Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από γ


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από γ

12.4.2011

γαβάθα η

βαθύ πιάτο

gavata

λατινικό

γαβανόζι το

κατσαρολάκι

kavanoz

τούρκικο

γαβάρα η

είδος πλοίου

gabara

βενετσιάνικο

γαβράνι το | γιαβράνι το

το πουλί Corvus monedula, καλιακούδα, κάργια, κάρια σιταροκοράκι, γκαλίτσα, γκαλτισιά, γκάλτσα, γκαλτσί, καλίτσι, κατσικατούλα, κολιός

gavran

σλάβικο

γαδίνα η | γαδίνι το

πήλινη λεκάνη

catino

ιταλικό

γαζαλίκι το

νίκη

gazalık

τούρκικο

γαζάς ο

ιερή νίκη

gaza

τούρκικο

γαζέλι το

ελάφι, ζαρκάδι

gazal

τούρκικο

γαζέλια τα

τα πεσμένα φθινοπωρινά φύλλα

gazel

τούρκικο

γαζέπης

θυμωμένος

gazaplı

τούρκικο

γαζέπι το | γκαζέπι το

θυμός, οργή

gazap

τούρκικο

γαζέτα η | γατζέτα η

βενετσιάνικο νόμισμα | νόμισμα μικρής αξίας | εφημερίδα

gazeta 

βενετσιάνικο

γαζής ο

νικητής

gazi

τούρκικο

γαζί το

είδος ραφής

quazzy 

αραβικό

γαζία η | γαντζία η

το φυτό Acacia Farnesiana, ακακία, αμπεριά

gazia 

βενετσιάνικο

γαϊρέτι το | γκαϊρέτι το

προσπάθεια, ζήλος

gayret

τούρκικο

γαϊτάνι

στενή διακοσμητική λουρίδα

kaytan

τούρκικο

γαλαντερίες οι

κοσμήματα

galanteria

ιταλικό

γαλαντόμος o | γαλάντης ο

ανοιχτοχέρης, χουβαρντάς

galantomo 

βενετσιάνικο

γαλαρία η

εξώστης θεάτρου | στοά, τούνελ

galaria

βενετσιάνικο

γαλέρα η

κάτεργο

galera 

βενετσιάνικο

γαλέτα η

είδος παξιμαδιού

galeta

βενετσιάνικο

γαλιάντρα η

το πουλί Melanocorypha calandra, καλιάντρα

calandra 

ιταλικό

γαλίμπης ο

νικητής

galip

τούρκικο

γαλιότα η

είδος μικρού ιστιοφόρου

galeotta

ιταλικό

γαλιφεύω | γαλιφουνίζω

κολακεύω

gaglioffone

ιταλικό

γαλίφης o

κόλακας

gaglioffo

ιταλικό

γαλόνι το

σιρίτι στρατιωτικό

gallone

ιταλικό

γάλος ο

διάνος, κούρκος

gallo 

ιταλικό

γαλότσα η

είδος μπότας για τα λασπόνερα

galozze

βενετσιάνικο

γάμπα η | γαμπούνι το

κνήμη, αρίδα

gamba 

ιταλικό

γαμπάλι το

καλαπόδι για στιβάνι (είδος μπότας)

gambali

βενετσιάνικο

γαμπάς ο

χοντρό πανωφόρι, καπότα με κουκούλα

gabban

βενετσιάνικο

γάμπια η

τετράγωνο ναυτικό πανί

gabia

βενετσιάνικο

γάντζα η

τσιγκέλι

ganza

βενετσιάνικο

γάντζος ο

σιδερένιο άγκιστρο | κοντάρι με άγκιστρο μπροστά

ganzo 

βενετσιάνικο

γάντι

χειρόκτιο

guanto

ιταλικό

γαντσέτο το

μικρός γάντζος

gancetto

βενετσιάνικο

γαράζι το

κακός σκοπός

garaz

τούρκικο

γαράφα η

καράφα, φλάσκα

garrafa

τούρκικο

γαργάρι το

είδος σκαθαριού | είδος σκουληκιού | σιτόψειρα

gurgulio

λατινικό

γαρδέλι το | γκαρδέλι το | γαρδέλα η

το πουλί Carduelis carduelis, αγαρδέλι, αγκαθιλίδι, αγριοκάναρο, καρδερίνα, αγκαθοπούλι, αστραγαλίνος, αμαραντάκι, βασιλοπούλα, γραμματικός. γραμματικούδι, γραφτίκι, ζιγαρδέλι, καρδερίνα, κορκοπούλα, παπαδίτσα, στραγαλιάνος, στραγαλίνι, τουρκάκι, τουρκοπούλι

gardelin

βενετσιάνικο

γαρδένια η

το φυτό Gardenia Rubiaceae

gardenia

ιταλικό

γαρδούμπα η | γαρδούμι το

είδος φαγητού με πλεγμένα άντερα, λέγεται και τυλιχτό, κοτσίδα, πλεξούδα, χορδή

caldume

ιταλικό

γαριζόνι το | γαρζόνι το | γαρδιάνος ο

το φυτό Ammi majus, ασπροκέφαλος, κλινοκέρι

garzon

βενετσιάνικο

γαρίμπης

φτωχός

garib

τούρκικο

γαρίφαλο το | γαρούφαλο το | γαρόφολο το

το λουλούδι του φυτού Dianthus caryophyllus

garofolo 

βενετσιάνικο

γαρλίνι το

είδος σκοινιού

garlin

βενετσιάνικο

γαρμπάρω

αρέσω

garbare

βενετσιάνικο

γαρμπάτος

κομψός

garbato

ιταλικό

γαρμπής ο | γαρμπινός ο

ο νοτιοδυτικός άνεμος, ο λίβας

garbi 

τούρκικο

γαρμπίλι το

χαλικάκι για χαρμάνι

garbuglio 

ιταλικό

γαρμπίνος ο

ο γαρμπής, ο νοτιοδυτικός άνεμος

garbino

ιταλικό

γαρμπόζος

κανονικός | κομψός

garboso

ιταλικό

γάρμπος

ξινός, στυφός

garbo

βενετσιάνικο

γάρμπος το | γάρμπο το

κομψότητα | συμμετρία | χάρη

garbo

ιταλικό

γαρνιμέντο το | γαρλιμέντο το

γαρνίρισμα, γαρνιτούρα

guarnimento

ιταλικό

γάρνιο το

δόλος, απάτη

gagno

ιταλικό

γαρνίρω

διακοσμώ

guarnire

ιταλικό

γαρνιτούρα η

διακόσμηση

guarnitura 

ιταλικό

γαρπάρω

καλπάζω

galopar

βενετσιάνικο

γάσα η

θηλιά σε σχοινί

gassa

βενετσιάνικο

γασμούλος ο

παιδί Φράγκου και Ρομιάς

gasmulo 

ιταλικό

γαστάλδος ο

επιστάτης, επίτροπος

gastaldo

βενετσιάνικο

γάτα η

θηλυκό γατί

gata

βενετσιάνικο

γάτος ο

αρσενικό γατί

gato

βενετσιάνικο

γάτουλο το

αγωγός νερού

giazzo

βενετσιάνικο

γάφα η

είδος αρπάγης

gaffa

ιταλικό

γαφίλης

απρόσεχτος

gafil

τούρκικο

γεδίκι το | γκεδίκι το

άδεια

gedik

τούρκικο

γεζίτης

ασυνείδητος | ξεδιάντροπος

yezit

τούρκικο

γελέρμασι το

το φυτό Helianthus tuberosus, κολοκάσι, κολοκασούδι, μιρμιρινιά, πορτοκαλάσι

yelermasi

τούρκικο

γεμεκλίκι το

έξοδα τροφής | τα τρόφιμα της χρονιάς

yemeklik

τούρκικο

γέμελος ο

δίδυμος, διπλάρι, μπινάρι

gemello

ιταλικό

γεμενί το

τσεμπέρι, φακιόλι, κεφαλομάντηλο, κεφαλογύρι, γιασμάκι, μπαρέζι, σαρίκι, μπόλια, πέτσα | είδος παπουτσιού, σκαρπίνι, τουλούμπα

yemeni

τούρκικο

γέμι το

ζωοτροφή | φαΐ

yem

τούρκικο

γεμίνι το

ο όρκος

yemin

τούρκικο

γεμίσι το

φρούτο, καρπός

yemiş

τούρκικο

γεμιτζής ο | γκεμιτζής ο

θαλασσινός, ναυτικός, μαρινέρης

yemici

τούρκικο

γεμιτσής ο

οπωροπώλης

yemışçi

τούρκικο

γεμλεντίζω

δολώνω

yemlemek

τούρκικο

γεμλίκι το

φάτνη, παχνί

yemlik

τούρκικο

Γενάρης

Ιανουάριος

Januarius

λατινικό

γενεράλης ο

τζενεράλης, αρχηγός, διοικητής

generale

ιταλικό

γενί

νέο (για πράγματα)

yeni

τούρκικο

γενιλίκι το

νέος διορισμός

yenilik

τούρκικο

γενιντουνιάς ο

το φυτό Mespilus germanica, μουσμουλιά, μεσπιλιά, μεσκουλιά

yenı-dünya

τούρκικο

γενίτσαρος ο | γενίτσαρης ο

τούρκος στρατιώτης του σώματος των γενιτσάρων

yeniçeri

τούρκικο

Γενοβέζος

Τζενοβέζος, κάτοικος της Γένοβας

Genovese

ιταλικό

γεντέκι το

σκοινί ρυμούλκησης | υποστήριγμα | εφεδρεία, βοήθημα

yedek

τούρκικο

γεντεκλής

αναπληρωματικός

yedekli

τούρκικο

γεντεκτσής

ρυμουλκός

yedekçi

τούρκικο

γεντίκι το

φόρος | προνόμιο

gedik

τούρκικο

γεράνι το

γενική ονομασία φυτών της οικογένειας Geraniaceae

geranium

λατινικό

γεραντίζω

γεννώ, ευδοκιμώ

yaramak

τούρκικο

γέρασα η

νυχτερίδα

yerasa

τούρκικο

γερατιστής η

δημιουργός

yeratici

τούρκικο

γεργεστεύω

ετοιμάζω

yeryestimek

τούρκικο

γερδέλι το | γκερντέλι το | γερδελιά η

καρδάρα, αρμεγάρι | αγκλιά, ανασυρτάρι, κουβάς, μαστέλο, μπουγέλο, μπουλιός, σαψάκι, σίγλος

gerdel

τούρκικο

γέρι το

θέση, τόπος

yer

τούρκικο

γερινέ

αντί

yerine

τούρκικο

γεριντίζω

κατακρίνω | παραμελώ

yermek

τούρκικο

γερλεστίζω

τακτοποιώ, τοποθετώ, καλοπίζω

yerleştimek

τούρκικο

γερλίσιος | γιαρλής

ντόπιος

yerli

τούρκικο

γερμάνος ο | γερμάνι το

αγέρμανος, αρσενική αγριόπαπια

germano

ιταλικό

γερμεσές ο

είδος πουρναριού

yermese

τούρκικο

γεσίμι το

η πολύτιμη πέτρα νεφρίτης

yeşim

τούρκικο

γεσίρης ο | γεσίρι το

αιχμάλωτος

esir

τούρκικο

γεσιρλίκι το

αιχμαλωσία

esir alma

τούρκικο

γετζενδίζω

ξανανιώνω

gencelmek

τούρκικο

γετίμι το | γιατίμης ο

ορφανός

yetim

τούρκικο

για

ή, είτε

ya 

τούρκικο

για

ναι, βέβαια

ya 

τούρκικο

γιαβάνης

άγευστος, άνοστος | αδύνατος, λιανός

yavan

τούρκικο

γιαβάς | γιαβάσικα

αγάλια, άναργα, αργά, σιγά, σιγανά, γαληνά

yavaş

τούρκικο

γιαβασλαντίζω

επιβραδύνω | ηρεμώ

yavaşlamak

τούρκικο

γιαβασλίκι το

βραδύτητα | πραότητα

yavaşlık

τούρκικο

γιαβέρης ο

υπασπιστής

yaver

τούρκικο

γιαβουκλού η

ερωμένη, αγαπητικιά, αρραβωνιάρα

yavuklu

τούρκικο

γιαβρί το

μωρό, παιδάκι | κουτάβι, κουλούκι | πιτσούνι, παλάζι

yavru

τούρκικο

γιαγιάνης ο

πεζοπόρος, πεζικάριος

yayan

τούρκικο

γιαγίκι το

κάδος, δουρβάνι, βούτα, μπουτινέλο

yayik

τούρκικο

γιαγίνι το

γουλιανός

yayin

τούρκικο

γιαγκάσης

φλύαρος, φωνακλάς, σαματατζής

yanşak

τούρκικο

γιαγκί το

χαλί, στρωσίδι

yaygi

τούρκικο

γιαγκιλίκι το

ο καημός του χωρισμού | ο μεγάλος έρωτας, σεβντάς

yanıklık

τούρκικο

γιαγκιλντίζω

σφάλω, λαθεύω

yanilmak

τούρκικο

γιαγκίνι το

πυρκαγιά, φωτιά

yangın

τούρκικο

γιαγκιόζης

αλλήθωρος, γκαβός, παραμάτης

yan göz

τούρκικο

γιαγλαεύω | γιαγλαταίνω | γιαγλατίζω

αλείφω με βούτυρο, αρτύνω, γιαγλατίζω

yağlanmak

τούρκικο

γιαγλής | γιαγλίδικος

λιπαρός, παχύς

yağlı

τούρκικο

γιαγλίκι το | γιαγλικάς ο

πετσέτα | μαντήλι

yağlık

τούρκικο

γιαγλίσι το | γιαγνίς το | γιαγνίσι το

λάθος, σφάλμα

yanlış

τούρκικο

γιαγούζης

μελαχρινός, μαυριδερός

yağız

τούρκικο

γιαζίκı | γιαζούκ

κρίμα

yazık

τούρκικο

γιαζλίκι

καλοκαιρινό

yazlik

τούρκικο

γιαζμά η

ζωγραφισμένο ύφασμα

yazma

τούρκικο

γιαϊλάς ο

καλοκαιρινό βοσκοτόπι, οροπέδιο

yaylâ

τούρκικο

γιακαλί το

κοντομάνικο μάλλινο πανωφόρι με γιακά

yakalı

τούρκικο

γιακαλίκι το

πλεχτός γιακάς

yakalık

τούρκικο

γιακαλώνω

αρπάζω, συλλαμβάνω

yakalamak

τούρκικο

γιακάς ο

περιλαίμιο, κολάρο | τραχηλιά, λαιμαριά, κολάρα

yaka 

τούρκικο

γιακή η | γιακί το | γιακίσι το

έμπλαστρο, μπλάστρι, κατάπλασμα, ανακόλι, βιζικάντι, βιζικατόρι,

yakı

τούρκικο

γιακιντί το

ρεύμα, ροή

akıntı

τούρκικο

γιακισικλής

ωραίος, όμορφος

yakışıklı

τούρκικο

γιακιστίζω

ταιριάζω, αρμόζω

yakışmak

τούρκικο

γιακλαντίζω

πλησιάζω, κοντοζυγώνω, κοντεύω

yaklaşmak

τούρκικο

γιακμάς ο

έγκαυμα, φλεγμονή | κάψιμο

yakma

τούρκικο

γιακούτι το

ρουμπίνι

yakut

τούρκικο

γιάλα

άντε! εμπρός!

yallah

τούρκικο

γιαλαζάς ο

φλόγα

yalaza

τούρκικο

γιαλάκι το | γιαλάκα η

γούρνα, ποτίστρα, στέρνα, λούμπα | κασόνι, κορίτος, παχνί. πλοκός

yalak

τούρκικο

γιαλαμάς ο

κόλακας, γλείφτης | λειχήνα, μαγιασίλι

yalama

τούρκικο

γιαλαμπένιο

αστραφτερό, γυαλιστερό

yalabık

τούρκικο

γιαλάν το

ψέμα

yalan

τούρκικο

γιαλαντζής

ψεύτης, ψεύτικος, περιγελαντζής

yalancι 

τούρκικο

γιαλάπα η

το φυτό Ipomoea purga

gialappa

ιταλικό

γιαλέλι το

ο σκοπός του τραγουδιού | το τραγούδι

yal-el

αραβικό

γιαλντιζλί το

επιχρύσωση

yaldız

τούρκικο

γιαλντιζλίδικος

επιχρυσωμένος

yaldızlı

τούρκικο

γιαλντιζώνω

επιχρυσώνω, χρυσοβάφω

yaldızlamak

τούρκικο

γιαμάκι το

βοηθός, μαθητευόμενος, τσιράκι

yamak

τούρκικο

γιαμάνικος

κακός

yaman

τούρκικο

γιαμάτσι το

πλαγιά, ανηφόρα

yamaç

τούρκικο

γιαμούκης ο

ο παραμορφωμένος, αυτός που έχει ακανόνιστο κεφάλι

yamuk

τούρκικο

γιαμουρλούκι το

αδιάβροχο, μουσαμάς, κάπα, καπότα, ρασίδι, σαγιά, ταγάνα

yağmuluk

τούρκικο

γιαμουσάκης | γιαμουσάκικος

υγρός, μουσκεμένος

yamyaş

τούρκικο

γιάμπα η | γιαμπάς ο | γιαμπαδάκι το

δικράνι, δικούλι, αχεροφάγι, θρινάκι, καρπολόγι, λιχνιστήρι, τρικούλι

yaba

τούρκικο

γιαμπάνι το | γιαμπανγέρι το

ερημιά, αγριότοπος

yaban

τούρκικο

γιάμπολη η

το φυτό Glycyrrhiza glabra, διάμπολη. γλυκόριζα, γλυκορίζι, αγλυκόριζα, ρεγολίτσα | βελέντζα, κουβέρτα, μαντανία, σάισμα, τσέργα, φλοκάτη

yamboli

τούρκικο

γιαναστεύω | γιαναστίζω

πλησιάζω, κοντεύω

yanaşmak

τούρκικο

γιανελί το

είδος ρούχου

yenli

τούρκικο

γιάνι το

πλευρά, μεριά | τόπος, μέρος

yan

τούρκικο

γιάντες το

είδος στοιχήματος | το διχαλωτό κοκαλάκι από το στέρνο της κότας

yâdes 

τούρκικο

γιαούρτι το | γιαούρτη η

διαούρτι, αϊριάνι, μαρκάτι

yoğurt 

τούρκικο

γιαουρτσής ο

γιαουρτάς

yoğurtçu

τούρκικο

γιαουρτχανάς ο

γιαουρτάδικο

yoğurthane

τούρκικο

γιαπαντζής

ξένος

yabanci

τούρκικο

γιαπί το

οικοδομή, χτίρι

yapι 

τούρκικο

γιαπιστίζω | γιαπιστιρεύω | γιαπιστιρίζω

κολλώ, προσκολλώ

yapışmak

τούρκικο

γιαπμάς ο

κατασκευή | χτίσιμο | χειροποίητο

yapma

τούρκικο

γιαπούτζα η

μάλλινος επενδύτης

cappuccio

βενετσιάνικο

γιαπουτζής ο | γιαπατζής ο

χτίστης, οικοδόμος

yapıcı

τούρκικο

γιαπράκι το

φύλλο | ντολμάς, ντολμαδάκι, σαρμάς

yaprak 

τούρκικο

γιαρά η | γιαράς ο | γιαράδι το

λαβωματιά, πληγή, τραύμα

yara

τούρκικο

γιαραεύω | γιαραντίζω

ωφελώ, χρησιμεύω, αξίζω

yaramak

τούρκικο

γιαραλεύω | γιαραλαντίζω

λαβώνω, πληγώνω, τραυματίζω

yaralamak

τούρκικο

γιαραλής

τραυματισμένος, πληγωμένος

yaralı

τούρκικο

γιαραμάζης

άχρηστος, αχαΐρευτος

yaramaz

τούρκικο

γιαραμπής ο | γεραμπής ο

ο Θεός

ya rabbi

τούρκικο

γιαραντίζω | γεραντίζω | γερατίζω

δημιουργώ, κάνω

yaratmak

τούρκικο

γιαράντισμα το

δημιουργία

yaratılma

τούρκικο

γιαργαλίδικος

γρήγορος, γοργός

yorgali

τούρκικο

γιαρδίζι το

επιχρύσωση

yaldız

τούρκικο

γιαρένης ο | γιαράνης ο

φίλος, σύντροφος | εραστής, γκόμενος, αγαπητικός

yar

τούρκικο

γιαρές ο

παθιάρικο τραγούδι

yare

τούρκικο

γιάρι το

γκρεμός

yar

τούρκικο

γιαρίζω

υποφέρω, βασανίζομαι

yarmak

τούρκικο

γιαρίσι το

αγώνισμα, διαγωνισμός, ανταγωνισμός

yarış

τούρκικο

γιαρμάς ο

ποικιλία ροδάκινου | χαραματιά, σχισμή, σπάσιμο

yarma 

τούρκικο

γιαρντίμι το

βοήθεια

yardım

τούρκικο

γιαρντιμτζής ο

βοηθός

yardımcı

τούρκικο

γιαρτίμι το

τμήμα, κομμάτι

yartım

τούρκικο

γιάσα

ζήτω, μπράβο

yaşa

τούρκικο

γιασάκι το

απαγόρευση, εμπόδιο

yasak

τούρκικο

γιασακτσής ο | γιασαξής ο

διασαξής, φύλακας, φρουρός, καβάσης

yasakçı

τούρκικο

γιασαντίζω

ζω, διαβιώνω

yaşamak

τούρκικο

γιασασίν

να ζήσεις!

yaşasın

τούρκικο

γιασεμί το | γιασουμί το

το φυτό Jasminum sambac, φούλι, μπουγαρίνι

yasemin 

τούρκικο

γιάσι το

το πένθος

yas

τούρκικο

γιασμάκι το | γιασμάς ο

καλύπτρα προσώπου

yaşmak

τούρκικο

γιαστάκι το | γιαστέκι το | γιαστίκι το

μαξιλάρι, προσκέφαλο

yastık

τούρκικο

γιαταγάνι

μεγάλο πλατύ και καμπυλωτό σπαθί

yatağan

τούρκικο

γιατάκης ο

κλεπταποδόχος

yatak 

τούρκικο

γιατάκι το

στρώμα, στρωσίδι, κρεβάτι | λημέρι, άντρο, λόζιος

yatak 

τούρκικο

γιατσάδα η

γιάτσο, παγωνιά, κρυάδα, γυαλάδα, καφούρι, τσίφι, τσιφούρα

giazzada

βενετσιάνικο

γιατσάρω

κρυώνω, ριγώ

giazzar

βενετσιάνικο

γιατσί το

το διάστημα λίγο πριν το βραδινό ύπνο

yati

τούρκικο

γιατσίντο το

το φυτό Hyacinthus orientalis, ζουμπούλι, τσιμπούλι, γιούλι

giacinto

ιταλικό

γιάτσο το

πάγος, κρύο, παγωνιά, παγετός

ghiaccio

ιταλικό

γιαφτάς ο

μετρικό, μερίδα κληρονομιάς

yafta

τούρκικο

γιαχανάς ο

λιοτρίβι | βουτυράδικο

yağhane

τούρκικο

γιαχνί

τρόπος παρασκευής φαγητού

yahni 

τούρκικο

Γιαχουντής

Εβραίος, Οβριός

Yahudi

τούρκικο

γιλαντζίκι το

ανεμοπύρωμα, ανεμοπύρι, ερυσίπελας, μαγουλάς, παραμαγούλα, πυρό, φώκιο, ανεμικό, αμπελοκλάδι, σουσουμιάδες,

yılancık

τούρκικο

γιλγούνης

φοβισμένος

yılgın

τούρκικο

γιλέκο το | γελέκο το | γελέκι το

κοντό ρούχο χωρίς μανίκια

yelek 

τούρκικο

γιλντίζ το

το φυτό Dahlia coccinea, ντάλια

yıldız

τούρκικο

γιλντίζω

δειλιάζω, αποκάμω

yılmak

τούρκικο

γιλντιρίμι το

αστροπελέκι, κεραυνός

yıldırım

τούρκικο

γινάτι το | γενάτι το

πείσμα

inat

τούρκικο

γινατσής | γινατζής

πεισματάρης, ξεροκέφαλος

inatçı

τούρκικο

γιογκάρι το

τρίχορδος μπαγλαμάς

yongar

τούρκικο

γιογκάς ο

ροκανίδι, πελεκούδι, σχίζα

yonga

τούρκικο

γιοζ

άγριος | διεφθαρμένος

yoz

τούρκικο

γιοκ

όχι, δεν

yok

τούρκικο

γιοκλαμάς ο

έλεγχος, επιθεώρηση

yoklama

τούρκικο

γιοκλαντάρω | γιοκλαντεύγω | γιοκλαντίζω

ελέγχω, επιθεωρώ

yoklamak

τούρκικο

γιολαντίζω | γιολάρω

στέλνω, αποστέλλω | διώχνω

yollamak

τούρκικο

γιολντάσης ο | γιολδάσης ο | γιορντάσης ο

σύντροφος, αρκαντάσης, μπουραζέρης | συνοδοιπόρος, συνοδός

yoldaş

τούρκικο

γιολτζής ο

ταξιδιώτης, οδοιπόρος

yolcu

τούρκικο

γιοντζάς ο

το φυτό Medicago sativa, τριφύλλι, μηδική, μελιγκάρι

yonca

τούρκικο

γιόξα

αλλιώς, διαφορετικά | ή | μήπως, άραγε, μπας και

yoksa

τούρκικο

γιοξού

στήθος

göğsü

τούρκικο

γιοργάνι το

πάπλωμα

yorgan

τούρκικο

γιοργαντζής ο

παπλωματάς

yorgancı

τούρκικο

γιοργάς ο | γιοργάδισμα το

τριποδισμός, ραβάνι

yorga

τούρκικο

γιορντάμι το | γιορδάμι το

μέθοδος, σύστημα, δεξιότητα

yordam

τούρκικο

γιορνταμιλής

μεθοδικός, συστηματικός, επιδέξιος

yordamlı

τούρκικο

γιορντάνι το | γερντάνι το | γκερντάνι το

περιδέραιο, κολιέ

gerdan 

τούρκικο

γιορντανλίκι το | γιορνταναλίκι το

περιδέραιο, κολιέ

gerdanlık

τούρκικο

γιοσμαρίνι το

το ροσμαρίνι, το διοσμαρίνι, το δεντρολίβανο

rosmarin 

βενετσιάνικο

γιοσμάς

κομψός, φιλάρεσκος

yosma

τούρκικο

γιότσα η

αποπληξία, κόλπος, νταμπλάς

goccia

ιταλικό

γιότσα η | γιότσολα η

μικρό τραπεζάκι τοίχου, κονσόλα

giozza

βενετσιάνικο

γιουβαρλάκια τα

είδος μαγειρευτού φαγητού με ρύζι και κρέας | κάθε στρογγυλό πράγμα

yuvarlak

τούρκικο

γιουβέτσι το | γκιουβέτσι το

είδος ψητού φαγητού με ζυμαρικά και κρέας | το πήλινο μαγειρικό σκεύος που ψήνεται το φαΐ αυτό

güveç 

τούρκικο

γιούζμπασης ο

λοχαγός

yüzbaşı

τούρκικο

γιούκος ο

σωρός από κλινοσκεπάσματα, στοιβή, τέμπλα, τροχός, τρακάδα

yük 

τούρκικο

γιουλάρι το

χαλινάρι, καπίστρι

yular

τούρκικο

γιουλάφι το

το φυτό Avena sativa, βρώμη, βρόμος, ταή, τηγάνι, αγριογέννημα, βροχός

yulaf

τούρκικο

γιουλδζής ο

οδοιπόρος, ταξιδιώτης

yolcu

τούρκικο

γιουμέκι το

φαΐ

yemek

τούρκικο

γιουμουσάκης

διαλλακτικός, μετριοπαθής, μαλακός

yumuşak

τούρκικο

Γιουνάνης ο

Έλληνας

Yunan

τούρκικο

γιουνάνικος

ελληνικός

yunanî

τούρκικο

γιούνι το

το παιχνίδι, ο αγώνας

oyun

τούρκικο

γιούρια | γιούργια

εφόρμηση

yürü 

τούρκικο

γιουρούκης ο | γιουρούκος

μέλος της νομαδικής φυλής των Γιουρούκων | ο άξεστος, ο απολίτιστος άνθρωπος

yörük

τούρκικο

γιουρουντώ | γιουρουντίζω | γιουρουστίζω | γιουρουντάρω

προχωρώ, βαδίζω | ορμώ

yürümek

τούρκικο

γιουρούσι το

εξόρμηση, έφοδος | επιδρομή

yürüyüş 

τούρκικο

γιούρτι το

κατοικία πρόχειρη| γιδομάντρι | αυλαγή

yurt

τούρκικο

γιούσουρο το | γιούσουρι το | γερούσι το

είδος μαύρου κοραλλιού

yüsrü 

τούρκικο

γιουσπατρονάτο

αφέντης, άρχοντας

giuspatronato

βενετσιάνικο

γιουστίτσια η

το φυτό Justicia adhatoda

justıcıa

ιταλικό

γιουτίζω

καταπίνω, καταβροχθίζω, χάβω

yutmak

τούρκικο

γιουφκάς ο

είδος ζυμαρικού, λαζάνι, χυλοπίτα, κουσκούσι

yufka

τούρκικο

γιούχα

επιφώνημα αποδοκιμασίας, αίσχος, ντροπή

yuha

τούρκικο

γιρλάντα η

διακοσμητική υφαντή ή πλεκτή ταινία | κόσμημα από άνθη ή φύλλα

ghirlanda

ιταλικό

γιρμάκι το

ποταμάκι, ρέμα

ırmak

τούρκικο

γιτσικά τα

οι γίδες

keçi

τούρκικο

γιύρντα η | γιουρντί το

μάλλινος επενδύτης των χωρικών και των βοσκών

örtü

τούρκικο

γκαβανούζα

ξύλινο ή πήλινο δοχείο

kavanoz

τούρκικο

γκαβομάρα | γκαβαμάρα | γκαβουμάρα

στραβωμάρα, τύφλα, αλληθωριά, γκαλιούρισμα

gâvumara

βλάχικο

γκαβός | γκαϊντός | γκαϊδός

στραβός,, αλλήθωρος, αλληγκιόζης, γκαλιούρης, απανωβλέπης, άσκοπος, βίλης, γαρίλης, παραμάτης, ραϊλός

gavŭ

βλάχικο

γκαβρουγιάνης ο

είδος τυριού, κλοτσοτύρι, μπάτζος

gavruianî

βλάχικο

γκάγκα η

ράμφος πουλιού

gaga

τούρκικο

γκάγκαρο το

μεντεσές, μάσκουλο | αμπάρα

ganghero

ιταλικό

γκαζέλα η | γαζέλα η | γκατζόλα

γαϊδάρα, βασταγούρα

gazella

λατινικό

γκαζόζα

αεριούχο αναψυκτικό

gazosa

ιταλικό

γκαϊλές ο | γαϊλές ο

στεναχώρια, φροντίδα, βάσανο, καημός

gaile

τούρκικο

γκάιντα η | γκάιδα η

δερμάτινο πνευστό μουσικό όργανο, άσκαρος, ασκαύλι, τσαμπούνα, τσαμούντα, τουλούμι, φλασκομαντούρα

gayda

τούρκικο

γκαϊντατζής ο | γκαϊτατζής ο

αυτός που παίζει γκάιντα, ασκομαντουράκης

gaydaci

τούρκικο

γκαλιάτα η

καρδάρα, αρμεχτάρα, βεδούρα

gâleadâ

βλάχικο

γκαλίνα η

όρνιθα, κότα, κοσάρα, κακάβα

gallina

ιταλικό

γκαλινάρι το

κοτέτσι, ορνιθώνας, καθίστρα, καπονιέρα, κάτοικας, κοίτη, κουμάς, κούρνια, φωλιά

gallinarium

λατινικό

γκαλίτσα η | γκαλίτσι το, γκαλιτσιά η | γκάλτσα η

το πουλί Corvus monedula, καλίτσι, καλιακούδα, κάργα, κάργια, κατσιακατούλα, κολιός, σιταροκοράκι, γαβράνι,

galica

σλάβικο

γκάλμπινος

ξανθός, ρούσος, βλάγκος, κοκκινοτρίχης | κιτρινιάρης

galbninu

βλάχικο

γκαλντερίμι το | γκαλτερίμι το

καλντερίμι, λιθόστρωτο

kaldırım

τούρκικο

γκάμα η

κλίμακα, διαβάθμιση

gamma 

ιταλικό

γκάμι το

λύπη, θλίψη, μαράζι, μεράκι, ντέρτι, σεκλέτι, στεναχώρια, βαρυγκώμια

gam

τούρκικο

γκαμσίζης

αμέριμνος, ανέμελος, αδιάφορος, ζαμανφουτίστας, χοντρόπετσος

gamsız

τούρκικο

γκανταλώ

γαργαλάω

gâdâliku

βλάχικο

γκαντέμης ο

ο γρουσούζης

kadem 

τούρκικο

γκαντζιά η

το φυτό Rosa canina, αγριοροδιά, αγριοτρανταφυλλιά, ροδαρά, βάτος

gavjeu

βλάχικο

γκαντιμή η

η αρχαιότητα | τα παλιά

kadim

τούρκικο

γκαντίρης

ικανός, δυνατός

kadîr

τούρκικο

γκαπτσούνα η | γκαπτσουνιά η

το φυτό Fragaria colina, αγριοφράουλα, χαμοκερασιά

câpşuna

βλάχικο

γκάργκος το

υποχρέωση, καθήκον

carico

ιταλικό

γκαρλίτσα

αρρώστια του λαιμού

garliča

σλάβικο

γκαρντίνα η | γαρδίνα η

μαντρωμένο χωράφι

gradina

σλάβικο

γκάτσα η

κυνήγι, καταδίωξη

cazzia

βενετσιάνικο

γκεβεζέλεμα το

βλ. γκεβεζελίκι

gevezelenme

τούρκικο

γκεβεζελεύω

φλυαρώ, κουτσομπολεύω, αερολογώ, γλωσσοκοπανώ, μωρολογώ, πολυλογώ, πολυμιλώ, τσαμπουνώ, φαφλατίζω

gevezelnmek

τούρκικο

γκεβεζελίκι το | γκεβεζιλίκι το

πολυλογία, φλυαρία, μωρολογία, κουτσομπολιό, λίμα, λογογοκοπιά, μαλιματιά, πάρλα, τσαμπούνισμα, φαφλατιό

gevezelik

τούρκικο

γκεβεζές ο | γκεβεζάρης ο

κεβεζές, πολυλογάς, φλύαρος, φαφλατάς

geveze

τούρκικο

γκεβρέκικος

ξεροψημένος, τραγανιστός

gevrek

τούρκικο

γκεβρεντίζω

ξεροψήνω, γίνομαι εύθραυστος

gevremek

τούρκικο

γκεβσέκης ο

χαλαρός, άνευρος, μαλθακός

gevşek

τούρκικο

γκεβσεκλίκι το

χαλαρότητα, ατονία

gevşeklik

τούρκικο

γκεβσεντίζω

χαλαρώνω, παραλύω

gevşemek

τούρκικο

γκέγκα

ραβδί, γκλίτσα

gege

τούρκικο

γκεγκέφι

τελάρο με πανί για κέντημα

gerget

τούρκικο

γκεζέρι το | γκεζεριό το | γκεζί το

περπάτημα, βόλτα, αναγυρίδα, γυροβολιά, σεργιάνι, τσάρκα

gezi

τούρκικο

γκεζεριάνος ο | γκεζεριτζής ο

σουλατσαδόρος, σουρτούκης, βολτογύρης, γυρουλάς, σοκακάς, ρέπης

gezici

τούρκικο

γκεζερώ | γκεζερίζω | γκεζντιρεύω

περπατώ, τριγυρίζω, βολτάρω, γυρνοβολώ, γυροβολώ, γυρουλιάζω, σεριανίζω

gezmek

τούρκικο

γκέλα η

αποτυχία, αστοχία

gele 

τούρκικο

γκελίρι το

εισόδημα, πρόσοδος, απολαβή, σοδειά, μασούλι

gelir

τούρκικο

γκελμπερί το

μασιά, τσιμπίδα | φουρνόξυλο, φουρνοκόντι. συντρίφτης, συνδαύλιστρο, παπαδιά

gelberi

τούρκικο

γκέμι το

χαλινάρι, καπίστρι

gem 

τούρκικο

γκεμιτζιλίκι το

ναυτοσύνη

gemicilik

τούρκικο

γκεμπερντίζω

εξαντλούμαι

gebermek

τούρκικο

γκεργκέφι το

τελάρο | αντί, ανυφαντήρι, αρμενιά, κρεβατίνα, κρεβαταριά,

gergef

τούρκικο

γκερεμές ο | γκιρεμές ο

έθιμο, συνήθεια,

görenek

τούρκικο

γκερένι το

βαλτότοπος, λασπότοπος

geren

τούρκικο

γκερίζι το

οχετός, υπόνομος, βόθρος, λαγούμι

geriz

τούρκικο

γκερντίζω

τεντώνω, τσιτώνω, τεζάρω

germek

τούρκικο

γκεσέμι το | γκιοσέμι το

κριάρι ή τράγος μπροστάρης

kösem 

τούρκικο

γκέσος | γκιόσος

κοκκινωπός, καστανός

gesu

βλάχιχο

γκεστίζω

προσπερνώ

geçmek

τούρκικο

γκέστο το

μορφασμός

gesto

ιταλικό

γκέτα η

περικνήμιο

gheta 

βενετσιάνικο

γκέτσα | γέτσα

αργά

geç

τούρκικο

γκετσιντίζω

βγάζω το ψωμί μου, πορεύομαι, τα βολεύω, τα φέρνω βόλτα, τα καταφέρνω

geçinmek

τούρκικο

γκετσίτι το

διάβαση, πέρασμα,

geçit

τούρκικο

γκιαούρης ο | γκιαβούρης ο

μη μουσουλμάνος, άπιστος

gâvur 

τούρκικο

γκιάστρα η

παιδικό παιχνίδι, τα αλογάκια

giostra

βενετσιάνικο

γκίζα η

είδος τυριού, ούρδα, αβδάλι, κλοτσοτύρι, πρίντζα

giza

βλάχικο

γκίκλα η | γκίγκιλα η

λουρί του σαμαριού

cingolo

ιταλικό

γκίνια η

κακοτυχία, αναποδιά

ghigna

ιταλικό

γκινίσι το | γκινόσο το | γκινόσος ο

είδος ροκάνης

ginoccio

ιταλικό

γκιντής ο

παλιάνθρωπος | νταβατζής, ρουφιάνος

gidi

τούρκικο

γκιόγια

τάχα, δήθεν

göya

τούρκικο

γκιόζα η | γκιόζι το

συρτάρι

göz

τούρκικο

γκιοζεντίζω

παρατηρώ, επιβλέπω

gözetmek

τούρκικο

γκιοζλεμές ο

είδος γλυκού, σβίγκος

gözlemek

τούρκικο

γκιολές ο | γκιουλές ο

βλήμα κανονιού

gülle

τούρκικο

γκιόλι το | γκιόλα η

λίμνη | νερόλακκος

göl

τούρκικο

γκιόνης ο | γκιόνη η | γκιόνι το | γκιονάκι το

το πουλί Otus scops, γιόνι, αγκιονάτσι, τζιόνης, τζόνης, κιόνης, κιούνι, θούπης, θουπί, κλωσσός, κλώσσος, νυχτοπούλι, σκλόπα, σκουλέπα, σκουλούπα, χαροπούλι, χουχουριστής, ασκάλαφος

gjon-i

αλβανικό

γκιόξι το | γκιόξη η

στήθος

gjoks-i

αλβανικό

γκιορέ

σύμφωνα, ανάλογα

göre

τούρκικο

γκιόσα η

η γριά γίδα, γερόγιδα, γεροντόγιδα | παλιόγρια, τραγόγρια

gjosë

βλάχικο

γκιόστρα η | γιόστρα

κονταροχτύπημα

giostra 

ιταλικό

γκιότσι το

μετακόμιση

göç

τούρκικο

γκιουβέζι το

το βιολετί χρώμα, βυσσινί

güvez

τούρκικο

γκιουβεντίζω

εμπιστεύομαι, βασίζομαι

güvenmek

τούρκικο

γκιουβερτζιλές ο

πυρίτης, νίτρικό κάλιο, λατρόνι, σαλνίτρι

güherçile

τούρκικο

γκιουγιούμι το | γκιουγκιούμι το

γκιούμι

güğüm 

τούρκικο

γκιουζέλης

κουζέλης, όμορφος, ωραίος

güzel

τούρκικο

γκιούζι το

φθινόπωρο

güz

τούρκικο

γκιουλές ο

πάλη

güleöş

τούρκικο

γκιούλι το

ρόδο, τριαντάφυλλο

gül

τούρκικο

γκιουλιαγκί το

ροδέλαιο | το φυτό Pelargonium odoratissimum, αρμπαρόριζα

gülyağı

τούρκικο

γκιουλουχτάνι

ανθοδοχείο, βάζο

güldan

τούρκικο

γκιούλσουγιου τ ο | γκιούλσι το

ροδόνερο, ροδόσταμο, ροδόσταγμα, τριανταφυλλόνερο

gülsuyu

τούρκικο

γκιουμέτσι το

κερήθρα

güöeç

τούρκικο

γκιούμι το | γκιουγούμι το

κανάτα, ροΐ

güğüm 

τούρκικο

γκιουμπαχτσές ο

κήπος με τριαντάφυλλα

gülbahçe

τούρκικο

γκιουμρούκι το | γιουμουρούκι το

τελωνείο, ντογάνα | φόρος, δασμός

gümrük

τούρκικο

γκιουμρουκτσής ο | γιουμρουκτσής ο

τελώνης, τελωνειακός

gümrükçü

τούρκικο

γκιουνάχι το

σφάλμα, ενοχή, αμαρτία

günah

τούρκικο

γκιούρικος | γκιουρέδικος

άφθονος, μπόλικος

gür

τούρκικο

γκιουρουτλί το

θόρυβος, φασαρία, βαβούρα, σαματάς

gürütlü

τούρκικο

γκιουσελές ο

σολόδερμα

kösele

τούρκικο

γκιουστέτσα

ορθότητα, ακρίβεια

giustezza

ιταλικό

γκιούστος

δίκαιος, σωστός, ορθός, ακριβής

giusto

βενετσιάνικο

γκίργκιλας ο | γκούργκουλας ο | γούργουρος ο

κούρκουλας, λαρύγγι

gîrgal 

βλάχικο

γκιργκιλιάνος ο | γκαργκαλιάγκος ο | γκαρτιλάνος ο

καρδιλιάγκος, λαρύγγι

gîrgîleanu

βλάχικο

γκιρεμέζι το | γκερεμέζι το

είδος τυριού, αρμόγαλα, αρμούζι, γαλοτύρι, σταλποτύρι

girime

βλάχικο

γκιστάνι το

φυλακή

zindan

τούρκικο

γκιτέρι το | γκιδέρι το

κεντέρι, θλίψη, λύπη

keder

τούρκικο

γκλάβα η | γλάβα η

κλάβα, κεφάλι, καύκαλο, κουτούκι, κούτρα, ξερό | κόκα, κούτρα, μυαλό, ξερό

glava

σλάβικο

γκλαβανή η | γλαβανή η

αγλαβανή, κλαβανή, καταπαχτή, αφάλι, μπουκαπόρτα, καπάντσα, καπαντζές, καταρράχτης

glavani

σλάβικο

γκλάντολα η

αδένας του λαιμού

glandula

λατινικό

γκλασάρω | γλασάρω

καλύπτω με γκλάσο 

glassare

ιταλικό

γκλίζα η

είδος πανιού ιστιοφόρου

ghissa

ιταλικό

γκλίζι το | γκλιζάρι το

χοντρό ξερό κλαδι

griju

βλάχικο

γκλόμπα η | γλόμπα η

κλόπα, πρόστιμο, ζημιά, τζερεμές

globa

σλάβικο

γκλόρια η | γλόρια η

ωραιότητα, τέρψη, χάρμα

gloria

ιταλικό

γκόλιος | γκόλιαβος

γυμνός, γδυτός, ζάρκος, ξεμπέλτσωτος, ξέντυτος, τσίτσιδος, τσίτσιπλος

gol

σλάβικο

γκολιοσάνι το

βρέφος

gulışanu

βλάχικο

γκολιοσανιάζω

γυμνώνω, ξεγυμνώνω

gulışnedzu

βλάχικο

γκόμενα η

ερωμένη, αγαπητικιά, φιλενάδα

gomena 

βενετσιάνικο

γκορίζω

καίω, καψαλίζω, κωρώνω

goret’

σλάβικο

γκοριτσιά η | γκορτσιά η | γορτσά η | γκορνιτσιά η

το δέντρο Pyrus amygdaliformis, αγκοριτσιά, αγκόριτζα, κόρτζα, αγριαχλαδιά, αγριαπιδιά, αγριάπιδος, μουρτζιά, αχλάδα

gorric-ë

αλβανικό

γκότσι

καβάλα στις πλάτες, καλικούτσα, όπαλα, αγκάνια, αγγουράκια

göç

τούρκικο

γκουβερναδόρος ο | γουβερναδόρος ο

κυβερνήτης

governadore

ιταλικό

γκουβερνάρω | γοβερνάρω | γουβερνάρω

κυβερνώ

governare

ιταλικό

γκουβέρνο το

κυβέρνηση

governo

ιταλικό

γκουβούνα η

κοπριά, βουνιά, βοϊδιά

guvun

βλάχικο

γκούβρος

σκυθρωπός

guvru

βλάχικο

γκουγκουλιάνα η | γουργουλιάνα η

φαγώσιμο μανιτάρι

gugulıana

βλάχικο

γκουγκουρέτσι το

καρπός πλάτανου

gugureciu

βλάχικο

γκουγκούτσα | γκουγκούτσκα | γκουγκουχτούρα | γκουγκουφτούρα

το πουλί Columba palumbus, κουγκούσα, χοντροπερίστερο, γαϊδουροπερίστερο, φασί, φάσα

guguca

σλάβικο

γκουζγκούνης | γκοζκούνης

κατάσκοπος

guzgûn

βλάχικο

γκουμαράτα η

σωρός μαζεμένα λιθάρια, αρμακάς, βολεός

gumarada

βλάχικο

γκουμπλίτσα η | γλομπίτσα η

δοχείο που πήζουν το τυρί

kobelj

σλάβικο

γκουντουλώ

γαργαλάω

gudulis

αλβανικό

γκούπιζα η | γκούβζα η

ξύλινη κούπα

gubezi

σλάβικο

γκούρα η | γκιούρα η

πηγή, ανάβρα, βουρβούλα

gurrë-a

αλβανικό

γκουργκούλι το | γκουργκούνι το

στρογγυλή πέτρα, κροκάλα

gorgyiiu

βλάχικο

γκουργκουλιένω

σαπίζω, κλουβιαίνω. νερουλιάζω, ουριάζω

gurguleadza

βλάχικο

γκουρλίτσα η

αρρώστια των γουρουνιών

gurlica

βλάχικο

γκούσα η | γούσα η

ο πρόλοβος των πουλιών, γούλα, μάμα, σγάρα

guša

σλάβικο

γκουσενίτσα η | γκασανίτσα η | γκασιανίτσα η

κάμπια

gusenica

σλάβικο

γκουτζούκης

κολοβός, κομμένος

gücük

τούρκικο

γκράβα η | γράβα η

και αγράβα, σγράβα, χράπα, η ρωγμή, η σχισμάδα | στενή χαράδρα, γκρότα, μπιστιριά, σπέλα

grabë-a

αλβανικό

γκρανκάσα η

μεγάλο μπάσο τύμπανο

grancassa

ιταλικό

γκράντε ο | γκραν | γράντος

μεγάλος

grande

ιταλικό

γκραντσέσα η

μεγαλείο

granndezza

βενετσιάνικο

γκράτσια η | γράτζα η

χάρη, εύνοια

grazia

ιταλικό

γκράτσιε

ευχαριστώ

grazie

ιταλικό

γκρέκα η

μαίανδρος

greca

ιταλικό

γκρεμούρα η | γκρέμουρας ο | γκρέμουρο το

γκρεμός, λέσκα, πέτακας, στεφάνι

gremur

βλάχικο

γκρεουσάδι το | γκλιουσάδι το | γκρεουσιά η | γκρεούσι το, γκρεουσάρι το

το φυτό Phillyrea media, αγλαβιτσιά, αγλανιδιά, αγλανδινιά, αράφυλλος, αγριομυρτιά, εγλενός, εγλενιός, μερέτι, φελίκι, φιλίκ, φίλικα, φιλουρία, φλιτσάρι

greuşu

βλάχικο

γκρέπι το

αγκίστρι

grep-i

αλβανικό

γκρέτζος | γρέντζος | γρέζος

ακατέργαστος, τραχύς

grezzo

βενετσιάνικο

γκρίζαβος | γκρίτζαβος | γκριζάλαβος | γκριζάλας | γκρίζαλος

καβγατζής, κακότροπος, γκρινιάρης

gr’zo

σλάβικο

γκρίζο το | γκριζάρι το

ρόζος έλατου | ρίζα θάμνου

griz

σλάβικο

γκρίζος | γκρι | γρίζος

ψαρός, σταχτής, αθουδερός

griso 

βενετσιάνικο

γκρίνια η | γρίνια η | γκρίνισμα το

κλαψούρισμα, μουρμούρα, μεμψιμοιρία, γλωσσοφαγιά, γλωσσοφαγούρα

grigna

ιταλικό

γκρινιάζω | γρινιάζω

κλαψουρίζω, μουρμουρίζω, μεμψιμοιρώ

grignare

ιταλικό

γκρίντα η

κραυγή, φωνή

grida

ιταλικό

γκριντέλι το

κοπάδι

krdeľ

σλάβικο

γκρόπα η

λάκκος, λακκούβα | τάφος

grob

σλάβικο

γκρότα η

σπηλιά

grotta

ιταλικό

γκροτέσκος

αστείος, κωμικός, γελοίος

grottesco 

ιταλικό

γκρούμπος ο

μικρός σωρός

grumus

λατινικό

γλαδιόλα η | γλαδιόλος ο

το φυτό Gladiolus segetum, καστανίδα, σπιθάνακας, φοινίκι, ακριοκόρακας, σπαθοβότανο, σπαθόχορτο, σπαθί, σπαθίνακας, σπαθάκι, μαχαίρα, μαχαιρίδα, ξιφάρα, πασχάτικο,

gladiolus

λατινικό

γλάνι | γλάνιο το

παιδί

oğlan

τούρκικο

γλαντί το

το πουλί Ardea cinerea, τσικνιάς, γεροντορτυκοσούρτης, καλπουτζής, ραβανός, σταχτοτσικνιάς, τρυγονοκράχτης, τρυγονοσούρτης, ψαροφάγος, ψαροφαγάς

gladio

ιταλικό

γλάστρα η | γλαστράδα η

γκρεμισμένη μάντρα σε χωράφι

guastra

ιταλικό

γλάστρος ο

το φυτό Isatis tinctoria

glastro

ιταλικό

γλεντζές ο | γλετζές ο

εγλεντζές, αυτός που αγαπά τα γλέντια, χαροκόπος

eğlence 

τούρκικο

γλέντι το | γλέντημα το

εγλέντι, ξεφάντωμα, διασκέδαση

eğlenme

τούρκικο

γλεντώ

ξεφαντώνω, διασκεδάζω

eğlenmek

τούρκικο

γλίνα η | γκλίνα η

λάσπη, γλούσπη, γρούσπη | πηλός | γλίτσα, μαλούπα | ξίγγι, λίπα, λίγδα, άλειμμα, λαρδί

glina

σλάβικο

γλογκιά η | γλόγκος ο

το φυτό Crataegus oxyacantha, αγλογκιά, γκαβτζιά, κοκκινομεσπιλιά, μερμελιτσιά, μουμουτζελιά, μεμετσιλιά, μπουρμπουτσελιά, μορίντζα, μουρτζιά, τρικοκιά

glogk

σλάβικο

γλόμπος ο

λάμπα

globo 

ιταλικό

γλούβα η

λάκκος

glob

σλάβικο

γλουμπόκος ο

λακκούβα

glob

σλάβικο

γλούπος ο

στόμα | οισοφάγος | στόμιο | ο λαίμαργος άνθρωπος

glupak

σλάβικο

γόβα η | γκόβα η

και βόβα, είδος γυναικείου παπουτσιού

goba

βενετσιάνικο

γόδερο το | γοδέρι το

ευημερία, διασκέδαση

goder

βενετσιάνικο

γοδέρω | γοντέρω

απολαμβάνω, ευημερώ

gedere

βενετσιάνικο

γοδιμέντο το | γοδαμέντο το

διασκέδαση

godimento

ιταλικό

γολέτα η

είδος μικρού δικάταρτου ιστιοφόρου

goleta

βενετσιάνικο

γόλι το

χέρι

kol

τούρκικο

γολόζος | γουλόζος

καλοφαγάς | λαίμαργος

goloso

ιταλικό

γόμα η | γκόμα η

παχύρρευστη κολλητική ουσία. | σβηστήρι

goma 

βενετσιάνικο

γομαλάκα η

ρητίνη που γίνεται βερνίκι

gomma lacca

ιταλικό

γόμπα η

σγόμπα, ζούμπα, καμπούρα

goba

βενετσιάνικο

γόμπος

σγόμπος, καμπούρης

gobo

βενετσιάνικο

γοντζές ο | γοτζές ο | γοντσές ο

κοντζές, μπουμπούκι, βαβούλι

gonca

τούρκικο

γόντολα η | γούντουλα η

μεγάλη ψαράδικη βάρκα, τράτα | σκεπαστή βάρκα μεταφοράς προσώπων, στη Βενετία

gondola

βενετσιάνικο

γορδίλι το

είδος σκοινιού

cordiglio

ιταλικό

γοτεζίνι το

ρακοπότηρο

gotesin

βενετσιάνικο

γούβα η

γούβα, λάκκος

guvë-a 

αλβανικό

γουδιμέντο

απόλαυση

godimento

ιταλικό

γούλα η | γούλη η

γκούσα, μάμα, σγάρα | καταπινάρι, καταπιώνας, λαιμός, λάρυγγας, γουργούρι

gula 

λατινικό

γουλί το

το φυτό Brassica oleracea capitata, κράμπη, κραμπί, κραμπολάχανο, κραμπούνι, λάχανο μάπα, φυλλάδα, φρύο,

colis

λατινικό

γουλοζιτά η | γουλοζιτό τπ

λαιμαργία | ορεκτικό φαγητό

golosita

ιταλικό

γουλόζος | γολόζος

λαίμαργος

goloso

ιταλικό

γούμενα η | γούμενη η

παλαμάρι, καραβόσχοινο, καραβοτριχιά, κάβος

gumena

ιταλικό

γούνα η

δέρμα ζώου με μαλακό και πυκνό τρίχωμα

gunna

λατινικό

γουναράς ο | γούναρης ο

αυτός που φτιάχνει ή πουλάει γούνες

gunarius

λατινικό

γουνέλα η

κοντογούνι, μεντενές

gonnella

ιταλικό

γουντουλιέρης ο | γουντουλιάρης ο

ο κάτοχος ή ο οδηγός της γόντολας

gondoliere

βενετσιάνικο

γουργούρα η | γουργούρι το | γουργουρητί το | γούργουρας ο

ο θόρυβος στην κοιλιά

gurgulio

λατινικό

γουρζέρα η | γκουρζέρα η

γιακάς

gorgiera

ιταλικό

γούρι το

και ουγούρι, ογούρι, αγούρι, η καλοτυχία

uğur 

τούρκικο

γουρλής

και ογουρλής, καλότυχος, καλόμοιρος, καλοπίχερος, τυχερός, χερικάρης, μπαχτλήτικος

uğurlu

τούρκικο

γούρνα η | γούρνος ο

ποτίστρα, σκαφίδα, λαρνάκι, μάχτρα | λάκκος, λακκούβα, λούμπα,

gorna 

βενετσιάνικο

γουστάρω | γουστέρνω 

λαχταρώ, επιθυμώ

gustare

βενετσιάνικο

γουστέρα η | γκουστέρα η

σαύρα, αλισαύρα, ζωγραφίδα | βυζάστρα, κολοσαύρα, σελεντρούνα, χολοσαυράς, φαρμάκα, χρυσαφίδα

gušter

σλάβικο

γουστερίτσα η | γκουστερίτσα η

η μικρή σαύρα

gušterica

σλάβικο

γούστο το

καλαισθησία | προτίμηση, αρέσκεια

gusto

βενετσιάνικο

γουστόζος ο

ευχάριστος, χαριτωμένος, διασκεδαστικός

gustoso 

βενετσιάνικο

γράβαλο το | γκράμπαλο το

ξύστρα, τσουγκράνα, χτένι | σιδερομαγκούρα, συνδαύλιστρο, φουρνομασιά, φουρνόξυλο, φουρνοσίδερο

gramola

ιταλικό

γραβάτα η | κραβάτα η

λαιμοδέτης

cravatta

ιταλικό

γραβιέρα η

είδος τυριού

groviera 

ιταλικό

γραδάρω

μετράω την πυκνότητα υγρού

graduare

ιταλικό

γραδέλα η

καλαμωτή

gradella

ιταλικό

γράδο το | γράντο το

βαθμός πυκνότητας υγρού | θερμόμετρο | βαθμός αξιώματος

grado

ιταλικό

Γραικός ο | Γκραίκος ο

Ρομιός, Ρωμιός

Graecus 

λατινικό

γραμάδα η

και αγραμάδα, σωρός λιθάρια, αρμακάς

gramada

σλάβικο

γραμενιά η | γραμενίτης ο | γραμεμίτσα η | γραμενίτσι το

το φυτό Triticum durum, είδος σταριού

gramegna

βενετσιάνικο

γράμπαλος ο | γραμπανέλα | γραμπί το

αρπάγη, άγκιστρο

grappa

ιταλικό

γράνα η | γρανί το

σύνορο, όριο | αυλάκι, χαντάκι, κουφούσι, σαϊτάρι, σούδα | μονοπάτι, στρατώνι, χώρισμα

grana

σλάβικο

γρανάτα η

κόκκινη πολύτιμη πέτρα

granata

ιταλικό

γρανίτα η

παγωμένος χυμός φρούτων

granita

ιταλικό

γρανίτσα η | γράνιτσα η

και αγρανίτσα, το δέντρο Quercus brachyphylla, αγριοβαλανιδιά, δέντρο, δρυς, ημεράδι, μεράδι, ρουπάκι, τσάρι, τσερνόκι, τσερνούχι

granica

σλάβικο

γραντί το

είδος σκοινιού

gradin

τούρκικο

γραντσέολας ο | γραντσέουλα η

κάβουρας | καβουρομάνα

granchıo

ιταλικό

γράπα η

γάντζος, αγκιστρόβεργα

grappa

ιταλικό

γραπώνω

πιάνω, τσακώνω, αρπάζω, αρπακώνω, αρπακολώ, βοδώνω. γριτζαφώνω. μαγκώνω

aggrappare 

ιταλικό

γρασάρω

λιπαίνω μηχάνημα με γράσο

ingrassare

ιταλικό

γράσο το

είδος λιπαντικού, μηχανόλαδο

grasso

ιταλικό

γράτσι

ευχαριστώ

grazie

ιταλικό

γράχος ο | γκράχος ο

το φυτό Vicia sativa, γάρφος, βίκος, ακριοκουκιά, αγραδιά, αγριοαρακάς, αγριοκουκολαθούρ, αγριολαθούρι

grah

σλάβικο

γρεγάλης ο | γκρεκάλης ο | γρεκάλης ο

ο βορειοανατολικός άνεμος, ο μέσης

grecale

ιταλικό

γρεγολεβάντες ο | γρεκολεβάντης

μεσαπηλιώτης

gregolevante

βενετσιάνικο

γρέγος ο | γρέκος ο

ο βορειοανατολικός άνεμος, ο μέσης

grego 

βενετσιάνικο

γρεγοτραμουντάνα η | γρεκοτραμουντάνα η

μεσοβοράς

gregotramontana 

βενετσιάνικο

γρέκι το | γκρέκι το

λόντζα, στάλος | γιατάκι, κατοικιό, κονάκι, μαντρί, μονή, ξωμονή, στάνη, στρούγκα

igrek

σλάβικο

γρέμπανο το | γκρέμπανο το

γκρεμός | τόπος με βράχια, χωράφι με πέτρες

greben

σλάβικο

γρεμπένι το

λειρί, καπερόνι, κρέστα

greben

σλάβικο

γρέντα η | γρεντιά η

δοκάρι, κόρδα, πάτερο, πατόξυλο | καβαλάρης, κορφιάς, ποταμός

greda

σλάβικο

γρέντζελο το | γρεντζελιά η

το φυτό Vita vinefera silvestris, αγριοσταφυλιά, αγριόκλημα, αγριάμπελο, πατούλι

agrandzala

βλάχικο

γρέτζος ο | γρέντζος ο | γρέτζα η

το ψάρι Maena vulgaris, μένουλα, μανόλι, μενόλι, στρογγύλα, κόντουρα, μεζίκι

garizo

βενετσιάνικο

γριβάδι το

το ψάρι Cyprinus carpio, γριβάδι, μουστάκι, μποτσικάρι, σαζάνι, τσάφρα

griva

σλάβικο

γριγρί το | γκριγκρί το

είδος ψαράδικου | τρόπος ψαρέματος

gır gır

τούρκικο

γρίζο το

τραχύ ρούχο, γκρίζου χρώματος

griso 

ιταλικό

γρίλια η | γκρίλια η

ξύλο του παντζουριού

griglia

βενετσιάνικο

γρινίζω

νιαουρίζω

grugnire

ιταλικό

γρίπος ο

αλιευτικό σκάφος, τράτα

grippo 

ιταλικό

γρόμπος ο

και σγρόμπος, σβόλος, βόλος, κόμπος, ρόζος

groppo

ιταλικό

γρόσι το 

είδος νομίσματος | τα γρόσια: η περιουσία, τα χρήματα

grosso

ιταλικό

γρούντα η | γκρούντα η

γρόμπος, σβόλος, βόλος, κόμπος

gruda

σλάβικο

γρουσούζης | γουρσούζης | χρουσούζης

και ουγουρσούζης, κακότυχος, κατσικοπόδαρος, κακοσήμαδος, κακοπόδαρος

uğursuz 

τούρκικο

γρουσουζιά η | γρουσουζά η | χρουσουζιά η

και ογουρσουζιά, αναποδιά, ατυχία, κατσιποδιά, κακοσημαδιά, αναμουντζομάρα

uğursuzluk

τούρκικο

γρούτα η

χυλός από αλεύρι

grutum

λατινικό

γρουτάρης ο

πραματευτής

grutarius 

λατινικό

γρύλος ο

είδος μοχλού

grillo

ιταλικό