Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από αβ-αμ

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από αβ-αμ

1.3.2011

αβαέτι το

δοσίματα, επιδόματα

avait

τούρκικο

αβάζι το

η φωνή

avaz

τούρκικο

αβάζος ο

φωνακλάς, μεγαλόφωνος

avaz

τούρκικο

αβανάκης

βλάκας, αγαθιάρης, ανόητος

avanak

τούρκικο

αβανακλούκι

βλακεία, αγαθομάρα

avanaklık

τούρκικο

αβάνης

συκοφάντης, κακολόγος | άδικος

havan

αραβικό

αβανιά η | αβανία η

συκοφαντία, κακολογία | αδικία

avania

ιταλικό

αβάντα η

πλεονέκτημα | αθέμιτο κέρδος, κωλόκουρο | βοήθεια σε παράνομη πράξη

avantare

ιταλικό

αβαντάγιο το

κέρδος | θάρρος

avantagium

λατινικό

αβαντανλίκι το

το εργαλείο

avadanlık

τούρκικο

αβαντάριο το

σημειωματάριο

aventario

βενετσιάνικο

αβαντατζής ο

τρακαδόρος

avantacı

τούρκικο

αβάντζα η | αβάντσα η

προκαταβολή

avanzo

ιταλικό

αβαντζαδώρος

πιστωτής

avanzatore

ιταλικό

αβαντζάρω | αβαντσάρω | αβατζέρνω

υπερτερώ, πλειοδοτώ, αυξάνω

avanzare

ιταλικό

αβάντζο το | αβάντσο το

κέρδος, όφελος

avanzo

ιταλικό

αβάντζο το | αβάντσο το

πλεόνασμα

avanzo

ιταλικό

αβάντι | αβάντε

εμπρός

avanti

βενετσιάνικο

αβάρα

άπωσον

avara

τούρκικο

αβαραλούκι

αναδουλειά

avarelik

τούρκικο

αβαράρω

αποθώ πλοίο | αντιπιέζω

varare

ιταλικό

αβαράς

άπρακτος, αργόσχολος

avare

τούρκικο

αβαρία η

θαλασσοζημία

avaria

ιταλικό

αβαρίζι το | αβαρίτζι το

πολεμικός φόρος

avarız

τούρκικο

άβαρος

πλούσιος, τσιγκούνης, πλεονέκτης

avarus

λατινικό

αβελίδος

εξαντλημένος

avvilito

ιταλικό

αβελιμέντο  το

στεναχώρια | ανυπομονησία

avvelimento

ιταλικό

αβελίρω

παραζαλίζω

avellere

ιταλικό

αβελίρω

ξεφτιλίζω

avvilire

ιταλικό

αβεντόρος ο

πελάτης, αγοραστής

avventore

ιταλικό

αβεντούρα

συμφορά

aventura

ιταλικό

αβερτίρω

αναγγέλω, ειδοποιώ

avertir

βενετσιάνικο

αβέρτος

ανοιχτός, ευρύχωρος | ελεύθερος

averto

βενετσιάνικο

άβι το

κυνήγι

av

τούρκικο

αβιζαδόρος ο

κήρυκας

avvisatore

ιταλικό

αβιζάδος

ειδοποιημένος

avizado

βενετσιάνικο

αβιζαμέντο

αγγελία, παραγγελία, καταγγελία

avvisamento

ιταλικό

αβιζάρω

ειδοποιώ, ενημερώνω, παραγγέλω | νουθετώ

avisar

βενετσιάνικο

αβίζο το

είδηση, γνωστοποίηση

aviso

βενετσιάνικο

αβλαγάς ο

οικόπεδο κοντά στο σπίτι

avlağa

τούρκικο

αβλαμάς ο

καρτέρι, ενέδρα

avlama

τούρκικο

αβλαντίζω

κυνηγώ, παραμονεύω

avlamak

τούρκικο

αβόι

τόπι, μπάλα

avolio

βενετσιάνικο

αβοκάτος ο | αβουκάτος ο

δικηγόρος

avvocato

ιταλικό

αβόριο το

ελεφαντόδοντο

avorio

βενετσιάνικο

αβουκατλίκι το

δικηγορία

avukatlık

τούρκικο

αβτζής ο

κυνηγός

avcι

τούρκικο

αβτζιλίκι το

κυνήγι

avcılık

τούρκικο

αγάλδερ

μισθωτήριο κτήματος

galder

βενετσιάνικο

αγάλι & αγάλια

σιγά, σιγανά

eguale

ιταλικό

αγαλίκι

η εξουσία του αγά | η αρχοντιά

ağalık

τούρκικο

αγάντα

άντεχε, βάστα

agguanta

ιταλικό

αγαντάρω

συλλαμβάνω | βοηθώ | αντέχω

agguantare

ιταλικό

αγάρα

έχθρα, καβγάς

agara

ιταλικό

άγαρμπος

άκομψος, αδέξιος | ασκημομούρης, άσκημος | άνοστος, σαχλός | α + garbo (κομψότητα)

garbo

βενετσιάνικο

αγάς

άρχοντας, πρόκριτος, προεστός

ağa

τούρκικο

αγγούρι το

 το φυτό Cucumis sativus, δροσίτης, αμελέτητο, καστραβέτσι

agur

αραβικό

αγγούτικας ο

σβέρκος, λαιμός

akot'

σλάβικο

αγγρίφι το | αγκρίφι το

άγκιστρο | αγκάθι, αγκύλι | αγκίδα | απότομος βράχος

grifo

ιταλικό

αγερίνα η

η λεπτή άμμος του γιαλού

arena

ιταλικό

αγέρμανος ο

αγριόπαπια

germano

ιταλικό

αγιάζι το

δροσιά | παγωνιά | πάχνη | ξαστεριά

ayaz

τούρκικο

αγιάνης ο

προύχοντας, προεστός, πρόκριτος

âyan

τούρκικο

αγιάρι το

ρύθμιση, ρέγουλα | έλεγχος

ayar

τούρκικο

αγιαρντίζω

ξελογιάζω, παραπλανώ

ayartmak

τούρκικο

αγιλάκης ο | αϊλάκης ο

χασομέρης, τεμπέλης, ακαμάτης

aylak

τούρκικο

αγίλι το

μάντρα, χειμαδιό, στάνη, στρούγκα

ağıl

τούρκικο

αγιουτάντης ο

βοηθός | μαθητευόμενος | γραμματέας

aiutante

ιταλικό

αγιουτάρω

βοηθώ, ενισχύω, υποστηρίζω | ενθαρρύνω

aiutare

ιταλικό

αγιούτο το

βοήθεια, συνδρομή | κουράγιο | θάρρος

aiuto

βενετσιάνικο

αγκανάδος

οργισμένος, αγανακτισμένος

accanito

ιταλικό

αγκανάρω

εξαπατώ, συκοφαντώ | στεναχωρώ | εξαναγκάζω, καταπιέζω

ingannare

ιταλικό

αγκαρτώ

γκαρίζω

angırdım

τούρκικο

άγκαστα

επίτηδες

an kasden

τούρκικο

αγκέντες ο

μεσάζοντας, πράκτορας

agente

ιταλικό

άγκινας ο | αγκινάρι το | αγκίνι το

αρπάγη, γάντζος, τσιγκέλι | μπαστούνι

uncinus

λατινικό

αγκιόρνο

ενήμερα

a giorno

ιταλικό

αγκλαμίδα η

μικρό κουβάρι με νήμα

glomua

λατινικό

αγκλιά η

κουβάς, σίκλα, χαρκιά, μετάγγι, ανασυρτός | νεροκολοκύθα, φλασκί

anclare

λατινικό

αγκοράρω

αγκυροβολώ | εξασφαλίζομαι

ancorare

ιταλικό

αγκορέτα η

μικρή άγκυρα

ancoretta

ιταλικό

αγκούσα η

άσθμα, δύσπνοια | φούσκωση | καύσωνας | στεναχώρια

angossa

βενετσιάνικο

αγναεύω | αγνάρω | αγναντίζω

καταλαβαίνω, εννοώ

ağnamak

τούρκικο

αγντάς ο

χαλάουα | σιρόπι για γλυκό

ağda

τούρκικο

αγουστέλα η

είδος σύκου και είδος  απιδιού που ωριμάζουν τον Αύγουστο

agosto

ιταλικό

αγραβάνι το

το φυτό Ceratonia siliqua, χαρουπιά, καρουπιά, κουτσουπιά, κουντουριδιά, αγριοκερατιά, ξυλοκερατιά

erguvan

τούρκικο

αγραβάρω

επιβαρύνω | στεναχωρώ

aggravare

ιταλικό

αγράβιο το

φορολογία, επιβάρυνση

aggravio

ιταλικό

αγραμάς ο | αγραμάδα η

περίβολος | σωρός λιθάρια | κέντημα με κρόσσια

agraman

βενετσιάνικο

αγραμπαλώνω

γρατσουνίζω

grampa

ιταλικό

αδετούρης ο

ελεγκτής

auditore

ιταλικό

αζαλίκι το

το αξίωμα του αζά

azalık

τούρκικο

αζάμης

μέγιστος

âzam

τούρκικο

αζάπης  | άζαπος

ταλαίπωρος, δυστυχής | απεριόριστος | άγαμος | ατίθασος, άτακτος | ακροβολιστής του οθωμανικού στρατού

azap

τούρκικο

αζαρόλια η | αζαρόλα η | αζαρόλι το

Το δέντρο Crataegus azarolus, μεμετζιλιά, πέρκα, μπέρκα, κουδουμηλιά, αντρικοκιά

azzeruola

ιταλικό

αζάς ο

σύμβουλος, μέλος συμβουλίου επισήμων οθωμανικών οργάνων

aza

τούρκικο

αζάτης

ελεύθερος | άγαμος | ζόρικος

azat

τούρκικο

αζάτι το

απελευθέρωση, λύτρωση

azat

τούρκικο

αζατλής

ελευθερωμένος

azatlı

τούρκικο

άζι το

ευχή

arzu

τούρκικο

αζίκι το

φαγητό, προσφάγι

azık

τούρκικο

αζολέτα η

κουμπότρυπα

asoleta

βενετσιάνικο

άζουλα η

κόπιτσα

asala

βενετσιάνικο

αζούρα η

καούρα στο στομάχι

arsura

ιταλικό

αζούχι το

προμήθειες τροφίμων

azıklık

τούρκικο

αζουχλαεύω

προμηθεύω τρόφιμα σε ταξιδιώτη

azıklamak

τούρκικο

αΐδα η | αΐτα η | αγίτα η

βοήθεια, ενίσχυση | περίθαλψη

aida

βενετσιάνικο

αϊδάρι το | αϊδάριση η | αϊδάρισμα το

βοήθεια, αρωγή

aidar

βενετσιάνικο

αϊτάρω | αϊδάρω | αϊδέρνω

βοηθώ, επικουρώ

aitare

ιταλικό

ακατσία η

το φυτό Robinia pseudoacacia, ακακία

acacia

ιταλικό

ακιλής

μυαλωμένος, λογικός

akıllı

τούρκικο

ακίλι το

συμβουλή | νοημοσύνη

akıl

τούρκικο

ακιντές ο

γλύκισμα

akide

τούρκικο

ακιντζής ο

ιππέας του οθωμανικού στρατού

akıncı

τούρκικο

ακιστάρω

αποκτώ

acquistare

ιταλικό

ακίστο το

απόκτημα

acquisto

ιταλικό

ακομπανιαμέντο

συνοδεία μουσικού οργάνου

accopagnamento

ιταλικό

ακομπανιάρω

συνοδεύω

acompagnar

βενετσιάνικο

ακόντο το

λογαριασμός

acconto

ιταλικό

ακόντρα

αντίπρωρα

a contra

βενετσιάνικο

ακορδάρω

παρέχω, δίνω, βοηθώ

accordare

ιταλικό

ακόρντο

συμφωνία, αρμονία | συγχορδία

accordo

ιταλικό

ακορτζέρομαι

καταλαβαίνω, νιώθω, συναισθάνομαι

accorgersi

ιταλικό

ακοστάρω

πλευρίζω

accostare

ιταλικό

ακουαρέλα η

υδατογραφία

aquarela

βενετσιάνικο

ακουαφόρτε το

νιτρικό οξύ

acquaforte

ιταλικό

ακουζάρω

κατηγορώ, καταγγέλλω | προκαθορίζω

accusare

ιταλικό

ακουζάτορας ο | ακουζάτορος ο

κατήγορος, μηνυτής

accusatore

ιταλικό

ακουζάτος

κατηγορούμενος | προκαθορισμένος

accusato

ιταλικό

ακουμπέτι

τελικά, επιτέλους, τέλος πάντων, παρά ταύτα

akıbet

τούρκικο

ακουμπώ & ακουμπίζω

στηρίζομαι

accumbo

λατινικό

ακούτης ο

αυχένας

acuto

ιταλικό

ακούτος

οξύς, οξύτονος στη φωνή

acuto

ιταλικό

ακράνης ο

συνομήλικος, ισόβαθμος, φίλος

akran

τούρκικο

ακράπι το

σκορπιός

akreb

τούρκικο

ακταρμάς ο

μεταφορά, μετακόμιση, μεταφόρτωση | ανακάτεμα

aktarma

τούρκικο

ακταρντίζω | ακταρτίζω

μεταφέρω, μετακομίζω, μεταφορτώνω | ανακατεύω

aktarmak

τούρκικο

αλά

κατά τον τρόπο | κατά τη συνήθεια

alla

ιταλικό

άλα

εμπρός !

ala

βενετσιάνικο

αλαβία

αμέσως | στο δρόμο

alla via

ιταλικό

αλάβρες

μακάρι, ο θεός να δώσει

allah versin

τούρκικο

αλάγι το | αλάι το

πλήθος, σύνολο, πομπή, ακολουθία, σωρός

alay

τούρκικο

αλακάπα

αντίστροφα, αντίθετα | αδιάφορα | αιφνιδιαστικά

alla cappa

ιταλικό

αλακρέγκα | αλαγρέκα

σύμφωνα το ιουλιανό ημερολόγιο

alla greca

ιταλικό

αλαλούμ το

σύγχυση

ulalum

αραβικό

αλαμπάντα η

αναστάτωση, αναταραχή | απόπατος, αναγκαίο, πόρεψη, χρεία, μέρος, καμπινές, χαλές, χεστερή, χεζουριό, αποχωρητήριο

alla banda

ιταλικό

αλαμπάρδα η | αλαμπαρδόνα η

μακρύ δόρυ | άσχημο θηλυκό  | γυναίκα αλανιάρα

alabarda

ιταλικό

αλαμπουρνέζικα

ακαταλαβίστικα, παράξενα, αλλόκοτα

alla Livorno (Liburnum)

ιταλικό

αλαμπρατσέτα

αγκαζέ

a braccetto

ιταλικό

αλάνα η

πλατεία, ανοιχτός χώρος, ξέφωτο

alan

τούρκικο

αλάνης ο | αλανιάρης ο | αλάνι το

αλήτης, άνθρωπος της αλάνας

alan

τούρκικο

αλαντετούρα

κατευθείαν, ολόισια

alla addirittura

ιταλικό

αλάργα

μακριά, απόμακρα | αραιά | λίγο-λίγο

a la larga

βενετσιάνικο

αλαργάρω | αλαργεύω

απομακρύνομαι, ξεμακραίνω

alargar

βενετσιάνικο

αλαρμίζω

ενοχλώ, πειράζω, ταράζω

allarmare

ιταλικό

αλάρω

τραβώ με σκοινί, ρυμουλκώ

alare

ιταλικό

αλάς

ασπρόμαυρος | ποικιλόχρωμος

ala

τούρκικο

αλατζαλής | αλατζιάτικος

παρδαλός, πολύχρωμος

alacalı

τούρκικο

αλατζάς ο

πολύχρωμος | ύφασμα με πολύχρωμες ραβδώσεις και τετράγωνα | ρούχο από πολύχρωμο ύφασμα

alaca

τούρκικο

αλατζατζής ο

αυτός που υφαίνει αλατζάδες

alacaci

τούρκικο

αλάτη η

φτερούγα

alata

ιταλικό

αλατορίζω | αλατουριάζω

χρησιμοποιώ το γάλα και άλλου βοσκού, μαζί με των δικών μου ζώων, για να φτιάξω τυρί, συνεταιρικά

alleato

ιταλικό

αλάφι το

φλόγα

alaz

τούρκικο

αλάφι το

φλυαρία

lâf

τούρκικο

αλάχ ο

θεός

allah

τούρκικο

αλεγραμέντο το

η ευθυμία, η διασκέδαση, το κέφι

allegramento

ιταλικό

αλεγράρω | αλεγρίζω

διασκεδάζω, ευθυμώ, φτιάχνω τη διάθεση

allegrare

ιταλικό

αλεγρία η

ευθυμία, χαρά, κέφι | ελευθερία

allegria

ιταλικό

αλέγρος

εύθυμος, χαρούμενος, κεφάτος

alegro

βενετσιάνικο

αλεγροσύνη η

χαρά, ευθυμία | ζωηρότητα

allegrezza

ιταλικό

αλέμι το

σημαία, λάβαρο | κεφαλομάντηλο

alem

τούρκικο

αλέμι το

διασκέδαση, γλέντι

âlem

τούρκικο

αλένιος

κόκκινος

al

τούρκικο

αλέστα

πρόθυμα, προσεκτικά, έτοιμα | αμέσως, γρήγορα

alla lesta

ιταλικό

αλεστάρω

προετοιμάζω, παρασκευάζω

allestare

ιταλικό

αλέστος

πρόθυμος, έτοιμος | ευκίνητος, γρήγορος

alesto

βενετσιάνικο

αλέτι το

εργαλείο, μαραφέτι

alet

τούρκικο

αλητάμπουρας

αλήτης + berrü (άντρας)

berrü 

αλβανικό

αλί | άλικος

κόκκινος

al

τούρκικο

αλιάδα η

σκορδαλιά

agliata

ιταλικό

αλιβερντίζω

αγοράζω για άλλον | προμηθεύω φτηνά

alıvermek

τούρκικο

αλιγαδούρα η

σχοινί φτιαγμένο από λυγιά, λυγαριά, λύγο

ligatura

ιταλικό

αλικοντίζω | αλικοντεύω

εμποδίζω, παρεμποδίζω | καθυστερώ | μεταπείθω, αποτρέπω

alıkoymak

τούρκικο

αλιμέντο το

διατροφή διαζυγίου

alimento

ιταλικό

αλιμπαρταρω

αναποδογυρίζω

ribaltare

ιταλικό

αλιμπερτά

ελεύθερα, απεριόριστα | ζώα που βόσκουν χωρίς τσοπάνη,

liberta

τούρκικο

αλιμπερτός

ανελεύθερος

liberto

τούρκικο

αλιντίζω

θίγομαι | παραφέρομαι | κυριεύομαι | σκιρτώ

alınmak

τούρκικο

αλισβερίσι το

δοσοληψία, συναλλαγή, νταραβέρι

alιşveriş

τούρκικο

αλισίβα η | αλισία η

σταχτόνερο, θολόσταχτη, αθουδιά, κατασταλαχτή, κατασταλαή, κατενή, πιπιλιά

lissia

βενετσιάνικο

αλκόβα η

εσοχή στον τοίχο με διαχωριστική κουρτίνα

alcova

ιταλικό

αλμάγκο

τουλάχιστον, τέλος πάντων, επί τέλους

almanco

ιταλικό

αλμένο

τουλάχιστον

almeno

ιταλικό

άλμπα η

χάραμα

alba

βενετσιάνικο

αλμπάνης ο

πεταλωτής

nalbant

τούρκικο

άλμπουρο το

κατάρτι

arboro & alboro

βενετσιάνικο

αλουμίνι το

λουμίνι, φυτίλι για καντήλι

lumin

βενετσιάνικο

αλπακάς ο

είδος λεπτού μάλλινου υφάσματος

alpaca

ισπανικό

αλταμάρω

κλυδωνίζομαι χωρίς να προχωρώ σε πλοίο | βαδίζω αργά με ζωηρές κινήσεις

alto mare

ιταλικό

αλτάνα η

παρτέρι με λουλούδια | πρασιά | ζαρτινιέρα | γλάστρα

altana

βενετσιάνικο

αλτάρι το | αλτάρε το

το άγιο βήμα, η αγία τράπεζα

altare

ιταλικό

αλτεράρομαι

συγχύζομαι, ταράζομαι

alterare

ιταλικό

άλτο | αλτάδο

το ύψος του διχτυού

alto

ιταλικό

άλτος

ψηλός | φημισμένος, δοξασμένος, ευγενής | πολύ μακρινός

altus

λατινικό

άλτσα η

κομμάτι δέρματος ή ξύλου στο ψίδι του καλαποδιού | σίδερο στις άκρες της σόλας των παπουτσιών, στις φτέρνες ή στις μύτες

alzo

ιταλικό

αλτσάκης

τιποτένιος, κάθαρμα

alçak

τούρκικο

αμάγκο

τουλάχιστον

almanco

ιταλικό

αμάδα η

πέτρα πλακουτσωτή σα δίσκος | μεγάλος σκληρός βόλος | μεγάλος σκληρός σβόλος

al matt

ιταλικό

αμάκα η

τράκα, τσάμπα | αρπαγή, κλεψιά

a maca

βενετσιάνικο

αμάν

επιφώνημα για λύπη, στεναχώρια | θαυμασμό, έκπληξη | έλεος

aman

τούρκικο

αμανάτι το | αμανέτι το

παρακαταθήκη, ενέχυρο | φροντίδα ατόμου | ταχυδρομικό δέμα

emanet

τούρκικο

αμανές ο

αργόσυρτο παραπονιάρικο τραγούδι | δίστιχο που διαβάζουν στον κλήδονα

emane

τούρκικο

αμανετζής o

ιδιωτικός ταχυδρόμος

emanetaçi

τούρκικο

αμέλι το

πράξη, ενέργεια

amel

τούρκικο

αμέντε

λάβε τα μέτρα σου | έχε κατά νου

a mente

βενετσιάνικο

αμέτι-μουχαμέτι

πεισματικά

amet muhabbet

τούρκικο

άμια η

θεία

amia

βενετσιάνικο

αμίκος ο

φίλος

amico

ιταλικό

αμίρα η

στόχαστρο

mıra

ιταλικό

αμιράλης ο

ναύαρχος

amiral

τούρκικο

αμιράλιος ο | αρμιράγιος ο

ναύαρχος

amiraglio

βενετσιάνικο

αμιράς | αμίρης ο

άραβας άρχοντας | αρχηγός

amir

αραβικό

άμιτο το

κεφαλομάντηλο

ammitto

ιταλικό

αμολάρω | αμολέρνω | αμολώ

αφήνω, εγκαταλείπω | ελευθερώνω | φεύγω | χαλαρώνω

ammollare

ιταλικό

αμόντε

μάταια, ανώφελα | χαμένα

a monte

ιταλικό

αμοράτος

εραστής

amorato

ιταλικό

αμόρε το

έρωτας, αγάπη | εραστής ή ερωμένη

amore

ιταλικό

αμορίδα η

αγαπητικιά, φιλενάδα, γκόμενα, ερωμένη

amoretto

ιταλικό

αμορίζω

έχω ερωμένη

amoreggiare

ιταλικό

αμορίλα η

τεμπελιά | ανικανότητα | κακοτυχία

mora

ιταλικό

αμορόζα η

περίδεσμος των ιστίων, ακροδέα

borose

βενετσιάνικο

αμορόζα η

ερωμένη, αγαπητικιά, γκόμενα

amorosa

ιταλικό

αμορόζος ο

εραστής, αγαπητικός, γκόμενος

amoroso

βενετσιάνικο

άμουλα η

μπουκάλι, φιάλη

amola

ιταλικό

αμπαζούδα η

κυρία

božur'

σλάβικο

άμπακας ο | άμπακος ο

αβάκιο | άμμος | πλήθος πραγμάτων | μεγάλη ποσότητα φαγητού | σοφός

abbaco

ιταλικό

αμπακίστας ο

λογιστής

abachista

ιταλικό

αμπαλάρω

συσκευάζω

abballare

ιταλικό

αμπανόζι το | αμπανός ο

έβενος

abanoz

τούρκικο

αμπαντάρω

εκτιμώ, προσέχω

abbadare

ιταλικό

αμπαντονάρω | αμπαντονεύω

αφήνω, εγκαταλείπω, παρατώ | παραμελώ

abandonar

βενετσιάνικο

αμπάρα η

σύρτης, μάνταλος, μαναβέλα, περάτης, καντινάτσο, σίδερο

barra

ιταλικό

αμπάρι το

αποθήκη ξύλινη ή χτιστή για φύλαξη αγροτικών προϊόντων | το κύτος του πλοίου

ambar

τούρκικο

αμπάριζα η

παιδικό παιχνίδι, λέγεται και έμπατος ή καλές ή σκλαβάκια

ambarezë

αλβανικό

αμπαρτζής ο

αποθηκάριος

ambarcı

τούρκικο

αμπάς ο

χοντρό μάλλινο ύφασμα | χοντρή μάλλινη κάπα βοσκών και αγροτών

aba

τούρκικο

αμπασά η

διάβαση, μπάσιμο

passada

βενετσιάνικο

αμπασάδα

δουλειά, θέλημα | παραγγελιά

ambassada

βενετσιάνικο

αμπασαδόρος

αγγελιαφόρος, αποκρισάριος | αυτός που κάνει το θέλημα, τη δουλειά | εργάτης

ambassador

βενετσιάνικο

αμπάσο

χαμηλά, κάτω

abbasso

ιταλικό

αμπάστα η

σχεδιασμένη ραφή

basta

ιταλικό

αμπατζής

αυτός που φτιάχνει ή πουλάει αμπάδες

abaci

τούρκικο

αμπελέτσα

παίρνω το παιδί στην πλάτη, καλικούτσα, όπαλα, αγκάνια

amplesso

ιταλικό

αμπέρι το | αμπεριά η

το φυτό Acacia farnesiana γαζία, γαντζία

amber

τούρκικο

αμπιτάδος

κατοικημένος

abitado

βενετσιάνικο

άμπιτο το

νυφικό, φουστάνι πολυτελείας, βελέσι

abito

βενετσιάνικο

αμπλά η

μεγαλύτερη αδερφή | θεία, άμια | σεβαστή ηλικιωμένη

abla

τούρκικο

αμπλάκης ο

αμούστακος νεαρός | αγαθός | βλάκας

ablak

τούρκικο

αμπντέστι το

Το πλύσιμο του μουσουλμάνου πριν προσευχηθεί

abdest

τούρκικο

αμπονάδα η

θέση κλεισμένη, προσωπική

abonar

βενετσιάνικο

αμπονάτος

τακτικός επισκέπτης | εκμισθωμένος | όνομα κόκκινου πετρόψαρου

abonato

βενετσιάνικο

αμπονόρα

νωρίς

bonora

βενετσιάνικο

αμπουγάδα η

μπουγάδα

bugada

βενετσιάνικο

αμπούλα η | άμπουλα η

μποτίλια, μπουκάλι, φιάλη

ampulla

λατινικό

αμπουριάζω | αμπουρίζω

αχνίζω, ατμίζω

abureádzà

βλάχικο

αμπουρνελιά

το δέντρο Prunus domestica, μπουρνελιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά, τζανεριά, κουμηλίά

brunella

ιταλικό

άμπουρος ο | άμπουρας ο | άμπρος ο

ατμός, αχνός

aburu

βλάχικο

άμπρα η | άμπαρι το | άμπαρο το

ήλεκτρο, κεχριμπάρι | εξαιρετική μυρουδιά

ambra

ιταλικό

αμπράζης ο

καχεκτικός | βάναυσος | άτακτος

ebras

αραβικό

αμπράκαμος ο

χάντρα κεχριμπάρι | το κολιέ, το περιδέραιο

ambracane

ιταλικό

άμπρα-κατάμπρα

«μαγική» λέξη

abracadabra

ιταλικό

αμπρακώνω

βάζω κάτω από τη μασχάλη

imbracciare

ιταλικό

αμπρατσάρω

αγκαλιάζω

abrazzar

βενετσιάνικο