Skip to main content

Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος [1989 & 2006]


 

Μια άλλη προσέγγιση του μακεδονικού ζητήματος

 

Δημήτρη Λιθοξόου[1]

 

Η αποκωδικοποιημένη ανάγνωση του μακεδονικού ζητήματος, αυτού του τόσο σημαντικού κεφαλαίου της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας των λαών της περιοχής, επιτρέπει την πρόσβαση σε θέματα ιδεολογίας, όπως αυτά της δόμησης του εθνικού μύθου και της διαμόρφωσης της εθνικής συνείδησης. [2]

Εάν η ιστορία των ιστορικών συγγραμμάτων αποτελεί μέρος της ιστορίας των ιδεών, η ατραπός της επιστροφής του μακεδονικού ζητήματος από το μύθο στην ιστορία διέρχεται το χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας. Ιστορικό γεγονός δεν είναι μόνο η πολιτική αντιπαράθεση αλλά και η ιστορική διαμάχη ή η σύγκρουση των ιστορικών.

Το μακεδονικό ως θέμα διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης, ζήτημα δηλαδή ιδεολογικό, υπάρχει με τον ιστορικό λόγο και μετασχηματίζεται μαζί του. Ο μακεδονολόγος ιστοριογράφος συνθέτει το έργο του με το ιδεολογικό υλικό που προκύπτει από την αναδόμηση του σώματος της προϋπάρχουσας φιλολογικής κληρονομιάς. Ο αρχιτέκτονας του “νέου” οικοδομήματος χρησιμοποιεί στη σύνθεση τις περισσότερες από τις ιδεολογικές ψηφίδες που συγκροτούν τον εθνικό μύθο. Ο μύθος συλλογικά σχηματισμένος μέσα στη διάρκεια θέτει το πλαίσιο στο συγγραφέα. Η πρωτότυπη συμβολή του εθνικού ιστορικού περιορίζεται έτσι στην ερμηνεία κάποιων νεώτερων συμβάντων ή σε προτάσεις μιας άλλης ανάγνωσης επιμέρους σημείων, ετοιμόρροπων από τις φθορές που σωρεύει ο χρόνος.

Ο έλληνας ιστορικός του μακεδονικού ζητήματος είναι κυρίως ερασιτέχνης. Πρόκειται για τον εθνικιστή πολιτικό, κληρικό, διπλωμάτη, στρατιωτικό, δημοσιογράφο, δάσκαλο, δικηγόρο, γιατρό που γράφει για να υπερασπιστεί την εθνική υπόθεση. Επίκουρος στον κοινό αγώνα έρχεται γράφοντας κάποιο βιβλίο ιστορίας ο εθνικιστής αρχαιολόγος, θεολόγος, πολιτειολόγος, οικονομολόγος, λαογράφος, γλωσσολόγος πανεπιστημιακός. Μέσα σε αυτό το πλήθος των αυτοδίδακτων ιστοριογράφων, ο επαγγελματίας έλληνας ιστορικός εμφανίζεται σαν η εξαίρεση του κανόνα. [3] Ο τελευταίος, μεθοδολογικά εξοπλισμένος, με πρόσβαση στο αρχειακό υλικό, γνώση της βαλκανικής και ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας και κρατική υποστήριξη, συνθέτει αρτιότερο έργο. Η εθνική αντίληψη των πραγμάτων, δηλαδή ο εθνικός μύθος, αποτελεί όμως και γι’ αυτόν, όπως και για όλους τους προηγούμενους, τον κοινό παρανομαστή.

Ο έλληνας μακεδονομάχος, ο πατριαρχικός δεσπότης και ο προξενικός υπάλληλος της εποχής θα μιλήσει πολύ εκ των υστέρων και συχνά κατόπιν παραγγελίας. [4] Είναι ωστόσο αρκετά τα ημερολόγια, οι επιστολές και τα απομνημονεύματα που παραμένουν ερμητικά σφραγισμένα σε κάποια αρχεία και δε θα γνωρίσουν, για εθνικούς λόγους, το φως της δημοσιότητας. [5]

Η έκδοση των ιστορικών αναμνήσεων των ελλήνων πρωταγωνιστών της περιόδου 1903 – 1908, έπεται εκείνης των αντιπάλων γειτόνων τους. Η ελληνική απάντηση έχει κυρίως αμυντικό – απολογητικό χαρακτήρα. Μια προσεκτική ανάγνωση των λίγων δημοσιευμένων ελληνικών κειμένων [6] παρουσιάζει πάντως, αν και με έμμεσο τρόπο, τα μελανά σημεία του ελληνισμού στον αγώνα για την κυριαρχία στη Μακεδονία. [7]

Η σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας είναι ένα κεφάλαιο που συναντάς στα περισσότερα βιβλία περί μακεδονικού ζητήματος. Οι ελληνικές στατιστικές, ιδιωτικές ή κυβερνητικές, αδέξια χαλκευμένες, εμφανίζουν ως ελληνισμό το σύνολο των πιστών στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι εμφανίζουν τη Μακεδονία των αρχών του 20ου αιώνα με ένα πληθυσμό 650 έως 750 χιλιάδων “Ελλήνων”. Αυτή ωστόσο η προπαγάνδα προοριζόταν για ενδοελλαδική κατανάλωση. Οι ξένοι δημοσιογράφοι, ταξιδιώτες, επιχειρηματίες και διπλωμάτες γνώριζαν ότι το ποσοστό των ελληνοφώνων ορθοδόξων της Μακεδονίας ήταν πολύ μικρότερο. Οι Ρωμιοί (και όχι Έλληνες), όπως οι ίδιοι αποκαλούσαν τον εαυτό τους, αποτελούσαν το 10 % περίπου του πληθυσμού της Μακεδονίας και ήταν συγκεντρωμένοι στους νότιους καζάδες. [8]

Οι πληροφορίες που ευνοούσαν την ελληνική πλευρά αφορούσαν την εκπαιδευτική δραστηριότητα [9] και τον αριθμό των ελληνικών σχολείων συγκριτικά με τα βουλγάρικα, τα ρουμανικά και τα σέρβικα. Ο αριθμός των πατριαρχικών (ελληνικών) σχολείων, [10] αν και μεγάλος εξ αιτίας της παραδοσιακά ισχυρής δύναμης του πατριαρχείου εντός της αυτοκρατορίας, παρουσιαζόταν ακόμη μεγαλύτερος από την ελληνική προπαγάνδα.

Ο εχθρός του ελληνισμού στη διαμάχη για τη Μακεδονία ήταν κυρίως – και για πολλές δεκαετίες – ο Βούλγαρος. Ο επί αιώνες κυρίαρχος Τούρκος, θεωρείτο ο προσωρινός διαχειριστής και συγκυριακά σύμμαχος κατά του βουλγαρισμού.

Οι ρωμιοί βιοτέχνες και έμποροι των μακεδονικών πόλεων του νότου και η εκκλησιαστική γραφειοκρατία του πατριαρχείου δεν επιθυμούσαν το διαμελισμό μιας αυτοκρατορίας στην οποία κατείχαν κοινωνικά δεσπόζουσα θέση αλλά την περαιτέρω βελτίωση της θέσης αυτής. [11]

Η αδυναμία του ελληνικού βασιλείου να διεκδικήσει στρατιωτικά (από την ήττα του 1897 μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους) τα μακεδονικά βιλαέτια, το υποχρεώνει μπροστά στο φάντασμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, σε διπλωματική συνεργασία με την Πύλη.

Ο Βούλγαρος θα εμφανιστεί σαν εχθρός θρησκευτικός για το πατριαρχείο και εθνικός για το ελληνικό κράτος. Η δημιουργία και η εξάπλωσης της βουλγαρικής εξαρχίας στα μακεδονικά εδάφη, από το Φεβρουάριο του 1870 μέχρι και τον Ιούλιο του 1903, υπήρξε πλήγμα κατά του Πατριαρχείου. Ο θρησκευτικός εξαρχικός κίνδυνος έγινε και ελληνικός εθνικός κίνδυνος με την αυτονομιστική επανάσταση του Ίλιντεν. [12] Παρ’ όλο που η δράση και το πρόγραμμα των μακεδόνων αυτονομιστών ήταν άσχετα με τα σχέδια και τα συμφέροντα της εξαρχίας, το ελληνικό κράτος συνέδεσε και τα δύο ως εκφάνσεις ενός ενιαίου εθνικού πολιτικού κινήματος.

Από το Ίλιντεν και μετά, ισχυροποιείται η συμμαχία πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και ελληνικού κράτους στα μακεδονικά πράγματα. Το πατριαρχείο υποδεικνύει τον εξαρχικό εχθρό και η Ελλάδα στέλνει ένοπλες μισθοφορικές ομάδες υπό την ηγεσία ελλήνων αξιωματικών για να τον τιμωρήσει. [13]

Τα ένοπλα ελληνικά σώματα θα επιτεθούν με σφοδρότητα στα εξαρχικά μακεδονικά χωριά επιχειρώντας να τα τρομοκρατήσουν ώστε να επανέλθουν στο πατριαρχείο. Το ίδιο θα κάνουν και με τους ρουμανίζοντες Βλάχους. Η σύγκρουση με τις αυτονομιστικές τσέτες ή τα οθωμανικά στρατιωτικά αποσπάσματα συνήθως αποφεύγεται λόγω του υψηλού ρίσκου.

Το μακέλεμα των μη πατριαρχικών μακεδόνων αγροτών και βλάχων βοσκών και το κάψιμο των χωριών τους από τους έλληνες κομιτατζήδες θα κρατήσει από την έξοδο του Παύλου Μελά το φθινόπωρο του 1904 μέχρι το καλοκαίρι του 1908 και την επανάσταση των Νεότουρκων.

Από την άλλη το αγροτικό αυτονομιστικό κίνημα θα διασπαστεί σε δύο παρατάξεις. Οι βερχοβιστές προσανατολίζονται στη βουλγαρική εθνική ιδέα της ένωσης της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία και οι τσεντραλιστές εμμένουν στο σύνθημα “η Μακεδονία στους Μακεδόνες”. [14]

Οι βαλκανικοί πόλεμοι που θα τελειώσουν με ήττα όχι μόνο των Οθωμανών αλλά και των Βουλγάρων, θα προσφέρουν στην Ελλάδα και τη Σερβία το μεγαλύτερο μέρος των μακεδονικών εδαφών. Οι ελπίδες της Βουλγαρίας για έναν αγώνα ρεβάνς θα την ωθήσουν να βγει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Οι επιτυχίες της όμως στο μακεδονικό μέτωπο, στάθηκαν σύντομες. Η λήξη των εχθροπραξιών θα τη βρει από την πλευρά των ηττημένων για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια. Τα νέα σύνορα στα Βαλκάνια χαράχτηκαν στα επιτελεία των νικητών και εκεί συμμετείχαν οι Έλληνες και Σέρβοι πολέμιοί της.

Ο μακεδονικός λαός τριχοτομήθηκε. Το όνειρο των Τσεντραλιστών για εθνικό κράτος παρέμεινε ανεκπλήρωτο. [15]

Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας του 1924 που ξερίζωσε χιλιάδες οικογένειες από τις προγονικές εστίες τους και τις έσυρε εκατέρωθεν στην προσφυγιά άλλαξε σημαντικά την πολιτισμική σύνθεση του πληθυσμού της Μακεδονίας. [16]

Από το 1912 μέχρι το 1924 θα εγκαταλείψουν το ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας 470.000 περίπου μουσουλμάνοι [17] (μεταξύ των οποίων χιλιάδες Μακεδόνες αλλά και οι ελληνόφωνοι Βαλαάδες) και μέχρι το 1928, περίπου 100.000 εξαρχικοί Μακεδόνες. [18] Τη θέση τους θα πάρουν 638.253 χιλιάδες χριστιανοί πρόσφυγες (ανάμεσα τους χιλιάδες τουρκόφωνοι αλλά και πατριαρχικοί Μακεδόνες). [19]

Η μακεδονική μειονότητα [20] γνωρίζει τη σκληρότητα του ελληνικού κράτους κατά την περίοδο του μεσοπολέμου κυρίως σε δύο ζητήματα. Πρώτον με τον αποκλεισμό της από τη διανομή της γης των εκδιωχθέντων μουσουλμάνων καθώς αυτή πηγαίνει κατά κύριο λόγο στους νεοαφιχθέντες πρόσφυγες και δεύτερον στην ουσιαστική απαγόρευση της μητρικής τους γλώσσας. [21] Οι Μακεδόνες θα διατηρήσουν τη συνείδηση της διαφορετικότητας τους [22] και θα βιώσουν τη σκληρότητα (έως και εχθρότητα) της ελληνικής διοίκησης.

Το μακεδονικό θα αναζωπυρωθεί στη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και της κατοχής. Οι Βούλγαροι ως σύμμαχοι του Άξονα θα εισέλθουν νικητές τόσο στο γιουγκοσλαβικό τμήμα της Μακεδονίας όσο και στο ελληνικό. [23] Στην Ελλάδα οι Μακεδόνες ιδρύουν το σνοφ και συνεργάζονται στην αντίσταση με το εαμ. [24]

Μετά την ήττα του Άξονα ο μακεδονικός πληθυσμός θα δεχτεί σφοδρή επίθεση από το ακροδεξιό παρακράτος. [25] Οι Μακεδόνες ιδρύουν την οργάνωση νοφ, συμμαχούν με το δημοκρατικο στρατο και αγωνίζονται για την “πλήρη αποκατάσταση του μακεδονικού λαού”.

Η ήττα της ελληνικής αριστεράς το 1949, θα οδηγήσει χιλιάδες Μακεδόνες, κυρίως από την περιοχή της Καστοριάς και των Πρεσπών, στην προσφυγιά προς τη Γιουγκοσλαβία και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. [26]

Η ίδρυση της δημοκρατιας της μακεδονιας τον Αύγουστο του 1944 μέσα στα πλαίσια της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας και η πίεση του Τίτο τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια προς τη Βουλγαρία και την Ελλάδα για παραχώρηση μειονοτικών δικαιωμάτων στη μακεδονική μειονότητα, υπήρξε σημείο τριβής στις διακρατικές σχέσεις.

Στη συνέχεια η αντισοβιετική πολιτική του Τίτο οδήγησε στην άμβλυνση της αντιπαράθεσής του με τη νατοϊκή Ελλάδα και τον οδήγησε στην υποβάθμιση του ζητήματος των δικαιωμάτων της μακεδονικής μειονότητας.Η αποκωδικοποιημένη ανάγνωση του μακεδονικού ζητήματος, αυτού του τόσο σημαντικού κεφαλαίου της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας των λαών της περιοχής, επιτρέπει την πρόσβαση σε θέματα ιδεολογίας, όπως αυτά της δόμησης του εθνικού μύθου και της διαμόρφωσης της εθνικής συνείδησης. [2]

Εάν η ιστορία των ιστορικών συγγραμμάτων αποτελεί μέρος της ιστορίας των ιδεών, η ατραπός της επιστροφής του μακεδονικού ζητήματος από το μύθο στην ιστορία διέρχεται το χώρο της ελληνικής ιστοριογραφίας. Ιστορικό γεγονός δεν είναι μόνο η πολιτική αντιπαράθεση αλλά και η ιστορική διαμάχη ή η σύγκρουση των ιστορικών.

[1] Στην πρώτη μορφή του, το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΛΕΒΙΑΘΑΝ, 4 (1989)

[2] Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μία πολιτισμική κοινότητα, την εποχή της διάδοσης της εθνικής ιδεολογίας, διασπάται σε πολλές εθνικές κοινότητες. Για παράδειγμα η πολιτισμική κοινότητα των χριστιανών Μακεδόνων της πόλης Μπίτολα (Μοναστηρίου) την περίοδο 1903 – 1912, επηρεάζεται από το αυτονομιστικό μακεδονικό κίνημα αλλά και από τις εθνικές προπαγάνδες της Βουλγαρίας, της Ελλάδας και της Σερβίας. Στα Μπίτολα σύμφωνα με τον Brancoff λειτουργούσαν το 1905 έντεκα βουλγαρικά σχολεία με 38 εκπαιδευτικούς και 1.441 μαθητές, εννέα ελληνικά με 50 εκπαιδευτικούς και 367 μαθητές και 3 σέρβικα με 19 εκπαιδευτικούς και 230 μαθητές. Βλ. D. M. Brancoff, La Macédoine et sa population chrétienne, Paris, 1905, σελ. 167.

[3] Η εθνική ιστορία θεωρείται (και είναι) πολύ σοβαρή υπόθεση ώστε να την αφήσει η ιδεολογική κοινότητα του έθνους, μόνο στα χέρια των ιστορικών.

[4] Η Πηνελόπη Δέλτα, με τη βοήθεια της γραμματέας της Αντιγόνης Μπέλλου κατέγραψε τη δεκαετία του 1930 τα απομνημονεύματα έξι ελλήνων πρωταγωνιστών. Μεταξύ των ετών 1958 και 1960 το ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΙΜΟΥ δημοσίευσε εκείνα του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, του κρητικού οπλαρχηγού Γιώργου Δικώνυμου (Μακρή) και του μανιάτη οπλαρχηγού Παναγιώτη Παπατζανετέα. Τα κείμενα, που επανεκδόθηκαν από το ίδιο ίδρυμα το 1984 σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων εκτός εμπορίου, δημοσιεύτηκαν μερικώς λογοκριμένα, σύμφωνα με έρευνα της δημοσιογραφικής ομάδας του Ιού της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (7/7/2002). Τα άλλα τρία απομνημονεύματα του ανθυποπλοίαρχου Ιωάννη Δεμέστιχα (Νικηφόρου), του ανθυποπλοίαρχου Γεωργίου Κακουλίδη (Δράγου) και του Χρυσόστομου παπά Δράκου, παραμένουν αδημοσίευτα.

[5] Ο τίτλος του φύλακα των εθνικών μυστικών μπορεί να αποδοθεί αβίαστα στη διευθύντρια της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ του υπουργείου Εξωτερικών κυρία Φωτεινή Κωνσταντοπούλου – Τομάη. Διαβάζοντας το σχετικό δημοσίευμα της δημοσιογραφικής ομάδας του Ιού (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 6/7/2003) με τους χαρακτηριστικούς υπότιτλους που αναφέρονται στο εθνικό έργο της, όπως “αρχεία στο γύψο”, ένα μισόκλειστο αρχείο”, “οι κομμένοι ερευνητές”, “παρανομία και συγκάλυψη”, πέρα από το κωμικοτραγικό της υπόθεσης συνειδητοποιείς και τα όρια της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα. Προσωπικά δεν είχα την αφέλεια να επιχειρήσω την είσοδο μου στο εθνικό άβατο των αρχείων του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Τα έγγραφα του υπουργείου που χρησιμοποίησα στο βιβλίο μου “Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας” μου δόθηκαν και προφανώς δεν μπορώ να αποκαλύψω την προέλευση τους.

[6] Τελευταία δημοσιεύτηκαν στην Αθήνα από τον ερευνητή Γιώργο Πετσίβα δύο σημαντικά έργα. Το 2000 “Τα τετράδια του Ίλιντεν” του Ίωνος Δραγούμη και το 2003 το “Ημερολόγιο του Γεωργίου Τσόντου - Βάρδα”.

[7] Το 1867 επί πρωθυπουργίας Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου, ο βουλευτής Πέτρος Ζάνος, με εντολή του υπουργού Εξωτερικών Χαριλάου Τρικούπη, διαπραγματεύτηκε τους όρους της ελληνοσερβικής συνθήκης του Φεσλάου (Voeslau). Κατά τις διαπραγματεύσεις έγινε φανερό ότι οι εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας προς βορρά περιελάμβαναν το σύνολο της γεωγραφικής Μακεδονίας. Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του βουλευτή προς τους σέρβους αντιπροσώπους, “ουδείς θα ευρεθεί εν Ελλάδι άνθρωπος όστις θα θέση την υπογραφήν του εις μίαν συνθήκην, δια της οποίας διατέμνεται η Μακεδονία, και απαλλοτριούται η Ελλάς των επί αυτής προαιωνίων αξιώσεών της”. Βλ. Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη, Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος, εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, τόμος δεύτερος, Αθήνα 1967, σελ. 65.

[8] Σύμφωνα με τον Knčov (Кънчов Васил, Македония етногрфия и статистика, София, 1900.) ο αριθμός των οικισμών ανά καζά όπου οι χριστιανοί Ρωμιοί κατοικούσαν μόνοι τους ή με αλλόφωνους ήταν: Θεσσαλονίκης 31, Βέροιας 43, Γιαννιτσών 1, Λαγκαδά 25, Κασσάνδρας 49, Σερρών 32, Ζίχνας 24, Ντεμίρ Ισάρ 1, Μελένικου 1, Άνω Τζουμαγιάς 1, Δράμας 4, Πραβίου 14, Καβάλας 2, Σαρή Σαμπάν 1, Σκοπίων 1, Καστοριάς 17, Καϊλαρίων 3, Ανασελίτσας 62, Γρεβενών 70, Κοζάνης 36.

Ο D. M. Brancoff (La Macédoine et sa population chrétienne, Paris, 1905) δίνει αντίστοιχα τον εξής αριθμό οικισμών Ρωμιών (αμιγών ή μικτών) ανά καζά: Θεσσαλονίκης 41, Βέροιας 47, Γιαννιτσών 1, Τίκφες 2, Γευγελής 1, Λαγκαδά 31, Κασάνδρας 37, Σερρών 46, Ζίχνας 23, Ντεμίρ Ισάρ 3, Μελένικου 1, Άνω Τζουμαγιάς 1, Νευροκοπίου 1, Δράμας 6, Πραβίου 14, Καβάλας 2, Σαρή Σαμπάν 1, Σκοπίων 1, Βέλες 1, Κουμάνοβο 1, Κότσανι 1, Μπίτολα (Μοναστηρίου) 1, Πρίλεπ 1, Φλώρινας 1, Καστοριάς 15, Καϊλαρίων 1, Ανασελίτσας 45, Γρεβενών 52, Κοζάνης 35, Κατερίνης 32 και Ελασσόνας 39.

[9] Τη διαχείριση των πατριαρχικών σχολείων στην οθωμανική Μακεδονία την είχαν τα Μικτά Εκκλησιαστικά Συμβούλια που επόπτευαν της λειτουργίας και διαχειρίζονταν τα οικονομικά των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και οι τοπικές Εκπαιδευτικές Επιτροπές οι οποίες επικύρωναν τα προγράμματα και διόριζαν τους εκπαιδευτικούς. Μέσω της μυστικής χρηματοδότησης αυτών των επιτροπών, το ελληνικό προξενείο επιχειρούσε να διαδώσει την ελληνική εθνική ιδεολογία. Ο πατριάρχης και οι μητροπολίτες, που είχαν την πρόνοια για την ομοιόμορφη διδασκαλία όλων των σχολείων και την επιλογή των σχολικών εγχειριδίων μέσω του θεσμών της Συνόδου των Μητροπολιτών και του Διαρκούς Μικτού Συμβουλίου, βρέθηκαν συχνά σε αντίθεση με το ελληνικό κράτος και τους κατά τόπους προξένους του, για το θέμα της χρηματοδότησης των πατριαρχικών (ελληνικών) σχολείων. Βλ. Σ. Ηλιάδου – Τάχου, Οι δομές της κοινοτικής εκπαίδευσης στις εκκλησιαστικές επαρχίες Κοζάνης, Σισανίου, Καστορίας και Μογλενών κατά το δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Παιδαγωγική Σχολή, Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών, 1997, σελ. 53 – 56.

Η πατριαρχική διοίκηση ήθελε να παίρνει αυτή τα χρήματα από την ελληνική κυβέρνηση και να τα διαχειρίζεται κατά το δοκούν. Από την άλλη το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν εμπιστευόταν τους φαναριώτες δεσποτάδες, λόγω της φιλοχρηματίας τους αλλά και των αμφισβητούμενων ελληνικών εθνικών φρονημάτων τους. Η σύγκρουση προξένων και μητροπολιτών περιγράφεται σε πολλές προξενικές εκθέσεις. Βλ. σχετικά Σοφία Βούρη, Πηγές για την ιστορία της Μακεδονίας. Εκκλησία και κράτος 1889 – 1905, εκδόσεις GUTENBERG, Αθήνα 1999.

[10] Τα πατριαρχικά (ελληνικά) σχολεία απέτυχαν να εξελληνίσουν τους αλλόγλωσσους πληθυσμούς λόγω της εμμονής στη χρήση μιας λόγιας αρχαΐζουσας γλώσσας. Τα παιδιά της δευτέρας δημοτικού που διάβαζαν στο αναγνωστικό τους “ο άνθρωπος έπεσεν εις το κακόν και διεφθάρη υπό της αμαρτίας” και “Θεέ μου βοήθει μοι, ίνα είμαι πάντοτε παιδίον καλόν, προσεκτικόν, ευπειθές και επιμελές” όπως χαρακτηριστικά γράφει η Μαρία Δημάση (Τα ελληνόγλωσσα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου της Κωνσταντινούπολης και η εθνική και θρησκευτική ταυτότητα των ελληνοπαίδων, διδακτορική διατριβή Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεολογική Σχολή, Τμήμα Θεολογίας, σελ. 171 και 232), μάθαιναν μια γλώσσα που δεν μίλαγαν τα ελληνόπουλα της ηλικίας τους αλλά ούτε και ο δάσκαλος εκτός αίθουσας.

Ο H. N. Brailsford σημειώνει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του (Macedonia - its races and their future, London 1906, σελ. 208), ότι αν αυτή τη λόγια γλώσσα αδυνατούσε να τη μάθει ο ρωμιός αγρότης, τότε ο πατριαρχικός αλλόγλωσσος έπρεπε να ήταν απελπισμένος. Για να εξελληνιστεί έπρεπε να μάθει όχι μία ξένη γλώσσα αλλά δύο.

[11] Κάθε επέκταση του ελληνικού κράτους σήμαινε για το πατριαρχείο απώλεια φορολογούμενου και ιδεολογικά ελεγχόμενου πληθυσμού. Το πατριαρχείο δέχτηκε το πρώτο χτύπημα στις 23 Ιουλίου 1833, όταν η εκκλησία της Ελλάδας απέκτησε την αυτοκεφαλία της χωρίς τη συγκατάθεση του πατριάρχη (που δόθηκε αναγκαστικά με το συνοδικό τόμο του 1850). Για το ζήτημα βλ. Νικολάου Κουλουγλιώτη, Η διαμάχη Θεοκλήτου Φαρμακίδη – Κωνσταντίνου Οικονόμου και η διαμόρφωση του παιδευτικού ιδεώδους του νεώτερου ελληνισμού, διδακτορική διατριβή, Pontificio Istituto Orientale, Roma 1983, σελ. 63 – 71.

Το δεύτερο πλήγμα ήρθε για το πατριαρχείο στις 20 Ιουνίου 1881 όταν η Ελλάδα ενσωμάτωσε το μεγαλύτερο τμήμα της Θεσσαλίας και την επαρχία της Άρτας και στέρησε από το Φανάρι τη νομή μιας περιοχής με 300 χιλιάδες περίπου κατοίκους. Βλ. Χρήστου Καρδαρά, Η πολιτική δράση του πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (πρώτη πατριαρχία 1878 – 1884), διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής, Ιωάννινα 1993, σελ. 332 – 345.

[12] Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει με δέος ο Ίων Δραγούμης στον πατέρα του Στέφανο στις 25 Ιουλίου 1903: “Αγαπητέ μπαμπά. Έχομεν Σλαυϊκήν επανάστασιν εν Μακεδονία. Τούτο αρκεί ίνα εννοήση ο πονών και γινώσκων. Άπαντες οι σλαυόφωνοι πληθυσμοί ηκολούθησαν το Κομιτάτον, ορθόδοξοι και σχισματικοί, και οι πλείστοι εκουσίως”. Βλ. Ίωνος Δραγούμη, Τα τετράδια του Ίλιντεν, εισαγωγή – επιμέλεια – σύνθεση Γεώργιος Πετσίβας, Αθήνα 2000, σελ. 195.

[13] Για την ελληνική επίθεση στη Μακεδονία εκείνη την περίοδο βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Ελληνικός αντιμακεδονικός αγώνας – Από το Ίλιντεν στη Ζαγκορίτσανη (1903 – 1905), δεύτερη έκδοση, ΜΠΑΤΑΒΙΑ, Θεσσαλονίκη 2006.

[14] Ο Γιάνε Σαντάνσκι θα ηγηθεί πολιτικά του αυτονομιστικού μακεδονικού κινήματος. Μιλώντας για αυτόν, ο πρώην γραμματέας του ΚΚΕ Λευτέρης Σταυρίδης θα πει πως υπήρξε ο άνθρωπος “όστις έκαμε το μεγαλύτερον κακόν που ηδύνατο να κάμει άνθρωπος εις την Βουλγαρίαν”, εκείνος που “ημπόδιζε τους σλαυοφώνους κατοίκους της Μακεδονίας να θεωρούν εαυτούς Βουλγάρους και εκαλλιέργει Μακεδονικήν εθνικήν συνείδησιν”. Βλ. Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, 1953, σελ. 212 και 214.

Το πρώτο λεξικό της μακεδονικής γλώσσας (χαρακτηρισμένης από το συντάκτη του λεξικού ως “εθνικής γλώσσας”) το έγραψε ο Γκιόρκι Πούλεφσκι το 1875. Βλ. Loring Danforth, Η μακεδονική διαμάχη – ο εθνικισμός σε έναν υπερεθνικό κόσμο, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1999, σελ. 58.

Ο διανοούμενος όμως που πρώτος διατύπωσε ξεκάθαρα το εθνικό πρόγραμμα των μακεδόνων ήταν ο Κρίστε Μισίρκωφ. Το 1903 σημείωνε μεταξύ άλλων ότι από “τη δεκαετία του 1890 διαμορφώθηκε ένα εθνικό αποσχιστικό κίνημα με σκοπό να χωρίσει τα μακεδονικά συμφέροντα από αυτά της Βουλγαρίας, εισάγοντας τη μακεδονική γλώσσα που θα χρησίμευε ως λογοτεχνική για όλους τους Μακεδόνες”. Παρατηρούσε επίσης πως επειδή “ο πατέρας μου, ο παππούς μου και ο προπάππος μου ονομάστηκαν Βούλγαροι από παρεξήγηση, αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ πρέπει να παραμείνω στο σκοτάδι, όπως εκείνοι, σ’ ό,τι αφορά την εθνικότητά μου”. Βλ. Κρίστε Μισίρκωφ, Μακεδονικές Υποθέσεις, μετάφραση Δημήτρης Καραγιάννης, εκδόσεις ΠΕΤΣΙΒΑ, Αθήνα 2003, σελ. 95 και 159.

[15] Το 1921 και ενώ βρισκόταν στην Ανδριανούπολη με εντολή του ελληνικού υπουργείου Εσωτερικών για θέματα εποικισμού, ο Κωνσταντίνος Καραβίδας έγραφε πως οι κάτοικοι της περιοχής της Μακεδονίας που ενσωματώθηκε στη Βουλγαρία (Πιρίν), “εμφορούνται βαθέως υπό της ιδέας της αυτονομήσεως της Μακεδονίας, ιδέας την οποίαν μελετούν αδιαλείπτως και προπαγανδίζουν τοπικώς μεταξύ του πληθυσμού, ανεξαρτήτως δηλαδή των επισήμων κομιτάτων και των άλλων οργανώσεων εν τω πολιτικώ κέντρω της Βουλγαρίας. Συντελείται εδώ μία ζύμωσις εκ των κάτω εντελώς ανοργάνωτος λαϊκή και αυτόματος και δια τούτο ουσιαστική. «Η Μακεδονία λέγουν ανήκει εις τους Μακεδόνας και μόνους, είναι χώρα όχι μόνον πλουσία αλλά και από πάσης απόψεως αυτάρκης. Οι Έλληνες και οι Βούλγαροι πρέπει να αποχωρήσουν»”. Ολόκληρο το κείμενο του Καραβίδα, με τίτλο “Περί των αιτιών και των πιθανοτήτων ενδεχομένου αυτονομιστικού μακεδονικού κινήματος”, γράφτηκε στην Ανδριανούπολη το Νοέμβριο του 1921 και βρίσκεται στη ΓΕΝΝΑΔΕΙΟ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ στο αρχείο του Φίλιππου Δραγούμη. Αποτελεί δε αποστομωτική απάντηση τόσο για τους Βούλγαρους όσο και για τους Έλληνες μακεδονολόγους που θεωρούν τον Τίτο ως “εμπνευστή και δημιουργό” του μακεδονικού έθνους.

[16] Σε υπόμνημα του από το Λονδίνο, προς το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, στις 17 Οκτωβρίου 1922, ο Βενιζέλος πρότεινε τη νόμιμη, διακρατικά συμφωνημένη και υπό την αιγίδα της διεθνούς κοινότητας, εθνοκάθαρση, μέσω της διαδικασίας της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών. Ας παρακολουθήσουμε τη σκέψη του: “Από την κακήν ή καλήν λύσιν του ζητήματος τούτου εξαρτάται χωρίς υπερβολήν το μέλλον της Ελλάδος. Αποτυχία της καλής λύσεως θα προκαλέση συμφοράς τας οποίας τρομάζει κανένας να σκεφθή μόνον, ενώ επιτυχής λύσις αυτού θα συντελέση εντός ολίγων ετών εις το ν’ ανακύψωμεν από τα δυσβάστακτα βάρη άτινα μας κληροδοτεί η ατυχής λήξις του πολέμου και εις το ν’ ασφαλίσωμεν, μετά την κατακρήμνισιν της Μεγαλυτέρας Ελλάδος, την στερέωσιν της Μεγάλης Ελλάδος, ης τα σύνορα ουδέποτε θα είναι ασφαλή εάν Δυτική Θράκη και Μακεδονία δεν καταστούν και εθνολογικώς, όχι μόνον πολιτικώς, ελληνικαί χώραι”. Τέσσερις μέρες νωρίτερα, ο Βενιζέλος είχε προτείνει με επιστολή του στον ύπατο αρμοστή της Οργανώσεως για τους Πρόσφυγες (της κοινωνίας των εθνών) F. Nansen, “την εφαρμογή της υποχρεωτικής προσφυγής στην ανταλλαγή των πληθυσμών”. Βλ. Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, Η απόφαση για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 11 - 15.

[17] Σύμφωνα με την εκτίμηση του Αλεξάνδρου Πάλλη (Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912 – 1924, Αθήναι 1925, σελ. 12).

[18] Από αυτούς 14.000 περίπου άτομα έδιωξε με τα όπλα ο ελληνικός στρατός το 1913 από την περιοχή του Κιλκίς. Άλλες 20.000 έφυγαν από τους νομούς Σερρών και Δράμας μέχρι το 1919 (σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού στρατού και επίσης γύρω στους 1.500 από τις περιοχές Φλώρινας Καστοριάς). Βλ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη, Μετακινήσεις σλαβοφώνων πληθυσμών 1912 – 1930, εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ, Αθήνα 2003, σελ.77, 85, 88.

Στη συνέχεια έφυγαν για τη Βουλγαρία βάσει της συνθήκης της Νεϋγύ 66.126 Μακεδόνες. Η κατανομή τους κατά περιοχή προέλευσης ήταν: Δράμα 16.050, Σέρρες 10.400, Σιδηρόκαστρο 9.640, Γουμένιτσα 7.500, Γιαννιτσά 6.670, Κιλκίς 5.000, Θεσσαλονίκη 2.590, Έδεσσα 1.800, Καστοριά 4.090, Φλώρινα 1.230, Καϊλάρια 600, Ζίχνα 175, Καβάλα 165, Ενωτία 106, Βέροια 30, Πράβι 20. Βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Η μητρική γλώσσα του ελληνικού τμήματος της Μακεδονίας πριν και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ 38 (1992).

[19] Από αυτούς 99.658 ήρθαν στη Μακεδονία πριν τη “μικρασιατική καταστροφή” και 538.595 μετά. Βλ. Στατιστική Επετηρίς της Ελλάδος 1930, έκδοση ΓΕΝΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, Αθήναι 1931, σελ. 40.

[20] Το ελληνικό κράτος απογράφει το 1920 τη μειονότητα χαρακτηρίζοντας τη μητρική γλώσσα της ως “μακεδονική”. Τα στοιχεία όμως της απογραφής κατά διάκριση μητρικής γλώσσας που αφορούν τις νέες επαρχίες δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ. Η απογραφή της “μακεδονικής” γλώσσας και η διάκρισή της από τη βουλγαρική και τη σέρβικη δηλώνεται στη σελίδα 182 του τόμου με τα απογραφικά αποτελέσματα για τη Θεσσαλία και την Άρτα. Βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Μακεδονική γλώσσα και ελληνική προπαγάνδα, περιοδικό Зора, 6 (1995), σελ. 19.

[21] Βλ. το αποκαλυπτικό έργο του Τάσου Κωστόπουλου, Η απαγορευμένη γλώσσα – κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ, Αθήνα 2002.

[22]Σε αναφορά του νομάρχη Φλώρινας Αθανασίου Σουλιώτη Νικολαΐδη, τον Αύγουστο του 1935 προς την ελληνική κυβέρνηση, καταμετρούνται στις δύο επαρχίες Φλώρινας και Καστοριάς 16.100 «σλαυόφωνες» χριστιανικές οικογένειες, από τις οποίες οι 9.075 (54,1 %) έχουν «δεδηλωμένα σλαυϊκά φρονήματα». Βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Δύο ανέκδοτα ντοκουμέντα για την ιστορία καη συνείδηση της σλαβομακεδονικής μειονότητας κατά τη προμεταξική περίοδο, περιοδικό Εκτός Ορίων, τεύχος 6, Αθήνα, Ιούνιος 1992.

Με σύνθημα «πλέρια ισότητα στις μειονότητες» το κκε παίρνει στις βουλευτικές εκλογές του 1936 ως παλλαϊκο μετωπο 5,8 % πανελλαδικά. Στην επαρχία Φλώρινας το ποσοστό αυτό φτάνει το 6,5 %, στη δε επαρχία Καστοριάς το 9,5 %. Εντυπωσιακό είναι το ποσοστό του κκε σε ορισμένα μειονοτικά χωριά της περιοχής: Άγιος Παντελεήμων (Πάτελι) 19,1 %, Ιεροπηγή (Κόσινετς) 20,8 %, Νεστράμι 22,6 %, Ξινό Νερό (Έξι Σου) 23,1 %. Στις ίδιες εκλογές, το μεταρρυθμιστικό κομμα του Σωτήρη Γκοτζαμάνη, με αυτονομιστικά συνθήματα, παίρνει 23,9 % στην επαρχία Γιαννιτσών, 25,4 % στην επαρχία Αλμωπίας και 35,4 % στην επαρχία Έδεσσας

Κατά μη διασταυρωμένες πληροφορίες (Λάζαρ Κολίσεφσκι, Πτυχές του μακεδονικού ζητήματος) μεταξύ 1933 – 1936 έδρασε στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, οργάνωση της ενωμενης εμεο με 17 παράνομες τοπικές επιτροπές και 893 μέλη. Η δράση της οργάνωσης φαίνεται πάντως από επιστολές της ίδιας ή μελών της στο ριζοσπάστη της εποχής (25/4/1934, 8/6/1934, 10/6/1934, 26/6/1934, 12/8/1934, 12/9/1934, 3/10/1934, 1/11/1934, 13/11/1934, 13/12/1934, 30/1/1935, 3/7/1935, 10/3/1936)”. Βλ. Δημήτρη Λιθοξόου, Η πολιτική του εξελληνισμού της μακεδονικής μειονότητας στο μεσοπόλεμο – δύο ανέκδοτες εκθέσεις από το αρχείο Ι. Μεταξά, περιοδικό ΠΟΛΙΤΗΣ, 124 (1993), σελ. 33.

[23] Στο βραβευμένο το 1994 (για αντιμακεδονική εθνική προσφορά) από την ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ βιβλίο του Λεηλασία φρονημάτων, ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και αντιπρόεδρος του ιμχα Ιωάννης Κολιόπουλος, υπονομεύει άθελά του την εθνική θέση για φιλοβουλγαρισμό των οχρανιτών Μακεδόνων κατά την κατοχή, όταν γράφει πως “η προπαγάνδα της Οχράνα στην περιοχή προωθούσε την ιδέα μιας αυτόνομης Μακεδονίας” και όχι εκείνη της προσάρτησης στη Βουλγαρία. Βλ. Ιωάννου Σ. Κολιόπουλου, Λεηλασία Φρονημάτων / το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη δυτική Μακεδονία 1941 – 1944, εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ, Θεσσαλονίκη, σελ. 85.

[24] Τον Απρίλιο του 1944 μόνο σε 43 χωριά της Καστοριάς υπάρχουν 2.496 άντρες και 1.941 γυναίκες οργανωμένοι στο ΣΝΟΦ. Βλ. Documents relatifs à la participation du peuple Macédonien de la Macédoine Egée la guerre antifasciste 1941 – 1945, Ι, Skopje 1971, σελ. 368 – 370. [25] Η επίθεση περιγράφεται αναλυτικά στο υπόμνημα που κατέθεσε ο ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ στον ΟΗΕ το Μάρτιο του 1947. Εκεί περιγράφονται κατά χωριό οι πυρπολήσεις οικιών, οι βιασμοί γυναικών, οι ξυλοδαρμοί, οι φυλακίσεις και οι δολοφονίες των Μακεδόνων από τις παρακρατικές συμμορίες με την ανοχή του ελληνικού κράτους. Βλ. Έτσι άρχισε ο εμφύλιος – η τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα 1945 – 1947, εκδόσεις ΓΛΑΡΟΣ, Αθήνα 1987.

[26] Ο Todor Simovski υπολογίζει σε 50.000 τους πρόσφυγες Μακεδόνες του 1949. Εκτιμά επίσης ότι ο αριθμός της μειονότητας το 1971 ήταν περίπου 220.000. Βλ. Тодор Симовски, Населените места во Егејска Македонија - географски, етнички и стопански каракте-ристики, Скопје 1978, σελ. 27 και 31.

Το ελληνικό κράτος αρνήθηκε με το γνωστό νόμο Γεννηματά του 1982 και τη σύμφωνη γνώμη του ελληνικού πολιτικού κόσμου τον επαναπατρισμό των τελευταίων επιζώντων μακεδόνων προσφύγων, επιτρέποντας μόνο την επιστροφή των κατά το γένος Ελλήνων.