Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από με-μου


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από με-μου

4.10.2011

μέγγενη [1910], μεγγενές [1790], μέγγενες [1857], μέγκινης

μόρσα                                          

mengene

τούρκικο

μέγκλα, μέγγλα [1934]

πολύ καλά

meglio

ιταλικό

μέδος [1614]

ρακόμελο

med

σλάβικο

μεδούλι [1910], μεδουλάρι, μελούδι [1931], μιλούδ, μιντούλ, μντουλ

ιλίκ

medulla

λατινικό

μεζάρι, μιζάρ

τάφος, άρκα, θαφκιόν, θαφτικό, κιβούρ, κιβούρι, κιβούριν, λιμόρι, λμορ, μνήμα, μνημούρι, μνιμόρ, μνιμόρι, μνιμόριο, μνιόμα, μορμόρ, νιμόρι, τάφους

mezar

τούρκικο

μεζαρλίκι [1931], μεζαρλίκ, μεζαρλίχ, μιζαρλίκ

κοιμητήρι, θαφτήρι, καποσάντο, κατατάφι, λιμόρια, μνημούρια, μνιμόρια, ταφιό

mezarlık

τούρκικο

μεζαρόλα [1709], ματζαρόλη, μετζαρόλα [1894], μετζαρόλι [1910]

κλεψύδρα (λόγιο)

mezarola

βενετσιάνικο

μεζάς [1709]

μεγάλη κάμαρα | σπίτι που μαζεύονταν και κουβέντιαζαν οι κοτζαμπάσηδες

mezà

βενετσιάνικο

μεζάτι [1857], μεζάτ, μιζάτι

δημοπρασία (λόγιο), αρτίντισμα, αρτίρδισμα, αρτιρμάς, αρτίρντισμαν, διαλαλημός, ικάντο, ικάντος, ινκάντο, ινκάτο, κάντου

mezat

τούρκικο

μεζελίκια [1931], μεζεκλίκια (τα), μεζιλίκια [1931], μιζικλίκια, μιζιλίκια | μεζελήκι [1857]

ποικιλία (λόγιο), μεζέδια, μιζέδια, μπινελίκια

mezelik

τούρκικο

μεζές [1790], μεζελίκι [1910], μιζές, μιζιλίκ

ορεκτικό (λόγιο)

meze

τούρκικο

μεζούρα [1983], μενσούρα [1614], μεσούρα [1688], μιζούρα, μιζούρι, μουζούρι [1894]

μέτρο (λόγιο)

mesura

βενετσιάνικο

μεϊβά

φρούτο

meyve

τούρκικο

μεϊντάνι [1709], μεγντάν, μεγντάνι, μεϊδάνι [1790], μεϊντάν, μεϊτάν, μεϊτάνι, μεϊτάνιν, μιγδάνι, μιγντάν, μιγντάνι, μιιντάν, μιντάν, μιντάνι

αβλαγάς, μεσοχώρι, μεσοχόρ, μισουχόρ, μισοχόρι, μισοχόρ, πιάτσα, πλατέα, πλατέγια, πλάτσα, τσαρσί, τσιαρσί, φόρα, φόρο, φόρος

meydan

τούρκικο

μεϊχανέ, μεϊχανές

ταβέρνα, κουϊτούκ, κουτούκι, κουτούτς, κρασοπουλειό

meyhane

τούρκικο

μεκιάν, μεκιάνι, μικιάν, μικιάνι

τόπος, μέρος | σπίτι, κάζα καθικιά, καθσιά, κατικιά, κατικιριό, σπι, σπίθι, σπιτ, σπιτικό, σπιτόπουλο,

mekân

τούρκικο

μεκιαρές

πονηρός, αστούτος, κουνάζους, κουρνάζης, κουρνάζος, πουνηρός,

mekkâr

τούρκικο

μελάσα [1983], μέλασσα [1934], μελάσσα [1934]

το σιρόπι που μένει όταν φτιάχνουν ζάχαρη

melassa

ιταλικό

μελάτο [1934], μελάτον [1910]

(για αυγό) που δεν έχει βράσει πολύ

melato

ιταλικό

μελιγκάρι, μελικάρι

το φυτό Dorycnium pentaphyllum, αβγουστόχορτο

melegario

ιταλικό

μελιντζάνα [1709], μελιτζάνα [1790], μελιτζάνιον [1614], μελτζάνα, μιλτζάνα

το φυτό Solanum melongena, βαζάνα, βαζάνιν, μαζάνα, μαϊζάνα, μαντάνα, μαντζάνα, μαντζάναν, μαντσάνα, ματζάνα, μερτζάνα, παλτατζάνα, παλτιτζάνα, πατλατζάνι, πατλιτζάν, πατλιτζάνι, παλτιτζιάν, πατλιτζιάνα, πατλιτζιάνι πατριτζιάνα, πιτλιτζιάνα

melanzana

βενετσιάνικο

μέλιο

καλύτερα

meglio

ιταλικό

μέλιορα

καλύτερα

migliore

ιταλικό

μελούν                 

καταραμένος, καταραμένους, καταρασμένους, καταρσμένους

melun

τούρκικο

μελτέμι [1857], μελτέμ, μελντέμι

οι καλοκαιρινοί βοριάδες

meltem

τούρκικο

μεμβράνη [1614], μεμβράνα [1688], μέμβρανον [1688]

πετσάκι | λέμπρινο ή βέβρινο χαρτί

membrana

λατινικό

μεμέ, μεμές

βζι, βιντζί, βιτζί, βουζί, βυζί, βιζίν, ιζί, μαστάρ, μαστάρι, μιζίν, μουστάρα, μπουτζί, μσταρ τζιτζί, τσιτσίν

meme

τούρκικο

μεμλεκέτ, μεμλεκέτι

χώρα | γενέτειρα (λόγιο)

memleket

τούρκικο

μεμόρια

ανάμνηση (λόγιο), αθίμιον, αναθίμισι, ανάμ, θύμηση, νάμη, νάμι

memoria

βενετσιάνικο

μεμοριάλε

αναφορά (λόγιο),ανασάτι, ανασάτ, ιλάμι, ξεστίχι, ξεστίχ, ραπόρτο, ρεπόρτο

memoriale

ιταλικό

μεμούρ, μεμούρης, μεεμούρης

δημόσιος υπάλληλος (λόγιο)

memur

τούρκικο

μέμπρο

μέλος (λόγιο)

membro

ιταλικό

μεν, μένι

μη, μην

men

τούρκικο

μενεξές [1709], μενεξέ [1857]

το φυτό Viola odorata, αβιελέτα, αβιέροτα, αβιόλα, αβιολέντα, αβιορέτα, αβλοέτα, αγιούλ, αγιούλι, αγιουλιά, αγιούλιο, αγκίτς, αγκίτσι, αρκοβκιολέτα, βιελέτα, βιόλα, βιολέτα, βιορέτα, βκιολέτα, βλοέτα, γιουλ, γιούλι, γιουλιά, γιούλιν, γιούλιο, γιτς, γκιουλ, γκιούλι, γκιούλιν, διαλέτα, διόλα, διολέντα, διολέτα, διουλέτα, δκιολέτα, εβλοέτα, ζιμποΐ, ζιμπουγιά, ιτς ίτσι, ίτσο, μανουσάκ, μανουσάκι, μανούσι, μανσακί, σιμπουγιά, φλοέτα χαμοβιολέτα, χαμοβιορέτα

menekşe

τούρκικο

μενζίλι [1857], μεζίλι [1790], μεντζίλι [1790], μετζίλι [1790]

πόστα: το μέρος που άλλαζαν άλογα και ξεκουράζονταν οι μαντατοφόροι | ταχυδρόμος (λόγιο), κουριέρης, ποστιέρης, ποσταντζής, ποστατζής, ταφέτας, σταφέτας

menzil

τούρκικο

μένουλα [1894], μανάλι [1931], μαίνουλα [1910], μαινούλι [1910], μανάλι [1931], μανόλι [1931], [1931], μέλαινα [1931], μέλονα, μέλουνα [1931], μενόλι

το ψάρι Spicara maena, γαμιάς, γρέντζος, γρέτζα, γρέτζος, γρέτσα, κόντουρα, μεζίκι, μενίδα, στρογγύλα, τσέρουλα

menola

βενετσιάνικο

μέντα [1894], μέντρεζε, μίντη [1688]

το φυτό Mentha pelagium, αγιασμός, βλεχούνι, βλισκούν, βλισκούνι, βλιτσούνι, βλιφούνιν, βλιχονάκι, βλιχόνι, βλιχονιά, βλιχούν, βλιχούνι, βλουχούν, βλοχόν, βρομοδιόσμος, γλεχούνι, γλισχούνι, γλιφονάκι, γλιφόνι, γλιφονιά, γλιφόνιν, γλιφούνιν, γλιχόνιν, γλιχούνι, γλιχούν, διασμοράκι, λιουσκούν, μιλτσοβότανο, μιλτσουβότανου, φλεσκούνι, φλησκούνι, φλουσκούνι, φλουσκουνοράκι

menta

λατινικό

μεντάγια, μενταγιό, μεντάλια, μανταλιόν

μενταγιόν, παντάγια

medagia

βενετσιάνικο

μεντάρω, μαντάρω [1910] μαντάρου,  

καρικώνω, καρικόνου

mendar

βενετσιάνικο

μέντε, μέντες, μέντη [1894]

ακίλ, ακλ, αμέντι, αχούλ, εμιαλός, μελό, μιλό, μλιανός, μπιαλό, μυαλό, νινιό, νιονιό, νιουνιό, νόβα, νους, τσιμίδ

mente

ιταλικό

μεντεμπούρ, μεντεμπούρης, μιντιρέ, μουντιρέ

σιχαμένος, τιποτένιος

mendebur

τούρκικο

μεντεσέ, μελτισέδες, μεντεσές [1910], μεντζεσές, μεντρεσές, μιντζισές, μιντισές

αβδέλ, αβδέλι, γκάγκαβο, γκάγκαρο, κλάπα, μάσκολο, μάσκουλο, μπερτουέλα, περόνι, πορταδέλα, πορταδέλι, ρεζές, ριζές, ριζιές, στριφνάρι, στρουφούλι, στρουφουλίδι, στροφίγγι, στροφίδι, φερμενέλα

menteşe

τούρκικο

μεντέτι, μεντάτι [1931], μεντέτ, μεντάτ, μιντέτι, μιντάτι, μιντάτ

βοήθεια, αβισία, αβόιθιου, αβοΐθμα, αβούιθιου, αγίδα, αγιούτο, αδιάριση, αδιάρισμα, αΐδα, άιδα, αϊδάρ, αϊδάρι, αϊδάριση, αϊδάρισμα, αΐτα, αΐτη, αφιντία, αφουδία, βισία, βογίθα, βόθια, βόθιο, βόθιος, βόθιου, βοϊθία, βοΐθια, βόιθια, βοΐθιγια, βοΐθιγιος, βοΐθιο, βόιθιο, βόιθιου, βοΐθκια, βόιθο, βοΐθρια, βούθια, βουΐθια, βουΐθιου, βουΐθμα, βούχθιου, γερντίμ, γιαρδίμι, γιαρντίμ, γιαρντιμί, γιαρντίμι, γιαρντούμ, γιαρτίμ, γιαρτίμιν, γιαρτούμ, γιούτο, γόθια, γόθκια, εγίδα, ιντάτ, σιχέριο, σουνέπαρμα, σουχέριο, τζαβάγιο

medet

τούρκικο

μεντζάνα, μεζάνι, μεντζάνι, μιτζάνι

βίκα, βίκος, λαγήνα, λαγήνι, λαγίν, λάγκνος, λαέν, λαένα, λαΐν, λαΐνα, λάινας, λαΐνι, λαΐνιν, λιεν, λιένα, λιένη, μεζάνι, μεντζάνα, μεντζάνι, μιτζάνι μπαρδάκα, μπαρδάκ, μπαρδάκι, μπαρντάκ, μπαρντάκα, μπαρντάκι, μπότης, μπότι, μποτίρι, μπούμπουλα, μπουντένα, μπούρμπουλας, μπουτούτς, μπρόκα, νεμπότης, νεμπότι, σουρλάς, στάμνα, σταμνί, τεστόπον, τσουκάβα, φτίνα | δαμετζάνα, δαμετσάνα, δαμιντζάνα, δαμιτζάνα, δαρμετζάνα, κοντραμετζάνα, λαμιντζάνα, λαμιτζάνα, νταμεζάνα, νταμερτζάνα, νταμετζάνα, νταμιζάνα, νταμιντζάνα, νταμιτζάνα, νταμουτζάνα, νταρμετζάνα, ντραματζάνα, ντραμζάνα, ντραμιντζάνα, ντραμιτζάνα, ντραμιτζάνα, ντραμουτζάνα, ντραμπουζάνα, ντραμτζάνα, ταμιτζάνα ταμουτζάνα, τραμαντζάνα, τραματζάνα, τραμετζάνα, τραμοντζάνα, τραμουντζάνα, τραμουτζάνα

mezzina

ιταλικό

μεντζουβί [1709], μελτζουβί, μερτζουβί, μετζουβί

μοσχολίβανο, μοσκολίβανο

bengiui

ιταλικό

μέντικος

γιατρός, ατρός, γιατό, γιατόος, γιατρέ, γιατρό, δατρός, διατρός, δετόρος, δοτόρος, ζατρός, κουράντες, ντετόρος, ντοτόρος, τόκτορ, τοτόρος, χεκίμ, χεκίμς | κομπογιαννίτης, τσαρλατάνος, ψεφτογιατρός

medico

ιταλικό

μεντρεσές [1934], μεδρεσές, μενδρεσές

ιεροδιδασκαλείο (λόγιο)

medrese

τούρκικο

μεράκι [1931], μεράκ, μιράκ, μιράκι,

μουκαγιατιά, μουκαϊτιά

merak

τούρκικο

μερακλής [1931], μαρακλής, μερακλούς, μιρακλής

μουκαγιάτης, μουκαέτς

meraklι

τούρκικο

μεράς, μιράς

βοσή, βοσίο, βοσιόν, βοσκαρέ, βοσκεθίο, βοσκεθίος, βοσκή, βόσκη, βοσκιά, βόσκια, βοσκιό, βοσκίον, βοσκιός, βοσκίος, βοσκοτόπι, βοσκότοπος, βοστσή, βοστσό, βουσκή, βουσκιό, βουσκιός, βουσκουτόπ, βουσκούτουπους, γιαϊλά, κισλάς, κοσλάς, κουσλάς, λιβάδ, λιβάδι, οσκιά, οσκιό, τζιαΐρ, τζιαΐρι, τσαγίρ, τσαΐρ, τσαΐρι, τσιαΐρ, τσιαΐρι, τσιάρι, φουσά, φουσκή

mera

τούρκικο

μερεμέτι [1709], μεραμέτι [1857], μερεμέτ, μεριμέτ, μιριμέτ, μιριμέτι

επιδιόρθωση (λόγιο)

meremet

τούρκικο

μερέντα [1931], μαρέντα, μερένδα [1709], μερέντ, μερέντε [1931], μερέντι [1962], μερέτι [1931]

δειλινό, διλνιό, διλνό, κεντί, κιντί, λιδινό

merenda

ιταλικό

μέρζα [1894], μέριζα

δίχτυ, αργόι, τορ, πλεμάτι, πλιμάτ, ρέντε

mreža

σλάβικο

μεριντιάνα [1962], μεριδιάνα [1910], μερντιάνα, μιροδιάνια

ηλιακό ρολόι (λόγιο)

meridiana

βενετσιάνικο

μεριτάρω, μερετάρω, μερτάρω

αξίζω, αξίντζω, αξίτζω, αξόσω, γεραντίζω, γιαραέβω, γιαρανέβω, γιαραντίζου, γιαραντίζω, γιαρατίζω, γιαρέβω, γιραντίζω, ξίζω, φελάω, φελώ, φτουράω, φτουρώ

meritar

βενετσιάνικο

μέριτο, μερίτο, μέρετο

αξία, αξά, αξιά, άξια, αξιάδα, αξίγια, αξιγιότε, αξιομάρα, αξιοσίνη, αξιότ, αξιότα, αξιότε, αξιότη, αξιότητα, αξιουμάδα, αξιουμάρα, αξιουσίν, αξοσίνη, αξουσίν, εξά, εξιά, εξιά, κιγμέτ, κιγμέτι, κιμέτι, ξα, ξια

merito

ιταλικό

μερκάτο, μαρκάδα, μαρκάς, μαρκάτο, μερκαντικό

αγορά, αγουά, αγουρά, μποριό, παζάρ, παζάρι, τζαρσί, τζιαρσί, τσαρσί, τσιαρσί, φόρο, φόρος

mercato

ιταλικό

μερκατόρος, μερτσάρης

έμπορας, έμπορος, έμπουρας, έμπουρους, κομπραβέντης, παζαρίτης, παζαρτζής, πουλητής, πραγματευτής, πραματευτής, πραματιφτάης, τσαρτής, τσιαρσιλής

mercantar

βενετσιάνικο

μερκέπι

το ζώο Equus asinus: γάιδαρος, αβασταγό, αβασταγός, αβασταός, άδαρος, αδούρι, ασίνο, βασταγό, βασταγός, βασταγούρ, βασταγούρι, βασταός, βαστάος, βασταούρι, γαάρος, γάαρος, γαγούρ, γάδαους, γαδάρ, γάδαρο, γάδαρος, γάδαρους, γαδιούρι, γαδούρ, γαδούρι, γαδούριν, γάδρος, γάζος, γαϊδάρι, γάιδαρους, γάιδερος, γαϊδίρ, γαϊδίρι, γαϊδούρ, γαϊδούρι, γάιδουρος, γαϊντού, γαϊντούρ, γάιντουρος, γαϊρίδι, γαούρι, γαούριν, γάραος, γαρίν, γάρος, γαρούδιν, γαρούιν, γιομάρι, γκάζος, γκαϊντάρι, γκάινταρος, γκαϊντούρ, γκανέτσας, γκάνταρο, γκάντερο, γκαντζόλι, γκατζιόλι, γκάτζιος, γκάτζιους, γκατζόλι, γκατζός, γκάτζος, γκάτζους, γκάτσους, γκάφαλος, γκομάρ, γκομάρι, γμαρ, γοάριν, γομάρ, γομάρι, γομάριν, γουμάζι, γουμάρ, γουμάρι, γουμάριν, καϊντούρ, κομάρ, μαγιάρε, μανγκάρ, ομάρι, ουμάρι, φορτίκι

merkep

τούρκικο

μέρλο, μέρλα, μερλέτο, μέρλος,

δαντέλα, ασλαμάς, ατραντές, γκιπούρ, μερίζα, ντεμέλα, παντίκλα, ταμιτέλα, ταμτέλα, ταντέλα

merlo | merleto

βενετσιάνικο

μερλούτσι [1931]

το ψάρι Merluccius merluccius, μπακαλιάρος

merluzzo

ιταλικό

μέρουλας [1894], μερίζα [1837], μέρουχας

το πουλί Turdus merula, κότσυφας, γκότζβας, γκότσιαβας κάκαλος, κόζβακας, κόζβας, κόσιαβας, κοσίφι, κόσιφας, κόσφας, κότσβας, κοτσιφός, κότσιφος, κοτσύφι, κουζβάρι, τσιρτσιλιάνους

merlo

βενετσιάνικο

μερτζάνι [1857], μερντσάνι, μερτζάν, μιρτζάν

κοράλλι, κουράλι, γιούσουρο (με μαύρο χρώμα)

mercan

τούρκικο

μερτζιμέκ

το φυτό Ervum lens ή Lens esculenta, φακή, φακιά, φακίτσα

mercımek

τούρκικο

μέρτσα τα

οι πραμάτειες του γυρολόγου

merce

ιταλικό

μερχαμέτ, μερχαμέτι

λύπηση, συμπόνια, πονοψυχιά

merhamet

τούρκικο

μερχαμετλής

πονόψυχος, σπλαχνικός

merhametli

τούρκικο

μέσα [1688]

τραπέζι, μάγκος, μάσα, μπάγκα, μπανκάδα, πλασταριά, σινί, σνι, σουφρά, σουφράς, σοφράς, στολ, τάβλα, ταβλί, ταβουλί, ταλιόρα, ταούλι, τράπιζος, τράπιζους, χοντσά

mensa

λατινικό

μεσάλα [1790], μεσάλ, μεσάλη [1614], μεσάλι [1614], μισάλ, μισάλα [1894], μισάλα [1894], μισάλι, μισάλιν [1688], μσάλι

τραπεζομάντιλο, μαντήλα, μαντίλ, μεσάλ, μεσάλα, μεσάλι, μισάλ, μισάλα, μισάλι, μσάλι, πανίδα, ράντα, σουφρά, σουφράς, ταβάλια, τάβλα, ταβλομάντιλο, ταβουλομέσαλο, τοβάλια, τουβαγέλι, τουβάγια, τουβαέλι, τραπεζόσκουτο, τραπιζομάντλο, τραπιζουμάντλου, τράπιζους

mensale

λατινικό

μεσατζέρος, μεσατζέρος

κλητήρας (λόγιο)

messaggiero

ιταλικο

μεσέλ, μεσέλι, μετέλ, μετέλι, μισελές,

γνωμικό (λόγιο)

mesel

τούρκικο

μεσές [1983], μισιές

δέντρα του γένους Quercus: βελανιδιά, αγρανίτσα, αγριάνκου, αγριάντζα, αγριοβαλανιδιά, αγριοβελανιδιά, αμπερνάλι, αμπερνός, άνκο, άριο, βαλανιά, βαλανιδγκιά, βαλανιδέα, βαλανιδιά, βαλανιδκιά, βελανιά, βελανιδέ, βελανιδέα, βιλανδιά, γιμιράδ, γιμιράδ, γκρουσιάδι, γκρουσιάδι, γρανίτζα, γρανιτιά, γρανίτσα, γράνιτσα, γρανιτσιά, γρινάλιν, δένδρο, δένδρον, δενδρούλι, δέντρο, δέντρος, δέντρου, δέντρους, δζέρο, δούσκος, δρικέλιν, δρινάλιν, δρινέλιν, δρυ, ιδρίς, ιμεράδι, ιμιράδι, ίμιρο, ίμιρου, καρμπούνι, κελάνη, κελόνι, κιλανίδ, κιλανίτ, κιλανίτς, κλαδί, κοκιδιά, λις, μεράδι, μεράτσα, μερόδεντρο, μιράδ, μουζάβρα, μπαλαχούδι, μπλαντούς, μπλαντούχ, μπλαντούχα, νιζάρο, παλαμούτι, πλατίτσα, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι, ρουπακιά, ρουπάτσι, σούμος, τζέρο, τσάρι, τσαρνόκ, τσεράδι, τσερνάκι, τσερνόκι, τσερνούχι, τσέρο, τσέρος, τσέρους, τσιρνόκ, τσούι, τσουρνόκ, φαλανδιά, φαλανιδιά, φελός

meşe

τούρκικο

μεσίνι [1790], μεσί, μισίνι, μισίν

δέρμα, δερμάτ, δερμάτι, διρμάτ, διρμάτι, κιοσελές, κοζά, κόζα, κοζιά, κόζια, κόζτα, κουζίν, πέτσα, πετσαλίνα, πετσαλούδα πετσί, τομάρ, τομάρι, τουμάρ, τουμάρι

meşin

τούρκικο

μεσκίνης [1894], μεσκίνο, μεσκίνος [1894], μισκίνος [1894]

άθλιος (λόγιο)

meschin

βενετσιάνικο

μεσκούλιο

ανακάτεμα, ανακάτωμα, ανακάτεμαν, ανακατεμός, ανακάτεψη, ανακατεψιά, ανακατιμός, ανακατισμός, ανακατομός, ανακάτοση, ανακάτοση, ανακατοσιά, ανακατοσία, ανακατοσίγια, ανακατοσούρα, ανακάτουμα, ανακατουμός, ανακατούρα, ανακάτους, ανακατουσά, ανακατουσούρα, ανακατοχία, ανακατσούρα, ανασκατούρα, ανεκάρεμα, ανεκατάτερμα, ανεκάτεψη, ανεκάτομα, ανεκατομός, ανεκάτος, ανεκατοσά, ανεκατοσιά, ανεκατοσούρα, ανικατοσούρα, ανικάτουμα, ανικατουμός, ανικάτους, ανικατουσά, νακάτομα, νακατοσιά, νακατοσούρα, νακατουσιά, νεκάτεμα, νεκατοκούρα νεκάτομα, νεκατοσά, νεκατοσιά, νικάτουμα

mescolo

ιταλικό

μεσοβέζικος [1983], μισοβέζικος, μοσοβέζικος, μουσαβέζικος, μουσεβέζικος

συγκεχυμένος (λόγιο)

müşevveş

τούρκικο

μεστ, μέστι [1833]

γαλότσα, μπότα

mest

τούρκικο

μεταλίκι [1983], μεταλλίκι [1934], μετελίκ, μετελίκι

νόμισμα (λόγιο), παράς | παλιός μπρούτζινος παράς

metelik

τούρκικο

μετάλλιο [1983], μετάια [1894], μετάλια [1635], μετάλλιον [1910]

συμβολικό νόμισμα (λόγιο)

metaglia

ιταλικό

μετερίσι [1709], μετερίζ, μετερίζι [1790], μιτιρίζ, μιτιρίζι,

προμαχώνας (λόγιο)

metris

τούρκικο

μετζαβόλτα [1910]

ημίδεσμος (λόγιο)

mezza volta

ιταλικό

μετζαλούνα, μεντζαλούνα

μισοφέγγαρο

mezzaluna

ιταλικό

μετζάνα [1910], μεζάνα [1894]

το κατάρτι του καραβιού που είναι κοντά στην πρύμη

mezana

βενετσιάνικο

μετζανίνο, μεντζανίνο

ημιώροφος (λόγιο)

mezzanino

ιταλικό

μετζάο, μετζάος, μετζάς,

πατάρι, αμπαταράς, μπατάρι, πατάρ, πάταρο

meza

βενετσιάνικο

μετζάστρα [1934]

μεσίστια σημαία (λόγιο)

mezz asta

ιταλικό

μετζεσόλα [1931], μεντζεσόλα, μετζαρόλα, μετζασιόλα, μετζασόλα, μετζισιόλα, μετζοσιόλα, μετζοσόλα

σόλα, πάτος παπουτσιού

mezze suole

ιταλικό

μετζία, μετζί, μιντζί

αλληλοβοήθεια (λόγιο), αργατιά, γιαρντίμ, γιαρτίμ, γιουργόνας, γιούτος, γιργιόνα, δανικαριά, δανκαριά, μεντάτι, μεντέτ, μεντέτι, μιντάτ, μιντάτι, ξέλαση, παρακαλιά, προσαντίσικα, σεμπριά, σίργιασμα, σιχέριο, σνάλαμα σουνέπαρμα, σουχέριο

meccani

τούρκικο

μετζίτι [1790], μετζίτιον [1614]

μικρό τζαμί

mescit

τούρκικο

μετζιτιέ, μετζήτι [1934], μετζητιές [1934], μετζίνι, μετζίτι [1910], μιτζίτ, μιτζίτι

παλιός ασημένιος παράς

mecidiye

τούρκικο

μετζλίς, μεζλίς, μεζλίσι, μετζιλίχι, μετζλίσι, μιτζιλίσι,

συμβούλιο (λόγιο), κοσούλτο, κουσούλτο, κουνσίλιο, σενάτο

meclis

τούρκικο

μέτζο [1910], μέντζο, [1910],

μισό, μέση | κέντρο

mezo

βενετσιάνικο

μετσιάν

ψέμα, ψευτιά, γιαλάν, ψεφθιά, ψεφτία, ψεφχιά, ψιφτιά, ψόμα, μούσι, μπάφκα, παντζιάρ, παστόκα, παστρόκιο, πόφκα, τριάρ, σκαλέτα

menzogna

ιταλικό

μέτσκα

το ζώο Ursus arctos, αρκούδα, αϊκούδα, άρκο, αρκολαΐνα, άρκος, αρκούα, αρκούδ, αρκούδι, αρκουδιά, αρκουδία, αρκούντα

mečka

σλάβικο

μεχέγκι [1857], μεέγκι [1931]

ασημόπετρα, χρυσακόνι

mehenk

τούρκικο

μεχκεμές, μαχκεμέ, μεκεμές, μαικεμές [1709], μερκεμές, μαχκεμές

δικαστήριο (λόγιο), κριτήριο

mahkeme

τούρκικο

μι [1934]

μουσικός φθόγγος (λόγιο)

mi

ιταλικό

μιζέρια [1910]

αθλιότητα (λόγιο), κακομοιριά

miseria

βενετσιάνικο

μίζερος [1910], μίζιρους

άθλιος (λόγιο), κακομοίρης

misero

βενετσιάνικο

μιζμίζης, μιζμίκης, μιζμίξ, μισμίζης, μισμιτζής, μουζής

γκρινιάρης, γαγκρινιάρης, γκριζάλτς, γκριζιάλτς, γκρίνας, γκρινιάουλας, γκρίνιαρης, γκρινιάρς, γκρινίλος, γκρίντζιαλος, γκριτζιάλας, γρινιάρης, ζανζάρς, μιρλιάρς, μουζουβίρς, μουρμούρας, μουρμούρης, μούρμουρος, νιαγάγς, στρινιάρκος, τσαουνιάρκους τσινιάρης, φαουσιάρης

mızmız

τούρκικο

μιθάλι

παράδειγμα (λόγιο)

misal

τούρκικο

μίκια

αλουμίνι, αφτίλ, αφτίλι, άφτιργιά, άφτρα, άφτρια, άφτριγια, αφτρί, αφτρίδι, αφτρίν, κάφτρα, λουμίνι, λουμπίνι, φιτίλ, φιτίλι, φιτρί, φοτίλι, φτιλ, φτίλι, φτρι, φτρίδι, φτριν

miccia

ιταλικό

μίλε, μίλι [1709]

χίλια

mille

λατινικό

μιλέζιμο [1709]

η χρονιά που έγινε κάτι | το έτος (λόγιο)

millesimo

ιταλικό

μιλέτι [1983], μελέτι, μιλέτ, μιλιέτ, μιλιέτι, μιλλέτι [1934]

η θρησκευτική κοινότητα (λόγιο) | το γένος (λόγιο)

mıllet

τούρκικο

μίλι [1709], μιλιάριον [1614], μίλιον [1614]

«χίλια βήματα»

mille passus

λατινικό

μιλιγκόνι, μελιγγόνι [1931], μελιγγούνι [1934], μελιγκόνι [1910], μελιγκούνι, μελιγούνι, μηλγκόν [1910], μηλιγκόνι [1934], μιλιγκόν

μυρμήγκι, βρουμούσι, βρουμούσκι, δίλκας, κοτσινολίμπουνο, λεμπόνι, λιγκόνι, λίγκουνας, λιμπούνι, λίμπουρας, λίμπουρος, μελίνταγκας, μελίντακας, μελίτακας, μέρμηγκας, μερμήγκι, μερμούτζιι, μερμούτζιιν, μιρμιγκάς, μιρμίκ, μιρμίνγκ, μιρμίνγκα, μουρμούκ, μουρμούκι, μουρμούτς, πιτσιγκόνι, πορδάλα, πορδίλι, σκλίπονας, σκουλιπνιά, τσιούστρα, τσιούχτρα, τσούχτρα

milingonë-a

αλβανικό

μιλίνα, μλίνα [1894]

πίτα με φύλλο

milinka

σλάβικο

μιλιονάριος, μιλιουνίστας, μελιουνιζής

εκατομμυριούχος (λόγιο)

milionario

βενετσιάνικο

μιλιόνι, μελεούν, μελεούνι [1983], μελιούνι, μιλγούν, μιλιούν, μιλιούνι [1709], μιλλιούνι [1910], μιλούνι [1709]

εκατομμύριο (λόγιο) | πλήθος (λόγιο)

millione

ιταλικό

μιλιόρα [1894], μιλιόρι [1894], μλιορ, μπλιορ

πρόβατο ή γίδι που γεννά για πρώτη φορά

mljoră

βλάχικο

μιλίτσια

φρουρά (λόγιο)

milizia

ιταλικό

μιμόζα [1934]

το φυτό Mimosa Pudica

mimosa

ιταλικό

μίνα [1635]

λαγούμι, λαγούμ, λαούμι, ίσβα | υπόνομος (λόγιο), γκάραβους, γκερίζ, γκερίζι, γκερίτζι, γκερτζ, γκερτς, γκιρίζ, γκίρτζι, καναλέτο, κουντούτο

mina

ιταλικό

μιναδόρος [1934], μιναδούρος [1709]

λαγουμιζής, λαγουμιντζής, λαγουμιτζής, λαγουμτζής

minatore

ιταλικό

μιναρές [1709], μουναράς [1709]

ο «πύργος» του τζαμιού

minare

τούρκικο

μινάρω [1635]

υπονομεύω (λόγιο), λαγουμίζω

minare

ιταλικό

μινάτσια

απειλή (λόγιο)

minaccia

ιταλικό

μινέτι, μενέτι, μινέτ

ευγνωμοσύνη (λόγιο)

minnet

τούρκικο

μινιατούρα [1934]

μικρογραφία (λόγιο)

miniatura

ιταλικό

μίνιο [1635], μίνιον [1659]

οξείδιο του μολύβδου (λόγιο), κοκκινάβαρι

minium

λατινικό

μινίστρος [1790]

υπουργός (λόγιο)

ministro

ιταλικό

μινόρε [1934]

ελάσσων - μουσικός όρος (λόγιο)

minore

ιταλικό

μινουΐρω

ελαττώνω (λόγιο)

minuire

ιταλικό

μινούτα

σχέδιο, σημείωση

minuta

ιταλικό

μινούτο [1931], μενούτο

λεπτό (λόγιο)

minuto

ιταλικό

μινούτσια

λεπτομέρεια (λόγιο)

minutezza

ιταλικό

μιντέρι [1910], μεντέρ, μεντέρι [1709], μιντάρι, μιντέρ, μιντέρε, μιντές, μντερ,

χαμηλός καναπές

minder

τούρκικο

μίρα [1910]

στόχαστρο (λόγιο)

mira

ιταλικό

μιράκολο, μιράκουλο

θαύμα (λόγιο), θάγμα, θαγματούρι, θάμα, θάμαν, θαμαντουρία, θάμασμα, θάφμασμα, θιάμα, μουτζιζές, χάμαν

miracolo

ιταλικό

μιρακολόζος, μιρακουλόζος

θαυμάσιος (λόγιο), θαμάσιος | θαυματουργός (λόγιο), θαματουργός

miracoloso

ιταλικό

μιραλάης

συνταγματάρχης (λόγιο), κολονέλος

mıralay

τούρκικο

μιράρω [1894]

βλέπω, αβλέπου, αβλέπω, αμπλέπω, βλεπάω, βλεπίζω, βλέπου, βλέω, βλιέπου, βρέπου, γλέπου, γλέπω, γλέφω, γλιέπου, γλιέπω, γρέβω, δλέπου, δλιέπου, εβλέπω, εγλέπω, ελέπω, εμβλέπω, εμπλέπω, ζντιράω θωρώ, ιβλέπω, ιγλέπω, ιδέτσω, ιμπλέπω κοζάρω, κοζιάρω, λέπου, λέπω, λιέπω, λογιάζω, λουγιάζου, λουιάζου, μπλέπω, τιράου, τιράω, τράου, τράω, τρω, φλέπω, φουτάου

mirare

ιταλικό

μισέρ [1614]

αφέντης, κύρης

misser

ιταλικό

μισεύγω [1659], μισεύω [1635], μισσεύγω [1894], μισσεύω [1894],

ξενιτεύομαι

missa

λατινικό

μισιονάριος [1962]

ιεραπόστολος (λόγιο)

missionarius

λατινικό

μισίρ, μισίρι, μισιριά, μισίρια,

το φυτό Zea mays, ααπόσταου, αραποσίκι, αραποσίταρο, αραποσίταρου, αραποσίτι, αραπόσταρο, αραπουσίτ, αστάκι, βλαχόσταρο, καλαμβόκι, καλαμοσίταρο, καλαμπόκ, καλαμπόκι, καλαμπούκ, καλαμπούκι, καμπότζι, κοτός, κουκουνάρα, κουκουρούτσι, λαζούδι, λιανοκαλάμποκο, μωροσίτο, ξενικό, ξενικοσίταρο, ραμπουσίτι, ραποσίταρο, ραποσίτι, σιταροπούλα, σίταρος

mısır

τούρκικο

μισίρκα [1894], μισίρα, μισίρι, μισίρκι [1894], μισίρκους, μίσιρκους, μουσούρι, μσίρκους, μψίρκους

το πουλί Meleagris gallopavo, γάλα, γαλί, γαλίνα, γάλισα, γαλοπούλα, γαλόπουλο, γάλος, γάλους, γάλτσα, γοργονάκι, διάνα, διάνος, κάκνα, κακνί, κακνιά, κνόγαλου, κούβος, κούλκα, κούρκα, κουρκάνος, κούρκας, κούρκος, κούρκους, μπιμπίλ, τούρκος, τούρκους

misirka

σλάβικο

μισκίνης, μισκίνς, μεσκίνης

λεπρός, κελεφός, λιπρός, λοβιάρης λουβιάρης λουβιάρς, λουβός, τζιελεφός | κράσταβος, κράστας, λιτζιάρης, ψόραβους, ψουριάς, ψωριάρης, ψωρίλας, ψωρίλος

miskin

τούρκικο

μίσκιο

κάποιο πανί του αργαλειού

mischio

βενετσιάνικο

μιστράς

πιοτό από γλυκάνισο

mistra

βενετσιάνικο

μιτάνι

γιλέκο με κοντά μανίκια

mintan

τούρκικο

μιτάτο [1931], μητάτο [1894], μητάτον [1688], μιτάτον [1614], μιτάτος, μτάτο

κατάλυμα (λόγιο)  

metatum

λατινικό

μνημούρι [1635], μνημόρι [1983], μνημούρια (τα) [1614], μνιμόρ, μνιμόρι, μνιμούρ, μορμούρ

τάφος, κιβούρ, κιβούρι, λιμόρι, λμορ, μεζάρι

memorium

λατινικό

μοβίρω [1709], μουβάρω, μουβιάζω [1894]

μετακινώ (λόγιο), κουνώ, ταράζω

mover

βενετσιάνικο

μόγανο

ξύλο μαόνι

mogano

βενετσιάνικο

μόδα [1837], μόντα

συρμός (λόγιο), νεωτερισμός (λόγιο)

moda

ιταλικό

μόδι [1857], μοδ, μόδης [1614], μόδιν [1688], μόδιον [1709], μόδιος [1934], μούδιν

μέτρο χωρητικότητας (λόγιο)

modo

βενετσιάνικο

μόδος [1614], μόδα [1709], μόδο [1894]

τρόπος, τέχνη

modus

λατινικό

μόδουλα

μάρκα καζίνου

modula

βενετσιάνικο

μοκασίνι

παπούτσι δίχως κορδόνια και με λίγο (η καθόλου) τακούνι

mocassino

ιταλικό

μόλα

ελατήριο (λόγιο)

molla

ιταλικό

μόλαβος, μόλαβους, μόλιαβους

παρακλητικός

moleben

σλάβικο

μολάρω [1709], μολάω, μολέρνω, μολέρω, μουλάω, μουλέρνου

αμολάρω, αμολάω, αμολέρνω, αμολώ, αμουλάω, αμουλέρνου, αμουλέρνω, αμπολάρου, αμπολάω, απιλάρου, απολάρω, απολέρνου, απολέρνω, απολνώ, απουλνώ, γιαμουλντάου, μπουσλαντώ, ντόνω, ξαμολάω, ξαμολώ, ξαμουλάου, ξαμουλέρνου, ξαπολάω, ξαπολνάω, ξαπολνώ, ξαπολώ, ξιαπουλνώ, πολάρω, πολέρνω, πολέρω

molar

βενετσιάνικο

μολέτα [1709]

διλάβι, μασά, μάσα, μασάς, μάσας, μασιά, μάσια, μασιάς, μάσιας, μασκιά, μαχιά, σιδαβλιστίρι, σιδάβλιστρο, σίδαβλο, σίντραβλο τζμπίδ, τζμπίδα, τσιμπίδ, τσιμπίδα, τσιμπίδι, τσιμπίστα, τσιμπίστρα

moleta

βενετσιάνικο

μόλιτσα [1894], μολίτσα [1894], μόλτσα [1894], μόλτσια, μόλυζα [1894], μόλυτσα [1837]

το έντομο Tinea pellionella, σκόρος, βότριδα, βοτρίδ, βότρια, βουτρίδα, βρουτίδα, θέσα, φνίκι

molec

σλάβικο

μολιφικάρω

μαλακώνω

mollificare

ιταλικό

μόλος [1688], μώλος [1688], μόλο [1894]

μουράγιο, προκυμαία (λόγο)

moles

λατινικό

μόλτο

πολύ

molto

βενετσιάνικο

μομέντο [1894], μουμέντο, μουμέντι

στιγμή (λόγιο)

momento

βενετσιάνικο

μόμπιλε, μόμαλα, μόμιλα, μόμπιλα (τα) [1894], μομπίλια, μοπιλτά

τα έπιπλα (λόγιο)

mobile

βενετσιάνικο

μονέδα [1635]

νόμισμα (λόγιο), παράς

moneta

ιταλικό

μονεδάρης [1659]

τραπεζίτης (λόγιο)

monetario

ιταλικό

μονετσιά [1894], μονετζιά (τα)

μπαρουτόσκαγια, μπαρουτόσκαγα

monizioni

βενετσιάνικο

μονουμέντο

μνημείο (λόγιο)

monumento

ιταλικό

μοντάρω [1894], μοντέρω [1894], μονιτάρω [1894]

συναρμολογώ (λόγιο)

montar

βενετσιάνικο

μόντε, μόντες

σωρός, στίβα

monte

βενετσιάνικο

μοντέλο [1931], μοδέλο [1907]

πρότυπο (λόγιο), υπόδειγμα (λόγιο)

modelo

βενετσιάνικο

μοντέρνος [1934], μοδέρνος [1934]

σύγχρονος (λόγιο)

moderno

ιταλικό

μόρα [1894], μοριά [1894], μόρια [1894], μώρα [1790]

εφιάλτης (λόγιο) αβάραχνους, αβραχνάς, αγριπνάς, αριφνάς, βαραχνάς, βαραχτάς, βαριπνάς, βαριχνάς, βαριχνιάς, βραγνιάς, βραφνάς, βραχνάς, βραχνιάς, βραχνός, γαριπνάς, θαβάρα, σβαριχνάς, σβραχνάς

mora

σλάβικο

μοραλίστας

ηθικολόγος (λόγιο)

moralista

ιταλικό

μόρβα

αρρώστια των σκυλιών: μάλη, σακαΐ, σαρατζάς

morva

ιταλικό

μοργάρω [1894], μορογάρω [1894]

αργώ, ακιρίζουμι, αξαργού, αξαργώ, αργάω, αργίζου, αργίζω, αργίου, αργιώ, αργού, αρκώ, ξαργώ, πελαρκώ, περαρκώ, ργίζω

remora

βενετσιάνικο

μοριούνι [1709]

τζελάδα, σιδερόσκουφα, περικεφαλαία (λόγιο)

morione

ιταλικό

μορκάτο [1931], μορκάτον [1709], μουρκάτα (τα)

επιληψία (λόγιο), αγέρι, αδερφικόν, αμίλητο, απολιψία, απουλιψία, γλικί γλικιά τα, καλά (τα), καλάτου (τα), κόπος, λάβωμα, λάομαν, λαομάρα, ντέρτι, ξορκισμένη, ξωτικό, σάρα, σουσουλιασμός, φεγκάρκασμαν, φλότο, φτασά, χαλ, χούι

malcaduto

βενετσιάνικο

μορόζος

αγαπητικός, ααπιτικός, αγαπιτικό, αγαπιτκός, αγαπκός, αγαπός, αγαπτικός, αγαφτικός, αϊγαπιτικός, αμοράτος, αμορόζος, αμορούντζος, αμουρίζος, αμουρούζος, αργολάβος, ασίκης, ασίξ, ασίτσης, ασούχς, γαπιτικός, γαπτικός, γιαβουκλής, γιαβουκλούς, γιαβουκλός, γιακής, γιακλής, γιαουκλής, γιαουκλούς, γιαράνης, γιαρένης, γιαρένς, γιαρέντης, γιαρέντς, γιαρίνης, γιερένης, γιερέντης, γιρέντς, γκαντζέλος, γκόμενος, γκόμινος, γκόμινους, κάφκος, κούκος, λεγάμενος, λιγάμινους

amoroso

βενετσιάνικο

μόρος [1894], μόρικος, [1790]

αράπης, αάψ, αράκη, αράμπης, αράπφης, αράψ, μάβρους, μαύρος

moro

βενετσιάνικο

μοροφίντο

ψευτότοιχος, μεσότοιχο, γιούκερ, καλαμωτή, μεσάντρα, μεσοτίχι, μεσοφούντι, μισάντρα, μισιά, μισουτίχ, μπαγδαντί, μπαγδατί, μπαγλαντί, νοφαΐτης, ντουσιμές, παρέ, πλουκαριά, τρεμέντζο, τσασμάς, τσατιμάς, τσατμάς, τσιατμάς, τσιατουμάς

muro finto

ιταλικό

μόρσα

μέγγενη, μεγγενές, μέγγενες, μέγκινης

morsa

ιταλικό

μόρσο, μόρσον [1709], μόρσα

γκέμι, γέμι, γκεμ, γκίμι, κεμ, κέμι, τζέμι, χαλινάρι, χαλινός, χαλνάρ, χαλνές χαλνός

morso

βενετσιάνικο

μορταδέλα [1934], μουρταδέλα [1934], μορταντέλα [1995]

σαλάμι από κρέας γουρουνιού και μικρά κομμάτια λαρδί

mortadella

ιταλικό

μόρτης [1709]

νεκροθάφτης | αλανιάρης, μάγκας, παλικαράς

beccamorti

ιταλικό

μόρτο

πεθαμένος, ψόφιος

morto

ιταλικό

μορτόριο, μουρτόριο

κηδεία (λόγιο), θανή, λείψανο, λίψιανο, ξόδι, παράχουμα, παράχωμα,

mortorio

ιταλικό

μοσκαρδίνι

φυτά του γένους Calentula, καμάκι, κιτρινολούλουδο, νεκρολούλουδο, πετινόχορτο, τσεντσέλι

moscardino

ιταλικό

μοσκάτο [1635], μοσκάτον [1790], μοσχάτο, μοσχάτον [1857]

όνομα σταφυλιού και κρασιού | λέγεται και μισκέτι ή μισκέτ (από το τούρκικο misket)

moscato

ιταλικό

μοσκέρα, μσκέτου

το φανάρι για τα φαγιά

moscaiola

ιταλικό

μοσκετάρω, μουσκετάρω

ντουφεκίζω, ντουφεκώ, τουφεκάου, τουφεκάω, τουφεκίζω, τφεκάω, τφικάου, τφικώ

moschettare

ιταλικό

μοσκέτο, μουσκέτο [1894],

ντουφέκι, ντουφέκ, τουφέκι, τουφέκ

moschetto

ιταλικό

μόσκος [1837], μόσκους, μόσχος [1688], μόσχους

βαλσαμέλαιο (λόγιο)

moschus

λατινικό

μόστρα [1709]

επίδειξη (λόγιο)

mostra

ιταλικό

μοστράρω

επιδεικνύω (λόγιο)

mostrare

ιταλικό

μόστρο [1709], μόνστρο, μόστρον [1688]

ασχημομούρης, ασχημόφατσα

mostro

ιταλικό

μοτίβο [1934]

μουσικό θέμα (λόγιο)

motivo

βενετσιάνικο

μοτίκα [1894]

δικέλλα, δικέλλι, δικέλ, δικούλ, δικούλι, δκελ, δκουλ, δτσιελ θκελ, θκέλι, τκέλ, φκέλ, φκέλι

motika

σλάβικο

μότο

νεύμα (λόγιο)

moto

ιταλικό

μοτόρι [1983]

μοτέρ

motore

ιταλικό

μοτσέρνω

στιγματίζω (λόγιο)

macchiare

ιταλικό

μοτσιάρα, μουρτσακό, μουτσαλκό, μουτσάρα, μουτσαρκό, μουτσιάλα, μουτσιάρα

το χωράφι που βαστάει νερό: βαρικό, βαρικόδιο, βαρικοτό, βαρικούσιο, βαρκό, βάρκο, βαρκοτό, ρκο

močar

σλάβικο

μουαβίνης, μουαβίνς

βοηθός, βουιθός, βουιθός

muavin

τούρκικο

μουαγενές

εξέταση (λόγιο)

muaye

τούρκικο

μουγγρί [1790], μουγκρί [1709]

το ψάρι Conger conger, γόγκρος, γρόγκα, γρόγκος, δρογκός, δρόγκος, κόγκρος

mığrı | magri

τούρκικο

μουγκρός [1709]

υγρός (λόγιο), ογρός, ουγρός

mokar

σλάβικο

μούγκρος [1894]

μπουμπούκι, βαβίλα, βαβούλ, βαβούλα, βαβούλι, βαβούλιν, βάβουλο, βαγούλιν, γιοντζές, γκοντζές, γκοντσές, γοντζές, γοντσές, κονσές, κοντζάς, κοντζές, κοντσάς, κοντσές, κοτζές, κουντσές, κουρούμπιν, κουτσί, κρουντζ

mugur

βλάχικο

μούδα [1934], μούδο [1995]

ή μουδόσκοινο ~ σκοινιά που ράβονται αράδα στα πανιά, για να τα μαζεύουν

muda

βενετσιάνικο

μουδάντες

σώβρακο

mutande

ιταλικό

μουδάρω [1934]

δένω τις μούδες

mudar

βενετσιάνικο

μουδίρης, μιντούρς, μουντίρης, μουντίρς, μουσίρης

διοικητής (λόγιο)

müdür

τούρκικο

μουεζίνης [1931], μεζίνης [1709]

εκείνος που θυμίζει στους μουσουλμάνους, από το μιναρέ, την ώρα της προσευχής

müezzin

τούρκικο

μουζαβιρλίκ, μουζαβιρλίκι, μουζεβερλίκι

κάρφωμα ρουφιανιά, ρουφιανιλίκι, σπιουνιά, σπλουνιά, χαφιεδιλίκι,

müzevirlik

τούρκικο

μουζεβίρης [1934], μιζαφίρς, μουζαβίρης, μουζαβιρλής, μουζαβίρς, μουζεβίρς, μουζεφίρης, μουτζεβίρης [1931],

καρφί ρουφιάνος, ροφιάνος, σπιούνος, χαφιές,

müzevir

τούρκικο

μούζικα

μουσική (λόγιο)

musica

βενετσιάνικο

μουζικάντης [1931], μουζικάντες, μουσικάντης [1934],

οργανοπαίκτης (λόγιο)

musicante

βενετσιάνικο

μουζουκτσουλούκι

ζαβολιά, ζαβιά, ζαβουλιά, καντζικιά, κατσακλίκ, κατσουκανιά, χλετζά

mızıkçılık

τούρκικο

μουκαβάς [1790], μακαβάς, μπακαβάς, μπουκαβάς, [1931]

χαρτόνι, γκαμπάθκο, καρτόν καρτόνι, πενατζίιν, χαρτόν

mukavva

τούρκικο

μουκαγέτης, μουκαγέτς, μουκαγιάτης, μουκαέτης, μουκαέτς

καταγραφέας (λόγιο), γραμματικός

mukayyit

τούρκικο

μουκαλίτης [1857]

μίμος (λόγιο)

mukallit

τούρκικο

μουκατά, μουκατάς [1709], μακαέτι

φόρος γης

mukataa

τούρκικο

μούκιο

στοίβα

mucchio

ιταλικό

μούλα [1688]

βορδόνα, βορτόνα, μουλάρα, μούσκα

mula

λατινικό

μουλαζίμης, μουλαζίμς

ανθυπολοχαγός (λόγιο)

mülazım

τούρκικο

μουλαΐμης, μουλαΐμς, μουλαΐμικος, μουλαΐμκος, μουλαΐμκους

καλόβολος

mülayim

τούρκικο

μουλάρι [1635], μλαρ, μλάρι, μουλάρ, μουλάρη [1614], μουλάριον [1614], μούλος [1688], μπλαρ, μπλάρι

βορδόν, βόρδονας, βορδόνι, βορδόνιν, βόρδος, βορντόν, βορτόν, βορτόνιν, βόρτος, βουρδόν, βουρντόν, βουρντόνι, βουρντούνι, βουρτόνι, γορδόνι, μουρδόνι, μουρτζής, ντουγάν, ορδόνι, σβόρδονας

mulus

λατινικό

μουλάς [1709], μολάς [1995]

ιεροδίκης (λόγιο)

molla

τούρκικο

μούλια, μλια, μλιουδ

μούσκεμα, βουτάκι, ζούπα, καφτσί, κλιτσίκι, κναβ, κναδ, λούζα, λούμαν, λούστρα, λούστρους, λούτσα, μόσκεμα, μοσκίδι, μόσκιο, μουσγούδ, μουσκίδι, μούσκιο, μούσκιομα, μπλιόγκους, μπλιόντα, μπλιούρι, μσγουδ, ντούνα, παπί, παπίδ, παπίδι, πατσί, πατσούρα, πιστίλ, πιστίλι, πιτούμι, πιτσίλι, πλιατσάρα, πλιμάδι, πλιόκα, πλιτάρ, πλουτούμ, σκλίδα, σούρωμα, στίπα, τούνα, τσίτσα, τσούπλα

molle

ιταλικό

μούλκι [1709], μουλκ, μούλκια (τα) [1614], μούρκι [1931]

κτήμα (λόγιο) | ιδιοκτησία (λόγιο), το βιος

mülk

τούρκικο

μούλος [1790], μούλικο, μούλκος, μούλκους, μούλε

αρπαξιμιός, κόπελας, κοπέλι, κόπελος, κουπέλ, κουπέλι, μουλόσπαρμα, μπαράκι μπαστάρδικος, μπαστάρδος, μπάσταρδος, μπαστί, μπάστος, πίτσικος, πίτσκος, σβέρδονας, σμερδός

mulus

λατινικό

μουλτεζίμης, μουλτεζίμς

εκμισθωτής φόρων (λόγιο)

mültezim

τούρκικο

μουμεντάνια

ακαριαία (λόγιο)

momentaneamente

ιταλικό

μούμια [1688]

πτώμα που έχει βαλσαμωθεί

mumia

βενετσιάνικο

μουμπασίρης, μουμπασίρς

κλητήρας (λόγιο)

mübaşir

τούρκικο

μουμτζής

κηροποιός (λόγιο), τζιερουλάς

mumcu

τούρκικο

μούνα [1635]

μαϊμού, μαεμού μαϊμόν, μαϊμούνα, μαϊμούνι, μαμούν

monna

ιταλικό

μουναφούκης, μαναφλίκας, μουναφούξ,

διπρόσωπος, δίμουρος, διμούτσουνος

münafık

τούρκικο

μουνί [1709], μουνή [1614], μούνο [1894], μούνος [1894], μούνους [1910], μνι

αμτζίκ, απουριά, γκομπλίτσα, κίστε, κράνι, μουτζό, παπούρ, παπούρ, πουτί, πούτκα, πούτος, πράμα, σιστί, τρύπα, φουσίν, χάβαρο, χαβάρου, χαλόν, χίστος, χίστρο

mona

βενετσιάνικο

μουνιτζιπαλιτά

δήμος (λόγιο)

municipalità

ιταλικό

μουντάνια (τα)

βουνά

montagna

ιταλικό

μουντός [1857], μουνδός [1894], μντος

θολός, θελός, μουρδός,

m’ten

σλάβικο

μουντουβίνα

ρακόμελο

modovino

σλάβικο

μούρα [1934]

πρόπους ιστίου (λόγιο)

mura

ιταλικό

μουράγιο [1931]

μόλος, μόλο, προκυμαία (λόγιο)

muraglia

ιταλικό

μουράρος [1659]

χτίστης, γιαπατζής, γιαπιζής, γιαπουτζής, γιαπουτσής πετράς, πιτράς,

murarius

λατινικό

μουράτι

επιδίωξη (λόγιο)

murat

τούρκικο

μούργα [1790], μούρκα [1894], μούργκα, μούρδα [1910]

αμούρ, αμούργα, αμούργη, ζούρα, καθούλιαση, καράπουσας, κατακάθ, κατακάθι, καταπάτι, κατσακούρα, λουν, λούνι, μούντερες, μούτιλ, μπατάκι, ντάρα, πατάλαδα, πατοσόρι, ποκαθούλιαση, πουσάς, ρούπος, σιλιμούργι, τάρα, τζιίζουρος, τζιιουρούα, τζούρα, τρίκα, τρικιά, τσέρτσολο

amurca

λατινικό

μούργος [1894], μόργκας, μόργκου, μοργός [1894], μούργας, μούργκας, μούργκος [1894], μουργκός [1910], μούργκους, μούργο, μουργός [1894], μούργους, μούρτζιους [1894], μούρτζος [1894]

σκοτεινός, σκούρος, μελαψός

mrk

σλάβικο

μουρέλος

μαυριδερός

morelo

βενετσιάνικο

μούρη [1635], μούρι [1709]

μούτρα, μούτρο, μούτρου, μούτσα, μούτσανο, μούτσκα μούτσνο, μούτσνου, μουτσούν, μουτσούνα, μούτσουνο, μτσούδια, μτσούνα, πρόσουπος, πρόσουπου, πρόσωπο, σούκαλα, σούκαλου, σουράτ, σουρλάς, τσιχρές, φάτο, φάτσα

murro

ιταλικό

μουρλός [1931], μούρλιακας, μερελός

αλλοπαρμένος, αλαλιασμένος, απόλολος, αρκόπελλος, ατσίκστους, αφορμάρης, βένιας, βουρλισμένος, βουρλός, βούρλους, γαουρόπελος, εξίκης, ζαβέας, ζάβιακας, ζαβός, ζαλιάρκος, ζαλοβροντισμένος, ζαλοκουνισμένος, ζαντός, ζιζής, ζουρλοκαμπιέρης, ζουρλός, θεόλολος, θεόμουρλος, θεοπάλαβος, θεόπελος, θεότρελος, ιμπούης, ιξίκης, κατάπελος, κατσικλής, κουζουλός, κουνημένος, κουρλός, κουσουλός, κρουνς, λάλος, λελός, λουλός, λουλουπαντιέρα, λωλός, μαλαφισμένος, μουρλός, μουρουπάλαβους, μπατσολάδος, μσόσιουρδους, ντελής, ντελία, ντιλής, ντούρλιας, ξελολαμένος ξεπαρμένος, ξέτρελος, ξίκους, οός, παθμένους, παλαβιάρης, παλαβός, παλαβουντάνς, παλάβρας, παλάβρατζης, παπαλός, παρακουζουλός, παράουρος, παρασάνταλος, παρμένος, πελελός, πελός, σαλεμένος, σαλός, σαμουρλός, σελός, σιαμουρλός, σκαρτάδος, σμπερλάδος, τερλός, τρέλης, τρέλιακας, τρελοκαμπιέρης, τρελός, τροζός, τσακούρς, τσούλους, φεγγαριάτικος, φεγγιάρης, φουρλαΐδας

murlon

βενετσιάνικο

μουρμούρα [1790], μιρμουρχτό, μουρμουρητό, μουρμουρητόν [1857], μουρμούρισμα [1635]

ψιθυρισμός (λόγιο)

murmur

λατινικό

μουρμουράω [1934], μουρμουρίζου, μουρμουρίζω [1635], μουρμουρώ,

ψιθυρίζω (λόγιο)

murmuro

λατινικό

μουρντάρης [1931], μουρδάρης [1709], μουρδάρις [1894], μουδράρης, μουρντάρς, μιρντάρης, μιρντάρς, μουντάρτς, μουρτάρης, μουτάρτς

βρομιάρης, βόομκους, βρομάρις, βρομάρτς, βρομερός, βρόμικος, βρόμιος, βρόμιους, βρόμκους, βρομνιάρης, βρόμνικος, βρόμνιος, βρόμνιους, βρουμιάρς, βρουμιρός | (για παντρεμένους) γκομενάκιας, γκομενιάρης

murdar

τούρκικο

μούρο, μουριόνι

τοίχος, μάντρα, ντβαρ, ντβάρι, ντουβάρ, ντουβάρι, τουβάρ, τουβάρι

muro

ιταλικό

μουρούνα [1709], μορώνα [1709], μουρίνα

το ψάρι Gadus morhua, σμύρνα

morona

ιταλικό

μούρσα

ψοφίμι, αλιές, θρασίμ, θρασίμι, κάρμα, καρόνιας, λες, λέση, λέσι, λέσιο, λέχι, λιες, ψουφίμ, ψόφεμαν

m’rsha

σλάβικο

μούρσια [1894]

το έντομο Pediculus capitis, ψείρα, μιλιόρα, μπούμπα, πιδόκα, φτιρ, φτίρα

morr-i

αλβανικό

μουρτάρι [1659], μορτάρι [1614], μορτάρ, μουρτάρ, μουρτάριν [1688],

γουδί, γδι, γδιν, γκντιν, γντι, γουδίν, γτι, γτιν, εγδέν, εγδή, έγδη, εγδί, εγδίν, ιγδί, ιγδίν, ικδίν, κούτλους, λουμί, μπόμπα, ντιμπέκ, ντουμπέκι, ντουπέκ, ογδί, στουμπέκι, στουμπέτς, στούμπους, χαβάν χαβάνι, χτι, χτιν

mortarium

λατινικό

μουρτάτης [1934], μουρτάτς

μουσουλμάνος που αλλάζει θρησκεία

mürted

τούρκικο

μουσακάς [1910]

φαγητό ταψιού με μελιτζάνες, κιμά, πατάτες, κρεμμύδια, τυρί, τριμμένη ντομάτα, λάδι και μπεσαμέλ

musakka

τούρκικο

μουσαμάς [1790], μουσαμαδιά [1931]

νιτσεράδα                                         

muşamba

τούρκικο

μουσάντρα [1857], μεσάνταρας, μεσάντρα [1910], μεσάντρια, μεσάντριγια, μισάντιρα, μισάντρα [1934], μισάντρια, μουσάντερα [1857], μουσάντριγια, μσάντρα, μσουνταράς

ντουλάπα μέσα στον τοίχο

musandıra

τούρκικο

μουσαριόλα, μουζαριόλα

φίμωτρο (λόγιο), γαβασιά, γιαβασιά, γιουργάθι, κανιά, κιμός, μοστούχι, μουργιόνι, μουριά, μουρίστρα, μούριστρο, μουσέλι (: musello, ιταλικό), μουστούχα, μουστούχι, μουστρούχα, μουστρούχι, μπουρλούκι, τζιιμός | για τα βόδια: βοϊδόστομα βόστομα, βοστομίδα, βουδόστομα, βουδούστουμα, βούστομα, βουστομίδα

museruola

βενετσιάνικο

μουσαφίρης [1709], μισαφίρης, μισαφούρ, μουσαφίρς, μσαφίρ

επισκέπτης (λόγιο)

misafir

τούρκικο

μουσαφιρλίκι [1910], μουσαφερλίκια (τα) [1931], μουσαφιριά [1931], μουσαφιριό, μουσαφιρλίκ

επίσκεψη (λόγιο), αβίζιτα, βίζιτα, βίζιτο, βίζντα, βίζτα, βίσδα, γειτόνεμα, γιτόνιο, γιτουνιά, γτίνμα, γτόνεμα, γτόνιμα, ζιαρέτι, ιτόνιμα, μπασιά, χτόνιμα

misafirlik

τούρκικο

μούσγα, μούσγκα, μούζγα, μούζγκα

τόπος που έχει νερά | υγρασία (λόγιο)

muzga

σλάβικο

μουσίρης [1934]

στρατάρχης (λόγιο)

müşir

τούρκικο

μουσίτσα [1894], μουστίτσα [1894], μσίτσα [1894]

μυγάκι, σκνίπα

mušica

σλάβικο

μουσκάς

νουσκάς, φυλαχτό για το μάτιασμα (μέσα έχει χαρτάκι με μαγικά λόγια)

nüsha

τούρκικο

μούσκλα [1894], μούσκουλο [1962], μούσκλο

μύωνας (λόγιο), ποντίκι

musculus

λατινικό

μούσκλο [1934], μούσκλα, μούσκλι [1934], μούσκλος, μούσκο, μούσκουλη [1857], μούσκουλο [1934], μούσκρος [1910], μούσκρου

βρύο, αβρί, αβριά, αβρία, αβριγιά, βιργιό, βιργιός, βρι, βριά, βρία, βριγιά, βριγιό, βριν, βριό, βρίον, βριός, εβριά, εβριό, εβριός, μοχός, μπρίο, οβκός, οβρή, οβρί, οβριά, οβρία, οβριγιά, οβριγιός, οβρίο, όβριο, οβριός, όβριου, ουβριά, ούβριου, φρίο

muscus

λατινικό

μουσλούκι [1857], μουσλούκ, μουσουλούκι [1934]

κάνουλα, κανέλα, κάνολα, κάνουλας, κόρνος, μπουρμάς, μπουτσνάρ, ντίλους, σουρούκ, στριφτάρ

musluk

τούρκικο

μουσούδα [1894], μουσούδι [1790], μουσούδ, μούζο

ζουρνάς, σουρλάς

muso

βενετσιάνικο

μουσουλμάνος [1910], μουσουλμάνοι [1688], μουλσουμάνοι [1688]

μωαμεθανός (λόγιο)

müslüman

τούρκικο

μουσουμπέτης, μουσουμπέτς, μουσουμπέτικος

κακομοίρης, άζουδος, άμερες, άμιρε, άμοιρος, άμπαχτος, άμρους, ανάμιρος, ανέμιρος, αρίζικος, αρίζκος, αρίζκους, αρίσκος, αρίσκους, άτυχος, ατχέ, άτχους, βαργκιόμιρος, βαριομίρης, βαριόμιρους, βαριόμοιρος, βαριορίζικος, βαριορίζικους, βαρόμιρος, ζαβαλής, ζάβαλης, ζάβαλος, κακογραμμένος, κακομίτσης, κακόμοιρος, κακορίζικος, κακορίζκος, κακόσορτος, κακότυχος, κακουμίρς, κακουρίζικους, καψερός, καψιρός, κρούνης, μαβρορίζικος, μπράχαρος, ρίσκους, σκουτνός, σκουτός, σκρούμπαβους

musibetli

τούρκικο

μούστα, μουστέα

γροθιά, βροθιά, βρόθος, βρόθους, βροτθιά, βρότθος, βρότος, βρουθιά, γκουρθεά, γκροθέα, γκροθιά, γκρόθος, γκρόθους, γκρότο, γκρουθιά, γλοθιά, γλόθος, γλοτθιά, γλότος, γόουθους, γορχιά, γουουθιά, γούρθα, γουρθεά, γουρθέα, γουρθιά, γούρτα, γουρτέα, γουρτία, γρογχιά, γρόδιτος, γροδκιά, γροθέ, γροθέα, γροθιά, γροθία, γροθκιά, γρόθο, γρόθος, γρόθους, γρόθτος, γροθτσιά, γροϊθιά, γροκιά, γροκτιά, γρόκτος, γροκχιά, γρόπος, γρότε, γροτθιά, γροτθία, γρότθο, γρότθος, γροτιά, γροτία, γρότο, γρότος, γροτσιά, γρουθά, γρουθεά, γρουθιά, γρουτέα, γρουτία, γροφιά, γροχιά, γροχτιά, γρόχτος, δροθκιά, δρόθος, δροκχιά, δρόχος, κορχιά, κροθιά, ουρθεά, σγροθιά, χουρτέα

muşta

τούρκικο

μουστάρδα [1635]

χαρδάλι

mostarda

ιταλικό

μουστέλα [1934]

το ζώο Mustela martes, αζίδα, ατζίδα, ατσδά, ατσία, ατσίδ, ατσίδα, ατσίδι, ζεπίρα, ζουρίδα, κναβ, κνάβι, κουνάβι, κουνάδι, σαμσάρι, σανξάρους, σανσάρ

mustela

ιταλικό

μουστερής [1837], μιστιρής, μουστιρής, μουστουρής, μστερής

πελάτης (λόγιο), αβεντόρος, αγοραστής, αγοραστιός, αγουραστής, ψουνιστής, ψωνιστής,

müşteri

τούρκικο

μουστεσάρης, μουστεσάρς

υφυπουργός (λόγιο)

müsteşar

τούρκικο

μουστιρέκ, μοστιρέκ

καμπινές, αγκεός, αγκέους, αλαμπάντα, αναγκαίο, αναγκαίον, αναγκαίος, αναγκέου, ανάγκη, αναγκιό, αναγκιόν, ανάπαψη, ανατζέο, ανατζέος, ανάτζη, ανατζιέος, ανγκέους, απόπατους, απουπάτ, απουπάτι, αχαλές, γκαμπινές, καμπινέ, κενέφ, κενέφι, κινέφι, λάτρινα, λετρίνα, λέτρινα, μέρος, μέρους, παρακέλι, πόρεψη, χαλέ, χαλές, χεζουριό, χεστερή, χρεία, χριγιά, χρίγια

müsterah

τούρκικο

μούστος [1614], μούστους

γλεύκος (λόγιο)

mosto

ιταλικό

μουστουλίκι [1709], μουστουλούκι [1709], μουστουλίκια (τα), μουσδελήκια (τα) [1857]

τα καλά νέα, τα συχαρίκια

muştu

τούρκικο

μουτ

ελπίδα, ολπίδα, ομούτ, ομούτι, ορπία, ορπίδα, ουμούτ, ουμούτι

umut

τούρκικο

μουτασαρίφης, μουτασερίφης, μουτεσαρίφης [1934]

έπαρχος (λόγιο)

mutasarrıf

τούρκικο

μουτάφι, μιτάφι, μταφ,

βούλια, βούργα, βουργιά, βούργια, βουργιάλι, βούργκα, βουργκάλι, βούρκα, βρουγιά, γούργια, ντορβάς, ντουράς, ντρουρβάς, ούργια, στράιστο, ταγάρ, ταγάρι, τορβάς, τουβράς, τουρβάς, τράιστιο, τράιστο, τράιστρο, τράστο, τρουβάς

mutaf

τούρκικο

μουτεβελής [1709]

επιστάτης (λόγιο) | επίτροπος (λόγιο)

mütevelli

τούρκικο

μουτζιζές

θαύμα (λόγιο), θάγμα, θαγματούρι, θάμα, θάμαν, θαμαντουρία, θάμασμα, θάφμασμα, θιάμα, μιράκολο, μιράκουλο, χάμαν

mucize

τούρκικο

μουτής

υπάκουος (λόγιο)

muti

τούρκικο

μούτι

σκατά (τα), αθρωπέα, γκουσιέρα (τα) κακά (τα), κάκα (τα), κουράδα, κούσπα, κούτσουλος, μαγάρα, μαγαρισιά, μαγαρσιά, σταλίκια | από κόψιμο, νερουλά: τσαρτσάλια, τσαρτσαλίδες, τσέρλα, τσερλιό, τσέρλο, τσίρλα, τσιρλιό, τσιούρλα

mut

αλβανικό

μούτλακα, μουτλάκ, μούτλακ, μουτλάκου, μουτλιάκ, μουτουλάκ

δίχως άλλο, σίγουρα

mutlaka

τούρκικο

μούτος [1894], μούτους [1910]

μουγγός, βοβάτος, βοβός, βοός, βος, βουβάτος, βουβό, βουβός, γουβός, γούος, μουνγλός, μπβος

muto

βενετσιάνικο

μούτρα [1635], μούτρο [1931], μούτρον [1790], μούτρου

μούρη, μούτσα, μούτσανο, μούτσκα μούτσνο, μούτσνου, μουτσούν, μουτσούνα, μούτσουνο, μτσούδια, μτσούνα, πρόσουπος, πρόσουπου, πρόσωπο, σούκαλα, σούκαλου, σουράτ, σουρλάς, τσιχρές, φάτο, φάτσα

mutria

βενετσιάνικο

μούτσος [1894], μούτσους

ναυτόπαις (λόγιο)

muço

τούρκικο

μουτσούνα [1857], μούτζοννον [1614], μούτζουνον [1635], μούτσα, μούτσανο, μούτσκα, μούτσνο, μούτσνου, μουτσούν, μούτσουνο [1931], μούτσουνον [1857], μτσούνα

μούρη, μούτρα, μούτρο, μούτρου, μτσούδια, πρόσουπος, πρόσουπου, πρόσωπο, σούκαλα, σούκαλου, σουράτ, σουρλάς, τσιχρές, φάτο, φάτσα

muson

βενετσιάνικο

μουτφάκι, μουτουπάκι, μουτπάκ, μουτπάκι, μουτφάκ

κουζίνα, κουχν, κούχνη, μαγειρειό, μαγερειό, μαγερίο μαγιριός, μαεργιό, μαϊργιό, μαντζάτο, μαργιό, μαργιός

mutfak

τούρκικο

μουφετής, μουφετίσης

επιθεωρητής (λόγιο), ινσπετόρος

müfettiş

τούρκικο

μουφλούσης, μουφλούζης [1790], μουφλουζεμένος [1931], μουφλούγς, μουχλούζης

χρεοκοπημένος (λόγιο), φαλιρισμένος, φαλίτος, φαλίδος

müflis

τούρκικο

μουφτής [1709], μουφτή [1910], μουφετής [1709]

θεολόγος - ερμηνευτής του ισλαμικού νόμου (λόγιο)

müfti

τούρκικο

μουχαλεμπί [1931], μαλεμπί [1983], μαχλέπι, μουχαλεπί, μοχαλεμπί

κρέμα με γάλα, ρυζάλευρο, ζάχαρι και ροδόσταμο

muhallebi

τούρκικο

μουχαμπέτι, μουαμπέτ, μουαμπέτι, μουγιαμπέτι, μουμπέτι, μουχαμπέτ,

καλαμπούρι, καλαμπούρ, νάκλιο, χασιαμπούσι, χωρατό | κουβεντούλα

muhabbet

τούρκικο

μουχασεμπετζής

λογιστής (λόγιο), αμπακίστας, εξοδιαστής, λογαράς, λογαριαστής

muhasebeci

τούρκικο

μουχατζίρης, ματζίρης, ματζίρς, μουατζίρης, μουατσίρ, μουατσίρς

μετανάστης (λόγιο) | πρόσφυγας (λόγιο)

muhacir

τούρκικο

μουχαφούζης

σωματοφύλακας (λόγιο), καβάσης, καβάζης

muhafız

τούρκικο

μουχεντής, μουεντής

μηχανικός (λόγιο)

mühendis

τούρκικο

μουχιούρι, μαχούρι, μεχίρ, μιχιούρι, μουχιούρ, μουχούρ, μουχούρι

σφραγίδα (λόγιο), βούλα, βόλα, βούα, βούλος, βούλες, βούλντα, σιντζίλα, στάμπα, σταμπίλια

mühür

τούρκικο

μουχουρντάρης [1934]

σφραγιδοφύλακας (λόγιο)

mühürdar

τούρκικο

μουχτάρης, μουκτούρης [1709], μουχτάρς, μουχτούρης [1709], μοχτάρς

κοινοτάρχης (λόγιο)

muhtar

τούρκικο

μοχός [1894]

βρύο, αβρί, αβριά, αβρία, αβριγιά, βιργιό, βιργιός, βρι, βριά, βρία, βριγιά, βριγιό, βριν, βριό, βρίον, βριός, εβριά, εβριό, εβριός, μούσκλο, μούσκλα, μούσκλι, μούσκλος, μούσκο, μούσκουλη, μούσκουλο, μούσκρος, μούσκρου, μπρίο, οβκός, οβρή, οβρί, οβριά, οβρία, οβριγιά, οβριγιός, οβρίο, όβριο, οβριός, όβριου, ουβριά, ούβριου, φρίο

moh

σλάβικο

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1962: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1983: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.