Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από μπο


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από μπο

24.4.2012

μπογάζι [1709], μπουγάζι [1709], μπογάζ [1960a], μπογάζ < μπογάζ’ [1999], μπουγάζ, μπουγάζι

θαλασσινό πέρασμα: πορθμός (λόγιο), πέραμα, πογάζ, πόρος, στενό| άνοιγμα που φέρνει αέρα | λαρύγγι, λάρυγγας, άρουγκα, βάραγκας, βούρκουρας, βρόκος, βρόχος, γαργαλιάνους, γαρδελάνος, γαρντελάνι, γιργιλιάγους, γιργιλιάνος, γιρτσιλάνους, γκαλίσκουρας, γκαργκαλιάγκος, γκαργκαλιάγκους, γκαργκαλιάνι, γκαργκαλιάνους, γκάργκλας, γκαργλιάνους, γκαρδελάγκος, γκαρδιαλιάγκος, γκαρδιλάγκος, γκαρδιλάγκους, γκαρδιλιάγκος, γκαρίντζαφλος, γκαρίτζαφλος, γκαρίτσαφλος, γκαρλίκους, γκαρντελάνος, γκαρντιλάνος, γκαρντιλάνους, γκαρντιλιάνος, γκαρντιλιάνους, γκαρτελάνος, γκαρτζακλιάνους, γκαρτσαλιάνους, γκαρτσλιάνος, γκαρτσουλιάνους, γκεντελάνος, γκερντελάνι, γκερτλέκι, γκζαλιάνος, γκιζαλιάνους, γκιογκιλιάνος, γκιργκιλάκι, γκίργκιλας, γκιργκιλιάγκας, γκιργκιλιάγκος, γκιργκιλιάγκους, γκιργκιλιάκ, γκιργκιλιάνος, γκιργκιλιάνους, γκιργκιλιάντζος, γκίργκλας, γκιργκλιάνους, γκιρκιλιάνος, γκίρκλας, γκιρκλιάγκους, γκιρλιάγκος, γκιρλιάγκους, γκιρλιάγκους, γκιρλιάκι, γκίρλος, γκιρντιλάνος, γκιρτζίλι, γκιρτσλάκους, γκλάρος, γκορδελάγκος, γκορδελιάγκος, γκορδιλιάγκος, γκουδέα, γκουργκλάινους, γκούργκλας, γκουργκλιάνος, γκούργκουλας, γκουργκουλιάγκος, γκουργκουλιάγκους, γκουρδιλάγκος, γκούρδιλας, γκουρδιλιάγκους, γκούρκλας, γκούρκουλας, γκούρλιακας, γκούρντιλας, γκουρντιλιάγκους, γκουρντιλιάνος, γκουρτιλάγκας, γκουρτιλάγκας, γκουρτιλάκους, γκουρτσλάνος, γκουρτσλιάνους, γκουρτσουλιάνους, γκούσκλας, γκρακλιάνος, γκρακλιάνους, γκρικλιάκ, γκρικλιάνι, γκρικλιανός, γκριλάκι, γκριλιάκ, γκριλιάμος, γκριντελάνος, γκριντιλάνος, γκριντιλιάγκος, γκριντιλιάνος, γκρισκλιάνους, γκρισλάγκους, γκρισλάνος, γκρισλιάνγκους, γκριστιλιάγκους, γκριτζιαλάγκους, γκριτζιλάνος, γκριτζλάγκους, γκριτζλάνι, γκριτιλάγκος, γκριτιλιάγκας, γκριτσιλάγκος, γκριτσιλιάγκος, γκριτσιλιάνου, γκριτσιλιάνους, γκριτσλάγκος, γκριτσλιάνους, γκρούσκλας, γλάρουγκας, γλούπος, γλούπους, γούλα, γούργουλας, γουργουλιάγους, γούργουρας, γούργουρος, γρικλάκ, γριλάτσι, γριλιάγκος, γριτσιλάνος, καντελάνος, καρακλιάνους, καρδελάγκος, καρδιλάγκος, καρδιλάγκους, καρδιλάγος, καρδιλέγκος, καρδιλέγος, καρδιλιάγκος, καρδιλιάγκους, καρίγκαλος, καρίγκιαφλας, καριγλιάνος, καρίνταφλος, καρίντζαφλος, καρίτζαλος, καρίτζαφλας, καρίτσαβλος, καρίτσαφλος, καρίτσουφλας, καρούτζαφλας, καρούτζος, καρτελάνος, κατερλάνος, κιρδιλιάγκος, κιρδιλιάγκος, κιρδιλιάγκους, κορδελιάγος, κορδιλιάγκος, κορδιλιάγκους, κουρδιλάγκους, κουρδιλιάγκους, κούρκουλας, κούρτη, κρετελάγκος, κρικαλάγκους, κρικιλάγκος, κρικλιάγκους, κριντιλιάνος, κριτιαλάγκος, κριτιλάγκος, κριτιλέγκος, κριτιλιάγκους, κριτλιάνος, κριτσιλιάγκος, κριτσιλιάγκους, κριτσιλιάνος, κριτσλιάγκους, κριτσλιάνους, λάγκουρας, λαντζούρτζη, λάραγκας, λάργκας, λάριγκα, λάρουγκα, λάρουγκας, λαρούγκι, λαρουγκιά, λαρουνγκέα, λαρουνγκιά, λαρούτζ, λέρεγκας, λιάνγκουρας, πιτναρίτς, ραγκαλιάνους, ριγκάτα, τζάρουκας, τριγκολάγκο, τσάρουκας, τσιρίμαχας

boğaz

τούρκικο

μπογαζλής [1960a]

λαίμαργος (λόγιο), αγλιάρς, αγλιφοσκουτελάς, αγλιφούτζ, αγλιφουχστελς, αγλίψαβους, αγλίψας, αλέμαργος, αλιξούρκους, αλίξουρους, αναγλιφτάς, αναγλίφτης, ανακατοκούπης, ανεσίφταγος, αντιρόκλια, αουλιάρης, ασίφταγος, βουλάρης, βουλιάρης, γκλόζους, γκολαράς, γλιάρης, γλιαρς, γλιφίτσας, γλιφίτσης, γλιφοκουτάλας, γλιφοπιατάς, γλιφοπινάκας, γλιφοπινάκης, γλιφοσαγανάς, γλιφοσαχανάς, γλιφοσκουτελάς, γλιφοσκουτέλης, γλιφούτσης, γλιφουχστέλς, γλιφτοσαχανάς, γλιφτοσκτέλς, γλιφτοτσανακάς, γλιφτουσκέλς, γλίψαβος, γλιψάρς, γλιψουσκούτιλους, γλόζος, γλόζους, γλούζους, γλούπους, γολιόζος, γολόζος, γουλαράς, γουλαρέας, γουλάρης, γούλαρης, γούλαρμος, γουλάρς, γουλάρτς, γουλέας, γούλερμος, γουλιάρης, γουλιάρικος, γούλιαρος, γουλιάρς, γουλόζος, γουλόζους, γουλούζης, γούλους, γούρλαμος, δουλιάρης, λέφακας, λίμαβους, λιμάρης, λιμάρης, λιμάρκος, λιμάρς, λίμαρς, λιμάτς, λιμόγντουρο, λίξης, λιξιάρης, λιξούρης, λίξουρος, λίξουρους, λιξούρς, λιτσιάρς, λιχούδης, λιχούδς, λιχούτης, λουξουρς, μουρχούτας, μπιστόβλιακας, μπιστόβλιακος, μπούχιλας, νταμάχι, νταμαχιάρης νταμαχτιάρης, ξικόλουμα, ουλιάρης, πνάκας, σελέμης, στομάρης, ταμαχιάρης, ταμαχιάρς, τροφαδούρος, φαγάνας, φαγανιάρης, φαγάς, χαρδαλούπας, χαρμπούτας, χλαπαχλούπας, χλιαρς, χόλμπαρς, χραμπούτας

boğazlı

τούρκικο

μπογατσιέλι < μπογατσιέλι

καλοθρεμμένο παιδί

bogat

σλάβικο

μπογιά <μπογιά [1790], μποϊάς [1709], μποϊά [1783], μπογιά [1887b], μπουιά [1962c], μπογιάς < μπογιάς (ο) [2001b], μπουιά < bουιά [1962c]

βαφή, άμα, βαθή, βάματο βάμμα, κολόρο, κουλούρο

boya

τούρκικο

μπογιαμάς (ο) < μπογιαμάδες (οι) [2001b]

σταμπάρισμα, μπογιάτισμα

boyama

τούρκικο

μπογιαμάς [1960a]

βλ. μπογιάτισμα

boyama

τούρκικο

μπόγιας < μπόγιας [1659], μπόιας [1622], μπόγιας [1934]

δήμιος (λόγιο), μπόης, τζελάτης, τζιλιάτς, φουτρής

bogia

βενετσιάνικο

μπογιατζής < μπογιατζής [1790], μποϊαντζής [1709], μπογιαντζής [1934], μπουϊατζής < μπουϊατζ’ής [1962c], μπουγιατζής < bουγατζής [2006], μπουγιατζής < μπουγιατζής [2011]

βαφιάς, βαφάρης, βαφέα, βαφέας, βαφές, βαφία, βαφιάρης, βαφιάρς, βαφίας, πιτόρος

boyacı

τούρκικο

μπογιατζίδικο < μπογιατζίδικο [1962a], μπογιατζήδικο [1995], μπουγιατζίδκου < μπουγιατζήδκου [2010]

το εργαστήρι του μπογιατζή | το μαγαζί που πουλάει μπογιές

boyahane

τούρκικο

μπογιατζιλίκι

η δουλειά του μπογιατζή

boyacılık

τούρκικο

μπογιατίζω < μπογιατίζω [1790], μποϊαντίζω [1709], μπογιαντίζω [1934], μπογιαντίζω [1957], μπουγιαντίζω [1960a], μπουϊατίζου [1962c], μπογιακίχου < μπογιακίχου [1987a], μπουγιατίζου < bουγατίζου [2006], μπουγιαντίζου

βάφω, βάβγω, βάφου, βάφτου, βάφτω, γάφω, δάβγω, δάφω

boyatmak

τούρκικο

μπογιάτισμα < μπογιάτισμα [1790], μποϊάντισμα [1709], μπογιάντισμα [1934], μπογιάντισμα [1957], μπουϊάτιζμα [1962c]

βάψιμο, βαψ, βάψη, βαψίμ, βάψμου

boyama

τούρκικο

μπογιατισμένος < μπογιατισμένος [1790], μποϊντισμένος [1709],

βαμμένος, κολαρίτος

boyanmış

τούρκικο

μπογματζές [1960a], μπογματζάς

κοκίτης (λόγιο)

boğmaca

τούρκικο

μπογόρδα [2001a]

βλ. μπαγόρδα (γλέντι, τσιμπούσι)

bagordo

ιταλικό

μπόγος [1635], μπόγκος [1963], μπούγκος [1963], μπόγους [2011]

μεγάλο δέμα ρούχων τυλιγμένο και δεμένο με πανί: βαντάκα, βάντακας, κατμάδα, κατμαδιά, κατουμάδα, μόντες, μπίγος, μπουχτσιάς, μποχτσά, μποχτσάς, μποχτσιάς

boğ

τούρκικο

μποζά [1688], μποζάς [1709], μπουζάς [1931], μπουζά

ένα ποτό που γίνεται από καλαμπόκι, στάρι ή κεχρί και μοιάζει με ξινή μπίρα

boza

τούρκικο

μπόζα [1983a]

η πόζα, το φέρσιμο του κακιωμένου

posa

ιταλικό

μποζαντζής [1709], μποζατζής [1960a]

αυτός που φτιάχνει και πουλάει μπόζα

bozacı

τούρκικο

μποζμά [1987a]

καταστροφή (λόγιο)

bozma

τούρκικο

μποζντίζω [1987a]

καταστρέφω (λόγιο)

bozmak

τούρκικο

μποζολούτο, μπουζουλότο, μπουσουλέτο

βλ. μπιζιλότο (υπνάκος)

pisoleto

βενετσιάνικο

μποθρόνα

πολυθρόνα

poltrona

βενετσιάνικο

μπόι [1835], μπόγι [1790], μπόι < bόι [1976], μπογ < μπογ’ [1988], μπόι < bόι [2006], μπόιτο

ανάστημα, ανάστα, ανάσταλμα, ανάσταμα, ανάστια, ανέσταν, ανέστιμα, άστα, ελικιά, κορμαστασά, κορμοστασιά, κουρμουστασά, κουρμουστασιά, μπογαρέ, νάστα, ραστ, ψίλους

boy

τούρκικο

μποϊλέ [1960a]

έτσι, ετς

böyle

τούρκικο

μποϊλής [1960a], μποϊλίδικος [1960a], μπουϊλής < bουϊλής [1978]

ψηλός, άλτος, αψιλός, αψλός, αψπλός, γκαλγκάντς γκαμλάρ, γκιαμίρς, γκλιαμίρς, γκριντάλι, καλαμαντάρς, καμλάρς, κλίκας, λαντσιέρης, λαρίας, λετόνι, λουγκούρς, λουνγκούρς, μακρίου, μακρύς, μποερός, ντελίνι, ντερέκ, ντερέκι, ντερλίνι, ντίλαλας, ντιλάρι, ντιλίν, ντιντέικους, ντιρέκ, ντιρέκι, ξεκλέτζονος, ποϊλής, ραγκατζάνους, ψιλέας, ψιλόν, ψιλουγκάν, ψιλουγκάντς, ψλος, ψουλός

boylu

τούρκικο

μποκ

βλ. μπατζίνα (σκατά)

bok

τούρκικο

μποκάσι [1709], μποκασί [1837], μπουχασί < bουχασί [1972], μπουκασίν [2001c], μπουκασένα [2001c], μπουγαζί [2001c], μπογασί [2001c], μπουγασί, μπουχαζί, μπουχασί

γιρλάντα από κόκκινο μπαμπακερό πανί | κόκκινο πανί | κόκκινο φουστάνι

bocassin

βενετσιάνικο

μποκέτα

το στόμα του λαγουμιού

bocchetta

ιταλικό

μποκίνο [1963]

επιστόμιο (λόγιο)

bochin

βενετσιάνικο

μποκλαντίζω [1960a]

σκατώνω, λερώνω, χαλώ

boklamak

τούρκικο

μποκλούκι [1960a], μποκλούκ [1960a], μπουκλούκι [1960a]

σκατοδουλειά, μπέρδεμα | σκουπίδι

bokluk

τούρκικο

μποκούνι [1837]

βλ. μπουκιά

boccone

ιταλικό

μπολ

βλ. μπόλικος

bol

τούρκικο

μπολερό [1961]

γυναικείο γιλέκο, που αφήνει έξω το στήθος (γαλλικό: boléro)

bolero

ιταλικό

μπολέτι [1709], μπολετί [1876a], μπολέτο [1981], μπολετιά

δελτίο (λόγιο), απόδειξη (λόγιο) | λαχείο (λόγιο)

boletin

βενετσιάνικο

μπολετί [2001b]

βλ. μπαλότα (ψήφος)

balota

βενετσιάνικο

μπόλια < μπόλια [1527], μπόλια < bόλια [1918], μπόλια [1934], μπόλι

μαντίλα, αγιασμάς, αέρας, αλέμι, άμιτο, βαγιόλι, βαμβακέλα, βαμπακέλα, γεμεμί γεμεμίν, γεμινί, γεμνί, γιαμενί, γιασμάκι, γιασμάς, γιμενί, γιμινί, γιμνί, γκαρκούλ, γκαρκούλι, γμινί, εμενί, εμπόλια, καλεμκερί, καλεμκιαρί, καλιμκιργιά, καμπανί, κατσούλα, κεφαλογίρι, κεφαλοδέμα, κεφαλομάντιλο, κεφαλοπάνι, κεφαλόδεμα, κεφιές, κλάκα, κουκουλιά, κουρλί, κουρούκλα, κρεπ, κρέπα, κρέπι, λαχούρ, λαχούρι, μααχαμάς, μαγλίτς, μαγνάδι, μαμούκι, μαμουκοτσέμπερο, μαντίλ, μαντίλι, μαντίλια, μαντιλούνι, μαρχαμάς, μαχραμάς, μαχραμπάς, μερχαμάς, μισάλα, μπαρέζα, μπαρέζι, μπαρμπούλα, μπαρμπούλα, μπατίστα, μπολίδα, μπολίδι, μπούλα, μπουλέτσι, μπουρμπούλα, μπουρμπούλι, μπουρμπούτι, μπουχτσιάς, μποχτσάς, ντρατμάς, ομπόλια, ούβια, πέτσα, πετσάς, πετσόνα, πος, πόσι, σαρίκ, σαρίκι, σεβρέτα, σερβιέτα, σιαμί, σιαμούδ, σιρβέτα, σιρβιέτα, σκεπ, σκέπη, σπαλέτου, σταντάδα, τζεβρές, τλουπάν, τουλουπάν, τουλουπάνι, τσεβρές, τσεμπέρ, τσεμπέρα, τσεμπέρι, τσέπα, τσιβρές, τσίλα, τσιμπέρ, τσιμπέρ, τσιουβρές, τσιουμπέρ, τσίπα, τσουτσουμίδα, φακιόλ, φακιόλι, φατσιολέτο, φατσιόλι, φνίκα

imbogio

βενετσιάνικο

μπόλια < μπόλια [1835], μπόλια < μπόλια [1923a], μπόλια [1934]

πετσέτα (προσώπου και φαγητού): βαγιόλι, γιαγλικάς, γιαγλίκι, γιαγλιούχι, καναβάτσα, μααχαμάς, μαρχαμάς, μαχραμάς, μαχραμπάς, μερχαμάς, μεσάλι, μισάλ, μισάλι, μισαλούδα, μπαρμπατσιόλα, μπετσέτα, μπισκίρι, μπόγια, νιφτόμπολα, νιφτόμπολια, ομπόλια, πατσόγρα, παχταμάς, πεσκίρ, πεσκίρα, πεσκίρι, πεστσίρ, πεσχίρι, πισκίρ, πισκίρι, πιτσέτα, πιτσιέτα, προσόψι, προυσόψ, σαλβέτα, σερβέτα, σιρβέτα, στράτσα, σφογκολάμπα, σφογκόμπολα, σφουξτίρ, τάβλα, τουβαέλι, τουβαλίθι

imbogio

βενετσιάνικο

μπόλικος [1835], μπόλυκος [1874a], μπόλκους < μπόλ’κους [1962c], μπόλκους < bολ’κους [1972], μπόλκους < bολκους [1976], μπόλκους < μπόλ’κους [1988], μπόλκος < μπόλ’κος [1999], μπόγλικος, μπολ

γκιουρέδικος, γκιουρέδκους, γκιούρικος, γκιούρκους, μπλουντιρός, πολικός

bol

τούρκικο

μπολίνι [1866a]

μυστικό (σφραγισμένο)

bollino

ιταλικό

μπόλνο

βλ. μαλάτος (άρρωστος)

bolno

σλάβικο

μπόλο < μπόλλο [1963]

σφραγίδα δικαστηρίου (λόγιο)

bolo

βενετσιάνικο

μπολσέτα (τα)

μανικέτια, μανσέτες

polseti

βενετσιάνικο

μπόλσος [2001b], μπόλτζος, μπόλσος, μπόρτζος

σφυγμός (λόγιο), πόλσο, πόλτσο, πόνσο, πόρτσο

pols

βενετσιάνικο

μπόμβυξ [1614]

μεταξοσκώληκας (λόγιο), μπουντίνος, μπουντίνους

bombyx

λατινικό

μπόμπα [1790], μπόμπα < μπόμbα [1962c]

βόμβα (λόγιο)

bonba

βενετσιάνικο

μπομπάδο

ή μούδρα & μούθρα, ντουβάρι φουσκωμένο από το νερό

imbomba

βενετσιάνικο

μπομπάρδα [1614], μπουμπάρδα [1622], μπουμπαρδέα [1987a], μπουρμπάδα

λουμπάρδα, κανόνι, τόπι, τοπανάς, κομάτι | κάποιο καράβι, το γολετόμπρικο

bombarda

βενετσιάνικο

μπομπαρδαμέντο [1996b]

βλ. μπομπαρδιά (κανονιά)

bombardamento

ιταλικό

μπομπαρδάρης [1790], μπουμπαρδέρης [1622], μπουμπαρδάρης [1659], μπομπαρδιέρος < μπομπαρδιέρος [1963], μπουρμπαρδολόγος [2001b]

πυροβολητής (λόγιο), μπομπίστας, τοπιτζής, λουμπαρδάρης

bonbardier

βενετσιάνικο

μπομπαρδάρω [1790], μπομπαρδίζω [1934], μπουμπαρδίζω [2001b], μπουρμπαδίζω [2001b]

βομβαρδίζω (λόγιο)

bombardare

ιταλικό

μπομπαρδιά < μπομπαρδιά [1622], μπουμπαρδιά < μπουμπαρδιά [1709], μπουμπαρδέ [2001b],

κανονιά, λουμπαρδιά, μπομπαρδαμέντο, κοματιά

bombardata

ιταλικό

μπομπίνα [1998]

καρούλι

bubina

βενετσιάνικο

μπόμπιρας [1931], μπόμπορος

βρικόλακας, ανεκαθούμενος, βάμπουρας, βαρβούλακας, βαρθάκαλας, βέμπουρας βιικόακας, βιρκόλακας, βόλακας, βόμπερας, βόμπιρας, βόμπορας, βόμπρας, βορβάλακας, βορβόλακας, βορδόλακας, βορδούλακας, βορκόλακας, βουλκόλακας, βούμβαρος, βούμπερας, βουμπίρς, βουρβόλακας, βουρβούλακας, βουρβούλιακας, βουρβούλντακας, βουρδόλακας, βουρδούλακας, βουρκόλακας, βρακόλακας, βρεκόλακας, βρικόακας, βρικούλακας, βροκόλακας, βροκόλασκας, βρουκόακα, βρουκόακας, βρουκόλακας, βρουκούακας, βρουκούλακους, γόμουρας, έντιμα, ζούλακας, καλαμπαούρας, καταχανάς, κατράμης, κατραχανάς, κατσικάς, κάτσικας, λάμπασμα, ντουσμάνης, πουρλόκης, πρόλακας, σάιτανους, σαρκωμένος, φάντακας, χορτλάχ, χορτλάχτς

vampir

σλάβικο

μπομπονιέρα < μπομπονιέρα [1957], μπουμπουνιέρα < μπουμπουνιέρα [1998]

σακουλάκι με κουφέτα που δίνουν σε γάμους και βαφτίσια

bomboniera

ιταλικό

μπομπούνα, μπουμπούνα

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

bubună

βλάχικο

μπομπρέκι [1931], μπομπρέκ [1960a], μπουμπουρέκι [1996a], μπουμπρέκι, μπουμπρέκ, μπουμπρεκούδι

νεφρό, μπουμπούνα, νεβρό, νεφρί, νιφρί,

böbrek

τούρκικο

μπομπρέσo [1878b], μπομπρέσσο [1934], μπομπέζο [1963]

όνομα καταρτιού της πρύμης, πρόβολος ιστός (λόγιο)

bonpreso

βενετσιάνικο

μπον [2003], μπόνα, μπόνε

καλά

bon

βενετσιάνικο

μποναγράτσια [2001a], μποναγκράτσια

η μεγάλη κουρτίνα & το κουρτινόξυλο

bonagrasia

βενετσιάνικο

μποναμάς [1910], μπουναμάς [1931]

το δώρο της Πρωτοχρονιάς: αγιοβασιλιάτικο, καλοχέρι, μπουλαμάς

bonaman

βενετσιάνικο

μπονέντες [1835], μπουνέτης [1891e], μπουνέντες [1963], μπονέντης [1983a], μπουνέντης [1995]

πονέντες, πονέντης, πουνέντες, πουνέντης

ponente

ιταλικό

μπονεφικάρω [1963], μπονιφικάρω [1963]

αξιοποιώ (λόγιο)

bonificare

ιταλικό

μπονιότα < μπονιότα [1966]

ντενεκεδένιο αγγειό για να κουβαλούν το γάλα

pignatta

ιταλικό

μπονιφικατσιόνα

αξιοποίηση (λόγιο)

bonificazione

ιταλικό

μπόνο [1996b]

καλά, εντάξει (λόγιο)

bon

βενετσιάνικο

μπονοβόλιας < μπονοβόλιας [2001a]

καλόκαρδος, καλόψυχος, καλοκάγαθος

buonavoglia

ιταλικό

μπονόρα < μπονώρα [1887b], μπονωρούλια [1887b], μπονόρα [1894], μπονώρα < bονώρα 1909], μπονώρας [1934], μπονόρας [1957]

λυκαυγές (λόγιο), αμπονωρίς, αμπονόρα, πολύ πρωί

buonora

ιταλικό

μποντά [1963]

αγαθοσύνη, ααθουσίνη, αβαθοσίνη, αγαθότη, αγαθότε

bonta

ιταλικό

μποντάντζα [1996b], μποδάντσα

μπολικιά (αφθονία)

bondanza

βενετσιάνικο

μπόντζικ, μπουντζούκα

χάντρα, ζινί, ζινίς, ζινίχ, κορέλι, χάνδρα, ψίφα

boncuk

τούρκικο

μποντί [1963]

καλημέρα

buondi

ιταλικό

μπονφεστίδος

γιορτινός, γιορταστικός, γιορτιάτικος, γιορθιανός, γιορτάτκος, γιορτερός, γιορτιακός, γιορτιανός, γιορτιατικός, γιορτικός, γιορτιρός, γιουρτερός, γιουρτιανός, γιουρτιάτκους, γιουρτινός, γιουρτιρός, γιουρτνός

buono festivo

ιταλικό

μποξάς [1910], μποκτσάς, μποχτσάς, μποξιάς, μποξάι

σάλι, εσάρπα

bokça

τούρκικο

μπόουλου [1964], μπόουλο

βλ. μπαούλο

baul

βενετσιάνικο

μπόρα [1835], μπόρρα [1835], μπόρα < bόρα [1972]

γαζέπι, γαζέπ, γκαζέπ, καθόρι, καταχάρι, μπουγραντί, ποράν, ρετούρα, ρούφουλας, στχαρ, τούζι, τφάνι, τφαν

bora

βενετσιάνικο

μποραντζένα [1688], μπουράκιν [1688], μπουράντζα [1709], μποράντσα [1894], μπουράντσα [1894], μποράντζα [1923b], μπορατσένα [1923b], μπουράτσινο [1923], μπουράτζινο [1963], μπουράτζα [1996b], μπόραγκο

το φυτό Borrago officinalis: αρμπέτα, αρνοπέτα, βοράτσενε, βοράτσινα, πουράντζα

borrago

λατινικό

μπόργκο [1963]

τα σπίτια που ήταν έξω και γύρω από το κάστρο

borgo

ιταλικό

μποριρισμένος [1709]

σιχαμένος

aborrente

ιταλικό

μπορίρω [1709]

σιχαίνομαι

aborrire

ιταλικό

μπορίτσιο [1894], μπορίτσα [1923b], μπόριτζε [1987a]

το δέντρο Pinus Nigra: αγριόπευκο, μιλοέλατο, μοσχοέλατο, μπορτίκε, πεύκη

borik

σλάβικο

μπορντούρα [1934], μπολντούρα [1983a], μπουλτούρα

γαρνίρισμα στην άκρη ρούχου ή πανιού

bordura

ιταλικό

μπόρσα [1866a], μπούρσα [1934]

χρηματιστήριο (λόγιο)

borsa

ιταλικό

μπόρτα [1688]

πόρτα

porta

λατινικό

μπορτζάκι [1960a], μπορτζάκ [1960a], μπουρτζάκι [1960a]

το φυτό Lathyrus sativus: λαθούρι, λαθούζι, λαθούρ, λαθίρ, λαθίρι, λαθίριν, λαθιρίτα, λαθουρίτα, λαφίρι, πίσες | το φαΐ φάβα (γίνεται με λαθούρι)

burçak

τούρκικο

μπορτίκε [1894]

βλ. μπορίτσιο

borik

σλάβικο

μπορτσελάνα [1963], μπουρσελάνη [2001c], μπουρσελάνα [2001c], μπουρσουλάνα [2001c]

πορσελάνη, μπροτσολάνα, μπρουτσελάνα, μπρουστσουλάνα

porcellana

ιταλικό

μπόρτσι [1960a], μπορτς [1960a], μπόρζι [1887b], μπόρτζ < μπόρτζ’ [1962c], μπόρτζ < bόρτζ’ [1976], μπουρτζίλα [1988], μπόρτζι [1996a]

χρέος (λόγιο), δάνειο (λόγιο)

borç

τούρκικο

μπορτσλέβουμι

χρεώνομαι (λόγιο)

borçlanmak

τούρκικο

μπορτσλής [1960a], μπορτζιλής [1966], μπορτζαλής [1981]

χρεοφειλέτης (λόγιο)

borçlu

τούρκικο

μπος

άδειος, αδειανός, αδιατές, αδιατός, αδιάτος, άδιε, άδιους, αδκιανός, άδντζος, αϊδανός, άτζος, διανός

boş

τούρκικο

μπος-γερί [1835]

λαγόνι, λαγόνι, λανγκόν

böğür

τούρκικο

μπόσι [1966]

άδειο, αδειανό

boş

τούρκικο

μπόσικος [1910], μπόσικος < bόσικος [1925], μπόσκος [1960b], μπόσκους < μπόσ’κους [1962c], μπόσκους < bόσ’κους [1972], μπόσκους < bόσκους [1976], μπόσκους < bόσ’κους [1978], μπόσικο < μπόσικο [1987a], μπόσκος < bόσκος [2001c], μπόσκους [2008]

χαλαρός (λόγιο), γκεβσέκης, γκιφσένκους, κεφσέκης, λάμπαμπους, λάσκος | υποχωρητικός (λόγιο)

boş

τούρκικο

μποσκέτο [1963]

άλσος (λόγιο)

boschetto

ιταλικό

μπόσκος [1614]

δάσος, αρμάν, αρμάνι, δάσε, δάσι, δάσο, δάσος, δάσου, δάσους, ζίγρα, ζίγρια, κορί, κουρί, κουρί, λαγκονιά, λόγγος, λογκάρι, λόγκι, λογκιά, λογκιάδα, λογκός, λόγκους, λόνγκους, μπαλγκάμ, ντάσο, ντουάνα, ορμάν, ορμάνι, ουρμάν, ουρμάνι, ρμαν, ρμάνι, ρομάν, ρομάνι, ρουμάν, ρουμάνι, τάσο

bosco

ιταλικό

μποσουνά [1960a]

μάταια (λόγιο), του κάκου

boşuna

τούρκικο

μποστάλι [1887b]

μπότες μέχρι το γόνατο

postol

σλάβικο

μποστάνι [1709], μποστάν, μπουστάνι, μπουστάν

περιβόλι, κεπί, κεπίν, κεπούλι, κιπάρι, κίπι, μπαγτσές, μπακζές, μπακτζές, μπακτσές, μπαξές, μπαχτσέ, μπαχτσές, μπαχτσιάς, μπαχτσιές, μποστανλίκι, παγτσές, παχτσά, περβόλ, περβόλι, περδιάρι, περδιγάρι, πιρβόλ, πιρβόλι, πιριβόλ πιροβόλι, ποστάν, ποστάνιν, πρεβόλι, πριβόλ, πριβόλι, προβόλι, πστάνι, σκίπι, τζιιπίν, τσίπους

bostan

τούρκικο

μποστάνι [1790]

οχυρό (λόγιο)

bastione

ιταλικό

μποστανλίκι [1987a]

βλ. μποστάνι (περιβόλι)

bostanlık

τούρκικο

μποσταντζήμπασης [1709], μποστατζίπασι [1688]

ο αρχικηπουρός (λόγιο)

bostanbaşı

τούρκικο

μποσταντζής [1709]

περιβολάρης, μπαξεβάνης, μπαξιβάνους, μπαχτσαβάνης, μπαχτσαβάνς, μπαχτσεβάνης, μπαχτσεβάνς, μπαχτσιαβάνς, μπαχτσιαβάντς, μπαχτσιβάνους, μπαχτσιβάνς, μπαχτσιβαντζής περβολάρης

bostancı

τούρκικο

μποστέλενο [1614], μποστέληνο [1688]

τα καπούλια του αλόγου

postilena

λατινικό

μπότα

χτύπημα, πλήγμα (λόγιο)

bota

βενετσιάνικο

μπότα [1931], μπόττα [1934]

κλειστό και ψηλό παπούτσι

botta

ιταλικό

μποτέγα [1860]

κατάστημα (λόγιο), μαγαζί

botega

βενετσιάνικο

μποτεγιέρης < μποτεγιέρης [1963]

μαγαζάτορας

boreghier

βενετσιάνικο

μποτεστάς [1614]

ποδέστας, ποτεστάτος, κοινοτάρχης (λόγιο)

potestas

ιταλικό

μπότζα [1709]

λεκάνη, γαβάθα

bocia

βενετσιάνικο

μπότζα [1960a], μπότζι [1960a]

& πότζα, ναυτ. όταν το καράβι δεν πηγαίνει κόντρα στον αέρα | το κούνημα του καραβιού από το κύμα, στα πλάγια

bozza

βενετσιάνικο

μποτζάλι [2001b]

το χείλος του πηγαδιού

poggiale

ιταλικό

μποτζάρω [1934], μποτσάρω [1961]

& ποντζάρω, κλυδωνίζομαι (λόγιο)

bozzar

βενετσιάνικο

μποτζεργάτης [1835], μποτζαργάτης [1878b], μποζαργάτης [1934]

ναυτ. εργατοκύλινδρος (λόγιο), βαρούλκο, βίντσι

bocurgat

τούρκικο

μποτζί [1837], μπότσα [1876a]

βλ. μπούκλα (βαρέλι)

bozza

ιταλικό

μπότζι [1934]

σάλος, παρακύλισμα, διατοίχιση (λόγιο), το κούνημα του καραβιού στο πλάι, από το κύμα

bocalama

τούρκικο

μπότζος [1835], μπότσος [1878b]

ναυτ. πους (λόγιο), ποδεών (λόγιο)

bozza

ιταλικό

μπότζος [1918], μπόντζι [1987a], μπότζιο [1996b], μπότζιος [1996b], μπόντζος, μπότζο

το μπαλκόνι όπου βρίσκεται η πόρτα του ανωγιού

bozza

ιταλικό

μπότης [1874b], μπότι [1887b], μπώτι [1891c], μπότυς [1909], μπότυ [1909], μπότης < bότης [1918] , μποτ < μποτ’ [1964], μπότη

κανάτα από πηλό, για νερό ή κρασί: βίκα, βίκος, γκουργκούλι, γουργούλα, γουργουλιά, γουργούρα, γουργουριά, καϊντιρμάς, καλίτσα, κανάτ, κανάτι, κλοντίρι, κλουντίρι, κμαρ, κουκουμάρα, κουμάρ, κουμάρι, κούμνα, κριόλογο, κριολόγος, κριολόιγ, κροντήρι, λαγήν, λαγήνα, λαγήνι, λαγίν, λάγκνος, λαέν, λαένα, λαήν, λαήνα, λαήνι, λαΐν, λαΐνα, λάινας, λαΐνι, λαΐνιν, λεγένι, λιεν, λιένα, λιένη, μαστραπάς, μπαντιά, μπάντια, μπαρδάκ, μπαρδάκα, μπαρδάκι, μπαρντάκ, μπαρντάκα, μπαρντάκι, μποτίρι, μπουντένα, μπούρμπουλας, μπουντούτς, μπουτούτς, μπρόκα, νεμπότης, νεμπότι, νοκά, ξίστα, ομπότη, πότης, σουρά, σουρλάς, στάμνα, σταμνί, τεστόπον, τσουκάβα, τσουκάλι

bot

βενετσιάνικο

μποτίλια < μποτίλια [1866a], μποτίλια < bοτίλια [1918], μποτίλια < μποτίλλια [1934], μποντίλια, μπουτίλια, μπουτέλα

μπουκάλα, φιάλη (λόγιο)

butilia

βενετσιάνικο

μποτιλιαρία < μποτιλλιαρία [1963]

εμφιαλωτήριο (λόγιο)

butiliaria

βενετσιάνικο

μποτιλιάρισμα < μποτιλλιάρισμα [1943]

εμφιάλωση (λόγιο)

imbottigliamento

ιταλικό

μποτιλιάρω < μποτιλλιάρω [1934]

εμφιαλώνω (λόγιο)

imbottigliare

ιταλικό

μποτιλιόνι < bοτιλιώνι [1918]

μπουκάλι

butilion

βενετσιάνικο

μποτιλίτσα, μποτηλίτζα [1840]

μπουκαλάκι

bottiglietta

ιταλικό

μποτίνι [1931], μποτίννι [1934], μπουντίν < μπουdίν [1962c], μποντίνι [1963], μπουτίνι < μπουτίνια (τα) [1996a], μποτίνιν < μποτίνι(ν) [2002] , μπουτίνα

κοντή μπότα, μποτάκι

bottini

ιταλικό

μποτόνι [1876a]

χρυσαφένιο κουμπί ή στολίδι σα χάντρα

bottone

ιταλικό

μποτόνια (τα) [1933]

& μπετόνια, κολιέ από χρυσά φλουριά

bottoni

ιταλικό

μπότσα, μπότζα [1688], μπότσα [1860], μποτζί [2001c], μπόσα < μπόσσα [2001c], μποτσί [2001c], μπότσια < μπότσια[2001c]

γαράφα, γαστέρα, καράφα, μπουκάλι, μποτίλια, νεμπότης, νεμπότι, πότζα, φλασκί | μέτρο χωρητικότητας υγρών (λόγιο)

bozza

βενετσιάνικο

μποτσέτο [1996b]

μικρή μπότσα

bozzeta

βενετσιάνικο

μποτσικάρι

το ψάρι Cyprinus carpio carpio: γκρεβάδ, γκρεβάδι, γκριβάδ, γκριβάδι, γλανός, γραβαδέλι, γραβάδι, γρεβαδέλι, γρεβάδι, γριβαδέλι, γριβάδι, δρομίτσα, κυπρίνι, κυπρίνος , λαζάνι, μουρούνα, μουστάκι, πρίνος, σαζάνι, τσάφρα, τσουκάνι

griva

σλάβικο

μπότσικας [1835], μποτσίκι [1923b], μπότσκα < μπότσκα [1964], μπούτσκα < μπούτσκα [1964], μπότσκλα < μπότσκλα [1966], μποτσίτσι < μποτσίτσι [1987a], μπότσκου

το φυτό Urginea maritima: αγιοβασιλίτσα, ασκιλιτούρα, ασκιλοκάρα, ασκινοκάρα, βασιλίτσα, βολβικός, βόλκικος, βότσικας, κουβαροσκέλα, κουτσούνα, κρεμιδοσκίλα, μπότσικας, σκίλα, σκιλοκρεμίδα, σκιλοκρομίδα, σκιλοκρόμιδο, σούνα, τσικουρνίδα, φάσκελα

bocika

σλάβικο

μπότσκα

η μυτερή άκρη ενός ξύλου

боцка

σλάβικο

μποτσόνι [1966]

βλ. μποτινέλι

bozzon

βενετσιάνικο

μπουαμπέτι [1982]

βλ. μουχαμπέτι (καλαμπούρι, κουβεντούλα)

muhabbet

τούρκικο

μπουγάδα [1635], μπογάδα [1790], μπουάδα [1894], μπγάδα

το πλύσιμο των ρούχων (με τα χέρια): αμπουγάδα, πουάδα, πουγάδα

bugada

βενετσιάνικο

μπουγαδαριά < μπουγαδαριά [1709]

πλύστρα

bugatiera

ιταλικό

μπουγαδιάζω < μπουγαδιάζω [1709], μπογαδιάζω < μπογαδιάζω [1910]

κάνω, βάζω μπουγάδα

bugatare

ιταλικό

μπουγάζ [1946], μπουγάζι, μπογάζ

στομάχι, κουκουρέντζο, μπάμπα, πλαγκόνι, στουμάχ, φσκη

boğaz

τούρκικο

μπουγαρίνι [1910], μπογαρίνι [1910], μπουκαρίνη [1923b], μπουγαρινιά [1923b], μπογαρινιά [1934]

το φυτό Jasminum sambac: φούλι, φουλιά

bugarin

βενετσιάνικο

μπουγάς [1709], μπγας [1872], μπογάς [1960a], μπουγά [1963], μπουγάς < bουγάς [1976], μπουγά [1987a], μπουγά, μπουάς, μπούας

ταύρος (λόγιο), μπίκας, μπικάδ, μπικάδι, ντανάκι, ντάνας, ντάνας

boğa

τούρκικο

μπουγάτσα [1931], μπογάτσα [1835], μπουγάτσα < μπουγάτσ’α [1962c], μπογκάτσα < μπογκάτσα [1966], μπουγάτσα < bουγάτσα [1976], μπουγάτσια < μπουγάτσια [1982], μπογάτσια, μπουάτσια, μπογκάτσα

και πουγάτσια, πογάτσα, πουγάτσα | πίτα με φύλλο και κρέμα ή τυρί | ζυμωτό ψωμί ψημένο σε ταψί (σε κάποιες περιοχές δίχως προζύμι) | το ταψί που ψήνουν την μπουγάτσα

boğaça, poğaça

τούρκικο

μπουγατσατζής, μπογατσατζής [1878b], μπογάτσατζης [1960a], μπουγατσατζής [1995]

αυτός που φτιάχνει και πουλάει μπουγάτσες | τυροπιτάς

boğaçacı, poğaçacı

τούρκικο

μπουγέλο, μπουγιέλο < μπουγιέλο [1931], μπουγέλος [1963], μπγέλο < μπ’γέλο [1964], μπγέλος < μπ’γέλος [1964], μπουγέλο [1995], μπγέλο < b’γέλο [2001c], μπουγέλου < bουγέλου [2001c], μπουέλο

βλ. μπιέλος (κουβάς)

bugiol

βενετσιάνικο

μπουγιάρω < μπουγιάρω [1996b]

βλ. μπουρμπουλιάζω (βράζω)

boger

βενετσιάνικο

μπούγιο [1918]

βράση, βράσιμο

bogio

βενετσιάνικο

μπουγιουντρούκ < bουγιουντρούκ’ [1972] μπουντρούκ

ο ζυγός του αλετριού: αλετρόζιον, ζγόλαρους, ζγος, ζιός, ζίος, ζιουγός, ζουγό, ζουγός, μπουζντράκι, μπουζντράκ, μπουντρούκ

boyundruk

τούρκικο

μπουγιουρντάω

διατάζω (λόγιο)

buyurmak

τούρκικο

μπουγιουρντί < μπουγιουρντί [1860], μπουγιουρτί <μπουγιουρτί [1866b], μπουγιουρουλντί

πρόσταγμα (λόγιο), διάταγμα (λόγιο)

buyuruldi

τούρκικο

μπουγιουρούμ < μπουγιουρούμ [1931], μπούγιουρουν < μπούγιουρουν [1960a], μπουγιούρ < μπουγιούρ [1966], μπουϊούρουμ < μπουϊούρουμ’ [1976], μπουίρουμ [1987b], μπούγιουρουμ < μπούγιουρουμ [1996a], μπουγιούρουμ < bουγούρουμ [2006], μπουιούρ [2008], μπούγιουρου, μπούιρου, μπούιρουν

περάστε, κοπιάστε

buyurun

τούρκικο

μπουγκαργιάζω [1891e], μπουκαρίζω [2002], μπουκάρω

σοβατίζω, σοβαντίζω, παλάμίζω, σουφατίζου, ρεμπουκάρω

rebocar

βενετσιάνικο

μπουγραντί [1960a]

βλ. μπόρα

boran

τούρκικο

μπούζα

αρρώστια που παθαίνουν τα γιδοπρόβατα (στα χείλια)

buzë-a

αλβανικό

μπούζα [1966]

χείλι, αχείλι, αχίλ, σιλ, σίχιλο

buzë-a

αλβανικό

μπουζαΐχου [1987a]

ακουμπάω κάποιον και τον κρυώνω

buz

τούρκικο

μπουζέλης

βλ. μπουντσαχείλας (χειλαράς)

buzac-e

αλβανικό

μπούζι [1910], μπουζ [1960a], μπούζιν < μπούζι(ν) [2002], μπουζ < μπουζ’ [2006]

πάγος, βάτσα, γιάσος, γιάτσο, γιάτσος, κράι, κρούσταλο κρούσταλου, κρύσταλλο, πάγους, πάος, πάους | κάτι που είναι πολύ κρύο

buz

τούρκικο

μπούζι [1923b]

το φυτό Mesembrianthenum crystallinum: καλιά

buz

τούρκικο

μπουζκούκι

κραγιόν, κοκκινάδι, σπερλέτο

buzëkuq

αλβανικό

μπουζούκι [1910], μποζούκι, μποζούκ, μπουζούκ

έγχορδο μουσικό όργανο (λόγιο)

bozuk

τούρκικο

μπουζουκτσής [1961], μπουζουξής [1961], μπουζουκτζής [1962a]

ο μουσικός που παίζει μπουζούκι

buzukici

τούρκικο

μπουζτζής [1960a]

παγοπώλης (λόγιο)

buzcu

τούρκικο

μπουζχανάς [1960a]

παγοποιείο (λόγιο), μεγάλη αποθήκη-ψυγείο (λόγιο)

buzhane

τούρκικο

μπουιάτα < bουιάτα [2006]

σκεπασμένο μέρος πίσω από το μαντρί

pojata

σλάβικο

μπουΐκ

μουστάκι, μουστάκ, πουΐκ

bıyık

τούρκικο

μπουικλία

μουστακαλής, μουστακάς, μουστακάτος, μουστακάτους, μουστάκιας, μουστακλής, μπαφούτης, μπστάκας, πουικλής

bıyıklı

τούρκικο

μπουιλέ

έτσι

böyle

τούρκικο

μπούκα [1876a], μπούκα < bούκκα [1918]

στόμα, στόμιο (λόγιο), τρύπα

boca

βενετσιάνικο

μπουκαδούρα [1931], μποκαδούρα [1934]

ο αέρας που σπρώχνει το καράβι στο λιμάνι

sbocadura

βενετσιάνικο

μπουκάλι [1835], μπωκάλι[1878a], μποκάλι [1934], μπουκάλ

μποτίλια, φιάλη (λόγιο)

bucal

βενετσιάνικο

μπουκαλόνι [1996b]

μικρό μπουκάλι

boccalone

ιταλικό

μπουκαμβίλια < μπουκαμβίλια [1998], μπουκαβίλια

φυτά του γένους Bougainvillea, βουκαβίλια, βουκαμβίλια, μποκεβίλι

buganvillea

ιταλικό

μπουκαπόρτα [1709], μποκαπόρτα [1910]

το πορτέλο του κανονιού | πόρτα στο πλάι του καραβιού

bocaporta

βενετσιάνικο

μπουκάρισμα [2002]

σοβάτισμα, σοβάντισμα, παλάμισμα, παλάμσα

rebocada

βενετσιάνικο

μπουκάρω [1709], μπουκάρω < bουκκάρω [198], μπουκάρου [1981], μπουκέρνω < μπουκαίρνω [2002], μπουκάρω

μπαίνω ξαφνικά ή με φούρια

imboccare

ιταλικό

μπουκάσι [1709], μπουκασί [1933]

βλ. μποκάσι

bocassin

βενετσιάνικο

μπουκί [1659], μπουτζί [1933], μπουγκί [1963], μπούγκος [1963], μπουγγί [1996b]

πουγκί, κεσέ, κεσές, κεσιά, πούγκα, πτσι, σακούλ, σακούλα, σακούλι, τανκουί, τσικμετζές

punga

λατινικό

μπουκιά < μπουκιά [1659],

χαψιά, βούκα, βουκιά, δάγκαμα, δαγκαματιά, δαγκουσιά, καταπνιά, καταψιά, μκουσά, μουκουσιά, μούτσα, μπικούνι μποκασία, μποκούνι, μπούκα, μπουκέα, μπουκοσιά, μπουκουβάρα, μπουκουβίτσα, μπούκουμα, μπουκουματέα, μπουκούνη, μπουκούνι, μπουκουνιά, μπουκουνία, μπουκούνια, μπουκουνός, μπουκουσιά, μπουκουσούλα, μπουτσέα, ρούμπος, χαψά

bucca

λατινικό

μπουκίνα [1688], μπούκινο [1996b], μπουτσίνα [1996b], μπούτσινο

βούκινο, βουκίνα, βουκίνα, βούκινας, βούκινος, βούκιουνο, βούκνο, βούκνου, βούτσινο, γουκίνα, κόρνο, κόρνος, κουκίνα, κούρνος, μούκινο, μπούρος, ούκινο

bucina

λατινικό

μπούκλα [1860], μπουκλί [1931]

τούφα από σγουρά μαλλιά

bucola

βενετσιάνικο

μπουκλίτζα [1709], μπούκλιζα < μπούκλυζα [1887a], μπουκλίτσα [1894]

παγούρι από ξύλο ή τσίγκο

buklica

σλάβικο

μπουκουνάκι 1622], μπουκονάκι [1688]

βλ. μπουκίτσα

boconcin

βενετσιάνικο

μπουκούνι [1622], μπουκούνη [1688], μπουκούνιν < μπουκούνι(ν) [2002], μπουτσούνι

βλ. μπουκιά | μικρό κομμάτι

bocone

βενετσιάνικο

μπουκουνιά [1934], μπουκούνια [1614], μπουκουνία < μπουκουνία [1923a], μπουκουνιά < μπουκουνιά [1988]

βλ. μπουκιά

bocone

βενετσιάνικο

μπουκούνωμα [1709]

βλ. μπούκωμα

imboccamento

ιταλικό

μπουκράς [1688], μπούκρα [1688]

κρασί ανακατεμένο με νερό

hipocras

λατινικό

μπούλα [1860]

σφραγίδα (λόγιο), βούλα, βόλα, βούα, βούλες, βούλντα, βούλος, μαχούρι, μεχίρ, μιχιούρι, μουχιούρ, μουχιούρι, μουχούρ, μουχούρι σιντζίλα, στάμπα, σταμπίλια

bulla

λατινικό

μπούλα [1987a], μπούλου, μπούλιω

η μεγαλύτερη κουνιάδα της νύφη | η μεγάλη αδερφή

baldız

τούρκικο

μπουλαμάτς [1960a], μπουλαμάτσα [2001b], μπουλαμάτσι

κουρκούτι, αλεβρά, αλεβράς, αλεβρέα, αλεβρία, αλεβριγιά, αλευριά, αλιβρέ, αλιβριά, γρούτα, κορκότ, κουρκούτ, κουρκούτα, κουρκούτη, σίβραση, σιιλός, σιολός, τσορβάς | μουσταλευριά, κιοφτέρια, κιοφτέριν, κουρκούτι, μασταγούλα, μουστόπιτα, μουστόπτα, μπιλτές, σταλιβριά, χλες

bulamaç

τούρκικο

μπουλανίκικος [1960a]

θολός, θελός, θουλός, μπουλαμάτς, μπουλαμάτσι

bulanık

τούρκικο

μπουλαντίδα, μπουλάντσα

αναγούλα, αναβούλα, αναγκουλία, αναγλιά, αναγλιατάδα, αναγούλασμαν, αναγουλιά, αναγούλια, αναγούλιασμα, αναγουλιατάδα, αναγουλιατό, αναγουλιατός, αναγούλιγμαν, αναγούλιμαν, αναγούλισμα, αναγούλισμαν, αναούλα, αναούλιασμα, αναούλιασμαν, αναουλιατός, ανεγούλα, ανεγούλιασμα, ανεγουλιατό, ανεούλα, ανιγούλα, ανιούρα, ανουγούλα, ναουλγκιατός, ναούλιασμα, νεουλιαστός

bulantı

τούρκικο

μπουλαντίζου [2011], μπουλαντίζω, μπουλαντώ

αναγουλιάζω, αγλιάζου, αναβολιάζου, αναγλιάζου, αναγλιάου, αναγουλιάζου, αναγουλιάου, αναγουλίζω, αναγουλιώ, αναουλιάζω, ανεγουλιάζω, ανεγουλιώ, ανεγουριάζω, ανεουλιάζω, ανεουριάζω, ανιγλιάζου, ανιγλιώ, ανιγουλιάζου, ανιγουριάζω, ανουγλιάζου, ανουγουλιάζω, ναουλγκιάζω, ναουλγκιώ, ναουλιάτζω, ναουλώ, νεγουλιάζω, νεουλιάζω, νεουλιώ, νιγλιάζου νιγουλιάζου, νιγουλιάζω

bulanmak

τούρκικο

μπουλάρι [1966]

η σαύρα Pseudopus apus

bullar-i

αλβανικό

μπουλασίκης [1887b]

ευρηματικός (λόγιο)

buluşçu

τούρκικο

μπουλασίξ

βρόμικος, μολυσμένος (λόγιο)

bulaşık

τούρκικο

μπουλαστίζου

ανακατεύω, μπερδεύω

bulaştırmak

τούρκικο

μπουλβάντσε

εμετός (λόγιο), ξέρασμα, λαρουνγκέα, λαρουνγκιά, μιτός, ξερασία, ξερατί, ξερατό, ξιρατό

bluvanja

σλάβικο

μπουλγκαρί [1960a], μπουλγαρί [2001b], μπουργαρί [2001b]

μπαγλαμάς με τέσσερα τέλια

bulgari

τούρκικο

μπουλετί [1857], μπουλέτο [1934], μπουλέττο [1983b], μπουλέτι [1996b], μπουλετίο [1996b]

δελτίο (λόγιο), απόδειξη (λόγιο), σημείωμα (λόγιο)

boleti

βενετσιάνικο

μπουλιέτου

κάλεσμα, ακάλιασμα, κάλεσμαν, καλετσκή, καλιστίρ, μπιλιέτο

bilieto

βενετσιάνικο

μπουλιούρι < μπουλιούρι [1960a]

βλ. μπιλούρι (κρύσταλλο < γυαλί)

billur

τούρκικο

μπουλμές [1962a], μπουρμές [1963]

τοίχος, χώρισμα

bölme

τούρκικο

μπούλμπερη, μπούλμπερ [1614], μπούλβερη [1915], μπούλμπερη [1957], μπούρμπερη [1963], μπούλμπεζη < μπούλμπεζη [1987a], μπόλμπερι [1996b], μπόρμπερη [2001b], μπούρμπουλους, μπούλμπεση

μπαρουτόσκονη, πούλβερη, πούλβερι

polvera

βενετσιάνικο

μπουλμπούλι [1960a], μπουλμπούλ [1960a]

βλ. μπιρμπίλι (αηδόνι)

bülbül

τούρκικο

μπουλντούκα < bουλdούκα [1892]

μεγάλη λάκκα με νερό

bîltóc

βλάχικο

μπουλντουρτζίνι < μπουλντουρζίνια (τα) [1960b]

το πουλί Coturnix coturnix: μπιλντιρτζίνι, ορτύκι, ουρτίκ, χαμοπέρδικα

bıldırcın

τούρκικο

μπουλούκι [1790], μπολούκι [1960a], μπουλούτσι < μπουλούτσι [1987a], μπουλούκ

μπελούκ, μπελούκι, μπιλίκ, μπλιούκ, μπλουκ

bölük

τούρκικο

μπουλούκμπασης [1860], μπουλούμπασης [1982]

καπετάνιος (αρματολών): μπιλιούμπασης, μπουλουκάρης, μπουλουκτζής, μπουλουκτσής, μπουλουξής

bölükbaşı

τούρκικο

μπουλούκος [1934], μπολούκος < μπουλλούκος [1960a], μπουλούκους [2008]

βλ. μπζιάκας (χοντρούλης)

bolluk

τούρκικο

μπουλούκτι

σύννεφο, νέφος (λόγιο), ανέφαλο, ανεφέλη, γιουργκάν, γνέφαλο, γνέφι, λιβ, λίβος, νέφαλο, νέφαλον, νέφι, νεφούσι, σίγνιφου, σίνιφου, σύγνεφο

bulut

τούρκικο

μπουλουστρίνες < μπουλουστρήνες (οι) [1983a]

βλ. μποναμάς (πρωτοχρονιάτικο δώρο)

bonae strenae

λατινικό

μπούμα [1857], μπούμι [1857]

ναυτ. επίδρομος ιστίο (λόγιο): το ξύλο που βαστά κάτω το μεγάλο πανί

boma

ιταλικό

μπούμπα [1894], μπούμπα < bούbα [1894]

το έντομο Pediculus capitis: ψείρα, μιλιόρα, μπιδόκα, μούρσια, μπούμπα, πιδόκα, φτιρ, φτίρα, ψίρε

bubë -a

αλβανικό

μπουμπάρι [1891b], μπομπάρι [1934], μπουμπάρ [1960a]

το φαΐ που γίνεται από το χοντρό άντερο ή την κοιλιά του σφαχτού, με γέμιση κομματάκια συκωταριάς (ή κιμά), ρύζι, χόρτα και μπαχάρια | τρόπος πλεξίματος των μαλλιών των γυναικών

bumbar

τούρκικο

μπουμπάς [1996a]

μπαμπάς, πατέρας, αφέντης, αφέντς, βαβά, βαβάς, βαή, κιούρης, κύρης, πάγιες, πάης, πάπας, πλιάκος, σιορπάτρης, τάτκα, τατάς, τετές, τζίρης, τζιίρης, τρανός

baba

τούρκικο

μπουμπλικάρω [1963]

δημοσιεύω (λόγιο)

publicar

βενετσιάνικο

μπούμπλικος [1963]

δημόσιος (λόγιο) | δημοσιά (δρόμος)

publico

βενετσιάνικο

μπουμπούτα

βλ. μπουμπουτζάνα (μεγάλη φωτιά)

bubută

βλάχικο

μπουνάκης [1960a], μπουνάξ [1960a]

ξεμωραμένος, ξεκούτης, ξεκουτιάρης, ξεκουτιασμένος, γεροξεκούτης, γεροξούρας, μπουνόβας, ραμολί, ραμολιμέντο, ραμολίδος, ραμόλι

bunak

τούρκικο

μπουνακλαντίζω [1960a]

ξεμωραίνομαι, ξεκουτιάζω, ξεκουτιαίνω

bunamak

τούρκικο

μπουνακλίκι [1960a]

ξεμώραμα, ξεκούτιασμα

bunaklık

τούρκικο

μπουνάρ < μπουνάρ’ [1999]

βλ. μπινάρι (βρύση)

pınar

τούρκικο

μπουνάτσα [1894], μπουνάτζα [1709], μπονάτζα [1709], μπονάτσα [1866a], μπουνάτσα [1934], μπουνάτζα

απανεμιά, βδια, κάλμα, καλοκαιριά, καλοσύνη, γαλήνη

bonazza

βενετσιάνικο

μπουνατσάρω[1860], μπουνατζάρω [1709], μπονατσάρω [1931]

γαληνεύω, μερώνω

bonasar

βενετσιάνικο

μπούνι [1931], μπούνια (τα) [1874a]

μικρή τρύπα στο πάνω μέρος της πλευράς του καραβιού, για να φεύγουν τα νερά

bugna

ιταλικό

μπουνιά < μπουνιά [1835], μπουνιά [1934], μπουνία < μπουνία [1987a]

γροθιά, βροθιά, βρόθος, βρόθους, βροτθιά, βρότθος, βρότος, βρουθιά, γκουρθεά, γκροθέα, γκροθιά, γκρόθος, γκρόθους, γκρότο, γκρουθιά, γλοθιά, γλόθος, γλοτθιά, γλότος, γλουμπανιά, γόουθους, γορχιά, γουουθιά, γούρθα, γουρθεά, γουρθέα, γουρθιά, γούρτα, γουρτέα, γουρτία, γρογχιά, γρόδιτος, γροδκιά, γροθέ, γροθέα, γροθία, γροθκιά, γρόθο, γρόθος, γρόθους, γρόθτος, γροθτσιά, γροϊθιά, γροκιά, γροκτιά, γρόκτος, γροκχιά, γρόπος, γρότε, γροτθιά, γροτθία, γρότθο, γρότθος, γροτιά, γροτία, γρότο, γρότος, γροτσιά, γρουθά, γρουθεά, γρουθιά, γρουτέα, γρουτία, γροφιά, γροχιά, γροχτιά, γρόχτος, δροθκιά, δρόθος, δροκχιά, δρόχος, κορχιά, κροθιά, μούστα, μουστέα, μπουνέα, μπουνέλι, μπουνελιά, μπούνος, μπουχανιά, μπουχνιά, μπουχτανιά, ουρθεά, σγροθιά, στρουγκιά, στρούγκος, χουρτέα

pugno

βενετσιάνικο

μπούνια < μπούνια [1934], μπούνιες < μπούνιαις (οι) [1884c]

ναυτ. η κάτω γωνιά του πανιού, ο ποδεώνας (λόγιο)

bugna

ιταλικό

μπουνιάλον [1688]

πουνιάλο, στιλέτο

pugio

λατινικό

μπούντα, μπόντα [1996b], μπούντα < bούνdα [2006]

πούντα, κρυολόγημα (λόγιο), ζαμπλάκα, κριαμός, κρικότη, κριότη, μπόρτζα, νταρό, πόντα, ποριά, πούντιασμα, σερμπούνι, σιρμή

punta

ιταλικό

μπουντάκ < μπουντάκ’ [1981], μπουντάκ < bουντάκ’ [2006], μπουντάκι, μπουτάκ

ρόζος, βρόζους, βρουζάρ, ζιόγκος, κόμπος, μπρουζγκάρ, νουκράς, όζος, ροτζιόκι, τσιουμπί

budak

τούρκικο

μπουνταλάς [1874a], μπουδαλάς [1835], μπουνταλάς < μπουdαλάς [1962c], μπουνταλάς < bουdαλάς [2006]

χαζός, κουτός, ελαφρόμυαλος, βλάκας (λόγιο), ηλίθιος (λόγιο), άβδαλος, αγαλιάς, αγάλιας, αλαφρόγνομος, αλαφρόγνουμους, αλαφροκάφκαλος, αλαφροκέφαλος, αλαφροκούκουλος, αλαφρόμιαλος, αλαφρομιαλούσης, αλαφρονούσης, αλαφροπαλάντζας, αλαφροπάμπορο, αλαφρόστιχος, αλαφρουκάνταλου, αλαφρουκάνταρου, αλαφρουκδουνσμένους, αλαφρουπαλάντζας, αλαφρουπαλάτζας, αλαχτό, αλμπίμπς, άμιαλους, άμνιαλους, άμυαλος, ανάμιαλος, ανέμιαλος, ανέμιαλους, ανέμνιαλους, ανίμιαλος, αντζιουλής, αντούβιανος, απντάλης, απτάλας, απτάλης, απτάλς, αρτούνας, αχαμάκης, αχμάκης, αχμάκος, αχμάξ, αχμάχς, αχουμάκης, αχτίπαλος, βιβίτακας, γκανάς, γκαφάλι, γκάχας, γκβιδ, γκζαδ, γκλάφας, γκούτμανος, γούτους, ελαφρόγνομος, ελαφροκάφκαλος, ελαφροκέφαλος, ζαγουμπένος, ζακατρίκ, ζντρουφ, ζωντόβλο, ιαχουμάκης, ιλαφροκάφκαλους, ιμπετσίλες, κακαβάνης, κακαβάνς, κακούρης, κάφκαλου, κλάπας, κνάκας, κόλοκος, κούγελο, κούγελο, κουγιάμπαλο, κουζμπός, κουσβός, κούτακας, κουτβέλ, κουτεντές, κουτζμπός, κούτιος, κούτκος, κουτούζικο, κουτούκι, κουτούλιακας, κουτουριάρης, κουτουρός, κουτούφ, κούτρης, κταβέλ, κτούκ, λαφρουκάνταρου, λιάλβαλης, λίλης, λιόκος, λούτος, λούτφος, μαγκαφάς, μαλαθούνας, μαμαρίτος, μανός, μάπας, ματούφς, μέτσιος, μέχας, μιμίας, μισοκούτελος, μούκας, μπαγιακόκος, μπαλόρντος, μπανταβός, μπανταλός, μπαχαλός, μπελελός, μπερτόδος, μπλαρουμούσκαρους, μπλιαΐκους, μπνάκας, μπόνιαρους, μπόνκους, μπονς, μπούας, μπουνάκης, μπουνιάξ, μπουνταλάς, μπούρμπαδος, μπουτσούκας, μπουφογέρακο, μπούφος, μπούφους, μπουχτάν, μσόχαζους, ναβάλς, νάκους, νούκος, νταμπλάς, ντιβανέλς, ντιβανές, ντιλίμπαης ντίλινας, ντιουντιός, ντόουλος, ντουάνι, ντουβάρι, ντουγάν, ντουμόης, ντούρλιας, ξικάπνιστους, ξναδ, ξνίθρας, ξοπαρμένος, ξτούγιας, όμπολο, όρνιο, όρνιου, ούργιος, ούρδα, ουριαμπές, ούρλιακας, πάκας, παράνταλος, παράορος, παρασάλακους, παρασάνταλος, παρλακάδι, πνάκας, ράντος, ρότσος, ρούλιος, σαλός, σαρσέμς, σαψάλτς, σέμπιος, σεριφαλής, σερσέμης, σέφτελος, σιαϊλός, σιαμτελός, σιατλός, σιαψάλης, σιαψάλς, σιμεντλικουέρας, σιοροκλεμές, σιουμπερδέκας, σιούντελο, σιούρδος, σιούρδους, σιούρντος, σλιάφκας, στουκ, στούκος, ταγάρ, τεβεκελής, τζούμανος, τόι, τσιαμάρς, τσίμπιος, τσούκος, τσουφλέκας, φλαμπούρ, χαζοπάτς, χαζούλιακας, χαϊβάν, χαϊβάνης, χαϊβάνι, χαϊντούτ, χαλαζουβαρμένους, χαλιαχούτας, χαλιαχούτς, χαμόκουτος, χαμχούιας, χαντός, χάπατο, χαρλαχάμς, χαφταλέβρας, χάφτας, χλιάρας, χλορός, χούχλιους

budala

τούρκικο

μπουντέλι [1963], μποντέλο [2001b], μπουντελ < bdελ [2001c], μπντελ < bουdελ [2001c], μπουντέλο [2001c], μπουτέλ

υποστήριγμα (λόγιο), μπαγιαντάς, μπουρντουνάρι, νταγιάκ, νταγιάκι, νταγιαμάς, ντάκος, ντεγιέκ, ποκούμπιν, ποντέλο, πουντέλι

pontelo

βενετσιάνικο

μπουντελιάρω < μπουντελλιάρω [1933], μπουντελάρω [1963], μποντελάρω [2001b]

στηρίζω με δοκάρια τοίχο ή πάτωμα

pontelar

βενετσιάνικο

μπουντίνος, μπουντίνους <bουdίνους [1892]

βλ. μπόμβυξ (μεταξοσκώληκας)

budin

βλάχικο

μπουντουβάια < bουdουβάια [2006], μπουντβάια < bουdβάια [2006]

πολύ νερό

buduvaî

βλάχικο

μπουντούρης [1931], μπουδούρης [1709], μποδούρης [1837], μποντούρης [1960a], μπουντούρς [1960a]

κοντοπίθαρος, κοντόχοντρος, κοντόγιομος

bodur

τούρκικο

μπουντρούμι [1866b], μπουδρούμι [1790], μπουντρούμ < μπουdρούμ [1962c], μπουντρούμ < μπουdρούμ’ [1962c]

πουδρούμι | υπόγειο (λόγιο), υπόγα | κρατητήριο (λόγιο), χάψη, φρέσκο, ψειρού

bodrum

τούρκικο

μπουόν-τζιόρνο [1963], μπον-τζόρνο [2003]

καλημέρα

buon giorno

ιταλικό

μπουραζάνης [1960a], μπουραζάνς [1960a]

σαλπιγκτής (λόγιο)

borazancı

τούρκικο

μπουράσκα [1963]

καταιγίδα (λόγιο), έμπο, καταχιμάρα, μπιρμπάτ, μπουραζάνι, ριμπούρη, χασιακί

burasca

βενετσιάνικο

μπουράτα [1963], μπουράτο, μπουράτου

κρησάρα, ξάρα, πνικάδα, πυκνάδα, σήτα

burata

βενετσιάνικο

μπουράτο [1894]

ψήστης του καφέ

burato

βενετσιάνικο

μπουράτσο [1894], μπουράζω [1688], μπουράτζο [1709] μπουράζο [1963], μπουράντζα [1966], μπουράντζο [1966]

βόρακας (λόγιο)

boraso

βενετσιάνικο

μπουργέζα [1709]

καστρινή

borghesa

ιταλικό

μπουργέζος [1709]

καστρινός

borghese

ιταλικό

μπούργος [1659] μπούργι [1622], μπουργί [1635], μπόργος [1709]

ξώκαστρο, ξώχωρα

burgum

λατινικό

μπούρδα < bούρδα [1892], μπούρδα [1981], μπούρντα < bούρdα [1892],

τσουβάλι, σακί

burdă

βλάχικο

μπουρδάρω [1933]

μπαίνω με φούρια

abbordare

ιταλικό

μπουρδέλο < μπουρδέλλω [1527], μπορδέλο [1709], μπορδελιό < μπορδελιό [1709], μπουρδελιό < μπουρδελιό [1709], μπουρδέλο < μπουρδέλλο [1783], μπορντέλο [1934], μπορντέλλο [1961], μπουρντέλο

καρχανές κερχανάς, κερχανές, κιρχανάς, πουρδέλι, πουταναριό, πταναριό, πουτανόσπιτο, ρουφιανόσπιτο

bordello

ιταλικό

μπουρέκι [1709], μπουρέκα, μπουρέκ

πίτα με κρέας, με τυρί, με χόρτα κλπ.

börek

τούρκικο

μπουρεκτζής [1709], μπουρεξής [1878b]

αυτός που φτιάχνει και πουλάει μπουρέκια

börekçi

τούρκικο

μπουρζάν [1999]

σάλπιγγα (λόγιο)

borazan

τούρκικο

μπουρί [1934], μπορί [1966], μπουρί < bουρί [1972]

σωλήνας | καπνοσωλήνας

boru

τούρκικο

μπουρίκος [1874a]

το ζώο Equus asinus: γάιδαρος, αβασταγό, αβασταγός, αβασταός, άδαρος, αδούρι, ασίνο, βασταγό, βασταγός, βασταγούρ, βασταγούρι, βασταός, βαστάος, βασταούρι, γαάρος, γάαρος, γαγούρ, γάδαους, γαδάρ, γάδαρο, γάδαρος, γάδαρους, γαδιούρι, γαδούρ, γάδουρας, γαδούρι, γαδούριν, γάδρος, γαζέλι, γαζιόλι, γάζος, γαϊδάρι, γάιδαρους, γάιδερος, γαϊδίρ, γαϊδίρι, γαϊδούρ, γαϊδούρι, γάιδουρος, γαϊντού, γαϊντούρ, γάιντουρος, γαϊρίδι, γαούρι, γαούριν, γάραος, γαρίν, γάρος, γαρούδιν, γαρούιν, γιομάρι, γκάζος, γκαϊντάρι, γκάινταρος, γκαϊντούρ, γκανέτσας, γκάνταρο, γκάντερο, γκαντζόλι, γκατζιόλι, γκάτζιος, γκάτζιους, γκατζόλι, γκατζός, γκάτζος, γκάτζους, γκάτσους, γκάφαλος, γκομάρ, γκομάρι, γμαρ, γοάριν, γομάρ, γομάρι, γομάριν, γουμάζι, γουμάρ, γουμάρι, γουμάριν, ζαντραβάλι, ζουντόβουλου, ζωντόβολο, καϊντούρ, κομάρ, μαγιάρε, μανγκάρ, μερκέπι, ομάρι, ουμάρι, φορτίκι

boricco

ιταλικό

μπουρίμα [1966], μπουρίμι

βλ. μπινάρι (βρύση)

burim-i

αλβανικό

μπουρίνα [1884c], μπορίνα < μπορίναις [1878b]

ναυτ. πλαγιαστήρα (λόγιο), ζευγάρι σκοινιών

borine

ιταλικό

μπουρίνι [1835], μπουρί [1963], μπουρίν < μπουρίν’ [1988], μπουράνι [1996a]

ξαφνικό δυνατό ανεμοβρόχι

borin

βενετσιάνικο

μπούρλα [2003]

βλ. μπέρτα (φάρσα)

burla

βενετσιάνικο

μπουρλίζω [1860], μπουρλάρω

αστειεύομαι (λόγιο), καλαμπουριάζω, καλαμπουρίζου, καλαμπουρίζω, μασχαρέβω, μπαρτζολετάρω, μπαρτσολετάρω, χουρατέβω, χωρατεύω

burlare

ιταλικό

μπουρλότο [1860]

πυρπολικό (λόγιο)

bruloto

βενετσιάνικο

μπούρμα

στρίψιμο & στριφτός

burma

τούρκικο

μπουρμάς [1960a]

ευνούχος (λόγιο), καρτζιμάς, καστράτος, μνούχους, μουνούχης, μουνούχιος, μουνούχος, μπούμης, χαντούμης, χαντούμς, χουδούμης

burma

τούρκικο

μπουρμπουλιάζω < μπουρμπουλιάζω [1894], μπουρμπουλίζω [1996b]

χοχλάζω, καϊναντίζω, καϊνατίζω, μπουγιάρω, χογλώ, χουρχουλάζω, χουρχουλιάζου, χουχλακάω, χουχλατσίτζου, χοχλακίζω, χοχλακώ

borbogliare

ιταλικό

μπουρμπούσαρους < bουρbούσαρους [2006]

αναμαλλιάρης, αναμαλλιασμένος, αλαμανάρς, αλεμαλιάρης, αλεμανάρης, αλεμανιάρης, αλιμανάρης, αλιμανιάρς, αλμανάρς, αναμαλάρης, αναμαλιάρς, ανεμαλιάρης, ανεμάλιαρος, ανεμαλιάρς, ανιμαλιάρς, νεμαλιάρης, νεμαλιασμένους

bubușar

βλάχικο

μπουρνέλα [1987a], μπουρνέλι [1987a], μπουρνέλλα [2001a]

κορόμηλο, αβράμιλο, αβράμλο, αβράμλου, αβράμπουλο, αβρόμιλον, αγράμπουλον, αγριοκορόμιλο, αγριουκόρουμπλο, αγριουκορόμπλου, αμπουρνέλα, βράβιλο, βαρδάσα, βαρδάτσα, βερδάσα, βραβίλι, βραβουλίτσα, γράβλου, δράβιλο, εμπουρνέλα, ιρίκ, κικίμελον, κορόμπιλο, κούμπλο, κούμπουλο, κουρόμπλου, μπαρδάσα, μπαρδάσκα, μπουρμπούτσελο, ρίκι, τζάνερο, τσουμάλι

prunus

λατινικό

μπουρνελιά < μπουρνελλιά [1878b], μπουρνέλα < μπουρνέλλα [1874a], μπουρνελιά [1923b], μπουρνέλι [1962a], μπουρνελία < μπουρνελία [1987a], μπουρνελέα [1987a]

τα φυτά Prunus domestica & Prunus insititia: αβραμιλιά, αγρζοδαμαστζινία, αγριοβραμιλιά, αγριοδαμασκινιά, αγριοκορομιλιά, αγριοκορομπιλιά, αγριοπουρνελιά, αγριοπρουνελιά, αμπουρνελιά, αρκοπουρνελιά, γροβολιά, δαμασκηνιά, κορομηλιά, κουμιλιά, κουμπλιά, κουμπουλιά, κουρουμπλιά, μλουδ, μπερτσιά, μπουμπουτιά, νεραμπουλιά, νερουμπλιά, πουρνελιά, προυνελιά, τζανεριά τζαρκνιά, τζαρνικιά, τζερτζιλιά, τζιρικνιά, τζιρκνιά, τζιρνικιά

prunella

ιταλικό

μπουρνίρω < μπουρνίρειν [1688], μπουρνίζω < μπουρνίζειν [1688]

βουρτσίζω, βουρτσαρίζω, βουρτσάρω, βουρτσίζου, βρουσίζω, βρουτσάρω, βρουτσέρω, βρουτσίζω, φουρτσάρω, φουρτσίζου, φουρτσίζω, φρουρτσίζω

brunire

ιταλικό

μπουρνούζι [1835], μπουρνούζ

λουτρικό (λόγιο)

bornoz

τούρκικο

μπουρντά [1963]

εδώ

burada

τούρκικο

μπουρντάρης

βλ. μουρντάρης (βρομιάρης)

murdar

τούρκικο

μπουρντέν < bουρντέν’ [2006], μπουρντέλ< bουρντέλ’ [2006]

κάποιο αγριόχορτο που η ρίζα του είναι σαν το κρεμμύδι και τρώγεται

burdene

βλάχικο

μπουρντίζω [1960a], μπουρντίζου

ευνουχίζω (λόγιο), μουνουχίζω, μνουσιίζω, μνουχίζου, μνουχώ, μονουχάω, μουνουχάω, μουνουχίζου, τσιοκανάω, τσιουκαλνώ, τσιουκανάου, τσουκαλίζου, τσουκανάου, τσουκανίζω

burmak

τούρκικο

μπουρού [1957], μπρου < bρου [2001c], μπουρούν [2002]

σειρήνα πλοίου (λόγιο) | κοχύλι-τηλεβόας (λόγιο) | κούπα από όστρακο για να βγάζουν το λάδι από το κιούπι (λέγεται και χόκου)

boru

τούρκικο

μπουρούκι [1963], μπουρίκι

βλ. μπρίκι

brik

τούρκικο

μπουρούκι [2003]

το τσίγκινο κουτί που καρφώνουν στο πεύκο για να μαζεύουν το ρετσίνι

borik

σλάβικο

μπουρούνι [1960a], μπουρούν

ακρωτήρι, αγροτίριν, ακουουτίρ, γροτίρι, κάβος, κάβους, κριτίρ, κροτίρι, κροτίριν, κρουτίρ | η άκρη, η μύτη σε κάποιο πράγμα

burun

τούρκικο

μπουρουνουτούνι [1709], μπουρνουτουτούνι [1709]

ψιλοκομμένο ταμπάκο (για ρούφηγμα με τη μύτη)

burunotu

τούρκικο

μπούρσα [1860], μπουρσί [1987a], μπόρσα [2001a], μπούρσια

βλ. μπουζού (τσέπη)

borsa

ιταλικό

μπουρσούκ < μπουρσούκ’ [1981], μπουρσούκι

ασβός (Meles meles): άζος, άρκαλος, ασβέλι, άσβιος, άσβος, ασβούνι, άσβους, βούρσα, γιάσβους, έζους, εσβός, έσβος, έσβους, έσγους, ιάσβους, οσβός, πορσούξ, χάζος

porsuk

τούρκικο

μπούρτζι [1910], μπούρτσι [1931]

εξώκαστρο, κάστρο σε νησάκι

burç

τούρκικο

μπουρτσουνέλα < μπουρτσουνέλλα [1963]

μαριονέτα

puricinelo

βενετσιάνικο

μπουρτσούνι [1963], μπορτσόνι, μπορτσούνι

παλιάς κλειδαριάς έλασμα (λόγιο)

brocon

βενετσιάνικο

μπουσαριόλος

πορτοφολάς

borsalol

βενετσιάνικο

μπουσολότο [1963]

το κουτί του μάγου (ταχυδακτυλουργού)

busoloto

βενετσιάνικο

μπούσουλα [1614], μπούσουλας [1659], μπούσολας [1878a]

πυξίδα (λόγιο)

busola

βενετσιάνικο

μπουσουλίζω [1858], μπουσλάω [1884b], μπουσλώ [1884b], μπουσουλάω < bουσουλάω [1908], μπουσουλώ [1910], μπουσουλάω [1961], μπουσλάου < μπουσ’λάου [1964], μπουσουλάω < μπουσουλάω [1966], μπουσλώ < bουσλώ [1908], μπουσουλίζου < μπουσουλίζου [1987a], μπουσλάου < μπουσ’λάου [1987b], μπουσλάου < μπουσ(ου)λάου [1987b]

αρκουδίζω, αργκδίζου, αρκδιάζου, αρκδίζου, αρκουδάζω, αρκουδεύω, αρκουδιάζω, αρκουδίζω, αρκουδίνου, αρκουδώ, αρκουΐζω, αρκουντού, αρκουντώ, αρκουρώ, αρκουώ, κουτσουλάω, κουτσουλίζω, μπακαλάου, μπακαλνώ, μπακαλώ, μπακατώ, μπισλώ, μπουτλώ, ρκουδώ

bušuledzŭ

βλάχικο

μπουσουλοτιέρης < μπουσουλοτιέρης [1963]

ταχυδακτυλουργός (λόγιο), μάγος

bussolotti

ιταλικό

μπουσουλότο [2003]

το κουτί του μάγου, κουτάκι για να χτυπούν τα ζάρια πριν τα ρίξουν, στο μπαρμπούτι

bussolotto

ιταλικό

μπούστα [1887a]

φάκελλος (λόγιο)

busta

ιταλικό

μπούστος [1709], μπούστους [1988], μπούστο [1998],

το στήθος | στηθόδεσμος (λόγιο), σουτιέν | καμιζέτο, πανωκόρμι

busto

βενετσιάνικο

μπουτζιάκ < μπουτσιάκ’ [2011], μπουτζάκ, μπουτζακέλ

κάποια γωνιά της κάμαρας: μπούζνας, μπουζούλι

bucak

τούρκικο

μπουτζώνω [1708], μπουτσόνω [1888a], μπουτσώνω [1894]

βάζω κάτι γρήγορα μέσα σε σακί

imbusar

βενετσιάνικο

μπουτηζέλα [1688], μπουτιζέλα [1688]

κάποιο αγγειό για κρασί

buticella

λατινικό

μπούτι [1835], μπουτ [1960a], μπουτ < bουτ’ [1972]

μηρός (λόγιο), μερδί, μερί, μερός, μηρί, μπαλντούρα, μπαλτίμ, μπατζάκ, μπατζιάκ, τσαμπό

but

τούρκικο

μπουτιέρος < μπουτιέρος [1963], μπουτιέρης

αυτός που φτιάχνει βούτες (κάδους)

boter

βενετσιάνικο

μπουτόκ < bουτόκ’ [2006]

ποτόκι, πουτόκ, ρέμα

potok

σλάβικο

μπουτούνι [1963], μποτόνι [1996b]

κομμάτι χαρτόνι ή ξύλο που έβαζαν από μπροστά στην κάνη, για να ταπώσουν την μπαρούτη και τα σκάγια, στα παλιά ντουφέκια

boton

βενετσιάνικο

μπουτουνιέρα < μπουτουνιέρα [1709], μπουτονιέρα < μπουτονιέρα [1957]

γερτιμάτζι, σκισμάδα, σχισμάδα

botoniera

βενετσιάνικο

μπουτουπούδα [1688]

& ασπάλαθος: φυτό τοy γένους Calycotome ή του γένους Lycium

butupuda

λατινικό

μπούφα [1931]

αναγέλασμα, ξεγέλασμα, φάρσα | χωρατό, καλαμπούρι

buffa

ιταλικό

μπούφος [1835], μποφίους < μποφύους [1884a], μπούφο (ο) [1987a], μπούφους < bούφους [2006],

Το πουλί Bubo bubo, βλ. μπανιός

buffo

ιταλικό

μπουφουνιά [1709]

τα χοντρά αστεία

buffoneria

ιταλικό

μπουφούνος [1527], μπούφουνος [1614], μπουφούνας [1837], μπουφόνος [1963]

γελωτοποιός (λόγιο)

buffone

ιταλικό

μπούχαβος [1894], μούχαβους [1964], μπούχαβους [1987b]

κούφιος, μπρούχαβους, μπούχαλος | αφράτος, φουσκωμένος

buhav

σλάβικο

μπουχαρί [1894], μπούχαρς [1910], μπουχαρί < bουχαρί [1925], μπουχάρης [1931], μπουχαριά [1931], μπουχαρίδα [1931], μπουχάρι [1966], μπουαρί [1966], μπουχαρής [1966], μπουχαρή, μπουχαρές, μποχαρί

καμινάδα τζακιού: αλαφάντης, αλαφάντης, αλεφάντης, αναφορέας, ανεκαπνιά, ανεφανός, ανεφαντής, ανεφάντης, ανιφοράς, ατζιάκ, αφαρέο, άφτρια, δρανέν, καμνάδα, κάμπαστρος, κάπασος, κάπνης, καπνολόγος, καπνοούφα, καπνορούφης, κατσούλα, κολιπτές, κουλιπτές, λαφάντης, λούρουπας, μαντζιάς, μάπα, μίλι, μουχάν, μουχαρί, μπατζά, μπατζάς, μπατζιά, μπατζιάς, μπουρί, μπουριάκο, μπχαρί, μχαρής, μχάρι, νάπα, οδρανέν, ορδανίν, ουντζιάκ, ουτζιάκ, πκαρής, πκάρι, πουχουρίκι, ρόκα, σουρλούκι, τσιμινιά, τύμπανο, φανόχτης, φιγκλάρ, φιγουλάρης, φλουγάρος, φουγάρι, φουγάρο, φουγάρος, φουγαρός, φουγλάρος, φούγος, φουκαρής, φουκλάρος, χονάρι, χουνί | βλ. & μποτζιάκος (τζάκι)

buhar

αλβανικό

μπουχαρντάνι [1960a]

λιβανιστήρι, θυμιατό, θιμαντόν, θιμιαντόν, θιμνιατό, λβανστίρ, φουγέρα

buhardan

τούρκικο

μπουχός [1864], μπουχός < bουχός [1908], μποχός [1874a], μπουχό (ο) [1987a], μπχος

κουρνιαχτός, γκούμπζιλους, γκουρνιαχτός, κλότσινα, κορνιαχτός, μουχός, πουχός, σκορνιαχτός

puh

σλάβικο

μπουχτίζω [1859], μπουκτίζω [1933], μπουχτάω [1982], μπουχτίζου [1987a]

αποκάμνω, βαριεστώ, μπαφιάζω, μπαϊλντίζω, μπουρουντίζω, παραχορταίνω

bıkmak

τούρκικο

μπουχτσιαδιάζου < μπουχτσιαδιάζου [2011]

τυλίγω σε μποχτσά, φτιάχνω μπόγο

bohçalamak

τούρκικο

μποχασί [1866a]

κάποιο μπαμπακερό πανί

boccassinus

λατινικό

μποχτσάς [1960a], μποξάς [1960a], μπουχτσιάς [1960b], μπουξιάς < μπουξιάς [1996a], μπουγτζάς < bογτζάς [2006], μποχτσιάς < μποχτσιάς [2011], μπουχτσιάς < μπουχτσιάς [2011], μπουχτσάς, μπουξιάς, μποχτσά

βλ. μπόγος | το πανί που τυλίγουν τον μπόγο ή κάποια άλλα πράγματα

bohça

τούρκικο

                                                                              

1527: Εισαγωγή νέα επιγραφομένη, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΣ, ήγουν Στέφανος τίμιος, ώστε μαθείν, αναγινώσκειν, γράφειν, νοείν & λαλείν, την ιδιωτικήν, & την αττικήν γλώσσαν των γραικών. έτι δε και την γραμματικήν, & την ιδιωτικήν γλώσσαν των λατίνων μετά πάσης ευκολίας, & εν ολίγω χρόνω, και χωρίς διδασκάλου, πράγμα λίαν ωφέλιμον εις πάσαν τάξιν των ανθρώπων, συντεθειμένον και εις φως εκδοθέν παρά του επιτηδειοτάτου, και ευμηχανικού ανθρώπου Στεφάνου του εκ Σαβίου, του τυπωτού των ελληνικών, και των λατινικών γραμμάτων εν τη εκλαμπροτάτη πόλει των Ενετών, Venetiis MDXXVII.

 1614: Ioannis Meursi, glossarium graeco-barbarum - In quo præter vocabula quinque millia quadringenta, officia atque dignitates imperij Constantinop. tam in palatio, quàm ecclesia aut militia, explicantur, & illustrantur, Lugduni Batavorum, apud L. Elzevirium, 1614.

1622: Vocabolario Italiano et Greco nel Quale si contiene come le voci Italiane si dicano in Greco Volgare, composto dal P. Girolamo Germano della Compagnia di GIESV, in Roma, per l’Herede di Bartolomeo Zanneti, 1622.

1635: Simone Portio, Λεξικόν Λατινικόν, Ρωμαίκον και Ελληνικόν, εις το οποίον τα λατινικά λόγια συμφωνούναι τα Ρωμαίκα, και τα Ελληνικά. Εσμίχθηκε με τούτο στο τέλος του βιβλίου άλλον ένα λεξικόπουλον, εις το οποίον τα Ρωμαίκα λόγια κατ αλφάβητον βαλμένα γυρίζονται πρώτα ελληνικά και απέκει Λατινικά - Dictionarium latinum, graeco-barbarum, et litterale, in quo dictionibus latinis suae quoque graecae linguae vernaculae necnon etiam litteralis voces respondent. Accessit insuper aliud in calce operis dictionariolum, in quo prius ordine alphabetico dispositae vernaculae linguae graecae dictiones, graco-litterales, tum latinar redduntur, Parisiorum 1635.

1659: Θησαυρός της εγκυκλοπαιδικής βάσεως τετράγλωσσος μετά της των επιθέτων εκλογής, και διττού των λατινικών τε και Ιταλικών λέξεων πίνακος, εκ διαφόρων παλαιών τε και νεωτέρων λεξικών συλλεχθείς παρά Γερασίμου Βλάχου του Κρητός, Venetiis MDCLVIIII.

1688: Glossarium ad scriptores mediae et infimae Graecitatis,in quo graeca vocabula novatae significationis,aut usus rarioris,barbara,extica,ecclesiastica,liturgica,tactica,nomica,jatrica,botanica,chymica explicantur,eorum notiones & originationes reteguntur - E libris editis,ineditis veteribus monumentis - Accedit appendix ad glossarium mediae & infimae latinitatis, una cumbravi etymologico linguae gallicae ex utoque glossario, auctore Carlo Du Fresne, domino Du Cange, Lugduni.

1708: Joh. Mich. Langii D. , Philologiae Barbaro-Graecae, Typis &nImpensis Wilhelmi Kohlesii, Univs. Altdorf. Typogr., Noribergae 1709.

1709: Αλέξιος Σουμαβέραιος (Alessio da Somaverra), Θησαυρός της Ρωμαϊκής και της Φραγκικής γλώσσας ήγουν λεξικόν Ρωμαϊκόν και Φραγκικόν πλουσιώτατον, Παρίτζι (Parigi) MDCCIX.

1783: Λεξικό Ρωμαικόν απλούν περιέχον ρωμαικάς απλάς λέξεις με το πόθεν αυταί παράγονται, ήγουν από ποίαις γλώσσαις – εσυλλέχτηκεν εις το σχολείον (σεμινάριον) της Λαύρας της Αγίας Τριάδος, н. новикова 1783 года.

1790: Λεξικόν τρίγλωσσον της Γαλλικής, Ιταλικής και Ρωμαϊκής διαλέκτου, εις τόμους τρεις διηρημένον, συνερανισθέν παρά Γεωργίου Βεντότη, τόμος Γ' Ρωμαϊκο-Γαλλικο-Ιταλικός, Εν Βιέννη της Αουστρίας 1790.

1835: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, εν Αθήναις, εκ του ιδιωτ. έργων τμήματος της Βασιλ. Τυπογραφίας, 1835.

1837: A Modern Greek and English Lexicon (to which prefixed an Epitome of Modern Greek Grammar), by the Rev. I. Lowndes, Inspector General of Schools in the Ionian Islands, Corfu 1837.

1840: Η Βαβυλωνία ή η κατά τόπους διαφθορά της ελληνικής γλώσσης, κωμωδία εις πράξεις πέντε, συγγραφείσα παρά Δ. Κ. Βυζαντίου (: Δημήτρης Κωνσταντινίδης Χατζή-Ασλάνης 1790-1853), έκδοσις δευτέρα, εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Κωνστ. Καστόρχη, οδός Αιόλου, 1840

1857: Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων, έκδοσις δευτέρα επηυξημένη και διωρθωμένη, υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Αθήνησι 1857.

1858: Ν. Κ. (Κονεμένος), Γλωσσάριον Ηπειρωτικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1858.

1859: Ν. Δ. (Νικόλαος Δραγούμης), Γλωσσάριον της καθ’ ημάς Ελληνικής, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1857-1859.

1860: Arnoldus Passow, Τραγούδια Ρωμαίκα Popularia Carmina Graeciae Recentioris, Lipsiae MDCCCLX.

1864: Συλλογή λέξεων, φράσεων και παροιμιών εν χρήσει παρά τοις σημερινής κατοίκοις της νήσου Κυθήρων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1861-1864.

1866a: Γ. Γ. Παππαδοπούλου, Περί της ιταλικής επιρροής επί την δημοτικήν γλώσσαν των νεωτέρων Ελλήνων, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1866.

1866b: Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, υπό Γ. Χρ. Χασιώτου, εν Αθήναις 1866.

1872: Γλωσσάριον Λέσβιον, περιοδικό Πανδώρα, Αθήναι 1872.

1874a: Ηλία Τσιτσέλη, Γλωσσάριον Κεφαλληνίας, στα Νεοελληνικά Ανάλεκτα του περιοδικού Παρνασσός, τόμος δεύτερος, Αθήναι 1874.

1874b: Ι. Ν. Σταματέλος, Λευκάδια Διάλεκτος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874c: Δημοσθένης Χαβιαράς, Συλλογή λέξεων και φράσεων εν χρήσει εν Σύμη, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874d: Ν. Γ. Πολίτης, Χιακή διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874e: Σ. Μανασσεΐδης, Διάλεκτος Αίνου, Ίμβρου, Τενέδου - Λεξιλόγια, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1874f: Ιωάννης Κ. Παγούνης, Ηπειρωτική Διάλεκτος - Γλωσσάριον, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος Η’, εν Κωνσταντινουπόλει 1874.

1876a: Anton Jeannaraki, Άσματα Κρήτης μετά διστίχων και παροιμιών, Leipzig 1876.

1876b: Θηραϊκής γης γλωσσολογικής ύλης, τεύχος Α’, ιδιωτικόν της θηραϊκής γλώσσης, υπό Νικολάου Πεταλά, Αθήνησι 1876.

1878a: Νέον λεξικόν Ελληνογαλλικόν υπό Κ. Βαρβάτη, Αθήνησι :παρά τω εκδότη Κ. Αντωνιάδη, 1878

1878b: Λεξικόν Ελληνοϊταλικόν, συνταχθέν υπό Μ. Π. Περίδου, Αθήναι 1878.

1884a: Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της λειβησιανής διαλέκτου, υπό Μ. Ι. Μουσαίου, εν Αθήναις 1884.

1884b: Θ. Πούσιος, Συλλογή λέξεων, παραμυθιών, ασμάτων κτλ. του εν Ζαγορίω της Ηπείρου ελληνικού λαού, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΔ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1884.

1884c: Ονοματολόγιον ναυτικόν, εν Αθήναις, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884.

1887a: Αντωνίου Βάλληνδα, Πάρεργα φιλολογικά πονήματα, τεύχος Α’, εν Ερμουπόλει, τύποις Αδελφών Καμπάνη, 1887.

1887b: Περισυναγωγή γλωσσικής ύλης και εθίμων του ελληνικού λαού, ιδία δε του της Πελοποννήσου, υπό Π. Παπαζαφειρόπουλου, εν Πάτραις 1887.

1888a: Το χιακόν γλωσσάριον ήτοι η εν Χίω λαλουμένη γλώσσα, συνέγραψεν Α. Γ. Πασπάτης, εν Αθήναις 1888a.

1888b: Συλλογή λέξεων και διαφόρων δημοτικών ασμάτων της νήσου Νισύρου, υπό Γεωργίου Παπαδοπούλου, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, σύγγραμμα περιοδικόν, τόμος ΙΘ’, εν Κωνσταντινουπόλει 1888.

1891a: Τα Κυπριακά ήτοι γεωγραφία, ιστορία και γλώσσα της Κύπρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, υπό Αθανασίου Α. Σακελλαρίου, τόμος δεύτερος, Η εν Κύπρω γλώσσα, εν Αθήναις 1891.

1891b: Ήπειρος – Συλλογή, Κωνσταντίνου Βαρζώκα, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891c: Νεοελληνικά ανάλεκτα της Ηπείρου, υπό Γεωργ. Δ. Ζηκίδου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891d: Εμ. Μανωλακάκη, Γλωσσική ύλη τη νήσου Καρπάθου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891e: Γεωργίου Παπαδοπούλου, Γλωσσική ύλη της νήσου Νισύρου, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1891f: Δημ. Πουλάκης, Λεξιλόγιον Ικαρίας, Κρήνης κλπ., Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1891.

1892: Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, υπό Ευθ. Μπουντώνα, εν Αθήναις 1892.

1894: Gustav Meyer, Neugriechische Studien, Sitzungsberichte der Kais, Akademie der Wissenschaften in Wien, Philosophisch-Historische Classe, Wien 1894-1895.

1896a: Δ. Πουλάκη, Λεξικόν ιδία της Σικίνου και τινων άλλων τόπων, Ζωγράφειος Αγών - Μνημεία της ελλ. αρχαιότητος ζώντα τω νυν ελληνικώ λαώ, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, εν Κωσταντινουπόλει 1896.

1896b: Καρπαθιακά, περιέχοντα την τοπογραφίαν, ιστορίαν, αρχαιολογίαν, φυσικήν κατάστασιν, στατιστικήν, τοπωνυμίας της νήσου, ήθη και έθιμα, ιδιώματα της γλώσσης, λεξιλόγιον, δημοτικά άσματα και δημώδεις παροιμίας των κατοίκων αυτής, υπό Εμ. Μανωλακάκη, εν Αθήναις 1896.

1899: Ι. Σαραντίδου Αρχελάου, Η Σινασός ήτοι θέσις, ιστορία, ηθική και διανοητική κατάστασις, ήθη, έθιμα και γλώσσα της εν Καππαδοκία κωμοπόλεως Σινασού, εν Αθήναις 1899.

1903: Σπ. Αναγνώστου, Λεσβιακά ήτοι συλλογή λαογραφικών περί Λέσβου πραγματειών, εν Αθήναις 1903.

1905: Σταματίου Ψάλτου, Θρακικά ή μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος της πόλεως Σαράντα Εκκλησιών, εν Αθήναις 1905.

1908: Φαίδωνος Ι Κουκουλέ, Οινουντιακά ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και των εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος του Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, εν Χανίοις 1908.

1909: Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1909.

1910: Λεξικόν ελληνογαλλικόν (και γαλλοελληνικόν) της λαλουμένης Ελληνικής γλώσσης (ήτοι καθαρευούσης και δημώδους) - Dictionnaire grec-francais et francais-grec, υπό Αντωνίου Ηπίτη, 3 τόμοι, εν Αθήναις 1908-1910.

1914: Περί της συγχρόνου Σαμίας διαλέκτου, πραγματεία βραβευθείσα εν τω διαγωνισμώ του 1912 της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, υπό Νικολάου Ι. Ζαφειρίου, εν Αθήναις 1914.

1915: Ευαγγέλου Παπαχατζή, Δοκίμιον του γλωσσικού ιδιώματος Καρύστου και των πέριξ και τα εν τω ιδιώματι γραπτά ή άγραφα μνημεία, βραβευθέν εν τω διαγωνισμώ της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρίας, εν Αθήναις 1915.

1918: Γερασίμου Σαλβάνου, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος των εν Κερκύρα Αργυράδων, εν Αθήναις 1918.

1921: Δημητρίου Σάρρου, Παρατηρήσεις εις το Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον του Π. Αραβαντινού, 1920.

1923a: Μιχαήλ Δέφνερ, Λεξικόν της Τσακώνικης Διαλέκτου, εν Αθήναις 1923.

1923b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Αθήναι 1923.

1925: Σπύρου Μουσούρη (Φώτου Γιοφύλλη), Συλλογή δημώδους γλωσσικού υλικού εκ της πόλεως Ιθάκης, Ιθάκη 1925.

1926a: Κ. Άμαντου, Συμβολή εις το Χιακόν γλωσσάριον, εν Αθήναις 1926.

1926b: Θ. Χελδράιχ, Τα δημώδη ονόματα των φυτών προσδιοριζόμενα επιστημονικώς, εκδιδόμενα δε υπό Σπ. Μηλιαράκη, Β’ έκδοσις επηυξημένη και βελτιωμένη, Αθήναι 1926.

1931: Πέτρου Βλαστού, Συνώνυμα και συγγενικά, τέχνες και σύνεργα, Αθήνα 1931.

1933: Δημητρίου Πασχάλη, Ανδριακόν Γλωσσάριον ή λέξεις και φράσεις του γλωσσικού ιδιώματος της κοινής εν Άνδρω λαλιάς, εν Αθήναις, τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ, 1933.

1934: Λεξικόν της νέας ελληνικής γλώσσης, ορθογραφικόν και ερμηνευτικόν, συνταχθέν υπό επιτροπής φιλολόγων και επιστημόνων, επιμέλεια Γεωργίου Ζευγώλη, έκδοσις ΠΡΩΙΑ, Αθήναι 1933-1934.

1938: Ευφροσύνης Σιδηροπούλου, Λεξιλόγιον Κοτυώρων, Αρχείον Πόντου Σύγγραμμα Περιοδικόν, τόμοι 2-8, Αθήναι 1929-1938.

1941: Κων. Α. Άμαντος, Προσθήκαι εις το Χιακόν γλωσσάριον και το Χιακόν τοπωνυμικόν, Λεξικογραφικόν Δελτίον Ακαδημίας Αθηνών, τόμος Γ’, Αθήναι 1941.

1946: Φιλ. Τζομπάρη, Γλωσσάρι Στενιμάχου, Αρχείον του θρακικού λαογραφικού και γλωσσικού θησαυρού, τομ. ΙΒ', Αθήναι 1946

1957: Επίτομον εγκυκλοπαιδικόν και εποπτικόν λεξικόν μετά πλήρους γλωσσικού, σημασιολογικού και ορθογραφικού λεξικού της ελληνικής γλώσσης, Μορφωτική Εταιρεία, Αθήναι 1957.

1960a: Κωνστ. Κουκκίδη, Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι 1960.

1960b: Χρήστου Παπασταματίου-Μπαμπαλίτη, Ιδιωματικαί λέξεις Σουφλίου, Θρακικά Σύγγραμμα Περιοδικόν, αρ. 31, εν Αθήναις 1961.

1961: Επιτροπής φιλολόγων, Σύγχρονον ορθογραφικόν-ερμηνευτικόν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (καθαρευούσης-δημοτικής), επιμελητής ύλης Θεόκρ. Γούλας, Αθήναι 1961.

1962a: Θεολ. Βοσταντζόγλου, Αντιλεξικόν ή ονομαστικόν της νεοελληνικής γλώσσης, δευτέρα έκδοσις, Αθήναι.

1962b: Βρασίδα Καπετανάκη, Το λεξικό της πιάτσας (λαογραφικόν λεξικολογικόν απάνθισμα), έκδοσις Δευτέρα βελτιωμένη και επαυξημένη, Αθήνα 1962.

1962c: Χρίστου Γ. Γεωργίου, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1962.

1963: Λεωνίδα Ζώη, Λεξικόν ιστορικόν και λαογραφικόν Ζακύνθου, τομ. Β’ λαογραφικόν, Αθήναι, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1963.

1964:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Α’ Γιαννιώτικο και άλλα λεξιλόγια, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1964.

1966:Ευαγγέλου Αθ. Μπόγκα, Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου (Βορείου, Κεντρικής και Νοτίου), Β’ Γλωσσάρια Βορ. Ηπείρου, Θεσπρωτίας, Κόνιτσας κ.ά, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1966.

1972: Νίκου Β. Κοσμά, Το γλωσσικό ιδίωμα του Λαγκαδά, Μακεδονικά, τόμος δωδέκατος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1972.

1976: Μιλτιάδη Ι. Παπαϊωάννου, Το γλωσσάριο των Γρεβενών, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1976.

1978: Ανδρέας Στεφόπουλος, Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς, Μακεδονικά, τόμος δέκατος όγδοος, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1978.

1981: Κώστα Ξεινού, Του νησιού μας η γλώσσα – γλωσσάρι της Ίμβρου, Θεσσαλονίκη 1981.

1982: Θανάση Παπαθανασόπουλου, Γλωσσάρι ρουμελιώτικης ντοπιολαλιάς, Αθήνα 1982.

1983a: Ν. Π. Ανδριώτη, Ετυμολογικό λεξικό της κοινής Νεοελληνικής, τρίτη έκδοση με διορθώσεις και προσθήκες του συγγραφέα, Θεσσαλονίκη 1983.

1983b: Ακακίας Κορδόση, Μιλήστε Μεσολογγίτικα, β’ έκδοση συμπληρωμένη, Αθήνα 1983.

1987a: Θανάση Κωστάκη, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, Ακαδημία Αθηνών, 3 τόμοι, Αθήνα 1986-1987.

1987b: Κώστα Μαυρομμάτη, Λεξικό τοπικών όρων και ιδιωματισμών Καναλιών Καρδίτσας, Θεσσαλονίκη 1987.

1988: Δ. Χ. Κοντονάτσιου, Η διάλεκτος της Λήμνου, εθνογλωσσολογική προσέγγιση, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Φιλοσοφική, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 1988.

1992: Π. Χ. Δορμπαράκη, Το ιδίωμα της Δυτικής Κορινθίας – Γλωσσάριο, (σε συνέχειες στα περιοδικά Κορινθιακά, Αθήνα 19740-1979 και Κορινθιακή Ζωή, Κόρινθος, 1976-1980 και σαν παράρτημα στο βιβλίο των Π. Χ. Δορμπαράκη και Κασ. Πανουτσοπούλου, Η περιοχή της Ευρωστίνης Κορινθίας, Αθήνα 1992).

1995: Εμμανουήλ Κριαρά, Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (γραπτής και προφορικής), Αθήνα 1995.

1996a: Απόστολου Δούκα Σαχίνη, Το καστοριανό γλωσσάρι, Καστοριά 1996.

1996b: Δημ. Λ. Κόμη (επιμέλεια), Κυθηραϊκό Λεξικό, Αθήνα 1996.

1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.

1999: Κυριάκου Δεληγιάννη, Κουβουκλιώτικα ένα μικρασιατικό γλωσσικό ιδίωμα, διδακτορική διατριβή, Αδελαΐδα Αυστραλίας 1999.

2001a: Πανταζή Κοντομίχη, Λεξικό του λευκαδίτικου ιδιώματος, Αθήνα 2001.

2001b: Αντώνιος Β. Ξανθινάκης, Λεξικό ερμηνευτικό και ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, 2η έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

2001c: Νίκος Χρ. Αλιπράντης, Λεξικό των ιδιωμάτων και των εγγράφων της Πάρου, με τρεις μελέτες για τα ιδιώματα της Πάρου, Αθήνα 2001.

2002: Νίκος Γ. Τσικής, Γλωσσικά από το Πυργί της Χίου, Αθήνα 2002.

2003: Ερμιόνη Κοροσίδου-Καρρά, Τα ρομανικά (ιταλικά-γαλλικά) δάνεια στο σύγχρονο ιδίωμα της Ζακύνθου: λεξικολογικές επισημάνσεις (μορφολογία-σημασιολογία), διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 3003.

2006: Ευανθία Δούγα-Παπαδοπούλου & Χρήστος Τζιτζιλής, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.

2008: Ρίκα Τζιαμπίρη-Στούπα, Ντοπιολαλιές (λέξεις και φράσεις από την τοπική διάλεκτο της περιοχής μας), Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγίου Κοσμά Γρεβενών «Ο Άγιος Αθανάσιος», Γρεβενά 2008.

2010: Χρήστος Παπαπαναγιώτου, Λεξιλόγιο και μορφολογική ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας του Νεοχωρίου Υπάτης, μεταπτυχιακή διατριβή, Πάτρα 2010.

2011: Γιώργος Αλβανός, Βασιλ'τσιώτ'κα λόγια - Λεξικό της ντοπιολαλιάς Βασιλικών Λέσβου: ετυμολογικό, ερμηνευτικό, λαογραφικό, Αθήνα 2011.