Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μποβ-μποτ

 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μποβ-μποτ

 

Δημήτρη Λιθοξόου

24.4.2012

μποβερέτα < μποβερέττα [2001a]

γυναίκα πεταχτή, κουνιστή, ναζιάρα

μποβόλι [1983b], μπόβολας [2001a]

βλ. μπόμπολος (σαλιγκάρι)

μπόβολος [1982]

βλ. κούτσικος (μικροκαμωμένος)

μπόβος [1996a]

βλ. μπουνταλάς

μποβουρώ [1887a], μποβουρίζω [1887a]

τρέχω, αβλακώ, αγλακώ, ανικάζου, αρεντέβω, ατρέχω, γλακάω, γλακώ, γρακώ, δουμάου, δράμω, ιχιαλώ κιουσέβου, κοσέβω, κοσιέβω, κουσέβου, κουσέβω, κουσιάζω, κουσιέβου, κουσιέβω, λακάου, λακάω, λακίζου, λακίζω, λακίχουρ, λακώ, λατσίζω, μουστριέμαι πιαλώ, πιλαλάω, πιλαλώ, πλαλάου, πλαλάω, πλαλιώ, πλαλώ, ποβουρώ, τζιριτώ, τρέχου, τρεχουλώ, τσάχω

μπογ < μπογ’ [1988], μπόι [1996a]

η φούστα της γυναίκας

μπογαδόρος

γυρολόγος, γερολόγος, γιουρολόγος, γιρατζής, γιριστρής, γιρολόγους, γιρολόος, γιρουλόους, γιρουλός, γριστς, γρολόγος, γρολόος, γυριστής, ζιρολόγος, ιριστής, ιρολόος, κατσάνος, μπάγιος, μπαΐος, μπεζεργένης, μπιζιριάνης, πουλεφτής, πραγματευτής, πραματευτής, πραματιφτάις, πραματιφτής, πραματσούλης

μπογαζένιε < μπογαζένιε [1987a]

κάποιο πανί

μπογάζια < μπογάζια (τα) [1996a]

κάποια γουναρικά

μπογάισμα [1709]

το φτιάξιμο του μπόγου

μπογαϊσμένος [1709]

φτιαγμένος σε μπόγο

μπογάκι [1709]

βλ. μπογαλάκι

μπογάκι [2001b]

αυτός που έχει μικρό μπόι (ανάστημα)

μπογαλάκι [1931], μπογάλι [2001c]

μικρός μπόγος, μπογάκι, μπουγούδ

μπογάνα, μπουγάνα

βλ. μπόμπτσα (γάστρα)

μπογαράς [2001b]

βλ. μποϊλής (ψηλός)

μπογαρέ [2001b]

βλ. μπόι (ανάστημα)

μπόγια

βλ. μπόλια (πετσέτα)

μπογιά [1923b]

το φυτό Rhus Cotinus: θάψος, κόκκινο ασμάκι, κράτσια, πορδάλα, πουρδαλιά, σβέντσα, σπαθίστρα, τσερμετζέλα, χεροβουλιά, χρισόξιλο

μπόγια < μπόγια (τα) [1996b]

τα όρθια ξύλα στο τζαμλίκι

μπογιάζω [1709], μπογαϊάζω [1709]

φτιάχνω μπόγο

μπογιάρω

προγκάω, προγκάρω, προγκίζω

μπογιαστή [2002]

βαμμένη, μπογιατισμένη πριστίδα (κάποιο φόρεμα)

μπογιόπουλο < μπογιόπουλα τα [1963]

αλάνι, αλητάμπουρας, ζαμπράνι, λιρόνι, μπατάκι, χαμίνι

μπογιούδικο < μπογιούδικο [1963]

βλ. μπογιόπουλο

μπογιουντρούκι < μπογιουντρούκι [1966]

διαχώρισμα παραθυρόξυλων (λόγιο)

μπογκόνα [1866b], μπογκώνα [1964]

τόπος που δεν τον πιάνει ο αέρας: αγνάγκιον, αμπάγκιο, αμπάτζο, ανεμοσκεπή, αξανεμιά, απάγκι, απάγκιασμα, απάγκιο, απάγκιον, απάγκιου, απάκιο, απαλεμιά, απαναμιά, απανεμιά, απανεμίδα, απάνεμο, απάνεμος, απανιμιά, απάνιμους, απανομιά, απανουμιά, απάνουμους, απάντζι, απάντζιο, απάτζιο, απόγκιο, απονεμιά, απόστους, αρεδόσο, αχνάγκιον, ζιάβατου, κουγτού, κουγτού, κουϊτής, κουϊτιούς, κούιτουλουκ, κουκούμι, κουλτούκ, μπάνεμο, μπάνεμος, μπατζανέμι, πάγκιο, παλεμιά, πανεμιά, πάνεμος, παραβέντο, σουπέρι, χόσα

μπογονίκια < μπογονίκια (τα) [1874f], μπουγονίκια < μπουγονίκια [1884b], μπουγουνίκια < μπουγουνίκια [1964], μποκανίκια < μποκανίκια [1966], μπουγανίκια < bουγανίκα [1976]

απογονίκια, πογονίκια, πουγονίκια | το γιορτινό τραπέζι που έκαναν οι παππούδες για τη βάφτιση του εγγονιού | τα δώρα και τα κεράσματα που γίνονταν γι αυτό το λόγο

μπόγουνας [1888a]

μπουτζάνι, μπούζανο, μπούζουνας, μπούζιουνας, μπουτζνάρι (έτσι λέγεται κάθε μια από τις δυο άκρες του σακιού ή του ταγαριού)

μποδάω [1966], μποδάου [1858]

εμποδίζω (λόγιο), αλικογκίζου, αλικοντάω, αλικοντέβγω αλικοντέβω, αλικοντίζω, αλικοντού, αλικοντρίζω αλικοτάου, αλικοτάω, αλικοτίζω, αλικοτίνου, αλικουντίζου, αλικουντίζω, αλικουτίζω, αλκοντάου, αλκοτάω, αλκοτίζω, αλκουτάου, αλοκοτάω, αμποδάω, αμποδίζω, αμποδώ, αμπουδάου, αμπουδίζου, αμπουδώ, λεκουτίζω, λικοτίζω, λοκοτάω, λοκοτίζω, λουκουτάου, λουκουτίζου, μποδίζω, μποδίζου, μποδίζω, παντώ, σκουλουμπώ, σμποδίζω, σμπουδίζω

μποδέα [1996b]

ποδιά, διάνα, μεσάλα, μισάλα, μπορτσέλα, μπροστέλα, μπροστμούνα, μπροστομούνα, μπροστοποδιά, μπροστουλί, μπρουστέλα, μπρουστνέλα, μπρουστουμούν, ντιζλίκα, πεστιμάλι, πιστιμάλ, πιστιμάλου, ποδία, ποδκιά, πουδιά, προσέρκιν, προστέλα, ταβέρσα, τιζλίκα, τσόλα, φίντα, φίρτα, φοτά, φούτα

μπόδεμα [1934]

βλ. μπόδιο

μποδιάζω < μποδιάζω [2001b]

& μπουζιάζω, μπουζιακλιάζω: δένω με σκοινί, το ένα μπροστά και το ένα πίσω πόδι, στο ζώο που βόσκει, για να μη ξεμακραίνει

μποδιακό < μποδιακό [1963], μποδικό [1987a]

ποδαρικό, αμποδιακό, αμποδιακός, αποδαρκό, μπουγιακό, ποδαρκό, ποδιακό, πουδαρκό, πουδιακό

μπόδιασμα

το μπέρδεμα των ποδιών

μποδιδάκι [2001b]

μικρή ποδιά

μποδίζω [1957], μποδίζου

βλ. μποδάω

μποδίζω [1996b]

ποδίζω (για καράβι που μένει σε μέρος απάνεμα να περάσει η φουρτούνα), ανακρούομαι (λόγιο)

μπόδιο < μπόδιο [1858]

εμπόδιο (λόγιο), αλικόγκι, αλικόντι, αλικόντια, αλικόιντο, αλικόντιση, αλικόντισμα, αλικότισμα, αλκόντιου, αλκότημα, αλκότμα, αλικότσμα, αμπόδγιου, αμπόδεμα, αμπόδισμα, αμπόδισμα, αμπόδιστρο, μανές, μανής, μπδόγιο, μπέδουκλο, μπέρδουκλο, μπντάκι, μπόδεμα, μπόδουκλου, μπόδουκλους, μπόιστρον, μπόρδοκλου, μπουδούκλα, ντέμα, παραμπούκ, παραμπούκι, πέδουκλας, σκόλουμπας

μποδισιάρικο < μποδισιάρικο [1996b]

πουλί που ξεκουράζεται μετά από πολύ πέταγμα

μπόδισμα [1957]

εμπόδισμα (λόγιο)

μπόδιστρο [2001b]

βλ. μπόδιο (εμπόδιο)

μποδογίρι < μποδογύρι [1996b], μποδόγιρος < μποδόγυρος [2001c]

ποδόγυρος, γιροπόδι, γιροφούστανο, ποδόγιουρε, ποδόγιουρος, ποδόγιρε

μποδόγιρος

βαθούλωμα στον πάτο του ποταμιού, όπου μαζεύεται πολύ νερό: αβάραγκας, βάραγκα, βάραγκας, βαράγκι, βίραγκας, βιρός, βόθανος, βόθονας, βουθάνια, βούθλας, βούθουνας, βούλιαγκας, βουρός, βούτσης, βρος, γκόλι, γούβα, γούρνα, κόλιμπας, κόλιμπος, κότονας, κούλουμπας, κουλουμπέρα, κιολ, λάκκα, λόμπο, λόμπος, μπάρα, μπαρούκα, μπουγέτα, μπούντος, πούντας, πούντος, ρούχουνας, σουβάλα, σπιθάρι

μποδοσίδ < μποδοσίδ’ [2001c]

δώρο που στέλνουμε σε κάποιον, με δικό μας άνθρωπο: απεδοσίδι, απεδοσδιά, απεδοσίδ, αποδοσίδ, αποδοσίδι, αποδοσίμι, αποδοσούδι, αποσίι, απουδουσίδ, ποδοσίδι, ποδοσούδι, πουδουσίδ

μπόδουκλου [1903], μπόδουκλους, μπουδούκλα

βλ. μπόδιο

μποέμ [1934]

αυτός που είναι ξένοιαστος, γλεντζές και χουβαρντάς (γαλλικό: bohème)

μποέμικος [1934]

ο τρόπος ζωής του μποέμ

μποέμισσα [1995]

το θηλυκό του μποέμ

μποερός [1966]

βλ. μποϊλής (ψηλός)

μποέρτσα, μποόρτς

βλ. λαπούδι (κάλτσα)

μπόζα

το πουλί Anser anser: αγριόχηνα, αγριοχίνα, αγριοχινάρι, αγριόχνα, καρακάζα, σταχτόχινα, χηνάρι

μποζαργάτης [1931], μποτζαργάτης

και αργάτης | κάποιο βαρούλκο

μποζαρίζω

οργώνω, αλατρέβω, αλατρέγκουω, αλατρέγκω, αλετρέβω, αλετρίζου, αλετρίζω, ζεβγαρίζου, ζευγαρίζω, ζιουβγαρίζου, καμόνου, κάμου, κάμω, καμώνω, κάνου, κάνω, λατρέβω, λατρέγκουω, λατρέγκω, νιάζου, νιάζω, ουργόνου

μπόζαρικ

κάποιο φίδι

μποζαρισμένο [1931]

καράβι με όλα του τα πανιά τεντωμένα

μποζάρω [1910]

μπαζάρω, τεντώνω, σφίγγω

μποζγιούρκ < μποζγιουρκ [1987a]

κάποιο φυτό

μπόζια

συννυφάδα, σιγάμπρισα, σιμφάδα, σινιμφάδα, σινίφισα, σινίφσα, σινφάδα, σιουμφάδα, σιουνφάδα, σουνιφάδα, σουνφάδα

μπόζια < bόζια [1892]

βλ. μποζίτσα

μποζίτσα < bοζίτσα [1892]

τρόπος κεντήματος

μπόζμπουτας < μπόζ’μπουτας [1962c]

βλ. μπζαμπζάκους (η γούλα των πουλιών)

μποζόλια < μποζόλια (τα) [1983b]

οι δυο άκρες του διχτυού

μποζονέα [1996b]

κάποιο φυτό (μοιάζει με το ραδίκι)

μποζόνι [1996b]

βλαστός της μποζονέας

μποζοντούρος

βλ. μπουτζομένος (μουτρωμένος)

μπόζος

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μποζουτζής [1960a]

ο τρυγητής αμπελιών

μπόης [1931]

βλ. μπόγιας

μποθρακλάς [1874a]

βλ. μπλιάκακας (βάτραχος)

μποθρακοκοίλης [1874a]

βλ. μπζούκας (κοιλαράς)

μπόθω < μπώθω [1888b]

σκουντώ, σπρώχνω ακοντάω, αμπόζου, αμπόζω, αμπόθω, αμπόνου, αμπόνω, αμποσάω, αμπούχνου, αμπόχνου, αμπόχνω, αμπόχτω, απόθω, απόνου, απόνω, αποπόθω, αποπόθω, απόφτο, απόφτου, ασκοντάω, ασμπόζου, γκντω, γκρουγκντώ, γουντουκάου, εμπόνω, ζουχνάω, κουντάου, κουντώ, μποσάω, μπουχνάου, μπουχνίζου μπουχνώ μπόχνου, ξαμπόθω περαοθιάζω, πιλόθω, πόθω, πόνω, πόφτω, σγκντω, σιουγκράω, σκουντάβω, σκουντάω, σκουντουλάου, σκουντρίχου, σμουχνώ, σμπόχνου, σουγκράου, σουγκράω σπρόχνου, τσαπόνω

μποϊκοτάζ [1957], μποϋκοτάζ [1910]

οικονομικός αποκλεισμός (λόγιο), γαλλικό: boycottage

μποϊκοτάρισμα [1998], μποϋκοτάρισμα [1934]

βλ. μποϊκοτάζ

μποϊκοτάρω [1983a], μποϋκοτάρω [1934]

κάνω μποϊκοτάζ (γαλλικό: boycotter)

μπόιλερ [1998]

βραστήρας (λόγιο) | αγγλικό: boiler

μποΐλτσιο

αυτό που μένει από το καλαμπόκι, αφού το φάμε: απουσίτι, βότσι, βοτσίδ, βοτσίδι, βουτσίδ, γούτσι, ζουμκόξιλο, κακότσελο, καλαμκόξιλο, καλαμποκότσαλο, καλαμπουκότσαλου, καρμπούσι, καρπούσι, κεχρόξιλο, κεχρόσαπο, κόκαλο, κοκορέτσι, κόρτσαλο, κότσαλο, κοτσάν, κοτσάνι, κότσιαλο, κοτσιάν, κουκλέτς, κουκλέτσι, κουκουνάρα, κουλούκουνο, κουμούτς, κουτούνι, κούτσα, κουτσάν, κούτσελο, ρούμπαβλο, ρούμπαλο, σάπι, σισιάρκα, σουμάκι, σόχαλου, σφήνα, τζούκριν

μπόινα [1835]

πηδάλιο (λόγιο): πλατύ κουπί-τιμόνι

μποίος [1891a]

ποιος

μπόισα [1931]

στρίγλα, αλογοφάισα, διαβόλισα

μπόιστρον

βλ. μπόδιο

μπόκαλο

βότσαλο, βάσαλο, βέσαλο, βίσαλε, βίσαλη, βίσαλο, βίσαλον, βίσαλου, βίσελο, βίσιλου, βότσαλου, γίσαλον, δίσαλε, δίσαλο, ίσαλον, κόγκολο, κότσαλο, κοχλάκι, λιλάδι, μέσαλον, μίσαλο, φίσαλο, χουχλιδέλι, χοχλάκι, χοχλί

μπόκαλο [1964]

το άγουρο φρούτο

μποκαμίσα [1987a]

πουκαμίσα, ποκαμίσα

μποκάρι [1864], μποκάρζι < μποκάρζι [1987a], μποκάζι < μποκάζι [1987a], μπουκάρι [1996b]

το κουρεμένο μαλλί από τα πρόβατα: αρναπόκ, αρνιόκουρο, αρνοκόπι, αρνοκουρά, αρνόκουρο, αρνόκρο, αρνόκρου, αρνομάλ, αρνομάλιν, αρνόμαλο, αρνόμαλου, αρνοπόκ, αρνοπόκι, αρνουκόκ, αρνουκόπ, αρνουκρά, αρνουπόκ, πκαρ, πλοκάρι, ποκάρ, ποκάρι, πουκάρ, πουκάρι

μπόκας [1966]

νάνος, νάνους, τζιετζιές, τζιουτζιές, τζουτζές, τζουτζιές

μποκασία < μποκκασία [1837]

βλ. μπουκιά

μποκεβίλι [1963]

βλ. μπουκαμβίλια

μποκές [1963]

βλ. μπουκέτο

μποκέτα [1963]

τραχηλιά, λαιμόκοψη, λαιμουδιά

μπόκλα [1981], μπούγλα

λαδίκα, ντενεκές για λάδι

μπόκλιζα [1981]

βαρέλα για λάδι

μπόκολα

κρίκος σκουλαρίκι, βεργέτα | μπούκλα μαλλιού

μπόκολα [1931]

τα άγουρα μπαμπακοκάρυδα

μπόκολα [1963], μπόκολο

ή και μουρλομπόκολα: χτένισμα των γυναικών, με τα μαλλιά μπούκλες

μποκολέτι < μποκολέτια τα [1963], μπόκολο < μπόκολα (τα) [2001a], μποκολέτα

μικρό σκουλαρίκι

μπόκολο [1909]

κάποιο μικρό ψαροπούλι

μποκορδίζομαι

χασμουριέμαι, ανακλανίζομαι, ανασκαμνίζομαι, αναχασκίζω, αναχασμιέμαι, αναχασμιούμαι, αναχασμιούμι, αναχασμούμαι, αποταβρίζουμι, αποχασμούμαι, ξεραχαμιέμαι, ξεραχαμνιέμαι, ξεραχανιέμαι, ξεροχαμιέμαι, ξεροχαμιέμαι, ξεροχαμιούμαι, ξεροχαμνιέμαι, ξεροχαμνίζομαι, ξεροχασμιούμαι, ξιρουχαμνίζουμι, ξιρουχάνου, χαμιργέμαι, χαμουριόμαι, χαμουρκούμαι, χάνω, χασμιέμαι, χασμιούμαι, χασμιούμι, χασμιριέμι, χασμιριόμαι, χασμιριούμι, χασμούμαι, χασμουριέμι, χασμουριόμαι, χασμουριόμι, χασμουρίουμαι, χασμουρούμαι

μπόκος [1996a]

στερνός, τελευταίος (λόγιο), γκούτζος, ινφίμος, ιστερνός, ίστιρους, πατνός, πόκλανον, στιρνός, τσόκολο

μποκουνάκι [1837]

μικρή τρύπα

μποκρίλα

κακοτράχαλο μονοπάτι

μποκρίλες (οι) [1894], μποκρίλαις (οι) [1887b]

χωράφια γεμάτα πέτρες και άμμο

μπολ

μακρύ ξύλο του αλετριού, που είναι ανάμεσα στα δύο ζεμένα βόδια

μπολ [1961]

ημισφαιρικό δοχείο (λόγιο) | γαλλικό: bol

μπολ < μπολ’ [1981]

το δέντρο Olea europaea: ελιά, ιλιά, ζεχτίν

μπόλα [2001b]

βλ. μπινάρι (βρύση)

μπόλα,

βλ. μπολιαρία (γυρίστρα)

μπολάδο < μπολλάδο [1996b]

επίσημο έγγραφο (λόγιο)

μπολάκι [1909], μπουλάκι < bουλάκι [1921], μπουλάκ [1946], μπουλάκιμ < μπουλάκημ [1946], μπολάκιμ [1960a], μπουλάκι [1996a], μπουλάκ < bουλάκ’ [2006]

μακάρι, αλάβερσι, αλάβιρσουν, αλάβρες, αλάβρισον, αλάβρισουν, άμποτε, άμποτες, άμπουτε, άμπουτις, ίλεμ, ινσαλά, ινσαλάχ, ινσιαλά, ισαλά, ισαλάχ, ισιαλά, ιχιαλά, κέσκε, κέσκι, μαγάρ, μαγάρι, μακάρ, μακάρε, μεγάρι, μεκάρι, νιάμποτες, νιάποντες, πέρκι

μπολέβω [1931]

βλ. μπολιάζω

μπόλεγα [1963]

κάποια μεγάλη απόχη που έχουν οι ψαράδες, για να ρίχνουν τα ψάρια, όταν ξεψαρίζουν τα δίχτυα που τραβάνε έξω από τη στεριά

μπολεγάρω [1963]

ξεψαρίζω τα δίχτυα και ρίχνω τα ψάρια στη μπόλεγα

μπολέγκου < μπουλέγγο [1987a]

τριγυρίζω χωρίς λόγο, μπολιαρέγκου

μπολέτα

βλ. μπίλια (λάσπη για τη σκεπή)

μπολέτα

βλ. μπουγιάτα (καμίνι)

μπολέτα < μπολλέτα [1963]

άδεια εκτελωνισμού (λόγιο)

μπολέτο

προικοσύμφωνο (λόγιο), ανεθίβουλο, αρεσκιά, εξοφίλι, καπίνι, σκαρτσοφόλι

μπολεύω < bολεύω [1908]

τριγυρίζω, αλογιρίζω, αλουγιρίζου, βολάσω, βολιτάρω, βολιτζάρω, βολταρίζω, βολτάρω, βολτατζαρίζω, βολτατζάρου, βολτατζάρω, βολτατζάρω, βολτατζέρνω, βολτέρνω, βολτετζαρίζω, βολτετζάρου, βολτετζάρω, βορταζέρω, βορταρίζω, βορτάρω, βορτατζάρου, βορτατζάρω, βορτατζέρω, βορτεζάρω, βορτέρνω, βορτετζάρω, βορτζάρω, βοταρίζω, βοτατζέρω, βουλετάρω, βουλιτέρνω, βουλτάρου, βουλτατζάρου, βουλτατζέρου, βουλτέρνου, βουρτουράου, βουτάρω, γιρβουλάου, γιροβολώ, γιρουβουλάου, γιρουλιάζω, γκεζεράου, γκεζεράω, γκεζερίζω, γκεζερνώ, γκεζερώ, γκζιράου, γκιζεράω, γκιζερίζω, γκιζερνάω, γκιζερνώ, γκιζερώ, γκιζιαρνάου, γκιζιαρνώ, γκιζιράου, γκιζιράω, γκιζιρίζου, γκιζιρνάου, γκιζιρνάω, γκιζιρνώ, γκιζιρώ, γκιζράου, γκιζρνώ, γκιρουβουλάου, γκισράου, γυρνοβολώ διαέρνου, δκιαϊρίζω, ζαμπρανέβω, ζγκνίζω, ιρουλιάζω, κιζιρίζου, κιζιρώ, κισιρίζου, λογιρίζω, λογιρνάω, λουγιρίζω, λουγιρνάου, λουγιρνώ, λουγκουρίζω, λουιρίζω, ρασέβω, σεργιανάω, σεργιανίζω, σεργιανώ, σιργιανάου, σιργιανίζου, σουλατσάρου, σουλατσάρω, σουλατσέρνου, σουλατσέρνω, σουρτουκιάζω τζεζεράω, τριγιουρνώ, τριγιρίζου, τριγυρνάω, τριγυρνώ, τριϊρίζω, τριϊρκάζω, τριουρνώ, τρογιρίζου, τρουγιρίζω, τρουγουρνώ, τρουιρίζου, τρουιρνώ, χιρβουλιάζου

μπόλι [1688], μπόλιον [1860], μπόλλιν [1884a], μπολ < μbολ [1964], μπολ < μπολ’ [1988]

και αμπολή, αμπόλι, αμπόλ | εμβόλιο (λόγιο) φυτού ή ανθρώπου| το πρώτο λέγεται φίλι ή κεντράδι | το δεύτερο λέγεται και βατσίν, βατσίνα, βατσίνι, βατσούνα, βατσούνα, βετσίνα, βιτσίνα φατσίνα

μπόλι [1931]

το λουλούδι που είναι ακόμα κλειστό

μπόλια [1934]

λέγεται και πάνα ή σκέπη, είναι σαν πανί από ξίγκι που το παίρνουν από τα σπλάχνα του ζώου και τυλίγουν με αυτό το αρνί της σούβλας, για να ψηθεί καλύτερα

μπόλια < μπόλλια (τα) [1891c], μπόλια (τα) [1909], μπόλια < bόλια (τα) [1978], μπούλια

μισοβρασμένα όσπρια μαζί με σιτηρά (τα βράζουν στις 30 Νοέμβρη, γιορτή του Άγιου Αντρέα): πολυσπόρια, μπόμπολα, μπομπόλια, μπουμπόλια, μπουρμπουρέλια, μπουσμπουρέλια

μπολιάζω [1709]

φοράω μπόλια (μαντίλα)

μπολιάζω < μπολιάζειν [1688], μπολιάζω < μπολιάζω [1790], μπολιάζω < bολιάζω [1905], μπουλιάζου < μπουλιάζου [1981], μπολιάζου

κεντρώνω (φυτό): αματίζω, αμπολέβω, αμπολιάζω αμπουλιάζου, ασλαέβω, θλιάζω, κεντρίζω, κιντρόνου, μπιλιάνου, μπολέβω, φελιάζω, φιλιάζου, χασλαντίζου

μπολιάζω < μπολιάζω [1790], μπουλιάζου < μπουλιάζου [1981], μπολιάζου

εμβολιάζω (λόγιο) άνθρωπο ή ζώο: αμπολιάζω, αμπουλιάζου, βατσιναρίζω, βατσινάρω, βατσινιάζω, βατσινιάρω, βατσινόνω, βατσνιάζου, βατσνιόνου, βατσνόνου, βετσιναρίζω, βετσινάρω, γητεύω, φατσινάρω

μπολιαρέγκου < μπολιαρέγγου [1987a]

βλ. μπολέγκου

μπολιάρης < μπολιάρης [1957]

ζητιάνος, γιρεβός, γκουρμπέτης, γκραβαρίτης, διακονάρης, διακονάρς, διακονιάρης, διακονιάρς, διακουνιάρης, διακουνιάρς δκιακονητής, δκιακονήτης, δκιακονιάρης, ζήτουλας, ζιούτλας, ζιτισιάρης, ζιτλάρς, ζιτλάς, ζίτλας, ζιτλιάρς, ζιτουλιάρης ζούτλιαρς, ζούτλους, ζουτουλιάρης, κόνιαρς, κρίτσιλας, ματσκάς, σιχορολόγος, τρουβαδέλας, φιλόχριστος, χεροδούλης, ψωμοζήτης

μπολιαρία < μπολιαρία [1987a], μπολιαζία < μπολιαζία [1987a]

γυρίστρα, αλαμάνα, γιουρίστρα, γρίστρα, γρστρα, ιρίστρα, μπόλα, μπολού, πορτογίρα, πορτοΐρα, σουλντούκω, σουλντούλου, σουλτούκου

μπολιάρικο < μπολιάρικος [1963]

κομμάτι πανί, μεγάλο όσο μια μπόλια (μαντίλα)

μπολιασάρης [1876a], μπολιασάρικος [1876a]

αμπολιάρης, αμπολιάρικος, διαλεχτός

μπόλιασμα < μπόλιασμα [1709]

το φόρεμα της μπόλιας (μαντίλας)

μπόλιασμα < μπόλιασμα [1790], μπολίασμα [1837], μπόλιασμα [1934]

εμβόλιο (λόγιο), βατσινιάρισμα, βατσίνιασμα, βατσίνισμα, βατσούνιασμα, βετσινάρισμα, ματσίνιασμαν

μπόλιασμα < μπόλιασμα [1790], μπολίασμα [1837], μπόλιασμα [1934]

κέντρισμα, φέλιασμα

μπολιασμένος < μπολιασμένος [1709]

μαντιλοφορεμένος

μπολιασμένος < μπολιασμένος [1790]

εμβολιασμένος (λόγιο), βατσινισμένος

μπολιασμένος < μπολιασμένος [1790]

φελιασμένος, κεντρωμένος

μπολιαστής < μπολιαστής [1962a]

εμβολιαστής (λόγιο)

μπολίδα [1931], μπολίδι

βλ. μπόλια (μαντίλα)

μπολιδένιος

πανί που κάνει για μπόλια (μαντίλα)

μπόλικα [1835], μπόλκα [1946], μπόλκια

άφθονα (λόγιο) | χαλαρά (λόγιο)

μπολικένω < μπολικαίνω [1835], μπουλκένου < μπουλ’καίνου [1962c], μπουλκένου < bουλ’κένου [1976]

χαλαρώνω, μποσικάρω | αβγατίζω (βλ. μπλουντένω)

μπολικιά < μπολικιά [1931]

αφθονία (λόγιο), μποδάντσα, μποντάντζα, μπουνλούκ

μπολίστικος [1963]

υφαντός

μπολίτικη < bολίτικη [1918]

της μπόλιας (μαντίλας)

μπολίτσα [1891c], μπουλίτσα < μπουλίτσα [1964]

τρύπα, ράφι ή ντουλαπάκι μέσα στον τοίχο της κάμαρας για να βάζουν πράγματα. λέγεται και: παραθίρα, πολίτσα, πουλίδα, πουλίτσα, σκαλοφρίδα, σκαλουφρίδα, φιρίδα

μπόλκα

χτένισμα με φράντζα

μπόλκα [1987a], μπολκάκι [1992], μπόλκα < bόλκα [2001c], μπόρκα [2001c], μπολκάτσι [2001c], μπουλκάκι < bουλκάκ’ [2006], μπορκί, μπουλκάκ

ζακέτα με στενή μέση και στενά μανίκια, που φορούσαν οι γυναίκες: πολκάκι, πουλκάκι, πόρκα

μπολκοφόρεμα [1987a], μπολκοφορεσία [1987a]

κουστούμι με μπόλκα (σακάκι) και φόρεμα

μπολμπερόφλασκα (τα)

μπαρουτάσκαγα, μπαρουτόβολα, σκαγιομπάρουτα

μπόλο [1963]

το μέρος του κεφαλιού του πουλιού που είναι κοντά στη μπίκα (ράμφος)

μπολοβίνα [2001a]

μεγάλος σάκος, φτιαγμένος από κομμάτια παλιών σάκων (για στάρι, καλαμπόκι και άλλους καρπούς)

μπολόγερος [2001c]

πολύ γερός, πολύ δυνατός

μπολόγιομος < μπολόγιομος [2001c]

πολύ γεμάτος

μπολοκιός

βλ. μπόκλα (λαδίκα)

μπολονέζα [1963]

ή & πολωνέζα, κάποιο καλό φόρεμα

μπολόσκυλλο [1908]

κοπρόσκυλο, κοπρίτης, κόπρος

μπολού

γέρικο

μπολού [1987a]

βλ. μπολιαρία (γυρίστρα)

μπολτιά

βλ. μπόλκα (ζακέτα)

μπόλτσα < bόλτσα [2006]

βλ. μπλιαμούτς (λασπερό ψωμί)

μπόλω [1966]

αβάφτιστο κοριτσάκι: κουτσιούρα, μπέτσα, τσούτσου

μπομ [1963], μπουμ [1998]

το πέσιμο (στα μωρουδίστικα)

μπομαδένιος < μπομαδένιος [2001c]

λουστραρισμένος

μπομ-μποκ [1960a]

σκατά κι απόσκατα

μπόμπα [1946]

βλ. μπούκλα (βαρέλι)

μπόμπα τα < μπόμπο [1884b], μπόμπου [1964], μπομπό (το), μπομπόλια < μπομπόλια (τα) [1987a]

κοκά, καλούδια, φιλέματα, για τα μωρά

μπομπαζίνα

κάποιο πανί

μπόμπαλου < bόbαλου [1978]

κεδρομπόμπολο (καρπός κέδρου)

μπομπαρδάρισμα [1910], μπουμπαρδίδι [2001b], μπουρμπαδίδι [2001b], μπουμπάρδιση [2001b], μπουρμπάδιση [2001b]

βομβαρδισμός (λόγιο)

μπομπάρω [2001a]

μουσκεύω, μουσιέφκω, μουσκέβου

μπόμπας [1963]

ο πολύ ψηλός και παχύς

μπομπέ [1962a]

ανάκυρτος (λόγιο), πομπέ | γαλλικό: bombé

μπομπεύω [1941], μπουμπέβου

διαπομπεύω (λόγιο), γεβεντίζω, γεβεντίτζω, γεβετίζω, γιβεντίζω, γιβιντίζου, γιβιντού, γιοβεντίζου, γιουβεντίζου, γκεβεντίζω, γκιβεντίζου, γκιβεντώ, δγιβιντίζου, εβεντίζω, ζεβεντίζω, κεβεντίζω, κιβεντίζω. κολοσίρνω, λβιντώ, λεβεντίζω, λιβεντίζω, λιβιντίζου, ξεγιβεντίζω, ξιγιβεντίζω, πομπεύω, πουμπέβου, ρομπούνου, τσιεντίζω, τσουβεντίζω

μπομπή [1876a], μπομπή < bοbή [2001c], μπουμπή

διαπόμπευση (λόγιο), γεβέντιγμα, γεβέντισμα, γεβεντισμός, γεβέτισμα, γιβέντισμα, γιβέντσμα, γιβίντισμαν, γιουβέντσμά, εβέντισμα, εβεντισμός, λιβέντισμα, μπόρολα, πόμπεμα, πομπή, πόμπιεμα, πουμπή, σεργούνι, σιργούν, τσβέντσμα, τσουβέντισμα

μπομπιεμένος < μπομπγιεμένος [1996b]

διαπομπευμένος (λόγιο), γεβεντισμένος, γιβεντισμένος, πομπεμένος, πομπιασμένος, πομπιεμένος

μπομπιοθήλυκο < μπομπιοθήλυκο [1963]

παλιοθήλυκο, γύναιο (λόγιο)

μπόμπιρας [1998], μπόμπυρας [1874a], μπόμπιρος < μπόμπυρος [1887a], μπομπίρος [2001a]

μικροκαμωμένο, ξύπνιο και σκανταλιάρικο παιδί: μπόπης, μπόρλουκας

μπομπίστας [1963]

βλ. μπομπαρδάρης

μπόμπο

το φρούτο, στα μωρουδίστικα

μπο-μπο [1860], μπομπόο [1963]

πω-πω !

μπόμπολα (τα) [1966], μπομπόλια (τα)

βλ. τα μπόλια (πολυσπόρια)

μπομπόλα [1887b]

θηλυκό στοιχειό: καλαμοδόντα, μαροδόντα, μπαμπάλα, μπαμπούλα, χαραρού

μπομπόλα [1923b]

το φυτό Peganum harmala: βρομοσουέρκος, κολιά, παπαδίτσα

μπομπολάτσκες < μπομπολάτσκες (οι)

παράσιτα στο δέρμα των ζώων

μπομπόλι < μπομπόλια τα [1910]

μπαλίτσα | ένα σπυρί από κάποιο καρπό (καλαμπόκι, στάρι, φακή, φασόλι)

μπομπόλια < μπομπόλια (τα) [1996b]

φαΐ με σαλιγκάρια της θάλασσας

μπομπόλογα [1963]

βρομόλογα, παλιοκουβέντες, ντροπιές, πουσλούκια

μπομπόλοι οι [1963]

κάποια ψάρια

μπόμπολος [1909], μπόμπολας < bόbολας [1918], μπόμπουλος [1931], μπομπόλι < bοbόλι [1918], μπουμπόλι, μπόβολας, μποβόλι, μπόβολος, μπόβουλος, μπομπολίδι, μπουμπλόλ, μπουβόλι

σαλιγκάρι, γαρίτζιαλος, δαλιάκι ζαλγκάρ, ζαλιγκάρι, ζαλκάρ, κάλαβρας, καλάουρας, κάλογρας, καράβολα, καράβολας, καράβολος, καράολας, καράολος, καράουλας, καρίβολας, κοκλίδ, κορδαβή, κοχίλ, κοχλίδ, κόχλιδας, κοχλίδι, κοχλιός, κοχλίος, μαντί, μελίτακος, μουρμούρα, μούσμουλας, μπιμπίτσκα, μπορμπόλι, μπόρμπολος, μπουρμπόλ, μπουρμπόλι, μπούρμπουλους, μπουσλίκα, παπουλάς, σάλαγκος, σαλγκάρ, σαλγκιάρ, σάλιαγκας, σαλιάγκι, σαλιαγκός, σαλιάγκος, σάλιαγκος, σαλιάης, σαλιάκ, σάλιακας, σαλιάκι, σάλιακος, σαλιακούδ, σαλιακούδι, σαλιανγκάρ, σάλιανγκας, σαλιάρ, σαλιάρης, σαλιάρι, σάλιαρος, σάλιαρους, σάλιαρς, σαλιάτακας, σαλιγκάρ, σαλίγκαρας, σαλίγκαρο, σαλίγκαρος, σάλιγκας, σάλιγκος, σαλίτ, σαλίτι, σαλίτς, σαρακόχλας, σαριγκάλι, σαρίγκαλος, σιαλάκ, σιαλάκι, σιάλιαγκας, σιαλιάκ, σιαλιάκι, σιαλτίρ, σκλίμος, στρόμπουλος, σφαλιγκάρι, σφαλίγκαρο, σφαλίγκαρος, σφαλίγκι, σφελιγκάρι, σφελίγκαρος, φούσκαρης, χουχλίδ, χουχουλιός, χοχλιός, χοχλίος, χόχλιος, χόχλος

μπομπολόχορτο [1996b]

κάποιο αγριόχορτο

μπομπόνι

δοθιήνας (λόγιο), διάσονας, καλόγηρος, καλόιρους, μαβρ, μαύρη, τρικούκουλο, τσερίτσα, χουλκό

μπομπόνι [1962a]

αγδάς, φοντάν (γαλλικό: bombon)

μπομπόνι [2001a]

βλ. μπαμπούνα (καρούμπαλο)

μπόμπος

αυτός που παραμιλάει

μπόμπος [1998]

όνομα σκανταλιάρικου αγοριού, σε πολλά καλαμπούρια

μπομπότα [1835], μπομπότα < μπομπότα [1923a], μπουμπότα [1962c], μπουμπότα < bουbότα [1976]

ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού, κραμποκούκι, μαμάτσα, μπαζίλα, μπαζίνα, μπαμπανάτσα, μπαρμπαρεά, μπαρμπαρέλα, μπαρμπαρένιο, ροκίσα, ροκίσιο, ρουφτένιου, σαγαμίτα, σομόνι, τζαλέτι | ρουμάνικο: bobotă

μπομποτάλευρο [1934], μπουμπουτάλιβρου < μπουμπουτάλιυρου [2010]

αραποσιτάλευρο, αραπουστάλιβρου, καλαμποκάλευρο, καλαμπουκάλεβρου, μπαρμπαράλευρο

μπομπότι, μπομπότσι

βλ. μπζαμπζάκους (η γούλα των πουλιών)

μπομποτίσιος, μπουμπουτίσους < bουbουτίσους [1976]

καλαμποκίσιος

μπομποτοαναθρεμένος [1931]

κακοαναθρεμένος, χωριατομαθημένος

μπομπούσκα

το ψάρι Rhodeus sericeus: μουρμουρίτσα, φλασκούνι

μπομποφανιές < μπομποφανιές οι [1931], μπομποφάνια < μπομποφάνια τα [1963]

τα κοκορέματα, οι κομποφανιές, η καυχησιολογία (λόγιο)

μπόμπτσα [1966]

γάστρα, βάστρα, βαστρί, γαστρί, γαστρίν, γάστρος, γάστρους, γιάστρα, γιαστρί, γκάστρα, γκάστρος, γκράστα, γκραστί, γραστί, ιάστρα, ιαστρί, καπάκ, μπογάνα, μπουγάνα, πογάνα, πουγάνα, σατς, σάτσι, τσερέπα, χαστρί

μποναγράτσια [1963]

πορτιέρα, παραπέτασμα (λόγιο)

μπόνακας [1981]

αγαθός, αφελής (λόγιο)

μποναμέριτος [1963]

ευυπόληπτος (λόγιο)

μπόνα-νότε [1963]

καληνύχτα

μπονασέρα [2003]

καλησπέρα

μπονατενέντες [1963]

διακάτοχος κτήματος (λόγιο)

μπονατσέβελος [1996b]

όταν φυσάει λίγος αέρας, το αεράκι

μπονέλιος

το πουλί Hieraaetus fasciatus: ασπρογέρακας, ασπρογέρακο, ζονόρος, λαζόνος, μηλαδέλφι, μηλαδέρφι, σκαροβιτσίλα, σπιζαετός, στόρι, φιλάδελφος

μπονές

ποστίς

μπονές [1963]

μπαρμπέτα, μπάρμπολα, λαλέτα, φαβορίτα

μπόνιαρους < μπόνιαρους [1988]

βλ. μπουνταλάς

μπονίτσι [1966]

κομμάτι από σπασμένη γάστρα που το ζέσταιναν και το έκαναν θερμοφόρα (λόγιο)

μπόνκο

αγαθό, αφελές (λόγιο)

μπονκοσενιάδος [1963]

αυτός που φέρνει καλά μαντάτα

μπόνκους [1946]

βλ. μπουνταλάς

μπονοβιά < μπονοβιά [2001a]

το όργωμα χέρσου χωραφιού

μπονοβιάζω [2001a]

οργώνω χέρσο χωράφι και το ετοιμάζω για να το σπείρω

μπονόζι [1966]

άλιωτος, αΐλιουτους, άλιοστος, άλιουτε, άλιουτους

μπονοριστής [1931]

πρωτοξύπνητος, πρωτοξημέρωτος

μπόνους [1998]

πριμ (αγγλικό: bonus)

μπονς [1981]

αγαθός, αφελής (λόγιο)

μπονς < μπον’ς [1988]

βλ. μπουνταλάς

μπόνσα

αγαθή, αφελής (λόγιο)

μπόντες [1963]

γέφυρα από χοντρά σανίδια

μποντίδες (οι) [2003]

μεγάλα λιθάρια

μποντικιά < μποντικιά [2001b]

ποντικοφωλιά, ποντικότρυπα

μποντικιάζω < μποντικιάζω [1996b]

γεμίζω ποντίκια (εκεί που μένω)

μποντικοκούραδο [1996b] μποντικοκάουδο [2001b], μποντικοσκάτουλο [2001b], μποντικοκάβουλο [2001b]

ποντικοκούραδο, ποντικοκάκουλο

μποντικορές [2001b], μποντικιά < μποντικιά [2001b]

κάποιο φυτό (μοιάζει με το ραδίκι)

μποντικός [1876a], μπουντκός, μπουντίκ

βλ. μπεντικός (ποντικός)

μποντισμένος [1963]

άθλιος (λόγιο)

μπόντλας [1988], μπόντλος

αυλόπορτα, αβλόπουρτα, αμπουριά, αυλόθυρα, βόντλας, εξώπορτα, επορτία, ζαβόρτσα, ζαρβόντζα, ζαρβόντσα, λισιά, ξεπόρτι, ξόπορτα, ποριά, πορτόνι, πουριά, ρουγόπορτα, σακανίδα

μπόντνα [1988]

& βόντινα, κάποιο λογής πεπόνι

μπόντουμα < μπόdουμα [1962c]

κέντημα (κέντρισμα, τσίμπημα) σφήγκας

μπόντους [1960b], μπόντους < μπόdους [1962c], μπόντι < bόdι [1978], μπουντέτς < bουdέτσ’ [1978]

κεντρί (σφήγκας), καβλονούριν, οσκρός, σφικούντριν, σφιλικούντριν, τζουγκρί

μπόντους < μπόνdους [1964]

την ώρα που πρέπει

μπόντσα < bόντσα [1976], μπόντσα [2008], μπόντζα

ταψί από πηλό για πίτες ή ψωμιά

μπονφιλέ [1962a]

μαλακό κρέας, δίχως ξίγκι, που βγαίνει από το σημείο που είναι ανάμεσα στο μπούτι και τα πλευρά | γαλλικό: bon filet

μποξ [1934]

πυγμαχία (λόγιο) | γαλλικό: boxe

μποξέρ [1957]

& μπουξαδόρος, πυγμάχος (λόγιο) | γαλλικό: boxeur

μπόξερ [1981]

μοντέρνο σώβρακο (αγγλικό: boxer shorts)

μπόξης, μπόξι, μποξάκι

καραβάνα, ντραγκατζίκα

μποξίσικο [1987a]

άβολο, άτσαλο

μπόουλιγκ [1998]

παιχνίδι που παίζεται με μπάλα και κορύνες (αγγλικό: bowling)

μπόπης [1891a]

βλ. μπόμπιρας

μπόπκους

βλ. μπικαφίος (κοντός)

μπορ [1961]

το πλατύγυρο (λόγιο) του καπέλου | γαλλικό: bord

μποράκλα [1996b]

μεγάλη μπόρα

μπορασκιάρης < μπορασκιάρης [1996b]

βροχερός καιρός

μποργάτορ < bοργάτορ’ (το) [2001c]

άστατος καιρός

μπορδάλα [1923b], μπουρδάλα [1923b]

ή πουρδάλα, κεφαλονίτικο αμπέλι

μπορδέχτ < bορδέχτ [2001c], μπορδέχτς < bορδέχτς [2001c], μπουρδέχτ < bουρδέχτ [2001c]

λάκκος με βροχόνερα: αμβουρδέκτης, αμπουρδέκτης, αμπροδέκτης

μπόρδοκλου [1903]

βλ. μπόδιο

μπόρδολοι (οι)

κάποια χοντροπάπουτσα

μπορεζάμενα [1659]

βολετά, δυνατά, μπορετά

μπορεζάμενον [1709], μπορεσάμενο [1957]

βολετό, δυνατό, μπορετό

μπορεζάμενος [1659], μπορεσάμενος [1931]

δυνατός, ισχυρός (λόγιο)

μπορεμός [1999]

δυνατότητα (λόγιο)

μπόρεση [1934], μπόρεσις [1659]

δύναμη, εξουσία (λόγιο)

μπορετό [1614], μπορετόν [1659]

βολετό, δυνατό

μπορετός [1709]

βολετός, δυνατός, μπορεζάμενος

μπορζιάζω [1887b]

χρεώνω (λόγιο)

μποριά < μπορειά [1915], μποριά [1931]

διαβατό μέρος ποταμού: πόρος, ποριά

μποριασμένος [1931]

λέγεται για κατεβατό αέρα

μπορίρισμα [1709]

σίχαμα

μπορίσω < μπορίσσω [1996b], μπουρίσω < μπουρίσσω [1996b]

κολλάω κάποια αρρώστια

μπόρκα [1996b]

κάποιος χορός (πόλκα)

μπόρκα [2002]

βλ. μπιρτσιά (χωρίστρα στα μαλλιά)

μπόρλα

μπορεί να

μπορλόνου < μπουρλώνου [1988]

δένω πρόχειρα

μπόρλουκας [2008]

βλ. μπόμπιρας (παιδί)

μπορμπάνα

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπορμπόλι [1966], μπόρμπολος [1966]

βλ. μπόμπολος (σαλιγκάρι)

μπορμπόλια (τα)

μικρά βυζάκια

μπορμπόλια (τα) [1891b]

πατάτες, καρτόφε, καρτόφι, μπατάκες, πατάκες, πατάκις, πατάτις

μπορμπολόγι [1884b], μπορμπολόγια (τα) [1874f], μπουρμπουλόι < bουρbουλόι [1976], μπουρμπουλόι [1964], μπουρμπουλόημα [1964], μπουρμπούλ < μπουρμπούλ(ι) [1987b], μπορμπολόγημα [1996a], μπουρμπουλόιτο

το μάζεμα από τα απομεινάρια στα χωράφια, στα δέντρα ή στα αμπέλια: αριελόι, αριολόγι, αριολόγι, αριολόι, αριουλόι, κοκολόγι, κοκολόι, κουκολόγι, κουκουλόγ, κουκουλόι, μπασάκ μπασάκι, μπασιάκ, μπερμπέκι, μπιρμπέκ, μπιρμπέκι

μπορμπολογώ [1874f], μπουρμπουλουγώ < bουρbουλουγώ [1976]

μαζεύω τα απομεινάρια στα χωράφια, στα δέντρα ή στα αμπέλια: αριολογάω, κοκολοώ, κοκολοώ, κουκολογώ, κουκουλουγώ, μπακουλέβω, μπακουλεύω, μπερμπεκάω, μπιρμπικώ

μπορμπόνι

κάποιο ζουζούνι

μπορ-μπορ [1996a]

τα πρώτα βήματα του μωρού: στράτα-στρατούλα

μπορμπούλα [1864]

αγγειό από πηλό με στενό στόμα, λέγεται και κουκλουκερή

μπόρμπουτους < bόρbουτους [2006]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπορντό [1998]

χρώμα ανάμεσα στο σκούρο κόκκινο και το βυσσινί (γαλλικό: bordeaux)

μπόρολα (τα) (1966)

βλ. μπομπή (διαπόμπευση)

μπορός [1963]

κάποιο κομό

μπορόσι

το πουλί Passer domesticus: ασπουργίτης, ατσέλεγας, ατσέλεγος, βερτσόν, βιρτσόν, γραψανούδ, γραψανούδι, κεραμιδοσπουργίτης, κοπρίτης, σαρτσέδι, σπιτζούρι, σπιτοσπουργίτης, σπουργίτ, σπουργίτας, σπουργίτης, σπουργίτς, σπούργος, σπουρτιλάς, σπρουίτ, στρουγκουλιότης, τζγαράς, τζιουρτζιόν, τζιρτζιάνι, τζορτζόνι, τσεροπούλι, τσιάμπα, τσιαρτσέδι, τσιαρτσέδι, τσιόνα, τσιόνι, τσιόνος, τσιουνάς, τσιουρπούλ, τσιριπούλι, τσιροπούλ, τσιροπούλι, τσιρπούλι

μπορουμένο [1708]

δυνατόν (λόγιο)

μπορούπ [1999]

βλ. μπουρτού (προτού)

μπόρσολα [1963]

μπρούτζινο στολίδι της ρόδας (της άμαξας)

μπορτάδα [1884c], μπορντάδα [1934]

βόλτα, διαδρομή (λόγιο)

μπορταλαμίδ < bορταλαμίδ’ [2001c]

κουτί για τα μπιζού και τα λεφτά: πορταλαμίδι, βαρθαλαμίδι, βαρθολομίδι, βαρταλαμί, βαρταλαμίν, βαρταλαμίσι, βαρτθαλαμίντι, βαρτολομί, παρακάσελο, παράκλι, παρταλαμίδι, πορταλαμίδ, χαρταλαμίδι, χοτζερές

μπόρτζα [1996b], μπόρτζο

βλ. μπούντα (πούντα)

μπορτζάδα

βλ. μπαχίλτς (η κακιά ώρα)

μπορτολέζα [2001c]

βαρελάκι

μπορτολίνος [2001c], μπορτολίνο [2001c], μπορτολνο < bορτολ’νο [2001c]

καλός ψαρομεζές, μικρή γόπα (ή γουπί ή μαριδογούπι) ξεραμένο στον ήλιο: μπερτουλίνα, μπερτολίνος, μπερτολίνο, μπερτουλίνο, μπερτουλίνος, μπλτουρδίνι, πουρτουλίνος

μπόρτσα [1931]

πότζα (ναυτ. αρμενισιά)

μπορτσέλα

βλ. μποδέα (ποδιά)

μπορτσέλα [1963]

λεπτό τσιμπίδι

μπόρτσιασμα

κάποια αρρώστια στα άλογα

μπορώ [1659], μπορέω [1860], μπουρώ < bουρώ [1892], μπουρού [1987a], μπουρώ [1988]

πορού, δύναμαι (λόγιο)

μπος [1996a]

αποτυχία (λόγιο), αστοχιά, αναστουχιά, αναστοχιά, αστοσιά, αστουχιά, αστοχέα, αστοχία, αστόχια, στοχιά, στοχία, τζιούφους, τζίφος, τζίφους, τζούφους

μπος [1996a]

κάποιο παιχνίδι

μπος < bόσι [1892]

κομμάτι χορταριασμένης γης

μπόσα-νόβα [1998]

κάποιος βραζιλιάνικος χορός (αγγλικό: bossa nova)

μποσάω

βλ. μπόθω

μποσέτο [1963]

κάποιο σύνεργο του τσαγκάρη

μπόσι [1963]

κάποιο λουλούδι

μπόσικα [1957], μπόσκα < bόσ’κα [2006]

λάσκα, βιρέμκα, λάμπαμπα, χαλαρά (λόγιο)

μποσικάδα [1910], μποσκάδα, μποσκάτα

μποστικάδα, μποσικαρία, μποσικιά, μπουσκαμάρα, μπουσκαριά, γκεβσεκλίκι, κεφσελίκιν, χαλαρότητα (λόγιο) | υποχωρητικότητα (λόγιο)

μποσικαρία [1931], μπουσκαριά

βλ. μποσικάδα

μποσικάρισμα, μποσκάρισμα [1957], μποσικάρισμα bombon

λασκάρισμα, χαλάρωση (λόγιο)

μποσικάρω [1884c], μποσκάρω [1931], μπουσκένου < bουσκαίνου [1972], μποσκάρου < μποσ’κάρου [1981], μπουσκάρου

λασκάρω, αχαμνίζω, γκεβσεντίζω, γκιουφσιντώ, γκιφσιντίζου, κεφσετίνου, λασκάρου, λακόνω, μπουσιαντώ, μπουσλαντώ, χαμνίζω, χαμνώ χαλαρώνω (λόγιο)

μποσικιά [1910]

βλ. μποσικάδα

μποσικοδουλιά [1931]

ψιλοδουλιά, μικροδουλιά, ψευτοδουλιά

μποσκαδούρα < bοσκαδούρα [2001c]

η θολούρα στον ουρανό

μποσκαρίδα

βλ. μπότσικας (Urginea maritima)

μποσμπόλογα (τα) [1996b]

προστυχόλογα, βρομόλογα, μασκαρόλογα, ντροπιές, πουσλούκια

μπόσνα [1962c], μπόσνα < bόσνα [2006]

σβόλος από χώμα και χόρτα: μπουβόλ, μπουρμπόλ

μποστανικά (τα), μπουστανκά < μπουσταν’κα [1988], μπουστανικά

ό,τι βγάζει το μποστάνι

μποστανίστρα [1987a]

χωράφι που ήταν πέρσι μποστάνι

μποστικάδα [1931]

βλ. μποσικάδα

μποστόν [1963]

κάποιος χορός

μπόστρικας, μπουστερίκα, μπουστιρίκα,

μεγάλη πράσινη σαύρα. άλλα ονόματα για πράσινες σαύρες: γαϊδουρογουστέρα, γαϊδουροκουστέλα, γαϊδουρομουστέλα, γκούσταρας, γκουστέρα, γκούστερας, γκουστερίκα, γκουστερίτσα, γκουστιρίκα, γουστέρα, πρασινουγκουστέρα, πρασινογκούστιρας, τσουπελάκα, τσουπράνι, φαρμάκα

μπότα < bόττα [1908]

λέξη των κυνηγών: όλα τα σκάγια με μιας

μποτάκι

κοντή μπότα

μποτάλος [1896b]

δικηγόρος (λόγιο), αβοκάτος, αβουκάτος, αβουκάτους, αφουκάτος, εμπρόλαλος, πρόλαλος

μποτάρι [1864]

μοτός (λόγιο), τίλμα (λόγιο), ξαντό, κουρέλι, στουπί

μποτάρω < bοτάρω [1925]

χτυπώ κάποιον και του κάνω σημάδι (πληγή)

μποτέα [1996b]

καλή, γεμάτη πιρουνιά

μποτζάκι [1709]

μικρή μπότζα (λεκάνη)

μποτζέκ

κάποιο μαμούνι

μπότζια (τα) [1887b]

κάποιο παιδικό παιχνίδι

μποτζιάκος, μπουτζιάκ

τζάκι, αντζιάκι, αουνίστρα, ατζάκι, ατζιάκ, άφτρα, βάστρα, βγου, γουνιά, γουνίστρα, γωνιά, ζάκι, καμινάδ, καμινάδα, κούμελα, κούμελο, μπατζά, μπατζάς, μπατζιά, μπατζιάς, μπουχάρ, μπουχαρής, μπουχαρί, μχαρί, ντζάκι, ογνίστρα, οντζάχ, οτζάκι, ουτζάκ, ουτζάκι, ουτζιάκ, ουτζιάκι, παραγώνι, παρακαμίνι, παρασθιά, παρασιά, παρασκιά, παραστιά, παραστία, παραχούτ, παρκαμίνι, παροστιά, παρουστιά, παρστιά, πιρομάχι, πιρομάχος, πτσάκι, πυροστιά, στια, τζακ, τζάκης, τζαξ, τζαχ, τζιακ, τζιάκι, τζιάτσι, τσάκι, τσιμιά, τσιμιά, τσιμινέα, τσιμινιά, φγου (η), φιγκούδα, χονός

μποτιέρος

αυτός που φτιάχνει μπότα (μεγάλους ντενεκέδες)

μποτιλιάδο < μποτιλιάδο [1996b]

εμφιαλωμένο (λόγιο)

μποτινέλι [1966]

μικρός μπότης

μποτινό, μπουτινός

πουτινός, το μέρος ανάμεσα στο νταβάνι και τη σκεπή

μποτιράκι < bοτηράκι [1918]

ποτηράκι

μποτιρέλι < bοτηρέλλι [1918]

ποτηράκι

μποτίρι < bοτήρι [1918]

ποτήρι, βαρδάκι, μπαρδάκ, μπαρδάκι, μπαρντάκ, μπαρντάκι, μπαρτάκι, μπόντσα, μπότσια, πότεκ, πουτίρ, τας

μποτιρόλατα

αγγειό για να κουβαλάνε το γάλα (στον ώμο)

μποτιστίρας [2002]

ποτιστήρι, βρεκτούρα, βρεχτούρα, βριχτούρα, μπουρουστίρι, ποτισιόνας, ποτιστήρα, ποτίστρα, πουτιστίρ

μπότο

μεγάλος ντενεκές

μπότο < μπόττο [2001a]

το κλέψιμο στο ζύγι

μποτονάδες (οι) [1996b]

μισόλογα-βρισιές

μποτσαλιάζω < μποτσαλιάζω [1966]

τρώω και πίνω καλά σε τραπέζι

μποτσάρισμα [1884c]

ναυτ. δέσιμο των ξαρτιών και στραλιών με μια σάγουλα

μπότσαρους < bότσαρους [1976], μποτς < bοτσ’ [1976], μπότσιαρους [2008]

βλ. μπαμπούλας

μποτσάρω [1884c]

ναυτ. δένω με μπότσο, εχμάζω (λόγιο)

μποτσέλο [1884c]

βλ. μπότσος

μπότσια < μπότσια [1966]

βλ. μπίνα (κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο)

μπότσια < μπότσια [1981], μπόντσα

βλ. μποτίρι (ποτήρι)

μπότσικα [1982]

βλ. μπαλκαμπάκι (κολοκύθα)

μποτσικοκέφαλος [1982]

χοντροκέφαλος

μποτσιόλα, μπουτσούλα

κουρεμένη, κουρίδω, κουριμέν, κουτουλίτζαν, μπαρμπερεμένη

μπότσιους

μοσχάρι, αγελάδ, αγελάδι, αγελάδιν, αγιλάδ, αελάδ, αελάδι, αελάδιν, αμάλι, αμάλιν, άμαλος, βιδέλο, βιδέλου, βρίχος, γαμάλι, γαμάλιν, γελάδι, γιάδι, γιαλάδ, γιαλάδι, γιλάδ, γλαδ, δαμάλ, δαμάλι, δαμάλιν, δάμαλος, δάμαλους, δομάλ, εγελάδι, εγιλέτ, εϊλέτ, ελάδι, κοκοδάμαλον, μισκαρούλ, μοζί, μοσκ, μοσκάρι, μόσκι, μουρκάριν, μουσκάρ, μουσκάρι, μουσκάριν, μουσκαρούδ, μούσκι, μούσκι, μπικάδ, μπσκάρ, μσκαρ, μσκάρι, νταμάλι, νταναδάκι, ντανάδι, ντανάκ, ταμάλι

μποτσόνι < bοτσώνι [1918], μποτσόνι [2001a]

μπουκάλα από κρύσταλλο ή γυαλί

μποτσοπούλι < bοτσοπούλι [1918]

μπουκαλάκι

μπότσος [1884c], μπότσο [1987a]

ναυτ. μποτσέλο, έχμα (λόγιο), αγκυροδέτης (λόγιο): το σκοινί που ζώνονται στη μέση τα τραταρόπουλα τραβώντας μέσα το γρίπο

μποτστής

αυλάκι για πότισμα: αμπολή, γνιψά, διαγός, καταπότης, μπουτοβάγια, ναός, σιιτός

μπότσω [1966], μπότσκου < bότσκου [1976]

κοντή και χοντρή γυναίκα

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.