, τουράκι, τράφος, τροχαλιά, τρόχαλος, τρόχαλος, τσακίλ, τσακούλ

μπιζούνι [1966], μπζιουν < μπζ’ουν [1962c]

γουρουνόπουλο, ανασμίδι, βουρουνάτσι, βρούλντι, γκουρζιλούδ, γκουρτζέλ, γκουρτζέλι, γκουρτζελούδ, γκουρτζελούδι, γκουρτζιέλ, γκουτζιούν, γκουτζούν, γκουτσινούλ, γκουτσινούλι, γκουτσιούνι, γκουτσνούλ, γκρουνάιν, γλουλάτσι, γουρνάδ, γουρνάκ, γουρνάτσι, γουρνέλ, γουρνόπκου, γουρνόπλου, γουρνόπλτος, γουρνοπουλάκι, γουρνόπουλο, γουρνούδ, γουρνούλ, γουρουνάδι, γουρουνάκι, γουρουνάτσι, γουρουνέλ, γουρουνέλι, γουρουνόπικο, γουρουνόπλο, γουρουνοπουλάκι, γουρουνούδ, γουρουνούδι, γουρουνούλι, γουτζί, γρνατς, γρνουδ, γρουλί, γρουλίν, γρούλντι, γρουνάκ, γρουνάκι, γρουνέλ, γρουνόπλου, γρουνοπουλάκι, γρουνόπουλο, γρουνούδ, γρουνούλ, κοσκούνι, κουσκούνι, λαχτένδο, λαχτένι, λαχτέντο, λαχτέντου, λαχτιντούλ, μουχτερό, μοχτερό, μπλικόπλο, μπουζάκι, μπουζόπουλο, ουρνάκι, ουρουνάτσι, σουρδόπλου, σουρίδ, φτουράκ φτουράκι, φτουρακούδ, χιουζί, χιουραδάτσι, χιουρέσι, χιουρί, χιουρίζι, χιουρίσι, χιουρούλι, χιράδ, χιράδι

μπιζουτάρισμα [1995]

λοξή εγκοπή (λόγιο)

μπιζουτιέρα, μπιζουτιέρα [1962a]

κουτάκι που βάζουν τα κοσμήματα

μπίθι [1888a], μπιθ [1981]

νοίκι για σύνεργα ή αγγειά | το λάδι που κρατά το λιοτρίβι για τη δουλειά

μπίθι < μπήθι [1635]

νοίκιασμα

μπιθιάζω < μπηθιάζω [1635] [1709], μπηθιάζειν [1688], μπιθιάζω < μπιθιάζω [1963]

νοικιάζω σύνεργα ή αγγειά

μπιθιάζω < μπιθιάζω [1933], μπιθιάζω [1941]

βάζω το παστωμένο κρέας με τη γλίνα του μέσα σε πιθάρι | βάζω κάποια τροφή στο πιθάρι

μπίθιασμα < μπίθιασμα [1941]

αποθήκευση τροφίμων (λόγιο)

μπιθιαχτός < μπυθιαχτός [2001b]

βλ. μπιτάδος

μπίθλακας

βλ. μπλιάκακας

μπίκα [1966]

καψόνι

μπίκα [1982]

φακίδα, μαυράδι, πανάδα, πιτσιλάδα, πιτσούλα, πρέκνα, σφακίδα, τσεπράδα, τσιάπρα,

μπίκα [2008]

μπρούτζινο κουδούνι για τράγους

μπικάδι, μπικάδ < bικάδι [2006]

μικρό βόδι που δεν το έχουν μουνουχίσει

μπικαές < bικαές [1976]

τα χρωστούμενα

μπίκας [2008]

αυτός που κουτουλάει

μπικατσέλας < bικατσέλας [2006], μπικατσέλ < bικατσέλι [2006]

χρονιάρικο βόδι

μπικαφίος [2001c]

κοντός, απόκοντος, βάμπουρας, γδούτζμπους, γδόχειρους, γκουτζιούκς, ζαντίκι, ζιμπό, ζιουμπάς, ζμπούνος, ζουμπάς, ζούμπος, ζούμπους, ζούνγκλους, ζούρους, κατσαμπρόκος, κοντακιανός, κοντατζινός, κοντοθεβίθης, κοντομάζομα, κοντομαζομένος, κοντοπάλουκον, κοντόπιασμα, κοντοπίθαμος, κοντοπίθαρος, κοντοπίθιακας, κοντορεβιθιά, κοντορεβιθούλης, κοντοσούρι, κοντόστουμπο, κοντοστούπης, κοντούλης, κοντούλιακας, κοντούτσικος, κοντοχάματσος, κουζιάξ, κουλουβάρδακους, κουντουζμπάψ, κουντουπίθουρας, κουντουσγούψ, κουντουσπίθαρους, κουντουστούψ, κουντούτσικους, κούντρους, κούχτιο, λίψαβους, μίγκους, μπαλαλάς, μπαλαλέας, μπάμπζουλας, μπάμπζουλας, μπαμπούρι, μπασμένος, μπόμπιρας, μπόπκους, μπουσμάς, ντέμλερς, πατούλας, πθαμή, πθαμνιάρς πιθαμή, πορδή πουρδή. σαμιαμίθι, στούμπος, στούμπους, στρούτζους, τάπα, τσιλιβίθρα, τζιτζβές, τριπίθαμος, φασουλής, χαμαδός

μπικεριά [1884c]

ναυτ. διαδοκίδα (λόγιο)

μπικικίνι [1963], μπίκι [1963]

βενετσιάνικη μονέδα

μπικίνι [1962a]

μαγιό για γυναίκες σε δυο κομμάτια

μπικιόνα < μπικιόνα [1983b], μπικιόνι < μπικιόνι [1982], μπικιόν

γκαζοτενεκές, γκαζίνα, γκαζντουνικές, γκαζοντενεκές | τσίγκινο ποτήρι

μπικόρμικας [1946]

ξύλο που πάνω του κόβουν άλλο ξύλο

μπίκος < bίκος [2001c]

κάποιο πουλί

μπίκου [1964]

βλ. μπίσκα

μπικούνι [2001b]

μεγάλο κομμάτι, μεγάλη μπουκιά

μπικουνίζω [1996b], μπικίζω [2001b]

πελεκώ με το μπίκο

μπικουνιστής [2001c]

ο μάστορας που δουλεύει το μπίκο

μπίκουρνας

σβέρκος, αγκούτικας, ακούτη, ακούτης, γκούτκας, ζνιχ, ζνίχι, ζνίχους, ιλίκ, καφάς, κοτίλα, κούτικας, κούτκας, κουτκούδια, κούτπας, λάκρους, λίγκι, ντούτκας, παλακούρι, πατσιάς, σβέρκο, σβέρκους, σβιρκαριά, σνίχι, στροφίγκι, σφαή, τζιανός, τρασιίλα, τρασιιλιά, τρικόπ, τσαμπάς

μπικουτί [1998], μπιγκουτί [1962a], μπιγκουντί [1962a]

μικρά ρολά για το τύλιγμα των μαλλιών

μπίλα [1966], μπίλιους < bίλιους [2006]

παιδικό παιχνίδι με παίζεται με δυο ξύλα (ένα μικρό και ένα μεγάλο): ξυλίκι, καμουντί, κούτι, λέγκα, μπιντίρι, ντάλια, ντελιμάς, τσαλίκα, τσάλτικα, τσελίκι, τσελίκ-τσομάκ, τσιλίκα, τσιλίκι, τσιλίκ, τσιλίχι, τσλικ, τσουμάκα, σκλέντζα

μπιλαβαθράκι [1709]

γυρίνος (λόγιο)

μπιλάδα, μπηλάδα [1910]

ψαροκαλύβα

μπιλέ

βλ. μπλιο

μπιλί

πολύ

μπίλι [1966]

μπούτσι, όμορφο

μπίλια < bήλια [2001c], μπίλιαση < bήλιαση [2001c], μπίλιας < bήλιασ’ [2001c]

λάσπη με χώμα (ασπριά ή κοκκινιά) για τις ταράτσες | στεγανοποίηση (λόγιο)

μπιλιάζω < bηλιάζω [2001c], μπηλιάζω [1933], μπλιάζω

βάζω λάσπη από μπίλια (ασπριά) στην ταράτσα | στεγανοποιώ (λόγιο)

μπιλιάνι, μπιλιάνι [1910]

λουρί αλόγου

μπιλιαρδιστής < μπιλιαρδιστής [1910], μπιλιαδόρος < μπιλιαδόρος [1931]

αυτός που παίζει μπιλιάρδο

μπιλιαρίζω [1982]

βλ. μπερφαδίζω

μπιλιάρισμα < μπιλιάρισμα [1982]

βλ. μπέρφαδο

μπίλιασμα, μπήλιασμα [1933]

στεγανοποίηση (λόγιο) ταράτσας με μπίλια

μπιλιόρα, μπιλιόρα [1987a], μπιλιόρι, μπιλιόρι [1987a]

κάποιο άγιο ραδίκι

μπιλιούρισμα < μπιλιούρισμα [1982]

αυγή, χαραυγή, ξημέρωμα, ανατολή, αβγινάδα, αβγκή, αβγούλα, αβζή, αβκή, αδγή, άλμπα, ανατουλή, αναχάρασμα, ανετολή, αποξιμέρομα, άρμπα, αφχή, αχάραγα, αχάραγο, βάρεμα, βγη, εβή, έβη, ιμέρομα, μουρτσούλια, μπονόρα, νουτάθι, ξημερώματα, ξηφότιν, ξιφότισμαν, σίνορα, ταχιά, ταχινή, ταχνό, ταχτέρ, ταχύ, φεξ, φέξμου, φότιμα, φότιμα, χαραγή, χαραή, χάραμα, χαραμέρι, χάρμα

μπιλιρντίζου [1960b]

διακρίνω (λόγιο)

μπιλίτσαβους [2008]

αυτός που έχει φακίδες

μπιλίτσκες (οι) [1996a]

μικρά λουκάνικα

μπίλκα

θεία, αδερφή της μάνας

μπιλκόμελι [1923b]

το φυτό Ephedra campylopoda: αγριολουβιά, κονδιλόχορτο, κομπόχορτο, πικροκλάδα, πολιγόνατο, πολικόμπι, πολικόμπος, πολιτρίχη, ρίκη

μπιλμπιτσάκους < bιλbιτσάκους [2006]

βλ. μπζαμπζάκους

μπιλόθω < μπιλώθω [2001b]

ζουπώ, ζιακαλιάζω, ζιουλάω, ζιουμπάω, ζιουπάω, ζλάου, ζλάω, ζλίγου, ζλίγω, ζλω, ζμπνιάζω, ζουλάου, ζουλάω, ζουλιάζου, ζουλίζω, ζουλιού, ζουλίχω, ζουλώ, ζουμπάω, ζουμπλιάζω, ζουμπώ, ζουπακιάζω, ζουπάου, ζουπάω, ζουπίζου, ζουπίζω, ζουπόνου, ζουώ, μαζουλίζω, μουκρούνου, πιλόθω, σιμπάω, τζαλιάζω, τσουπιάζω

μπιλόντς < bιλίντ’ς [1976]

ασπροκόκκινο ζώο

μπιλουβίτσι < bιλουβίτσι [1892]

κάποιο μικρό ψάρι (το τσιρόνι)

μπιλουγραντίζου [1988]

μαλώνω

μπίλους

η μεγάλη μπίλια

μπιλόφλο < μπιλόφλλα [1946], μπινόφυλλο [2002]

αμπελόφυλλο, αμπελόφλο, αμπενόφιλο, αμπεόφιο αμπιλόφλου, μπαμπινόφιλο

μπιλσιβέρω [1884b]

γυναίκα που κάνει πως τάχα νοιάζεται για μας

μπιλσιμές [1988], μπισλιμές [1988]

για ζώο, επιβήτορας (λόγιο), βαρβάτος

μπιλτές [1982]

μουσταλευριά, κιοφτέρια, κιοφτέριν, κουρκούτι, μασταγούλα, μουστόπτα, σταλιβριά, χλες

μπιλτές [1983]

παλτό

μπιμ [1966]

ντα (: οι ξυλιές, στα μωρουδίστικα)

μπίμα < μπήμα [1926a]

παλούκι που δένουν το ζώο

μπιμιτισμένος [2001c]

αυτός που είναι μπρούμυτα

μπίμιτσα < μπίμητσα [1909], μπίμιτσα [1966], μπίμτσα [1891c], μπίμπσα < μπίμπ’σα [1964], μπίμπτσα < bίμτσα [1976]

αμπάρι, κελάρι

μπίμπα

βλ. μπίκα (κουδούνι)

μπίμπα [1963], μπίβα

ξέχειλα, γκουμπέ, κάργα, κούλουμα, κουμούλα, λούνγκο, μπέρμπι, μπλίκα, μπλιόντα, ντίγκα, ντίνγκα, ντουρούκ, ράσο, ρούγκλο, σόσιλα, στρακότο, στρίγκα, τίγκα, τίνγκα, τρίγκλα, τρισπίλιν, τσουτσούλα, φίσκα, φουλ

μπίμπα < bίbα [1962c]

μαύρη πάπια

μπιμπελό [1957], μπιμπλό [1962a], μπιμπιλό < bιbιλό [2006]

μικρό πράγμα για στόλισμα

μπιμπέρκα < bιbέρκα [1972]

σπόρος χαρουπιού

μπιμπερό [1957]

ρωγοβύζι, βιζερό, βιζερόν, βιζολόγος, βιζολόι, βιζορόγι, βιζορόγιν, βιζορόι, βιζορόιν, βιζορόχ, ραγουβίζι, ρουγκουβίζ, ρουγουβίζ, ρουγουβίζι

μπιμπέτας [1960b]

ριμπέτας, ρέμπελος, μάγκας

μπιμπέτς

ξινό, αξνό, γάρμπο, δραπέτι, δραπέτο, δραπέτς, δραπέτσι, δρασπέτ, δρασπέτι, δρασπέτς, ζιμπρίτ, θρασπέτ, ντραπέτι, ντραπέτσι, ξνιο ξνο, όξουνου, ρασπάκι, στραπέτς, τιτραπέτς, τραπέτς, τραπέτσι

μπίμπι [1963]

βαβά (το χτύπημα στα μωρουδίστικα)

μπιμπί < bιbί [1905]

βλ. μπιρμπίνι

μπίμπιες < μπίμπιες (οι) [1963]

κάνω μπίμπιες: λέω αστεία (λόγιο)

μπιμπίκ < μπιμπίκ’ [2001c], μπιμπικάτσι [2001c], μπιμπιλόχορτος

το φυτό Hordeum murinum, αγρζοσίταρε, αγριαγιάλπας, αγριάστακο, αγριογαλάτσι, αγριογιάλπας, αγριοκουρφή, αγριοκρίθαρο, αγριόμαζος, αγριοσιτάρι, αγριοσίταρο, αγριοστάρι, αγριόσταρο, αγριοστάχης, αγριοστάχι, αγριουκρίθαρου, αγριουσίταρου, αγρογαλάτσι, αγροκρίθαρο, αγρόσταθο, αστρακάνι, ατζούμπαλος, βελανίδα, βελανίθρα, βελόνι, βελονίδα, βελονόχορτο, γαλάτσι, θεριοτζίμπς, κατάτσι, κλέφτης, κολιτσόχορτο, κολομπίχτς, μαγιαλούπ, μακρογένι μαλάτσα, μσταχιό, παπαγαλάτσι, πιπίνι, πιπλάτσι, πιρούνα, πιρούνι, πλάτσι, σακοτρίπης σιταρόχορτο, σπάργανο, σπαρμενόχορτο, σταρόγερας, σταρόχορτος, στρακάνι, στράκανο, σφιριχράτσι, τζαμπάνσι, τριπολός, τριποσακάς, τριποσάκι, τριποτσουβαλάς, τριχοστάχης, τριχοστάχι, χτιόγανο

μπίμπικας [1709]

μικρή φουσκάλα

μπίμπικας [1931]

το έντομο Bactrocera oleae, δάκος (λόγιο)

μπίμπικας [1963], μπιμπίκι [1996b]

αρρώστια των πουλερικών (στο δέρμα)

μπίμπικας [1996b]

το πρώτο πούπουλο των πουλιών

μπιμπίκι [1891f], μπιμπίκος [1963], μπιμπίτς < μπιμπίτσ’ [2011], μπιμπίκ, μπιμπίτς, μπέμπκας

σπυράκι με μαύρο κεφαλάκι

μπιμπίκια (τα) < bιbίκια [2001c]

σφήγκες | αρρώστια των ματιών

μπιμπίκια < bιbίκια (τα) [2001c]

τα τσαμπούνια (λεπτά καλαμάκια) της μπιμπικομάνας (στόμα της τσαμπούνας)

μπιμπικιά < μπιμπικιά [1931]

τσιμπιά πουλιού

μπιμπικιάζω [1864]

βγάζω μπιμπίκια

μπιμπικομάνα < bιbικομάνα [2001c], μπιμπκομάνα < bιb’κομάνα [2001c]

το στόμα της τσαμπούνας (γκάιντας)

μπιμπικώνω [1709], μπιμπικιάζω < μπιμπικιάζει [1931]

χνουδιάζω | ανατριχιάζω

μπιμπίλα [1709], μπιρμπίλα [1931], μπιρμπιλάδι [1931], μπιμπίλ < bιbίλ’ [1962c], μπιμπίλωμα [1709], μπιρμπίλωμα [1934], μπιμπίλα < bιbίλα [2006]

κράσπεδο (λόγιο) | γύρισμα, στρίφωμα | ούγια| ποδόγυρος| δαντέλα στην άκρη του ρούχου | προγούλι

μπιμπίλα < bιbίλα (τα) [2006], μπιλμπίσα < bιλbίσα [2006], μπίλια < bίλια [2006]

παιδικό παιχνίδι, όπου με πέτρες που πετούσαν από μακριά, προσπαθούσαν να ρίξουν κάτω κομμάτια από σπασμένα κεραμίδια, που είχαν βάλει πριν όρθια

μπιμπίλι [1987a]

κέρασμα, ικράμι, ικράμ, τρατάρισμα, τραταμέντο, τράτο, φίλεμα

μπιμπιλίκα

το παιχνίδι κρυφτό: γκζουφούλι, γκρουφτέ, γκρουφούλι, κομιτάτο, κρουβιτσιάνα, κρουφτέ, κρυφτούλι, λιφτιριά, μπλουθάκι, ντουμπανιάτο, παγανιώτις, τζιβουτό, χουστό, χωστός

μπίμπιλο [1910]

κατάρτι

μπιμπιλώνω [1709] [1790] [1878b], μπιμπιλόνω [1837], μπιρμπιλώνω [1934]

στριφώνω, βάζω δαντέλα στην άκρη του ρούχου

μπιμπιλωτός [1931], μπιρμπιλωτός [1934]

στολισμένος με μπιμπίλες

μπιμπίνι < μπιμπίνια (τα) [1931], μπιμπίνα [1964]

μεγάλο κουδούνι για τράγο ή κριάρι

μπιμπιρίτσα

φέτα ψωμί που έχει απάνω της δυόσμο, αλάτι και πιπέρι

μπιμπίτσκα < bιbίτσ’κα [1962c]

κάποιο μικρό σαλιγκάρι

μπιμπλιά, μπιμπλια [1981]

φιτιλάκι

μπίμπτσα [1964], μπίμσα [1964]

αρρώστια των πουλερικών: κόρυζα, κόρτσα, τσίφνα

μπίνα [1966]

πόντος, ρούμπος

μπινάρι [1891c]

μικρό δοκάρι

μπινέδικα, μπνέδκα < μπνέδ’κα [2011]

πούστικα (για φέρσιμο)

μπινέλι [1931]

σύνεργο του μαραγκού, για σκάλισμα

μπινέλι [1982]

κοφτερό μαχαιράκι των τσοπάνηδων

μπινί [1910]

πηχάκι στο παντζούρι

μπινιά

παγαποντιά, μπαγαποντιά, πουτανιά, πουστιά

μπινιάλο, μπινιάλο [1987a]

βλ. μπερούν

μπινιάς

λάσπη με τσιμέντο και ασβέστη | το σκληρό χώμα

μπινιβισά [1988]

στρίμωγμα

μπινιότα < μπινιώτα [1966]

καταπιόνας, αγούλα, γκούργκουλας, γκουργκουλιάνκους, γκουργκουλιάνους, γκουρδιλάγκους, γκριτσιλιάνους, γκρτσιλιάνους, γλούμπος, γλούπη, γλούπος, γλούπους, γλούπω, κάρδας, καρδιλάγκος, καταπίθρα, καταπιθράνι, καταπινάδι, καταπινάρι, καταπινάριν, καταπινάς, καταπινίν, καταπιόνα, καταπίτης, καταπνάρ, καταπόθρα, καταπότρα, μουλί, πινιότα

μπινίτσα [1996a], μπιενίτσα < μπιενίτσα [1996a]

φρέσκο γάλα χωρίς βούτυρο

μπιντάλια (τα) [1966]

τρεμούλες, τρέμουλα

μπιντάντι [1966]

το χοντρό ζουζούνι

μπιντέκι

βουβαλάκι, βουβαλάτσι, βουβαλούδ, βουβαλούδι, μποβαλάκι, μπουφαλάκι, μπουχαλάκι

μπιντέμ < bιντέμ [1892]

κάποιος τρόπος κεντήματος

μπιντέμι

δαντέλα για το μανίκι ή τον ποδόγυρο

μπιντένα

γυναικείο ρούχο, σαν ακριβή ρόμπα

μπιντιβίτικο, μπιτιβίτκου

μονοκόμματο

μπιντιβίτσια < μπιdιβίτσια τα [1964]

τα αρχίδια του ζώου: αμελέτητα, γουλιά, λιμπά, τσιόκια 

μπιντίρι < μπιdίρι [1966]

βλ. μπίλα

μπιντουνίτσας (η) [1966]

κάποιο χόρτο

μπιντρίκ

ξερός, κάρκανο, κουράκ, κουράκι, μπιστιρμέ, ξέριος, ξιρκός, ξιρός

μπιξομύτης [2001c]

άξιος αντίπαλος (λόγιο)

μπιό < μπιο [2001b]

βλ. μπλιο

μπιομπίδι < μπιομπίδι [1874a]

αυγοτάραχο, αβγουτάραχου, βοτάραχο, βουτάραχου οβγοτάραγον, οβοτάραχον

μπιομπός

χάχας, μπούρδας, καραγκιόζης, μόμολος, σάχλας, σαχλός, σασκίνης, σιαϊλός

μπιομπός < μπιομπός [1874a], μπιομπιό < μπιομπιό [1963], μπιμπιό

φτηνοπράμα | σιδερένιο παιχνίδι που βγάζει τον ίδιο ήχο

μπίραβους < μbίραβους [1976]

δύστυχος, κακομοίρης, κακότυχος

μπιράτκους < bιράτ’κους [2006]

κάποιος χορός

μπιργιάνι < μπιργιάνι [1963]

κάποιο φαγητό με κρέας και πολλά μπαχάρια

μπιρδέξιους [2010]

πολύ άξιος

μπιρί

μερτικό, μερδικό, μερίδα, μερίδι, μερτικόν, μιράδ, μιράς, μιράσι, μοίρα, πάρτη, πάρτε

μπιρίζομαι < μπυρίζομαι [1915]

καίγομαι

μπιρίζω < μπυρίζω [1887a]

καίω

μπιριλαβένου

περιλαβαίνω

μπιρίμπα [1998]

παιχνίδι με τα χαρτιά (τράπουλα)

μπιρίρω [1983b]

τσουγκρίζω

μπιρίτσα [1998], μπιρούλα [1998]

υποκ. του «μπίρα»

μπιρμπάσκους [2010]

το ζώο που φεύγει από το κοπάδι

μπιρμπάτ

νεροποντή, ανταρτζιά, αντρατζιά, γαζέπ, γαζέπι, έμπο, έμπος, καθόρ, καθούρι, καταχάρι, καταχιμάρα, μπουραζάνι, νεροπόντι, νεροποντιά, νεροποντίλα, νεροφεσιά, ντουμπέκια, σιαρσιάρου, φουρτούνα, χασιακί

μπιρμπίλα [1961]

προγούλι, μαγούλ, μπισιουρντί, μπουρκέλα, μπρουκέλα, πιλέμι, πριγούλα, πριγούλι, πρόγουλο, προυγκέλ

μπιρμπιλάω

φλυαρώ (λόγιο) βερμαλίζω, γκεβεζελέβω, λιμάρω, μπαμπαλάου, μπαμπαλίζω, μπαταλιάρω, μπαχλατάω, νταρνταρίζω, παρλάρω, τσαμπνάου, τσαμπουνάω, τσαμπουνίζω, τσαμπουνώ

μπιρμπίλι [1966], μπιρμπίλ < bιρbίλ’ [1978], μπιρμπιλί [1996b], μπιρπίλι

σφυρίχτρα, ζαμπνάρα, ζαμπόινα, μαβλίστρα, νταραβίρα, ντουντούκ, σιουλίχτρα, σιουράλι, σιουρίχτρα, σιουρίχτρια, σιουρούχτρα, σιρίχτρα, σολίστρα, σορίστρα, σουλίστρα, σουρίστρα, σουρίχτρα, σουσουρίστρα, σφίρκα, σφιροχτράι, σφουρίχτρα, τσαμπούνα

μπίρμπιλο [1996b]

βλ. μπίσμιλο

μπιρμπιλομάτα [1931], μπιρμπιλουμάτα, μπιλμπιδουμάτα

τσαχπινομάτα

μπιρμπιλόνια (τα) [1982]

ζυμαρικό σαν κριθαράκι ή φρέσκο τραχανά | μικροί στρογγυλοί καρποί από φυτά που μοιάζουν με μπίλιες

μπιρμπιλόνια (τα) [2001a], μπιρμπελόνια

φρέσκο σπιτικό ζυμαρικό που μοιάζει με τραχανά

μπιρμπίλου [1987b]

χοντρούλα

μπιρμπίλω [1961], μπιρμπίλου [2008]

καμωματού, ναζιάρα, παιχνιδιάρα, σκερτσόζα, τσαχπίνα

μπιρμπιλωτά (τα) [1931]

τα τσαχπίνικα (μάτια)

μπιρμπίνι [1987a]

η πούτσα του παιδιού: πουλί, πουλάκι, μπιμπί, πιπί, κουκούνα, κουκούνι, τσουτσούνα, τσουτσούνι

μπιρμπιρίζου < bιρbιρίζου [2006]

παίζω τα μάτια τσαχπίνικα

μπιρμπιρίτσα

τα μάγια (χορός και τραγούδια) από τους χωριάτες, για να βρέξει και να ποτιστούν τα ξεραμένα χωράφια: βερβερίτσα, βιρβιρίτσα, μπαρμπαρούσα, μπερμπερούνα, περπερίτσα, πιρπιρίτσα, ντουντουλίτσα, ντοντουλίτσα, τουρτουρίτσα, περπερούνα, πιρπιρούνα

μπιρμπιτσάκους < bιρμbιτσάκους [2006]

βλ. μπζαμπζάκους

μπιρμπιτσλιά < μπιρμπιτσ’λιά (τα) [1964]

ανθρωπάκια (χωρίς αξία)

μπιρμπιτσούλτς

βλ. μπλιακιότσι

μπιρμπόλογα [1963]

ευφυολογήματα (λόγιο)

μπίρντα < μπίρdα [1962c]

έστω κι αν

μπιρνταά [1966]

όχι πια

μπιρπιρίζουμι [2008]

στολίζομαι, κουρντίζομαι, κουρτίζουμι, ουρτόνομαι, σενιαρίζομαι, σενιαρίζουμι, σινιαρίζομαι, στουλιέμι, στουλίζουμι, τζολαρίζομαι

μπιρτζάκαβους [2008]

βλ. μπιτσάρος

μπιρτσιά

χωρίστρα (στο χτένισμα των μαλλιών): αγρούπα, καπέτα, καρές, μπόλκα, μπουλάκα, πόλκα, στρατόνα, τέμπλα, τσιαμπάς, φρεζές, χορισιά, χουρίστρα, χρίστρα

μπίρτσιος < μπίρτσιος [1996a]

γερός και δυνατός

μπις

βλ. μπίτσιος

μπις [1962a]

ζήτω, μπράβο

μπίσκα < bίσκα [2006], μπίτσα < bίτσκα

παιδικό παιχνίδι, όπου χτυπούσαν με μακριά ξύλα ένα τενεκεδάκι, για να το βάλουν σε μια τρύπα

μπίσκος [1963]

φυτά του γένους ιβίσκος (Hibiscus)

μπισκοτάκι [1995]

υποκ. του «μπισκότο»

μπισκουΐνο [1963]

κάποιο αμυγδαλωτό

μπισκούκισα [1963]

κάποιο πράσινο πουλί

μπισκουρδίνι [1963]

κάποιο γλυκό σαν το μπεζέ

μπίσκους

το μεγάλο γουρούνι: χιούρακα, χιουρέσα

μπισλίκα

το κικίδι της βελανιδιάς

μπίσμιλο [1996b], μπισμίλια

πίπιλο, μπίρμπιλο, πολλά

μπισμπίλι [1963], μπιζμπίλι [1963]

συκοφαντικός ψίθυρος (λόγιο)

μπίσμπιλο [1884b], μπισμπίλιο [1884b], μπίζμπιλου < μπίζbιλου [1964], μπιζμπίζ < μπιζbίζ’ [1964], μπισμπίλι

μπλάκο, η μεγάλη πέτρα

μπισνέρα

τσέπη, μπουζού, μπουζουνάρα, μπούρσα, μπούρσια, μπουσνάρα, πάπουλα, πούγκα, πουζού, πούνκα, πουντζίν, πούρσα, πουρσόνα, πουσνάρα, τζιεπ, τζιόπη, τζιόπι, τζιοψ, τζομπ, τζόμπα, τζοπ, τζόπα, τζόπους, τζουπαλί, τζοψ

μπιστάγκονα

πιστάγκωνα

μπισταγκωνίζω [1876a], μπισταγκωνιάζω < μοισταγκωνιάζω [2001b]

δένω κάποιον μπιστάγκονα (πιστάγκωνα)

μπιστάκι [1996b]

κουκουνάρι, γκουγκτζέλα, γκουγκτσέλα, καρκαμίλα, καρούμπαλε, καρούμπαλο, κούκλα, κουκουζέλα, κουκουνάρ, κουκουνάρα, κουκτζέλα, κούνος, μάπουρος, μομότς, μπερμπετσίνα, ρούμπαλο, σιούκλα, στροβίλα, χαρούμπαλο

μπιστακία [1996b]

το δέντρο Pinus pinea, κουκουναριά, στροβιλιά, στροφιλιά

μπιστακονίζω, μπισταγκονιάζω

δένω τα χέρια κάποιου πιστάγκωνα

μπιστεμένος [1931], μπιστεμμένος [1876a], μπιστεμένος < μπιστεμένοι (οι) [1840], μπιστιμένους < μbιστιμένους [1964]

μπιστός, πιστός, έμπιστος (λόγιο)

μπιστεύομαι [1957], μπιστεύγομαι [1876a]

εμπιστεύομαι (λόγιο), αποθαρίζουμαι, αφιδάρω, αφιδέβομαι, γκιβιϊτίζουμι, γκιουβεντίζου, γκιουβεντίζω, θαρέβγομαι, θαρέβομαι, κιουβεντίνουμου, κουβενέφκουμαι

μπίστη [1840], μπιστ < μπιστ’ [1964]

πίστη

μπιστιά [1874a], μπιστριά [1874a]

πέτσινο λουρί που δένει το σαμάρι στα καπούλια ζώου, απισιλίνα, απιστιά, καπλοδέτα, κολάν, κολάνα, κολάνι, κουλάν, κουλάνι, κουσκούν, κουσκούνι, μπαλντζούμι, μπαλντίμι, μπαλντούμ, μπαλντούμι, μπαλτίμι, μπαλτούμι, μπαλτούνι, μπαρντούνι, μπαχτίμι, ουπιστιά, πιστιά

μπιστιά [1876b]

πιστή

μπιστιγμός

αναπήδημα (λόγιο)

μπιστικάλι

αλογοουρά, αλογονουρά, αλογουρά, αλουγουνουρά, αλουγουρά

μπιστικός [1688], μποιστικός [1874a]

πιστικός, μπιστός, πιστός, έμπιστος (λόγιο) | τσοπάνης με ρόγα (μισθό)

μπίστιλις < μπίστιλις (οι) [1964]

κάποια μικρά αχλάδια

μπιστινούνος [1966]

ο βοηθός του νονού στα βαφτίσια

μπιστιού [1909], μπιστιού [1864], μπιστού [1874a]

βερεσέ, βερεσές, βερεσιγέ, βερεσιγές, βερεσκές, βερσές, βιρισέ, βιρισές, εμπιστιάνα, κρέδιτο, κρέντιτο, κρέτετο κρέτιτο, ντόνκα

μπιστιρμέ

βλ. μπιντρίκ

μπιστοβλιακιά

αχορτασιά, αναχορταγιά, ανεχορταγιά, ανιχουρταγιά αχορταγιά, αχορτασία, αχουρταγιά

μπιστόβλιακος < μπιστόβλακος [1966], μπιστόβλιακας

αχόρταγος, αναχόρταγος, αναχόρταες, αναχόρταος, ανεχόρταγος, ανεχόρταος, ανιχόρταγος, ανιχόρταγους, ανιχόρταους, αχόρταγο, αχόρταγους, αχόρταος, αχόρταστος

μπιστολάκι

βλ. μπιστολέτο

μπιστολίδι [1998]

πιστολίδι

μπιστός [1876a]

βλ. μπιστεμένος

μπιστοσύνη [1931], μπιστοσύνα [1987a]

εμπιστοσύνη (λόγιο)

μπιστρόφια < μπιστρόφια (τα) [1996a]

τα πιστρόφια, τα ψτρόφια, η πρώτη μέρα του γυρισμού (βίζιτα) του νέου ζευγαριού μετά το γάμο, στο σπίτι των γονιών της νύφης

μπιστώ [1962a]

κάνω γκελ

μπιτάδο < bιτάδο [1925]

το αμπέλι όπου τα φυτά είναι το ένα κοντά στο άλλο

μπιτάδος [2001b]

πιτάδος, ζουπιγμένος, μπιθιαχτός, πατημένος, πατικωμένος, στουποτός, στουπουτός, σφιχτός

μπιτζαρία [2003]

κομψότητα (λόγιο)

μπιτζαροδούλης [1963], μπιτζαρολόγος [1963]

έξυπνος, αετός, αϊτός αλτσίδα, ατσίδα, ατσίδας, αχουλής, εξπίριος, έξυπνε, ζαμανίσιους, ζερζέκι, κοψονούρης, μάρκα, μιταβγαλμένους, μπιαλό, μυαλό, νιόστακας, νοητέ, ντζιν, ξεφτέρι, ξιφτέρ, ξιφτέρι, ξύπνιος, όξιπνος, σαΐνι, σιαΐν, σπίθα, σπίρτο, σπιρτόζος, σπίρτου, τετραπέραντος, τετραπερασμένος, τετραπέρατος, τζιμάνι, τζίνι, τιτραπέρατους, τσικαμπής, τσικρίκ, φίο, φιτφάς, χαλίκα

μπιτζάρος [1963]

κομψός (λόγιο)

μπιτζιά < μπιτζιά (τα) [1999]

παπούτσια για παιδιά

μπιτζιάρω

κλέβω, ατζίζου, ατζίζω, βουτώ, γδίνου, γδύνω, γιμνόνου, γκατζνιάζου, γκίζω, γυμνώνω, ετζίζω, ζαπόνου, ζαπόνω, ζουλάρω, κλέβου, κλέφτου, μαδώ, ξαϊάζου, ξαλαφρόνου, ξαλαφρώνω, ξαμόνω, ξαφρίζου, ξαφρίζω, ξεγιμνόνου, ξεγυμνώνω, ξιαφρίζου, ξιστσκαλιάζου πρεδέβω, ρουβάρω, ρουβέρνω, ρουμπαδέβω, ρουμπάρω, σηκώνω, σικόνου, σκιουφίζω, σοέβω, σουλουμάρω, σουρομαδώ σουφρώνου, σουφρώνω, τσιαλέβω, φουχτόνου, φουχτώνω

μπιτζιβίσα < bιτζιβίσα [2006]

σπλάχνα, σωθικά, κιλιόπαχα, κιλόμπαχα, κλιάντιρα, λιακά, λιάκατα, λικά, μελαχόνια, μεσαδκά, μεσαρκά, μεσικά, μσερκά, όσθκια, παρτάλια, σγατζέτο, σκοτοπλέμονα, σόθια, σόθκια, σοτικά, σπλάχνε, συκωταριά, σχτιά, τζγέρια, τζιάλακα, τζιάλιακα, τζιάρλιακα, τζιγέρια, τζιέρια, τσιλίχουρδα, τσιόζια, χαρτσένια

μπιτζμένους [1960b]

βλ. μπεκρής

μπιτζνάρ

βλ. μπλουτσουνέρα

μπιτιλιά

σταγόνα, δράγκα, δραξιά, κιαούα κόμπος, κόμπους, κουλουπκιά, λαντουρίδα, λιματίδα, νιρουσταλίδα, ντάμκα, ντάμλα, πιτιλιά, ρονιά, στάλα, στάλα, σταλαγματιά, σταλαματιά, σταλαμίδα, σταλιά, σταλούσα, στάξη, σταξιά, σταξιμαδκιά, σταξιμαθκιά, στράγκα, στραντζιά, τσαούα, τσλίδα

μπιτιρμάς [2001c]

πιτιρμές (κάποιος φόρος των Οθωμανών)

μπίτισμα [1982]

τέλειωμα

μπιτλόγκα

βλ. μπιτούλι

μπιτουκλώνω [1996a]

βάζω τρικλοποδιά

μπιτούλι [2001c], μπεδούλι

μπάλωμα από δέρμα για παπούτσια, μπιτλόγκα, μπλαθρί

μπιτουλιάνα < bιτουλιάνα [2006], μπιτουλιάνκα bιτουλιάνκα [2006]

στρογγυλή μπρούτζινη κουδούνα για μεγάλα ζώα

μπιτρόνου

σφαλίζω από μέσα την πόρτα του σπιτιού

μπιτσιβίδι

μικρό σταμνί

μπιτσικάβουρας [1909], μπουτσκάβρας < μπουτσ’κάβ’ρας [1964], μπιτσκάουρας

βλ. μπιτσλιάκος,

μπιτσικλέτα

μοτοσικλέτα, μοτό, μοτοσακό, μουσικλέτα, μπριτσικλέτα, πουρδαλάς, τταπουροκολού

μπιτσικόκος [1963]

βλ. μπιρικόνκος

μπιτσιλιάκος, μπιτσλιάκος < μπιτσλιάκος [1982]

σκορπιός (Androctonus), ακράπ, ακράπι, ακρέπ, καβουροσκορπία, καράντουλα, κομπίο, κοντοτούρτς, μπακολέτσης, μπιτσιλιάκος, μπιτσκάβουρας, μπιτσκάουρας, μπουτσιουκάβουρας, μπουτσκάβρας, σγρκάμπα, σκάρπας, σκορπιάς, σκορπιδέλι, σκορπίδι, σκουρπίδ, σκουρπιός, σκράκους, σκραπούδι, σκρουπίδ, σκρουπιός, χριτζιελόρος

μπιτσιμτσίδης

βλ. μπιτσάρος

μπιτσινάρι [1987a], μπιτζουνάρα [1966]

μπουτσνάρ, σουλινάρι, σουλινάρ

μπίτσκα

βλ. μπιχτοκέφαλα

μπιτχαβά [1987b]

βλ. μπενταβά

μπιφτέκι [1934]

ψητά κομμάτια (πλατιά και στρογγυλά) κιμά, ζυμωμένου με διάφορα μυρωδικά

μπιχερίζομαι [1983b], μπιχειρίζομαι [1982]

αρπάζω, γραπώνω, αγαπόνου αγραπόνω, αϊπάζου, απράζω, αρπάγνου, αρπάζου, αρπακολάω, αρπακολώ, αρπακόνου, αρπακόνω, αρπάνου, αρπάντζω, αρπάου, αρπάσω, αρπάχνου, αρπάχνω, αρποκολάω, αρποκολνώ, αρπουκουλάω, αρπώ, ασπράχνου, γραμπόνου, γραμπόνω, γραπόνου, γρασπόνω, ερπώ, πράχνω, ρπω, σγραπόνω

μπιχιμίκος [1931]

τζιτζιφιόγκος, τσιριπιντόνης, πισπιρίγκος

μπιχλιμπάρι [1963]

κεχριμπάρι, άμπαρι, άμπαρο, άμπρα, άμπρι, κεχλιμπάρι, κεχριμπάρ, κιχλιμπάρ, κιχλιμπάρι, κιχριμπάρ, κιχριμπάρι, λάμπρα

μπιχλιμπίδια < μπιχλιμπίδια (τα) [1931], μπιχλιμπίδι [1995], μπιχλιμπίδ

φτηνά πραγματάκια για στόλισμα | τα αρχίδια

μπιχνός [2001b], μπιχνιός [2001b], μπυχνός [1876a]

πυκνός, αγρέ, αγρός, αδρέ, αδρές, αδρί, αδρός, αδρύς, αντρίς, αρντός, ατσέ, ατσέρ

μπιχτιά

κατηφόρα, άσπα, καρατσίλα, κατέβα, κατέβας, κατηφόρι, κατηφοριά, κατήφορος, κατίφουρους, ροβολιτό, ρόβολο, ρόβολος, σακατούρι, σιακατούρι, τσακστός

μπιχτοκέφαλα, μπιχτουκέφαλα [2010]

κατακέφαλα, καταγκράου, μπίτσκα, πιτικέφαλα

μπίχτρα [2001c]

χτένα ή καρφίτσα μαλλιών

μπιχτσιδιάτκα < μπηχτσηδιάτ’κα (τα) [2011]

τα πρόστιμα που έβαζε ο μπεκτσής

μπλάβα [2001a]

μελάνιασμα, μελανιά, μελανάδα, μιλανάδα

μπλαβάδα [1963]

μπλαβίλα, γαλανάδα, μελανάδα

μπλαβάκι < μπλαβάκια (τα) [1963]

λουλούδι του γένους Iris: αγριόκρινο, κλέλια

μπλάβη [2001b]

κάποιο πουλί με μπλάβο χρώμα

μπλαβίζω [1995], μπλαβιάζω

μελανιάζω

μπλαβίλα [1996b]

βλ. μπλαβάδα

μπλαβοκεφαλάς [1996b]

κάποιο πουλί με μπλάβο χρώμα

μπλαβοκούκι [1996b]

κάποιο φυτό

μπλαβομάτης [2001b], μπλαβαμάτης [2001b]

γαλανομάτης, αλανομάτης, γαλαζομάτης, γαλανουμάτς, γαλατζομάτης

μπλαβόπετρα [1996b]

γαλαζόπετρα, αλογόπετρα, γιαλόπετρα, περουζές

μπλάβος [1996b], μπλάβη

το πουλί Garrulus glandarius, βαλανίδα, κίσσα, μελάνη, πρασινοπούλι

μπλαγιομανίστρα < μπλαγιομανίστρα [1996b]

πλαγιομανίστρα, χωράφι σπαρμένο με μπλαγιόμανους

μπλαγιόμανος < μπλαγιόμανος [1996b]

πλαγιόμανας, μπλέζα, πλατοκούκι, χοντροκούκι

μπλαγκόφτικο [1884b]

βλ. μπλαχούρ

μπλάγου

βλ. μπλοκάρω

μπλαδούχι [1923b]

το δέντρο Quercus tozza: κοκιδιά

μπλαζές [1983a ], μπλαζέ [1961]

βαριεστημένος (λόγιο)

μπλάζου < μπλάζου [1923a]

βλ. μπλέγκου

μπλάζω [1835], μπλάσσω [1876b]

μπλέκω, μπερδεύω

μπλάζω [1874a]

τσακώνω | καταφέρνω

μπλάζω [1887b], μπλάζου < μbλάζου [1964], μπλάζου [1987a], μπλάχνου [1987b], μπλατσιάζου < μπλατσιάζου [1987b], μπλατσιάζω < μπλατσιάζω [1966], μπλατσάζου < bλατσάζου [1976]

ανταμώνω, αμπαντώ, αμπατώ, αμπλάζου, ανταμόζω, ανταμόνου, ανταμούκου, ανταμούνω, αντένω, αντένω, απαντάου, απαντάω, απαντένου, απαντένω, απαντέχνω, απαντίζου, απαντίχνω, απαντίχω, απαντώ, απεντώ, ενταμόνω, νταμόνω, ντένου, ντένω, παντάου, παντάω, παντένου, παντίσω, παντίχνω, παντώ, πεντώ, σμπλάχνω

μπλάζω [1891d]

σκορπώ

μπλαθιάζου < πλαθιάζου [1987b]

πλαθιάζου, πλάθω

μπλαθούρας [1982]

χοντροφτιαγμένος

μπλαθουριάζω

χοντραίνω | τρώω πολύ

μπλαθούριασμα < μπλαθούριασμα [1982]

πάχυνση (λόγιο)

μπλαθρί

βλ. μπιτούλι

μπλακάρω

βλ. μπλοκάρω

μπλακατζίκια (τα)

τρακατρούκες, στρακατσρούκες, σκλαπατζίκια,

μπλάκο [1987a]

βλ. μπίσμπιλο

μπλακόνι [1996b]

χαστούκι, ζαγλίκι, ζαπαριά, ζαχνιά, καταμτσνιά, καφκαλιά, μουντζοφλίδι, μπάτζι, μπάτζο, μπάτζος, μπάτσα, μπατσαριά, μπάτσε, μπατσελιά, μπατσιά, μπάτσισμα μπάτσο, μπάτσος, μπατσουλέ, μπατσουλιά, μπάτσους μπίφλα, μπλαστρακιά, μπλούφος, μπρουτσουφλία, ντάμφαρος, ντάνφαρος, ξανάστροφη, ξανάστροφος, ξεμπάφαλος, ξεμπάχαλος, ξιλέα, ξιστρεφός, παπαλιά, παταριά, πάταρους, πατσιά, πάτσος, πισκαλιά, σαμπλάκας, σελιάρο, σιαμάρα, σιαμάρι, σκαμπίλι, σφοντιλιά, σφόντιλος, τζιάτος, τριόμφος, φούσκα, φουσκιά, φούσκος, χαστούκισμα

μπλαμούτσα < μπ(α)λαμούτσα [1987b]

πατημασιά, αντίρα, έμποδο, ζαλέ, μάλαξη, μπαδουλιά, ντίρα, ντορός, ντουρός, ουμπλιά, πατιά, πατιμαλιά, πατισιά, πατλιά, πατματιά, πατνιά, πατουμαλιά, πατουσέα, πατουσιά, πατσιά, ποδκιά, ποδόλα

μπλαμπλά [1995]

τα πολλά λόγια

μπλαμπλάς [1874a], μπλιάμπλιας

λογάς, γκεβεζάδικος, γκεβεζάρης, γκεβεζές, γκιβιζές, γκλοσαράς, γλοσαράς, γλοσάρης, γλοσέας, γλοσιάρης, γλουσαράς, γλουσάς, γλουσουκουπάνα, γλουσουκουπάνης, γλουσουκουπάνς, γλοχάς, γλωσσάς, γλωσσοκοπάνας, γλωσσοκοπάνης, γλωσσοκοπάνος, καπάνι, κεβεζέας, κεβεζές, κεβιαζιάς, λαβατούρας, λάλος, λαφαζάνης, λαφαζάνς, λαφαζιάνης, λογαράς, λουγάς, μαλιαφατούρας , μασλάτας, μουχαμπιτλής, μουχαμπιτσής, μπανταβάλς, μπαμπαλιάρς, μπουμπουτούρας, νεροτρουλίδα, νταρντάλας, ντιβετζής, ξουράφι, ξουρής, παπαρδέλας, παρφάρας, πολιομιλιδούσης, πολύλαλος, πολυλογάς, πολύλογος, πουλουλουγάς, σαλαβάτας, στομάς, στοματάς, ταρταλιότας, ταρτάρας, τρουλίδα, τσαμπάου, τσαμπουνιάρης, τσαρλατάνους, τσαρτσαλέους, τσιαπτσιάξ, φαρφαλιάρης, φαρφαράς, φαρφάρας, φαφλατάς, φαφλόδιους

μπλάνα

μεγάλο κομμάτι τυρί

μπλάνα [1964], μπλάνα < bλάνα [1976], μπλανί [1987a]

κούμα, μεγάλος σβόλος από χώμα (σε χωράφι) | ο χοντρός

μπλάνας [1978]

ψηλός και γεροδεμένος

μπλανγκέτα < bλανgέτα [2006], μπλανκέτα < bλανκέτα [2006]

μάλλινη κουβέρτα με ζωγραφιές

μπλάνες (οι), μπλάνις [1960b]

σημάδια στο πρόσωπο της γκαστρωμένης

μπλανιάζω < μπλανιάζω [1982]

μαζεύω από μπλάνες (χώμα) | χοντραίνω

μπλάνιασμα < μπλάνιασμα [1982]

φτιάχνω σωρό από μπλάνες (χώμα)

μπλανιασμένος < μπλανιασμένος [1982]

χοντροκομμένος

μπλανίζω < bλανίζω [1908]

πλανίζω

μπλανίστρα < bλανίστρα

πλανιστήριο (λόγιο)

μπλαντάζω

πλαντάζω, πλαντάζου, γριπάρω

μπλαντουχώνου < bλαντουχώνου [2006]

μεγαλώνω πολύ (για τα φύλλα)

μπλαξάρι [1982]

μεγάλο κομμάτι ψωμί

μπλάρι, μπλαρ < μbλαρ’ [1964], μπλαρ < μπλάρ(ι) [1987b]

μουλάρι, βορδόν, βόρδονας, βορδόνι, βορδόνιν, βόρδος, βορντόν, βορτόν, βορτόνιν, βόρτος, βουρδόν, βουρντόν, βουρντόνι, βουρντούνι, βουρτόνι, γορδόνι, μλαρ, μλάρι, μουλάρ, μουλάρη, μουλάριον, μούλος, μουρδόνι, μουρτζής, ντουγάν, ορδόνι, σβόρδονας

μπλαρινός < μbλαρινός [1976]

μουλαρινός

μπλαστάρα < bλαστάρα [2006]

ο καρπός της σμαρδαλιάς ή τσικουδιάς, το τσίκουδο

μπλαστή [1983b]

σβαρνιστά

μπλάστης [1957], μπλασταριά < μπλασταργιά [1988], μπλάστρης, μπλάστρς, μπλάστς

πλάστης (για το ζυμάρι), γιοκλέν γκλοστρ, γκλόστρης, καλαμίδι, κλοστς, μαδράτζιν, μαρτζάτζιν, ματσόβιργα, ματσόξιλο, μιλονόβιτσα, ξιλίκι, πετρόβεργο, πετρογιάρης, πλασταριά, πλαστέρα, πλαστίρ, πλαστίρα, πλαστίρι, πλαστς, σαΐτα, φλιμαρόβεργα, χλαγού

μπλαστί [1930]

με το ζόρι

μπλαστός [1931]

πλαγιαστός

μπλάστρα [1966]

κομμάτι τυριού

μπλάστρα, μπλασταριά, μπλιασταριά

πέσιμο, γρουμπανιά, ζαμιακιά, κουπανστιά, μουτσνιά, νταψιά, πεσιό, πέσμο, ρούξιμον, σκασιά, ταπαλασιά, τουμπάκιασμα, φλασκαρίδι

μπλαστρακιά [2001b]

βλ. μπλακόνι

μπλαστρακίδα [2001b]

πατίκωμα | λεκές

μπλαστρός

βλαστός, αβλαστός, απόλιμαν, αραμή, βαστέ, βλαστό, βλάστομα, βλάστομαν, βλαστόν, βλάστου, βλαστρός, έμπολο, έμπουλου, λασμός, λομάτσι, λουμάκα, λουμάκι, μασούρα, ράμα, ροδαμός, φλαστός

μπλάστρωμα [1709]

το βάλσιμο έμπλαστρου

μπλαστρώνω [1709], μπλαστρόνω [1857], μπλαθρόνω [1874a], μπλαθρώνω [2001a], μπλαστρόννω [1874c], μπλαστρώννου [1884a], μπλαστρώνου [1903], μπλαστρακόνω < μπλαστρακώνω [2001b],

βάζω μπλάστρι

μπλατζούχα < bλατζούχα [2006]

αρρώστια των φυτών (μεγαλώνουν πολύ τα φύλλα και δε δένει ο καρπός)

μπλάτζω [1884b]

χοντρή, βαρέλα, γκέου, λόσκα, μιντέρου, μουτρούνα, πατόζα, χοντρέλα, χοντρομπαλού

μπλατς

αφήνω στη μέση, τα παρατάω

μπλάτσα

μια χούφτα νερό

μπλατσανάω [1982], μπλατσανάου [1987b], μπλατσαρίζω < μπλατσαρίζω [1966], μπλατζανάου [2010], μπλατσιανάω, μπλατσιάζω

πλατσουρίζω, λουτσιαρνώ, μπατσανάω, μπατσέβου, μπατσέβω, μπατσιέβω, μπλετσιανάω, μπλιακατώ, μπλιουκουτώ, μπλιτσιανάου, μπλιτσανάω, πλατσανάω, πλατσαρίζου, πλατσαρίζω, πλατσαρνάω πλατσιανάω, πλατσιανίζου, πλατσιαράω πλατσιαρνάω, πλατσιουράω, πλατσουρίζου, πλιακατώ, πλιακουτάου, πλιακουτώ, πλιαστιανάω, πλιατσανάω πλιατσιανίζου, πλιατσιαρνάου, πλιατσιαρνώ, τσαλαβουτάω, τσαλαβουτώ, τσαλαβτώ

μπλατσάνημα [1982], μπλατσάνσμα < μπλατσάν(ι)σμα [1987b]

βλ. μπλουτσάρισμα

μπλατσάρα [1921], μπλατσαριά < b(λ)ατσαρjα [1921], μπλατσαργιά [1964], μπλτσαρόπτα < b(λ)ατσαρόπ’ττα [1921], μπατσαργιά [1964], μπλατσιαριά

χορτόπιτα με ζυμάρι από καλαμποκάλευρο ή ριζάλευρο

μπλατσάρας < bλατσάρας

βλ. μπλιάγκας

μπλατσαργιά < bλατσαργιά [2006]

κουταμάρα, αγριξία, αλαφράδα, αλαφρομιαλιά, αλαφρόσινη, αλαφρουμάρα, αρλούμπα, αρλουμπαρία, ιμπετσιλιτά, κοραχανία, κουραφέξαλα, κουραχάνι, κουτομάρα, λαφροσίνη, μπαλόρντα, μπανταλομάρα, μπανταλουμάρα, μπαρμπούτσαλα, μποσικάδα, μπούρδα, μπουρμπούτσαλα, ξικ, ουριομάα, παπαρδέλα, σασαλιά, σασκινιά, σαχλαμάρα, σεμπιάδα, σιουρδαμάρα, χαζουμάρα, χασμίσι

μπλατσαρίζομαι [1983b]

συναπαντιέμαι

μπλατσάρισμα < μπλατσάρισμα [1966]

βλ. μπλουτσάρισμα

μπλατσαρώνου < bλατσαρώνου [2006]

φτιάχνω κάτι βιαστικά, στα τσάτρα-πετρα

μπλάτσασμα [1982], μπλάτσχιασμα < bλάτσχιασμα [2006], μπλάτσιασμα

συναπάντημα, συντυχιά, σιναπάντιση, στάβρουμα, σταύρωμα

μπλατσιάζομαι < μπλατσιάζομαι [1982], μπλατσάζουμι < bλατσάζουμι [2006]

συναπαντώ, συντυχαίνω, σντιχένου

μπλατσουρομύτης [1982[, μπλατσουρός [1982]

αυτός που έχει πλακουτσωτή μύτη

μπλαύλακους [1892]

αυλάκι του μύλου

μπλαχουμάλλκους < bλαχουμάλιλι’κους [2006]

μακρυμάλλικος (για ζώο)

μπλε [1934], μπλου [1934]

κυανούς (λόγιο)

μπλέβρακα, μπλεύρακα [1987a], μπλέβρι, μπλεύρι [1987a], μπλέβζι, μπλεύζι [1987a]

πλέβρακα, πλέβρι, η μια πάντα από το φόρτωμα του ζώου

μπλεβριάζου, μπλευριάζου [1987a], μπλεβζάζου, μπλεβζάζου [1987a]

πλεβριάζου, μοιράζω το βάρος από το φόρτωμα στο σαμάρι, στις δυο πάντες του ζώου

μπλέβρο < μπλεύρο [1996b]

το φόρτωμα από τη μια πλευρά του ζώου

μπλεγάρω [1996b], μπλιγάρω [1996b]

υποχρεώνω (λόγιο)

μπλέγκου < μπλέγγου [1923a], μπέγγου [1987a]

διώχνω, απεβγάλω, απεγβάλω, αποβγάλου, αποβγάλω, αποβγάνω, αποδιόχτω, αποδιώχνω, απουβγάνου, επεβγάλω, επεγβάλω, μπλάζου, ποβγάλω, ποβγάνω ποβγέλου, ποβγκάλντω, ποβκάλω, ποδκιόχνω,

μπλέγμα [1709]

βλ. μπλέξιμο (μπέρδεμα)

μπλεγμένος [1962a], μπλεμένος [1709], μπλιμένος, μπλιγμένος, μπλιγμένους

μπερδεμένος, πιασμένος

μπλέδιος [1966]

ευρύχωρος (λόγιο)

μπλέζα [1996b]

βλ. μπλαγιόμανος

μπλεζενιά [1910]

το φυτό Citrullus vulgaris, καρπουζιά, πλεζονιά, χειμωνικό | ο καρπός: καρπούζι, καρπούζα, καρπούζ, λιμπινίτσα, μπλεζενιά, πατίχα, χαρπούζι, χαρπούζ, χειμωνικό, χιμονκό, χιμουνκό, χμουνκό

μπλεζίνα [1923b]

το φυτό Clematis flammula: αγράμπελη, αγριάμπελη, αγριαμπελίδα, αγριοχελιδρονιά, αλογάκι, αμπελίδα, αμπελίνα, γλικίγι, καλαμπελούδα, κούρμπενο, σακαϊόχορτο, χαλαδρομιά, χελιδρόνια

μπλέκια (τα)

τα πανιά που βγάζουν το ταψί από το φούρνο ή το τσουκάλι από τη φωτιά: τα τσουκαλοπιάσματα

μπλέκουδα (τα) [1931]

μπλεξίματα, μπερδέματα, μπερδεψιές

μπλέκω [1709], μπλέχνω < μπλαίχνω [1963], μπλέγκου < μπλέγγου [1987a], μπέγου [1987a]

μπερδεύω | σκαλώνω

μπλέκω [1891c]

το στομάχι | η κοιλιά

μπλεμαρέν [1961], μπλερουά [1962a]

σκούρο μπλε, σαξ

μπλεξάνα

βλ. μπλεξούδα

μπλεξιμιός, μπλεξιμιός [1891a]

βλ. μπλεγμένος

μπλέξιμο [1934], μπλέξιμον [1891a]

πλέξιμο

μπλέξιμο [1961], μπλέξιμον [1709], μπλεξιά [1995], μπλέτσιμο [1987a], μπλέξμου [1988]

μπέρδεμα, σκάλωμα, πιάσιμο

μπλέξιμο, μπλεξίμιν

κολύμπι, ακουλούμπι, άπλεμα, κλούμπος, κολιούμι, κολιούμπι, κολούμπι, κολύμπημα, κουλίμπι, κουλιούμπι, κουλιούμπμα, κουλούμπι, πλιέγα

μπλεξούδα [1983a]

πλεξούδα, κοτσίδα, βλιρίδα, βουουλίδα, βουρδίλα, βουρλίδα, βουρλίδι, βριλίδα, βρουλίδα, βρουλίν, βρούλος, κλόσα, κλοστό, κλουστό, κόσα, κοτσινίδα, κουσάνα, κουσιά, κουσιάνα, κουτσίδα, μπλεξάνα, πλεκάδ, πλεκάδι, πλεξία, πλεξίδα, πλεξίδι, πλέχτρα, πλιξίδ, πρεξίδα, τσάμα, τσούλα, τσουλί, φρουλίν, φρούλος

μπλεούνι [1996b], μπλεούνια (τα)

κακή διάθεση (λόγιο)

μπλεουνιάρης < μπλεουνιάρης [1996b]

κακοδιάθετος (λόγιο)

μπλέπω [1891a]

αμπλέπω: βλέπω με φως το βράδυ

μπλέπω [2002]

βλασταίνω ξανά (για ξεραμένα δέντρα)

μπλέτα [1709]

ρυτίδα, ζαρωματιά, δίπλα

μπλέτσα [1996a], μπλέτσι [1966], μπλετς < bλετσ’ [1976], μπλέτσουμα [2008]

το φαΐ, η μάσα

μπλέτσας [1891c], μπλετσάρης [1884b], μπλέτσος [1966], μπλέτσας, μπλέτσους, μπλέτσι [1909], μπλετς < bλέτσ’ς [1978], μπλετς [1982], μπλετς < μπλέτσ(ι) [1987b], μπλιέτσους < μπλέτσους [1964], μπλιιτσάρς < μπλιτσάρ’ς [1964], μπλετσουνάρης [1966], μπλέτζους < bλέτζους [2006]

γυμνός, αγκόλαβους, αγκόλιαβους, βγινό, βιουνό, γδιμινό, γδιμνές, γδιμνός, γδιστός, γδτος, γδυτός, γιβνός, γιμνέ, γιμνό, γινός, γιουμνέ, γιουμνός, γιουνό, γκιόλαβους, γκιουνό, γκόλαβους, γκόλιαβος, γκόλιαβους, γκόλιας, γκολιβός, γκόλιβους, γκολινάρι, γκόλιος, γκόλιους, γκουινό, γκουινόσε, γκούλιαμπους, γκουλιάρης. γκουλιόμπαρους, γκούλιους, γκουλνάρ, γκουλόμπαρους, γλιμνός, γουινό, δγιμνιός, διμνός, εγδιμνός, εγδιστός, εγδιτός, εγιμνός, ζάρκος, ζιμνός, ζόρκος, ιμνός, καρκαλέτσης, καρκάσαντος, καρκασέλος, καρκατσέλος, κγιουνό, κιουνό, κόλιος, κολόμπαρος, κουλόμπαρους, λαμνάτος, μπελτς, μπερμετσούλης, μπίδι, ξεγύμνωτος, ξεζάρκοτος, ξεμπέλτσοτος, ξεμπλέτσιατος, ξεμπλέτσιοτος, ξεμπλέτσοτος, ξεντίνατος, ξέντυτος, ξεσάρκοτος, ξιζάρκοτος, ξιζάρκουτους, ξιμπλέτσοτος, ξιμπλέτσουτους, ξιμπλιέτσουτους, ξιπουλσμένους, ξισάρκουτος, πετσάτος, πίπιλος, τίτσιρος, τσάτσαλος, τσιουπλάξ, τσιπλάκ, τσιπλάκης, τσιπλάξ, τσιπλάχ, τσιπλάχς, τσίτσαρος, τσίτσαρους, τσιτσίγκιουλαρ, τσιτσίδ, τσίτσιδος, τσίτσιδους, τσίτσιμπλος, τσίτσος, χινό

μπλέτσι [1891c], μπλιέτσια < μπλέτσια (τα) [1964], μπλέτσια (τα) [1966]

το στήθος, τα γυμνά βυζιά

μπλέτσι [1966], μπλιέτς < μπλετς [1964], μπλετς

γύμνια, γδιμνιά, γδίμνια, γιμνάδα, γιμνουσά, γκολιοσανιά, γκουλιάσανιά, γκουλιουσανιά, γκουλσανιά, γντίμνια, εγδιμνιά, ζίφτι, ζορκιά

μπλετσιανάω

βλ. μπλατσανάω

μπλετσινάρι [1966]

ολόγυμνο

μπλετσοκέφαλος [1966]

καράφλας, γκουλιαβουκέφαλους, γουργούτας, γουτς, γουτσαρέλας, καραφλός, κελέκης, κελέσης, κούτλους, μαδαρός, μαδουκέφαλος, μπαλιάτσας, παπαλιάρης, φαλακρός, φαρακλός

μπλετσόνω [1891c], μπλετσώνω [1894], μπλετσόνω [1910], μπλιιτσώνου < μπλιτσώνου [1964], μπλιετσόνου < μπλετσώνου [1964], μπλετσικόνω < μπλετσικώνω [1966], μπλιτσόνου < bλιτσώνου [1976], μπλετσκώνω

τρώω με όρεξη | γεμίζω με φαΐ την κοιλιά μου

μπλετσοπόδορος [1891c], μπλιιστουπόδαρους < μπλιτσουπόδαρους [1964]

γυμνοπόδαρος, ξυπόλητος

μπλέφαρο [1982], μπλέφαρου

βλέφαρο, αβλέφαρος, αγκλιέφαρους, αγκρέφαλους, αγλέφαρους, αματόφιλο, αρλέφαρους, βλέφαρον, βλέφαρου, γκλέφαρο, γκλέφαρου, γκλέφαρους, γκλιέφαρου, γλέφαρο, γλέφαρον, γλέφαρου, γλέφαρους, καπάκ, κλέφαρος, ματουφλάδα, ματοφιλάδα, ματόφλο, ματόφλου, ματόφυλλο, παρπέλα, φλέβαρο

μπλέχτρι

βλ. μπιδουκλιά

μπλέω [1891a]

κολυμπώ

μπλέω [1891a]

πλέκω

μπλι < bλι [2006]

οπλή (λόγιο), απλί, πλι

μπλια < μbλα [1976]

το φυτό Pyrus malus, μηλιά, αγριομηλιά, αγριουμπλιά, μαλία, μελέ

μπλιάγκας < μπλιάγκας [1996a]

άγαρμπος, άγαρμπους, άγκαρμπος, ασουλούπωτος, ασλούποτος, ασλούπουτους

μπλιακά < μπλιακά [1982]

τα μάτια

μπλιάκακας

βάτραχος, αθρακλός, αφορδακός, αφορντακός, αφρακλός, βαθαακός, βαθράκ, βαθράκα, βάθρακα, βαθρακάς, βάθρακας, βαθράκι, βαθράκια, βαθρακλάς, βαθρακός, βάθρακος, βαθράτσι, βάρβακας, βαρδακάς, βάρδακας, βαρθάκα, βάρθακα, βαρθακάς, βάρθακας, βαρθάκι, βαρθακός, βάρθουκλας, βαρντακλάς, βάρτακας, βαρτλάκα, βάρτλακα, βατράκα, βάτρακλας, βάτρακλος, βατρακός, βατράχ, βατράχα, βατράχι, βόδρακος, βοθράκα, βόθρακας, βοθράκι, βοθρακός, βόθρακος, βορδακάς, βορδακλός, βορθάκα, βόρθακα, βορθακάος, βορθακάς, βορθάκι, βορθακός, βόρθακος, βόρτακας, βορτάτσιν, βοτράχα, βούθρακο, βουρδακάς, βουρθακάος, βουτράκιου, βραθάκι, βρίτικο, βροθάκα, βρόθακος, βρόσακου, βρότακου, βρόταχος, βρούθακο, βρούντακου, βρούσακο, βρούτακο, ζιάμπα, ζιάμπακας, κακαράς, καρκάλι, κάρλακας, κούβακας, μαθράκα, μάθρακα, μαθρακάς, μαθράκια, μαθρακός, μπαθρακός, μπακακάς, μπάκακας, μπακάκι, μπακακούλα, μπαμπακάς, μπάμπακας, μπαρδακάς, μπαρθακάς, μπαρθακλάς, μπαρντακός, μπαρτακάς, μπαρχιάκα, μπάτζιακας, μπάτσιακας, μποθράκι, μποθρακλάς, μπορτντακλάς, μπούθρακας, μπουθρακλάς, μπουθρακλάς, μπούθρακλας, μπουρθακλάς, μπράτσακας, μπρούθακο, όδρακας, όδρακος, οδράτσιν, οθράτσιν, σβάρδακλας, σβάρθακλας, σπαρδακλάς, σπάρδακλας, σποδακλάς, σπορδακάς, σπουδακλάς, σπρόφακο, σφάρδακας, σφάρδακλας, σφαρδάκλι, σφάρδακλος, σφαρδακός, σφόρδακας, σφορδάκι, τσάφλακας, τσιόφλακας, φαδρακλός, φάρδακας, φαρδακλός, φαρδουκλός, φάρντακα, φαρτάκι, φοθράκα, φορδακά, φορδάκα, φόρδακα, φορδακάς, φόρδακας, φορδάκι, φορδακλά, φορδακλάς, φορδακλός, φορδακός, φόρδακος, φορθάκα, φορθακός, φορντακλός, φορταγκός, φορφάκα, φούρδακας, φουρδακλάς, φουρνός, φροθάκα

μπλιακατώ, μπλιουκουτώ

βλ. μπλατσανάω

μπλιακιότσι, μπλιακιότς

το μικρό παιδί: γενίδι, γκζάν, γκζάνι, γκουγκουρέλ, γκουλιάν, γκουλιάρ, γκουλιαρούδ, γκτζαν, κούλοθρο, κουτσαβέλ, κουτσιαρής, κούτσκο, κούτσκου, λιανόπιδου, μαλέτσικο, μαλέτσκο, μαμούρι, μαξιούμι, μαξούμ, μαξούμι, μιτσικουρής, μιτσικουρού, μκρο, μόμολο, μουζάδ, μούτσανου, μπιρμπιτσούλτς, μπόρλουκας, ουλιάν, ουλιάνι, παιδάκι, παιδαρέλι, παιδόπουλο, πιδαρέλ, πιδαρέλ, πιδάριου, πιδόπλου, πιδούδ, πιδούδι, πιτσικόλι, πιτσιρίκι, πιτσκάρ, πιτσκαρέλι, πιτσκάρκου, πίτσκιου, πίτσκο, πίτσκου, σόκας, τζιουτζιουκλάρ, τζιουτζιουκλάρι, τσιούτσιανου, τσορομπίλι, φλαστάρ, χαϊβάν, χάταλον, χλαμπατσάρς, χνούδαλου

μπλιαμούτς < μπλιαμούτσ(ι) [1987b], μπλαμάτς [1988]

μπλιάτς, μάτσκα, λασπερό ψωμί | νερουλό ζυμάρι

μπλιάμπλια

τα δάχτυλα του ποδιού

μπλιαρίζω [1891c], μπλυαρίζω [1910]

λέω πολλά και χαζά λόγια

μπλιάρω [1891c]

χαζή και πολυλογού

μπλιατς < μπλιάτσ(ι) [1987b], μπλουτς < μπλούτσ(ι) [1987b]

βλ. μπλιαμούτς

μπλιάτσκα < μπλιάτσα [1996a]

λασπόχιονο

μπλίκα

βλ. μπίμπα

μπλικόπλο

βλ. μπιζούνι

μπλίκος [1962b]

δεσμίδα χαρτονομίσματα (λόγιο), μάτσο, τούβλο

μπλίκος [1996b], μπλίκα

βλ. μπίμπα

μπλικρ

βλ. μπελίδα

μπλίμη < μπλήμμη [1891f], μπλήμμη [1910], μπλιμάρα < μπλημμάρα [2001c], μπλίμα < μπλήμα [2001c], μπλιμάτσα < bλιμάτσα [2001c]

πλημμύρα (λόγιο), θράσκεμαν, λάμια, μουτσιάλα, μπλιόντα, μπλόι, νιρουμπλιόκ, νιρουπάπαλ, πλιμ, πλίμα, πλιμαδούρα, πλιμάιν, πλιμάρι, πλιμάτσα, πλίμι, χαλαδρία, χιλισία

μπλιο < μπλιο [1876a], μπλια < μπλια [1996b],

πιο πολύ: μπιλέ, μπιο, πλιο, πλια, πια

μπλιόγκους

βλ. μπλιόντα

μπλιόκα, μπλιόκι

βλ. μπλιόντα

μπλιόντα

βλ. μπίμπα

μπλιόντα

μούσκεμα, βουτάκι, ζούπα, καφτσί, κλιτσίκι, κναβ, κναδ, λούζα, λούμαν, λούστρα, μλια, μλιουδ, λούστρους, λούτσα, μόσκεμα, μοσκίδι, μόσκιο, μουσγούδ, μουσκίδι, μούσκιο, μούλια, μούσκιομα, μπλιόγκους, μπλιόκα, μπλιόκι , μπλιούρι, μσγουδ, ντούνα, παπί, παπίδ, παπίδι, πατσί, πατσούρα, πιστίλ, πιστίλι, πιτούμι, πιτσίλι, πλιατσάρα, πλιμάδι, πλιόκα, πλιτάρ, πλουτούμ, σκλίδα, σούρωμα, στίπα, τούνα, τσίτσα, τσούπλα

μπλιόντα < bλόνdα

βλ. μπλίμη

μπλιόντα < bλόντα [1978]

βλ. μπίμπα

μπλιόρα [1892], μπλιορ < μπλιόρι [1892], μπιλιόρα < μπιλιόρα [1987a], μπλιόρα [2010], μπλιόρι, μπλιορ

μιλιόρα, μιλιόρι, μλιορ, πρόβατο ή γίδι που γεννά για πρώτη φορά

μπλιούμπατα < μπλιούμπατα [1996a]

βλ. μπλουτσάρισμα

μπλιουντόνου < μπλ’ουντώνου [1962c], μπλιουντάζου < bλουνdάζου [1976]

ξεχειλίζω, τιγκάρω, φουλάρω

μπλιούρ < μπλ’ουρ [1962c], μπλιούρ [1964]

άσπρο και στρουμπουλό

μπλιουργιάζου < μπλιουργιάζου [1987b]

βλ. μπλιουντόνου

μπλιούρι

βλ. μπλιόντα (μούσκεμα)

μπλιούρι [1884b]

μπόλικα

μπλιουριάζω [1884b]

έχω μπόλικα

μπλίρα [1931]

χρυσή κλωστή

μπλισιά

σκουπίδια, γκιουρλούκια, κούσουλα, λόζια, μπάμπαλα, μποκλούκια, μπουκλούκια, σάρα, σαρίδια, σαρόματα, σιάβαρα, σκούπιρα, σκούπρα, σκύβαλα, στάβαρα, τζάβαλα, τσάχαλα, φινόκαλα, φρόκαλα, φροκαλίδια

μπλιστικό < μπληστικό [1941]

φαΐ που πιάνει, που χορταίνει

μπλίτσα [1988]

το χαρτί του γάμου (η άδεια)

μπλίτσα < b’λίτσα [2006]

βλ, μπίλια (λάσπη)

μπλίτσα < μbλίτσα [1976]

το σήκωμα του παιδιού στα δυο πόδια, πριν αρχίσει να περπατάει

μπλιτσανάω, μπλιτσιανάου

βλ. μπλατσανάω

μπλιτσίκι [1983b]

λιμνούλα

μπλιτσούνι < bλιτσούνι [1918]

βλ. μπεράτης

μπλίχου, μπλήχου [1987a]

στενοχωρώ, στεναχωρώ

μπλόθος [1983a]

άγουρο σύκο

μπλόι [1996b]

βλ. μπλίμη

μπλοκ [1910]

συνασπισμός (λόγιο) | σημειωματάριο (λόγιο)

μπλοκάκι [1998]

σημειωματάριο (λόγιο)

μπλόκι [1934], μπλούκους

ογκόλιθος (λόγιο)

μπλον [1962b]

πολλά

μπλόνου < μπλώνου [1987b]

ραχατεύω

μπλόνου < μπλώνου [2011]

βλ. μπήγω

μπλόντα [1910]

μεταξένια δαντέλα

μπλοπονώ [1891c]

κάνω κάποιον να πονέσει

μπλόσκα [1931]

παγούρι, παγούρ, παούρι, παούρ, ματαράς, μπαταράς, μπότσα, μπούκλα, μπουκλιτσούδα, πλόσκα, τσίτσα, τσότρα, φερφιρί, φτσέλι, φτσέλα, φτσιλούλι

μπλου

λουλάκι, γαλαζάδα, γαλαζάρα, λατζιβέρτι, λουλάκ, ρεμπέκι, ρεμπίκο

μπλου [1931]

βλ. μπλε

μπλουγούρας [1961]

άξεστος (λόγιο)

μπλουζ [1962a]

μουσική και χορός που ξεκίνησε από τους νέγρους της Αμερικής

μπλούζα [1910], μπλουζί [1998]

μπολκάκι, ρούχο που φοριέται στο πάνω μέρος του κορμιού

μπλουζάκι [1961], μπλουζίτσα [1995]

υποκ. του «μπλούζα»

μπλουζόν [1995]

μπουφάν

μπλουθάκι

βλ. μπιμπιλίκα

μπλούθος [1894], μπλόθοι (οι) [1888a]

άγουρος (για φρούτα)

μπλουμ [1998]

νερόβραστο

μπλουμπέτσα

φουσκάλα στα χείλια

μπλούντα

σκουλήκι, σκλικ, σκλίκι, σκλίκος, σκολέκ, σκούληκας, σκούλουκας, σκουλούκι, σκούλουκος, σκουλούτσι

μπλούντα [1960b]

κάμπια, λάλα, κάμπια, κάμπα, κάμνια, γκουσενίτσα, γκουσιανίτσα, γκασανίτσα, γκασιανίτσα, γκουζιονίτσα, σκαμπή

μπλουντένω, μπλουντίνου

αβγατίζω, αβγακίχου, αβγαταίνω, αβγατάου, αβγατάω, αβγατένου, αβγατίζου, αβγατίνου, αβγατώ αλτιρνώ, αξένω, αξώ, αρταρντώ, αρτερίζω, αρτιντίζω, αρτιράω, αρτιρίζου, αρτιρίζω, αρτιρίνου, αρτιρίρω, αρτιρίσκω, αρτιρνάου, αρτιρντίζου, αρτιρντίζω, αρτιρνώ, αρτιρώ, αρτουρεβω, ατιρντίζω, αφγατάου, βγαρτίζω, βγατάω, βγατίζω, βγατίνου, βκατίζω, βουρβουλακιάζου, βριμιόνω, εβγατίζω, μιρκάζω, μπολικένω, μπουλκένου, πλεθίνω, πλουθένω, πολινίσκω, πολίνω, πολιστέβω, πουλίνου, τιρντίζω, τιρτίζω

μπλουντιρός

μπόλικος, γκιουρέδικος, γκιούρικος, γκιούρκους, μπόγλικος, μπολ, μπόλκους, πολικός

μπλούντου [1964]

φούντο

μπλούτα [1884b], μπλούτρα (τα) [1966], μπλούντα [1966], μπλούντα < bλούdα [1978],

κοκκινίλες στο δέρμα, εξανθήματα (λόγιο)

μπλουτιάζω [1884b]

βγάζω μπλούτες

μπλουτς < μπλουτσ’ [2011], μπλούτσκους < μπλούτσ’κους [2011]

μπάστακας

μπλουτσάρισμα [1987a], μπλουτσάζισμα [1987a], μπλουτσάρι [1987a], μπλουτσάζι [1987a]

μπατσάνσμα, μπλατσάρισμα, πλατσάρισμα, το πλατσούρισμα, το τσαλαβούτημα μέσα στα νερά

μπλουτσουνέρα

αστρέχα, αναλιχάδα, αστίχα, αστράκα, αστράκη, αστράχα, αστρέχ, αστριάχα, αστρίχα, αστριχιά, αστροάχα, άφουκλα, αφούλκα, αφροκοπιά βρέχτης, καμπούρα, κανάλα, κάναλη, κανάλι, κανούλι, καντερέτο, καταγογίδα, κατέβας, κουρνέλα, κουτσουνάρα, κουτσουνάρι, λουκ λούκι, μπιτζνάρ, μπουτσναράι, μπουτσουνάρ, μπουτσουνάρι, νεμπουρντέχτης, νεροδέχτης, νιραγόι, ντερές, ξενεριστίρι, οστρέχα, ουλούκ, ουλούκι, ουλούτς, ουστρέχα, ρέντα, ρέφτης, ρίχτης, ρονιά, ρουνιά, σγόρνα, σουγιέλο, σουλουντράνι, σρέχα, στράχα, στρέχα, τσουρνέλα, χολέδρα, χολέντρα, χολέτρα

μπλουτσούνι < bλουτσούνι [1925]

σιδερένιο κομμάτι του σύρτη της πόρτας

μπλούφος [1996b]

βλ. μπλακόνι

μπλούχι [1934], μπλούκους < bλούκους [1892], μπλούκος, μπλούχος

δενδροπόντικας

μπλουχιάζου

μουχλιάζω, μουγλιάζω, μουκιάζου, μουκιάζω, μουχλιάζου, ρουνιάζω, σαγνίαζω, σαχνιάζου, σαχνιάζω, φρουχνιάζω

μπλούχιος, μπούχλιος

μουχλιασμένος, μούχλιος, μουχλός, μουγκρός, μουκιασμέμος, μουχλερός, λιθρατζιένος, μιλιθκιασμένος, μελεθκιασμένος, σαχνιασμένος, φουχνέας

μπλουχουρώ [1988]

προχωρώ (λόγιο)

μπλούχους < bλούχους [2006]

κάποιο ζουζούνι

μπλούχους < bλούχους [2006]

σιδερένιο αλέτρι: πουλούκ, σιδεράλετρο, σιεράλετρο, φράγκικο

μπλούχους, μπλουχ < bλουχι [2006]

κάποιο πουλί

μπλόχερος, μπλόχερο, μπλόχερε, μπλόχερη

όσο χωράει μια χούφτα: απλόχερο, αδραχτιά, απλοσερία, απλουχέρ, απλουχιριά, απλόχερη απλοχέρι. απλοχεριά, απλοχεριό, απλοχέριο, απλόχερος, απλόχιρου, μονόδρακον, μονόσιερον, μονόφουχτον, πλοχέρ, πλοχέρι, πλοχεριά, πλοχερίτσα, πλόχερο, πλόχερος, πλόχιρο, πλόχιρου, χεριά, χιρβόλ, χιριά

μπλόχνου

βλ. μπήγω

μπντάκι [2008]

εμπόδιο (λόγιο)

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.