Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από β


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από β

21.3.2011

 

βάβα η | βαβά η

γιαγιά, καλή, καλομάνα, κυρούλα, λαλά, μάμη, μανή, μανίτσα, νόνα

baba

σλάβικο

βαβουκλί το

μπαμπακερό ρούχο

pambuklu

τούρκικο

βαβούλι το

μπουμπούκι | κουκούλι

valvoli 

λατινικό

βάβω η

μπάμπω, γριά

babo

σλάβικο

βαγαπόντης ο

μπαγαμπόντης, κατεργάρης, απατεώνας

vagabondo

ιταλικό

βαγένι το | βαγένα η

βαρέλι

vagan 

σλάβικο


βάγια η | βάγισα η

βυζάστρα, παραμάνα, μαμή, νταντά

balia 

βενετσιάνικο

βαγιόλι το

πετσέτα | κεφαλομάντηλο

tovagliuolo

ιταλικό

βάγκα η

αυλάκι, χαντάκι

vanga

ιταλικό

βαγκίζω

σκάβω

vangare

ιταλικό

βαγονέτο το

μικρό βαγόνι

vagonetto

ιταλικό

βαγόνι το

όχημα, άμαξα

vagone

ιταλικό

βάδα η

μάρκα (χαρτοπαιξία) | εγγύηση | έξοδο | ζημιά

vada

ιταλικό

βαζγετίζω | βαργετίζω | βαργεστώ

παραιτούμαι | αφήνω | αποκάμνω | παραβλέπω | δυσαρεστούμαι

vargestim

τούρκικο

βαζέτο το

βάζο-φυσιγγιοθήκη

vasetto

ιταλικό

βάζο το | βάζος ο

ανθοδοχείο

vaso

ιταλικό

βάι

επιφώνημα λύπης, πόνου, χαράς, θαυμασμού

vay

τούρκικο

βάιζα η

κόρη, κορίτσι, θυγατέρα

vajzë

αλβανικό

βάιλας ο | βαΐλας ο

άρχοντας, κυβερνήτης

bailo

ιταλικό

βάκα η

χοντρή γυναίκα, σαν αγελάδα

vacca

ιταλικό

βακαλάος ο

μπακαλιάρος

baccalà

ιταλικό

βακάντσα η

διακοπή

vacanza

ιταλικό

βακέτα η

βοδινό δέρμα

vacheta 

βενετσιάνικο

βακίτι το | βαχούτι το | βάχτι το

καιρός

vakit

τούρκικο

βάκλα η

ραβδί

baculum

λατινικό

βακούφης ο

προσκυνητής

vâkıf

τούρκικο

βακούφι το | βάκφι το

εκκλησιαστική ακίνητη περιουσία 

vakιf 

τούρκικο

βακουφτζής ο

εκμεταλλευτής βακουφιού

vakıfcı

τούρκικο

βάκρα η | βάκρενα η | βάκρεσια η | βακρό το

πρόβατο με άσπρο σώμα και μαύρα κεφάλι-πόδια ή με μαύρες βούλες

vakra

αλβανικο

βακώνω

παχαίνω, χοντραίνω, γίνομαι σαν αγελάδα

vacca

ιταλικό

βάλα η | βάλη η

κοιλάδα | μικρός όρμος, κόλπος

valle

ιταλικό

βαλάι | βαλαΐ | βαλαχί

μα το θεό

vallahi

τούρκικο

βαλαΐ-μπιλαΐ

ναι, μα το θεό | εντάξει

vallah billah

τούρκικο

βαλαόρα η

περιοχή κατάλληλη για βοσκή

valaora

βλάχικο

Βαλαχάδες οι | Βαλαάδες οι

ή Μεσημέρηδες, οι μουσουλμάνοι Ρομιοί της περιοχής Γρεβενών (πριν το 1923)

vallahi

τούρκικο

βαλεριάνα η | βαλεριάνη η

το φυτό Valeriana Dioscoridis, αγριοζαμπούκος, μυριστική, καλαμοκάνα

valeriana

ιταλικό

βάλη η

θάρρος, γενναιότητα

vaglia

ιταλικό

βαλής ο

νομάρχης

vali 

τούρκικο

βάλια τα

κατορθώματα | περιπέτειες | στεναχώριες, βάσανα, στρούσια

vaglia

ιταλικό

βαλιδέ η | βαλιντέ η

μάνα, μητέρα

valide

τούρκικο

βαλίδικο

χωράφι καρπερό, ψωμερό, μαξουλίδικο, γεννηταρούδικο

valido

ιταλικό

βαλίζω

χορεύω

ballo

ιταλικό

βαλίτσα η | βαλίτζα η

ταξιδιωτικός σάκος

valigia

ιταλικό

Βαλκάνια τα

δασωμένο βουνό

balkan 

τούρκικο

βαλμάς ο

ζωέμπορας | αλογάρης

valmo

σλάβικο

βαλτζής ο

μπαλτζής, μελισσοκόμος

balcι

τούρκικο

βάλτος ο | βάλτα η

έλος, τέλμα

baltë

αλβανικό

βανίλια η

η αρωματική ουσία από το φυτό Vanilla planifolia

vaniglia

ιταλικό

βαντές ο

προθεσμία, διορία

vade

τούρκικο

βαντιέρα η

δίσκος σερβιρίσματος ποτών

vantiera

βενετσιάνικο

βαντσάρω

αβαντσάρω, αβαντζάρω, υπερτερώ, πλειοδοτώ, αυξάνω

avanzare

ιταλικό

βαπόρι το

παπόρι, ατμόπλοιο

vapore

ιταλικό

βαράκι το

λεπτό φύλλο χρυσού, μαλαματόφυλλο

varak

τούρκικο

βαρβάτος

μη ευνουχισμένος (για ζώο) | αρχιδάτος, αβγάτος

barbatus 

λατινικό

βαργεστισιά η

δυσαρέσκεια

vazgeçti

τούρκικο

βάρδα

προσοχή | μακριά | παραμέρισε

varda 

βενετσιάνικο

βαρδαζέντα η

είδος σκοινιού

varda gente

βενετσιάνικο

βαρδάκι το

κύπελο, ποτήρι

bardak

τούρκικο

βαρδαλάντζα η

η κεραία του λεμβούχου, όπου δένονται οι βάρκες

varda lancia

βενετσιάνικο

βαρδαμάνα η | βαρδαμάς ο

στήριγμα χεριών σε σκάλα | είδος σκοινιού

varda mano

βενετσιάνικο

βαρδάρης ο

παγερός βορειοδυτικός άνεμος (Μακεδονία)

vardar 

σλάβικο

βαρδάρω

προφυλάσσω, απομακρύνω, αποφεύγω, διστάζω

vardar

βενετσιάνικο

βαρδάσα η | βαρδασιά η | βαρδανιά η

το φυτό Prunus domestica, δαμασκηνιά, μπουρνελιά, τζανεριά, κουμηλιά, αγριοπρουνελιά

verdazzo

βενετσιάνικο

βαρδατέντα η

το πλευρικό σχοινί που στηρίζει τη σκηνή

varda tenda

βενετσιάνικο

βαρδαφόγος ο

προώστης (ναυτικός όρος)

varda fogo

βενετσιάνικο

βάρδια η

βαρδιόλα, φρουρά, καραούλι | ομάδα εργασίας

vardia

βενετσιάνικο

βαρδιάνος ο

φρουρός, σκοπός, φύλακας

vardiano

βενετσιάνικο

βαρδιάτορας ο

φρουρός, σκοπός, φύλακας

vardiatore

βενετσιάνικο

βάρδος ο

ποιητής

bardo

ιταλικό

βάρδουλο το

πετσί που πάνω του ράβεται η σόλα παπουτσιού

vardolo 

βενετσιάνικο

βαρέλι το | βαρέλα η

ξύλινο στρογγυλό δοχείο

verella

ιταλικό

βαρελότο το

κροτίδα

barilotto 

ιταλικό

βάρκα η | βαρκί το

λέμβος, φελούκα, καΐκι

barca

λατινικό

βαρκάδα η

περίπατος με βάρκα

barcada 

βενετσιάνικο

βαρκαρόλα η

είδος τραγουδιού

barcarola

βενετσιάνικο

βάρκος

υγρός

vlagë

αλβανικό

βαρόσι το

προάστειο

varoš

σλάβικο

βασιβουζούκος ο

μπασιμπουζούκος, άτακτος στρατιώτης του οθωμανικού στρατού

başιbozuk

τούρκικο

βασιγέτι το

διαθήκη

vasiyet

τούρκικο

βαστάζος

χαμάλης

bastazo

βενετσιάνικο

βάτα η

φόδρα των ώμων

ovata 

βενετσιάνικο

βατάνι το

πατρίδα

vatan

τούρκικο

βατίστα η

μπατίστα, λινό πολυτελές ύφασμα

batista

ιταλικό

βάτρα η

στια

vatra

σλάβικο

βατράλι το

σίδερο ή ξύλο για το βγάλσιμο και το σπρώξιμο των κάρβουνων στο φούρνο

vatral

σλάβικο

βατσέλι το

λεκάνη | δίσκος εκκλησίας | μονάδα μέτρησης δημητριακών

vasello 

ιταλικό

βατσίνα η | βατσίνι το

δαμαλίδα | μπόλι

vaccina 

ιταλικό

βατσινάρω | βατσινιάζω

φελιάζω, μπολιάζω

vaccinare

ιταλικό

βαχ

επιφώνυμα λύπης ή συμπόνιας 

vah 

τούρκικο

βγανιά η

αβανιά, συκοφαντία

avania

ιταλικό

βεγγαλικά τα

πυροτεχνήματα

bengala

ιταλικό

βεγγέρα η

αποσπερίδα, αποσπέρι, εσπεροκάθισμα, νυχτέρι

veggheria

ιταλικό

βεδούρα η | βεδούρι το | βεντούρι το  βέντρα η

καρδάρα, καρδάρι, βουτσέλι

vedro

σλάβικο

βεζβεσές ο

υποψία

vesvese

τούρκικο

βεζενές ο | βεζινές ο | βεζνές ο

ζυγαριά. πλάστιγγα

vezne

τούρκικο

βεζίρης ο

πρωθυπουργός | παιδικό παιχνίδι, ασίκι, αστράγαλος

vezir 

τούρκικο

βέης ο

μπέης

bey

τούρκικο

βέκια η

γριά

veccia

ιταλικό

βεκίλης ο

αντιπρόσωπος, επίτροπος

vekil

τούρκικο

βεκιλιχάρζης

οικονόμος, φροντιστής

vekilharç

τούρκικο

βέκιος ο

γέρος

veccio

ιταλικό

βελάδα η

ρεντικότα, φράκο

velada

βενετσιάνικο

βελέντζα η | βελέντσα η

χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα, φλοκάτη

velense

τούρκικο

βελέσι το

μπαμπάκι | μεσοφόρι, μεσοφούστανο | φουστάνι, άμπιτο

valessio

βενετσιάνικο

βελέτα η

δαντέλα για το κεφάλι

veleta

βενετσιάνικο

βελής ο

συγγενής | άγιος

veli

τούρκικο

βελιόνι το

χοροεσπερίδα, ξενύχτι

veglion

βενετσιάνικο

βελίτσα η | βέλιτσα η

μπέλιτσα | πρόβατο με άσπρο πρόσωπο | ποικιλία σταριού

belica

σλάβικο

βέλο το

τούλι, κρέπι, πέπλο

velo

βενετσιάνικο

βελούδο το

κατιφές, είδος πολυτελούς υφάσματος

veludo

βενετσιάνικο

βένα η | βήνα η

φλέβα

vena

ιταλικό

βενετσιάνικος

βενέτικος

veneziano 

ιταλικό

βεντάλια η | βεντάγια η | βέντουλα η

ριπίδι

ventáglio

ιταλικό

βεντέμα η | βεδέμα η

τρύγος | φούρια | μεγάλη σοδιά | ο μήνας Σεπτέμβρης, Τρυγητής

vendema

βενετσιάνικο

βεντέτα η

δημοφιλής καλλιτέχνης

vedetta

ιταλικό

βεντέτα η

εκδίκηση φόνου

vendetta

ιταλικό

βέντιτα η

πελατεία, κατανάλωση

vendita

βενετσιάνικο

βέντο

άνεμος

vento

ιταλικό

βεντούζα η

μικρό γυάλινο ποτήρι (λαϊκή ιατρική)

ventosa 

βενετσιάνικο

Βεντσιάνος ο | Βενετσάνος ο

ο κάτοικος της Βενετίας

Venezian

βενετσιάνικο

βέρα η

ανακωχή

viera

σλάβικο

βέρα η

δαχτυλίδι αρραβώνα και γάμου, αρραβώνας, βέργα, βεργέτα

vera

βενετσιάνικο

βεραμέντε | βαραμέντε

αληθινά, βέβαια

veramente

ιταλικό

βεράνι το | βιράνι το

ερείπιο

viran

τούρκικο

βεράντα η

εξώστης, μπαλκόνι

veranda 

ιταλικό

βεράτι το

διάταγμα, δίπλωμα

berat

τούρκικο

βερβελιά η | βερβέλα

κακαράντζα, προβατσουλιά

vervella

λατινικό

βερβερές ο

ταραχή, αναστάτωση

velvele

τούρκικο

βερβερίτσα η | βερβέρα η

σκίουρος

ververica 

σλάβικο

βέργα η

βίτσα, ράβδος, ραβδί

verga

ιταλικό

βεργέτα η

βέρα | στρογγυλό σκουλαρίκι

veghetta

ιταλικό

βεργί το

φόρος

vergi

τούρκικο

βεργινάδι το | βεργινάδα η | βεργέτα η

φοράδα που δεν έχει γεννήσει

vergine

ιταλικό

βερδούνι το

το πουλί φλώρος (chloris)

verdone

ιταλικό

βερέμης ο

φθισικός, φυματικός, χτικιάρης | κιτρινιάρης

veremli

τούρκικο

βερέμι το

φυματίωση, χτικιό, μαράζι

verem

τούρκικο

βερές ο

παράδοση, παραδοχή

vere

τούρκικο

βερεσέ το | βερεσές ο

πίστωση

veresiye

τούρκικο

βερεσετζής ο

αυτός που αγοράζει με πίστωση

veresici

τούρκικο

βερικοκιά η

το φυτό Prunus armeniaca, καϊσιά, πρικοκιά, ζαρταλουδιά

berkuk 

αραβικό

βερίνα η

το στρίψιμο του σχοινιού ή της άγκυρας

verina

ιταλικό

βερνίκι το

λούστρο

vernicium

λατινικό

βέρος

γνήσιος, αληθινός, ντόμπρος

vero 

βενετσιάνικο

βέρσο το

στίχος | κελάηδημα

verso

ιταλικό

βερτζέτο το

λάχανο, μάπα

verzeta

βενετσιάνικο

βερτζί

αγνός, παρθένος, καθαρός

vergine

ιταλικό

βερτόνι το

βέλος | δόρυ, ακόντιο

vertone

ιταλικό

βέστα η

μακρύ γυναικείο φόρεμα

vesta

βενετσιάνικο

βετεράνος ο

απόμαχος

veteranus

λατινικό

βετονική η

το φυτό Betonica, πριονίτης

betonica

λατινικό

βετούλι το | βέτουλας ο

χρονιάρικο κατσίκι

vitulus

λατινικό

βετσέρνικος

βραδινό αεράκι

večer

σλάβκο

βιάντζο το | βιάτζο το

περίπατος, βόλτα

viaggio

βενετσιάνικο

βίβα

ζήτω

viva

βενετσιάνικο

βιβάρι το

διβάρι, γιβάρι, λιβάρι, ιχθυοτροφείο

vivarium

λατινικό

βιγκόνια

μπιγκόνια

bigonia

ιταλικό

βίγλα η

σκοπιά, παρατηρητήριο

vigilia 

λατινικό

βιγλάτορας ο | βιγλάρης ο

σκοπός, φρουρός

vigilator

λατινικό

βιγλίζω | βιγλάρω |βιγλεύω

παρατηρώ, επιτηρώ, εποπτεύω

vigilο

λατινικό

βίδα η

κοχλίας

vida

βενετσιάνικο

βιδάνιο το | βαδάνι το

γκανιότα

vadagno

βενετσιάνικο

βιδέλο το

μοσχαρίσιο κρέας ή δέρμα

vitello 

ιταλικό

βιδόνι το

εργαλείο του μαραγκού

vidon

βενετσιάνικο

βίδρα η | βύδρα η

ποταμόσκυλο, σκυλοπόταμο, νερόσκυλο

vidra

σλάβικο

βίζα η

θεώρηση διαβατηρίου

visa

ιταλικό

βιζικάντι το | βιζιγάντι το

είδος έμπλαστρου, τσιρότου

vissigante

βενετσιάνικο

βιζικατόρι το

είδος έμπλαστρου, τσιρότου

vescicatorio

ιταλικό

βίζιτα η

επίσκεψη

visita

ιταλικό

βιζιτάρω

επισκέπτομαι

visitare

ιταλικό

βικάκι το

δισάκι

bisaccium

λατινικό

βικάριος ο

τοποτηρητής, επίτροπος καθολικού επίσκοπου

vicarius

λατινικό

βίκος ο

το φυτό Vicia sativa, αγριοκουκιά, αγραδιά, γάρφος

vicia

λατινικό

βίλα η

πιρούνα

vila

σλάβικο

βίλα η

έπαυλη

villa

ιταλικό


βιλαέτι το

γενική διοίκηση, νομαρχία

vilayet 

τούρκικο

βιλάνος ο | βιλιάνος ο

αγρότης, χωρικός | άξεστος, αγροίκος

villano

ιταλικό

βιλάρι το | βηλάρι το | βηλάρα η

ύφασμα του αργαλειού | δέμα, τόπι υφάσματος| διασίδι, στημόνι

velarium

λατινικό

βιόλα η

έγχορδο μουσικό όργανο

viola

ιταλικό

βιόλα η

το φυτό Viola canina, βιολέτα

viola

λατινικό

βιολέτα η

το φυτό Viola odorata, μενεξές, γιαούλι, γιούλι, βιολέτα, μανουσάκι, ίτσο

violetta

ιταλικό

βιολί το

έγχορδο μουσικό όργανο

violin

βενετσιάνικο

βιολοντσέλο το

 έγχορδο μουσικό όργανο

violoncello

ιταλικό

βιολούνι το

βιολί

violone

ιταλικό

βίρα

τράβα, σήκωσε | γρήγορα | συνέχεια

vira 

βενετσιάνικο

βιράνι το | βιρανές ο

ερείπιο | άφρακτο

virane

τούρκικο

βιράνικος

έρημος, ρημαγμένος | ακαλλιέργητος, χέρσος

viran

τούρκικο

βιράρω

σύρω, τραβώ, σηκώνω

virar 

βενετσιάνικο

βιρός ο

τέλμα

vir

σλάβικο

βιρτουόζος ο

δεξιοτέχνης οργανοπαίχτης

virtuoso

ιταλικό

βίσαλο το | βήσαλο

χαλίκι | κομμάτι κεραμικό

besalis

λατινικό

βίσεκτος | βίσεχτος

δίσεκτος, δίσεχτος

bisextus

λατινικό

βισκοπάτο το

επισκοπή

vescovado

ιταλικό

βιστιρώ

πρασαράζω, προσκρούω (για πλοίο)

investire

ιταλικό

βίτα η

πολύχρωμο υφαντό ζωνάρι | καλτσοδέτα

vitta

λατινικό

βιτουριέρος ο

νικητής

vittoria

ιταλικό

βιτριόλι το

θειικό οξύ

vitriolo

ιταλικό

βίτσα η 

βέργα

vica

σλάβικο

βιτσίλα η | βίτσιλας ο

γιτσίλα, ιτσίλα, είδος αετού

albicilla

λατινικό

βίτσιο το

κακή συνήθεια, διαστροφή

vizio

ιταλικό

βιτσιόζος

αυτός που έχει βίτσια

vizioso

ιταλικό

βλάγκο

άσπρο

bianco

ιταλικό

βλάμης ο

αδερφοποιτός, σταυραδερφός, μπράτιμος

vëllam

αλβανικό

βλάτα η | βλατί το

κατσαρίδα | βλογιά | ιλαρά | ανεμοπύρι | σημάδι | μεταξωτό πανί, πολυτελές ρούχο | πολύτιμο πράγμα

blatta

λατινικό

Βλάχος ο

Αρουμάνος

Vlah

σλάβικο

βόγα η

κωπηλασία

voga

ιταλικό

βογάρω

κωπηλατώ | πλέω ολοταχώς | ενεργώ

vogare

ιταλικό

βοεβόδας ο | βοϊβόδας ο

έπαρχος | πρόκριτος, άρχοντας

voivoda

σλάβικο

βολκός ο | βουλκός ο

είδος διχτιού

vlak

σλάβικο

βόλτα η | βολίτα η

περίπατος, αναγυρίδα, απογυρίδα | γύρος, στροφή

volta

ιταλικό

βολτάγιο το

αναστροφή πλοίου

voltaggio

ιταλικό

βολτάρω

σεριανώ, τριγυρίζω

voltare

ιταλικό

βολτετζάρω

λοξοδρομώ | περιφέρομαι άσκοπα

volteggiare

ιταλικό

βόλτο το

καμάρα, αψίδα, στοά

volto

ιταλικό

βόμπιρας ο

μπόμπιρας | βρικόλακας | ζωηρό παιδί

vampır

σλάβικο

βόντινα η

είδος στενόμακρου πεπονιού | είδος κολοκύθας

vodna

σλάβικο

βόρδος ο | βορδόνι το

μουλάρι

burdo

λατινικό

βοστίνα η

τυρί από γιδίσιο αποβουτυρωμένο γάλα | το λουλούδι ζουμπούλι

vostina

σλάβικο

βότσαλο το

λιθάρι στρογγυλεμένο από το νερό ποταμού ή θάλασσας | κεραμίδι, τούβλο

bozzolo 

βενετσιάνικο

βότσε η

φωνή

vose

βενετσιάνικο

βότσος ο

φυσικός λάκκος με νερό

bozzo

ιταλικό

βουζιά η | βούζι το

το φυτό Sambucus ebulus, ραγάλο, αφσιά, αβυζιά, φρουσκλιά

b’z

σλάβικο

βούκα η

μπουκιά, μπουκουνιά, χαψιά

bucca 

λατινικό

βούκινο το

σάλπιγγα από κέρατο | μεγάλο θαλασσινό κοχύλι, μπουρού

bucina 

λατινικό

βούλα η

σφραγίδα | κηλίδα, λεκές | σταγόνα, στάλα, σταλαματιά

bulla 

λατινικό

βούλερι η | βούλαρος | βούλιαρο το

το φυτό Sorghum halepense, καλαμότσιτρο, καλαμάγρα, αγριοκεχρί, βρομόριζα, αγούλιαρας, γούλιαρας, γρίλαρι, αγριοκάλαμο

vulër

αλβανικό

βούλια η | βούργια η

δερμάτινο σακίδιο | δέρμα γίδας

bulgia

λατινικό

βουρ

χτύπα, τράβα

vur 

τούρκικο

βούργια η | βουργίδι το

σακούλι, σακίδιο

bulga

λατινικό

βούργος ο

μπούργος, καστέλι, οχυρό

burgus

λατινικό

βουριάνος ο

ο κάτοικος της Χώρας

borghigiano

ιταλικό

βουρλίζω

ταράζω, ζαλίζω, παλαβώνω

burlare

 

βούρλο το | βρούλο

το φυτό Holoschoenus vulgaris, κουφόβουρλο, σκοβούρλο

brula

βενετσιάνικο

βούρτσα η | βρούτσα η

είδος χτένας

brusta

ιταλικό

βούτα η

μεγάλος κάδος, βαρέλα

butta

λατινικό

βουτί το | βουτσί το

βαρέλι, βαγένι, βυτίο

bota

βενετσιάνικο

βραγιά η

πρασιά κήπου, πεζούλα

braia

ιταλικό

βράκα η

είδος φαρδιού παντελονιού

bracae 

λατινικό

βρατσέρα η 

μπρατσέρα, δικάταρτο ιστιοφόρο

brazzera

βενετσιάνικο

βραχιόλι το

κόσμημα που φοριέται στο χέρι, βραχιόνι, βέργα

bracchiale

λατινικό

βρικόλακας ο | βρυκόλακας ο

ανεκαθούμενος, καταχανάς, κατσικάς, σαρκωμένος, φάντακας

vr’kolak 

σλάβικο

βροντάλε το

διάζωμα κάτω από τη στέγη

frontale

ιταλικό