Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από μπβ-μπλ


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από μπβ-μπλ

24.1.2012

μπβάλι, μπβαλ < μπβαλ’ [1960b]

βουβάλι, βουβάλιν, βουβάλ, βάλι, βαλ, βουάλι, βούβαλος, βούβαλους, βούαλος, μπούφαλο, μπουβάλι, γουβάλιν, γουβάλι, γουβάλ, γούβαλος, γβαλ, δρούβαλος, κομές, μαντάς

bivol

σλάβικο

μπγάδα < μπ’γάδα [2011]

μπουγάδα, αμπουγάδα, μπογάδα

bugada

βενετσιάνικο

μπεάτος [1963]

μακάριος (λόγιο)

beato

ιταλικό

μπέβα < bέβα [2001c], μπέβε [2001a], μπιβάδα [2001c]

πιοτό, πιοτί, κρασί

beva

ιταλικό

μπεβάντα [1963], μπεβέντα [1963], μπεβάδα [1887b], μπιβάδα [2001c], μπεβάα [2001c], μπιβάντα

μεβάντα, νερωμένο κρασί

bevanda

ιταλικό

μπεβέ

πιοτό, πιοτί

beva

ιταλικό

μπεβεράτζιο [1963]

φιλοδώρημα (λόγιο), διάχμα, μπουρμπουάρ, πεπεράτζιο, πουρμπουάρ, ρεάτι, ρεγάλο, ριγάλο, ριγάλου, φίλεμα, χαρσλίκ

beveraggio

ιταλικό

μπεβερίνος [2001a]

βλ. μπεκρής

bever vino

ιταλικό

μπέβος

βλ. μπεκρής

bevon

βενετσιάνικο

μπεγεντές < bεγεντές [2001c], μπεγιάντκος < μπεγιάντ’κος [1966], μπεγεντινός [2001c]

εκλεκτός (λόγιο)

beğendi

τούρκικο

μπεγεντί [1887b], μπιγιντί [1981]

εύνοια (λόγιο) | μπαξίσι

beğeni

τούρκικο

μπεγέντισμα [1931], μπεγέντιση [2001b]

περιποίηση (λόγιο) | προτίμηση (λόγιο) | εκτίμηση

beğenilme

τούρκικο

μπεγεντώ [1790], μπεγεντίζω [1876a], μπεγεντάω [1887b], μπεγεντάρω [ 1960a], μπιγιντώ [1981], μπεγιεντώ [1996b], μπεγιαντίζω < μπεγιαντίζω [1999], μπεγεντώ < bεγεντώ [2001c], μπιγιντίζου

γουστάρω, θέλω | προτιμώ (λόγιο) | καταδέχομαι (λόγιο) | επαινώ (λόγιο) | περιποιούμαι (λόγιο)

beğenmek

τούρκικο

μπεγίρι [1876a]

το ζώο Equus caballus: άλογο, άβγο, άγκουλου, άγο, άλαγου, άλαο, άλγου, άλεβον, άλεγο, άλεγον, άλεο, άλεον, άλιγου, αλόαον, αλόατο, άλοβον, αλόγατο, άλογκο, άλογο, άλογον, άλοον, αλουγάς, άλουγο, άλουγου, άλουο, άλουον, άο, άογο, άουο, απάριν, άπαρος, άτ, άτι, άτιν, έθιο, νάτις, πράμα, φαρί

beygir

τούρκικο

μπέγκους

λόφος, αραχόνι, βνάρι, βνο, βουνάριν, καταράχι, κουλίνα, λαονάριν, λαοναρούιν, λαονούριν, μαγούλα, μογούλα, ντούμπα, ντουράκι, παμπούλα, παμπούλιν, πάμπουλος, παπούρα, παπούρι, ρακάν, ραχόν, ραχόνι, σκουφίδα, τεπέ, τεπές, τεπχιές, τζάμπρα, τζιούμα, τοπάριν, τούμπα, τουμπάκι, τουμπάρι, τούμπη, τούμπι, τούμπος, τραχόνι, τσιουμπάρι, τσιούμπι, τσιουτσιούλα, τσκάρι, τσουκαρούδι, τσουμπάρι, τσούμπι, ψήλωμα, ψίλουμα

poggio

ιταλικό

μπεγναμάς < μπεγ’ναμάσ’ς [1999]

αντιπαθής (λόγιο)

beğenmeme

τούρκικο

μπεζάζης [ 1960a]

υφαντής (λόγιο), αϊφαντής, αλαφαντάρης, αλεφαντής, αλιφαντής, αλφαντές, αλφαντής, αναφαντάρης, αναφάντης, ανεφαντάρης, ανεφάντης, ανιφαγκή, ανιφαντάρης, ανιφαντής, ανφαντής, λεφαντής, ναφαντάρης, νεφαντάρης, νιφαντής

bazzaz

τούρκικο

μπεζαχτάς [1910], μπεσακτάς [1709], μπεσταχτάς [1835], μπεσαχτάς [1910], μπεζαχτάρι [1982], μπιζαχτάς

το συρτάρι με τα λεφτά, στον μπάγκο του σαράφη | ταμείο (λόγιο)

peştahta

τούρκικο

μπεζεβέγκης [1934], μπεζεβένης [1790], μπεζεβάνης [1837], μπεζεβένκης [1957], μπιζιβεγκς < μπιζιβέγκ(η)ς [1987b], μπιζιβέξ, μπιζιβένξ, μπιζιβέγκς, μπιζιβένγκς

νταβατζής, αγαπητικός, κερχανατζής, κερχανετζής, κιρχανατζής, κοντόσης, μαβλιστής, νταβαντζής, νταβάς, νταβιτζής, παρακαλετής, πεζεβέγκης, πεζεβένης, πεζεβένκης, πιζιβέξ, ρουφιάνος

pezevenk

τούρκικο

μπεζεργένης [ 1960a]

πραγματευτής, πραματευτής, πραματιφτάις, πραματιφτής, πραματσούλης

bezirgân

τούρκικο

μπεζέρισμα [1709], μπεζερισμός [1709], μπεζέριο [1966], μπεζέρια < μπεζέρια [1982]

βαρεμάρα, βαρεσά, βαρεσιά, βαριεμάρα, βαριομάρα, βαριοξιλιά, βαριοσίνη, βαριούλα, βαριουμάρα, βαρισιά, βαροσίνη, βαρουξλιά

bezdirme

bezdirme

μπεζερντίζω [ 1960a], μπεζιρντίζω [ 1960a], μπεζερίζω [1709], μπιζερίζω [ 1960a], μπεζερώ [1910], μπεζεράω [1961], μπιζιρνώ [1962c], μπιζιρνώ < bιζιρνώ [1972], μπιζιρνώ < bιζιρνώ [1976], μπιζιρίζου [1981], μπιζιρίζου < bιζιρίζου [1978], μπιζιρνάου < bιζιρνάου [1978], μπεζερνώ [1996a], μπεζεριάζω < μπεζεριάζω [2001a], μπιζιρίζου < μπηζηρίζου [2011], μπιζιράου [2010], μπιζιρντάου, μπιζιρντώ, μπιζιρίζω

μπαζέρνω, βαριέμαι, βαριεστάω, βαρκούμαι, κνέβομαι, κνέβομι

bezdirilmek

τούρκικο

μπεζές [1934]

γρομπαλάκι, σγρομπαλάκι | γλυκό από ψημένη μαρέγκα

beze

τούρκικο

μπεζεστένι [1910], μπεζεστίνι [1790] [1837], μπεζεστάνι [1860], μπιζιστέν, μπιζιστένι

μπεντεστένι, μπεντεστέν, σκεπαστή αγορά

bezesten

τούρκικο

μπεζίρι [ 1960a], μπεζίρ [ 1960a]

λάδι από λιναρόσπορο

bezir

τούρκικο

μπεζιρχανάς [ 1960a]

φάμπρικα που βγάζει λάδι από λιναρόσπορο

bezirhane

τούρκικο

μπεηλίδικος [ 1960a] μπεϊλίτικος [1709]

τρόπος ή πράγμα του μπέη

beylik

τούρκικο

μπέης [1709], μπέις [1688], μπέγης [ 1960a], μπεγς [ 1960a]

βέης, άρχοντας, προύχοντας (λόγιο)

bey

τούρκικο

μπεϊζαντές [ 1960a]

αρχοντόπουλο, αϊχουντόπλου, αρκοντοπέδι, αρκοντόπουλο, αρχοντάκ, αρχοντάκι, αρχοντονιός, αρχοντόπαιδο, αρχοντοπέδι, αρχοντοπέδιν, αρχοντόπλο, αρχοντόπλου, αρχοντοπούλι, αρχοντοπούλιν, αρχοντόπουλον, αρχουντόιπουλου, αρχουντόπιδου, αρχουντόπουλου, αρχουντόπουλουν, αρχουντουπέδ

beyzade

τούρκικο

μπεϊλερμπέης [1709], μπεγλερμπεΐς [1614], μπεΐλερπεϊς [1688], μπελέρμπεης [1963], μπερλέμπεης [1963]

ανώτερος διοικητής (λόγιο) | αργοκίνητος, αράθυμος, αγάλιος, άναργος, άναργους, αράθιμο, αράθιμους, αράθμος, αργοκούνιτος, αρόθιμος, ράθυμος

beylerbeyi

τούρκικο

μπεϊλίκι [1709], μπεηλίκι [1961]

αρχοντιά | η χώρα του μπέη

beylik

τούρκικο

μπεκαγές [ 1960a]

τα χρωστούμενα

bekaya

τούρκικο

μπεκανότο [1963], μπεκανόττο [1996b]

βλ. μπεκατσίνι

becanoto

βενετσιάνικο

μπεκαρίνι [2003]

μικρό πουλάκι

beccarino

ιταλικό

μπεκάτσα [1910], μπικάτσα

το πουλί Scolopax rusticola: γκαβοπούλι, γκαβόπουλο, γκαβόρνιο, μακρομίτα, ξιλόρνιθα, ξλόκοτα, ξλόρθα, ξυλόκοτα, ορνιθοσκαλίδα, σκαλόθρα, σκαλόρνιθα, σκαλότθα, σουλτάνα, στραβοπούλι, τσαλόκοτα, τσουλούχ

becazza

βενετσιάνικο

μπεκατσίνι [1934], μπεκατσόνι [1910], μπικατσόν < μπικατσόν’ [2010]

το πουλί Gallinago gallinago: βαλτομπεκάτσα, γκλαντίνι, γλαντίνι, ζουρλορουκέτα, καψοράχη, κουφό, μπεκανότο, σακατζής, σακατζίδα, τζιγάτος

beccaccino

ιταλικό

μπεκιάρης [1910], μπεκιάρης [1790], μπικιάρς < μπικιάρς [1988], μπικιάρς < bικιάρ’ς [2006], μπικιάρς < μπηκιάρ’ς [2011], μπεκιάρ

ανύπαντρος, ανίμπαντρος, ανίπαντρους, άπαντρος, άπαντρους, εργένης

bekâr

τούρκικο

μπεκιάρικος [1910], μπεκιάρικος [1934]

εργένικος

bekâr

τούρκικο

μπεκιαριλίκι, μπεκιαριλίκι [1934], μπεκιαρλίκι, μπεκιαρλίκι [1931]

η ζωή του μπεκιάρη, η εργένικη ζωή, η απαντρεψιά

bekârlık

τούρκικο

μπεκόνι [1887b]

καλοθρεμμένος τράγος

beccone

ιταλικό

μπέκος [1894], μπέκκος [1887a]

αγαθός και κερατάς

becco

ιταλικό

μπέκος [1963], μπεκόνι

τράγος, γάτσιους, ιρκέτς, μούσκουρε, πουρτσάδ, πουρτσιάδ, πουρτσιάδι, πούρτσιους, πρίστος, προυτσάδ, προυτσιάδ, προύτσος, τράγαρος, τραγί, τραΐ, τράος, τράουλος, τσάο, τσάπας, τσάπος, τσούπης, τσουρίν, τσούρος

bek

βενετσιάνικο

μπεκρής [1790], μπέκρος [1910], μπεκρούλιακας < μπεκρούλιακας [1931], μπικρίλακας [1946]

μεθύστακας, κρασάς, κρασοκανάτας, κρασοπατέρας, κρασοπινάς, μεθιστέας, μιθούκας, μπεβερίνος, μπέβος, μπερέτος, μπιβαδόρος, μπιτζμένους, πενταπιούσης, πιοτής, τνάκας

bekri

τούρκικο

μπεκριλίκι [1910], μπεκρηλίκι [1790], μπεκρουλίκι [1961]

μεθύσι, μεθισιό, μεθοκόπημα, μεθοκοπιό, μεθίς | για το μεθυσμένο λένε πως έγινε ή είναι: ακόντιο, αλοιφή, αλφάδ, αλφή, ασήκωτος, ασιούκοτος, γκολ, γκον, γράδα, δαυλί, κδούνα, κνιάδ, κνουπ, κόκκαλο, κομμάτια, κουδούνα, κουδούνι, κουλκουντζάδος, κουνούπι, κούνουπας, κούρμπιτο, κουρούνα, κουρούπι, κούρπιτους, κούτα, κουτούκι, κρουπ, κρούπα, κρούπι, λαδιρό, λιάδα, λιώμα, λουν, μανάλ, ματό, μούσκεμα, μπάλα, ντάλι, ντίρλα, παρτάλ, πατημένος, πίτα, σκνίπα, σκρου, στουκί, στούπα, στουπί, στρακότο, τάβλα, τάπα, ταπί, τζαμπούνας, τζιαμπούνας, τούρλα, τούρνα, τουφέκι, τσιούρλα, τσούκα, τύφλα, τφεκ, φές, φέσι, φισέκι, φσέκι, χώμα

bekrilik

τούρκικο

Μπεκτασής, Μπεκτατσής

αυτός που ανήκει στο θρησκευτικό τάγμα των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων

Bektaşi

τούρκικο

μπεκτσής [ 1960a], μπεξής [1931], μπεχτσής [ 1960a], μπεκτσή [1987a], μπιχτσής < bιχτσής [2006], μπιχτσής < μπηχτσής [2011], μπικτσής

φύλακας (λόγιο), γιασακτσής, γιασαξής, δεφένστορας, διασακτζής, διασακτσής, διασαξής, διασαχτσής, καβάζης, καβάσης, μουχαφούζης, πεκτσία | φρουρός (λόγιο), γουάρδια, νοπετσής, πεσβάντης

bekçi

τούρκικο

μπέλα [1876a], μπέλλα [1963]

καλή | όμορφη

bella

ιταλικό

μπέλα [1894], μπέλω [1894], μπέλη [1987a], μπέλου [1987b], μπέλα < bέλα [2006], μπέλλα [2008]

άσπρη

bela

σλάβικο

μπελαγράμα [1963]

αθλιότατη (λόγιο)

bella grama

ιταλικό

μπελαλής [1910], μπελαλίδικος [1910], μπελαλίτικος [1910], μπελαλήδικος [1995], μπιλαλίδκους, μπιλαλίθκους

κουραστικός, δύσκολος, φασαρίας, φασέντας

belalı

τούρκικο

μπελαντζάρω [1996b], μπελαντσάρω

μπαλαντζάρω, μπαλοντζάρω, παλαντζάρω, παλατζάρω, ζυγίζω, ζυγιάζω

balanzier

βενετσιάνικο

μπελαντόνα [1957], μπέλλα ντόνα [1923b], μπέλα ντόνα [1926b], μπελλαντόνα [1934], μπελλαδόνα [1910], μπελαδόνα [1894], μπέλλα-δόνα [1835]

το φυτό Atropa belladona

beladona

βενετσιάνικο

μπελάς [1709], μπελιάς < μπελιάς [1790], μπελά [1987a], μπέλιου < μπέλιου [1987b], μπιλιάς < μπιλιάς [1987b], μπιλιάς < bιλιάς [2006], μπέλιου, μπελιά

βάσανο, ντράβαλο, σεκατούρα σκοτούρα, φασαρία, φασέντα

bela

τούρκικο

μπελάτζα [1963], μπελάντσα [1996b], μπελαντζούλα [1996b], μπελάντζα, μπελαντζί

μπαλάντζα, μπαλάντσα, παλάντζα, βεζενές, βεζινές, βεζνές, βιζινές, γαντάρ, ζιαρκά, ζυγαριά, καμπανός, καντάρ, καντάρι, παλάντσα, παλάτζα, πέζο, πελάτζα, σατέρ, σατέρι, στατέρ, στατέρι, τερεζή, τιαριαζή

balanza

βενετσιάνικο

μπελβεδέρε [1910], μπελβεντέρε [1963]

καλλιθέα (λόγιο)

belvedere

ιταλικό

μπελεγρίνα [1963], μπελερίνα [2001a]

μπαλαρίνα, πελερίνα | εσάρπα, μποξάς, σάλπα, σάρπα, σιάρπα, σπαλέτα, σπαλέτο, σπαλέτου | σάλι | μπέρτα, μπέρντα

pellegrina

ιταλικό

μπελεγρίνος [1933]

πελεγρίνος, πελεγκρίνος, στρατοκόπος, ξένος

pelegrin

βενετσιάνικο

μπελεκόζα [1887b]

κοπέλα γερή και στρουμπουλή

bella cosa

ιταλικό

μπελενίτσα

μαλακή άσπρη πέτρα

belenica

σλάβικο

μπελεντζάρω

μπαλαντζάρω, μπαλοντζάρω, παλαντζάρω, παλατζάρω, ζυγίζω, ζυγιάζω

balanzier

βενετσιάνικο

μπελεντιές < μπελεντιές [ 1960a], μπιλιτιές < μπιλυτιές [1996a]

δημαρχείο (λόγιο) | δήμος (λόγιο) | δήμαρχος

belediye

τούρκικο

μπέλεσε [1987a]

άσπρο πρόβατο

beleše

σλάβικο

μπελεσιά

μαλακή άσπρη πέτρα

beleše

σλάβικο

μπελέτσα [1963], μπελέντζια, μπελένζια

ομορφιά, ομορφάδα, ομορκιά, ομουρφάδα, ομουρφιά, ουμουρφάδα, πρεπιά, πρεπιόν, πρεπόν, πρεπός, πρέπους

belezza

βενετσιάνικο

μπελί [1966], μπελλί [ 1960a], μπεϊλί [2001b], μπιιλί

φανερός, σαφής (λόγιο)

belli

τούρκικο

μπελιάβερσιν [1840], μπελαλίβερσιν [1999]

κατάρα: ο Θεός να σου δώσει μπελά

bela versin

τούρκικο

μπέλιο < bέλιο [1972]

άσπρο βόδι

beljo

σλάβικο

μπελίσιμα [2003]

πολύ όμορφη

bellissima

ιταλικό

μπελίτσα [1963]

άσπρη προβατίνα

belica

σλάβικο

μπελκάντο [1995]

τέχνη τραγουδιού που σχετίζεται με την ιταλική όπερα

belcanto

ιταλικό

μπέλκι [1709], μπέλκιμ [1866b], μπέρκεμου [1876b], μπέλκιμ < μπέλκημ [1946], μπέλκιμ < bέλκιμ [1976], μπέλικι [1876a], μπεγίκι, μπέκι

ίσως (λόγιο), μάλλον (λόγιο)

belki

τούρκικο

μπελοάρδο [1709], μπελοάρδι [1709], μπελογουάρδι [1709], μπελογάρδι [1894]

μπαλοάρδο, μπαλουάρδο, προμαχώνας (λόγιο)

baloardo

βενετσιάνικο

μπέλος [1982], μπέλους [2010]

άσπρος

belo

σλάβικο

μπέλος [2001b]

αγαπητικός, ααπιτικός, ααπός, αγαπιτικό, αγαπιτκός, αγαπκός, αγαπό, αγαπός, αγαπός, αγάπος, αγαπτικός, αγαφτικός, αϊγαπιτικός, αμοράτος, αμορόζος, αμορούντζος, αμουρίζος, αμουρούζος, αργολάβος, ασίκης, ασίξ, ασίτσης, ασούχς, γαπιτικός, γαπτικός, γιαβουκλής, γιαβουκλός, γιαβουκλούς, γιακής, γιακλής, γιαουκλής, γιαουκλούς, γιαράνης, γιαρένης, γιαρένς, γιαρέντης, γιαρέντς, γιαρίνης, γιερένης, γιερέντης, γιρέντς, γκαντζέλος, γκόμενος, γκόμινος, γκόμινους, καλός, κάφκος, κούκος, λεγάμενος, λιγάμινους, μορόζος

bello

ιταλικό

μπέλου [1964]

άσπρο ζώο

belo

σλάβικο

μπελούκι [ 1960a], μπελούκ [ 1960a], μπλούκ < b’λούκι [2006], μπιλίκ, μπλιούκι, μπλιουκ

μπουλούκι, μπουλούκ

bölük

τούρκικο

μπελούσια < μπελούσια (τα) [1966], μπιλούσια < μπιλούσια [1964]

ασπριδερά

beluški

σλάβικο

μπελτές [1931], μπελντές [1887b], μπελντέ, μπελτέ, μπερντές

πελτές, ντοματοπελτές, πάστα

pelte

τούρκικο

μπεμπέκ

μωρό, βρέφος, αχουταρούδιν, αχουταρούιν, βιζανάρικο, βιζανιάρκου, βιζανταρούδι, βράχνους, βρέθους, βρέφνο, βρέφο, βρεφούδι, βρεφούλ, βρεφούλι, βρέχνο, βρέχνος, βρέχος, βρέχου, βρεχούδ, βρέχους, βυζανιάρικο, γιαβρί, γιαβρίν, γιαβρού, γιαρί, γιαρίν, γκολιοσάνι, γκουλισάν, γρέφιου, γρεφούλ, κουνενές, κουνινές, κούτσκου, μαξούμι, μιτσιτσόνι, μορέλι, μορουδέλι, μορούλικον, μουρό, μπαμπίνο, νιάνιαρο, νιάνιαρου, νινί, νινίν, ρέφος, ρεφούλ, ρεφούλιν, φρέφον, φρέφος

bebek

τούρκικο

μπεμπέκα [1931]

κοριτσάκι

bebek

τούρκικο

μπεμπεκίζω [1998]

παιδιαρίζω, μωρουδίζω

bebekleşmek

τούρκικο

μπεμπεμπλί, μπιμπίλι [1961], μπιλμπίδ < bιλbίδ’ [1972], μπιλμπίδι, μπιμπίλ < bιbίλ’ [1976], μπιμπίλ < μπιμπίλ(ι) [1987b], μπιμπλί | μπιρμπιλιά [1966], μπιμπλιά < μπιμπλιά (τα) [1996a], μπερμπελιά [1874a], μπιλμπίδγια < bιλbίδγια [2006], μπιμπίλια < μπιμπίλια [2008], μπιμπλιά, μπιλμπίδια, μπιλμπιά

στραγάλι, ζαγλαπίδα, ζαγλαπίδ, λεμπλεμπί, λεμπλεμπίδι, λεμπεμπί, λεπλέπι, μπομπόλι, μπουμπόλ, νιμπιλμπί, στράλι, τράγαλο

leblebi

τούρκικο

μπένα [1709]

πένα

pena

βενετσιάνικο

μπενβενούτο [1963]

καλωσόρισμα

benvenuto

ιταλικό

μπένε [1840]

καλά

bene

ιταλικό

μπενεβρέκι [1957], μπενεβρέκ < bενεβρέκ’ [1972], μπενοβράτσι [1987a], μπινιβρέκι < μπινιβρέκια (τα) [1966], μπινιβρέκ

μάλλινη βράκα, πιο φαρδιά πάνω: μοντούρι, μπολμπότσα, μπουλμπότσα, μπουλουμπότσα, μπουραζάνα, μπουτούρι, πανοβράκι, ποτούρι, πουτούρ, πουτούρα, πουτούρι, ρασοβράκι, ρασοβράτσι, σέλα, σιλούδα, σλούδα, σιαγιάνι, σαλβάρ, σαλβάρα, σαλβάρι, σιαλβάρ, σιαλβάρα, σιαλβάρι, τσακτσίρι, τσαξίρι

benevrek

τούρκικο

μπενεδέτα [1614]

το βότανο Benedicta

benedicta

λατινικό

μπενεμέριτος [1963]

άξιος, άξε, άξιγιος, άξιε, αξιός, άξιος, άξιους, άξιους, άξος, άξους, βαλερόζος, καντίρης, μικαγιέτς, μπασίρης, φελεμένος

benemerito

ιταλικό

μπενεστάντες [1963]

πλούσιος, άβαρε, αβάριτος, άβαρος, άβαρους, έχος, εχούμενος, ζεγκίνης, ζεγκίντς, ιχούμινους, κονομημένος, λεφτάς, ματσό, ματσωμένος, ντανιασμένους, ντιβικέλης, παραλής, παράλς, πλούσιε, πολόλιρος, πορεμένος, τζιορμπατζής, τζορμπατζής, τσακουμένους, τσιουρμπατζής, τσορμπατζής, φραγκάτος

benestante

ιταλικό

μπενετάδα [1931], μπενεντάδα [2001b]

τραπέζι αποχωρισμού (κέρασμα) | αποχωρισμός

benedetta

ιταλικό

μπενεφιτσιάτα [1962a]

ευεργετική θεατρική παράσταση (λόγιο)

beneficiata

ιταλικό

μπενεφίτσιο [1963], μπενεφίτζιο [1996b], μπενεφίκιο

κέρδος, οφέλημα, αβάζο, αβαντάγιο, αβαντάγιου, αβάντζο, αβάντσο, αβάτζο, αβάτζου, απολαβή, απουλαβή, βαντάγιο, βαντάγιου, διάφορο, διάφορον, διαφουρά, διάφουρου, δκιάφορος, ιπουλαβή, ισμίλ, ισμίλα, καζάντ, καζάντι, καζάντια, καζάντιο, καζάτι καλιμέντο, καλοφελιά, κιαρ, κιάρι, ουφέλιμα

beneficio

ιταλικό

μπενζίνα [1934], μπεντζίνα, μπεντσίνα

βενζίνη (λόγιο) | βενζινάκατος (λόγιο)

benzina

ιταλικό

μπενινιτά [1963]

επιείκεια (λόγιο)

benignita

ιταλικό

μπενταβά [ 1960a], μπετιαβά < μπετιαβά [1840], μπιτχαβά < bιτχαβά [1976], μπιτχαβά [1982], μπεντιχαβά [1996b], μπενταχαβά [1999], μπέχο, μπέχου

τσάμπα, τζάμπα, τζιάμπα, τσιάμπα, μπαντιαβά, μπαδιαβά, μπατχαβά, μπατιάβα, μπέχου, μπέχο

bedava

τούρκικο

μπεντέλι [1957], μπεντέλ [ 1960a], μπιντέλι [ 1960a], μπιντέλ < bιντέλ’ [1972]

εξαγορά στρατιωτικής θητείας (λόγιο)

bedel

τούρκικο

μπεντένι [1876a], μπεδένι [1835], μπιντέμ < bιντέμ [1892], μπιντένι [1966], μπιντέν [1988],

τείχος (λόγιο) κάστρου ή πύργου

beden

τούρκικο

μπεντεστένι [1934], μπεντεστέν [ 1960a]

βλ. μπεζεστένι (σκεπαστή αγορά)

bedesten

τούρκικο

μπέντι [ 1960a]

νεροδεσιά, νερόδεμα, νεροκράτης, νεροφράχτης, δέση, δες

bent

τούρκικο

μπεράτι [ 1960a], μπεράτ [ 1960a]

βεράτιο, σουλτανικό διάταγμα (λόγιο), τιμητικό δίπλωμα (λόγιο)

berat

τούρκικο

μπεργαντί [1709], μπεργαντίνι [1995], μπιργκαντίνι [1995]

περγαντί, περγιντί, κάποιο μικρό καράβι

bergantin

βενετσιάνικο

μπερεκέτβερσιν, μπιρικιάβρισουν < bιρικιάβρισουν [1976], μπιρικιάτρισουν < μπιρικ’άτρισουν [1962c], μπερεκιάτες < μπερεκιάτες [1966], μπιρικέτ βιρσίν

ας δώσει ο θεός, ευτυχώς

bereket versin

τούρκικο

μπερεκέτι [1709], μπερικέτι [1709], μπερκέτι [1790], μπερεκέτ [ 1960a], μπιρικέτ [1962c], μπιρικέτ < bιρικέτ’ [1976], μπιρικιάτ < bιρικιάτι [2006], μπιρικέτ < μπηρηκέτ’ [2011], μπιρικέτι, μπιρικιάτι, μπερικιάτ, μπεριεκιάτ

αφθονία (λόγιο) | ευλογία (λόγιο) | ευτυχώς

bereket

τούρκικο

μπερεκετλής [ 1960a], μπερεκετλίδικος [1934], μπερκετλίδικος [1934], μπιρικιτλίσιους < μπιρικιτλήσ’ους [1962c], μπερεκετιλής [1963], μπιρικιτλίδκους < bιρικιτλίδκους [1976], μπιρικιτλίδκους [1988], μπιρικιτλής < μπηρηκητλής [2011], μπερκετουλής

άφθονος (λόγιο), μπόλικος | εύφορος (λόγιο), καρπερός

bereketli

τούρκικο

μπερέτα [1866a], μπερέττα [1933]

σκούφια, κιουλάφι

beretta

ιταλικό

μπερετίνα [1622], μπερεττίνα [1933]

πλεχτή σκούφια

berrettina

ιταλικό

μπερετόνι [1996b], μπερεττόνι [1963]

πηλήκιο (λόγιο)

berrettone

ιταλικό

μπέρι [1982], μπερί

από | μέχρι

beri

τούρκικο

μπερλίνα [1866a]

στηλίτευση (λόγιο) | παιδικό παιχνίδι όπου λέγανε μυστικά και κουτσομπολιά (πέρασα από την αγορά κι άκουσα πολλά καλά και πολλά κακά για σένα)

berlina

ιταλικό

μπερλίνα [1931]

κάποια άμαξα

berlina

ιταλικό

μπερμπαντεύω [1934], μπιρμπαντεύω [1910]

κάνω πονηριές | γκομενίζω, τσιλιμπουρδίζω

birbanteggiare

ιταλικό

μπερμπάντης [1910], μπερμπάτης [ 1960a], μπερμπάντες [1963], μπερμπαντάκος [1995], μπιρμπάτης [ 1960a], μπιρμπάντης [1866a] [1894], μπιρμπάντες [1840], μπιρμπάτς < bιρbάτ’ς [2006], μπιρμπάντς, μπερμπάτ

πονηρός, κατεργάρης | γκομενάκιας, γυναικάς

birbante

ιταλικό

μπερμπαντιά [1934], μπερμπαντιά [1931], μπιρμπαντιά [1910], μπιρμπαντία [1963], μπιρμπανταρία [1963]

πονηριά, κατεργαριά | τσιλιμπούρδισμα

birbanteria

ιταλικό

μπερμπάντικος [1934]

πονηρούτσικος, πονηρούλης, κατεργάρικος

birbantesco

ιταλικό

μπερμπένα [1963]

το φυτό Verbena Officinalis: βέρμπενα, γοργογιάνι, σπιροχόρτι, σπιρόχορτο, σπλινοχόρτι, σπλινόχορτο, σταβροβοτάνι, σταβροβότανο, σταβρόχορτο

verbena

ιταλικό

μπερμπέρης [ 1960a], μπιρμπέρς [1962c]

μπαρμπέρης, μπάρμπερος, μπαρμπέρς μπαρμπιέρης (barbiere στα ιταλικά)

berber

ιταλικό

μπερμπεριλίκι [ 1960a]

η δουλειά του μπαρμπέρη (ή του μπερμπέρ στα τούρκικα)

berbelik

τούρκικο

μπερμπέρις [1688]

το φυτό Crataegus oxyacantha

berberis

λατινικό

μπερντελίκι

πανί για κουρτίνα (μπερντέ)

perdelik

τούρκικο

μπερντές [1934], μπερδές [1790], μπερτές [1837], μπιρντές [1960b], μπιρντές < bιρντές [1972], μπεδρές [2002]

περδές, περντέ, περντές, κουρτίνα, κολτρίνα, κοντρίνα, κουρτούνα, χορτίνα

perde

τούρκικο

μπερούκα [1963]

περούκα

peruca

βενετσιάνικο

μπερούτσα [1966],

μάλλινη κάπα με φλόκια και χωρίς μανίκια: μπαρούτσα, μπρούτσα

bërrucë-a

αλβανικό

μπερπένα [1614] [1688]

το φυτό Verbena officinalis, βερμπενά

verbena

λατινικό

μπέρτα

φάρσα, γκασκαρίκα, δούλεμα, δούλμα, καζούρα, κασκαρίκα, κασκαρίτσα, κατσιαρίκα κατσκαρίκα, κουραχάν, λατάν, μάντσια, μπούρλα, μπούφα, μπρέκια, νίλα, πάθημα, πλάκα, σάκα, σιακαμούδ, τσάταρα, χασκαρίκα, χνερ, χνέρι, χνιερ, χνιέρι, χουνέρ, χουνέρι

berta

ιταλικό

μπέρτα [1934], μπέρντα

βλ. μπελεγρίνα

berta

ιταλικό

μπερτέλα [1963]

μπρετέλα, μπρατέλα

bretella

ιταλικό

μπερτουέλα

μεντεσές, αβδέλ, αβδέλα, αβδέλι, βιδέλι, γκάγκαβο, γκάγκαρο, καϊναμάς, κινέτ, κλάπα, κλαπιά, κλαπίν, κλάπος, μάσκολο, μάσκουλο, μελτισές, μεντεσέ, μεντζεσές, μεντρεσές, μιντζισές, μιντισές, περόνι, πορταδέλα, πορταδέλι, ρεζές, ριζές, ριζιές, στριφνάρι, στρουφούλι, στρουφουλίδι, στροφίγκι, στροφίδι, φερμενέλα

bertoela

βενετσιάνικο

μπέρφαδο < bέρφαδο [2001c], μπέφαρδο [2001c], μπεφάρδισμα [2001c]

κοροϊδία, αναγέλασμα, αναγέλασμαν, αναγελασμός, αναγέλιν, αναγέλιο, αναγέλιον, αναγέλιου, ανάγελο, αναέλιον, αναμπέζασμα, ανεγέλεσμα, ανεγέλιο, ανέγελο, ανεέλεσμα, ανεέλιο, ανιγέλιου, δούλεμα, κάζο, καζούρα, κασμέρ, κογιονάδα, κουρουϊδία, μαϊτάπ, μαϊτάπι, μότα, μπάγια, μπιλιάρισμα, ναέλεσμα, νεγέλιο, περγιέλι, περφάδο

beffardo

ιταλικό

μπερχανάς [ 1960a]

ερείπιο (λόγιο), ρημάδι, ρημαδιό

berhane

τούρκικο

μπες

πέντε, πέντζι, πέντι, πεντ

beş

τούρκικο

μπέσα [1860], μπέσσα [1934]

πίστη, λόγος τιμής (λόγιο)

besë -a

αλβανικό

μπεσαλής [1931], μπισαλής < bισαλής [2006], μπεσαλίδικος [1998]

αυτός που κρατάει το λόγο του, αυτός που έχει μπέσα

besëli

αλβανικό

μπεσάρομαι [1933]

πενσάρομαι, σκέφτομαι, λογιέμαι

pensar

βενετσιάνικο

μπεσί [ 1960a], μπεσλί [ 1960a]

καλοθρεμμένο (ζώο)

besi

τούρκικο

μπεσίκι [ 1960a], μπισίκ <μπισίκ’ [1946], μπεσίτσι [1987a], μπισίκι [1982], μπισίκ < μπισίκ(ι) [1987b], μπισίκ < bισίκι [2006], μπεσίκ, μπεχίκι

η κούνια του μωρού: κβέλι, κνια, κουβέλι, κούνα, κουνί, κούνια, κουνιαριά, κουνίστρα, μαστορικό, μελούτη, νάκα, νανούδι, σαμαρίτσα, σαμαρνίτσα, σαρμανίτσα, σαρμάνιτσα, σαρμάντζα, σαρμάντσα, σερμανίτσα, σκαμνίδ, σκαμνίδι, σκαφίδ, σκαφίδι, σούση, τρόκνια

beşik

τούρκικο

μπεσκέσι [1983a]

πεσκέσι, πεσκές, γκαλίδι, δώρο, κανίσκι, ρεγάλο

peşkeş

τούρκικο

μπεσλέβω, μπεσλεύω [ 1960a], μπεσλεντίζω [ 1960a], μπισλιτώ < bισλιτώ [1976]

ταΐζω, τρέφω

beslemek

τούρκικο

μπεσλεμές [ 1960a]

παραπαίδι, παραγιός, δουλικό

besleme

τούρκικο

μπεσλίκι [ 1960a], μπεσλίκ [ 1960a]

πεντάρα | πεντάδα

beşlik

τούρκικο

μπεσμπελί [2001b], μπεσμπελλί [ 1960a], μπεμπελλι [ 1960a]

ολοφάνερα, καθαρά

besbelli

τούρκικο

μπεσντραβίτσα (η) < μπεσdραβίτσες (οι) [1966]

μυρμηγκιά, βερβερίτσα, γαρδαβίτσα, μαντραβίκα, μαντραβίτσα, μαρδαβίτσα, μασντραβίτσα, μερμιγκιά, μιρμιτζέλα, μουσντραβίτσα, μπαζντραβίκα, μπαζντραβίτς, μπαζντραβίτσα, μπαζντραβίτσα, μπαντραβίκα, μπαρδαβίτσα, μπαστραβίτσα, ορνιθόκολος

bradavica

σλάβικο

μπέστια [1963], μπέστιας [2003]

κτήνος (λόγιο), ζώο

bestia

ιταλικό

μπεστίζω [ 1960a]

βλ. μπεζερντίζω

bezmek

τούρκικο

μπετατζής [1961], μπεταντζής

μάστορας που δουλεύει στο ρίξιμο του μπετόν

betoncu

τούρκικο

μπέτερ

πιο κακός, χειρότερος

beter

τούρκικο

μπετζερμέκ [ 1960a], μπετζαρεύω [ 1960a]

πετυχαίνω, καταφέρνω

becermek

τούρκικο

μπετιμέζι [1987a]

πετιμέζι, πετιμέζ,

pekmez

τούρκικο

μπέτο [1996b], μπέτι [1860], μπέτης [1876a], μπέτος [1996b]

πέτο, πέτης, στήθος

peto

βενετσιάνικο

μπετόνι [1961], μπεντόνι[1995], μπιτόνι [1983a], μπιντόνι [1995], μπιτόν

δοχείο υγρών (λόγιο)

bidone

ιταλικό

μπετονιέρα [1934], μπετονιέρα [1961]

σιδερένιος κάδος όπου ρίχνουν μέσα το τσιμέντο, την άμμο, το χαλίκι και το νερό και μετά τον γυρίζουν με μανιβέλα ή μοτέρ για να φτιάξουν το μπετόν

betoniera

ιταλικό

μπετόνικα [1688]

φυτά του γένους betonica: βετονική, πριονίτης

betonica

λατινικό

μπετσέτα [1866a]

πετσέτα

pezzetta

ιταλικό

μπετσκώνω [1884b]

δέρνω, πλακώνω, ξυλοφορτώνω

beșică

βλάχικο

μπεχλιβάνης [1910], μπεχλεβάνης [1790], μπεχλιβάντς

παλαιστής (λόγιο), παλιοτάρης, παλιότης, πελιαβάντς, πεχλιβάν, πεχλιβάνης, πεχλιβάνον, πεχλιβάντς, πιλιβάνης, πιλιβάντς

pehlivan

τούρκικο

μπιάβε [1963]

σιτηρά (λόγιο), γεννήματα

biade

ιταλικό

μπιάκα [1622]

άσπρη μπογιά | πούντρα

biacca

ιταλικό

μπιανκαρία < μπιανκαρία [1963]

τα ασπρόρουχα

biancheria

ιταλικό

μπιάνκο

άσπρος, αλανός, άσπερ, άσπιρ, άσπιρος, άσπος, άσπουους, άσπρεσα, άσπρισα, άσπρο άσπρους, γαλανός, ιάσπρος, μπέλος, μπέλους, χάσκος, χάσκους

bianco

ιταλικό

μπιανς < μπιάν(η)ς [1987b]

ασπροπρόσωπος

bjal

σλάβικο

μπίβα [1790] [1835]

βλ. μπίρα

piva

σλάβικο

μπιβαδόρος

βλ. μπεκρής

bevidor

βενετσιάνικο

μπίγα [1910]

γερανός, βίντσι

biga

βενετσιάνικο

μπιγιαντώ < μπιγιαντώ [1988], μπιγιντίζου [2011]

διαλέγω, γιαλέγου, διαλέγου, διαλέω, δκιαλέω, ζαλέχου, κιαλέω

beğenmek

τούρκικο

μπιγιντιγί [2011]

διάλεγμα, ξεχώρισμα

beğenme

τούρκικο

μπιγκόνια < μπιγκόνια [1961], μπιγόνια, μπιγόνια [1998]

φυτά του γένους Begonia, βιγόνια, βιγκόνια, χωνάκι

begonia

ιταλικό

μπιγκότο < μπιγγότο [1888a], μπεγότο

τα μικρά ψαράκια

bigatto

ιταλικό

μπιγκότος [1963]

θρησκομανής (λόγιο)

bigotto

ιταλικό

μπίγολη [1963]

το να ακουμπάς τα χέρια στην κοιλιά με τα όλα δάχτυλα μπλεγμένα και να στριφογυρνάς τα δυο χοντρά δάχτυλα το ένα γύρω από το άλλο

bigholon

βενετσιάνικο

μπίγουλη [1963], μπίγολη [1983b], μπίουλη [2001a], μπίγλη [2001a], μπίγουλι,

πίγουλη, φιδές, φιντές, μενουδέλι

bighellare

ιταλικό

μπιδόκα [1996b]

το έντομο Pediculus capitis: ψείρα, μιλιόρα, μπούμπα, πιδόκα, φτιρ, φτίρα, ψίρε

pidocchio

ιταλικό

μπιέλος < μπιέλος [1983b], μπλιo [2001c], μπλιoς < bλιος [2001c], μπγέλο < b’γέλο [2001c]

μπουγέλο, μπούγελο, μπουγέλος, μπούγελος, μπουγέλου, μπουέλο, μπουλιός, πγιέλο

bugiol

βενετσιάνικο

μπιζάρω [1957]

χτυπώ παλαμάκια για να ξαναβγεί στη σκηνή ο θεατρίνος, ο μουσικός, ο τραγουδιστής

bissare

ιταλικό

μπιζέλι [1866a], μπίζι [1688], μπίζο [1934], μπιζελιά < μπιζελιά [1957], μπιζέλ < bιζέλι [2006], μπίζα, μπίζας, μπίζης, μπίζι

το φυτό Pisum sativum, αγδουπέκα, αρακάς, άφκος, άφκους, καρίκι, μαναρόλι, πιζέλι ~ biso βενετσιάνικο

pisello

ιταλικό

μπιζερίζω [1860], μπεζερέω [1860]

πεισμώνω, παραξενεύω

bizzarrire

ιταλικό

μπιζικάρω [2001b], μπιζιγάρω [2001b], μπιτσικάρω [2001b]

ενοχλώ (λόγιο), πειράζω, αλαρμίζω, ανγκίζου, γετόνω, γκαλντανώ, γκουμπζιαλώ, γουρταλάβω, ζιακανάου, ζουκαλνώ, κακαλατώ, κασμιρέβου, κεντάου, κιντάου, κλαφνίζω, κουγνίζω, κουϊγντίζου, κουκουπώ, κουκουφώ, κουρντίζου, κουρντίζω, μπογιάρω, νταντάρω, ντελαχιάζω παλέβου, παλεύω, παραβαρώ, πατάζω, πιλατέβγω, πιλατεύου, πιλατεύω, πιράζου, ποτσουνίζω, ποτσουνώ, πράζω, σαλαγώ, σατασέβω, σγαρλάου, σγαρλέβου, σιετώ, σιμπώ, σκαλνώ, σκεντέβγω, σκομπονέρω, σκουλουβρώ, σκουλουδρώ, σκουλουθρώ, σνταρχάου, σουμπράου, ταράζου, ταράζω, τζινάω, τζιολέβω, τζλόνω, τσιγκλάου, τσιγκλάω, τσιγκλίζου, τσιγκλιζω, τσιγκλόνω, τσιγκλώ, τσιγκράω, τσιγκρίζω, τσιγλάω, τσιουκανάου, τσολέβω

bezzicare

ιταλικό

μπιζιλότο, μπιζολός, μπιδολότο

υπνάκος, μουσουλέτο, μποζολούτο, μπουρμπουλός, νουμπέτ, νουμπέτι, σουρούπι

pisoleto

βενετσιάνικο

μπιζονιάρω < μπιζονιάρω [1709]

χρειάζομαι, αναγκέβουμαι, αναγκέβουμι, ανεγκέβομε, καταρκάζουμαι, καταχριγιάζουμι, ρκάζουμαι χράζουμι, χριάζουμαι

bisognare

ιταλικό

μπιζόνιο < μπιζόνιο [1963]

ανάγκη, ανάγκ, ανάγκα, ανάγκας, ανάγκαση, ανάγκια, ανάντζη, ανάτζη, ανέγκας, ανέγκαση, ανίγκαση, γρία, ιχτιζάς, νέγκαση, χρεία, χριασίδι, χρίγια

bisogno

ιταλικό

μπιζονιόζος < μπιζονιόζος [1963]

αναγκερός, αναγκιρός

bisognoso

ιταλικό

μπίζος [1688]

κάποιο ύφασμα

biso

ιταλικό

μπιθ [1964]

το πίσω μέρος | ο κώλος

bythë-a

αλβανικό

μπίκα, μπιμπίκα [2001b]

ράμφος (λόγιο), γκάγκα, γκιάγκα, κάγκα, κάνγκα, κουμούτσιν, σουρούκ, τσιμπιτάρι, τσιμπλί, τσιμπτάρ, τσιόμκα, τσιουμπλί

becco

ιταλικό

μπίκας [1894], μπίκας < bίκας [1972], μπικάδι, μπικάδ

ταύρος (λόγιο), μπγας, μπουγάς, μπουάς, ντάνας

bik

σλάβικο

μπικερίνι

μικρό ποτήρι

bicerin

βενετσιάνικο

μπικικίνια < μπικικίνια (τα) [1962b]

λεφτά, γκαφρά, μπαγιόκο, μπαγκανότα, μονέδα, μπερντέ, μπεκανότα, παράς, παραδάκι, φράγκα

picenin

βενετσιάνικο

μπικίρι [1963]

μπακίρι: κάποιο πεπόνι με χρώμα μπακιρένιο

bakιr

τούρκικο

μπικλέτ < μπηκλέτ’ [2011]

αναμονή, ανεμονή, απαντουχή, απαντοχή, παντουχή, παντοχή

beklenme

τούρκικο

μπίκος [1894], μπίνκος [1963], μπίκο [1987a], μπίγκος [1996b], μπικοσκαλίδα [2001b], μπίνγκος

κασμάς, αξίνα, αξινάρ, αξινάρα, αξινάρι, γκασμάς, κατσίν, ξινάρι, ξνάριν, πίγκος, πικούνι, σκαπέτα, σκαπέτι, σκιπαρνιά, στινουτσάπ

picon

βενετσιάνικο

μπιλάντσο [1866a], μπιλάντσιο < μπιλάντσιο [1963], μπιλάντζο [2001b], μπελάντζο

μπαλάντσο, ισολογισμός (λόγιο)

bilancio

ιταλικό

μπιλέ [ 1960a], μπιλέμου [2001b]

ακόμα, ακόμα και

bile

τούρκικο

μπιλεζίκι [1876a], μπιλετζίκι [1961], μπιλιντζίκ < μπιλιντζίκ’ [1962c], μπλιτζίκ < μπλιτζίκ’ [1966], μπιλιτζίκ < bιλιτζίκ’ [1972], μπελεζίκι [2001b], μπιλτζίκ < bιλ’τζίκι [2006], μπιλιτζίκια < μπιλιτζίκια (τα) [2008], μπιλτζίκι, μπιλτζιούκι, μπλεζίκ, μπιλιτσίκι

βραχιόλι, κρικέλι

bilezik

τούρκικο

μπιλέμ [1840], μπιλιέμ

ούτε καν | ακόμα

bile

τούρκικο

μπίλια [1934], μπίλια [1931]

μικρή μπαλίτσα από σίδερο, γυαλί, ξύλο, πηλό κ.ά. | σφαιρίδιο (λόγιο)

biglia

ιταλικό

μπιλιάρδο [1934], μπιλιάρδο [1709], μπιλιάρδον [1835], μπιλιάρδος < μπιλιάρδος [1963]

σφαιριστήριο (λόγιο)

bigliardo

ιταλικό

μπιλιετέκι, μπιλετάκι [1894]

υποκ. του «μπιλιέτο»

biglietto

ιταλικό

μπιλιέτο [1934], μπιλιέτο [1931] μπιλλιέτο [1857], μπιλέτο [1866a], μπιλιέτον [1910], μπιλιετάκι, μπιλιετάκι [1957]

επισκεπτήριο (λόγιο)

bilieto

βενετσιάνικο

μπιλιμέμ

άγνωστος, άγνωρος, άγνοθος, αγνόριμος, αγνόριμους, άγνοστε, άγνουστους, αναγνόριμος, ανάγνοστες, ανέγνοθος, ανεγνόριμος, ανέγνορος, ανέγνοστος, ανέγνουρος ανίγνουστος, ανιγρόνμους, άνοστος

bilinmez

τούρκικο

μπιλίντσου < bιλίντσου [2006]

κάποιο άσπρο λουλούδι

bilica

σλάβικο

μπιλιούμπασης, μπιλιούμπασης [ 1960a]

μπουλούκμπασης

bölükbaşı

τούρκικο

μπιλίτσα (τα) [1964], μπλιίντσα < μπλίντσκα [164], μπιλμπίσα < bιλbίσα (τα) [1976]

ασπριδερά κεράσια

bilica

σλάβικο

μπιλμέλ [1962b]

άγνοια (λόγιο)

bilmeme

τούρκικο

μπιλμές < bιλμές [2001c]

γνώση, γνώρα, αγρονιμιά, αγρόνιση, γνόρι, γνόρος, γνόρου, γνόρους, γνούρος, γνος, γνόσα, εγνόρα, κατεχιά, νόση, ξεβριά, πολιξεβρία

bilme

τούρκικο

μπιλντιρτζίνι [ 1960a]

το πουλί Coturnix coturnix: ορτύκι, χαμοπέρδικα

bıldırcın

τούρκικο

μπιλούρι[2001b], μπιλιούρι < μπιλιούρι [1969], μπελούρι [2001b], μπιλιούρ

κρύσταλλο | κρυσταλλένιο

billur

τούρκικο

μπίμπασης [1860], μπίνμπασης [1876a], μπιμπασάς [1982]

χιλίαρχος (λόγιο)

binbaşı

τούρκικο

μπίμπια

γκρίνια, γίρνια, γκιίνα, γκίινια, γκίρνα, γκίρνια, γκρίνα, γκρίνη, γκρίνιασμα, γκρινιασμός, γρίνα, γρίνη, γρίνια, γρίνιασμα γρινιασμός, δρίνια, ρίνια,

bibia

βενετσιάνικο

μπίμπικας [1864], μπιμπίκι [1864],

πούπουλο, πουμπούλ

bimbo

ιταλικό

μπίμπιλας < bίbιλας [2006], μπιμπίλ < bιbίλ [2006], μπιμπίνι, μπιμπίλα

το πουλί Meleagris gallopavo, γάλα, γαλί, γαλίνα, γάλισα, γαλοπούλα, γαλόπουλο, γάλος, γάλους, γάλτσα, γοργονάκι, διάνα, διάνος, κάκνα, κακνί, κακνιά, κνόγαλου, κούβος, κούλκα, κούρκα, κουρκάνος, κούρκας, κούρκος, κούρκους, μισίρα, μισίρι, μισίρκα, μισίρκι, μισίρκους, μίσιρκους, μουσούρι, μσίρκους, μψίρκους, τούρκος, τούρκους

bibiloi

βλάχικο

μπιμπλιατζής < μπιμπλιατζής [1996a]

στραγαλατζής

leblebici

τούρκικο

μπιν [2001b]

χίλια

bin

τούρκικο

μπίνα [1966], μπίνια < μπίνια [2011]

κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο: αγγουράκια, αγκάνια, αγκότσα, αγκότσια, αγκούτσια, ακαλιγκούτσια, αμπελέτσα, αμπέτσα, αμπρουζά, αρμακόλου, γκαλαγκότσια, γκαλγκότς, γκαλγκούτς, γκαλιαγκότσια, γκαλιγκότς, γκαλιγκότσια, γκάνια, γκότζι, γκοτς, γκότσα, γκότσι, γκότσια, γκούτσα, γκούτσια, ζαλίγκα, ζαλίκα, ζαλούκα, καβάλ, καβάλα, καβαλίκα, καβαλίκια καβαλούρι, καβαλούτσι, καλιβούτσι, καλικούτσα, καλιτσούρι, καλοκούτσια, κβαάλα κούτσια, όπα, όπαλα, τζίγκακα, τζιτζίνα, τσονγκς

binme

τούρκικο

μπινάρης [1957], μπινιάρης [1934], μπινιάρης [1910], μπινιάρικος < μπινιάρικος [1910], μπινιάρκου < μπινιάρκου [2010], μπινιάρκος

δίδυμος (λόγιο), αμέγελος, γεμελάς, γέμελος, γέμιλος, γέμιλους, γιμελάς, γιμέλης, γιμελντάς, γιόμελος, γιουμιλιάρς, δέμελος, διαμέλικος, διάμελος, διδιμάρης, διδιμάρκος, διδιμάρξ, διδμάρκους, διμελάς, διμέλης, διμέλντης, δίμελος, διόμελος, διόμλους, διουμιλιάρς, διπλάρης, διπλάρι, διπλάρκος, δίπλαρος, διπλός, δμάρικος, δμαρς, έμεος, ζιμβραγός, ιμελάς, ίμελος, μέγελος, μονοκιλίτικος, μονόκιλος, ντιτμάρκους, ντουνουμάρκος, σμάρκος, σμαρός, τζιτζιμάρκος

binarius

λατινικό

μπινάρι, μπναρ < b’ναρ’ [1976]

πηγή (λόγιο), αλιβάνσα, άμπλας, αμπολή, άμπουλας, αμπουλή, αναάλουσα, αναβαλούσα, αναβάλουσα, ανάβρα, αναβρή, ανάβρια, αναβριτάρι, αναβριτή, αναβριτούρα, ανάβρυσμα, ανεβαλούσα, ανεβάλουσα, ανεβάλσα, ανεβάουσα, ανεβριτούρα, ανεβρούσα, ανεγαλούσα, ανεμπολή, ανιβάνσα, βελούχι, βίις, βιλούχ, βιλούχι, βουρβούλα, βρις, βρούση, βρύση, βρυσομάνα, γκιούρα, γκούρα, έμπολας, εμπολή, καϊνάκι, καϊνιάκι, καταγός, κεφαλάρι, κεφαλόβρυσο, κούμπλα, κούρα, μάνα, μπγαδ, μπιγάδι, μπολή, μπουνάρ, μπουνάρι, μπουρίμα, μπούρμπουλας, μπουτσνάρα, μπρίσμα, νεροβγάστρα, νερομάνα, νιβριζάρα, νιβριτάρ, νιβριταριά, πεγάδ, πεγαδομάτιν, πηγάδι, πιγάδ, πινάρ, πρίσμα, τσεσμέ, τσεσμές, τσιουλνάρ, τσιουλνάρα, τσισμές, τσουλνάρα, φοντάντα, φουντάνα, χοχούλα

pınar

τούρκικο

μπινάς [1946], μπινάς < bινάς [1972]

κτίριο (λόγιο), κτίσμα (λόγιο) | θεμέλιο | όροφος (λόγιο), πάτωμα

bina

τούρκικο

μπινέκικο [ 1960a], μπινέκι [1966], μπινέκ < bινέκ’ [1976]

άλογο καβαλαρίας

binek

τούρκικο

μπινέκ-τασί [1835]

ανάβαθρο (λόγιο)

binektaşı

τούρκικο

μπινέλι, μπινέλ < μπινέλ’ [1960b], μπινέλου < bινέλου [2006], μπινέλο, μπνελ < bνελι [2006], μπνέλου

βλ. μπερούν

bunelă

βλάχικο

μπινελίκι [1934], μπινιλίκι

το πάθος του μπινέ | βρισιά | γλυκό | μεζές |

ibnelik

τούρκικο

μπινές [1910], μπνες < μπ’νες [2011]

ιμπνές, ιπνές; αυτός που γαμιέται από άντρες, αλλά και γαμάει άντρες | πούστης: αυτός που μόνο γαμιέται από άντρες | κολομπαράς: αυτός που μόνο γαμάει άντρες

ibne

τούρκικο

μπινέτα [1963]

καρβέλι, καραβέλ, καρβέλ, κιοπέτα, κουτούπα, λεφτή, μπαμπλούκα, μπασγούνι, πισνίκι, πλαστάρα, πλαστό, πουγανιά

pagnota

βενετσιάνικο

μπινεύω [1966], μπινιέβγου

καβαλώ, καβαλάω, καβαλικέβγω, καβαλικεύω, καβαλικώ, καβαλιτσέβγω, καβαλκεύου, καβαλκεύου, καβαλκεύου, καβελικεύω, καλκέβω

binmek

τούρκικο

μπινιάτα < μπινιάτα [1992], μπινιότα [1964], μπινιότα < μπινιώτα [1966], μπινιόκα < μπινιόκα [1966]

πινιάτα, μπακιρένιο τσουκάλι

pignatta

ιταλικό

μπινίσι [1876a], μπινήσι [1835], μπινίσι < μπινίσι [1923a], μπινίς

πολύ καλή και ακριβή μπέρτα

biniş

τούρκικο

μπινλίκα [ 1960a]

χιλιάρικο | χιλιάρα, χιλιάδα

binlik

τούρκικο

μπίνπασης [1060], μπίμπασης [ 1960a], μπιμπασάς [ 1960a]

ταγματάρχης (λόγιο), ματζόρος

binbaşı

τούρκικο

μπίντα [1614], μπήντα [1688], μπένδα [1688], μπήτα [1783]

κεφαλόδεσμος, φακιόλι

binda

λατινικό

μπίντα [1874a]

ναυτ. διάξυλο (λόγιο)

binda

ιταλικό

μπινταγιέτι, μπινταγιέτι [ 1960a]

πρωτοδικείο (λόγιο)

bidayet

τούρκικο

μπιντές [1934], μπιντέ [1934]

λεκάνη από πορσελάνη που είχαν στο δωμάτιο του μπάνιου και έπλεναν τα απόκρυφά τους

bide

ιταλικό

μπιντιρεύω [ 1960a],

βλ. μπιτάρω

bitirilmek

τούρκικο

μπιντρούμ < μπιdρούμ’ [1964]

μπουντρούμι, μπουντρούμ, μπουδρούμι

bodrum

τούρκικο

μπίρα [1790], μπίρρα [1709]

ζύθος (λόγιο)

bira

βενετσιάνικο

μπίραζ

λίγο, λίγου, λιίγου

biraz

τούρκικο

μπιραρία [1878b], μπιρραρία [1963]

ζυθοπωλείο (λόγιο)

biraria

βενετσιάνικο

μπιραριέρης, μπιραριέρης [1910]

αυτός που έχει την μπιραρία

birer

βενετσιάνικο

μπιρζαμάν

κάποτε, κάμποτε, καμπότι, καποτέ, κάποτες, κάπουτι, κάπουτσι

birzamanlar

τούρκικο

μπίρι [2001b], μπιρ

ένας, μία, ένα

bir

τούρκικο

μπιρίκι [1996b]

μπρίκι, μπρικ, ιμπρίκι, ιμπρίκιν, ιμπρίχ, καβανόζης, καφέμπρικο, καφέτσι, καφιλίκ, καφίμπρικου, κεβιζές, μπουρούκι, τζεζβέ, τζετζβές, τζιβτζές, τζιζβές, τζιουτζιουβές, τζιουτζιουβούλ, τζισβές, τζιτζβές, τζιτζιβές, τζιτζβιλούκ, τζιτζιβούδ, τσαμάν, τσεσμές, τσιτσβές

brik

τούρκικο

μπιρικόνκος [1963], μπιρικίκος [1963], μπιρικοντσέλης

μπόμπιρας, μπιτσικόκος

birichino

ιταλικό

μπιρίκος [1709], μπιρίκο [1894], μπιρίκος < bιρίκος [2001c], μπερίκο [2001c], μπιρίκα, μπερίκος

περίκος, πιρίκος, κουτσομάνικο, κάποιο σταυρωτό γιλέκο

buricco

ιταλικό

μπιριτζής [1996a], μπιριντζής, μπιριντζί < μπιριντζί [1966], μπιρεντζής [1966]

πρώτος

birinci

τούρκικο

μπίρλογο [1891b]

βρόμικο

brlog

σλάβικο

μπιρμπίλι [1866b]

το πουλί Luscinia megarhynchos, αηδόνι, αγδόνι, αδόν, αδόνι, αδόνιν, αηδόνιν, αϊδόν, αϊντόνι, αντόνι, αόνι

bülbül

τούρκικο

μπίρμπος [1894], μπίρμπα [1931], μπίρμπας [1963], μπιρπόνος [1963], μπιρμπόνε [1963]

πονηρός, αλεπού, αλούπου, αλπού, αστούτος, κατεργάρης, κουνάζους, κουρνάζης, κουρνάζος, μαργιόλος, μαριέλος, μαριόλος, μαριόλτς, μεκιαρές, μπαγάσας, μπαρόνας, μπαρόνος, μπερμπάντης, πουνιρός

birbo

βενετσιάνικο

μπιρντέμπιρι

βλ. μπιρντένι

birdenbire

τούρκικο

μπιρντένι [1876a], μπιρντέν [1981], μπιρντέμ [1988], μπιρτέμ

ξαφνικά, αμέν, άναβλα, αναπάντεχα, αναπάντιχα, αναχάπαρα, αναχπάραχτα, ανόρπιστα, άξαμνα, άξαπα, αξαπίκαστα, άξασπα, άξαφνα, άξαφνια, άξεσπα, άξιπα, άξπα, άξπαντα, απανσούζ, απαντσούς, απαξούζικα, απάξπα, άρπα, άφνιδα, άφνου, άφου, άφουα, εμέν, έξαφνα, ιμπροβίζο, κοπανιά, κουπανιά, μαρούκλοτα, μονοκοπανιά, μονομιάς, μουμεντάνια, μουνουκουπανιά,
μαρούκλουντα, μπραστ, ξάφνου, ξάφνω, ολεμεμιάς, πιρλιαμπίρ, πλαταγκούτσια

birden

τούρκικο

μπιρντιριμπίρ [ 1960a]

παιδικό παιχνίδι, όπου τα παιδιά είναι σκυφτά στην αράδα, και ένα-ένα με τη σειρά, φεύγει και πηδάει πάνω από τα άλλα

birdiribir

τούρκικο

μπίρος [1983a], μπίρους, μπίρο [1987a]

πίρος, πιρί, πίρους

piro

ιταλικό

μπιρ-παρά

κοψοχρονιά, κοψοχρονιάς

bir para

τούρκικο

μπιρσίμι [1910], μπερσίμι [1987a], μπερσίνι [1987a], μπιρσίμ

ιμπρισίμι, μπρισίμι, μεταξωτή κλωστή

ibrişim

τούρκικο

μπιρ-ταμάμ [ 1960a]

εξ ολοκλήρου (λόγιο)

bir tamam

τούρκικο

μπιρ-χουζούρ [1962c], μπιρχουζούρ < bιρχουζούρ’ [1976]

αδιαφορία | βάρος, φόρτωμα

bir huzur

τούρκικο

μπις [1983a]

δυο φορές

bis

λατινικό

μπισικλέτα [1962a], μπισυσκλέτα [1957]

ποδήλατο (λόγιο)

bicicletta

ιταλικό

μπίσκα < bίσκα [1976]

γουρούνα, ανασμίδα, βουρούνα, γκρούνα, γρούνα, λούγκρα, λούτα, μουχτερή, μπασιούρου, μπίκου, μπούζα, μπουζάκα, μπουζίτσα, μρούνα, ουρούνα, σκόοφα, σκρόφα, τσιόφα, τσιόχα | παιδικό παιχνίδι με ραβδιά: η γουρούνα ή γρούνα ή μπάτσινη-γουμάρα

biška

σλάβικο

μπισκαΐνης [1876b]

χαρτοπαίκτης (λόγιο)

biscaiuolo

ιταλικό

μπισκάτσα

χαρτοπαικτική λέσχη (λόγιο)

biscazza

ιταλικό

μπισκιτζίδκου

πριονιστήριο (λόγιο)

bıçkıhane

τούρκικο

μπισκοτίνι [1963]

μπισκοτάκι

biscottino

ιταλικό

μπισκότο [1934], μπισκόττο [1963]

διπυρίτης (λόγιο)

biscotto

ιταλικό

μπισλώ < bισ’λώ [2006]

μπουσουλάω, αργκδίζου, αρκδιάζου αρκδίζου, αρκουδάζω, αρκουδεύω, αρκουδιάζω, αρκουδίζω, αρκουδίζω, αρκουδίνου, αρκουδώ, αρκουΐζω, αρκουντού, αρκουντώ, αρκουρώ, αρκουώ, μπακαλάου, μπακαλνώ, μπακαλώ, μπακατώ, μπουσουλίζω, μπουσουλώ, ρκουδώ

bušuledzŭ

βλάχικο

μπισμπίλια [1996b], μπισμπίλιο [2003]

μουρμούρα, γλωσσοφαγιά

bisbilio

βενετσιάνικο

μπισμπιτούν, μπις-μπιτούν [ 1960a], μπισμπιτού [2001b]

εντελώς (λόγιο)

büsbütün

τούρκικο

μπισνόνα

προγιαγιά, βαβού, παραμανιά, προλαλά, προυσμαγιά

bisnona

βενετσιάνικο

μπισνόνος < μπισνόννος [1963]

προπάππους, κουρουπάπο, κουρουπαπού, κουρουπαπούα, λικοπάπος, παραπάπου, προυσπάπους

bisnono

βενετσιάνικο

μπίστα < μπίστα [1966], μπίσα < μπίσα [1966]

ουρά, κούδα, ορά, οριά, νορά, νουρά, νούρους, ουδάρ, ουράδ, τράζα

bisht-i

αλβανικό

μπιστερή [1894], μπιστιριά < bισιτιριά [1892], μπιστιρή [1884b], μπιστιργιά < bιστιργά [1978], μπιστούρα [1931], μπιστούρι [1931], μπιστούρα [1931], μπιστή < μπιστή [1964], μπουστιρή < μπουστιρή [1964], μπιστριά < μπιστριές (οι) [1966], μπιστιριά < bιστιριά [2006]

σπηλιά, σπήλιο, σπίλιος, σπέλα, γράβα, γκράβα, γρότα, γκρότα, γκρούτα, γρότθα, μαγαράς, μέγαρα, πιστρί, πιστιριά, ψτρια

peštera

σλάβικο

μπιστόλα [1876a], μπιστόλι [1995]

πιστόλα

pistola

ιταλικό

μπιστολέτο, μπιστολέττο [1996b]

μικρό μπιστόλι, μπιστολάκι

pistoletto

ιταλικό

μπιστολιά, μπιστολιά [1995]

πιστολιά

pistolettata

ιταλικό

μπιτ [1910], μπίτι [1934], μπιτί < bιτί [1976], μπίτις [1963], μπισμιτού

τίποτα, ολότελα: ιτς, ίτσι, ίτσιου, ίτσου, καταντίπ, ντιπ, ντίπις, ντιπιντούς, ντίπου, ντιπτέν, παστάν, χιτς, χιουτς

bütün

τούρκικο

μπιτάρω [1894], μπιτίζω [1887b], μπιτίζου [1962c], μπιτίζου < bιτίζου [1972], μπιτάω [1966], μπιτώ [1996b], μπιτιρνώ [2001c], μπιτιρντίζω < μπιτιρdίζω [2001c], μπιτιρτίζω [2001c], μπτζω < b’τ’ζω [2001c], μπιτώ < bιτώ [2006], μπτίζου

τελειώνω, βγατίζω, εμπιτίζω, κιόνω, κιούκου, μπιντιρεύω, ξετελέβγω, ξετελιέβγιω, τελέβου, τελένω, τελεύω, τελιούκου, πιτιρντίζω, πιτιρντώ, σώνω, σόνου, φινίρω

bitirmek

τούρκικο

μπιτάρω [2003]

φυτεύω, θέκου, πιαντάρω, φτέβγω, φτέβω, χιτέβου

piantar

βενετσιάνικο

μπιτζάκα [1966], μπιτσκία, μπιτσιάκι, μπιτσιάκ, μπιτσιακούδ

μαχαίρι, πιτσιάκος

bıçak

τούρκικο

μπιτζέλα < bιτζέλα [2006], μπιτζιλάνα < bιτζιλάνα [2006], μπιτζιλίνα < bιτζιλίνα [2006], μπιτσιλίνα < bιτσιλίνα [2006]

κομμάτι κρέας που έχει πέτσες και νεύρα

pijilinâ

βλάχικο

μπιτούν [1840], μπιτούνικος [1966], μπιντούνι [1966], μπιτούνκους [2006], μπιτούνιους < μπητούνιους [2011], μπιτούνιος, μπιτιούνκους

όλος, ακέριος, ακέριους, άκερος, ακίριος, ακίριους, αλάκερος, αλάτσερος, ατσέζε, ατσέριος, ιντιέριος, ολάκερος, ολόβολος, ούλος, ούλους

bütün

τούρκικο

μπιτουνίμιουμ [1963]

άσφαλτος (λόγιο)

bitume

ιταλικό

μπιτσακάκι [2001b]

μαχαιράκι

bıçak

τούρκικο

μπιτσαξής [2001b]

μαχαιράς

bıçakçı

τούρκικο

μπιτσαξίδικο < μπιτσαξήδικο [2001b]

μαχαιροποιία (λόγιο)

bıçakçılık

τούρκικο

μπιτσάρος

παράξενος, καπριτσιάρης καπριτσιόζος, κουριόζος, λούναβους, μουγιάρης, μπατσελάδος, μπιρτζάκαβους, μπιτσιμτσίδης, ουμουρτζής, ουρσούζαβους, παραξενιάρης, παράξινους, παρατζούβελος, πεκάδος, πίζουλος, σγαντζίκι, στραμπαλάδος, στράνιος, στρέουλας, τσιάτσιαβους, τσιφτιλής, τσουπάρης, φουμαράτος, χουιλής, χουΐλους

bizzaro

ιταλικό

μπίτσι [2008], μπίτσα

τέλος, πάπαλα

bitiş

τούρκικο

μπιτσιλίδος

αλλοπαρμένος, αλαλιασμένος, απόλολος, αρκόπελλος, ατσίκστους, αφορμάρης, βένιας, βουρλισμένος, βουρλός, βούρλους, γαουρόπελος, εξίκης, ζαβέας, ζάβιακας, ζαβός, ζαλιάρκος, ζαλοβροντισμένος, ζαλοκουνισμένος, ζαντός, ζιζής, ζουρλοκαμπιέρης, ζουρλός, θεόλολος, θεόμουρλος, θεοπάλαβος, θεόπελος, θεότρελος, ιμπούης, ιξίκης, κατάπελος, κατσικλής, κουζουλός, κουνημένος, κουρλός, κουσουλός, κρουνς, λάλος, λελός, λουλός, λουλουπαντιέρα, λωλός, μαλαφισμένος, μουρλός, μουρουπάλαβους, μπαλάδος, μπαρτελάδος, μπατσολάδος, μσόσιουρδους, ντελής, ντελία, ντιλής, ντούρλιας, ξελολαμένος ξεπαρμένος, ξέτρελος, ξίκους, οός, παθμένους, παλαβιάρης, παλαβός, παλαβουντάνς, παλάβρας, παλάβρατζης, παπαλός, παρακουζουλός, παράουρος, παρασάνταλος, παρμένος, πελελός, πελός, σαλεμένος, σαλός, σαμουρλός, σελός, σιαμουρλός, σκαρτάδος, σμπερλάδος, τερλός, τρέλης, τρέλιακας, τρελοκαμπιέρης, τρελός, τροζός, τσακούρς, τσούλους, φεγγαριάτικος, φεγγιάρης, φουρλαΐδας

impazzito

ιταλικό

μπιτσίμι [ 1960a], μπιτσίμ [ 1960a]

σουλούπι, φόρμα

biçim

τούρκικο

μπιτσιμλίδικος [ 1960a]

καλοφτιαγμένος

biçimli

τούρκικο

μπιτσιμσίζης [ 1960a], μπιτσιμσίζικος [ 1960a]

κακοφτιαγμένος, ασουλούπωτος

biçimsiz

τούρκικο

μπίτσιος, μπίτσιους, μπίτζιους

γουρούνι, αγουρούν, γαλάρι, γκζι, γκουρούν, γκουτζίνι, γκουτσίνι, γκρούνι, γορούν, γουούν, γουρούν, γουρτζέλι, γούρτζελος, γρουν, γρούνι, ζούνι, θρέμμα, θριφτό, κουρούν, κρούνι, ότσι, ουρνί, ουρούνι, σούρε, χιούρε, χιούρου

biče

σλάβικο

μπιτσκιτζής [1999], μπισκιτζής

πριονιστής (λόγιο)

bıçkıcı

τούρκικο

μπίτσκο [ 1960a]

μπάσταρδος, αρπαξιμιός, κόπελας, κοπέλι, κόπελος, κουπέλ, κουπέλι, μούλε, μούλικο, μούλικος, μούλκος, μούλκους, μούλος, μουλόσπαρμα, μπαράκι, μπαστάρδικος, μπαστάρδος, μπαστί, μπάστος, πίτσικο, πίτσικος, πίτσκος, σβέρδονας, σμερδός

piç

τούρκικο

μπιτσούν< μπιτσούν(ι) [1987b], μπτζιουν < μπ’τζιουν [1964]

πιτσούνι, κολομπίνι, περιστεράκι, πιτσουνάκι, πιπίνι, πιπινάκι

piccione

ιταλικό

μπλάβος [1635]

γαλάζιος, γαλανός, γερανιός

blavus

λατινικό

μπλαζόν [1963]

οικόσημο (λόγιο)

blasone

ιταλικό

μπλακέτο [1688], μπλαγγέτο [1688]

βλ. μπιάκα (πούντρα)

bianchetto

ιταλικό

μπλάνα [1884b], μπλανί < bλανί [1892], μπλιάνα < μπλιάνα [1966], μπλάνα < bλάνα [2006]

σχίζα, σκίζα, σκιζάρι, σκιζάρ

blanja

σλάβικο

μπλάνη < bλάνη [1908], μπλαν < bλάνι [2006]

πλάνη για σανίδες: ξιλουφάς, ξιλοφάης, πιταριόλι, πλάν, πλάνια, πλάντρα, ροκάνα, ροκάνη, ροκάνι, ρουκάν, ρουκάνα, ρουκάνι, ρουκάνιν, ρούκανο, ρουκχάνιν, ρουχάνι

planus

λατινικό

μπλαντούς < bλαντούσ’ [2006], μπλαντούχ < bλαντούχι [2006], μπλαντούχα < bλαντούχα [2206]

δέντρα του γένους Quercus: βελανιδιά, αγρανίτσα, αγριάνκου, αγριάντζα, αγριοβαλανιδιά, αγριοβελανιδιά, αμπερνάλι, αμπερνός, άνκο, άριο, βαλανιά, βαλανιδγκιά, βαλανιδέα, βαλανιδιά, βαλανιδκιά, βελανιά, βελανιδέ, βελανιδέα, βιλανδιά, γιμιράδ, γιμιράδ, γκρουσιάδι, γκρουσιάδι, γρανίτζα, γρανιτιά, γρανίτσα, γράνιτσα, γρανιτσιά, γρινάλιν, δένδρο, δένδρον, δενδρούλι, δέντρο, δέντρος, δέντρου, δέντρους, δζέρο, δούσκος, δρικέλιν, δρινάλιν, δρινέλιν, δρυ, ιδρίς, ιμεράδι, ιμιράδι, ίμιρο, ίμιρου, καρμπούνι, κελάνη, κελόνι, κιλανίδ, κιλανίτ, κιλανίτς, κλαδί, κοκιδιά, λις, μεράδι, μεράτσα, μερόδεντρο, μιράδ, μουζάβρα, μπαλαχούδι, νιζάρο, παλαμούτι, πλατίτσα, ρένια, ροτσόκι, ρουπάκι, ρουπακιά, ρουπάτσι, σούμος, τζούα, τζέρο, τσάρι, τσαρνόκ, τσεράδι, τσερνάκι, τσερνόκι, τσερνούχι, τσέρο, τσέρος, τσέρους, τσιρνόκ, τσούι, τσουρνόκ, φαλανδιά, φαλανιδιά, φελός

blăduh

βλάχικο

μπλάστρι [1659], μπλάστρης [1790], μπλάστριν [1884a], μπλάθρα [1891b], μπλάθρι [1874a], μπλάστ < μπλάστ(ι) [1987b], μπλάθρης, μπλαστρ, μπλάστιρ

έμπλαστρο, ανακόλι, βεζιγάντι, βεζικάντι, βεζικατόριο, βεσικατόρι, βιζαγάντι, βιζακατόριο, βιζγάντι, βιζιγάντε, βιζικάντ, βιζικάντε, βιζικάντι, βιζικάτι, βιζικατόρ, βιζικατόρι, βιζικατόρι, βιζοκατούρι, γιακή, γιακί, γιακίν, γιακίσι, γιακού, κατάπλασμα, νακόλι

emplastrum

λατινικό

μπλάτε [1688]

κάποιο ακριβό πανί

blatta

λατινικό

μπλαχούρ < bλαχούρι [2006], μπλαχούρκους < bλαχούρ’κους [2006]

ζώο που έχει μεγάλα και πεσμένα αυτιά

plahurcu

βλάχικο

μπλιαμπλιαρίζω < μπλιαμπλιαρίζω [1966]

τραυλίζω, κεκεδίζω, μασέφκω, μπαμπαλίζου, μπαμπουλίζω, μπερδελίζω, σαψαλίζω, τατέφκω, τραλίζω

belbëzoj

αλβανικό

μπλιγούρι [1835], μπληγούρι [1910], μπληγκούρι < bληgούρι [1892], μπλουγούρι [1961], μπλιχούρι [1966], μπλιγούρ < bλιγούρ’ [1978], μπλουγούρ < μπλουγούρ(ι) [1987b], μπλιγκούρι [1996a], μπλιγκούρ < bλιgούρι [2006], μπλουγκούρ < bλουgούρι [2006], μπλιαγκούρι, μπλιαγούρ, μπλουγκούρι

χοντραλεσμένο στάρι: μπουλγκούρ, μπουλγκούρι, μπουλγούρ, μπουλγούρι, μπουλουγούρ, μπουλουγούρι, μπουργκούρι, πλιγούρ, πλιγούρι, πλουγούρ, πνεγούρ, πνεγούρι, πνεούρ, πνιγούρ, πνιγούρι, πουργούρι

bulgur

τούρκικο

μπλοκάρω [1876a], μπλοκέρνω [1961]

αποκλείω (λόγιο), μπλακάρω, μπλάγου

bloccare

ιταλικό

μπλόκος [1876a], μπλόκο [1962a], μπλοκάρισμα [1931]

αποκλεισμός (λόγιο)

blocco

ιταλικό

μπλοκός [1957], μπλοκό [1987a], μπλουκός

πλοκός, πλοκό, εμπλοκό, εμποκό, εμπροκό, μπροκό, πλουκός, ποκό, φράχτης, φραγή, φραγιά, φραή, φράκτης, φράμα, φραξίμι, φραχτς

bloc

βενετσιάνικο

μπλόφα [1957]

σκόπιμα δημιουργία ψευδούς εντύπωσης (λόγιο)

bluff

ιταλικό

μπλοφάρω [1961]

δημιουργώ σκόπιμα ψευδή εντύπωση (λόγιο)

bluffare

ιταλικό

μπλοφατζής [1995]

αυτός που μπλοφάρει

blöfçü

τούρκικο

μπλοφατζού [1995]

αυτή που μπλοφάρει

blöfçü

τούρκικο

 

1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.