Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από μπα


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από μπα

30.11.2011

μπα

άμπα, όχι

bah

τούρκικο

μπα [1835]

λέγεται σε ξάφνιασμα

ba

ιταλικό

μπαγαπόντης [1961], μπαγαμπόντης [1998], μπαγαπόντος

βαγαπόντης, βαγαπόντς, βαγκαμπόντης, παγαπόντης, φαγαμπόντες, φαγαμπόντης φαγαπόντης, κατεργάρης

vagabondo

ιταλικό

μπαγαποντιά, μπαγαμποντιά [1998], μπαγαμποντιά, μπαγαποντιά [1961],

βαγαποντιά, βαγκαμποντιά, παγαποντιά, φαγαμποντιά, φαγαποντιά, κατεργαριά

vagabondita

ιταλικό

μπαγάς [1835]

ταρταρούγα, καύκαλο, καβούκι, κακάρα, καμπούκ, καούκι, καρκάσι, καυκί, κάφκαλου

bağa

τούρκικο

μπαγάσα [1709]

πουτάνα, γυρίστρα, καλντεριμιτζού, καλτάκα, καντουνιέρα, καρακαχπέ, καφπέ, καχπέ, κοκορίνα, κοκότα, κουβάν, κουκότα, κουρτεζάνα, μπασαράτα, ξιβιλίστρα, ξικολίστρα, μπαγιαντέρα, παρδαλή, παστρικιά, πολιτική, πολιτιτζή, πτάνα, ροσπού, ρουσπού, σουρτούκα, σπαστριτζή, τσιαμαρντόνα, τσούνα, φακλάνα, φρουστάδα | πονηρή, κατεργάρα

bagascia

ιταλικό

μπαγάσας [1709]

πούστης, αδερφή, γκρόβερ, γουσλάρακας, κνιάμινους, κουνιστός, κουνίστρα, λαμόρες, λουμπίνα, ντιγκιντάγκας, ντιντής, ροδέλα, σλίξαρς, συκιά, φλώρος, χουιλούς

bagascio

ιταλικό

μπαγάσας [1931]

πονηρός, αλεπού, αλπού, αλούπου, κατεργάρης, κουνάζους, κουρνάζης, κουρνάζος, μαργιόλος, μαριέλος, μαριόλος, μαριόλτς, μεκιαρές, πουνιρός

bagascio

ιταλικό

μπαγιά, μπάγια

πολύ, αρκετά

baya

τούρκικο

μπαγιάγκας, μπάιαγκας

αράχνη, αράχν, αράχιν, αράγνη, αράχνα, αράχλη, αράχλα, αράνα, άρανος, αϊφαντάκος, αϊφαντάκους, αλιφαντάκους, αλιφαντής, αλεφαντή, αλιφάνταρος, αλφαντής, ανιφαντάκος, ανιφαντάκους, ανιφάνταρος, ανιφαντής, ανφαντής, αζαγιά, καλίγαρος, κοροβελούδα, κουκλέντρα, λόγαρους, λούγαρους, λούγνη, μαρμάγκα, μαρμάνγκα, μερμάγκα, μαρμάγια, μπαούτα, νιφαντάκους, παζίνα, πάλιαγκας, πάνγκους, παρπάλιαγκας, ράχνη, ραχνά, ράχνα, ράχνια, ράχλα, ρανιατέλα, ρόγα, ρογαλίδα, ρόγαλος, ρόγαλους, ρογιά, ρόδιακας, ρόιδου, ρουγαλίδα, ρουγίδ, σφαλάγγι, σφάλαγκας, σφαλαγκούδι, σφάλιαγκας, τσάντσαρος, τσουλχάς, φαλαγκούνα, φισορογιά, χιρολάμπα

pajak

σλάβικο

μπαγιαντέρα, μπαγιαντέρα [1934]

χορεύτρια | πουτάνα | μεταξωτό λουλουδάτο πανί

baiadera

ιταλικό

μπαγιάρω, μπαγιάρω [1888a]

κοροϊδεύω, αναγελάω, αναγελού, αναγελώ, αναγεού, αναγιλάου, αναγιλού, αναγιλώ, αναγιού, αναελάω, αναελώ, αναμπαίζω, ανεγελώ, ανεελώ, ανιγιλώ, ανιγιλώ, ανιελώ, γιαλάω, δουλεύω, δλέβου, ιργιλώ, καντουρέβω, κασμιρέβου, κατσικλαντίζου, κογιονάρου, κογιονάρω, κοϊνέρω, κορδίζω, κουγιονάρω, κουγιουναρίζω, κουρδίζω, κουρουϊδεύου, λαναρίζω, ναγελώ, ναελώ, νεγελώ, νεελώ, νελώ, νιελώ, ξεγελάω, ξεγελώ, ξιγιαλάου, ξιουρίζω, παίζω, περγελώ, περιγελώ, περιπαίζω, πιργελώ, πουργιλώ, σκανιάζου

baiare

ιταλικό

μπαγιάτεμα, μπαγιάτεμα [1961]

σίτεμα

bayatlama

τούρκικο

μπαγιατλίκι, μπαγιατίλα, μπαγιατίλα [1931]

η μυρουδιά του μπαγιάτικου

bayatlık

τούρκικο

μπαγιόκο, μπαγιόκο [1962b]

λεφτά, παραδάκι

baiocco

ιταλικό

μπαγιονέτα, μπαγιονέτα [1876a], μπαγιονέττα [1934]

ξιφολόγχη (λόγιο)

baionetta

ιταλικό

μπάγιους

βλ. μπάρμπας

baj

σλάβικο

μπαγιτάρης [1960], μπαγτάρης < μπαγ’τάρης [1960], μπαγτάρς < μπαγ’τάρ’ς [1960], μπαϊτάρης [1960]

κτηνίατρος (λόγιο)

baytar

τουρκικό

μπάγκα

τραπέζι, μάγκος, μάσα, μέσα, μπάγκα, πλασταριά, σινί, σνι, σουφρά, σουφράς, σοφράς, στολ, τάβλα, ταβλί, ταβουλί, ταλιόρα, ταούλι, τράπιζος, τράπιζους, χοντσά

banca

ιταλικό

μπάγκα [1934]

η «μάνα», ανάμεσα σε εκείνους που παίζουν χαρτιά

banca

ιταλικό

μπάγκαβους < bάgαβους [1976]

σταχτόμαυρος

bagavu

βλάχικο

μπαγκάδα

πανκάδα, μακρόστενο τραπέζι

bancada

βενετσιάνικο

μπαγκάζια, μπαγάγια, μπαγάγια [1963], μπαγάζια (τα) [1962a], μπαγάζια, μπαγάλια, μπαγκάγια [1894], μπαγκάγια, μπαγκάζια (τα) [1983a],

αποσκευές (λόγιο)

bagagia

βενετσιάνικο

μπαγκατέλα [1963], μπαγατέλα μπαγατέλλα [1963]

ψιλοδουλειά του χτίστη ή του μαραγκού (για λίγα λεφτά)

bagattella

ιταλικό

μπαγκατέλα [1983a], μπαγκατέλλα [1934], μπακατέλα [1995], μπαχαντέλα, μπαχατέλα [1995], μπαχατέλλα [1962b]

παλιατζούρα, παλιόπραμα | γριά γυναίκα

bagattella

ιταλικό

μπαγκέρης [1659], μπαγκάρης [1635], μπαγκιέρης [1910],

τραπεζίτης, σαράφης | βλ. μπαγκαδόρος

banchier

βενετσιάνικο

μπαγκέτα [1934], μπακέτα

ραβδάκι του μαέστρου | μακρόστενη φρατζόλα ψωμί

bacchetta

ιταλικό

μπαγκλάβι [1899]

μαγκλάβι, μαγκλάβιον, μαγκλάδιν, παγκλάβι, παγλάβι, ραβδί

maniclavium

λατινικό

μπάγκος [1635], μπάγγα [1659], μπάγγος [1963], μπάγγους [1964] μπάγκα [1622], μπάνκος [1934],

πάγκος

banco

ιταλικό

μπάγκος [1931]

ξέρα, ξέρη, θαλασσόπετρα

banco

ιταλικό

μπαγκούλι < bαgούλι [1918], μπακούλα

σκαμνί, θρονί, καρέγι, κολοκούμπι, κορμάλι, κουτσιούμπι, κούτσιρου, κουτσούρι, παγκάδι, παγκέτα, παγκούλι, σινάιν, σκαμνάκι, σκαμνάκ, σκαμνή, σκαμνίν, σκαμνούδι, σκαμνούρι, σκαμπέλο, σκαμπλί, σκέμλε, σκιάμνε, σκόλοφρον, στρουμπί, στρουμπλί, τσαερί, τσιουμπί

banco

ιταλικό

μπαγλαμάς [1962b]

μικρός τζουράς, με τρία διπλά τέλια | το κορόιδο

bağlama

τούρκικο

μπαγλαρώνω [1931], μπαγλαρώνου

δένω, συλλαμβάνω (λόγιο)

bağlamak

τούρκικο

μπαγντατί [1960], μπαγδαντί [1910], μπαγδατί [1910], μπαγκντατί [1988], μπαγλαντί < bαγλαdί [1978], μπαδατί < bαδατί [1972], μπαλταντί

ψευτότοιχος, μεσότοιχος, γιούκερ, καλαμωτή, μεσάντρα, μεσοτίχι, μεσοφούντι, μισάντρα, μισιά, μισουτίχ, μοροφίντο, νοφαΐτης, ντουσιμές, παρέ, πλουκαριά, τρεμέντζο, τσασμάς, τσατιμάς, τσατμάς, τσιατμάς, τσιατουμάς

bağdati

τούρκικο

μπαγολίνα [1963], μπαγουλίνα, μπαουλίνα

ραβδάκι από καλάμι | μπαστουνάκι για βόλτα

bagolina

βενετσιάνικο

μπαγόρδα [1963], μπαγόδα, μπαγόρδο [1963], μπαόρδα

γλέντι, γλέγκι, γλέδι, γλένδι, γλεντ, γλέντιμα, γλέντιν, γλιέντ, εγλέντ, εγλέντι, εγλέντιν, ζαφέτ, ζγαφέτι, ζέφκι, ζιαφέντι, ζιαφέτ, ζιαφέτι, ιγλέντ, τσιμπούσι, τσουμπούσι, μπερδές, ντζιαφέτ, ραβαΐσι, ρεμπόμπο, σουμπέτι, τζιουμπούς

bagordo

ιταλικό

μπαγορδιάζω, μπαγορδιάζω [1983b]

τρώω καλά

bagordare

ιταλικό

μπαγτζής [1960], μπαγτσής [1960]

αμπελουργός, αμπελάρης, αμπελάρς, αμπελάς, αμπελιάτς, αμπελικός, αμπελουργιός, αμπελουργκιός, αμπελουργκός, αμπελουρκός, αμπιλκός, αμπιλουργός

bağcı

τούρκικο

μπάζα (τα) [1934], μπάζια

άχρηστα υλικά κατεδάφισης (λόγιο)

basa

ιταλικό

μπάζα [1910]

αθέμιτο κέρδος (λόγιο) | χαρτωσιά

baza

βενετσιάνικο

μπαζάκας, μπαζακάης, μπατζάκας

κοιλαράς, βλ. μπαρκοκοίλης

bâzacă

βλάχικο

μπαζάρι [1709]

παζάρι, φόρος, αγορά

pazar

τούρκικο

μπαζντραβίτσα [1962c], μπαζντραβίκα, μπαζντραβίτς, μπαζντραβίτσα < bαζdραβίτσα [1976], μπαντραβίκα, μπαρδαβίτσα < bαρδαβίτσα [1972], μπαστραβίτσα

κρεατοελιά που βγαίνει στα χέρια | η μυρμηγκιά, γαρδαβίτσα, μαντραβίκα, μαντραβίτσα, μαρδαβίτσα, μασντραβίτσα, μερμιγκιά, μιρμιτζέλα, μουσντραβίτσα, ορνιθόκολος

bradavica

σλάβικο

μπάηλας [1982]

λιποθυμιά

bayılma

τούρκικο

μπάθεζα, μπαθέζ [1926]

το φυτό silene inflata (silene), κουκάκι, κουκάκι, κουκιά, κουκί, κουκίτσα, κτίπαλο, λαγαντί, λαγουδοκούδουνο, νυχάκι, στρίφουλα, στρουθούλα, στρούθουλα, φουσκάκια, φουσκουδιά

bathë-a

αλβανικό

μπαϊκούς

το πουλί Athene noctua, κουκουβάγια, κουκλουβάους, κουκουβάια, κουκουβάς, κούκουβας, κουκουγιάβλα, κουκουμάβλα, κουκουμάτσιο, κουκουμιάου, κουκουμιάφκα, κουκουνιάφκα, κουκουφάς, κουκούφας, κουκουφιάες, κουκουφκιάος, σκλόπα, χουχουγιάβα

baykuş

τούρκικο

μπαϊλάντζο [1709]

διακυβέρνηση (λόγιο)

bailaggio

ιταλικό

μπαϊλάτον [1614]

η χώρα που κυβερνά ο μπάιλος

baiulatus

λατινικό

μπαΐλντισμα [1931], μπαϊλισιά, μπαηλισιά [1982] μπαήλισμα [1982], μπαΐλισμα [1837], μπαϊλσά < bαϊλσά [1978], μπαϊλσιά, μπαϊλτζμα, μπαϊλτζμάρα, μπαΐλτσα, μπαϊλτσμα < bαϊλτ’σμα [1976],

αποκάμωμα, αποκαμομάρα, απουκαμουσιά

bayilma

τούρκικο

μπάιλος [1709], μπάγουλος [1688], μπάιλας [1866a] μπαΐουλος [1614]

βάιλας, βάελας, άρχοντας | πρεσβευτής (λόγιο) | παρδαλός

bailo

ιταλικό

μπαϊράκι [1790], μπαϊράκ < bαϊράκ’ [1972], μπαργέρα μπαργερόλι, μπαργιάκ, μπαργιάκι [1960], μπαργιάκι, μπαριάκι, μπαριάκι [1966]

μπαντιέρα, μπαδιέρα, μπαδιέρα, μπανδέρα, μπαντέρα, μπαντιέρα, παντιέρα, φλάμπουρο, φλάμπουρου, φλάμπορος, φλάμπλο

bayrak

τούρκικο

μπαϊρακτάρης [1835], μπαϊρακτάρς < μπαϊρακτάρ’ς [1960 μπαργιαχτάρης, μπαϊραχτάρης [1931], μπαργιαχτάρης [1866b]

σημαιοφόρος (λόγιο)

bayraktar

τούρκικο

μπαϊράμι [1790], μπαϊράμ, μπαργιάμι [1960], μπαργιάμι, μπαριάμ [1988], μπαριάμ

βαϊράμι, γιορτή των μουσουλμάνων μετά το ραμαζάνι

bayram

τούρκικο

μπαΐρι [1960], μαγίρ, μπαγίρα, μπαγίρι [1960], μπαΐρ < bαΐρ’ [1960], μπαΐρ < μπαΐρ’ [1960]

πλαγιά | νιάμα: γη που δεν τη σπέρνουν πια | χερσότοπος

bayır

τούρκικο

μπάκα [1874a]

κοιλιά, αγαστέρα, αστέρα, αστέρας, βαστέρα, βούζα, γαστέρα, γαστέρας, γκάζγκα, κιουλιά, κιούλος, κλια, κούλιαρος, μπαζάκα, μπαζούκα, μπαζουρέκα, μπάμπα, μπζούκα, μπρουστούρα, προτσούλι, προυστούρα, σκεμπές, σκιμπές, στέρα, στσουλία, τέμπα, τσλιά, τσουλιά, τσουλία, ψέκα

bark-u

αλβανικό

μπακάλης [1709], μπακάλ μπακάλς < μπακάλ’ς [1960], μπακάλτς < μπακάλ’τς [1962c]

παντοπώλης (λόγιο)

bakkal

τούρκικο

μπακαλιάρος [1923a], μπακαλιάρος [1910], μπακαλάο < μπακαλάο [1923a], μπακαλάος [1835], μπακαλάρος [1878b], μπακαλάρους [1964], μπακαλάς [1790], μπακαλέος [1992], μπακαλιάρους < μπακαλ’αρους [1962c], μπακαλιόρος

όνομα ψαριών από τα γένη Gadiculus, Gadus, Melanogrammus, Merlangius, Merluccius, Trisopterus

baccala

ιταλικό

μπακαλική [1934]

η δουλειά του μπακάλη

bakkallık

τούρκικο

μπακάλικο [1931], μπακάλικον [1790] μπακαλιό μπακάλκου < μπακάλ’κου [1962c],

το μαγαζί του μπακάλη

bakkaliye

τούρκικο

μπακάλικος [1931], μπακαλίστικος [1961]

του μπακάλη | πρόχειρος (λόγιο), πρακτικός (λόγιο)

bakkallık

τούρκικο

μπακαλιό < μπακαλειό [1964]

μπακάλικο

bakkaliye

τούρκικο

μπακαλοτέφτερο [1998]

το τεφτέρι του μπακάλη (για τα βερεσέδια)

bakkal-defteri

τούρκικο

μπακαλούμ [1840], μπακαλίμ, μπάκαλουμ [1996], μπακαλούμ < μπακαλούμ’ [1960], μπακαλούμου

ας δούμε (bakalum, από το ρήμα bakmak)

bakalum

τούρκικο

μπακαρόνια, μπακαρούνια

μακαρόνια

macaroni

βενετσιάνικο

μπακέτο, μπακέτου

πακέτο

pacchetto

ιταλικό

μπακιγιές, μπακηγιές [1960], μπακαγιάς, μπακαγιάς [1960], μπακή [1960]

υπόλοιπο χρέους (λόγιο)

bakiye

τούρκικο

μπακιρένιος, μπακιρένιος [1878b], μπακαρένιους < bακαρένους [1976], μπακηρένιος [1960], μπακουρένιους

χάλκινος (λόγιο)

bakιr

τούρκικο

μπακίρι [1790], μπακήρ [1962c], μπακίρ, μπακούρ, μπακούρι [1992], μπακρ, μπακρί [1790]

χαλκός (λόγιο) | το μπακιρένιο αγγειό

bakιr

τούρκικο

μπακιρτζής [1878b], μπακηρτζής [1960]

χαλκιάς

bakırci

τούρκικο

μπακλαβάς [1709], μπακλαβού, μπακλαΐ [1966], μπακλαή [1982]

γλυκό ταψιού με φύλλα ζυμαριού, τριμμένα καρύδια και σιρόπι

baklava

τούρκικο

μπακλαβατζής

αυτός που φτιάχνει και πουλάει μπακλαβάδες

baklavacı

τούρκικο

μπακλάς < bακλάς [1972], μπακλά (τα) [1709]

κουκί (και πιο πολύ το φρέσκο κουκί)

bakla

τούρκικο

μπακούρι [1998], μπακούρ

ο παρθένος | ανύπαντρος | αυτός που δεν έχει γκόμενα

bakir

τούρκικο

μπακράτσι [1790], μπαγκράτς, μπαγράτσι, μπακράκι [1992], μπακράτς < μπακράτς’ [1960], μπακράτσα,

μπακιρένιος κουβάς, καρδάρα | μπακιρένια αγγειό με καπάκι για κουβάλημα μαγειρεμένου φαγητού | μικρό καζάνι

bakraç

τούρκικο

μπακράτσι [1996], μπακαρτσούδ, μπακράτσα [1982] μπακρατσάκι

το αγγειό που βάζει ο παπάς τον αγιασμό

bakraç

τούρκικο

μπαλ

μέλι

bal

τούρκικο

μπάλα [1635], μπάλλα [1614]

βόλι | τόπι | δέμα, ντέγκι

bala

βενετσιάνικο

μπάλα [1909], μπάλα < bάλα [1978]

κούτελο, αγκλέφαρους, αγκλιέφαρους, αγλιέφαρους, αγλιέφουρους γκλέφαρο, γκλέφαρου, γκλιέφαρους, γλάφαρος γλέφαρους, γλίφακας, καράπ, κουτέλα, κούτιας, κούτιλο, κούτιλου, κούτιλου, κουτούπι, μέτωπο, τσιακάτ, τσιακάτι, φρόντε

ballë-i

αλβανικό

μπαλαίνα [1835]

μπαλένα, φάλαινα (λόγιο)

balena

ιταλικό

μπαλαμπάνι [1966]

πολύ ψηλό παιδί

balaban

τούρκικο

μπαλαμπάνικος [1960], μπαλαμπάνς

άνταμος, λεχάρι, σαραντάπηχος, γιγαντόσωμος (λόγιο)

balaban

τούρκικο

μπαλάντζα [1934], μπαλάντσα [1688]

παλάντζα, βεζενές, βεζινές, βεζνές, βιζινές, γαντάρ, ζιαρκά, ζυγαριά, καμπανός, καντάρ, καντάρι, μπελάντζα, μπελαντζί, παλάντσα, παλάτζα, πέζο, πελάτζα, σατέρ, σατέρι, στατέρ, στατέρι, τερεζή, τιαριαζή

balanza

βενετσιάνικο

μπαλαντζάρω, μπαλοντζάρω

παλαντζάρω, παλατζάρω, ζυγίζω, ζυγιάζω

balanzier

βενετσιάνικο

μπαλάντσο [1934]

ισολογισμός (λόγιο)

bilancio

ιταλικό

μπαλάξιος [1688], μπαλάσιον [1688], μπαλάσι [1894]

είδος ρουμπινιού

balascius

λατινικό

μπαλαούρο [1934], μπαλαούρος [1934]

κρατητήριο (λόγιο)

ballauro

ιταλικό

μπαλαούστρος [1963], μπαλαούστρο

κουπαστή κάγκελου

balaustro

ιταλικό

μπαλαρίνα [1934], μπαλλαρίνα [1934]

χορεύτρια μπαλέτου

balarina

βενετσιάνικο

μπαλαριστός, μπαλλαριστός [1894]

κάποιος χορός

balador

βενετσιάνικο

μπαλαρμάς [1910], μπαλλαρμάς [1910], μπαλαρμά < μπαλαρμά [1923a]

βόλι των παλιών τουφεκιών

balla armata

ιταλικό

μπαλάρω [1931], μπαλέρνου [1988]

αμπαλάρω, πακετάρω

abballare

ιταλικό

μπαλάσκα [1876a], μπαλλάσκα [1934]

παλάσκα, φυσιγγιοθήκη (λόγιο) | ο σάκος του κυνηγού | η τσάντα του μαθητή

balasca

βενετσιάνικο

μπαλένα [1894]

φάλαινα (λόγιο) | βλ. μπανέλα

balena

ιταλικό

μπαλέστρα [1622], μπαλίστρα [1837]

βαλίστρα

balestra

ιταλικό

μπαλεστράς [1709], μπαλιστράς [1837]

αυτός που φτιάχνει μπαλέστρες | τοξότης (λόγιο) ή δοξαράς (με μπαλέστρα)

balestriere

ιταλικό

μπαλέτο [1983a], μπαλλέτο [1934], μπαλέττο [1934]

χορόδραμα (λόγιο)

baletto

ιταλικό

μπαλής [1876b]

διοικητής (λόγιο)

balio

ιταλικό

μπάλια, μπάλια [1966]

ζώο με άσπρη βούλα (ή άσπρες βούλες) στη μούρη ή στο κούτελο

bal-i

αλβανικό

μπαλιάδα

άσπρο σημάδι

bjal

σλάβικο

μπαλιγάρω [1963]

καταφέρνω να κάνω κοντρολάρω κάποιον

balegar

βενετσιάνικο

μπαλιόν < μπαλιόν’ [1964]

η άσπρη βούλα στο κούτελο ζώου

bjal

σλάβικο

μπάλιος [1909], μπάλιος [1891c], μπάλιους < μπάλ’ους [1962c], μπάλιους < μπάλιους [1964], μπάλιους < bάλους [1976]

βαλιός, στικτός, παρδαλός | ζώο με άσπρες βούλες στο κορμί ή άσπρες τρίχες στο κούτελο

balju

βλάχικο

μπαλκ

ψάρι

balık

τούρκικο

μπάλκαμπα (τα)

οι κολοκυθόσποροι

balkaba

τούρκικο

μπαλκαμπάκι [1835]

το φυτό Cucurbita maxima, κολοκύθα, αγκλιά, γκρατσούνα, ζαχαροκολόκθα, ζαχαρουκουλόκθα, καλκαμπάκ καλκαμπάκι, καμπάκα, κολόκα, κόλοκος, κολότζιν, κουλόκθα, κουλουκίθα, κρατούνα, μιντάτζ, νεροκολοκύθα, νεροκολόκυθο, σπούρδα, ταμπουράς, φλάσκα,

balkabağı

τούρκικο

μπαλκόνι [1866a], μπαλκόνιον [1837], μπαρκόνι [1894], μπαρκούνι [1894], μπαλκόνε, μπαλκόν

εξάτο, λοτζέτα, λοτζιέτα, παλκόνι, παλκόν

balcon

βενετσιάνικο

μπαλμαγάνος [1894]

βλάκας (γενουάτικο barbaggion)

barbaggion

ιταλικό

μπαλντίζα < bάλdιζα [1972], μπαλντούζου, μπάλτζα

κουνιάδα, κουνιάτα, γκουνιάδα, κυρά, κυράτσα | αντραδέλφισα, αντραδέρφισα, αντραδέλφσα, αντραέφσα, αντραδέρφ | γυναικάδερφη, γινεκαδερφή, γινεκαδέλφη, γινεκαδέλφισα, γινεκαδέλφσα, γνεκαδιρφή, γενεκαερφή,

baldız

baldız

μπαλντούρ < bαλdούρ’ [1972], μπαλντρ

γάμπα, άζα, άμπα, άντζα, αντζί, αντσί, άτζα, ατζί, ατλά, άτσα, ατσίνορας, γαμπούνι, γκάμπα, μπαμπίτσα, πούλπα

 

baldır

τούρκικο

μπαλόνι, μπαλλόνι [1910], μπαλόν

λαστιχένια φούσκα

ballone

ιταλικό

μπαλόρντος [1963]

παράξενος | χαζός

balordo

βενετσιάνικο

μπάλος [1910], μπάλλος [1837]

χορός | κάποιος νησιώτικος χορός | χοροεσπερίδα (λόγιο)

balo

βενετσιάνικο

μπάλος, μπάλλος [1891a]

παλούκι | λοστός

palo

βενετσιάνικο

μπαλότα

βαρελότο, κλιδί, μπαρελότο, πατλαγκίτς, πατλάκ, πατλάκι, πλαταντζίκι, τρακατρούκα, χαλκούνι

balota

βενετσιάνικο

μπαλότα [1614], μπαλλότα [1635], μπαλώτα [1783]

ψήφος (λόγιο)

ballotta

ιταλικό

μπαλοταδούρος [1709]

αυτός που μαζεύει τις μπαλότες (ψήφους)

ballottadore

ιταλικό

μπαλοτάρισμα [1709]

ψηφοφορία (λόγιο)

ballottata

ιταλικό

μπαλοταριστής [1659]

ψηφοφόρος (λόγιο)

ballottatore

ιταλικό

μπαλοτάρομαι [1659] [1709]

κληρώνομαι (λόγιο)

ballottarsi

ιταλικό

μπαλοτάρω [1659], μπαλοτιάζω < μπαλλοτιάζειν [1614], μπαλλοτάρω [1963]

ψηφίζω (λόγιο)

ballottare

ιταλικό

μπαλοτατζιόν, μπαλοτατζιόν [1659]

ψήφος (λόγιο)

ballottazione

ιταλικό

μπαλοτιά, μπαλοτιά [1931], μπαλουθιά, μπαλουθιά [1931], μπαλουτιά, μπαλουτιά [1840], μπαλοθιά, μπαλωθιά [1876a], μπαλοτέ

μπιστολιά, πιστολιά, ντουφεκιά, τουφεκιά

balota

βενετσιάνικο

μπαλότο [1962a], μπαλλότον [1910], μπαλλότο [1934]

μπάλα (δέμα) | μασούρι, πλεξούδα

baloto

βενετσιάνικο

μπαλουξής

ψαράς, ψαράρης, ψαρεφτής, ψαρολόγος

balıkçı

τούρκικο

μπαλουχανάς

ιχθυοπωλείο (λόγιο), μιρί, ψαράδικο, ψαροπουλιό, ψαροπάζαρο

balıkhane

τούρκικο

μπαλτακίνος [1931]

θόλος (λόγιο)

baldacchino

ιταλικό

μπαλταλίκι [1960]

η άδεια για μάζεμα ξύλων για τη φωτιά, από το λόγγο

baltalık

τούρκικο

μπαλτάς [1709], μπαλντάς [1963], μπαρντάς [1963]

τσεκούρι, λιάτα, μανάρα, μανάρι, μανιάρα, πελέκι, πιλέκα τσικούρ, τσικούρα, τσικουρέα, τσικουρί, τσικούρι, τσκούρα

balta

τούρκικο

μπαλτατζής [1790], μπαλταντζής [1709]

ξυλοκόπος (λόγιο) | αρματωμένος με μπαλτά

baltacı

τούρκικο

μπαλτζής, μπαλής

μελισσοκόμος (λόγιο), μελισάς

balcı

τούρκικο

μπαλτζίκι [1960], μπαλτζίκ < μπαλτζίκ’ [1960]

λάσπη, βούρκος

balçık

τούρκικο

μπαλτίμ, μπαλντούρα

μερί, μηρί, μπούτι

baldır

τούρκικο

μπαλτίμι [1982], μπαλντζούμι, μπαλντίμι [1992], μπαλντούμ < μπαλντούμ’ [1964], μπαλντούμι, μπαλτούμι, μπαλτούνι [1918], μπαρντούνι, μπαχτίμια, μπαχτήμια (τα) [1860]

πέτσινο λουρί που δένει το σαμάρι στα καπούλια ζώου, απισιλίνα, απιστιά, καπλοδέτα, κολάν, κολάνα, κολάνι, κουλάν, κουλάνι, κουσκούν, κουσκούνι, ουπιστιά, πιστιά

baldim

σλάβικο

μπάμια [1934], μπάμια [1835], μπάμπια [1923b], μπάμνια [1923a], μπαμέα

το φυτό Hibiscus esculentus

bamya

τούρκικο

μπαμπαγίτης [1960]

παλικάρι, λεβέντης

babayiğit

τούρκικο

μπαμπαγιτλίκι [1960]

παλικαριά, λεβεντιά

babayiğitlik

τούρκικο

μπαμπάκι [1622], μπαμπάτζι < μπαμπάτζι [1923a], μπαμπάκ < bαbάκ’ [1972], μπαμπάτσι, μπαμπάτς

βαμβάκι

bambace

ιταλικό

μπαμπαλιάρης, μπαμπαλιάρς

αυτός που χάνει τα λόγια του | αυτός που λέει πολλά λόγια

bâbâljuru

βλάχικο

μπαμπαλίζω [1874b], μπαμπαλίζου < bαbαλίζου [1972]

μιλάω πολύ και λέω κουταμάρες

bâbâlire

βλάχικο

μπαμπαλίκι [1960], μπαμπαλίκ

πατρότητα (λόγιο) | κάτι το πολύ παλιό

babalık

τούρκικο

μπάμπαλο [1874b]

βλ. μπαγιακόκος

babbaleo

ιταλικο

μπαμπαρόλα

πεταλούδα

bamparola

βενετσιάνικο

μπαμπάς [1709]

πατέρας, αφέντης, αφέντς, κιούρης, κύρης, πάγιες, πάης, πάπας, σιορπάτρης, τατάς, τετές, τζίρης

baba

τούρκικο

μπαμπάς [1995], μπαμπάς < bαbάς [1978] μπαμπάδις (οι) [1964]

πάτερο, δοκάρι της σκεπής

baba

τούρκικο

μπαμπασάνι [1888a]

μπαμπακερός σκούφος για παιδιά

bambagia

ιταλικό

μπαμπατζάνης [1960]

ανοιχτόκαδρος, ανεχτόκαρδος, ανιχτοκάρδης, ανχτόκαρδους

babacan

τούρκικο

μπαμπατούρα, μπαρμπατζούνα

μεγάλη φωτιά

bâbârută

βλάχικο

μπαμπαφίγος [1709] [1894], μπαμπαφίνγκος [1857], μπαμπαφίος [1874a]

παπαφίγκος, κάποιο πανί στο κατάρτι του καραβιού | και τούρκικο babafingo

papafigo

βενετσιάνικο

μπαμπέσης [1876a], μπαμπέσας [1931]

άπιστος (λόγιο), ύπουλος (λόγιο)

pabesë

αλβανικό

μπαμπεσιά, μπαμπεσιά [1876a]

απιστία (λόγιο), δολιότητα (λόγιο)

pabesi-a

αλβανικό

μπαμπίνο

παιδί

bambino

ιταλικό

μπαμπουίνα, μπαμπουήνα [1963]

ασχημομούρα, ασκημομούρα, ασκιμομούτσουνη, ασχιμομούτρα, ασκιμουμούρου

babbuina

ιταλικό

μπαμπουίνος [1995]

όνομα κάποιων πίθηκων

babbuino

ιταλικό

μπαμπουίνος, μπαμπουήνος [1963]

ασχημομούρης, ασιμομούρης, ασιμομούτσουνους ασκημομούρης, ασκιμομούρς, ασκιμομούτρης, ασκιμομούτσουνος, ασκιμουμούτσουνους

babbuino

ιταλικό

μπαμπούλας [1910], μπάγουρος < bάγουρος [1905], μπαμπάγια, μπαμπάγος [1872], μπαμπάγους, μπαμπάη < μπαμπάη [1923a], μπαμπάης [1903], μπαμπάλα [1963], μπαμπάλης [1876a], μπαμπαλής, μπάμπαλος [1876b], μπαμπάουλας [1874a], μπαμπού [1963] μπαμπούλους [1903], μπαμπούσους [1903], μπάος

λέξη για να φοβίζουν τα παιδιά | θα έρθει ο ~

babau

ιταλικό

μπαμπούσκα, μπαρμπούσκα

αδύνατο παιδί (ή κατσίκι) με πρησμένη κοιλιά

babuška

σλάβικο

μπάμπω [1835], μπάμπου [1962c], μπάμπου < bάbου [1892]

βαβά, βάβα, βάβου, βαβούλω, βάβω | γριά, γαεργιά, γεργιά, γζιά, γιιά, γιργιά, γιργκιά, γιρζά, γιριά, γκριά, γκρία, γρα, γργκιά, γρέα γρεά, γρέβα, γρζα, γριά, γρία, γριντζά, γριού, γριτζά, γρντζιά, γρτζα, εγρέα, εεργιά, κιργιά ργα, ργκα | γιαγιά, γαγά, γιάγια, γιαγιάε, γιαγιάες, γιαγιές, ζαζά, ιαιά

babo

σλάβικο

μπανάνα [1934]

το φυτό Musa paradisiaca και ο καρπός του

banana

ιταλικό

μπανανιά, μπανανιά [1961], μπανανέα

το φυτό Musa paradisiaca

banano

ιταλικό

μπανέλα [1931]

με αυτή στηρίζουν γιακάδες, σουτιέν και κορσέδες

balena

ιταλικό

μπανιάδος, μπανιάδος [1963]

μπανιαρισμένος, λουσμένος

bagnato

ιταλικό

μπανιαρίζω, μπανιαρίζω [1961], μπανιάρω, μπανιάρω [1998]

κάνω μπάνιο, πλένω

bagnare

ιταλικό

μπάνιο [1934], μπάνιο [1709], μπάνιου < μπάν’ου [1962c]

λουτρό

bagno

ιταλικό

μπανιομαρία, μπανιομαρία [1963]

μπεν μαρί

bagnomaria

ιταλικό

μπάνκα [1835], μπάνκος [1835]

πάγκος, κάθισμα

panca

ιταλικό

μπάνκα [1934]

κάσα (σε παιχνίδι με χαρτιά)

banca

ιταλικό

μπάνκα [1934], μπάγκα [1635] μπάνκος [1963]

τράπεζα (λόγιο)

banca

ιταλικό

μπανκανότα [1995], μπαγκανότα [1934], μπανκονότα [1963]

παγκανότα, χαρτονόμισμα (λόγιο)

banconota

ιταλικό

μπανκέρης [1995], μπανκιέρης [1963]

τραπεζίτης (λόγιο)

banchier

ιταλικό

μπάνκος < bάνκος [1918]

ο πάγκος με την πραμάτεια στο μαγαζί | το ταμείο (λόγιο)

banco

βενετσιάνικο

μπάνος [1688]

άρχοντας, άαχους, άρκοντας, άρκος, άρκουντας άρχο, άρχοντα, άρχος, άρχουντας, άρχους, νιάρχος,

ban

σλάβικο

μπάντα [1860]

πάντα, μεριά, πλευρά (λόγιο)

banda

ιταλικό

μπάντα [1866a]

ορχήστρα (λόγιο)

banda

ιταλικό

μπάντα [1910]

συμμορία (λόγιο)

banda

ιταλικό

μπάντα [1982]

κεντητό πανί που μπαίνει στον τοίχο, στην πλάτη του καναπέ ή του κρεβατιού

banda

ιταλικό

μπαντανάς [1931], μπατανάς [1961], μπαδανάς [1835], μπαντάνισμα

ασβέστωμα, αλαχτιά, ασβέστουμα, ασβέστουση, άσπρισμα, γαλαχτιά | ασβεστόνερο, ασβιστόνιρου

badana

τούρκικο

μπαντανώνω [1961], μπαδαναλίζω [1835], μπαντανιάζου, μπαντανίζω, μπατανίζω,

ασβεστώνω, αλαχτίζω, ασβιστόνου, ασπρίζου, ασπρίζω, ασπρίντζω, ασπρίτζω, ασπριώ, ασπρογιάζω, γαλαφτίζω, γαλαχτζώ, γαλαχτίζου, γαλαχτίζω, γαουαχτώ ουααχτίζω, σπρίζω

badanalmak

τούρκικο

μπανταρισμένος [1998]

τυλιγμένος με γάζες

bandar

ιταλικό

μπαντέμι [1960]

αμύγδαλο, αμίβνταλο, αμίγδαλου, αμίγκνταλο, αμίγλαδο, αμίδγαλο, αμίνταλο, αμίργαλο, μίγδαλου, μίδγαλο, μίδγαλου, μίργαλο, μύγδαλο, νίγδαλε

badem

τούρκικο

μπαντεμλίκι [1960]

περιβόλι με μυγδαλιές

bademlik

τούρκικο

μπαντεμτζής [1960]

αυτός που πουλάει αμύγδαλα ή έχει πολλές αμυγδαλιές, ο αμυγδαλάς

bademcı

τούρκικο

μπαντένι

προσκύνημα

ibadet

τούρκικο

μπαντερόλι [1857], μπαντεριόλι

ανεμοδούρα ανεμεδούρα, ανεμίδι, ανεμίθρα, ανεμοδούρι, ανεμολόγος, ανεμολόος, ανεμολός, ανεμοούρι, ανεμοτούρα, ανεμούρι, ανιμιδούρα, ανιμουδούρα ανιμουτούρα, ασμαδούρα, παντσέλι, πινέλι, φουρφούρ

banderuola

ιταλικό

μπαντεροφόρος [1709], μπαδιερίτης

σημαιοφόρος (λόγιο), φλαμπουράρης, μπαϊραχτάρης

banderaio

ιταλικό

μπαντιά, μπαντιά [1960], μπάντια

μεγάλο λαγήνι, μεγάλη στάμνα με φαρδύ στόμα

badya

τούρκικο

μπαντιαβά, μπαδιαβά [1996], μπατχαβά, μπατιάβα

τσάμπα, τζάμπα

bedava

τούρκικο

μπαντίδος [1894], μπαντίδους < μπανdίδους [1964]

κουρσάρος, πνιγάρης, συμμορίτης (λόγιο) | νταής, παλικαράς

bandito

βενετσιάνικο

μπαντιέρα, μπαδιέρα, μπαδιέρα [1876a], μπανδέρα [1622], μπαντέρα [1709], μπαντιέρα [1659]

παντιέρα, φλάμπουρο, μπαϊράκι

bandiera

βενετσιάνικο

μπάντο

εγκατάλειψη (λόγιο)

abbandono

ιταλικο

μπαντούρα [1934]

παντούρα, μαντούρα (φλογέρα από καλάμι)

mandura

ιταλικό

μπαξεβάνης [1910], μπαξιβάνους, μπαχτσαβάνης, μπαχτσαβάνς < μπαχτσαβάν’ς [1988], μπαχτσεβάνης [1835], μπαχτσιαβάντς, μπαχτσιβάνους, μπαχτσιβάνς, μπαχτσιβαντζής

κηπουρός (λόγιο), περιβολάρης

bahçιvan

τούρκικο

μπαξές [1910], μπαγτσές, μπακζές [1783], μπακτζές [1709], μπακτσές, μπαχτσέ [1860], μπαχτσές [1835], μπαχτσιάς, μπαχτσιές, μπαχτσιές [1996]

κήπος (λόγιο), περιβόλι

bahçe

τούρκικο

μπαξιλίκ

δενδροκαλλιέργεια (λόγιο)

bahçelik

τούρκικο

μπαξίσι [1840], μπαξίς [1960], μπαξίς < bαξίσ’ [1972], μπατζίσι [1837], μπαχσίς, μπαχτζήσι [1840], μπαχτζίσι [1790], μπαχτσήσι [1860], μπαχτσίς, μπαχτσίσι [1835]

φιλοδώρημα (λόγιο)

bahşiş

τούρκικο

μπαούλο [1894]

αμπάρι, καναβέτα, καρσέλα, κασέλα, μπόουλο, σεντούκι, σεντούτζιν, σεπέτι, σετούκιν, σιντούκ, σιντούκι, σιντούτς, φορτσέρι, φορτσιέρι, φουρτσέρ, φουρτσέρι

baul

βενετσιάνικο

μπαούς [1709]

βλ. μπαμπόγερος

bau

ιταλικό

μπάρα [1790], μπάρα < bάρα [1972] μπάρες (οι) [1931]

μέρος που κρατάει νερό | βάλτος | γούρνα | λάσπη, γλίνα

bara

σλάβικο

μπάρα [1876b], μπάρρα [1934], μπαράτς

αμπάρα, απεράτης, ασμπάρα, γκάγκαρο, γκάγκαρος, ζαμπί, ζεμπερέκ, ζεμπερέκι, ζιμπερέκι, ζιμπρέκ, ζουμπερέκι, κάγκαρο, καδινάτσο, καδινάτσος, καντινάτσο, καντινάτσος, καταπίδι, καταράχτης, κατενάτσος, κατινάτσο, κολιανίτσα, κολιάνιτσα, κολιάντζα, κολιάντσα, κολιάτζα, κολντεμίρι, κόλντιμιρ, κόλντουβαρ, κοντεμίρι, κουλιάντζα, κουλιάντσα, μαναβέλα, μαντάλ, μαντάλι, μάνταλο, μάνταλος, μάνταλου, μάνταλους, μπαριέρα, μπεράτης, μπλιτσούνι, μπράβα, παράτ, περάντης, περάντι, περάτης, πετάσι, πιράτ, πιράτι, πιράτς, ρομανίσιν, σαγιαδόρος, σαλιαδούρος, σαλταρέλο, σβέτα, σέρτης, σίδερο, σιρτς,, σουρμές, σούρτα, σούρτης, στάνγκα, συρτάρι, σύρτης, ταλιαδούρος, τρακάζ, τρακάτσι, τσακάλ, τσεμπερέκι, τσιβέτα

barra

ιταλικό

μπάρα [1995]

οριζόντιο σιδερένιο δοκάρι

barra

ιταλικό

μπαράγκα [1934], μπαράκα [1614], μπαράκ < bαράκι [1892]

παράγκα, καλύβα

baraca

βενετσιάνικο

μπαράτι [1709], μπαράτιον [1614]

γραφτή προσταγή του βασιλιά

imperatum

λατινικό

μπαρατουρία [1688]

καλπουζανιά, λοβιτούρα

barateria

λατινικό

μπαρδάκι [1709], μπαρντάκι [1876], μπαρδάκ < bαρδάκι [1892], μπαρντάκ < bαρdάκ’ [1972], μπαρτάκι, μπαρδάκα

ποτήρι, κούπα | κανάτι, στάμνα, νεμπότης

bardak

τούρκικο

μπαρδάνε [1688]

το φυτό Lappa minor, άπα, αρκουδοβότανο, κολλητσίδα, πλατεά, πλατανομαντίλα, πλατανομαντιλίδα

bardana

λατινικό

μπαρέλι [1860]

βαρέλι, βαγέν, βαγένι, βαγιόν βαγιόνι, βαγκέλ, βαέν, βαένη, βαένι, βαλέρ, βαλέρι, βαλέριν, βαρέλ, βαρέλιν

barile

ιταλικό

μπάρεμου [1887b], μπάρε-μου [1876b], μπάρεμ [1983a], μπάρι [1960], μπάριμ [1962c], μπάριμ < bάριμ [1972]

τουλάχιστον (λόγιο)

bari

τούρκικο

μπαρής

ειρηνικός (λόγιο), φιλικός (λόγιο)

barış

τούρκικο

μπάρισμα [1966]’ μπαρίς < bαρίσ’ [1976], μπαρούσχια, μπαρούσχια (τα) [1996]

το φίλιωμα, το μόνοιασμα

barışma

τούρκικο

μπάρκα [1860]

βάρκα

barca

ιταλικό

μπαρκάρισμα [1910]

επιβίβαση (λόγιο), σε καράβι

imbarco

ιταλικό

μπαρκαρόλα [1963]

βαρκαρόλα (τραγούδι)

barcarola

βενετσιάνικο

μπαρκάρω [1910], μπαρκαρίζω [1860] μπαρκέρνω [1998]

ανεβαίνω σε καράβι (για ταξίδι)

imbarcare

ιταλικό

μπάρκο [1931], μπάρκος

καράβι με τρία κατάρτια | το φορτίο (λόγιο) που έχει ένα πλοίο

barco

ιταλικό

μπαρκοκοίλης [1966]

κοιλαράς, βζαράς, βουζαράς, βούζαρς, βούζας, βραγκάλας, γκάζγκας, κιλομπούρης, κούλιαρης, μπαζάκας, μπαζακάης, μπακανάκας, μπακανιάρης, μπάκας, μπατζάκας, μπζούκας, πρίγκιλας, πρίγκολας, πρίγκουλας, πρίντζιλος, πρίντζουλος, πρισκοκίλης, πρίτσολος, προκιλάς, προκίλης, σκεμπιάρης, τζιλάκης, τζιλιάρης φαρδοκίλης, φουσκιάρης

barkolec-e

αλβανικό

μπάρμπα [1688]

το φυτό Anthyllis barba-jovis

barba

λατινικό

μπάρμπα, μπάρμπους

πιγούνι, κατσάγνου, κατσιαούλ, κατσιαούλι, κατωσάγουνο, πουγούν, τσαγούλι, τσεγνιές,

barbe

βλάχικο

μπαρμπαρέσα [1910], μπαρμπαρέσσα [1934]

αλυσίδα η σκοινί που η μια άκρη του είναι δεμένη στην κουβέρτα του καραβιού

barbaresco

ιταλικό

Μπαρμπαριά [1709], Μπαρμπαρία [1688], Μπαρμπαρκά [1891a]

χώρες της Αφρικής που ζουν οι Βερβερίνοι

Barbaria

λατινικό

μπαρμπαρόζα [1918], μπαρμπαρόριζα

το φυτό Pelargonium roseum, αρπαρόριζα, αρμπιρόλα, αρμπανέλα, γκιουλάι, δενδρισάκι, μοσχομολόχα, σμύρνα

erba rosa

ιταλικό

μπαρμπαρούσα [1964]

άσπρο μπαμπακερό φέσι

bârbârusă

βλάχικο

μπαρμπαρούσικος [1709]

της Μπαρμπαριάς

barbaresco

ιταλικό

μπάρμπας [1635], μπάρμπα [1860], μπάρμας [1876a]

θείος, θειος, θιόκας, λαλάς, λάλας, λάλης, λάλος, λάλους, λούβας, μπάγιους, μπάμας, μπαρμπαλιός, μπάρμπας, μπάσης, μπάτσης, νταής, πάρμπας, ταής

barba

βενετσιάνικο

μπαρμπέρης [1622], μπαρμπέρις [1614], μπάρμπερος [1688], μπερμπέρης [1835], μπαρμπιέρης, μπαρμπιέρης [1866a], μπαρμπέρς < μπρμπέρ’ς [1964]

κουρέας (λόγιο)

barbiere

ιταλικό

μπαρμπεριό < μπαρμπερειό [1964], μπαρμπεριό [1931], μπαρμπερειό [1635], μπαρμπερείον [1622] μπαρμπερειόν [1709], μπαρμπέρικο [1934] μπαρμπερίο, μπερμπερειό [1878b] μπερμπερειό [1878b],

κουρείο (λόγιο)

barbieria

ιταλικό

μπαρμπέτα [1983b], μπαρμπέτες [1962a]

φαβορίτα

barbetta

ιταλικό

μπαρμπούλα, μπαρμπούλλα [1962c], μπαρμπούλα < bαρbούλα [1976]

και μπουρμπούλα, μαύρο μαντίλι που φοράνε οι γυναίκες στο κεφάλι | το δέσιμο του μαντηλιού στο κεφάλι, έτσι που να μένει έξω μόνο ένα μικρό κομμάτι από τη φάτσα

bârbuli

βλάχικο

 

μπαρμπουλόνω [1891c] | μπαρμπουλώνω, μπαρμπουλώνουμι < bαρbουλώνουμι [1976], μπαρμπουλνιούμι, μπαρμπουλάζουμι

κουκουλώνω (πιο πολύ: κουκουλώνω καλά το κεφάλι μου με μπαρμπούλα)

bârbulisire

βλάχικο

 

μπαρμπούνι [1688]

το πουλί Falco tinnunculus, αγεράι, αγερακάντι, αγέρακας, αγεράκι, αγεράτσι, αγιράκι, αγκιεράκι, αέρακας, αεράτσι, αερογάμης, αερογαμί, ανεμογάμης, ανεμοπούλι, αστοχογερακίνα, βάρβακας, βαρβάκι, βαρβακίνα, βραχοκιρκίνεζο, γελάκι, γεράι, γέρακας, γεράκι, γερακίνα, γερακόπουλο, γεράτσι, γίακας, γιάκι, γιαλάκι, γιαράκι, γιράκι, γιράτσι, έρακας, εράκι, καντηνέλι, κιρκινέζι, λούπης, νταμαρογέρακο, ξεφτέρι, περδικογέρακας, περδικογέρακο, περδικολόγος, πετρίτης, πετρογερακάκι, πετρογέρακας, πετρογέρακο, σαΐνι, σπιζιός, τσίφτης, τσιχλογέρακο, φαλκογέρακο, φαλκόνι, φάλκος, φιλαδέλφι, φιλάδελφος, χιλιάδελφος

barbon

βενετσιάνικο

μπαρμπούνι [1910], μπαρμούνι

τα ψάρια Mullus barbatus και Mullus surmuletus

barbon

βενετσιάνικο

μπαρμπούτα [1614], μπαρμπούτα < bαρbούτα [1908], μπαρβούτα [1688]

κράνος (λόγιο) | μάσκα μελισσά | μουτσούνα αποκριάτικη

barbuta

λατινικό

μπαρμπούτι [1961]

κυβοπαιξία (λόγιο), τα ζάρια

barbut

τούρκικο

μπαρόλα [1840]

παρόλα, κουβέντα, λαλιά

parola

ιταλικό

μπαρόνος [1790], μπαρώνες [1709], μπαρώνης [1709], μπαρούνος

βαρόνος

barone

ιταλικό

μπαρόνος [1963]

πονηρός, κατεργάρης

barone

ιταλικό

μπαρούμα [1884c]

παλαμάρι

paroma

βενετσιάνικο

μπαρουνία [1614] [1688], μπαρωνία [1709]

βαρονία

baronia

λατινικό

μπαρούς [1614]

βαρόνος

baro

λατινικό

μπαρούτι [1783], μπαρούτη [1934], μπαρούτ

πυρίτιδα (λόγιο)

barut

τούρκικο

μπαρουτχανές [1931], μπαρουτχανάς [1960]

πυριτιδοποιείο (λόγιο)

baruthane

τούρκικο

μπαρούφα [1934]

μπούρδα, παπαρδέλα, μπαλάφα | καβγάς, τσακωμός

barufa

βενετσιάνικο

μπαρσάκ

άντερο, άνταρο, άντερε, άντερον, άντιου, άντιρου, άντιρουν, γέντερο, έντερο, έντερο, ιντέρ, τάνταρο, τζιερ

bağırsak

τούρκικο

μπαρτζολετάρω [1840]

χωρατεύω, αστειεύομαι (λόγιο)

barzellettare

ιταλικό

μπάρτζους

μαύρο ζώο με κόκκινα μάγουλα

bardž

σλάβικο

μπαρτίδα

παρτίδα

partita

ιταλικό

μπας [1876a], μπας-και [1874b]

μήπως

mbase

αλβανικό

μπασαβιόλα, μπασαβιόλα [1931]

πασαβιόλα, κοντραμπάσο

basso di viola

ιταλικό

μπασάκι [1960], μπασάκ, μπασιάκ

το στάχυ που μένει στο χωράφι μετά το θερισμό | το σταφύλι που μένει στο αμπέλι μετά τον τρύγο (λέγεται και καμπανάρι) | οι ελιές που απομένουν στα δέντρα μετά το μάζεμα του καρπού

başak

τούρκικο

μπασαμάκι [1960], μπασαμάκ < μπασαμάκ’ [1960]

σκαλί, σκαλοπάτι

basamak

τούρκικο

μπασαρντίζω, μπασαρντώ, μπασαλντίζω, μπασαρντίζου

πετυχαίνω κάτι, τα καταφέρνω

başarmak

τούρκικο

μπασάς [1709], μπασίας [1614], μπασσάς [1790], μπασιάς, μπασιάς [1790]

πασάς

paşa

τούρκικο

μπασάς [1964]

ψευτο-άρχοντας, το έλεγαν για να κοροϊδέψουν κάποιον με χωριάτικους τρόπους

baş

τούρκικο

μπάσης [1876a], μπας < μπας’ [1960]

η κεφαλή, ο πρώτος, η αρχή

baş

τούρκικο

μπασιάς

άρχοντας, αφέντης

baş

τούρκικο

μπασιμπουζούκος [1931], μπασιμπουζούκης [1983a], μπας-μποζούκ [1910], μπασιβοζούκος [1910], μπασμπουζούκος

βασιβουζούκος, αρματολός του οθωμανικού στρατού, άτακτος (λόγιο)

başιbozuk

τούρκικο

μπασκά

άλλος, άβου, άλε, άλερ, άλες άλο, άλου, άλους, άλτος, άος, άου, άουος, άγου

başka

τούρκικο

μπασκί

η πρέσα στο λιοτρίβι

baskı

τούρκικο

μπασκίνας [1998] μπασκίνα [1962b]

μπάτσος, αστυφύλακας (λόγιο), χωροφύλακας (λόγιο)

baskιn

τούρκικο

μπασλαμάς, μπασλαμα

κάποια πίτα με φύλλο ζυμαριού

bazlama

τούρκικο

μπασμάς [1934], μπασουμάς [1960]

κάποιο μπαμπακερό ρούχο, το τσίτι | κάποιος καπνός τσιγάρου

basma

τούρκικο

μπασματζής [1960]

αυτός που πουλάει μπασμάδες (πανιά)

basmacı

τούρκικο

μπάσνα < bάσινα [1892], μπάσινα [1894], μπάσνα < bάσνα [1976]

βλ. μπάστινα

baština

σλάβικο

μπάσο [1866a]

κοντραμπάσο | χαμηλός ήχος

basso

ιταλικό

μπάσος [1931], μπάσσος [1961]

βαθύφωνος (λόγιο)

basso

ιταλικό

μπασπαρμάκ

το μεγάλο δάχτυλο, ο αντίχειρας (λόγιο)

başparmak

τούρκικο

μπας-ρεΐζης [1934]

ναύαρχος (λόγιο)

baş-reis

τούρκικο

μπάσσιος [1884b], μπάσιος [1964], μπάσους < μπάσους [1964]

ο σεβαστός γέρος

baciu

βλάχικο

μπάστα [1918]

ως εκεί, φτάνει, αρκετά

basta

ιταλικό

μπαστανάκλα [1894], μπαστανάγλα, μπαστουνάκλα [1963], μπατσινάκα

το φυτό Daucus carota, άγρια δαφκιά, ατσίγγανος, γρεμπελίνα, δαφκί, καρότο, κοκινόγλο, κοκινόριζο, παστανάκλα, σταφιλινίκος, σταφίλινος σταφιλίνος, σταφιλιόνι, χαβούτσι

pastinaca

ιταλικό

μπαστάρδα [1709]

μούλα | καράβι που μοιάζει με γαλέρα

bastarda

ιταλικό

μπασταρδέλι

βλ. μπασταρδάκι

bastardello

ιταλικό

μπασταρδεύω [1635], μπασταρδιάζω, μπασταρδιάζω [1709] μπασταρδέβω [1931]

νοθεύω (λόγιο)

bastardare

ιταλικό

μπασταρδιά, μπαστάρδεμα [1709], μπαστάρδευμα [1790], μπαστάρδιμα

νόθευση (λόγιο), ανακάτεμα

bastardia

ιταλικό

μπάσταρδος [1614], μπαστάρος [1783], μπάσταρδους < bάσταρδους [1914], μπαστάρδος

νόθος (λόγιο), μούλος

bastardo

ιταλικό

μπαστίζω [1966]

πατώ, ζουπώ | εισβάλλω (λόγιο)

basmak

τούρκικο

μπαστιμέντο [1790]

κάποιο καράβι

bastimento

ιταλικό

μπάστινα [1934], μπάστινα < bάσ’τινα [1921], μπάσταινα [1909], μπάστινα < μπάστινα [1964], μπαστίνα

τόση γη, όση μπορεί να οργώσει ένα ζευγάρι βόδια (μαζί με την καλύβα, το στάβλο, τον αχυρώνα) | η κληρονομιά αυτή της γης

baština

σλάβικο

μπαστιόνι

οχυρό (λόγιο)

bastia

ιταλικό

μπαστουνάδα

οχύρωση (λόγιο)

bastion

βενετσιάνικο

μπαστούνι [1790], μπαστούν

ραβδί, μαγκούρα

bastone

ιταλικό

μπαστούνια, μπαστούνια (τα) [1709]

τα χαρτιά της τράπουλας

bastoni

ιταλικό

μπάστρα [1931], μπάστρα < bάστρα [1972] μπαστράς [1931], μπαστράς < bαστράς [1976]

περονόσπορος

bâstră

βλάχικο

μπατάγια, μπατάγια [1961], μπατάγιο

μάχη, χτύπημα

battaglia

ιταλικό

μπαταγιάρω, μπαταγέρνω

κάνω φασαρία

battagliare

ιταλικό

μπαταδούρος [1931], μπατιδούρος, μπατιδούρο

ρόπτρο (λόγιο), σιδερένιο χτυπητήρι εξώπορτας

battitore

ιταλικό

μπατάκι [1934], μπατάκ < μπατάκ’ [1962c], μπατόκ < bατόκ’ [1976], μπαντάκι, μπαντάκ

βούρκος, βόρκα, βόρκος, βούλικος, βούλκο, βούλκος, βούλουκο, βούρκα, βούρκο, βούρκο, βούρκον, βουρκός, βούρκους, βρούκα, βρούκο, φουρκό

batak

τούρκικο

μπατακώνω [1960], μπαντακώνου [1962c], μπαντακώνου < bαdακώνου [1976], μπατκόνου

βαλτώνω, βαλτόνου | βουλιάζω

batmak

τούρκικο

μπατάλα [1995], μπαντόλου < μπαντόλου [1976]

χοντρή κι ατσούμπαλη

badalona

ιταλικό

μπατάλης [1962a], μπάταλος [1960] μπαταλαμάς, μπάταλους

άχρηστος, άχριστους | άχαρος, άιχαρο, ανάχαρους άχαρε, άχαρο, άχιαρο, άχαρους

battal

τούρκικο

μπαταλία [1688], μπατάγια [1876a]

μάχη

bataglia

ιταλικό

μπαταλίκ < μπαταλίκ’ [1962c], μπαταλίκ < bαταλίκ’ [1978], μπαταλούκι [1996]

χωράφι άσπαρτο, αφημένο

battalık

τούρκικο

μπάταλος, μπαταλιακός, μπατάλικος [1910], μπατάλκος, μπατάλκους < bατάλ’κους [1976], μπατάλκους < μπατάλ’κους [1962c], μπάταλους, μπατάλς

δυσκίνητος (λόγιο), ατσούμπαλος | άκομψος (λόγιο) | άχρηστος

battal

τούρκικο

μπατανία [1931], μπαντανία [1982], μπανταμία

πατανία, μαντανία, χοντρή μάλλινη υφαντή κουβέρτα της νεροτριβής

battaniye

τούρκικο

μπαταξής [1931], μπαταχτσής [1934], μπανταχτσής < bαdαχτσής [1976], μπατακτσής [1960], μπατακτζής [1910], μπατάκας [1960], μπατάκα [1960] μπανταξής [1966], μπαντάκας [1966], μπαντακτσής, μπατάκ

κακοπληρωτής (λόγιο)

batakçι

τούρκικο

μπαταξιλίκι, μπαταξηλίκι [1934], μπαταχτσηλίκι [1934], μπατακτζηλίκι [1910], μπατακτσιλίκι [1960], μπατακτσιλίκ < μπατακτσ’ιλικ’ [1962c], μπαταχτσιλίκ < μπαταχτσ’ιλικ’ [1962c], μπανταχτσιλίκ < bαdαχτσιλίκ’ [1976]

κακοπληρωμή (λόγιο), φέσι

batakçιlık

τούρκικο

μπαταριά [1860], μπαταριά [1931], μπαταρία [1866a]

ομοβροντία (λόγιο)

bataria

βενετσιάνικο

μπατάρω [1709], μπαταίρνω [1876b], μπατάρου, μπατέρνου [1988], μπατέρνω [1894] μπαττάρω [1910]

βουλιάζω, αναποδογυρίζω, γέρνω μονόπατα

battere

ιταλικό

μπατάρω < bατάρω [1918], μπατέρνω

προσέχω, λογαριάζω, υπολογίζω (λόγιο)

badare

ιταλικό

μπατέλο

μεγάλη βάρκα

battello

βενετσιάνικο

μπατζάκι [1961], μπατζάκια, μπατζάκια [1931], μπατζάκ, μπατζιάκ

κάθε μια από τις δυο άκρες του παντελονιού ή του βρακιού | ποδάρι, αρίδα

bacak

τούρκικο

μπατζακλίκι [1960]

το ρεβέρ του παντελονιού

bacaklιk

τούρκικο

μπατζανάκης [1931], μπατσανάκης [1910], μπατζανάκηδες [1931], μπατζανάξ < μπατζ’ανάξ [1962c], μπατζιανάξ, μπατζανάξ

σύγαμπρος

bacanak

τούρκικο

μπατζαξής < μπατζακ-σιζ’ς [1960]

κοντοπόδαρος | μικρομέγαλος

bacaksιz

τούρκικο

μπατζάς [1960], μπατζάς < bατζάς [1976] μπατζιάς < bατζιάς [1972], μπατζιάς [1996], μπατζά, μπατζιά

καμινάδα, φουγάρο, τσιμινιέρα | το κομμάτι της καμινάδας που βγαίνει από τη σκεπή | o φεγγίτης

baca

τούρκικο

μπάτης [1835], μπάτη < μπάτη [1923a], μπατς [1988]

αεράκι που έρχεται από τη θάλασσα

imbat

τούρκικο

μπατικόρε [1963], μπατικόρες

καρδιοχτύπι, χτυποκάρδι

batticuore

ιταλικό

μπατικούλο, μπατκούλο

χρεοκοπία (λόγιο), φαλιμέντο

batik

τούρκικο

μπατιμπάλος [1963]

σκληρό στρογγυλό ξύλο για το μπήξιμο των παλουκιών στο χώμα | εργαλείο του τσαγκάρη για το κάρφωμα των παπουτσιών

batipalo

βενετσιάνικο

μπατίνα [1874a]

πατίνα | μπογιά για τα παπούτσια

patina

ιταλικό

μπατινάδα [1709], μπατουνάδα

μαντινάδα, μαντουνάδα

mattinata

ιταλικό

μπατίρης [1983a], μπατήρης [1961], μπατίρς

άφραγκος, αδέκαρος, αναπαδιάρης, άπαρος, απένταρος, άψιλος | βουλιαγμένος

batırılmış

τούρκικο

μπατιρίζω [1962a], μπατηρίζω [1961], μπατίρω [1983a], μπατίζω [1960], μπατιρίζου

πτωχεύω (λόγιο)

batırmak

τούρκικο

μπατιτούρα [1688]

πατιτούρα

battitura

ιταλικό

μπατούτα [1931], μπατούδα [1963]

το τικ-τακ του ρολογιού | μουσικός ρυθμός (λόγιο)

battuta

ιταλικό

μπατσάρω [1874a], μπατσέρνω [1874a]

αγγίζω, αγκίζου, αντζίζω, αντζίχου, ατζίζου, ατζίζω, ατζώ, γκίγου, γκίζου, γκίζω, γκίνου, γκίνω, γκιούζου, γκίτσω, γκίχνω, γκίω, εγγίζω, εγκίγου, εντζίζω, ιγκίνου, ντζίζω, τζίγω, τζίζω

impazzar

βενετσιάνικο

μπατσιάρομαι, μπατσάρομαι

ανακατεύομαι σε ξένες δουλειές

impacciare

ιταλικό

μπάτσικα [1934], μπάτσιγα [1963], μπάτσκα < μπάτσ’κα [1964]

παιχνίδι με τα χαρτιά της τράπουλας (τριανταμία)

bazzica

ιταλικό

μπατσολάδος [1963]

τρελός, ζουρλός, μουρλός

impazzito

ιταλικό

μπάτσος [1835], μπάτζι [1688], μπάτζο [1635], μπάτζος [1709] μπάτσα [1910], μπάτσα < bάτσα [1976] μπατσαριά, μπάτσε < μπάτσε [1923a], μπατσελιά, μπατσιά [1931], μπατσιά, μπάτσο [1995], μπατσουλέ, μπατσουλιά, μπάτσους

χαστούκι, σκαμπίλι, ζαγλίκι, σιαμάρι, φούσκος

bacë-a

αλβανικό

μπαφιάζω, μπαφιάζω [1961], μπαφιάζου

ζαλίζομαι, πονοκεφαλιάζω | λαχανιάζω

baf

ιταλικό

μπαχάρ

άνοιξη, ανιξέα, ανιξιά, ανξ

bahar

τούρκικο

μπαχάρι [1835], μπαχαρικά (τα) [1931], μπαχαρικό [1934], μπαχαρικόν [1910], μπαχούρι [1888b]

το πιπέρι | κάθε μπαχαρικό

bahar

τούρκικο

μπαχίλτς, μπαχύλτς [1903]

η κακιά η ώρα

bahtsız

τούρκικο

μπάχτι [1887b], μπάχτη [1982]

τύχη, γούρι, αγκούριο, αγούρ, αγούρι, γιούριν, γουρ, γούριν, ιχπάλ, ογούρι, ογούριν, ογουρλί, οούριν, ουγούρ, ουρ, ούρι, ούριν, ριζικό, σόρτα, σόρτε, ταξιράτ

baht

τούρκικο

μπαχτιλίτκος

γουρλής, τυχερός, αγουρλής, αγουρλούς, γουριλής, γουρλούς, καλόμοιρος, καλοπίχερος, καλορίζικος, καλότυχος, ογουρλής, ογουρλούς, οουρλής, ουγουρλής, ουρλής, ριζικάρης, ριζικάρικος, τιχιρός, φουρτουνάτος, χερικάρης,

bahtlı

τούρκικο

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του εθνικού τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1960: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983a.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983a.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.