Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από λ


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από λ

22.8.2011

λα

η

la

ιταλικό

λάβα

μεγάλη ζέστη, ζέστα, ζέστε, ζιστιάκα, ζάμπορο, ζάμπουρας, ζάπουρας, ζιάρα, ζιούρους, κάψη, κάψα, κάμα, καΐλα, γκαΐλα, λάβρα, λάλαρο, μπρούζια, μπρουζιάλα, φάκλα

lava

ιταλικό

λαβαδούρος, λαβαδόρος

νεροχύτης, νιρουχίτς

lavaor

βενετσιάνικο

λαβαμάνο, λαβαμάνος, λαβαμάν, λαβομάς, λαβομάνο, λαβομάνα, λαβομάνος, λαβαμάν, λαβαμά, λαβαμάς, λαβουμάνος, λαβόμανου, λαβουμάνου, λαβαμάνς, λαομάνος

νιπτήρας (λόγιο)

lavaman

βενετσιάνικο

λαβάντα, λαβάνδα, λαβαντίδα, λεβάντα, λεβάντη, λιβάντα, λεβαντίνα, λιβανάκι

φυτά του γένους Lavandula: αγριολεβάντα, βάια, βαιά, θυμαράκι, καλογερόχορτο, καλογερικόχορτο, καραμπάσι, καραμπάς, λαμπρή, λαμπροκεφάλι, λαμπρολουλούδι, μαβροκεφάλι, μαβροκέφαλος, μυροφόρα, σπίκα, σφακομηλιά, φλασκομούνι, χαμολίβανο

lavanda

βενετσιάνικο

λάβαρο

μπαϊράκι, μπαργιάκι, μπαϊράκ, παντιέρα, μπαντιέρα, μπαδιέρα, παπιόρα, φλάμπουρο, φλάμπορος, φλάμπουρου, φλάμπολ

labarum

λατινικό

λαβάρω

γαμώ, γαμίζω, γαμού, αμώ, μω, βατεύω, βατέβου, βαντέβου, βατέβγω, βατέβγου, βατέβγκω, βατέβκω, βατέγκου, ματέβω, μαντέβω, ματέβγω, πατέβγω, πατέβου, πατέγκουω, γατέβω, λάζω, λάσω, ραπόνω, σαουλιάζου, σιαφακόνω, τσιαφλιακόνου

lavorare (una donna)

ιταλικό

λαβάς

λαγάνα

lavaş

τούρκικο

λαβατίβο

κλύσμα (λόγιο), σερβιτσιάλι, σιρβιτσάλι, σιρβιτσιάλι, ξεβουρτσάλι

lavativo

βενετσιάνικο

λαβατόγιο

πλυσταριό, πλυστήρι, λούτσα

lavatoio

ιταλικό

λάβδανο, λάδανο, λάδανον, λαδανιέ, λαδανιά, λαδανία, λίδος, λίδανο, λουβιδιά, λοβουδιά

φυτά του γένους Cistus: αλάδανο, αλάδανος, αγριοαλισφακιά, αγριοθρούμπο, αγριοφασκομηλιά, αζουλέπια, ακατσαριά, ασπροκουνουκλιά, αλεκάτι, αλιταριά, ακίσαρος, βούκισο, βούκισα, βούθικο, δρόσνι, θρουμπί, καλοκρασιά, κιστάρι, κίσταρο, κίστο, κιστό, κισαράκι, κουνούκλα, κουνουκλιά, κουμουσάρα, λιονιά

laudanum

λατινικό

λαβερετά

η αλήθεια, αλίθα, αλίθιγια αλιθίγια, αλίσια, αλίτσια, αλίτσα, αλίθκια, αλίσκα, αλίντια, αλίρια, αλθιά, αλίθιο, αλίσιο,

la verita

ιταλικό

λαβέτζο, λαβέντζο, λαβέτζι, λαβέντζι, λαβεντζί, λαβέντσι, λεβέτζι, λαβετζί, λαβέζιν

τσουκάλι, τσουκάλα, τσκάλι, τσκαλ, τσούκα, κατσαρόλα, κατσαρόλι, κατσαρόλ, τέντζερης, τέντζερι, τέτζερης, τέτζερη, τέντζερος, τέντζερες, τεντζερές, τέτζερος, τέτζερο, τέτζερες, τετζερές, τέντζερς, τέντζιουρ, τέντζιρις, τζέντζιρς, τζέτζιρς, ντέτζερης, ντέντζερης, ντέντζιρης, ντέτζερο, ντέντζιρς, ντέτζιρς

lavezo

βενετσιάνικο

λαβοράδος

δουλεμένος | στολισμένος

lavorato

ιταλικό

λαβόρο

δουλειά, δλια

lavoro

ιταλικό

λαγήνα, λαγήνι, λαγίν, λαΐνα, λάινας, λαΐνι, λαΐνιν, λαΐν, λιένα, λιένη, λιεν, λαένα, λαέν, λάγκνος

βίκα, βίκος, στάμνα, σταμνί, μπαρδάκα, μπαρδάκι, μπαρδάκ, μπαρντάκα, μπαρντάκι, μπαρντάκ, μπότης, μπότι, μποτίρι, μπουντένα, μπουτούτς, μπούρμπουλας, μπρόκα, νεμπότης, νεμπότι, σουρλάς, τεστόπον, τσουκάβα

lagena

λατινικό

λάγιο, λάγιου, λάιο, λάιου

μαύρο (πιο πολύ για πρόβατα)

laj

αλβανικό

λαγκάδι, λαγκαδία, λαγκαδιά, λαγκάδα, λαγκάδ, λαγκαδέα, λάγκος, λαγκός, λαγκό, λαξιά, λακιά

λατό, ραγκάδι, ορσίδα, χας

l’ka

σλάβικο

λαγούμι, λαγούμ, λαούμι

μίνα, ίσβα

lağım

τούρκικο

λαγουμιτζής, λαγουμιντζής, λαγουμιζής

αυτός που φτιάχνει λαγούμια

lağımcı

τούρκικο

λαζάνια, λαντζάνια, λασάνια (τα), λασάνιες (οι)

τεμάσια, τουμάτσια, γιουφκάδια, ταγιατέλες, ταγιαδέλες

lasagne

βενετσιάνικο

λαζαρέτο

λοιμοκαθαρτήριο (λόγιο)

lazareto

βενετσιάνικο

λάζος, λαζιά, λάζο, λάζινα

ξεχερσωμένος τόπος, για να γίνει βοσκότοπος

laz

σλάβικο

λάκα

βερνίκι, βερνίτσι, βιρνίκ, βιρνίτς

lacca

ιταλικό

λακέρδα, λακέρτα, λανκέρδα

παστή παλαμίδα σε λάδι

lacerta

λατινικό

λακές

υπηρέτης (λόγιο)

lacchè

ιταλικό

λακινιά, λικινιά, λικουνιά, λακνιά

κοπάδι ζώων (αλόγων, γαϊδάρων, μουλαριών)

lacinia

λατινικό

λακιρντί, λακριντί, λακρεντί, λακαρντί

κουβεντολόι, κουβεντολόγι, κουβιντουλόι, μαλιμάτι, μαλιμάτ, μαμπέτι

lakırdı

τούρκικο

λακκούβα, λαγκούβα

γούβα, γούφα, γκούβα, γούπα, γούπος, γίπη, βούα, βούβα, βούγα, βούπα, βούπος, βούφα, βούχα, κούπα, κούβα, ούα, χούβα, λότσκα, λούμπα, μπάρα, χρούσπα

lokuva

σλάβικο

λάκουμος, λάγκουμος

λιχούδης, λιχούδς, βουλάρης, βουλιάρης, γουλιάρης, γούλιαρος, γουλιάρικος, γλιάρης, γουλαράς, γκολαράς, γουλάρης, γούλαρης, γουλάρς, γουλάρτς, γουλιάρς, γλιαρς, χλιαρς, αουλιάρης, ουλιάρης, δουλιάρης, γουλαρέας, γουλέας, γουλόζος, γουλόζους, γουλούζης, γούλαρμος, γούρλαμος, γούλερμος, γλόζος, γλόζους, γλούζους, γκλόζους, γούλους, γολόζος, γολιόζος, γλιαρς, γλιφοπιατάς, γλιφοπινάκας, γλιφοπινάκης, γλιφοσαγανάς, γλιφοσαχανάς, γλιφτοσαχανάς, γλιφοκουτάλας, γλιφοσκουτελάς, γλιφοσκουτέλης, γλιφουχστέλς, γλιφτοσκτέλς, γλιφτουσκέλς, γλιψουσκούτιλους, γλιφτοτσανακάς, γλιφίτσης, γλιφίτσας, γλίψαβος, αγλίψαβους, αγλίψας, γλιφούτσης, αγλιφούτζ, αναγλιφτάς, αναγλίφτης, αγλιφουχστελς, αγλιφοσκουτελάς, αλίξουρους, λίξης, λιξιάρης, λιξούρης, λίξουρος, λιξούρς, λουξουρς, λιχούτης, λιμάρης, λιμαρς, λιμάρκος, λιμόγντουρο, ανεσίφταγος, ασίφταγος, στομάρης, φαγάς, φαγάνας, φαγανιάρης

lakom

σλάβικο

λάλα

κάμπια, κάμπα, κάμνια, γκουσενίτσα, γκουσιανίτσα, γκασανίτσα, γκασιανίτσα, γκουζιονίτσα, μπλούντα, σκαμπή

llallë

αλβανικό

λάλα, λαλά, λάλη

βάγια, βάια, βάγισα, βάισα, βαΐσα, βαΐχισα, παραμάνα, νταντά

lala

τούρκικο

λάλας, λαλάς

ο μεγάλος αδερφός

lalë-a

αλβανικό

λάλας, λαλάς, λάλης, λάλος, λάλους

θειος, μπάρμπας, πάρμπας, ταής

lală

βλάχικο

λαλές

φυτά του γένους Tulipa

lale

τούρκικο

λαλίνι, λαλίν, λαλούνι

νάλι, τσόκαρο, γκαλέτσι, γκαλέτς, γαλέτσι, γαλέτς, πατίκι, πατίκ

nalın

τούρκικο

λάμα

λεπίδα, λεπίδι | ξυράφι, ξουράφι, ξουράφ, ξιουράφι, ξιουράφιν

lama

ιταλικό

λαμαρίνα

σίδερο ή ατσάλι σε πλάκα | ταψί από λαμαρίνα, αλαμαρίνα

lamarin

βενετσιάνικο

λαμεντόζος

αυτός που θρηνεί

lamentoso

ιταλικό

λαμόρες

πούστης, ντιντής, ντιγκιντάγκας, συκιά, αδερφή, φλώρος, κουνιστός, κουνίστρα, λουμπίνα

l'amore

ιταλικό

λάμπα, λάνπα

καντήλι, καντήλα, καντίλ, λυχνάρι, λιχνάρ

lampa

ιταλικό

λαμπάντε, λαπάντες

λαμπρός, λαμπερός, λαμπιρός

lampante

βενετσιάνικο

λαμπικάρω

καθαρίζω, λαγαρίζω, ρεμπικάρω

lambicar

βενετσιάνικο

λαμπίκος, λαμπίκι

ρακοκάζανο, ρεμπίκι

lambico

βενετσιάνικο

λαμπίκος, λαμπίκους

καθαρός, λαγαρός, ρεμπίκος

lambico

βενετσιάνικο

λαμπιόνι

φανάρι, φανάρ, λάμπα

lampione

ιταλικό

λαμπούκα, λαμπούρδα, λαμπόρδα, λαπόρδα

το ψάρι Coryphaena hippurus, κυνηγός

lampuga

ιταλικό

λάμπρενα

το ψάρι Lampetra fluviatilis, πεταλίδα

lampreda

ιταλικό

λάμπρενα, λάμπενα, λάμπινα, λαμπίνα, λαπίνα

ψάρια του γένους Labrus, χειλού, χειλούτσα

labbrona

ιταλικό

λάνα, λούνα

μαλλί

lana

βενετσιάνικο

λανάρι, λανάρα, λανάρ, λονάρι

εργαλείο για το ξάσιμο του μαλλιού

lanaro

βενετσιάνικο

λάνια

παράπονο, παράπουνου, παραπόνεμα, παραπόνεση, παραπόνιση

lagna

ιταλικό

λανκόρε, λανκουόρε

αδυναμιά, αχαμνάδα, αχαμνιά, αχάμνια, αχαμνοσίνη, αχάμνισμα, αχάμνιση, αχαμνίλα, αχάμνιτα, χαμνία, χάμνισμα, χάμνισμαν, χάμνιμαν

languore

ιταλικό

λανκουΐρω

αδυναμίζω, αδναμίζου, αδιναμιάζω, αδινατέβω, αδιναστέβω, αχαμνένω, αχαμνένου, αχαμνίνω, αχαμνίνου, αχαμνιένω, αχαμνιένου, αχαμνέβω, αχαμνίζω, αχαμνίζου, χαμνέβω, χαμνίνω, χαμνίνου, χαμνίζω, χαμνίζου

languire

ιταλικό

λαντέρνα

φανάρι, φανάρ

lanterna

βενετσιάνικο

λάντζα, λάγτζα, λάνγκια

ξύλινη λεκάνη για το πλύσιμο των πιάτων | το πλύσιμο των πιάτων και των κατσαρολικών

lanza

βενετσιάνικο

λάντσα, λάντζα, λάτζα

κοντάρι, κουντάρ

lancia

ιταλικό

λάντσα, λάντζα, λατζούνι

βάρκα που έχει το καράβι

lancia

ιταλικό

λαντσέτα

νυστέρι, νιστέρ

lanceta

βενετσιάνικο

λαορέντες, λαβορέντης, λαγουρέντης, λαγουρέντες, λαουρέντης, λαουρέντες

μάστορας, μάστορης, μάστουρας, μάστουρης, κάλφας

laorante

βενετσιάνικο

λαουντάρω, λαουδάρω, λαουτάρω

παραδέχομαι

laudar

βενετσιάνικο

λαούτο, λαβούτο, λαβούτου, λαγούτο

μοιάζει με το ούτι, έχει τέσσερα διπλά τέλια

lauto

βενετσιάνικο

λαπαβίτσα

χιονόνερο, νιρόχιονο, νιρλόχιονο, νεροσκλιό, σολότα, σουλότα

lapavica

σλάβικο

λαπάς

μπουλουμάτσι, μπουλουμάτς

lapa

τούρκικο

λάπης, λάπη

πεναλάπη, μολύβι (για γράψιμο)

lapis

ιταλικό

λαπούδι, λπούδα, λαπούντα

κάλτσα, κάρτσα, καρτσόνι, καρτσούνι, καλτσούνι, καλτσούνα, καλτσούν, καρτσόνι, καρτσούνι, σκάλτσα, σκαλτσούνι, σκαρτσούνι, σκαρπούνι, σκούνι, σκουφούνι, σκφούνι, σκφουν, τσουράπα, τσουράπι, τσουράπ, τσιουράπι, τσιουράπ, τσιουρέπι, τσιουρέπ, τσιράπι, τσιράπ, τσιαράπι, τσιαράπ, τζιράπι, τσιρέπι, τσιρέπ, τσερέπι, τσερέπ, τσοράπι, τσοράπ, ορτάρι, ορτάρ, πατούνα, πατούνι, πατίκι, τερλίκι, τιρλίκι, τιρλίκ

lapudă

βλάχικο

λαρδί, λάρδος

αρδί, άλειμμα, άλμα, γλίνα, γλίνη, γκλίνα, γαλίνα, γλίντζα, γλίτσα, λίγδα, λίδα, λίπα, λιπασά, λιπότι, μίλα, ξίγκι, ξιγκ, ξούγκι, ξουγκ, αξούγκι, αξουγκιά, αξουγκ, παστός, παστό

lardum

λατινικό

λάρισα, λάριζα, λέριζα

ξύλο πεύκου

larese

βενετσιάνικο

λάσιτο

κληροδότημα (λόγιο), άφισμα

lascito

ιταλικό

λασκάδα

όταν ο αέρας φυσάει στην πρύμη

lascada

βενετσιάνικο

λασκάρω, λασκέρνω, λασκάρνω

μποσικάρω, μποσκάρω

lascar

βενετσιάνικο

λάσκος

μπόσικος, μπόσκος, μπόσκους

lasco

βενετσιάνικο

λάστρα, λιάστρα

τζάμι, τζιάμι

lastra

ιταλικό

λάτα, λατός

τενεκές, τινικές, ντενεκές, ντινικές, τσινικές

lata

βενετσιάνικο

λατέρνα, λαντέρνα

οργανέτο, όργαλου

laterna

τούρκικο

λατερνατζής

αυτός που έφτιαχνε ή έπαιζε τη λατέρνα

laternacı

τούρκικο

λατζιβέρτης, λατζιβέρτς

γαλάζιος, γαλάζιους, γαλάζος, γαλαζός, γαλάζους, γάλαζους, γαλάτζιος, γαλανός, γαλανέ, γαανός, αλανός, γαλαμπός

lacıverdi

τούρκικο

λατινιέρης, λατονιέρης

τενεκετζής, ντενεκετζής, τινικιτζής

lattoniere

ιταλικό

λατινικά

φράγκικα

latinè

λατινικό

Λατίνος

Φράγκος

Latinus

λατινικό

λατίτσενος

γαλατερός, γαλατιρός, γατερέ, γαλαχτερός, γαλαχτιρός, γαλαφερός, γαλαφτιρός

laticini

βενετσιάνικο

λάτρινα, λέτρινα, λετρίνα

αλαμπάντα, ανάγκη, ανάτζη, αναγκαίος, αναγκαίο, αναγκαίον, αναγκαίος, αναγκιόν, αναγκιό, αναγκέου, ανατζέο, ανατζέος, ανατζιέος, αγκεός, αγκέους, ανάπαψη, απουπάτι, απουπάτ, καμπινές, γκαμπινές, κενέφι, κενέφ, κινέφι, μέρος, μέρους, μοστιρέκ, χαλές, αχαλές, χαλέ, παρακέλι, πόρεψη, χεστερή, χεζουριό, χρεία, χριγιά

latrina

ιταλικό

λατσιό, λατσό, λατσιόνα

κολατσιό, κολατσίο, κολατσό, κολατσού, κουλατσιό, κουλατσό, κολακιό, κόλιας, προσφάγι, προσφάι, ξεστόμι, προμπούκι

colazion

βενετσιάνικο

λαφαζάνης, λαφαζιάνης, λαφαζάνς

πολυλογάς, γλωσσοκοπάνας, γλωσσοκοπάνος, γλωσσοκοπάνης, γλουσουκουπάνης γλουσουκουπάνς, κεβεζέας, κεβιαζιάς, λογάς, λουγάς, νεροτρουλίδα, μουχαμπιτλής, μουχαμπιτσής, μπουμπουτούρας, νταρντάλας, ντιβετζής, παπαρδέλας, φαρφάρας, φαφλατάς

lafazan

τούρκικο

λαχούρι, λαχουρί, λαχούρ, λιαχουρή, λαχόρι, λαχόρ

κάποια πανιά και ρούχα με πολλά χρώματα

lahuri

τούρκικο

λαχτέντο, λαχτένδο, λαχτένι

γουρουνόπουλο, γουρουνόπλο, γρουνόπουλο, γουρνόπουλο, γουρνόπλου, γουρνόπλτος, γρουνόπλου, γουρουνάκι, γουρουνάτσι, γρουνάκι, γουρνάτσι, γουρνάκ, γρουνάκ, γρνατς, βουρουνάτσι, ουρουνάτσι, ουρνάκι, γουρουνάδι, γουρνάδ, γκρουνάιν, γουρουνέλι, γουρουνέλ, γουρνέλ, γρουνέλ, γουρουνόπικο, γουρνόπκου, γουρουνοπουλάκι, γρουνοπουλάκι, γουρνοπουλάκι, γουρουνούδι, γουρουνούδ, γρουνούδ, γουρνούδ, γρνουδ, γουρουνούλι, γουρνούλ, γρουνούλ, γρουλί, γουτζί, γκουρτζέλι, γκουρτζέλ, γκουρτζιέλ, γκουρτζελούδι, γκουρτζελούδ, γκουρζιλούδ, γκουτσινούλι, γκουτσινούλ, γκουτσιούνι, ανασμίδι, κουσκούνι, μουχτερό, μπλικόπλο, μπουζάκι, μπουζόπουλο, φτουράκι, φτουράκ

lactens

λατινικό

Λεβάντε

Ανατολή, Ανατουλή, Ανετολή

Levante

βενετσιάνικο

λεβάντες, λεβάντης, λεβαντιέρα

ανατολικός (αέρας), ανατουλκός

levante

βενετσιάνικο

Λεβαντίνος

Ανατολίτης , Ανετολίτης, Ανατολάς, Ανατουλάς, Ανατολίσιος

levantino

βενετσιάνικο

λεβάρω

τραβώ με αλυσίδα ή σκοινί

levare

ιταλικό

λεβέντης, λεβέντες, λεβέγκη

αντρειωμένος, αντριομένος, αντριουμένους, αντριουμένους, αντριγιομένος, αντριγιουμένους, αντρικομένος, αντρομένος, αντρουμένους

levent

τούρκικο

λέγα

λεύγα (λόγιο) = τρία μίλια

lega

ιταλικό

λεγάτο

κληροδότημα (λόγιο), άφισμα

legato

ιταλικό

λεγένι, λεγένη, λεγέν, λεένι, λιγένι, λιγέν, λιένι, λιέν, λγεν

λεκάνη, λακάνη, λικάνη, λκαν

leğen

τούρκικο

λεζέτι

νοστιμιά, νοστιμάδα, νουστιμιά, νουστιμάδα

lezzet

τούρκικο

λεκές

μπέγκα, νταγκιά, ντάμκα, ντάμκια, νταγκάς

leke

τούρκικο

λέλε, λέιλεϊ, λαλί

πω-πω !

lele

σλάβικο

λελέκι, λέλεκας, λελέκ, λέλεκον, λέλιακας, λέλικας, λέιλικας, λεϊλέκος, λέλαλας, λιλέκι, λιλέκ, λιλέτς

το πουλί Ciconia alba, πελαργός, αρχοντούλα, ασπρολέλεκας, γκάρος, γκλάρους, γλάρους, καλαμουκανάς, καλαμκανάς, στούρκος, τσιροπινάς, τσακνιάς

leylek

τούρκικο

λεμεντάρομαι, λεμεντάρουμαι, λεμενταρίζω

παραπονιέμαι

lementarse

βενετσιάνικο

λεμέντο, λαμέντζα

θρήνος, θρηνούριν, μοιρολόγι, μοιρολόι, παράπονο, παράπουνου, παραπόνεμα, παραπόνεση, παραπόνιση

lemento

βενετσιάνικο

λεμονάδα, λιμουνάδα

ζουμί λεμονιού με νερό και ζάχαρι

limonada

βενετσιάνικο

λεμονιά, λεϊμονιά, λεϊμονία, λιμουνιά

το δέντρο Citrus limunum | ο καρπός του δέντρου: λεμόνι, λεϊμόνι, λεμόν, λιμόνι, λιμόν

limon

ιταλικό

λεμόντοζου, λεμόντουζου, λιμόντουζου, λιμουντόζ

κιτρικό οξύ (λόγιο), ξινό

limontozu

τούρκικο

λεμπλεμπί, λεμπλεμπίδι, λεμπεμπί

μπεμπεμπλί, μπιλμπίδι, μπιμπίλι, μπιμπλί, μπιμπίλ, μπομπόλι, νιμπιλμπί, στραγάλι, στράλι, τράγαλο, ζαγλαπίδα, ζαγλαπίδ

leblebi

τούρκικο

λενγκέρι, λεγκέρι, λεγκέρα, λεγκιάρ, λιγκέρι, λιγκέρα, λιγκέρ

μπρούτζινη λεκάνη ή πιάτο

lenger

τούρκικο

λέντα

φακός (λόγιο)

lente

ιταλικό

λεντίκα

κάθισμα που το κουβαλούσανε με τα χέρια, σέδια, λετέρα, λετιέρα, ταχτερβάνι, τεζγκερές, ντιζγκιρές

lettica

ιταλικό

λέρα

βρόμα, βρομάδα, βρουμάδα, βρομερία, βρομιά, βρομία, βρουμιά

lerë-a

αλβανικό

λέσι, λέση, λέσιο, λιες, λες, λέχι

ψοφίμι, ψουφίμ, ψόφεμαν, θρασίμι, θρασίμ, κάρμα, αλιές

leş

τούρκικο

λεσκέρι

ασκέρι, ασκέριν, ασκέρ, αστσέρι, αστζέρι, ασκιάρ, ασκέρς, εσκέριν, στράτευμα (λόγιο)

leşker

τούρκικο

λέτερα

επιστολή (λόγιο), γράμμα, γράμμαν, γκράμα, γάμα, γάαμα, γραφή, γραθή, γκραφή, γααφή

letera

βενετσιάνικο

λέτζε, λέγκε

νόμος (νόμος)

lege

βενετσιάνικο

λετιέρα, λετέρα

κάθισμα που το κουβαλούσανε με τα χέρια, λεντίκα, σέδια, ταχτερβάνι, τεζγκερές, ντιζγκιρές

lettiera

ιταλικό

λέτο

κρεβάτι, κρεβάτ, κριβάτι, κριβάτ, κριάτι, γιατάκι, γιατάκ, γιατθάκι, γιατάτσι, ιατάκι, ιατάκ

leto

βενετσιάνικο

λέτσα, λίτσα

το ψάρι Campogramma glaycos

leccia

ιταλικό

λέτσος, λέτσιος, λέτσιους, λιέτσιους

ασούμπαλος, ατσούμπαλος, ατζούμπαλος, ατζούβαλος, ανατσούμπαλος, ανατζούμπαλος, ανεσούμπαλος, ανασούμπουλος, ανεσούμπουλος, ασουμπαλιάρης, ατσουμπαλιάρης, βρομιάρης, βρομνιάτης, βρομάρης, βρομάρτς, βρουμιάρς, βρόμιος, βρόμιους, βρόμνιος, βρόμνιους, βρομίλος, βρομούσης, βρομέας

lezzo

ιταλικό

Λιάπης, Λιάμπης, Λάπης, Λιαψς | θηλυκό: Λιάπισα, Λιάμπισα, Λάπισα

αυτός / αυτή που έχει ρίζες από τη Λιαπουριά (Λιαμπουριά) της Αλβανίας

Lab-i

αλβανικό

λιάρος, λιαρός, λιάρους

παρδαλός, παρδάλς, πάρταλος, πάτσαλος, μπέρδελος

larë

αλβανικό

λίβελο, λιβέλο

το δόσιμο που πλήρωνε ο κολίγας στον αφέντη του

livelo

βενετσιάνικο

λιγαδούρα

σκοινάκι ή κορδόνι για δέματα

ligatura

βενετσιάνικο

λιγκαβέτσι, λιγκαβέτς

το φυτό Cirsium arvense, ασπράγκαθο, νεράγκαθο, βαμβακιά, παλαμίδα

ligavec

σλάβικο

λιγκόνι, λίγκουνας

μελιγκόνι, μελιγούνι, μελίτακας, μελίνταγκας, μελίντακας, μυρμήγκι, μερμήγκι, μέρμηγκας, μουρμούκι, μιρμιγκάς, μερμούτζιι, μερμούτζιιν, μιρμίκ, βρουμούσι, βρουμούσκι, δίλκας, λεμπόνι, λιμπούνι, λίμπουρος, λίμπουρας, κοτσινολίμπουνο, πιτσιγκόνι, πορδάλα, πορδίλι, σκουλιπνιά, σκλίπονας, τσιούστρα, τσιούχτρα,

milingonë-a

αλβανικό

λικουρίνος, λικουρίνι

καπνιστό κεφαλόπουλο

liocorno

ιταλικό

λίμα

ρινί, ρινίν, ρίνη, ρνι, αρνάρι, αρνάρ, ράσπα, ντιρπί, ντρουπί, πρακόνι, πρακόν, πριάκονο, πριάκουνου,

lima

βενετσιάνικο

λιμάνι, λιμάν

λιμιόνας, λιμνιόνας, πόρτο, πόρτα

liman

τούρκικο

λιμάρω

τρίβω με τη λίμα

limar

βενετσιάνικο

λιμόζινο

ελεημοσύνη (λόγιο) ψυχικό

limosina

βενετσιάνικο

λίμπα, λιμπί, λίμπη, λάμπη, λόμπα, λόμπος, λούμπα

γούρνα, γουρνί, γουρνίν, γουρνί, γουρνούκ, γκούρνα, γρούνα, βούρνα, βουρνίν, κούρνα, σγούρνα, σγουρνί, σγόρνα, ούρνα, ουρνί

limba

ιταλικό

λιμπεράρω

λευτερώνω, λεφθερόνω, λυτρώνω

liberare

ιταλικό

λίμπερος

λεύτερος, λέφθερος

libero

ιταλικό

λιμπερτά, λιπέρτα, λιμπερτή

λευτεριά, λεφθεριά, λιφτιργιά

libertà

ιταλικό

λιμπερτός, λίμπερτος

αλιμπέρτος, αλιμπερτός, αλιμπέρτης, αμολητός, αμολαριτός, αμουλαριτός, μολαριτός

liberto

ιταλικό

λιμπρέτο

λιμπεράκι, βιβλιάκι, βιβλιόπουλο, βιβλάκι

libreto

βενετσιάνικο

λίμπρο, λίμπρος, λίμπερο

βιβλίο, βεβλίο, βιβλίγιο, βιβίλιον, βιβιλιόν, βλιβλίο, βλιβίο, βιγλίο, γιβλίου, διβλίο, λιβλίο, βλίο, βιβλίε, φιλά, φλάδα, κιτάπι, κιτάπ, κιουτάπι

libro

ιταλικό

λινάτσα

χοντρό πανί από λινάρι

linazza

ιταλικό

λίνεα, λινιά, λίνια, λενιά

αράδα, αράα, αρά, αργάδα, ράδα, αράδου, ρίγα, αρίγα, γραμμή, δραμή

linea

βενετσιάνικο

λίντος

κομψός (λόγιο), ζαρίφης, ζαρίφς

lindo

βενετσιάνικο

λιοκόρνο, λιόκορνο, λιόκουρνο, λιόκρινο, λιόκρουνο

κέρατο φιδιού

liocorno

ιταλικό

λίπα, λιπιά

φυτά του γένους Tilia, φλαμουριά, φλαμούρι, φιλουριά, φιλούρα, τίλιο

lipa

σλάβικο

λίρα

φλουρί, φλορί

lira

ιταλικό

λισαντίρι, λσαντίρ

νισαντίρι, νισαντίρ, χλωριούχο αμμώνιο (λόγιο)

nişadır

τούρκικο

λισβερίσι, λισβερίς, λισιβερίσι, λισβιρίς

αλισβερίσι, αλισφερίσι, αλισιβερίσι, αλισιβέρισι, αλισβερίς, αλισφερίς, αλισβιρίς, αλεσβερίσι, αλεσφερίσι, αλεσφερίς, αλισβερίδι, αλισβαρίς, αλιχιβερίσι, αλουσβερίδ, αϊσφερίσι, αλισοβέρσο, αλισβέρισμα, νταλαβέρι, νταλαβέρ, νταραβέρι, νταραβέρ

alışveriş

τούρκικο

λισεντζάρω

αδειοδοτώ (λόγιο)

licenziar

βενετσιάνικο

λισίβα, λεσίβα

αλισίβα, αλισίφα, αλεσίφα, αλισούφα, αλσίβα, αλτσίβα, αλουσίβα

lisciva

ιταλικό

λίστα

κατάστιχο, τεφτέρι, τιφτέρι, τιφτέρ, ντεφτέρι, ντιφτέρ, δεφτέρι, διφτέρι, διφτέρ

lista

βενετσιάνικο

λίτε, λίτη

δίκη

lite

ιταλικό

λόγγος, λογκός, λόγκους, λογκιά, λογκάρι, λόνγκους, λαγκονιά

αρμάνι, ορμάνι,ορμάν, ουρμάνι, ουρμάν, ρουμάνι, ρομάνι, ρομάν, ρμάνι, ρμαν, ζίγρα, ζίγρια, κουρί, μπαλγκάμ

logᾰ

σλάβικο

λοκάντα, λουκάντα

χάνι, χαν

locanda

ιταλικό

λοκαντιέρης

χαντζής

locandiere

ιταλικό

λοκούστα

ακρίδα, ακρίθα

locusta

ιταλικό

λομπότι, λομποτιά, λομποτή, λομπουντιά, λομπουτιά, λοποντιά, λοποτιά, λοβοδά, λοβοδιά, λοβουδιά, λουβοδιά, λεπουντιά, λεποντιά, λεποντή, λεβουδιά, λοβοδό, λάπατα, λαμποτιά, λαβουδιά

το φυτό Atriplex hortensis, δεπουτιά, χρυσολάχανο, χηνόποδο, χηνοπόδι

loboda

σλάβικο

λόντζα

ψαρονέφρι

lonza

ιταλικό

λόντρα

κάποιο μικρό καράβι

londra

ιταλικό

λόρδα, λόδρα

αναφαγιά, ανεφαγιά, πείνα, κράνη, λίμα, λιμαντέρα, λιγούρα, λαγκούτα, νισκάδα, νισκούρα, νισκουσίν, ψωμόλυσσα, ψομόλσα

lorda

βενετσιάνικο

λοσμαρί, λασμαρίν,

το φυτό Rosmarinus officinalis, ροσμαρί, ροσμαρίνι, αρισμαρί, αρισμαρές, διοσμαρίνι, δεντρολίβανο, δενδρολίβανο, ξιλαλάς, ξιλαράς

rosmarinus

λατινικό

λοστρόμος

ναύκληρος (λόγιο)

nostromo

ιταλικό

λότα

λάσπη, λάσπ, γλίνα, γλούνη, λούνη, γλούσπη, γρούσπη, τσαμούρα, τσαμούρι, τσαμούρ

loto

βενετσιάνικο

λοταρία

λαχείο (λόγιο)

lotaria

βενετσιάνικο

λότζα, λόντζα, λόντζια, λότζια, λόζιος, λιόντζια

ξελόντζα, ξελότζα, γρέκι, γρεκ, γριεκ, γρέτσι, γρετς, γκρέκι, γκρεκ, αγρέκ, εγρέκ, γιατάκι, γιατάκ, γιατθάκι, γιατάτσι, ιατάκι, ιατάκ, κονάκι, κονάκ, καλύβα, καλύβι, καλίβ, τσατόρα, τσαρδί, τσαρδάκι, τσαρδάκα, τσαρντάκι, τσαρντάκ, τσιαρντάκι τσιαρντάκ | χαγιάτι, χαγιάτα, χαγιάτ, χαϊάτα, χαϊάτι, χαϊάτ, στάλος, στάλους

loza

βενετσιάνικο

λοτζέτα, λοτζιέτα

βεράντα, μπαλκόνι

lozeta

βενετσιάνικο

λότο, λότος, λότους

λαχείο (λόγιο)

loto

βενετσιάνικο

λούγαρο, λούγαρος, λουγαρίνι, λουκαρίνι, λουγαράκι, λούβαρο, λουβαράκι

το πουλί Carduelis spinus, σκαθί, σκαθάρι

lugaro

βενετσιάνικο

λούγκα, λούνγκα

βούζουνας, βουζούνα, βούζουνος, βούζουνο, βουζούνι, βουζουνικό, βουζούν, βούζνας, βούζνο, βούσουνας, βοζούνι, βζουν, βίζουνας, βιζούνι, βίτζονος, βιζίνος, γούζουνας, ζούζουνας, λούσουνας

lungë-a

αλβανικό

λούδρα

πονηρή, κατεργάρα

ludro

βενετσιάνικο

λουίζα, λοΐζα

το φυτό Lippia citriodora, ελοΐζα

luisa

ιταλικό

λουκάνικο, λουκανίτσα, λουκάνκου, λουκάνκο, λουκάγκου, λοκάνικο, λοκάνκο

αμαθιά, αματιά

lucanicum

λατινικό

λουκέρνα

καντηλέρι, καντηλιέρι, καντλέρ, καντλάρ | ληχνάρι, λιχνάρ, νίχλος

lucerna

βενετσιάνικο

λουκέτο

κρεμαστή κλειδαριά, κατινάρι, κλιδαρίδι

lucheto

βενετσιάνικο

λούκι, λουκ

ουλούκι, ουλούκ, αφούλκα, άφουκλα, βρέχτης, καντερέτο, κουτσουνάρα, κουρνέλα, κανάλι, κάναλη, κανάλα, κανούλι, καταγογίδα, ξενεριστίρι, νεροδέχτης, νιραγόι, νεμπουρντέχτης, μπλουτσουνέρα, ρέφτης, ρίχτης, ρουνιά, ρονιά, ρέντα, σουγιέλο, σουλουντράνι, σγόρνα, χολέδρα, χολέντρα, χολέτρα, τσουρνέλα, αστράχα, αστράκα, αστράκη, αστρέχα, αστρέχ, αστριάχα, αστρίχα, αστριχιά, αστροάχα, αστίχα, οστρέχα, ουστρέχα, στρέχα, στράχα, σρέχα

oluk

τούρκικο

λουκουμάς, λουκουμάδα, λουκμάς, λοκμάς, λοκμά

λαλάγκι, λαγκίτα, λαγκίδα, λαλαγκίδα, λαλαγκίτα, λαλάτζιν, τηγανίτα, ζβίγκος

lokma

τούρκικο

λουκουματζής

αυτός που φτιάχνει και πουλάει λουκουμάδες

lokmacı

τούρκικο

λουκούμι, λουκούμ, λοκούμι, λοκούμ

λέγεται και ραχάτ λοκούμ

lokum

τούρκικο

λουλάκι, λουλάκ

γαλαζάδα, γαλαζάρα, ρεμπέκι, ρεμπίκο

lilak

αραβικό

λουλάς, λουλές

καμινέτο, το μέρος του ναργιλέ που βάζουν τον καπνό ή το χασίσι

lüle

τούρκικο

λουλούδι, λούλουδο, λούλουδον, λουλούθ, λούδι, λουδ, λελούδι, λέλουδα, λαλούδι, λαλάδι, λουλίν, λολούδι

άνθος, ανθός, άνθους, άθος, αθός, άθο, άθι, άθους, άτθος, ατθός, άτος, ατός, νάτθος, πούλουδο, πούλουο, τσιτσέκι, τσιτσέκ, τσιτσάκι, τσιτσάκ, φιόρο, φιόρι, φιόρε, φκιόρον

lule

αλβανικό

λούλτιμο

στερνά, στιρνά, ιστερνά

l'ultimo

ιταλικό

λουμίνι, λουμπίνι

φιτίλι καντηλιού

lumin

βενετσιάνικο

λούνκος, λούγκος, λάγκος

μακρύς

lungo

ιταλικό

λούπης, λούπος

το πουλί Milvus milvus, τσίφτης, ψαλίδα, ψαλιδιάρης

lupus

λατινικό

λούπινο, λουπίνι, λουπινιά, λουπινάρι, λουμπούνι, λούμπινας, λουμπίνος, λουμπινάρι, λουπνάρι, λουμπουνάρζι, λιμπινάρι, λίμπινας, λιμπίνος, λιμπινός, λιμπούνι, λίμπουνας, λιμπούγνα, λίπινας, λπίνι, λπίνο, λεπνάρι, λοπνάρ

φυτά του γένους Lupinus, αγριολουπινιά, αγριολούπινο, αγριοκοκί, αγριολούβινο, αγρολούμπινο, σκοτίλα

lupinus

λατινικό

λουρί, λούρα, λουρίδα, λουρίδι, λουρίδ, λούρος, λορί

ιμάντας (λόγιο) | ζωνάρι, ζουνάρι, ζουνάρ, ζονάρ, ζναρ, ζωστήρα, ζουστίρα, κουσάκι, κουσάκ

lorum

λατινικό

λουσέρνα

λυχνάρι, λιχνάρ, νίχλος,

lucerna

βενετσιάνικο

λούσο

πολυτέλεια (λόγιο)

lusso

ιταλικό

λουστραδόρος

ο μάστορας που λουστράρει

lustrador

βενετσιάνικο

λουστράρω

γυαλίζω με λούστρο

lustrar

βενετσιάνικο

λουστρίνι

γυαλιστερό δέρμα

lustrin

βενετσιάνικο

λούστρο, λούστρος, λούστρους

βερνίκι, βερνίτσι, βιρνίκ, βιρνίτς

lustro

βενετσιάνικο

λούτο, λούτος

θλίψη, χλίψη, βαλάντωμα, βαλάντουμα

lutto

ιταλικό

λούτος

χαζός

lud

σλάβικο

λούτσα, λούντσα, λούτζα, λουτσάλα

νερόλακκος, νερόλακα, λούμπα, λούστρα μπάρα

lucë | llucë

αλβανικό

λούτσος

το ψάρι Esox lucius, λίτσα, τούρνα, γουμπρί, γομρί | ψάρια του γένους Sphyraena

luzzo

βενετσιάνικο

λουφές, λεφές

μισθός (λόγιο) του αρματολού

ulufe

τούρκικο

λουφετζής

μισθοφόρος (λόγιο)

ulufeci

τούρκικο