Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από δ


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από δ

4.5.2011

δάγα η

στιλέτο

daga

ιταλικό

δάλα το

ξινόγαλο

dala

βλάχικο

δαμασκί

δαμασκηνό μαχαίρι

damaschin

βενετσιάνικο

δαμάσκο το

είδος χοντρού ακριβού υφάσματος με ανάγλυφα σχέδια

damasco

λατινικό

δαρδούνι το

ακόντιο | βέλος

dardo

ιταλικό

δάτσα η

δασμός, φόρος

dazio

ιταλικό

δεκανίκι το

πατερίτσα

decanus

λατινικό

Δεκέμβριος ο

ο τελευταίος μήνας του χρόνου

Decembrius

λατινικό

δεκότο το

αφέψημα

decotto

ιταλικό

δελέγκου | δελόγου | δελόγκου

και ντελόγκο | αμέσως, γρήγορα

de longo

βενετσιάνικο

δερβέναγας

φύλακας (αρματολός) σε δερβένι

dervent ağa

τούρκικο

δερβένι το

στενοποριά, κλεισούρα, διάσελο

dervent

τούρκικο

δερβίσης ο

και ντερβίσης | μουσουλμάνος καλόγερος

derviş

τούρκικο

δαμετσάνα  η | δαρμετζάνα η

νταρμετζάνα, νταμερτζάνα, νταμιτζάνα

damegiana

βενετσιάνικο

δεσπέτο το | δισπέτο

πείσμα

despeto

βενετσιάνικο

δέσπολα η

μούσμουλο

nespola

ιταλικό

δεσπιριάζω | δισπιριάζω

απελπίζομαι | αγανακτώ

desperar

βενετσιάνικο

δεφένστορας ο

φύλακας | προστάτης

defensor

λατινικό

δεφτέρι

και τεφτέρι | κατάστιχο

defter

τούρκικο

δηνάριο το

όνομα νομίσματος διάφορων χωρών

denarius

λατινικό

διαγουμίζω | διαγουμάω

πλιατσικολογώ, αρπάζω

yağma

τούρκικο

διαγουμιστής

πλιατσικολόγος

yağmacı

τούρκικο

διαμάντι το

πολύτιμη πέτρα

diamante

ιταλικό

διασάκι το

απαγόρευση

yasak

τούρκικο

διάσκατζε

λέξη που δηλώνει έκπληξη και θαυμασμό, αντί του διάβολε!

diascase

βενετσιάνικο

διατσέντο το | διατσίντο το

το ζουμπούλι

giacinto

ιταλικό

διαφεντεύω

εξουσιάζω | προστατεύω

defendo

ιταλικό

διβάρι το

και βιβάρι | ιχθυοτροφείο

vivarium

λατινικό

δισένιο το

σχέδιο

disegno

ιταλικό

δισπουτάρω | διοποντάρω

συζητώ, συνδιαλέγομαι

disputare

ιταλικό

δισπεράρω

απελπίζομαι, απογοητεύομαι

disperare

ιταλικό

δισπέντζα η

το κελλί

dispensa

ιταλικό

δισπεντζέρης ο

κελλάρης

dispensiere

ιταλικό

δοβλέτι το

και ντοβλέτι | το κράτος

devlet

τούρκικο

δόγα η | δούγα η

και ντόγα | βαρελοσάνιδο

doga

βενετσιάνικο

δογάνα η

τελωνείο

dogana

ιταλικό

δόγης ο

τίτλος του κυβερνήτη στη Bενετία και τη Γένοβα

doge

ιταλικό

δομέστιχος ο  | δομέστικος ο

παλιός εκκλησιαστικός τίτλος

domesticus

λατινικό

δον ο

και ντον  | παλαιός τίτλος ευγενείας

don

ιταλικό

δούκας ο

παλιός τίτλος ηγεμόνα, διοικητή, έπαρχου

dux

λατινικό

δουκάτο το

παλιό ευρωπαϊκό νόμισμα | ηγεμονία

ducato

βενετσιάνικο

δουμπιάρω | δουμπιτάρω

αμφιβάλω, διστάζω

dubitare

ιταλικό

δουράρω

βαστώ, αντέχω

durare

ιταλικό

δουρώ

και ντουρώ | διατηρούμαι | ζω

durar

βενετσιάνικο

δούσκος ο

βελανιδιά

dusk-u

αλβανικό

δράγα

και ντράγα | δίχτυ για σφουγγάρια ή όστρακα

draga

ιταλικό

δραγάτης ο

αγροφύλακας, βλεπός

draga

σλάβικο

δραγουμάνος ο | δραγομάνος ο

διερμηνέας

dragoman

βενετσιάνικο

δράμι το

παλιά μονάδα βάρους, το 1/400 της οκάς | η μικρή ποσότητα

dirhem

τούρκικο

δραπανάρω

τρυπώ

trapanare

ιταλικό

δρεβενίτσα

το φυτό Berberis vulgari

drvenica

σλάβικο