Skip to main content

Μετααριστερά άεθνα [2012]

 

μετααριστερά άεθνα

Δημήτρη Λιθοξόου

10.8.2012

Στη σύγχρονη εποχή, η κύρια αντίθεση είναι εκείνη ανάμεσα στο Κράτος και το Κεφάλαιο. Δηλαδή: η σχέση αντιπαλότητας και συνεργασίας ανάμεσα στα μεγάλα (κυρίως) κράτη του πλανήτη και τα ισχυρότερα τμήματα ενός παγκοσμιοποιημένου μεταεθνικού κεφαλαίου.

Οι αντιθέσεις μεταξύ των κρατών και οι αντιθέσεις στους κόλπους του κεφαλαίου, αποτελούν επιμέρους πλευρές μιας πολυσύνθετης πραγματικότητας, που εξελίσσεται εντός των πλαισίων της βασικής αντίθεσης Κράτους και Κεφαλαίου.

Το Κράτος δεν είναι όργανο ή μηχανισμός κυριαρχίας της αστικής ή της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει αστικό και προλεταριακό κράτος. Το Κράτος αποτελεί χωριστή κοινωνική τάξη, μια τάξη που εξουσιάζει τον πληθυσμό και ζει από τους φόρους που επιβάλλει πάνω σε αυτόν.

Στο κράτος ανήκουν ταξικά όσοι ζουν από τους φόρους και επιπλέον παίρνουν αποφάσεις για τη ζωή των άλλων. Οι φόροι επιβάλλονται για να εξασφαλίζουν πρώτιστα τη διατήρηση και την κανονική αναπαραγωγή του Κράτους, ως κοινωνικής τάξης.

Οι πολιτικοί αποτελούν την εκλεγμένη ηγεσία του κράτους, διατηρούν ωστόσο μια σχετική αυτονομία από το μεγάλο και μη εκλεγμένο κομμάτι του. Οι παραγωγικές τάξεις μπορούν και διαπραγματεύονται με τους πολιτικούς, λόγω του δημοκρατικού πολιτεύματος και της εκλογικής διαδικασίας.

Το ποσό των φόρων που επιστρέφει ως αναδιανομή του πλούτου στην κοινωνία και οι τομείς που διοχετεύεται αυτό, αποτελεί το ουσιαστικό σημείο διαπραγμάτευσης που συντελείται κυρίως στην προεκλογική περίοδο, μεταξύ των ψηφοφόρων των παραγωγικών τάξεων και του πολιτικού συστήματος. Η τήρηση αυτής της συμφωνίας νομιμοποιεί την ηγεσία των κοινοβουλευτικών κομμάτων.

Ταυτόχρονα και αντίρροπα, ένα άλλο μέρος του εκλογικού σώματος, οι ψηφοφόροι που κοινωνικά αποτελούν το κράτος, διεκδικούν αύξηση των δαπανών του προϋπολογισμού, για πάσης φύσεως παροχές προς τους ίδιους (το λεγόμενο «Δημόσιο Τομέα»).

Ουσιαστικά περιθώρια διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην εργαζόμενη φτωχολογιά μιας χώρας και ένα πανίσχυρο κεφάλαιο χωρίς πατρίδα, δεν υπάρχουν. Το παραδοσιακό όπλο των μεγάλων απεργιών, σήμερα μπορεί να ωθήσει τους κεφαλαιούχους να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε άλλες χώρες. Δεν υπάρχουν επίσης ουσιαστικά περιθώρια διαπραγμάτευσης μεταξύ των μικρών κρατών και των πανίσχυρων μεταεθνικών εταιρειών.

Όπως η απληστία αποτελεί το βασικό αρνητικό χαρακτηριστικό του Κεφαλαίου, έτσι και ο παρασιτισμός αποτελεί το βασικό αρνητικό χαρακτηριστικό του Κράτους.

Ηγεμονεύουσα δύναμη στον καπιταλιστικό χώρο, δεν είναι οι κάτοχοι του πλούτου με τη στενή έννοια (: οι καπιταλιστές, ως φυσικά πρόσωπα), αλλά το στελεχικό δυναμικό των επιχειρήσεων που λαμβάνει τις σημαντικές αποφάσεις για τις επενδύσεις, για την αναπαραγωγή του Κεφαλαίου.

Ο κρατισμός, με όποιο όνομα και αν εμφανίζεται, αποτελεί κυρίως την ιδεολογία των κατώτερων και των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων του Κράτους. Η κρατική ελίτ στρέφεται και προς άλλες πολιτικές ιδεολογίες, καθώς κατανοεί πως η ύπαρξη του εκτός παραγωγής εξουσιαστή βασίζεται στο μόχθο του φορολογούμενου εξουσιαζόμενου.

Στις μέρες μας ο κρατισμός (με το όνομα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού) παντρεύεται συχνά με τον εθνικισμό. Γι’ αυτό και η εμμονή μου, των τελευταίων ετών, στη χρήση του όρου κόκκινος εθνικο-σοσιαλισμός. Ο μαύρος εθνικοσοσιαλισμός (με άμεση αναφορά στο ναζισμό του μεσοπολέμου) αποτελεί πλέον κι αυτός μαζικό πολιτικό φαινόμενο.

Η εργατική τάξη (με τη στενή ή την ευρεία έννοια του όρου) δεν υπήρξε ποτέ ηγεμονική δύναμη. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να υψωθεί σε κυρίαρχη τάξη, όπως υποστηρίζει η κομμουνιστική μυθολογία. Οι εργάτες που εγκατέλειψαν τις φάμπρικες και συμμετείχαν στο παρελθόν σε «προλεταριακή» εξουσία, απλώς άλλαξαν κοινωνική τάξη και άσκησαν δικτατορικά εξουσία (και) επί του προλεταριάτου, ως στελέχη διαφόρων κομμουνιστικών κομμάτων που αυτοχαρακτηρίστηκαν «εργατικά», για ευνόητους λόγους.

Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός των κομμουνιστικών κομμάτων, είναι ένας δοκιμασμένος τρόπος λειτουργίας που επιτρέπει στην καθοδήγηση να επιβάλει τις απόψεις της, μέσω της κομματικής ιεραρχίας, στην κομματική βάση.

Η δικτατορία του προλεταριάτου, είναι η προέκταση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού σε πολιτειακό επίπεδο, το καθεστώς δηλαδή εκείνο, που επιτρέπει σε μια μικρή ηγετική ομάδα να επιβάλει με ολοκληρωτικό τρόπο τις απόψεις της σε όλη τη χώρα, μέσω ενός οργανωμένου με στρατιωτική πειθαρχεία κομματικού μηχανισμού.

Οι νεκραναστημένες μαρξιστικο-λενινιστικές προτάσεις, που ξαναπλασάρονται από νέους επίδοξους «επαναστάτες-σωτήρες» ως πανάκεια για κάθε σύγχρονη κοινωνική νόσο, έχουν εφαρμοστεί με τραγικό τρόπο και για έναν αιώνα, σε βάρος της μισής ανθρωπότητας.

Το δημοκρατικό κομμάτι της ευρωπαϊκής Αριστεράς ήρθε σε ρήξη με όλες τις παραλλαγές των επί γης κομμουνιστικών κολάσεων, μια-δυο δεκαετίες πριν απ’ τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Μερικοί από εκείνους τους παλιούς δημοκράτες, συνειδητοποίησαν τελικά ότι ο κρατισμός είναι ο κοινός παρονομαστής όλης της Αριστεράς. Και ξαναδιάβασαν με έναν ενήλικο τρόπο το παλιό τσιτάτο «ούτε με το Κεφάλαιο, ούτε με το Κράτος».

Η μεταφορά σημαντικού τμήματος της βιομηχανικής παραγωγής σε χώρες της Ασίας (κυρίως) και οι αποφάσεις που πάρθηκαν, υπό την πίεση του μεταεθνικού κεφαλαίου, για την ελευθερία του παγκόσμιου εμπορίου, έπληξαν τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας στις χώρες της Δύσης. Παράλληλα βελτίωσαν (συγκριτικά) τη ζωή φτωχών λαών σε αρκετές χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, η πολιτική ηγεσία στη Δύση, επέλεξε να διατηρήσει το υψηλό βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού και την κοινωνική ειρήνη, προσφεύγοντας σε δανεισμό από τα χρηματιστήρια. Ο πολύχρονος και αλόγιστος δανεισμός είναι που οδήγησε στην υπερχρέωση και τη σημερινή ευρωπαϊκή κρίση.

Το πρόβλημα υπήρξε μεγαλύτερο στον ευρωπαϊκό νότο και ειδικότερα στην Ελλάδα, όπου ο μη εκσυγχρονισμός των παραγωγικών δομών, συνδυάστηκε με ένα αδηφάγο κράτος, ισχυρά συντεχνιακά συμφέροντα κοινωνικών ομάδων, ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και ένα εξαχρειωμένο πολυπληθές τμήμα του λαού.

Η χώρα του νομίσματος χωρίς κυβέρνηση, έφτασε τα όριά της. Ανασύνταξη της Ευρώπης σημαίνει αναγκαστικά διαδικασίες ενοποίησης μιας κατακερματισμένης τάξης. Συγκρότηση δηλαδή ενός Ευρωπαϊκού Κράτους που θα πάρει μέρος στο παγκόσμιο γίγνεσθαι από νέα ισχυρή θέση. Μια νέα Ευρώπη, με κοινά και ελεγχόμενα σύνορα, ανασυγκροτημένη παραγωγική βάση, σχετικά ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στα μεγάλα κράτη και το παγκόσμιο κεφάλαιο.

Η υπέρβαση των εθνών στην Ευρώπη και η πολιτική ενοποίηση, είναι προς το συμφέρον όλων όσων είναι υποχρεωμένοι να έχουνε «χώρα» και μάλιστα θέλουν αυτή η χώρα να είναι ισχυρή.