Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από αν-αχ

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από αν-αχ

1.3.2011

 

αναβαντάγιο το

παράρτημα, πρόσθεμα

avvantaggio

ιταλικό

ανακαράς ο

μουσικό όργανο

nakkare

τούρκικο

αναμουρεύω

μουσμουρεύω, γοητεύω, ερωτεύομαι

innamorare

ιταλικό

αναμπουμπούλα η | αναμπαμπούλα η 

ανακατωσούρα | αναστάτωση | σύγχυση | ταραχή

ala babula

βενετσιάνικο

αναντάμ-μπαμπαντάμ

από παλιά (από μάνα και πατέρα), από καταγωγή

anadan babadan

τούρκικο

ανασόνι το | ανασονιά η

το φυτό Pimpinella anisum, γλυκάνισο, άνισο

anason

τούρκικο

αναφακάς ο

διατροφή διαζυγίου

nafaka

τούρκικο

αναφιλά

μάταια, άσκοπα, τσάμπα

nafile

τούρκικο

ανελέντο το

αρνάκι

agnelletto

ιταλικό

ανελέτα η

στρογγυλό σκουλαρίκι | διάτρητο στρογγυλό κόσμημα | η βέργα, το χέρι του κανταριού | το μάσκουλο του παράθυρου

anelletta

ιταλικό

ανέλο το | ανέλα α

ο μεγάλος κρίκος της άγκυρας | ο κρίκος του λουριού στο όπλο

anelo

βενετσιάνικο

ανίλα η

νίλα, ζημιά, παίδεμα

anilia

βλάχικο

άνιμα η

ψυχή

anima

ιταλικό

ανουνσιάζω

αναγγέλω

annunziare

ιταλικό

αντακόνω | αντακιάζω

αρχίζω κάτι

antaccare

ιταλικό

ανταλέτι το

δικαιοσύνη

adalet

τούρκικο

ανταλής ο

νησιώτης

adalι

τούρκικο

αντάμης ο

πραγματικός άνθρωπος | αντρειωμένος, γενναίος

adam

τούρκικο

αντάντε

αργά

andante

ιταλικό

αντάρε

πηγαίνω

andar

βενετσιάνικο

αντάσορας

μετά ταύτα

andan sonra

τούρκικο

αντάτζιο

αργά

adagio

ιταλικό

άντε | άιντε

εμπρός | πηγαίνετε

haydi

τούρκικο

αντένα

κεραία | γαστροκνημία ή αγκούλα

antena

βενετσιάνικο

αντενάτος ο

πρόγονος

antenato

βενετσιάνικο

αντερί το

μακρύ αντρικό φόρεμα | κελεμπία | εσώρουχο του παπά

entari

τούρκικο

αντετά

κατάλληλα, ταιριαστά

adatto

ιταλικό

αντέτι το

έθιμο, συνήθειο

âdet

τούρκικο

άντζα | άντζακι

μόλις | σπάνια

ancak

τούρκικο

άντζα η | άντσα η

κνήμη, καλάμι | γαστροκνημία, αγκούλα, γάμπα | πέλμα, χοιρομέρι

ancia

λατινικό

αντζίνα η

συνάχι, φαρυγγίτιδα

angina

ιταλικό

αντζούγια η

παστός γαύρος | χαψί

acciuga

ιταλικό

αντζούρι το | αντσούρι το

το φυτό Cucumis sativus, ξυλάγγουρο

acur

τούρκικο

αντιβινιαριστικά

κατ’ εικασία

indivinare

ιταλικό

αντίδι το

το φυτό Cichorium endivia, πικρομάρουλο, ρίτσα, ήμερο ραδίκι

intubus

λατινικό

αντίκα η

παλιό αντικείμενο αξίας

antica

ιταλικό

αντικάμαρα η

προθάλαμος

anticamara

βενετσιάνικο

αντίκος

παλιός, αρχαίος

antico

ιταλικό

αντίο

αποχαιρετισμός

adio

βενετσιάνικο

αντρές ο | αντρέ το

διάδρομος σπιτιού

antrata

ιταλικό

άντσι

αντιθέτως

anzi

βενετσιάνικο

αξαμάρι το | άξαμο το

μέτρο

examen

λατινικό

αξάμι το

σούρουπο, βραδάκι

akşam

τούρκικο

αξίγκι το | αξούγκι το

ξίγκι

axungia

λατινικό

απαλαρέα η

πιάτο, γαβάθα

apallarea

λατινικό

απαντονιάρω | απαντώ

υποχωρώ, απαυδίζω

abbandonare

ιταλικό

απαράρω

προστατεύω, προφυλάσσω

parare

ιταλικό

απαράτο το

φαινόμενο | συμβάν, γεγονός

apparato

ιταλικό

απαρθενεύω

ανήκω | μου χρειάζεται

appartenere

ιταλικό

απαρταμέντο το

διαμέρισμα

appartamento

ιταλικό

απελάρω

κάνω έφεση

appelare

ιταλικό

απένα

μόλις, λίγο πριν

a pena

βενετσιάνικο

απερτούρα η

ευκαιρία

apertura

ιταλικό

απίκο | απίκου

κάθετα | επί τόπου | έτοιμα | αμέσως | ακριβώς | πρόθυμα

a pico

βενετσιάνικο

απλάδενα η | απλάδα η

πλαδένα, πιατέλα, πιατέρα, πινακιά, τσανάκα

piadena

βενετσιάνικο

αποσίμπελο

πιθανό

possibile

ιταλικό

απόστα

επίτηδες

aposta

βενετσιάνικο

αποστάρω

ξανοίγω, παραμονεύω

appostare

ιταλικό

απούντο

ακριβώς, στην ώρα του

appunto

ιταλικό

Απρίλης ο

 ο τέταρτος μήνας του χρόνου

Aprilis

λατινικό

απροπόζιτιο

επί τη ευκαιρία

a proposito

βενετσιάνικο

απτάλης

χαζός, κουτός, βλάκας

aptal

τούρκικο

άρα η

δίχτυ για πιάσιμο μικρών πουλιών

ara

βενετσιάνικο

αραγκιό το

το σωστό | η κοινωνική θέση | η σειρά

a ragione

ιταλικό

αραγκιονάδος

σωστός | δίκαιος

ragionato

ιταλικό

αράδα η, αράδι το

σειρά, στοίχος | γραμμή | κατάσταση

arada

βενετσιάνικο

αραλίκι το

χαραμάδα, χαραγματιά, ρωγμή, σχισμή | χουζούρι, ξεκούραση | ησυχία 

aralιk

τούρκικο

αραμπάς ο

κάρο, αμάξι

araba

τούρκικο

αραμπατζής ο

αμαξάς, καροτσέρης

arabacι

τούρκικο

αραμπούπλιακο το

αναστάτωση, οχλοκρατία

repubblica

ιταλικό

αραντέβω | αραέβω | αραντίζω

γυρεύω, αναζητώ, ζητώ, ερεθνώ

aramak

τούρκικο

αράντισμα το

ψάξιμο, αναζήτηση, έρευνα

arama

τούρκικο

Αράπης ο

νέγρος, μαύρος

Arap

τούρκικο

αραστάς ο

δρόμος με ομοειδή μαγαζιά

arasta

τούρκικο

αργανέλο το

αγκυροσπάστης, βαρούλκο

arganello

ιταλικό

αργάτα η

αγώνας ταχύτητας

argata

ιταλικό

αργεντός

αργυρός, ασημένιος

argenteus

λατινικό

αργιλές ο

ναργιλές

nargile

τούρκικο

αρδίνι το

σειρά κλημάτων

redina

σλάβικο

αρεδόσο το

απάνεμο μέρος, αξανεμιά, ανεμοσκεπή

redosso

βενετσιάνικο

αρέκια η

είδος λαϊκού τραγουδιού

rechia

βενετσιάνικο

αρένα η

άμμος, αμμουδιά

arena

ιταλικό

αρεστάδος

κρατούμενος

arrestato

ιταλικό

αρεστάρω

συλλαμβάνω

arrestare

ιταλικό

αρέστο το

σύλληψη, κράτηση

arresto

ιταλικό

αρέτα η

μέρος του πλοίου

aretta

ιταλικό

αρζουχάλι το

αίτηση ή αναφορά προς της αρχές | ραδιουργία

arzuhal

τούρκικο

άρι το

φιλότιμο | ντροπή

ar

τούρκικο

άρια η

μορφή, σχήμα | αέρας | τραγουδάκι | μουσικός ήχος

aria

βενετσιάνικο

αριάνι το | αϊράνι το

ξινόγαλο

ayran

τούρκικο

αριβάρω

φτάνω, έρχομαι | σώνω | καταντώ | καταπλέω

arivar

βενετσιάνικο

αριβεντέρτσι

στο επανιδείν

arrivederci

ιταλικό

αρίγκα η

ρέγκα

aringa

ιταλικό

αριλής

φιλότιμος  | γενναίος

ar

τούρκικο

αρισμάρης ο

το φυτό Rosmarinus officinalis, δεντρολίβανο, διοσμαρίνι

rosmarino

ιταλικό

αρίτσιος ο

σκατζόχειρος

aričiu

βλάχικο

άρκα η

τάφος, μνήμα

arca

λατινικό

αρκαντάσης ο | αρκαντάσι το

φίλος, σύντροφος

arkadaş

τούρκικο

αρκαντασλίκι το

φιλία, συναναστροφή, συντροφιά

arkadaşlık

τούρκικο

αρκάς ο

νώτα, ράχη, πλάτη | το πίσω μέρος

arka

τούρκικο

αρκάτος ο

πεζοπόρος χωρίς αποσκευές | αζάτης

arcatus

λατινικό

αρκίβιο το

αρχείο

archivio

βενετσιάνικο

αρκιμπούζι το

τουφέκι

archibugio

ιταλικό

άρκλα η

τάφος, μνήμα

arcula

λατινικό

άρκλα η | άρκουλα η

ντουλάπι | κιβώτιο, δοχείο | συρτάρι | τάφος, μνήμα

arcula

λατινικό

αρκομάντο το

επιχείρημα, τεκμήριο

argomento

ιταλικό

αρκουμπούζο το | αρκιμπούζι το | αρκεβούζιο το

παλιό πολεμικό όπλο

arcobugio

βενετσιάνικο

αρλανεύκουμαι

ντρέπομαι

arlanmak

τούρκικο

αρλία η

δεισιδαιμονία

arlia

ιταλικό

αρλούμπα η

σαχλαμάρα, κουταμάρα, ανοησία

burla

ιταλικό

άρμα η

οικόσημο | γένος | μάντρα ζώων | όπλο

arma

βενετσιάνικο

αρμαγάς ο | αρμαγάδα η

δώρο, χάρισμα, πεσκέσι

armağan

τούρκικο

αρμάδα η

πολεμικός στόλος

armada

βενετσιάνικο

αρμαδόρος

αυτός που ράβει τα πανιά και βρίσκει  τα αναγκαία εξαρτήματα για το πλοίο

armador

βενετσιάνικο

αρμαδούρα η

η σκαλμοδόκη του πλοίου | εργαλειοθήκη του μαραγκού

armadura

βενετσιάνικο

αρμαμέντο το

πολεμικό πλοίο | ελαφρύ όπλο | κάθε χρήσιμο αντικείμενο

armamento

ιταλικό

αρμάνι το

δάσος, λόγγος, ρουμάνι

orman

τούρκικο

αρμάρι το

οπλοθήκη | ντουλάπι | ρουχοθήκη

armario

βενετσιάνικο

αρμάτα η

πανοπλία | πολεμικός στόλος | τα γυναικεία στολίδια | ακριβά ρούχα

armada

βενετσιάνικο

αρματώνω

εξοπλίζω

armare

ιταλικό

αρμόνικα η

φυσαρμόνικα

armonica

ιταλικό

αρμούτι το

απίδι, αχλάδι

armut

τούρκικο

άρμπα η

χάραμα

alba

ιταλικό

αρμπακανέλα η

το φυτό Pelargonium fragrans, κανέλα

erba canela

βενετσιάνικο

αρμπαρόριζα η | αλμανόριζα η | αρμπιρόλα η

φυτό Pelargoniun roseum, μοσχομολόχα

erba rosa

ιταλικό

αρμπεντές ο

τσακωμός, καυγάς, φασαρία

arbede

τούρκικο

άρμπουρο το

κατάρτι

arboro & alboro

βενετσιάνικο

Αρναούτης ο

Aρβανίτης, Αλβανός

Arnavut

τούρκικο

αρντίτσι το | αρδίτσι το

το δέντρο Juniperus communis, αγριοκυπαρίσσι

ardıç

τούρκικο

αρόδο

παραμονή του σκάφους έξω από το αγκυροβόλιο | μακριά, αλάργα

arodo

βενετσιάνικο

άρπα η

έγχορδο μουσικό όργανο

arpa

ιταλικό

άρπεζα η

σιδερένιο δοκάρι οικοδομής

arpese

βενετσιάνικο

αρσανάς ο | αρσενάς ο

ταρσανάς, ναυπηγείο

arzana

βενετσιάνικο

αρσάρα η

μικρή πόρτα

artera

ιταλικό

αρσίζης

αδιάντροπος, αναιδής, θρασύς, αναίσχυντος, ξετσίπωτος, αισχρός

arsız

τούρκικο

αρσιζλαεύω

φέρομαι αδιάντροπα, ξετσίπωτα

arsızlaşmak

τούρκικο

αρσιζλίκι το | αρσιζιά η

αδιαντροπιά, αναίδεια, θρασύτητα, αναισχυντία, ξετσιπωσιά | πονηριά

arsızlık

τούρκικο

αρτελαρία η

πυροβολικό

artelaria

βενετσιάνικο

αρτένα η

το πουλί Puffinus cinereus | άπληστος άνθρωπος

arten

ιταλικό

αρτζεντίνα η

λουλούδα, ξελογιασμένη, φιλήδονη γυναίκα

arzentina

βενετσιάνικο

αρτζουαλτζής ο

γραμματικός, αιτησιογράφος artillerie artiglieria

arzuhalci

τούρκικο

αρτζουχάλι το | αρτζουάλι το

αίτηση

arzuhal

τούρκικο

αρτίκ

πια, πλέον

artık

τούρκικο

αρτιλιέρης ο

πυροβολητής

artigliere

ιταλικό

αρτιμάς ο | αρτίρντισμα το

αβγάτισμα,  αύξηση, πολλαπλασιασμός

artıma

τούρκικο

αρτιντίζω | αρτιρίσκω | αρτουρεύω | αρτερίζω

αυγατίζω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω

artımak

τούρκικο

αρτίστας ο

καλλιτέχνης

artista

βενετσιάνικο

αρτσέντο

καυτερό

arzente

ιταλικό

αρτσέρα η

φεγγίτης

arciera

ιταλικό

ασαλίρω

εφορμώ

assalire

ιταλικό

ασβέλτο

γρήγορα

svelto

ιταλικό

ασβός ο | ασβούνι το

το θηλαστικό Meles taxus, άρκαλος

jazv’

σλαβικό

ασγαβάδα η

τρέτουλας | παιδικό παιχνίδι, αλλού λέγεται σβούρος

sgambada

βενετσιάνικο

ασένιο

σύμφωνα, εντάξει, όπου πρέπει

a segno

ιταλικό

ασής ο

αποστάτης, αντάρτης, κινηματίας, στατιαστής

asi

τούρκικο

ασιακιαρέ

φανερά, ανοιχτά

aşikâre

τούρκικο

ασίκης ο

εραστής, αγαπητικός | βάρδος

aşιk

τούρκικο

ασίκι το

κότσι, αστράγαλος

aşιk

τούρκικο

ασικλίκι το

ερωτικό | κομψότητα | προκλητικότητα | παλικαριά

aşιklιk

τούρκικο

ασιλά

ποτέ, ουδέποτε

asla

τούρκικο

ασιλίκι το

αρχοντιά, ευγενική καταγωγή

asillik

τούρκικο

ασίλιος

πραγματικός

asıl

τούρκικο

ασιναλίκι το

γνωριμία | συναναστροφή

aşınaklık

τούρκικο

ασίνο το

γαϊδούρι

asino

ιταλικό

ασιχτίρ

α γαμήσου!

siktirmek

τούρκικο

ασκαρντί

παρά λίγο

az kardı

τούρκικο

ασκέρι το

στρατός

asker

τούρκικο

ασκουλσούν

μπράβο, εύγε

aşkolsun

τούρκικο

ασλάνι το

λιοντάρι

aslan

τούρκικο

ασμάς ο

κληματαριά, κλήμα

asma

τούρκικο

άσος ο

άξονας του κάρου

asso

βενετσιάνικο

ασουρές ο

είδος γλυκίσματος με στάρι και σταφίδες, βαρβάρα

aşure

τούρκικο

ασπάσο το

περίπατος

a spasso

βενετσιάνικο

ασπετάρω

περιμένω

aspetar

βενετσιάνικο

άσπρο το

παλιό οθωμανικό νόμισμα

aspra

λατινικό

άσπρος

λευκός

asper

λατινικό

άστα η

δοκάρι, κοντάρι για σημαία

asta

ιταλικό

άστα η

το κοντάρι της σημαίας | το ξύλο της απόχης | κυρτό ξύλο της πλώρης | ο απόλυτος πλειστηριασμός

asta

ιταλικό

αστάρι το

φόδρα ρούχων | επίστρωση, επικάλυψη | πρώτη βαφή

astar

τούρκικο

ασταρλίκι το

υλικό κατάλληλο για φόδρα

astarlık

τούρκικο

ασταρτζής ο

κατασκευαστής ή πωλητής ασταριών

astarcı

τούρκικο

ασταρώνω

φοδράρω

astarmak

τούρκικο

αστούτος

πονηρός

astuto

ιταλικό

αστράχα η | αστρακιά η

στρέχα & οστρέχα | ακρόστεγο, γείσο | υδρορροή στέγης, ρέντα | κενό κάτω από τη στέγη, ανακάλυβο, περίπατος

straha

σλάβικο

ατακάρω

κολλώ

atacar

βενετσιάνικο

ατέντος

προσεκτικός, έτοιμος

atento

βενετσιάνικο

ατζαμής ο

αδέξιος, αρχάριος, πρωτάρης

acami

τούρκικο

ατζαμλίκι το | ατζαμωσύνη η

αδεξιότητα, αδεξιότητα, απειρία

acemilik

τούρκικο

άτζαμπα | άτζεμπα | άζμπα

άραγε, τάχα, μήπως

acaba

τούρκικο

ατζαρντάρω

τολμώ

azardar

βενετσιάνικο

ατζάρντο το

κίνδυνος, τόλμη

azardo

βενετσιάνικο

ατζελές ο

βιασύνη, φούρια

acele

τούρκικο

ατζέμικος

πέρσικος

Acem

τούρκικο

ατζέμ-πιλάφ

πιλάφι μαγειρεμένο με πέρσικο τρόπο

Acem

τούρκικο

άτζουρας ο

χαντάκι ανάμεσα σ δυο αμπέλια

čur'

σλάβικο

άτι το

άλογο ιππασίας, φαρί

at

τούρκικο

ατλάζι το

στιλπνό μεταξωτό ύφασμα

atlas

τούρκικο

ατλής ο

καβαλάρης, ιππέας, έφιππος

atlı

τούρκικο

άτο το

νεύμα, χειρονομία, κίνηση

ato

βενετσιάνικο

ατσάλι το

χάλυβας

azzal

βενετσιάνικο

άτσαλος

άκομψος | απρόσεκτος | ανίκανος | κακός

azzele

ιταλικό

ατσετάρω

δέχομαι, καταδέχομαι, παραδέχομαι

acetar

βενετσιάνικο

ατσέτο το

ξίδι

aceto

ιταλικό

Ατσίγγανος ο

Τσιγγάνος, Γύφτος, Κατσίβελος

Zingano

ιταλικό

ατσιντέντε

συμβάν, γεγονός | ατύχημα

acidente

βενετσιάνικο

άτσιρος

ο γεμάτο νερό λάκκος, γύρω από το δέντρο

giro

ιταλικό

ατσιτάρω

ξεσηκώνω, προκαλώ

agitare

ιταλικό

ατσουμπάς ο

δαίμονας, ξωτικό, θαύμα, παράξενο

acibe

τούρκικο

Αύγουστος ο

ο όγδοος μήνας του χρόνου

Augustus

λατινικό

άφεριμ

μπράβο, εύγε

aferim

τούρκικο

αφερμάρω

βεβαιώνω, επικυρώνω

affermare

ιταλικό

αφιδάρω

εμπιστεύομαι

affidare

ιταλικό

αφιόνι το

όπιο | το φυτό Papaver somniferum, άγρια παπαρούνα, ύπνος

afyon

τούρκικο

άφουρα η

μεγάλο δοχείο για κρασί

 

ιταλικό

αφουτσιά η

παλάμη, χούφτα, φούχτα

avuç

τούρκικο

αφρόντο το

προσβολή

afronto

βενετσιάνικο

αχλαντίζω

αναστενάζω

ahlamak

τούρκικο

αχμάκης ο

χαζός, βλάκας, ηλίθιος | αγαθός, αφελής| αδέξιος, άπειρος

ahmak

τούρκικο

άχου

συφορά !

ahu

τούρκικο

αχούρι το

στάβλος, αχυρώνα

ahır

τούρκικο

αχουρτζής ο

σταβλίτης

ahırcı

τούρκικο

αχταρεύω

ανακατεύω | σκαλίζω

aktarmak

τούρκικο

αχτάρης ο

ψιλικατζής | έμπορος μπαχαρικών | μυροπώλης

aktar

τούρκικο

αχταρμάς ο | αχτάρεμα το

ανακάτεμα, μετακόμιση, μεταφορά | σκάψιμο, σκάλισμα

aktarma

τούρκικο

αχταρμιάζω

μεταφέρω, κουβαλώ | ανακατεύω

aktarmak

τούρκικο

άχτι το

πάθος για εκδίκηση, μνησικακία | μεγάλος πόθος

ahd

τούρκικο

αχτιμάνι το

φροντίδα, έγνοια

ahtiman

τούρκικο

αχτναμές ο

συνθήκη

ahitname

τούρκικο