Skip to main content

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας - που αρχίζουν από μπουα-μπουρδα

 

Λέξεις της ρωμαίικης (δημοτικής) γλώσσας

που αρχίζουν από μπουα-μπουρδα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

24.4.2012

μπουά [1874a], μπουάκια [1874a], μπουμπού [1938], μπούτα [1964], μπου [1998]

το νερό στα μωρουδίστικα

μπουά [1934], μποά [1934], μπουάς [1961], μποάς [1961]

μακρουλό κομμάτι από γούνα ή φτερά για το λαιμό της γυναίκας (γαλλικό: boa)

μπούα [1987a]

θειος ή θεια (αδερφός ή αδερφή του μπαμπά)

μπουάζ

λαιμαργία (λόγιο), γλιαρουσίν, γλουχή, γούλα, γουλαροσίνη, γουλοζιτά, γουλοζιτό, λίξα, λιξουράδα, μπιστοβλιακιά

μπουαζερί [1995]

ξύλινη επένδυση (λόγιο) | γαλλικό: boiserie

μπούας [1934]

βλ. μπουνταλάς

μπουάτ [1995]

μικρό μαγαζί με ζωντανή μουσική και τραγούδι | γαλλικό: boîte de nuit

μπούβα [2001c]

λάκκος που έβαζαν άχυρο και μετά έχωναν μέσα τον καρπό (για να τον φυλάξουν)

μπουβόλι

βλ. μπόμπολος (σαλιγκάρι)

μπουβόλι [1982]

βλ. μπλάνα (σβόλος)

μπουβόλιασμα < μπουβόλιασμα [1982]

κάτσιασμα, ζούριασμα

μπουβολιασμένος < μπουβολιασμένος [1982]

κατσιασμένος, ζουριασμένος,

μπουγάδιασμα < μπουγάδιασμα [1709]

βλ. μπουγάδα

μπουγαδοκάζανο [1996b]

το καζάνι που έβραζαν το νερό για την μπουγάδα

μπουγαδοκλέφτης [1931]

ο κλέφτης των απλωμένων ρούχων στην αυλή, μετά τη μπουγάδα

μπουγαδοκόφι [1931], μπουγαδοκόφινο [1995], μπουγαδοτσιφίδα [2001b]

& μπουγαδόταρπο, κοφίνι για τα ρούχα της μπουγάδας

μπουγαδόπανο [2001c]

βλ. μπουγαδόπετσα

μπουγαδόπετσα [2001b], μπουγαδοπετσέτα [2001b]

μαντίλα για τη μπουγάδα. έβαζαν σε αυτή στάχτη, την ακουμπούσαν στα ρούχα και την κατάβρεχαν με βραστό νερό: μπουγαδόπανο, σταχτοπάνι

μπουγαδόταρπο

βλ. μπουγαδοκόφι

μπουγαλέκα [1987a], μπουγαλέκ [1987a]

βλ. μπεγιρόμιγα (βοϊδόμυγα)

μπουγασί [2001a]

κάποιο πανί για φτιάξιμο ρούχων

μπουγατσατζίδικο [1998], μπογατσατζίδικον [1878b], μπουγατσατζήδικο [1995]

το εργαστήρι που φτιάχνει ή το μαγαζί που πουλάει μπουγάτσες, το τυροπιτάδικο

μπουγατσούδα

βλ. μπαμπούκα (πρόσφορο)

μπουγέλωμα [1998]

το βρέξιμο κάποιου με το μπουγέλο

μπουγελώνω [1998]

πατάω νερό σε κάποιον με το μπουγέλο

μπουγέτα < μπουγιέτα [1992]

πιέτα, αλτσετούρα, δίπλα, ζαρούγκλα, κάστισμα, λαγκιόλι, μπάστα, πόστα

μπουγιαδιαστίρα, μπγαδιαστίρα

βλ. μπουγαδοκόφι

μπουγιάδος

βλ. μπουτζομένος (μουτρωμένος)

μπουγιακό

βλ. μποδιακό (ποδαρικό)

μπουγιαμάς < μπουγιαμάς [1966]

μαύρη μαντίλα: κουρούκλα, μπαρέζι, μπαρμπούλα, μπουρμπούλα, πετσάς, σαρίκι, σιαμί

μπουγιαμπέσα < μπουγιαμπέσα [1962a]

ψαρόσουπα που μοιάζει με την κακαβιά

μπουγιάνα < μπουγιάνα [1966]

βαθούλωμα στον πάτο του ποταμιού, όπου μαζεύεται πολύ νερό: αβάραγκας, βάραγκα, βάραγκας, βαράγκι, βίρα, βίραγκας, βιρέ, βιρό, βιρός, βόθανος, βόθονας, βουθάνια, βούθλας, βούθουνας, βούλιαγκας, βουρός, βούτσης, βρος, γκόλι, γούβα, γούρνα, κόλιμπας, κόλιμπος, κότονας, κούλουμπας, κουλουμπέρα, κιολ, κουλουμπέρα, κιολ, λάκκα, λόμπο, λόμπος, μπάρα, μπαρούκα, μπουγέτα, μπούντος, οβίρα, οβορός, ουβέρα, ουβίρα, πούντας, πούντος, ρούχουνας, σουβάλα, σπιθάρι

μπουγιάρω < μπουγιάρω [1964]

βαρυστομαχιάζω, μπουλαντώ, νταλακιάζω

μπουγιάτα

χειμωνιάτικο δωμάτιο

μπουγιάτα < bουγιάτα [1918]

& μπουέτα ή μπολέτα, το καμίνι που φτιάχνουνε τα κάρβουνα

μπουγίκο [1964]

εβραϊκό φαΐ που μοιάζει με τηγανίτα

μπουγιλούδσα

αυτή που έχει μπόι, ανάστημα

μπούγιο [1910]

φόρα, ορμή

μπούγιο < μπούγιο [1934], μπούγιου

το μεγάλο, το φανταχτερό | η βαρυστομαχιά | φασαρία, σαματάς

μπουγιόζικος

που έχει μπούγιο (που είναι μεγάλος και φανταχτερός)

μπουγιονέ < μπουγιονέ [1963], μπουλιονές < μπουλιονές [1963]

πτύχωση υφάσματος (λόγιο)

μπουγιότα < μπουγιότα [1962a]

& μπαγιότα, θερμοφόρα (λόγιο)

μπουγιουλούδκους

βλ. μπουγιόζικος

μπουγιουνά, μπουινά

κατά μήκος (λόγιο)

μπουγιουρντίζου < μπουγ’ουρd’ιζου [1962c], μπουγιουρντίζου [2008]

φιλοξενώ (λόγιο), κονέβγω, κονεύω, κουνουστέβγω, μονάζω, σοκαταβλίζω, φλω

μπουγκάκια (τα)

τυροπιτάκια

μπουγκάριασμα [1891e]

κλείσιμο (στις τρύπες του ντουβαριού) με μικρές πέτρες,

μπούγκλος [1931]

σημαδούρα από νεροκολοκύθα στο παραγάδι

μπουγκόνα [1884b]

απάγκιο, αμπάγκιο, αμπάτζο, απάγκιασμα, απάγκιου, απαλεμιά, απάλεμο, απαμενίδα, απαναμιά, απανεμιά, απανεμίδα, απανεμίδι, απάνεμο, απανιμιά, απανομιά, απανομίδα, απανουμιά, απάντζιο, απάτζιο, απόγκιο, απονεμιά, μπατζανέμι, παλεμιά, πανεμιά, πανομίδα

μπούγλα [1987b]

γυάλινο αγγειό για λάδι

μπούγλιζα

βλ. μπούκλα (βαρέλι)

μπούγλιιζα < μπούγλιζα [1966]

λουκέτο, κατινάρι, κλιδαρίδι

μπουγνάρι

η άκρη στο φόρεμα

μπουγούδ [1988\

βλ. μπογαλάκι

μπουγτζάδις < bουγτζάδις [2006], μπουγτζιάδις

οι καλεσμένοι της νύφης, στο γάμο

μπουγτζιάς < bουγτζιάς [1892]

ο συμπέθερος από το σόι της νύφης

μπουδνάρι

βλ. μπατζάκι

μπουδουκλώνου [1903], μπουδουκλόνου

βλ. μπουρδουκλώνω

μπουδουμπάτσες (οι)

κάποιο λαδερό φαΐ με ζαρζαβατικά

μπούδρας [1988]

αυτός που λέει μπούρδες

μπουδρές < bουδρέτσι [1892]

σάκκος

μπουέβω [1982]

χάνω το νου μου από περηφάνια

μπούεμα [1982]

χάζεμα

μπουεμένος [1982]

χαζεμένος

μπουέμι [1963]

κάτι (όπως ντενεκεδάκι) που κρέμαγαν στην ουρά του σκύλου, για να το ακούει, να φοβάται και να τρέχει

μπουέτα

βλ. μπουγιάτα (καμίνι)

μπούζα [1896a]

κήλη (λόγιο), βλάμα, βλάψιμο, βλάψιμου, κατεβασιά, κρέμας, κρέμαση, πούζα, σπάσμα, χαμήλωμα, χαμίλουμα

μπούζα [1966]

γκρεμός, άγκρεμανας, αγκρεμνό, αγκρεμνός, αγκρεμός, άγκρεμος, άγρεμος, άνγκρεμα, ανγκρεμνός, ανγκρεμό, απογκρεμιά, απόγκρεμνος, απόγκρεμος, γιαρ, γιάρι, γιάριν, γκλέμπουρας, γκρέμα, γκρεμίλα, γκρεμιστούρα, γκρέμνας γκρεμνό, γκρέμνο, γκρεμνός, γκρέμνος, γκρεμνότοπος, γκρέμνου, γκρέμνους, γκρεμό, γκρέμος γκρεμοτόπι, γκρεμοτοπιά, γκρεμότοπος, γκρεμούλα, γκρεμούρα, γκρέμουρας, γκρέμουρο, γκρέμουρου, γκρέμους, γκρέμπανο, γκρέμπουρας, γκρέμπρου, γκριμίλα, γκριμνίλα, γκριμνό, γκριμνός, γκριμό, γκριμός, γκριμούλα, γκριμούρα, γρεμνός, γρεμός, γρέμουρας, γρέμπανο, δέτης, εγκρεμνές, εγκρεμνό, εγκρεμνός, εγκρεμός, εγρεμνός, εκρεμνές, εκρεμνός, εκρεμός, ενγκρμός, ιγκρεμός, κακόβολο, κακοπετριά, κακοτοπιά, κέεμνους, κέεμους, κούτουλος, κρεμινός, κρέμνιους, κρεμνό, κρέμνο, κρεμνός, κρέμνος, κρέμνους, κρεμό, κρεμό, κρεμός, κρέμους, κριμίλα, κριμνό, κριμνός, κριμός, λέσκα, μεσίσκλια, νόχτος, νόχτους, ξεγκίλα, όχτος, όχτους, πέτακας, πρίουνας, ραϊδιό, ρέτζακας, σάρα, σκεμ, στεφάν, στεφάνι, τζιαμάλας, τσιμπάρι, τσιουγκάνι, τσουρούμ, φούντος χάλαρο

μπούζα [1987a]

βλ. μπούτσκα (χοντρή)

μπούζα [1996b]

βλ. μπίσκα (γουρούνα)

μπουζάζω

δένω τα χέρια και τα πόδια ενός ζώου

μπουζαϊτάν [1688]

το φυτό Hermodactylus tuberosus, κονδυλόριζος

μπουζάκας [1963], μπουσάκας [1963], μπουζάκα

βάτραχος, αθρακλός, αφορδακός, αφορντακός, αφρακλός, βαθαακός, βαθράκ, βαθράκα, βάθρακα, βαθράκαλας, βαθρακάς, βάθρακας, βαθράκι, βαθράκια, βαθρακλάς, βαθρακός, βάθρακος, βαθράτσι, βάρβακας, βαρδακάς, βάρδακας, βαρθάκα, βάρθακα, βαρθακάς, βάρθακας, βαρθάκι, βαρθακλά, βαρθάκλι, βαρθακλός, βαρθακός, βάρθουκλας, βαρντακλάς, βάρτακας, βαρτλάκα, βάρτλακα, βατράκα, βάτρακλας, βάτρακλος, βατρακός, βατράχ, βατράχα, βατράχι, βόδρακος, βοθράκα, βόθρακας, βοθράκι, βοθρακός, βόθρακος, βορδακάς, βορδακλός, βορθάκα, βόρθακα, βορθακάος, βορθακάς, βορθάκι, βορθακός, βόρθακος, βόρτακας, βόρτακος, βορτάτσιν, βοτράχα, βούθρακο, βουρδακάς, βουρθακάος, βουτράκιου, βραθάκι, βραθακός, βρίτικο, βροθάκα, βρόθακος, βρόσακου, βρότακου, βρόταχος, βρούθακο, βρούντακου, βρούσακο, βρούτακο, ζάμπας, ζιάμπα, ζιάμπακας, ζιάπα, κακαράς, κακαράς, καρκάλι, κάρλακας, καρκαρέλι, κούβακας, μαθράκα, μάθρακα, μαθρακάς, μαθράκια, μαθρακός, μπαθρακός, μπακακάς, μπακακάς, μπάκακας, μπακάκι, μπακακούλα, μπαμπακάς, μπάμπακας, μπαρδακάς, μπαρθακάς, μπαρθακλάς, μπαρντακός, μπαρτακάς, μπαρχιάκα, μπάτζιακας, μπάτσιακας, μπεθρακά, μπλιάκακας, μποθράκι, μποθρακλάς, μπόρμπολας, μπορτντακλάς, μπουζάκας, μπούθρακας, μπουθρακλάς, μπουθρακλάς, μπούθρακλας, μπουκακάς, μπουλουμαθράτσια, μπουρθακλάς, μπράσκα, μπράτσακας, μπρούθακο, όδρακας, όδρακος, οδράτσιν, όθρακας, οθράτσιν, σβάρδακλας, σβάρθακλας, σπαρδακλάς, σπάρδακλας, σποδακλάς, σπορδακάς, σπουδακλάς, σπρόφακο, σφάρδακας, σφάρδακλας, σφαρδάκλι, σφάρδακλος, σφαρδακός, σφόρδακας, σφορδάκι, τσάφλακας, τσιόφλακας, φαδρακλός, φάρδακας, φαρδακλά, φαρδακλός, φαρδουκλός, φάρντακα, φαρτάκι, φαρτακλός, φοθράκα, φορδακά, φορδάκα, φόρδακα, φορδακάς, φόρδακας, φορδάκι, φορδακλά, φορδακλάς, φορδακλός, φορδακός, φόρδακος, φορθάκα, φορθακός, φορντακλός, φορταγκός, φορφάκα, φορφάκας, φούρδακας, φουρδακλάς, φουρνός, φροθάκα

μπουζάν < bουζάν’ [2006]

άσπρο βόδι με βούλα στο κεφάλι

μπουζάνα < bουζάνα [2006]

γυναίκα με άσπρο πρόσωπο

μπουζάνι [2003]

βλ. μπατζάκι

μπούζανο [1996b]

βλ. μπόγουνας

μπουζανόβρακο [1963], μποζινόβρακο [1981]

η κάτω άκρη της βράκας | βρακί στενό κάτω

μπουζάρκα

σακούλι από δέρμα που έβαζαν μέσα τυρί

μπουζάς

αυτός που πουλάει κρύα πιοτά

μπουζάτζι < μπουζάτζι [1923a]

χοντρό γουρουνάκι | χοντρό παιδάκι

μπουζάτους [1987b]

κρύος, κριαδερός, κριγιός, κρίους

μπουζάτσι < μπουζάτσι [1987a]

βυζάκι, βζακ, βζελ, βιζάτσι, βιζάτσιν, βιζούλ βουζάκι, βουζάτσι

μπουζάτσι < μπουζάτσι [1987a], μπουζάκι [1996b]

βλ. μπιζούνι (γουρουνόπουλο)

μπούζγκα [1987a]

βλ. μπζαμπζάκους (η γούλα των πουλιών)

μπουζέας [1963]

ξιδιάς (για κρασί), δραπέτι, μπαρδαμάσκος, ντραπέτι, ξινίτας, ξινοκράσιν

μπουζέτα [1963]

το κούφιο στρογγυλό σιδεράκι στην τρύπα του παπουτσιού

μπουζή [1988]

αδελφή, αδερφή, αδαρφή, αδερφέσα, αδέρφη, αδεφή, αδιρφή, αδριφή, αελφή, αερφή, αθιά, αμπλά, άμπλα, αμπούλα, άμπουλα, αντελφή, αντερφή, απλά, αρφή, δελφή, δερφή, καρδασίνα, καφή, μπάτα, πατσί, σέσρα, τσάτσα, τσάτσι

μπούζης [2001c], μπουζασμένος

& κατεβασμένος, αυτός που έχει κατεβασιά ή κήλη (λόγιο)

μπουζί [1934]

αναφλεκτήρας (λόγιο) | γαλλικό: bougie

μπουζί [1987a]

βλ. μεμέ (βυζί)

μπουζί [1987a]

βλ. μπιζούνι (γουρουνόπουλο)

μπουζιάζω < μπουζιάζω [1960a], μπουζιάζου < μπουζιάζου [2010]

παγώνω (τουρκ. buzlanmak), κρισταλιάζου, κρουσταλιάζου, κρουσταλιάζω κρυσταλλιάζω, μαργώνου, μαργώνω, ξεπαγιάζω, ξιπαγιάζου, ξιπαγιάζω, παγώνου, παόνω, παταόνω

μπουζιάζω < μπουζιάζω [1982]

πρήζομαι | στραβομουτσουνιάζω

μπουζιάζω < μπουζιάζω [1996b], μπουζιακλιάζω < μπουζιακλιάζω [2001b]

& μποδιάζω: δένω με σκοινί, ένα μπροστά και ένα πίσω πόδι, στο ζώο που βόσκει, για να μη ξεμακραίνει

μπουζιάρης < μπουζιάρης [1960a]

παγωμένος (τουρκ. buzlu), κρουσταλιασμένος, κρυσταλλιασμένος, μαργουμένους, μαργωμένος, παγουμένους

μπούζιασμα < μπούζιασμα [1982]

βλ. μπουμπούνιασμα (πρήξιμο)

μπουζιασμένος [1891f]

αυτός που έχει κοίλη

μπουζιαστίρι < μπουζιαστήρι [1996b], μπούζιαστρο < μπούζιαστρο [1996b], μπουζοσκοίνι [1996b], μπουζιακλιαστήρι & μπουζακλιαστήρι < μπουζ(ι)κλιαστήρι [2001b], μπουζιακλιόσκοινο & μπουζακλιόσκοινο < μπουζ(ι)ακλιόσκοινο [2001b]

βλ. μπέδουκλο (σκοινί που με αυτό δένουν ένα μπροστά και ένα πίσω πόδι, στο ζώο που βόσκει, για να μη ξεμακραίνει)

μπουζιέρα < μπουζιέρα [1960a]

ψυγείο (λόγιο) | παγωνιέρα, παγουνιέρα, μπουζλουχανάς | τούρκικα: buzdolabı

μπουζίζου < μπουζίζου [1987a]

βλ. μπουρίζου (αδιαφορώ)

μπουζίτσα

βλ. μάκος (παπαρούνα)

μπουζίτσα

ξαδέλφη, ξαδέρφη, αξαδέλφη, αξαδέρφη, εξαδέλφη, εξαδέρφη

μπουζλουχανάς [1946]

βλ. μπουζιέρα

μπουζμάς < bουζμάς [2006]

βλ. κατσάδα

μπουζνάρι [1983b]

βλ. μπατζάκι

μπούζνας < bούζνας [2006]

βλ. μπουτζιάκ (γωνιά κάμαρας)

μπουζντουγάν [1960a]

κάποιο μεγάλο αχλάδι

μπουζντράκι [1960a], μπουζντράκ [1960a]

ο ζυγός του αλετριού | ο μπελάς, το βάσανο

μπούζντρω [1966]

χοντρομούρα

μπούζος

υπόνομος (λόγιο), λαγούμι

μπούζος [1963]

γυναίκα νταρντάνα κι αλιανιάρα

μπούζος [1996b]

βλ. μπίτσιος (γουρούνι)

μπούζος [2001a]

το σχίσιμο που έχει το δίχτυ της τράτας

μπούζος [2001b]

ψεύτικο μπιστόλι για παιδιά που ρίχνει βόλια από ξύλο

μπουζού [1709]

τσέπη, μπζνέρα, μπιζνέρα, μπουζνάρα, μπουζνέρα, μπουζουνάρα, μπουζουνέρα, μπουζουνιέρα, μπούρσα, μπουρσί, μπούρσια, μπουσνάρα, μπρούσα, μπρουσί, ντζέπη, πάπουλα, πούγκα, πουζνάρα, πουζού, πουντζίν, πούνκα, πούρσα, πουρσόνα, πουσνάρα, τζεπ, τζιεπ, τζιοπ, τζιόπη, τζιόπι, τζιοψ, τζομπ, τζόμπα, τζοπ, τζόπα, τζόπους, τζουπαλί, τζοψ, τσέπ, τσιέπη

μπουζούδα [1988]

βλ. μπαγάσα (πουτάνα)

μπουζούκα

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπουζούκα

μεγάλο κουδούνι για τους τράγους: βουζούκα, κίπρο, κίπρος, κιπρουκούδουνου, κυπρί, μπίκα, μπίμπα, μπιμπίνα, μπιμπίνι

μπουζουκιάρη < μπουζουκιάρη [1987a]

ζαβολιάρης, ζαβγιάρς, ζαβλιάρας, ζαβουλιάρς, ζακατσιάρης, κατσμίντζουρας, κουλουχιλέτς, ντιργιαντές, φτιλιάρς, χλόμπαρης

μπουζουκοκέφαλος [1934], μπουζουκουκέφαλους < bουζουκουκέφαλους [2006]

ξεροκέφαλος, κουτσοκέφαλος, κουφιοκέφαλος, μπουμπουνοκέφαλος, στενοκέφαλος, στραβοκέφαλος, χοντροκέφαλος

μπουζούλι < μπουζούλι [1923a], μπουζούλι < μπουζούλι [1987a]

βλ. μπουτζιάκ (γωνιά κάμαρας)

μπουζουλιάζου < μπουζουλιάζου [1987a]

αποτραβιέμαι στη γωνιά της κάμαρας

μπουζούνα [1987a]

ώριμο σύκο | βαθούλωμα σε ντενεκέ

μπουζουνάρα [1876a], μπουζνάρα [1987a]

βλ. μπουζού (τσέπη)

μπούζουνας & μπούζιουνας < μπούζ(ι)ουνας [2001b]

βλ. μπόγουνας

μπούζουνας [1931]

κάποιο σώβρακο

μπουζουνέρα [1709], μπουζουνιέρα < μπουζουνιέρα [2001b], μπουζνέρα < bουζ’νέρα [2001c]

βλ. μπουζού (τσέπη)

μπουζουνιάζου < μπουζουνιάζου [1987a]

ζουπώ, σπρώχνω

μπουζουξίδικο [1998]

νυχτερινό μαγαζί όπου παίζουν μπουζουξήδες

μπουζουρέκα

βλ. μπάκα (κοιλιά)

μπουζούρια [1964]

κόκκινα αγριολούλουδα, μαγιάτικα

μπουζουριάζω < μπουζουριάζω [1962b], μπουζουριάζου

καταβροχθίζω (λόγιο) | εξαφανίζω (λόγιο) | συλλαμβάνω (λόγιο)

μπουζούριασμα < μπουζούριασμα [1998]

σύλληψη (λόγιο), φυλάκιση (λόγιο)

μπουζουριέρα < μπουζουριέρα [1962b]

προκάλυμμα (λόγιο)

μπουθρόνω < μπουθρώνω [1996b]

πάω κάπου ακάλεστος

μπουθώ [1887a], μπουχθώ

βοηθώ, βοηθάω, αβοϊθώ, αβοϊθώ, αβουθώ, αβουϊθώ, αβουχτώ, αβοχτώ, αγιουταρίζω, αγιουτάρου, αγιουτάρω, αγιουτέβω, αγιτιάζω, αδιάρω, αϊδαρίζω, αϊδάρω, αϊδέρνω, αϊτάρω, αϊτέρνω, αμπουθώ, αμπουχθώ, ανιβτώ, ανιφτώ, αφιντώ, αφισώ, αφιτώ, αφουδάω, αφουθάω, αφουθίτζου, βισώ, βογιθώ, βοηθού, βοθάω, βοθίζω, βοθού, βοθώ, βοϊθάω, βοϊθίζω, βοϊθιού, βοϊθώ, βουθάου, βουθού, βουθώ, βουιθάου, βουιθάω, βουιθώ, βοχθάω. βοχτάου, βοχτάω, γοθώ, γουθώ, διάρω, μεταπιάνω, μιταπιάνου, ουθώ, σινεπέρνω, σιντράμω, σιντρέμω, σιουντάρω, σιριάζου, τανώ, φθω, φιντώ, φντω, φτω

μπουΐζω [1908]

βλ. μπουρίζω

μπουΐζω [1966]

βουίζω, βογάω, βογίζω, βοΐζου, βοΐζω, βόιζω, βοΐνου, βοΐντσω, βοΐτζω, βουγίζου, βουγίζω, βούζου, βουίζου, βουώ, σβουώ

μπούκα

τα φύλλα που σκεπάζουν τον καρπό του καλαμποκιού: καλακόμφλα, καλαμπουκόφιλα, καλιμκάλα, κουκλόφιλα, κουκουλόφιλα, κουκουναρόπετσες, κουκουναρόφιλα, κουξιναρόφιλα, λουμπουκόφιλα, μισιρόφιλα, μπλούτσια, μπούπλα, μπούσα, ποκάμισα, ποκαμισόφιλα, πούσια, ροκόφιλα, ροκόφλα, ρουκόφλα, φλέσουρα, φλιέστρα, φλούδια

μπούκα [1709]

βλ. μπουκιά

μπουκαβάς [1931]

βλ. μπακαβάς (χαρτόνι)

μπουκαγιά

κλειδαριά για το δέσιμο των ποδιών

μπουκαδέλι

κάποιο στρογγυλό κουδούνι

μπουκαδόρος [1962b]

διαρρήκτης (λόγιο)

μπουκακάς [1996b]

βλ. μπουζάκας (βάτραχος)

μπουκάλα [1884a], μπούκαλος < bούκαλος [1925]

μεγάλο μπουκάλι

μπουκαλάκι [1957], μπουκαλάκ < bουκαλάκ’ [2006], μπουκαλάτσι

μικρό μπουκάλι

μπουκαλέτο < bουκαλέττο [1918]

μικρό μπουκάλι (ή κανάτι) για νερό ή κρασί

μπουκαλής [1962a]

μαυριδερός, μελανωπός

μπουκαλιάζω < μπουκαλιάζω [1957]

εμφιαλώνω (λόγιο)

μπουκαλιάρισμα < μπουκαλιάρισμα [1962a]

βλ. μποτιλιάρισμα (εμφιάλωση)

μπουκαλίνα < bουκαλίνα [1918]

νεροκανάτα, καράφα

μπουκαλοκόμματα (τα) [2001b]

κομμάτια, θρύψαλα

μπουκαμίσα

πουκαμίσα

μπούκα-μπούκα

λαίμαργα (λόγιο)

μπουκανάρα [2001b]

το ψάρι Serranus scriba, πέρκα

μπούκανε [1987a]

ο βλαστός του κρεμμυδιού: ζαμπούνα, καβλίσκους, κάρονας, καυλί, μουσούλα, μούσουλος, μπουμπούνι, ντουντούκι, ντουντούλα, ντουντούνα

μπουκαρέλα [1709]

λαχάνιασμα, λεχομανιό, ξεφύσημα, φυσομανητό

μπουκαριόλι

μικρή τρύπα για να μπαίνει αέρας στο φούρνο

μπουκάρισμα [1709]

το ξαφνικό ή φουριόζο μπάσιμο

μπουκέα [1996b]

βλ. μπουκιά

μπουκετάκι [1931]

μικρό μπουκέτο | παλιάνθρωπος

μπουκέτο [1878b], μπουκέττο [1835], μπουκές < μπουκές (ο) [1964], μπουκιές < μπουκιές (ο) [1966], μπουκέτου < bουκέτου [2006]

ανθοδέσμη (λόγιο), μάτσα, ματζέτο, μποκές | γαλλικό: bouquet

μπουκία [1996b]

μικρό δεμάτι με φρύγανα για τη φωτιά

μπουκιάζω

σκεπάζω τα μαστάρια των γιδοπροβάτων με πανιά, για να μη βυζαίνουν τα μικρά

μπουκιδάκι [1996b]

βλ. μπουκίτσα

μπουκινίζω [1864]

διαλαλώ, βουκινίζω, διαλαλίζω, δκιαλαλώ, κράζω, κροτώ, λάσκω, ντελαλίζω, ντελαλώ

μπούκιο < μπούκιο [1874a]

μπαλίτσα από σίδερο | κοντόχοντρος άνθρωπος

μπουκίτσα [1995], μπουτσίτσα

μικρή μπουκιά

μπούκλα [1996a]

ξερή και άδεια κολοκύθα που βάζουν μέσα νερό ή κρασί: κολόκα, κόλοκος, κρατούνα, μιντάζ, τσίτσα, φλάσκα, φλασκί

μπούκλα < bούκλα [1892], μπούκλα [1964], μπουκλιτσούδα, μπούκλος, μπούκλους

βαρέλι, βαγέλ, βαγέν, βαγένα, βαγένι, βαγιόν, βαγιόνα, βαγιόνι, βαέν, βαένα, βαένι, βαλέρ, βαλέρα, βαλέριν, βαρέα, βαρέλ, βαρέλα, βαρέλιν, βατσέλα, βατσέλι, βόζα, βοτσί, βουσί, βούτα, βουτζί, βουτί, βουτίν, βουτίνα, βούτσα, βουτσέλα, βουτσέλι, βουτσί, βουτσί, βουτσουβιά, βτι, βτσελ, βτσέλα, βτσι, καδ, κάδη, καδί, κανέλα, καρατέλο, κάρτα, μπαρέλα, μπαρέλι, μπόμπα, μποτζί, μπότσα, μπούγλιζα, μπουρέλι, μπούτενα, μπουτσέλα, ουτί, πίλα, τίνα, τσίτσα, φουτζί, φουτσέλα, φουτσί, φουτσίν, φτσέλα, φτσέλι, φτσι, χουτσίν

μπούκλιθρα < bούκλειθρα [1918], μπουκλίδα < bουκλίδα [1976], μπουκλήθρα < bουκλήθρα [1918]

σφήνα από ξύλο, κομμάτι του αλετριού: βουκλίθρα, βρουκλίθρα

μπούκλισος [1884b]

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπουκλόνω < μπουκλώνω [1963]

καταβροχθίζω (λόγιο), χάβου, χάβω, χάφτου, χάφτω, χλαπακιάζου, χλαπακιάζω, χλαπατώ χλιαπατώ

μπουκλούκι [1996a], bουκλούκ’ < μπουκλούκ [2006]

κάτι που είναι για πέταμα, σκουπίδι

μπουκλουτός [1996a]

μπακιρένιος τέντζερης με κούρμπα στον πάτο

μπουκοβάλας [1996b]

βλ. μπογαζλής (λαίμαργος)

μπούκοβο [1996a], μπούκουβου

ξερή και κοπανισμένη καυτή κόκκινη πιπεριά (τσιούτσκα)

μπούκος [1963]

το κάτω σκοινί στο δίχτυ, αυτό με τα μολύβια

μπουκοσιά < μπουκωσιά [1790], μπουκουσιά < μπουκουσιά [1987b]

βλ. μπουκιά

μπουκουβάλα [1964], μπουκουβέλα [1987a], μπουκουβάα [1987a], μπουκουβέα [1987a], μουκουβέα [1987a], μπουκβάλα < μπουκ’βάλα [2001a]

γλυκό με αλεύρι, γάλα, αυγό, λάδι και μέλι | ψύχα ψωμιού ζυμωμένη με ζάχαρι, ελιά, λάδι και τυρί | ζεστή λαγάνα χυμένη με καυτό λάδι

μπουκουβίτσα

βλ. μπουκίτσα

μπουκούλι [1982], μπουκουλάκι [1982]

βλ. μπιρμπίλα (προγούλι)

μπουκουλούλα [1963], μπουκούλα [1963], μπουτσουλούλα [1963]

λιγάκι, λιγουλάκι

μπουκούμ < μπουκούμ’ [1966]

κρέας με ξίγκι

μπούκουμα < bούκουμα [1972], μπούκουμα [1996a]

βλ. μπουκιά

μπούκουμα < bούκουμα [2006]

εξόγκωμα (λόγιο)

μπουκουματέα [1996b]

βλ. μπουκιά | βλ. μπουκουνία (γουλιά)

μπουκουνάδα [1963]

μεγάλο κομμάτι

μπουκουνάρ < μπουκουνάρ’ [1966]

χοντρό μωρό

μπουκουνέτο [2001c]

βλ. μπουκίτσα

μπουκουνία [1987a]

γουλιά, βουλέα, βουλιά, γκαργκλιά, γκλαξιά, γκλουκιά, γκόμπους, γκουργκλιά, γλια, γλουπιά, γουγιά, γουλέ, γουλέα, γουλία, γουρλιά, γρουλιά, καταπιά, καταψιά, μπουκουματέα, μπουτσέα, μπουτσία, ολιά, ουγιά, ουλιά

μπουκουνιάζω < μπουκουνιάζω [1963], μπουκνιάζω < bουκ’νιάζω [2001c]

κόβω κάτι σε μικρά κομμάτια, το κάνω μπουκιές και το τρώω

μπουκουνομένος [1709]

βλ. μπουκωμένος

μπουκουνόνω [1837]

βλ. μπουκόνω

μπουκουνός [1635]

βλ. μπουκιά

μπουκουνούκι

πρόσχημα (λόγιο)

μπουκουσούλα

βλ. μπουκιά

μπούκωμα [1709], μπούκουμα [1987a]

ρούμπωμα

μπούκωμαν [1891a]

πρόγευμα (λόγιο), πρωινό, καφάλτ, καφαλτί, καφαλτού, μπρόεμαν, προβούκι, πρόεμαν, προμπούκι

μπουκώνω [1709], μπουκόνω [1837], μπουκώνω < μπουκκόνω [1874c], μπουκούνου [1987a], μπουκόνου < bουκώνου [2006]

γεμίζω το στόμα | χορταίνω | δωροδοκώ (λόγιο), λαδώνω

μπούλα

βλ. μάκος (παπαρούνα)

μπούλα [1964]

η γυναίκα του μάστορα

μπούλα [1966]

πέπλος (λόγιο), βέλο, καμάρι, μαγνάδι, μαντό, μπαούτα, μπαρπούλι, σκιόπους, σκιπίρ, τρέμος, τσίπα

μπούλα [1987a]

βλ. μπούτσκα (χοντρή)

μπούλα [1987a]

παραγινωμένο φρούτο: ζιούκα, ζιούκου, ζιούλα, ζιούλαβους, μπούλεζα, τραχί, χουχλ

μπούλα [1988]

χανούμισσα

μπούλα [1998]

μπέμπα, μπεμπέκα

μπούλα < μπούλλα [1908], μπούλα [1983b], μπούλες

μάσκα | μασκαράς

μπούλα < μπούλλα [1962c]

βλ. μπόλια (μαντίλα)

μπουλάδα [1903]

μικρή ελιά για φύτεμα: ντικμές | μπολιασμένη ελιά (& αμπουλάδα)

μπουλάκα

βλ. μπιρτσιά (χωρίστρα στα μαλλιά)

μπούλαμα [1709]

συσκευασία (λόγιο)

μπουλαμάς [1934]

βλ. μποναμάς

μπουλαμάτσι [1996a], μπουλαμάτς

βλ. μπουλανίκος (θολός)

μπουλαντζές

κάποιο χτένισμα που φουσκώνει τα μαλλιά

μπουλάρα [2001c]

πουλάρα, πλάρα, φοραδίτσα ή γαϊδουρίτσα

μπουλάρι [2001c]

μικρό άλογο ή γαϊδούρι: πουλάρι, πλαρ, πλάρι, πουλάριν, νταϊλιάκ, τάι, ταϊλιάκ, σουπάς

μπούλαρους [1988]

κάποιο γλυκό

μπουλάσι

κάποιο αγριόχορτο

μπουλασίτκους

βλ. μπασιούρς (βρόμικος)

μπουλαστίζω < bουλαστίζω [2001c]

& μπλαστρίζω, βασανίζω, πειράζω

μπουλαστώ [1960b], μπουλαστίζω [1960b]

αρχίζω κάποια δουλειά

μπουλάτζα [1963]

σούρτα-φέρτα, πέρα-δώθε

μπουλάτσι [1987a]

& γκιστάτσι, κάποιος θάμνος

μπουλβάρ [1998]

ελαφρό θέατρο, βουλεβάρτο (λόγιο) | γαλλικό: boulevard

μπούλεζα [1987a]

βλ. μπούλα (παραγινωμένο φρούτο)

μπουλερί

τέλεια (λόγιο)

μπουλέρια < μπουλέρια (τα) [1933]

αυγά τηγανητά μάτια

μπούλες (οι)

μασκαράδες

μπουλέτα

πιπίλα, λαλούκα, τσούτσα

μπουλέτα [1963]

γυάλινο μπουκαλάκι που οι χρυσικοί έβαζαν μέσα σε αυτό ακουαφόρτε και το μέταλλο που ήθελαν να διαλύσουν

μπουλετί [2001a]

τεφτέρι με γιατροσόφια | μπακαλοτέφτερο με βερεσέδια

μπουλέτσι [1931]

βλ. μπόλια (μαντίλα)

μπούλης [1998]

μπέμπης, μπεμπές, μπεμπέκος

μπούλι < μπούλλι [1910]

βλ. μπουλιτίρι (καπάκι)

μπούλια

βλ. μπινάρι (βρύση)

μπουλιαράκι < μπουλιαράκι [1982], μπουλιαρόπουλο < μπουλιαρόπουλο [1982]

παιδί μπουλιάρης (μικρός ζητιάνος)

μπουλιάρης < μπουλιάρης [1982]

ζητιάνος, γιρεβός, γκουρμπέτης, γκραβαρίτης, διακονάρης διακονάρς, διακονιάρης, διακονιάρς, διακουνιάρς, δκιακονητής, δκιακονήτης, δκιακονιάρης, ζήτουλας, ζιούτλας, ζιτλάρς, ζιτλάς, ζίτλας, ζιτλιάρς, ζουντλς, ζούτλιαρς, ζούτλους, ζουτουλιάρης, κόνιαρς, κουματιάης κρίτσιλας, λιμοτάγαρο, ματσκάς, ντατσκανάρς, πετσέντες, σιχορολόγος, τρουβαδέλας, φιλόχριστος, ψωμοζήτης

μπουλιαριά < μπουλιαριά [1982]

ζητιανιά, γκουρμπιτιά, διακόνι, διακονιά, διακονιό, δικόνισμαν, δκιακονιόν, ζητουλιά, ζιθκιά, ζιτλαριό, ζιτλαριό, ζτιά, χάλεμα

μπουλιαρομάτσουκο < μπουλιαρομάτσουκο [1982]

η ματσούκα του μπουλιάρη (ζητιάνου)

μπουλιαροσάκουλο < μπουλιαροσάκουλο [1982]

το σακούλι του ζητιάνου

μπουλιάστρα < bουλιάστρα [2001c], μπολιάστρα < bολιάστρα [2001c]

αρμαθιά, αμαραθιά, αραμαθιά, αρμάδα, αρμάθα, αρμαθέα, αρμαθελιά, αρμαθκιά, αρμαθός, αρματιά, αρματσά, αρματσιά, αρμαχτιά, αρμοθέα, γουρμαθιά, μπουλιάστρα, ορμαθέ, ορμαθέα, ορμαθός, ορμπαθιά, ουρμαθά, ραμάθα, ραμάτα, ρομαθιά, ρομπαθιά, ρουμαθιά, ρπαθιά, σβουρλιά

μπουλίθ < bουλύθ [1914]

άγουρο σύκο

μπουλιμάνα [1966]

λαίμαργη (λόγιο), λαμάσου, λίξουρη, λισιαρκά, φαγαδερή

μπουλίνι [1931], μπολίνι [1963]

αζυμοσφραγίδα (λόγιο)

μπούλιου < μπούλιου [1960b]

αδελφική φίλη, μεγαλύτερη φίλη

μπουλιουρί < μπουλιουρί [1960a]

μεγάλη ντροπή

μπουλιστρίνα [1874c], μπουλστρίνα < bουλ.στρίνα [1914]

τα δώρα μεταξύ αγαπητικών ή τα δώρα στα παιδιά, τη γιορτή του Άη Βασίλη (αγιοβασιλιάτικα)

μπουλιτίρι < μπουλιτήρι [1614]

μπούλι, καπάκι, τάπα, πώμα (λόγιο)

μπουλκί

το εφηβαίο (λόγιο) της γυναίκας

μπουλμέτι [1966]

η μερίδα γάλα που παίρνει καθένας από τα πρόβατα του (όταν τα έχει μαζί με άλλους)

μπουλμπότσα < bουλbότσα [2006], μπουλουμπότσα

μάλλινη αντρική βράκα

μπουλντόζα [1983a]

ερπυστριοφόρος εκσκαφέας (λόγιο) | αγγλικό: buldozer

μπουλντοζιέρης < μπουλντοζιέρης [1995]

οδηγός (λόγιο) μπουλντόζας

μπουλντόκ [1957], μπουλτόγκ [1961], μπουλντόγκ [1998]

ράτσα σκυλιού | αγγλικό: bulldog

μπουλντόκ < bουλντοκ’ [2006]

βλ. μπικαφίος (κοντός)

μπουλντουζέρινα < bουλνdουζέρινα [2006]

η γυναίκα του μπουλντοζιέρη

μπουλντούμ < μπουλντούμ [1964]

μπλουμ, ο ήχος που ακούγεται όταν πέφτει κάποιος ή κάτι στο νερό

μπουλντούμι

μπουρντούνι & μπουντούνι, κάποιο λουκάνικο μαύρο (που έχει μέσα αίμα γουρουνιού)

μπούλντρις < μπούλdρις (οι) [1964]

κοκκινίλες στο δέρμα

μπουλοβίνια < μπουλοβίνια (τα) [1982], μπουλοβίνα (η) / μπουλοβίνις (οι) [1987b]

βλ. μπαζίνα (σκατό / σκατά)

μπουλόκοβου [1964]

στρογγυλό πετροκέρασο

μπουλονάρισμα [1962a]

σύνδεση (λόγιο) με μπουλόνι

μπουλονάρω [1934]

συνδέω (λόγιο) με μπουλόνι

μπουλόνι [1934]

βλήτρο (λόγιο) | γαλλικό: boulon

μπουλόνομαι < μπουλώνομαι [1909]

κουκουλώνομαι (στο κεφάλι)

μπουλοξεσκολιασμένος < μπουλοξεσκολιαζμένος [2001c]

γραμματιζούμενος, διαβασμένος

μπούλος

μια μικρή σωλήνα στο πατητήρι, που από αυτή τρέχει ο μούστος

μπούλος [1963]

σωματοφύλακας (λόγιο), καβάσης, καβάζης, καπιτζής, μουχαφούζης, μπράβος

μπουλουγούρι < μπουλουγούρι [1923a], μπουλγούρ [1960a], μπουλγούρι [1960a], μπουλγκούρ [1960b], μπουλουγούρι [1982[, μπουλουγούζι < μπουλουγούζι [1987a], μπουργκούρι [1996a], μπουγλούρι [2001b], μπουλγκούρι, μπουλουγούρ

βλ. μπλιγούρι (πλιγούρι)

μπουλουκάρης

βλ. μπουλούκμπασης

μπουλουκιάζω < μπουλουκιάζω [1982]

βάζω στο μπουλούκι

μπουλουκιάρα < μπουλουκιάρα [1982]

για κατσίκα από το κοπάδι (και όχι από την αυλή του σπιτιού)

μπουλουκιασμένος < μπουλουκιασμένος [1982]

που είναι στο μπουλούκι (ή το κοπάδι)

μπουλουκτσής [1934], μπουλουξής [1934], μπουλουχτσής [1960a], μπολουχτσής [1960a], μπολουκτσής [1960a], μπολοκτζής [1960a], μπουλουκτζής

βλ. μπουλούκμπασης

μπουλουκτσίτικα [1866b]

λουφές, λεφές

μπουλουμαθράτσια

βλ. μπουζάκας (βάτραχος)

μπουλουμανίταρου [1964]

κάποιο μανιτάρι

μπουλουμιά

κάποιο ξεραμένο φυτό

μπουλτ [1688]

κοράλι, μερτζάν, μερτζάνι, μερτζιάν, μιρτζάν, γιούσουρο (με μαύρο χρώμα)

μπουλταρίζου [2010]

& μπουτσιέρνου, χύνω παραπάνω από το μπουκάλι (λάδι, κρασί) χωρίς να το θέλω

μπουλτουνάρι [1918]

δοκάρι στο λιοτρίβι, που πάνω του ακουμπάει ο στάντης

μπουλτρίδα [1963], μπουτρίδα [1963]

βλ. μπάκολο-κουτούρλο (κουλουβάχατα)

μπουλτρίδο [1963]

κρέας γουρουνιού μαγειρεμένο με λάχανα

μπούλτσα [1982]

η φούντα (τα γένια, μαλλιά, μουστάκια, τρίχες) του καλαμποκιού

μπουλτσόχουμα < bουλτσόχουμα [2006], μπουντζόχουμα < bουντζόχουμα [2006], μπουντσόχουμα < bουντσόχουμα [2006]

χώμα που έφτιαχναν τους φούρνους και άλειφαν τα πατώματα

μπούλωμα [1835]

μπήξιμο, χώσιμο

μπούλωμα [1966]

το σκέπασμα της νύφης με τη μπούλα (πέπλο)

μπουλωμένος [1709]

συσκευασμένος (λόγιο)

μπουλώνω [1635], μπουλόνω [1857]

συσκευάζω (λόγιο)

μπουλώνω [1966]

βάζω τη μπούλα (πέπλο) στη νύφη

μπουλωτής [1709]

συσκευαστής

μπουλώτρα [1709], μπουλώτρια [1709]

συσκευάστρια (λόγιο)

μπουμ [1987a]

& μπαμ, λέγεται για τον ήχο της ντουφεκιάς ή για κάτι που πέφτει

μπουμ [1996b]

δυναμίτιδα (λόγιο), δυναμίτης, μασούρι, φουρνέλο

μπούμα [1982]

κάποιο καραβόπανο

μπούμερανγκ [1995]

όπλο (από ξύλο) των Αβοριγίνων της Αυστραλίας, που το πετάς και γυρίζει πίσω | αγγλικό: boomerang

μπουμζέλα

βλ. μπούμιτσας (Upupa epops)

μπούμης [1966]

βλ. μπουρμάς (ευνούχος)

μπούμιτσας, μπούμτισας

το πουλί Upupa epops: αγκριγιοπετινός, αγριοκόκορας, αγριοκόκορης, αγριοκοκόρι, αγριοκόκορος, αγριοκόκοτος, αγριοπάπουζας, αγριοπετινός, αγριοπέτινος, αγριόπιτνους, αγριουκόκουτους, αγριουπιτνός, αγροπέτνους, αγρόπετνους, αλεκτοράκι της οσίας, αλεκτόρι της οσίας, γιαλοπέτινο, γιαλοπετινός, γιαλοπέτινος, γιαλοπέτνο, γιαλόπετνος, γουζιός, γουρζολοπέτινα, γουρζολοπετινός, γουρζουλοπέτινος, έποπας, κατρατσιάρς, κατσούλης, κατσουλινάρης, κατσουλοπετίναρο, κατσουλοπετίναρος, κουκλοπετινός, κουπούξιος, κουτσαλεχτοράκι, κουτσουλόπετος, μουμουζέλα, μπαμζάρα, μπαμζέλι, μπαμτζέλι, μπουμζέλα, ξιλοκόκορας, ξιλοκόκοτας, ξιλοκόκοτος, ξιλοπετινός, παπαδέτης, πάπουζας, παρδαλέχτορας, παρδαλόφτερος, πετεινάρι, πίπιζα, πίπουζας, πούπος, πούπουζας, πουπουνιέτσους, πουπούξιος, πούπους, πουπούτσιης, τσακλαπετινός, τσαλαπετεινός, τσιουρτσιούλιανους, τσιουτσιουλίτς

μπούμπα [1884b]

ο θηλυκός μπαμπούλας, η μούμα (για να τρομάζουν τα παιδιά)

μπουμπαδερφός [1896a]

βλ. μπάρμπας (θειος)

μπουμπάκ

μικρό σιδερένιο βαρέλι

μπούμπανος [1925],

βλ. μπάμπουλας (σκαθάρι)

μπουμπαρδί [2001c]

κάποια βάρκα με πανί

μπουμπαρδοβώλι [1709]

το βόλι του κανονιού (της μπομπάρδας)

μπουμπαρδοκόπι [1709]

κανονιοβολισμός (λόγιο)

μπούμπαρους < bούbαρους [1972]

βλ. μπούμπανος

μπούμπαρους < bούbαρους [1978]

καρναβάλι | σκιάχτρο | μπαμπούλας | ζωγραφιά σε βιβλίο

μπούμπδα < μπούμπ’δα [1964]

σκουπιδάκια από το γνέσιμο του μαλλιού

μπουμπές < bουbές [1972]

ρεπούμπλικα (καπέλο), αραμπούμπλικα, ρεμπούμπλικα

μπουμπί [1966]

φίδι, θερκό, θερκόν, θερκούνα, όφης, οφίδ, όφιος, όφιους, σιέρπετο, σουρούμενε, φίβι, φιδ, φιδαρίκα, φιδαρίκος, φίιν, φιν

μπούμπλα

το πρησμένο και κοκκινισμένο δέρμα, στο μέρος που μας τσίμπησε ένα ζουζούνι

μπουμπλιάτσκα < μπουμπλιάτσκα [1960b]

βρομούσα (μαμούνι), βρομαρία, βρομομαΐρα, βρομομαριά, βρουμουμαριά, βρουμούσα, κλάσα, κλασοπαπαδιά, μαρουδιά

μπουμπνάρ [2008]

πρήξιμο, πρεσίον, πρίξμου, πρίσμα, πρίσμαν, μπαμπούνα, μπουρντούκι, μπρούφλας, τουμπρούκ, τουτούν

μπούμπνας

κάποιο ζουζούνι

μπουμπνίδα <μπουμπ’νίδα [1981]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπόλ < bουbόλ’ [2006]

βλ. μπεμπεμπλί (στραγάλι)

μπουμπόλα < bουbόλα [2006], μπουμπούλα < bουbούλα [2006]

άκαρπη γη που είναι σα στάχτη

μπουμπόλια

βλ. μπόλια (πολυσπόρια)

μπουμπόλια < bουbόλα (τα) [1976]

βλ. μπελεγρίνια (αρχίδια)

μπούμπος

βλ. μπουτζομένος (μουτρωμένος)

μπουμπόσαρους, μπουμπουσιάρ

καρναβάλι, γκόρμπιτας, καλουγρέλια, καρκαλούσης, καρναβάλ, καρνάβαλος, κουδουνάτος, κουκλότσιαρους, λουγκατσιάρια, μασκαράτα, ματσούν, μπάτσαρους, ραγκουτσάρια, ρουγκατζάρια

μπουμπότσαλου < bουbότσαλου [2006]

ο καρπός της μπουμπουτσαλιάς

μπουμπότσια

χαρτζιλίκι, χαρσλίκ, χαρσλίτς, χάρτζι, χαρτζιλίκ, χασλούκ, χασλουκόπον

μπουμπού [1961], μπουμπούκα [1961]

στρουμπουλό κοριτσάκι

μπουμπουγιέρι [1963]

λέγεται και μπαμπαρίτσι (το έντομο Barbitistes)

μπουμπούκα < bουbούκα [1976], μπουμπούκα [2008]

μικρή λειτουργιά (πρόσφορο) | καλό ψωμί αγοραστό

μπουμπουκάκι [1998]

υποκ. του μπουμπούκι

μπουμπούκι [1790], μπομπούκι [1884b] [1915], μπουμπούκι < bουbούκι [1914], μπουμπούκ < μπουμπούκ’ [1962c], μπουμπουκ < bουbουκ’ [1972], μπουμπούτσι < μπουμπούτσι [1987a], μπουμπουκ < bουbουκ’ [2006]

βαβίλα, βαβούλ, βαβούλα, βαβούλι, βαβούλιν, βάβουλο, βαγούλιν, γιοντζές, γκοντζές, γκοντσές, γοντζές, γοντσές, κονσές, κοντζάς, κοντζές, κοντσάς, κοντσές, κορού, κορούα, κοτζές, κουντσές, κουρούμπ, κουρούμπιν, κουτσί, κρούμπιν, κρουντζ, μούγκρος, παμπούλα

μπουμπουκιάζω < μπουμπουκιάζω [1857], μπουμπουκίζω [1931], μπουμπουκιάζου < μπουμπουκ’αζου [1962c], μπουμπουκιάζου < bουbουκάζου [1962c], μπουμπουτσάζου < μπουμπουτσάζου [1987a]

βγάζω μπουμπούκια: κουρουμπάζω, κουρουμπόνω, κρουμπάζω

μπουμπούκιασμα [1790], μπουμπουκίασμα [1837]

το βγάλσιμο μπουμπουκιών

μπουμπουκοτός < bουbουκοτός [1978]

βλ. μπαχούμης (χοντρός)

μπουμπουκούλ < bουbουκούλ’ [2006]

μικρό ψωμί, φτιαγμένο από το ζυμάρι που περισσεύει

μπουμπουκούλ < bουbουκούλ’ [2006]

ο καρπός κάποιου θάμνου

μπουμπουκουμάτς < bουbουκουμάτ’ς [2006]

αυτός που έχει πρησμένα μάτια

μπουμπούλα

βλ. μπουμπουσκάρα (νιφάδα καλαμποκιού)

μπουμπούλα

ο καθαρός καρπός (το μέσα) του καρυδιού: αγλιά, αγουλιά, καντζί, κοκόσα, κοκόσια, κολίνα, κουλιά, κουλιό, λιάτικα, μουμούδι, παπαδιά, παπαδούλα, σκλίδα, σούμπρο, σούμπρου, τσόκαλο, φαγί, φαι, ψίχα, ψιχιά, ψουμί

μπουμπούλα [1987a]

το κουκούλωμα του κεφαλιού

μπουμπουλαντίζου < bουbουλαντίζου [1972]

περιδρομιάζω, παρατρώω, κουζουπόνω, μπελτσόνω, μπλαθουριάζω, μπλετσόνω, μπουνιάζομαι, νταβλακώνω, νταλακιάζου, ντερλικώνω, ντιρλικόνου, ντιρλικόνω, ξεγουκιάζω, πλεβρικιάζω, σαχραπόνω, στοκόνω, στουμπόνω, φαουσιάζω

μπούμπουλας

κάποιο μεγάλο μαύρο μαμούνι

μπούμπουλας [1874d], μπουμπούλι [1931]

σταμνί με μεγάλο λαιμό

μπούμπουλας [1926b], μπούμπουλο [2001c], μπουμπουλιά

το φυτό Phlomis fruticosa: αγκαραδιά, αγκαραθέα, αγκαραθιά, αγκάραθος, αγκαρδιά, αλίφασκας, αλιφασκιά, αποπουλιά, ασφάκα, γαϊδαρόσφακα γαϊδουρασφάκα γαϊδουραφάνα, γαϊδουροασφάκα γαϊδουρόσπακα γαϊδουροσφάκα, γαϊδουρόσφακα, γαϊδουροφάνα, λισφακιά, παπουδιά, παπουλιά, πιπιλιά, σφάκα, φασκί, φλομιό, φλομό

μπουμπουλές [2001b]

& στουμπαλέ ή τουφουλέ, μέρος με πυκνούς θάμνους, που δεν μπορείς να περάσεις

μπουμπούλι [1909], μπουμπούλ

κάποιο μαμούνι (πιο πολύ πιάνει στη φακή)

μπουμπουλίτσια < μπουμπουλίτσια τα [1964]

υπογνάθιοι αδένες (λόγιο)

μπούμπουλο [1923b]

το φυτό Polypogon monspeliensis: αλοπινούρα

μπουμπούλομα

καλό σκέπασμα, κουκούλωμα (και του κεφαλιού): κουρκούλομα, μπουρμπούλομα

μπουμπουλόνω < μπουμπουλώνω [1931]

σκεπάζω καλά, κουκουλώνω (και το κεφάλι): κακαβόνου, κουκλόνω, κουκουλόνου, μπαμπουλόνω, μπαρμπαλόνω, μπαρμπλίζου, μπαρμπλικόνου, μπουμπουλούκου, μπουρμπλόνω, μπουρμπουλόνου, μπουμπουλούκου, μπουρπλόνω, τλουπόνου, τλουπόνω, τουλουπόνω

μπούμπουλος [1837]

το χοντρό αγόρι

μπουμπουλούκου < μπουμπουλούκου [1987a]

βλ. μπουμπουλόνω

μπουμπουμίδα [1915]

ισπανική μύγα

μπουμπούνα [1837]

βλ. μπομπρέκι

μπουμπούνα [1966], μπουμπούνας [1982]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουναζία < μπουμπουναζία [1987a]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνάρι

βλ. μπάμπουλας (σκαθάρι)

μπουμπουναριά [1891b], μπουμπουναρία [1987a]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπούναρους [1962c]

βλ. μπουμπουνητό

μπούμπουνας

βλ. μπάμπουρας (Vespa crabro)

μπουμπούνας [1995]

βλ. μπουζουκοκέφαλος

μπουμπουνέα [1996b]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνητό < bουbουνητό [1905], μπουμπουνητόν [1878a], μπουμπουντό < bουbουν.τό [1914], μπουμπουνητό [1934]

βροντή, βροντά, βρόντα, βροντάδα, βρόνταμα, βρόντε, βρόντεμα, βρόντεμαν, βρόντημα, βροντιά, βροντία, βρόντιγμα, βρόντιγμαν, βροντιγμός, βροντιμός, βροντιό, βροντισμός, βρόντμα, βροντός, βρόντος, βρόντους, βρουγκή, βρουντή, βρουντία, βρούντος, βρουντσμός, μπουμπνίδα, μπουμπούνα, μπουμπουναζία, μπουμπουναριά, μπουμπουναρία, μπουμπούναρους, μπουμπούνας, μπουμπουνέα, μπουμπούνι, μπουμπουνιά, μπουμπούνιγμα, μπουμπουνισιά, μπουμπούνισμα, μπουμπουνιτέ, μπουμπουνιχτιό, μπούμπουνο, μπούμπουνος, μπουμπούνσμα, μπουμπουνσταριό, μπουμπούντζμα, μπουμπουντσαρός μπουμπουντσταρός, μπουμπουχταρός, φρούντος, χαμοβροντή

μπουμπούνι [1864]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπούνι [1996b]

βλ. μπούκανε

μπουμπουνιά [1910]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνιάζω < μπουμπουνιάζω [1835], μπαμπουνιάζω < μπαμπουνιάζω [1835]

πρήζομαι, μπαμπουνιάζω, μπαμπουνόνω, ντουμπακιάζω, πρισκόνου, φρουσκαλιάζω

μπουμπουνιάρης [1884b], μπουμπουνάρης [1964], μπουμπουνάρος [1964], μπούρμπνας < μπούρμπ’νας [1964]

χρυσόμυγα, βαβίλα, βάβιλας, βαβούλα, βάβουλας, βαβουλίδα, βρούντζος, ζίνα, ζουζούνα, καρκάντζαλους, κατσιλόνα, μπαβουλίδα, μπαμπούλα, μπαμπουλίδα, μπούρμπουλας, ξόμγια, σκούρκος, χρισοβαβούλα, χρισουκαρκάντζαλους, χσόμγα

μπουμπούνιασμα < μπουμπούνιασμα [1835]

πρήξιμο, βόρδονας, ζιόγκος, μπαμπούνα, μπαμπούνιασμα, μπουρντούκι, μπρούφλας, νταβούλ, νταβούλι, νταούλ, νταούλι, πρεσίον, πρίξμου, πρίσμα, πρίσμαν, ταούλ, ταούλι, τόκας, τόπι, τουμπρούκ, τουτούν, φούσκουμα, φούσκωμα

μπουμπούνιγμα < bουbούνιγμα [2006]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνίδα [1931]

κάποιο ζουζούνι

μπουμπουνίζω [1835], μπουμπουνάω [1860], μπουμπουνίζου [1981], μπουμπουνιάζω < μπουμπουνιάζω [1987a], μπουμπνώ < bουb’νώ [2006]

βροντώ, αβρουντάω, βουντώ, βουουντώ, βροντάζω, βροντάου, βροντάω, βροντίζω, βροντού, βρουντάου, βρουντίζου, βρουντώ, πομπουρίζω, σβροντώ, σβρουντάου, σβρουντίζου, φροντώ

μπουμπουνισιά < bουbουνισιά [1918]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπούνισμα [1835], μπουμπούντζμα [1962c], μπουμπούνσμα < μπουμπούν’σμα [1964], μπουμπούντσμα < bουbούντ’σμα [1976]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνιτέ < μπουμπουνητέ [1987a]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνίτσα

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπουμπουνιχτιό

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνοκέφαλος [1931], μπουμπουνισμένος [1931]

βλ. μπουζουκοκέφαλος

μπούμπουνος [1966], μπούμπουνο

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνσταριό < μπουμπουν’σταργιό [1964]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουντσαρός < bουbουντσαρός [2006]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουντσταρός

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπουνώ, μπουμπνώ [1960b]

χτυπώ δυνατά

μπούμπουρα [1876a], μπουμπουριστά [2001b]

μπρούμυτα, αμπούμπουρα, αμπούρδου, αμπρόμπτα, απίκουπα, απίπκα, απίστομα, απίστουμα, απούκουπα, επίστομα, κούπα, μπιάκα, μπούρμπλα, μπρούμουτα, μπρούμτα, μπούρμπουρα, ομπρούμουτα, πίκπα, πίμιτα, πίπκα, πίστομα, πίστουμα, προύμουτα, ταμπούμτα

μπουμπούρα [2001b]

μέλισσα, κεντρίνα, λίλικας, μελεσίδ, μελισός, μέλισος, μέλτσα, μπουντζίσα, τζούνα

μπούμπουρας [1835]

βλ. μπάμπουρας (Vespa crabro)

μπουμπουρέα [1996b], μπουμπουροφωλέα [1996b]

φωλιά μπούμπουρα (μπάμπουρα)

μπουμπουρίζω [1931]

βουΐζω, βαβουριζω, ζουζουρίζω, σβουρίζω

μπουμπουρίζω [2001b]

πέφτω μπρούμυτα

μπουμπουροκωλιάζω [2001b], μπουμπουροκωλιώ [2001b]

καμπουριάζω, γκαμποριάζου, γκαμπουριάζου, γκαμπουρόνου γκριμπόνω, καμπουρόνου, καμπουρόνω, κατσουνιάζω, κατσουνόνω, κλαδιφτιριάζου, κουτρόνω, κουτσουμπιάζου, κουτσουμπίου, κουτσουπιάζω, σγουμπένω, σγουμπιάζω

μπουμπουρομένος < μπουμπουρωμένος [1996b]

αυτός που κουκουλώνει καλά το κεφάλι

μπουμπουρόμυαλος

αλαφρόμυαλος, άμυαλος, ανέμυαλος, ελαφρόμυαλος, κοκορόμυαλος, μικρόμυαλος

μπουμπουρόμυαλος [1864]

βλ. μπουζουκοκέφαλος

μπουμπουρούτα < bουbουρούτα [1976]

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπούμπους [1964], μπούμπος [2001a]

βλ. μπζαμπζάκους (η γούλα των πουλιών)

μπούμπους < bούbους [1964]

βλ. μπαμπούλας

μπούμπουσε < μπούμπουσε [1987a]

σπυρί, κανονικτία, νταλάκι, πουζί, πούμπουσε, πουρί, σπιθούρι, σπρι

μπουμπουσκάρα [1962c]

νιφάδα καλαμποκιού, τηγανισμένο κι ανοιγμένο καλαμπόκι (ποπ-κορν): μπουμπούφκα, μπουμπούλα

μπουμπουσούδι

βλ. μπούμπαρους (ζωγραφιά)

μπουμπουτζάνα [1946]

μεγάλη φωτιά για ζέσταμα ή γιορτή σε ξέφωτο: καλαφούνα, καλαφουνός, λαμπαρδίκα, λαμπάτα, λαμπατίνα, λαμπουρδία, λουμπάρδα, λουμπαρδία, μπαρμπαρόνα, μπαμπατούρα, μπαρμπατζούνα, μπομπούνα, μπορμπάνα, μπόρμπουτους, μπουμπούνα, μπουμπουνίτσα, μπουμπούτα, μπουμπουτούρα, μπουρμπάνα, μπουμπουρούτα, μπουντζανίδα, μπουρμπούνα, μπουρμπούτα, μπουρμπουρούτα, μπουρμπουτσίνα, στάβα, τζαμάλα, τζιαμάλα, τζιατζιαρούτα, τζιτζιουρίνα, τσιαμάλου, φάκλα, φλουνγκάρα, φουγκάρα, φουγκαρία, φουνάρα, φρουγκανία

μπουμπουτιά

βλ μπουρνελιά (Prunus insititia)

μπουμπουτίζου < bουbουτίζου [2006], μπουμπουτίζω

ποτίζω σιγά-σιγά

μπουμπουτούρα

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπουμπουτούρας

μπλαμπλάς (λογάς)

μπουμπουτσαλιά < bουbουτσαλά [2006]

κάποιο δέντρο

μπουμπουτσέδα

κάτι το μυτερό

μπουμπούτσης [1857], μπουμπούτσι

κάποιο στοιχειό

μπουμπουτσόλι

μικρός και στρογγυλός καρπός δέντρων ή θάμνων

μπουμπουτσούδι

καρπός που μοιάζει με μούρο

μπουμπουτώ, μπουμπουτίζου

βάζω ξύλα στη φωτιά

μπουμπούφκα [1972]

βλ. μπουμπουσκάρα (νιφάδα καλαμποκιού)

μπουμπουχταρός < bουbουχταρός [2006]

βλ. μπουμπουνητό

μπουμπτώ

βλ. μπαλίζω (ντουφεκίζω)

μπούμστος < μπουμ’στος [2001a]

πράγμα μεγάλο κι άχρηστο, που πιάνει τον τόπο

μπούνα

φρούτο που έχει παραγίνει

μπούνα [1964]

μούρο, γαζούλα, γκάζα, γκάσα, μορ, μόρι, μπαμπούσκα, ομούρο, παστάλα, σκάμνο, σκάμνου, σκατζούλα, συκάμινο, τουτ

μπουνασί

βλ. κουβέντα

μπουνατσάρισμα [1962a]

γαλήνεμα, μαϊνάρισμα

μπουνατσιασμένος [1931]

καλόκαιρος, καλοσυνάτος, ήσυχος

μπουνατσοβόλος [1931]

καλός καιρός, μπουνάτσα

μπουνέα [1864]

βλ. μπουνιά

μπουνέλι [1894], μπουνελία [1987a], μπουνελιά

βλ. μπουνιά

μπουνέλο

διάρροια (λόγιο), ευκοίλια (λόγιο), αχάμνιση, καγαρέλα, κολιανίτσα, κολιάντζα, κολιάντσα, κολιάτζα, κουλιάντζα, κουλιάντσα, κόψιμο, κόψιμου, κόψμου, λιμίτζιη, λουτσούν, πεπετσίδι, πιτινίκους, πούργα, ρέμα, ριπιτίγκος, ριπιτίδι, ριπιτίν, σούρδα, σούρδης, σούρτα, σούρτος, σούρτση, σποράκλα, σπορίκλα, σπούρα, σπούριγμα, τανούρα, τραφλάκια, τρεχατή, τσαρτσάλια, τσαρτσαλίδα, τσεριπιτσίλος, τσέρλα, τσέρλο, τσίλα, τσιλιακούρ, τσιλιάρης, τσιλιαριά, τσιλιό, τσιλίτς, τσίλταρους, τσίνσι, τσιούλταρους, τσιούρλα, τσιούρλια, τσιουρλιστός, τσίρλα, τσιρλιό, τσιρλιπιπί, τσιρλιπιτό, τσίρλους, τσνέλα, τσούρλα, φλάτο, χιμάρα

μπουνέλου [1946], μπουνέλα

βλ. μπουνταρέλος (πιρούνι)

μπούνες (οι) [1966]

καυχησιές

μπούνια

η φάσα (του ρούχου)

μπούνια τα [1964]

τα γύρω από το στόμα

μπουνιάζομαι <μπουνιάζομαι [1983b]

βλ. μπουμπουλαντίζου (περιδρομιάζω)

μπουνιάζου < μπουνιάζου [2010]

ξεχωρίζω το καλύτερο

μπουνιάξ

βλ. μπουνταλάς

μπουνίδι [1996b]

γροθίδι, γροθοκοπάνισμα, γροθοκόπημα, γροθοκόπι, γροθοκοπιά, γροθομπατινάδα, γροθομπούνι, γροθομπουνίδι, γρουθίδ, γρουθκόπμα, μπουχνίδι

μπουνίζου

θυμίζω σε έναν αχάριστο, κάποιο καλό που του είχα κάνει παλιά (του το κοπανάω)

μπουνίζω [1963], μπουνίζου, μπουνιάζω

γροθοκοπανίζω, βροτθίζω, βροτίτζω, βρουθέω, γροθιάζω, γροθίζου, γροθίζω, γροθοκοπανίζου, γροθοκοπανώ, γροθοκοπάω, γροθοκοπού, γροθοκοπώ, γροϊθιάζου, γροκτοκοπώ, γροτθίντζω, γροτθοκοπανίζω, γροτθώ, γροτίζω, γροτκίζω, γρουθιάζου, γρουθίζου, γρουθίζου, γρουθουκουπώ, γρουθουκπώ, δροθίζω, μπουχνιάζω, μπουχνίζω, χουρτάω, χουρτοκοπανίω

μπούνιο < μπούνιο [1874a]

πείσμα, γενάτι, γιανάτ, γινάτ, γινάτι, γινάτιν, γνατ, γνάτι, δεσπέτο, δινάτι, δινάτιν, δισπέτο, δνατ, ενάτι, ιγνάτι, ιμπρέτι, ινάκι, ινάτ, ινάτι, ινάτιν, ινατό, ινιάτ, μπρι, νάιτι, νατ, νεάτι, νιάτι, νιγέτ, ντεσπέτο, ποντίγιο, ποντίλιο

μπουνλούκ [1946]

μπολικιά (αφθονία)

μπουνμπούν

ψωμί, άντε, άρτος, άρτους, ψουμί

μπουνόβας [1960b]

βλ. μπουνάκης

μπούνος [1963]

βλ. μπουνιά

μπουνούκι

το πουλί Lanius senator: αετομαχολιάριζα, αετομάχος, αϊτομάχος, αϊτομάχους, ακριδομάχος, ατόμαχος, βαροκέφαλος, δαγκανάς, δαγκανιάρης, δαγκανιόρι, δαγκανιόρος, δαγκανούρα, δάγκας, δαγκόλιαρος, δάγκος, δάγκους, ζάγκος, κεφαλάς, κέφαλος, κοκινόδαγκος, κοκινοκεφαλάς, λιάριζα, λιάρος, μαυρομάτης, παρδαλόδαγκος, πελίστερος, πλουμίδης, τριγονολιάριζα, τσακτσιάς, τσαρουχάρης, τσαρουχοπάτης

μπουνσάδα < μπουν’σάδα [1988]

βλ. μπουνταλαλίκι

μπούντα

παλτό γυναικών με γούνα

μπούντα

υγρασία (λόγιο), ανάδκιον, ανεπαλιά, ανεότιση, βρέμα, γιουκία, γλάρα, δρόσος, ιγράδα, ιγρότη, μότσα, μότσιαλ, μούσγα, μούσγκα, νεμ, νέμια, νοδκιά, νοτ, νότη, νότια, νότους, ογρασά, πούντα

μπούντα < μπούdα [1964], μπούτα

βλ. μπουτινέλος (κάδη)

μπουντακιάζου < bουντακάζου [2006]

γεμίζω ρόζους (για δέντρο)

μπουντάκου < μπουντάκου [2006]

κωλαρού, φαρδοκόλα

μπουνταλάδα [2001b]

βλ. μπουνταλαλίκι

μπουνταλάδικος [1995]

ο τρόπος του μπουνταλά

μπουνταλαλίκι [1910], μπουδαλαλήκι [1835], μπουνταλίκι [1931]

κουταμάρα, χαζομάρα, βλακεία (λόγιο), μπουνταλάδα, μπουνταλέ, μπουνσάδα, μπούρλα

μπουνταλέ [2001b]

βλ. μπουνταλαλίκι

μπουνταλιά < μπουνταλιά [1931]

βλ. μπουνταλαλίκι

μπουνταλιάζω < μπουνταλιάζω [2001b], μπουνταλιώ < μπουνταλιώ [2001b]

γίνομαι μπουνταλάς, χαζεύω

μπουνταλίστικα [2001b]

κουτά, χαζά

μπουνταλοσύνη [1931], μπουνταλοσίν < μπουdαλοσύν [1962c]

βλ. μπουνταλαλίκι

μπουνταντανίζου

χτυπώ με δύναμη | κάνω φασαρία

μπουντάντες [1963]

λέγεται και μουντάντες, κάποιο σύνεργο του μαραγκού, για σκάλισμα του ξύλου

μπουνταρέλος < μπουνταρέλλος [1891f], μπουνταρέλι (το) < μπουταρέλια (τα) [2001c], μπουντανέλ (το) < μπουντανέλια (τα) [2008], μπουντανέλι

πιρούνι, βίλα, γκταρέλος, μπερούν, μπινέλ, μπινέλι, μπινέλο, μπινέλου, μπινιάλο, μπνέλου, μπονέλου, μπουνέλα, περόν, περόνι, περούνι, πίριον, πιρόν, πιρούν, πρόκα, πρότσα, προυν, τσιμπίι

μπουντελάρω

κοπιάζω

μπουντέλου < bουdέλου [2006]

κοντόχοντρη, ασκούπα, μπαντιάκου, φλάσκα

μπουντένι < μπουdένι [1966], μπουντένα [1966]

κιούπι για τυρί ή ελιές

μπουντζανίδα

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

μπουντζίσα [2001b]

βλ. μπουμπούρα (μέλισσα)

μπουντί [1709], μπουντιά [2001c]

βεράντα, μπαλκόνι, μπντι, μπντε, πουντί | το πεζούλι της ταράτσας, της βεράντας, της αυλής

μπουντιάζω < μπουντιάζω [1996b], μπουτιάζω < μπουτιάζω [1996b]

πουντιάζω, κρυολογώ (λόγιο), πονθιάζω, πουντιάζου

μπουντίζου [1988]

στρίβω τα κοτσάνια για να ωριμάσουν τα καρπούζια

μπουντίνα

η κρεμαστή κούνια (το παιχνίδι, όχι το κρεβατάκι του μωρού): αλιμακούνι, αλιμεκούν, ανεμοκούν, ανεμοκούνι, ανεμοκούνια, ανεμόκουνια, ανεμοκούνιν, ανιμόκνα, ανιμόκουνια, γκαγκανέβα, κούλιουρος, κουντουλιά, κουρναρέτα, κρεμαντούλα, κριμασταρά, μπέλα, τέμπουλο

μπουντίνο [1996b]

κάποιο γλυκό που γίνεται με αλεύρι, γάλα, βούτυρο, ζάχαρη, μέλι, αβγά, αμύγδαλα, σταφίδες και κανέλα

μπουντό [1903]

μεγάλη ντροπή

μπουντόβουλα [1987b]

παιδικό παιχνίδι που παίζεται με πέντε πετραδάκια ή βόλους: πεντόβολα, κίσκιντα, κότσια, πεντεγούλι, πεντεγούλια, πεντόβολο, πεντόπετρες, πιτρίτσι, πουντόβουλα, σβόλιαα, σγκουρμπαρλάκια, σκλινσκλιντράκι, χοντρόβολα

μπουντόνου < μπουdώνου [1962c], μπουντώ

κεντρίζω, τσιμπώ, αγκυλώνω, αγκαλόνου, αγκελόνω, αγκελούνου, αγκιλόνου, αντζελόνω, αντζελούκου, αντζιλόνω, ατζελόνω, ατζιλόνου, ατζλόνου, γκελόνω, γκιλόνω, εντζιλόνω, κεντίζω, κεντρίζω, κεντώ, κιντώ, νιματίζω, ντραβουλίζου, σιετώ, σιιτώ, σκεντρέζω, σφιγκόνου, σφιγκουντρώ, σφικουδρίζω, σφικουντρώ, τζελόνω, τζιλόνω, τζιμποκάβγω, τζινάω, τζινώ, τζλόνου, τζλόνω, τζουνίζου, τσελόνω, τσιγκλάου, τσιγκλάω, τσιγκλίζου, τσιγκλίζω, τσιγκλόνου, τσιγκλώ, τσικνίζου, τσιλόνου, τσιλόνω, τσιμπάου, τσιουμπάου, τσιουμπώ, τσιουφλάου, τσιτάω

μπούντος

βλ. μπουγιάνα (βαθούλωμα στον πάτο του ποταμιού)

μπουντουάρ [1961]

ιδιαίτερο δωμάτιο κυριών (λόγιο) | γαλλικό: boudoir

μπουντουβάνα

το πουλί Gallinula chloropus: κοκινομίτα, λουσίνα, νερόκοτα, νεροπούλα, νεροπουλάδα, ορνίθι, πουλάδα, πρασινοπόδαρη

μπουντουβάνα

το πουλί Rallus aquaticus: βουρλιάγκος, γλούνης, γλούνος, κιχραμόκοτα, κορίλα, λουσίνα, νεροκοκοτσέλα, νερόκοτα, νεροκοτσέλα, νεροπούλα, νεροπουλάδα, νεροπούλι, ορνίθι, ορτιγομίτρα

μπουντουγάλος

βλ. μπεντουάλης (χουβαρντάς)

μπουντούνι

βλ. μπουλντούμι (μαύρο λουκάνικο)

μπουντούρι

κάποιο μάλλινο υφαντό

μπουντουριά < μπουντουριά [1931]

μικράδα, μικροσύνη

μπουντούρου < bουdούρου [2006], μπουντιούρου < bουdιούρου [2006]

χοντροκομμένη κι αγαθιάρα

μπουντούτς, μπουτούτς

βλ. μπότης (κανάτα)

μπουντράκ < bουdράκ’ [1972]

κάποιο αγκαθωτό αγριόχορτο

μπουντρούκ

βλ. μπουγιουντρούκ (ο ζυγός του αλετριού)

μπουντρουμιάζω < μπουντρουμιάζω [1998]

φυλακίζω (λίγιο)

μπουντσαχείλας < bουντσαχείλας [2006], μπουτζαχείλας < bουτζαχείλας [2006], μπουτζουχείλας < bουτζουχείλας [2006], μπουρτζαχείλας < bουρτζαχείλας [2006]

χειλαράς, χειλάς, μπουζέλης, μπουραχίλας, μπούχιλας

μπουξαδόρος

βλ. μποξέρ

μπουουστάω

προσπαθώ (λόγιο)

μπούπλα

βλ. μπούκα (τα φύλλα που σκεπάζουν τον καρπό του καλαμποκιού)

μπουραζάνα [1931], μπουραζάνα < bουραζάνα [2006], μπουραζάνι, μπουραζάν

αντρική βράκα από μαλλί τράγου, φτιαγμένη στον αργαλιό

μπουραζάνι [1963]

βλ. μπουράσκα (καταιγίδα)

μπουραζάντς < bουραζάντς [2006]

τεμπέλης κι αργοκίνητος

μπουραζέρης [1934]

αδερφοποιτός, αδελφοποιτός, αδαρφουπιτός, αδερφοπτός, αδερφοφτός, αδερφοχτός, αδιρπουφτός, αδιρφουπτός, αδιρφουφτός, αδιρφουχτός, αδρεποφτός, αδρεφοπιτός, αδριπουπτός, αδριπουφτός, αδριφουπτός, αερφοπιτός, βλάμης, βλαμς, δερφοπιτός, μπραζέρης, μπρατίμος, μπράτιμος, μπράτμους, σταβραδέρφι, σταυραδερφός, ψιχαδερφός

μπουράζο [1996b]

σύνεργο του σιδερά

μπουράμα

το μισοχωνεμένο φαΐ μέσα στο στομάχι και τα άντερα του σφαγμένου ζώου

μπουράνα [1688]

& τανικάρ, κάποιο φυτό

μπουρανέλος [1963]

απατεώνας (λόγιο) | κακός ψαράς

μπουρανή [1966]

φαΐ με ψητή κολοκύθα

μπουρανί [1972], μπουρανή

χυλός από ανακατεμένα χόρτα, ψιλοκομμένα και πολύ βρασμένα | σπανακόρυζο

μπουρανί < bουρανί [1976], μπουρανιί < μπουρανί [1964],

μπριανί, σπανακόρυζο | πίτα με αγριόχορτα

μπουρανί < bουρανί [2006], μπουρανόπτα < bουρανόπ’τα [2006]

πίτα από καλαμποκάλευρο, με αγριόχορτα

μπουρανία

κοπριά από βουβάλια

μπουράς

πουρί, ίλαμος

μπούρας

πεισματάρης, ξεροκέφαλος

μπούρας [1962c], μπούρας < bούρας [1978]

γενναίος (λόγιο) | παλικαράς

μπουράσκα

τσάντα από δέρμα

μπουράτο

κάτι πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη

μπουράτο [1925]

ντενεκεδένιος κουβάς για κουβάλημα νερού

μπουράτου < bουράτου [2006], μπουράτο [2008]

άσπρο και φουσκωτό ψωμί

μπουραχείλας [1982]

βλ. μπουντσαχείλας (χειλαράς)

μπουραχίλα

αρρώστια - σπυριά στα χείλια των ζώων

μπουργάνα [1982]

το πιο μπάσο τέλι του ταμπουρά

μπουργέτο [1963], μπουρδέτο [1966], μπουρδετάδα [1966]

ψάρια μαγειρεμένα στο τηγάνι με πολλούς τρόπους | κακαβιά

μπουργιάκο < μπουργιάκο [1966]

βλ. μπουχαρί (καμινάδα τζακιού)

μπουργού [1874e]

το στενό του τέλος του ζουριά ή κάναλου (του ξύλινου σωλήνα, που κατεβάζει το νερό στο μύλο). λέγεται και: κολοβούτσι, κουλουβούτς, κουριάς, ποϊράς, ποριά, πριχούνι, προυχούν, προχόνι, προχούνι, σιφούνα, σιφούνι, σουφούνι, σφούγκι, σφουν, σφούνι, τζιμπόνι, τσφουν, τσφούνι

μπουργούδα [1982]

βλ. ματικάπι (τρυπάνι)

μπούρδα [1931]

αρλούμπα, μπαρούφα, μπαλάφα, μπόφκα, μπρόφκα, παπαρδέλα, παπαριά, σαχλαμάρα | γαλλικό: bourde

μπουρδάγαλι < μπουρδάγαλη [1983b]

βλ. μπάκολο-κουτούρλο (κουλουβάχατα)

μπουρδάλα [1874a]

& πουρδάλα, η χοντρή ρόγα σταφυλιού

μπουρδάρης [1996b]

κάποιος χορός

μπουρδάρου

βλ. μπιζούλα (πεζούλα)

 

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.