Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από ε, ζ


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από ε, ζ

16.5.2011

εβίβα

πρόποση: στην υγεία σας

evviva

ιταλικό

εβλάτι το

γιόκας, βλαστάρι, παιδί

evlat

τούρκικο

εζάτι το

τιμή, δόξα

izzet

τούρκικο

εζιγιέτι το

δυσκολία, ταλαιπωρία | καταπίεση, τυραννία

eziyet

τούρκικο

έζιτο το

εμπορική ζήτηση, καλή τιμή

esito

ιταλικό

έι

επιφώνημα: ε, ω

ey

τούρκικο

εκμέκ το

ψωμί | είδος γλυκού

ekmek

τούρκικο

εκμετσής ο

ψωμάς, φούρναρης

ekmekçi

τούρκικο

έκο

να, δες

eco

βενετσιάνικο

ελμασένιος

διαμαντένιος

elmas

τούρκικο

έλμπετ | ελμπέτ

βέβαια

elbet

τούρκικο

ελτζής ο

πρεσβευτής, κόνσολος

elçı

τούρκικο

εμ

και | όχι μόνο, αλλά και, επίσης

hem

τούρκικο

εμίνης o

έμπιστος, επόπτης

emin

τούρκικο

εμινλίκι το

ασφάλεια | βεβαιότητα

eminlik

τούρκικο

εμίρης ο

άρχοντας, αρχηγός

emir

τούρκικο

έμρι το

διαταγή, πρόσταγμα

emri

τούρκικο

ένουλα η

το φυτό Enula campana, το ελένι

enula

ιταλικό

εντεμπσίζης ο | εντεψίζης ο

αδιάντροπος, πρόστυχος, άσεμνος, αισχρός

edepsiz

τούρκικο

εντράδα η

φαγητό με κρέας και λαχανικά

entrada

βενετσιάνικο

ενφιγιές ο

ταμπάκος

enfiye

τούρκικο

εξελεντίσιμος

εξοχότατος

ecelente

βενετσιάνικο

εξίκι

λειψά, λιγότερα

eksik

τούρκικο

εργένης

άγαμος, ανύπαντρος, μπεκιάρης

ergen

τούρκικο

ερίφης

τιποτένιος | κακομοίρης, φουκαράς

herif

τούρκικο

ερμπάπης ο

ειδικός, κατάλληλος

erbap

τούρκικο

ερφάνικα

γνωστικά, ξύπνια

erfan

τούρκικο

εσάπι το

λογαριασμός

hesap

τούρκικο

εσεκλίκι το

αγένεια, γαϊδουριά

eşeklik

τούρκικο

εσκιφιάς ο | εσκιάς ο

κλέφτης, ληστής

eskiya

τούρκικο

εσνάφι

σινάφι, συντεχνία

esnaf

τούρκικο

εσναφλής

μέλος του εσναφιού

esnaflı

τούρκικο

ετζέλι το

ο θάνατος, το μοιραίο

ecel

τούρκικο

εφελίκι το

νταηλίκι

efelik

τούρκικο

εφέντης ο

αφέντης, άρχοντας, κύριος

efendi

τούρκικο

εφές ο

παλικαράς, νταής

efe

τούρκικο

ζάβαλης | ζάβαλος

κακομοίρης, φουκαράς

zavallı

τούρκικο

ζαβουρντώ

τινάζω, ρίχνω, πετώ

savurmak

τούρκικο

ζαγάρι το

κυνηγόσκυλο, λαγωνικό | παλιάνθρωπος

zağari

τούρκικο

ζάγος ο

παπαδάκι

zago

βενετσιάνικο

ζαΐμης ο

μεγαλοκτηματίας, τσιφλικάς

zaîm

τούρκικο

ζαΐφης ο

κοκαλιάρης, ξερακιανός, αδύνατος

zayıf

τούρκικο

ζαϊφλίκι το

αδυναμία, ασθένεια

zayıflık

τούρκικο

ζακέτα η | ζακέτο το

ελαφρύ κοντό πανωφόρι

giaccheto

ιταλικό

ζακόνι το

έθιμο, συνήθεια

zakon'

σλάβικο

ζακούμι το

το φυτό Nerium oleander, πικροδάφνη, πρικοδάφνη, ροδόδεντρο, ροδοδάφνη, αροδάφνη. αριοδάφνη, πικροφυλλάδα, φυλλάδα, σφάκα, σέμα, μπαμτσίνα, φροκαλίδα

zakkum

τούρκικο

ζαλίμης | ζαλούμης

άδικος, σκληρός

zalim

τούρκικο

ζαμάνι το

χρόνος, καιρός, εποχή

zaman

τούρκικο

ζάμινα η

εξέταση, έρευνα

esame

ιταλικό

ζαμινάρω

εξετάζω, ερευνώ

esaminare

ιταλικό

ζάμπα η

μπράσκα, βούζα, ο μεγάλος βάτραχος

žaba

σλάβικο

ζαμπάκι το

το φυτό Narcissus tazetta ,τουμπάκι

zambak

τούρκικο

ζαμπαραλίκι το

μπερμπαντιά, τσιλιμπούρδισμα, κορτάρισμα

zamparalık

τούρκικο

ζαμπάρας ο

γυναικάς, κορτάκιας, μπερμπάντης

zampara

τούρκικο

ζαμπίτης ο | ζαπίτης ο

αξιωματικός

zabit

τούρκικο

ζαμπιτλίκι το

η στρατιωτική καριέρα

zabitlik

τούρκικο

ζαμπούκος ο

το φυτό sambucus nigra, κουφοξυλιά, αφροξυλιά, φροξυλιά, φροξυλάνθι

sambucus

λατινικό

ζαμπούνης | ζαμπούνος

αδύναμος, αδύνατος | άρρωστος, καχεκτικός

zebun

τούρκικο

ζανάτι το | ζαναχάτι το | ζαναέτι το | ζενάτι το

τέχνη, δουλειά, επάγγελμα

zanaaet

τούρκικο

ζαντές ο

άτομο ευγενικής καταγωγής

zade

τούρκικο

ζαντιλόμος

ευγενής

zentilomo

βενετσιάνικο

ζάπαρος ο |

η κάψα, ο καύσωνας

zapara

σλάβικο

ζαπόνι το

καλύπτρα

zapon’

σλάβικο

ζάπτι το | ζάφτι το | ζάπι το | ζάμπτι το |

κατάληψη, κατάκτηση, κατοχή, κράτημα

zapt

τούρκικο

ζαπτιές ο

χωροφύλακας

zaptiye

τούρκικο

ζάρα η

χόβολη, αθρακιά

žara

σλάβικο

ζαράρι το | ζαραλούκι το

ζημιά, χασούρα

zarar

τούρκικο

ζαραρλής

βλαβερός, ασύμφορος

zararlı

τούρκικο

ζαρζαβάτι το

λαχανικό, χορταρικό

zerzevat

τούρκικο

ζαρζαβατσής o

μανάβης

zerzevatçı

τούρκικο

ζάρι το

κύβος του ταβλιού

zar

τούρκικο

ζαρίφης ο

κομψός, λυγερός

zarif

τούρκικο

ζαριφλίκι το

κομψότητα, χάρη

zariflik

τούρκικο

ζάρος ο

η κάψα, η μεγάλη ζέστη

zjarr-i

αλβανικό

ζάρφι το

πιατάκι

zarf

τούρκικο

ζάρω

συνηθίζω

usare

ιταλικό

ζάτεν

έτσι κι αλλιώς, βέβαια

zaten

τούρκικο

ζαφορά η | ζαφαράνα η

το φυτό Crocus sativus, σαφράνι, σαφράς, κρόκος

safran

τούρκικο

ζάφτω

χτυπώ | πέφτω χάμω

zaptetmek

τούρκικο

ζαχιρές ο | ζαϊρές ο | ζαερές ο | ζαχερές ο

προμήθειες, εφόδια

zahire

τούρκικο

ζαχμέτι το

κόπος, κούραση, βάσανο

zahmet

τούρκικο

ζαχμετλής

κουραστικός, κοπιαστικός

zahmetli

τούρκικο

ζβάρνα η

σβάρνα

brana

σλάβικο

ζβέρκος ο

σβέρκος, τράχηλος

zverk

αλβανικό

ζεβάλι το

άρνηση, φθορά

zeval

τούρκικο

ζεβζέκης

χαζός, χάχας | ξεροκέφαλος, ανάποδος | κατεργάρης, πονηρός

zevzek

τούρκικο

ζεγκί το | ζινγκί το | ζιγκί το

αναβατήρας, αναβολέας αλόγου

üzengi

τούρκικο

ζεγκίνης ο

πλούσιος, παραλής

zangin

τούρκικο

ζεϊμπέκης ο

στρατιώτης, πεζικάριος, αρματωλός

zeybekj

τούρκικο

ζελενιά η

το φυτό Phyllirea media, φελίκι, φιλίκι, φίλικα, αγλαβιτσιά, αγλανιδιά, αράφυλλος, γκρέος, γκρεοσιά, εγλενιός, εγλενός, αγριομυρτιά

zelen

σλάβικο

ζέλια τα

τα λάχανα

zelje

σλάβικο

ζεμπερέκι το | ζιμπερέκι το

μεταλλικός σύρτης, μάνταλο

zemberek

τούρκικο

ζεμπίλι το | ζιμπίλι το

πλεχτό καλάθι που βάζουν μέσα τα εργαλεία τους οι μαστόροι

zembil

τούρκικο

ζέρδαλο το | ζέρδελο το | ζέρνταλο το | ζέρντελο το

βερίκοκο, καΐσι

zerdali

τούρκικο

ζερό το

το μηδέν

zero

ιταλικό

ζέφκι το

κέφι, γλέντι

zevk

τούρκικο

ζεφκλής

μερακλής, γλεντζές

zevkli

τούρκικο

ζεχίρι το | ζιχίρι το

δηλητήριο, φαρμάκι

zehir

τούρκικο

ζιαρέτι το

επίσκεψη, βίζιτα

ziyaret

τούρκικο

ζιαφέτι το

γλέντι, φαγοπότι, γιορτή

ziyafet

τούρκικο

ζιέτι το

μαρτύριο, βάσανο

eziyet

τούρκικο

ζίλι το

κρουστό λαϊκό μουσικό όργανο | κουδούνι

zil

τούρκικο

ζινζιά η

τα ούλα, ριζοδοντιά, ντζιντζίβα, τζιντζίβα, τζενιζίβα

senziva

βενετσιάνικο

ζιπούνι το

εσώρουχο για μωρά | είδος γιλέκου

zipon

βενετσιάνικο

ζιραέτι το

γεωργία

ziraat

τούρκικο

ζόκα η

αγκίστρι

zoka

τούρκικο

ζόμπος ο

καμπούρης

zombo

βενετσιάνικο

ζόνια η

η κυρά

zonjë-a

αλβανικό

ζόρι το | ζόρισμα το

βία, στανιό | δυσκολία

zor

τούρκικο

ζορμπαλίκι το

ετσιθελισμός, τραμπουκισμός, τσαμπουκάς | ανταρσία, αποστασία

zorbalik

τούρκικο

ζορμπάς ο | ζουμπάρι το

τραμπούκος, βίαιος, τσαμπουκάς | αντάρτης

zorba

τούρκικο

ζότι ο

κύριος, άρχοντας, αφέντης

zot-i

αλβανικό

ζουγουρτλούκι το

φτώχια, αφραγκία, απενταρία

züğürtlük

τούρκικο

ζούζουλο το

ζούδι | αγρίμι | ξωτικό, φάντασμα

zuzel

σλάβικο

ζουλάπι το

αγρίμι | κακός άνθρωπος

zullap -i

αλβανικό

ζουλούμι το

παρανομία, αδικία | απανθρωπιά, καταπίεση

zulüm

τούρκικο

ζουλούφι το

τσουλούφι

zülüf

τούρκικο

ζουμπάς ο

ατσαλένιο καρφί που ανοίγει τρύπες | ο κοντός άνθρωπος

zιmba

τούρκικο

ζούμπερο το

ζούδι, μαμούνι | κουτοπόνηρος

zubra

σλάβικο

ζουμπούλι το, ζιμπούλι τπ, ζεμπούλι το

το φυτό Hyacinthus orientalis, τσιμπούλι, γουλιά | το φυτό Polianthes tuberosa, υατσίνθι, διατσίντο, γιατσίντο, ίνδιτσι, τεμπέρι, τεμπερόριζα, ζατσίντο

zümbül

τούρκικο

ζουμπρούτι το

σμαράγδι

zümrüt

τούρκικο

ζούντα η

το παραπάνω, το απανωμέρι, το χουσμέτι

zonta

βενετσιάνικο

ζουπάνος ο

άρχοντας, κριτής

zupan

σλάβικο

ζουπώ

πιέζω

zhupë

αλβανικό

ζούρα η

η τοκογλυφία, ο τόκος, ο μαμαλάς

usura

ιταλικό

ζουράρης ο | ζουράρος

τοκογλύφος, μαμαλατζής

usuraio

ιταλικό

ζουρεύω | ζουρεύγω

κάμνω ζούρες, δανείζω με τόκο

usurreggiare

ιταλικό

ζουρνάς ο

πνευστό μουσικό όργανο

zurna

τούρκικο

ζουρνατζής ο

αυτός που παίζει ζουρνά

zurnacι

τούρκικο