Skip to main content

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα - λέξεις που αρχίζουν από θ, ι


 

 

Λεξικό των δανείων στη ρωμαίικη (δημοτική) γλώσσα

από τα: λατινικά, βενετσιάνικα, ιταλικά, αραβικά, τούρκικα, σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

Λέξεις που αρχίζουν από θ, ι

10.6.2011

θεριακλής ο

αυτός που καπνίζει ή πίνει πολύ

tiryaki

τούρκικο

θεριακλίκι το

το πάθος του θεριακλή

tiryakilik

τούρκικο

ιαβέρης ο

βοηθός

yaver

τούρκικο

ιανές ο

βοήθεια

yardım

τούρκικο

ιβαλά

αντίο

eyvallah

τούρκικο

ιβάρι

διβάρι, βιβάρι, γιβάρι, λιβάρι, ιχθυοτροφείο

vivarium

λατινικό

ίγκλα η | ίγγλα η | ίνγλες ο

το λουρί που κρατά δεμένο το σαμάρι στο ζώο

cingula

λατινικό

ιγκλέζικος | ινγκλέζικος

εγγλέζικος, αγγλικός

inglese

ιταλικό

Ιγκλέζος | Ινγκλέζικος

Εγγλέζος, Άγγλος

Inglese

ιταλικό

ιζάνι το

κάλεσμα του μουεζίνη για προσευχή, το μπιραλάχ

ezan

τούρκικο

ίζγι το

χνάρι, σημάδι, πατησιά

iz

τούρκικο

ιζίνι το | ίζνι το

η άδεια

izin

τούρκικο

ιζμέτι το | ισμέτι το

υπηρεσία, θητεία

hizmet

τούρκικο

ίζολα η

νησί

isola

βενετσιάνικο

ιζσαρέτι το

σημάδι, γνέψιμο, σινιάλο

ışaret

τούρκικο

ιζτέρι το | ιζδέρι το

δράκος, δράκοντας

ejder

τούρκικο

ιζτερχάς ο | ιστραχάς ο

δράκος, δράκοντας

ejderha

τούρκικο

ικιτέλι το | ικίτελι το | ικετέλι το

σάζι με δυο τέλια

ikitelli

τούρκικο

ικράμι το | ικράμ το

κέρασμα, φίλεμα, τρατάρισμα

ikram

τούρκικο

ικράρι το

ομολογία, παραδοχή

ikrar

τούρκικο

ίλα

ως εκεί

ila

τούρκικο

ιλάμι το | ιλιάμι το

δικαστική απόφαση

ilam

τούρκικο

ιλατζίκι το

ανεμοπύρωμα, ανεμοπύρι

ilancik

τούρκικο

ιλάτσι το | ιλιάτσι το

γιατρικό

ilaç

τούρκικο

ιλίκ το

μεδούλι

ilik

τούρκικο

ιλουμινατσιόνα η | ιλουμινατσιόνε

φωτισμός

iluminazion

βενετσιάνικο

ιλούστρες | ιλούστρε

δοξασμένος, λαμπρός

illustre

ιταλικό

ιλτιζάμι το

εκμίσθωση φόρων

iltizam

τούρκικο

ιμαγκινάρω

φαντάζομαι

immaginare

ιταλικό

ιμαμές ο

το κεφάλι (ο παπάς) του κομπολογιού

imame

τούρκικο

ιμάμης ο

χότζας, μουεζίνης

imam

τούρκικο

ιμάμ-μπαϊλντί το

μελιτζάνες μαγειρεμένες με κρεμμύδι, σκόρδο, ντομάτα και λάδι

imambayıldı

τούρκικο

ιμάνι το

πίστη, θρησκεία

imaniye

τούρκικο

ιμανσίζης ο

άπιστος, άθρησκος

imansız

τούρκικο

ιμαντινιέρω

κρατώ, συντηρώ

mantenere

ιταλικό

ιμαρέτι το

φτωχοκομείο

imaret

τούρκικο

ιμένσος

αμέτρητος

immenso

ιταλικό

ιμέτι το

οι πιστοί, η κοινότητα των μουσουλμάνων, η ούμα

ümmet

τούρκικο

ιμζάς ο

τζίφρα, υπογραφή

imza

τούρκικο

ιμιτάρω

μιμούμαι

imitare

ιταλικό

ιμιτατζιόνε

απομίμηση

imitazione

ιταλικό

ιμντάτι το | ιμτάτι το

βοήθεια

imdat

τούρκικο

ιμπαράρω

μαθαίνω

imparare

ιταλικό

ιμπάρκο το

μπαρκάρισμα

imbarco

ιταλικό

ιμπάτσα η

τρέλα

impazzata

ιταλικό

ιμπατσάρω

τρελαίνομαι

impazzare

ιταλικό

ιμπενιάρω

υποχρεώνω, δηλώνω

impegnare

ιταλικό

ιμπένιο το

υποχρέωση, δέσμευση

impegno

ιταλικό

ιμπετσίλες

κουτός, χαζός

imbecille

ιταλικό

ιμπετσιλίρω

ξεκουτιάζω, χαζεύω

imbecillire

ιταλικό

ιμπετσιλιτά η

χαζομάρα, κουταμάρα

imbecillita

ιταλικό

ιμπνές ο | ιπνές ο

μπινές

ibne

τούρκικο

ιμπορτάρω

εισάγω

importare

ιταλικό

ιμποσίμπιλε

αδύνατο

impossibile

ιταλικό

ιμπόστα | ινπόστα

φόρος

imposta

ιταλικό

ιμποστόρος ο

απατεώνας, καλπουζάνος

impostore

ιταλικό

ιμπρέζα η

επιχείρηση, εργολαβία

impresa

ιταλικό

ιμπρεσάριος ο

εργολάβος

impresario

ιταλικό

ιμπρεσιόνε

εντύπωση

impressione

ιταλικό

ιμπρέτι το | ιπρέτι το

παράδειγμα

ibret

τούρκικο

ιμπρίκι το

μπρίκι

brik

τούρκικο

ιμπρίκι το | ιμβρίκι το

κανάτα, στάμνα

ibrik

τούρκικο

ιμπρίλιο το

απάτη, ραδιουργία

imbroglio

ιταλικό

ιμπρισίμι το

μπρισίμι, μετάξι

ibrişim

τούρκικο

ιμπροβίζο

απρόοπτα, ξαφνικά

improvviso

ιταλικό

ιμπρόντα

τύπωμα, εκμαγείο

impronta

ιταλικό

ιμτιγιάζι το

προνόμιο

imtiyaz

τούρκικο

ιναμοράτος | ιναμοράδος

ερωτευμένος

innamorato

ιταλικό

ιναντινά

πεισματικά

inadina

τούρκικο

ινάτι το

γινάτι, πείσμα, ξεροκεφαλιά, κόνξα

inat

τούρκικο

ινατσής ο | ινατζής ο

πεισματάρης, ξεροκέφαλος

inatçι

τούρκικο

ινβεντάριο το | ιβεντάριο το

απογραφή, καταγραφή

inventario

ιταλικό

ινγουέρα

κατάσταση πολέμου

in guerra

ιταλικό

ινκάντο το | ικάντο το | ικάντος το

δημοπρασία, αρτίρδισμα, μεζάτι

incanto

ιταλικό

ινκιάρι το

άρνηση

inkâr

τούρκικο

ινκόγκνιτο | ινκόγνιτο

μυστική και ανεπίσημη παρουσία επίσημου προσώπου

incognito

ιταλικό

ινκοντράρω

συναντώ

incontrare

ιταλικό

ινκόντρο το

συνάντηση

incontro

ιταλικό

ινοτσέντες

αθώος

innocente

ιταλικό

ινπερσόνα

αυτοπροσώπως

in persona

ιταλικό

ινπούμπλικο

δημόσια

in pubblico

ιταλικό

ινπούντο | ιπούντο | ιμπούντο

ακριβώς

in punto

ιταλικό

ινσαλάχ | ινσαλά | ισαλά | ινσιαλά | ισαλάχ

αν θέλει ο Θεός, άμποτε

inşallah

τούρκικο

ινσάφι το | ισάφι το | ισάφ το

νισάφι, δίκαιο, έλεος

insaf

τούρκικο

ινσαφλής

δίκαιος

insaflı

τούρκικο

ινσαφσίζης

άδικος

insafsız

τούρκικο

ινσαφσιζλίκι το

αδικία

insafsızlık

τούρκικο

ινσίμπιτο

άνοστος

insipido

ιταλικό

ινσόμα | ισούμα

τελικά, με μια κουβέντα, κοντολογίς

insomma

ιταλικό

ινσπετόρος ο

επιθεωρητής

ispetor

βενετσιάνικο

ινστρουμέντο το | ιστρουμέντο το | ινστρομέντο το

συμβόλαιο

instrumento

ιταλικό

ιντάντο

στο μεταξύ, ωστόσο

intanto

ιταλικό

ινταρές ο

κουμάντο, διοίκηση

idare

τούρκικο

ιντέντερε

καταλαβαίνω

intendere

ιταλικό

ιντερασόδος | ιντερεσάδος

συμφεροντολόγος, φιλοκερδής

interessato

ιταλικό

ιντερέσο το

νιτερέσο, συφέρο, διάφορο

interesso

ιταλικό

ιντζενιέρης ο

μηχανικός

ingegnere

ιταλικό

ιντζένιο το

μηχανή | εξυπνάδα

ingegno

ιταλικό

ιντζίρκα

περίπου

incirca

ιταλικό

ιντιέριος

ολόκληρος, σωστός

intierio

ιταλικό

ιντιμάρω

παραγγέλνω, δηλώνω, κλητεύω

intimare

ιταλικό

ιντισκρετσιόνε η

αδιακρισία

indiscrezione

ιταλικό

ιντόρνου

γύρω, τριγύρω

intorno

ιταλικό

ίντρα

μέσα

intra

ιταλικό

ιντράδα η | ιτράδα η

εντράδα, σοδειά

intrada

βενετσιάνικο

ίντριγκα η | ιντρίγο το

δολοπλοκία

intrigo

ιταλικό

ιντριγκάρω

δολοπλοκώ

intrigare

ιταλικό

ιντριγκιάρης ο | ιντριγκάρης ο |  ιντριγκαδόρος ο

δολοπλόκος, ανακατωσούρης

intrigone

ιταλικό

ιντρόιτο το

είσοδος, εμπασιά

introito

ιταλικό

ιντρομετέρω

βάζω ανάμεσα | ανακατεύομαι

intromettere

ιταλικό

ιντσίρκα

περίπου

circa

ιταλικό

ινφάμες

νιφάμες, άτιμος, τιποτένιος

infame

ιταλικό

ινφάμια η

ατιμία

infamia

ιταλικό

ινφεριάδα η

κάγκελο, σιδεριά

inferrata

ιταλικό

ινφετάδος

μολυσμένος, διεφθαρμένος

infetto

ιταλικό

ινφίμος

τελευταίος, πιο μικρός

infimo

ιταλικό

ινφίνε

τελικά

infine

ιταλικό

ινφλουέντζα η | ινφλουέντσα η | ιφλουέντζα η

φλοέντζα, γρίπη

influenza

ιταλικό

Ιούλης

Ιούλιος, Γιούλης, Αλωνάρης, Αλωνιστής, Χορτοκόπος, Γυαλιστής, Γυαλινός, Δευτεροούλης, Αημαρίνα

Iulius

λατινικό

Ιούνης ο

Ιούνιος, Γιούνης, Πρωτοούνης, Θεριστής, Αηγιάννης

Iunius

λατινικό

ιραβάν το

αραβανλίκι, ραβάνι, ρεβάνι (όταν το άλογο περπατά στα πλάγια)

rahvan

τούρκικο

ιραδές ο | ιραντές ο

βασιλική προσταγή, φιρμάνι

irade

τούρκικο

ιράτι το | ιράτ το

εισόδημα

irat

τούρκικο

ίρζι το | ίρτζι το | ίρτσι το

η τιμή, η αγνότητα

ırz

τούρκικο

ίσα

προσταγή για το σήκωμα πανιών σε καράβι

issa

ιταλικό

ισάρω

σηκώνω πανιά στο καράβι

issare

ιταλικό

ισεστέρω

επιμένω

insistere

ιταλικό

ίσκα η | ίσκινα η

νίσκα, είδος μύκητα που φυτρώνει πάνω στα δέντρα, χρήσιμη για προσάναμα

esca

λατινικό

ισκεντζές ο

βάσανο

işkence

τούρκικο

Ισλάμ το | ισλιάμ το

οι Μουσουλμάνοι, ο μωαμεθανισμός

İslam

τούρκικο

ισλάμης ο

ο μουσουλμάνος, ο μωαμεθανός

islami

τούρκικο

ισνάφης ο

μαγαζάτορας, μέλος του ισναφιού (συντεχνίας)

esnaf

τούρκικο

ισνάφι το

εσνάφι, σινάφι, συντεχνία

esnaf

τούρκικο

ισολά

τάχα μου

ola

τούρκικο

ισούλι το

τρόπος, συνήθειο

isûl

τούρκικο

ισπάτ το

μαρτυρία, βεβαίωση

ispat

τούρκικο

ιστάχι το | ιστάχ το

όρεξη, κέφι

iştah

τούρκικο

ισταχλής

ορεξάτος, κεφάτος

iştahlı

τούρκικο

ισταχσίζης

ανόρεχτος, άκεφος

iştahsız

τούρκικο

ιστέ

να, εδώ | έτσι | ας είναι

işte

τούρκικο

ιστιντάκι το

ανάκριση

istintak

τούρκικο

ιστιντακτσής ο

ανακριτής

istintakçı

τούρκικο

ιστιφάς ο

παραίτηση

istifa

τούρκικο

Ιταλιάνος

Ιταλός

italiano

ιταλικό

ιτάτι το

υποταγή, υπακοή

itaat

τούρκικο

ιτζράς ο

εκτέλεση, κατάσχεση

icra

τούρκικο

ιτιμπάρι το | ιχτιμπάρι το

τιμή, σεβασμός, κύρος

itibar

τούρκικο

ιτιμπαρλής

τίμιος

itibarlı

τούρκικο

ιτιμπαρσίζης

άτιμος

itibarsız

τούρκικο

ιτλάκι το

ονομασία

ıtlak

τούρκικο

ιτς | ίτσι | ίτσιου

χιτς, δεν, μη,  τίποτα, καθόλου

hiç

τούρκικο

ιφαντές ο | ιφαδές ο

δήλωση, γνωστοποίηση

ifade

τούρκικο

ιφτιράς ο | ιφτράς ο

αβανιά, ρετσινιά, συκοφαντία

iftira

τούρκικο

ιχλής

ειδικός

ehil

τούρκικο

ιχτιζάς ο

ανάγκη

iktiza

τούρκικο