Skip to main content

μπα-μπαϊτό

 

Ρωμαίικα Διαλεκτικά

 

μπα-μπαϊτό

 

Δημήτρη Λιθοξόου

 

πρώτη δημοσίευση: 2.5.2017

προσθήκες: 11.7.2017

μπα

λέγεται σε ξάφνιασμα, έκπληξη | ιταλικό ba ~ μπα Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κρήτη, Λυκία, Νίσυρος, Ρόδος, Σάμος, Σέρρες

μπα

μήπως ~ μπα Κρήτη, Σαρακατσάνικα, Τσακώνικα | μπάγι Λέσβος | μπάτσι Λέσβος | πα Τσακώνικα

μπα

μπαμπά ~ μπα Κοζάνη, Κρήτη

μπα

ναι ~ μπα Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι, Ρόδος, Σάμος, Χίος

μπα

όχι | διόλου | τούρκικο bah ~ μπα Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Θήρα, Κρήτη, Λέσβος, Μαγνησία, Νίσυρος, Σάμος, Σέρρες

μπα

φιλί (στην παιδική γλώσσα) ~ μπα Νίσυρος

μπα ο

το πόδι ~ μπα Τσακώνικα | πα Τσακώνικα

μπάβαρο το

σαλιάρα ~ μπάβαρο Λευκάδα | μπάμπαρο Λευκάδα

μπαβέλα η

κατσαρόλα ~ μπαβέλα Αχαΐα | μπαδέλα Αχαΐα

μπάβλιακας ου

έλος (λόγιο) ~ μπάβλιακας Άρτα

μπαβούζι

πρησμένα ~ μπαβούζι Τσακώνικα

μπαβούλια η

το φυτό Lathyrus aphaca, αγριοβαβούλι, αγριοκουτσολάθρι του φιδιού, αγριολάθουρα, αγριολαθούρι, λαμπύρι, πνιγιά, σκαλοφίλι ~ μπαβούλια Δημητράκος 1950

μπαβούρι το

παγούρι ~ μπαβούζι Τσακώνικα | μπαβούρι Τσακώνικα | μπαμπούρι Τσακώνικα | μπαμπούζι Τσακώνικα

μπάγα η

πληρωμή | ιταλικό & βενετσιάνικο paga ~ μπάγα Λευκάδα

μπαγαδήσιου

μπουγαδήσιο ~ μπαγαδήσιου Ίμβρος

μπαγαδιά η

κουταμάρα, χαζομάρα ~ μπαγαδιά Ίμβρος | μπγαδιά Ίμβρος | πμαγαδιά Ίμβρος

μπαγάδια τα

αρχίδια ~ μπαγάγια Κέρκυρα | μπαγάδια Ηλεία

μπαγαδιάζω

παθαίνω μπαγάδες | συγκαίγομαι στα μπούτια ~ μπαγαδιάζω Κρήτη

μπαγαδοφευγάλα η

τρεχάλα ~ μπαγαδοφευγάλα Κρήτη

μπαγαδώνω

χάνω δύναμη ~ μπαγαδώνω Καστοριά (πόλη)

μπαγαλάς ου

το φυτό Lupinus hirsutus, αγριολούπουνο ~ μπαγαλάς Σάμος

μπαγάλιο το

διάφορα μικρά ψάρια μικρής εμπορικής αξίας ~ μπαγάλιο Κέρκυρα

μπαγάμια τα

αμύγδαλα | αλβανικό bajame ~ μπαγάμια Θεσπρωτία

μπαγανάς ου

γιδοτόμαρο ~ μπαγανάς Σάμος

μπαγανάς ου

έφηβος (λόγιο) ~ μπαγανάς Λέσβος

μπαγαπόντης ο

κατεργάρης | κομπιναδόρος | απατεώνας (λόγιο) | βενετσιάνικο bagabóndo ~ βαγαπόντης Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995 | μπαγαπόντες Ακαδημία 2016, Λευκάδα | μπαγαμπόντης Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | μπαγαμπόντς Λέσβος, Σέρρες | μπαγαπόντης Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995,ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κέρκυρα, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Νάξος | μπαγαπόντος Κέρκυρα | μπαγαπόντος Κέρκυρα | μπαγαπόντς Σάμος | μπαγκαπόντς Κοζάνη | μπακαμπόντης Δελβίνο | παγαπόντης ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 ~ θηλυκό: μπαγαμπόντισσα ΑΠΘ 1998 | μπαγαμπόντσα Σέρρες | μπαγαπόντισσα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κωνσταντινούπολη | παγαπόντισσα ΑΠΘ 1998 ~ υποκοριστικό: μπαγαποντάκος ο Κριαράς 1995 | μπαγαμποντίτσα η ~ μεγεθυντικό: μπαγαπόνταρος

μπαγαποντιά η

κατεργαριά | απατεωνιά (λόγιο) | κομπίνα βενετσιάνικο vagabondàgio ~ vagabondàgio μπαγαμποντιά Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Λευκάδα | μπαγαμπουντιά Σέρρες | μπαγαποντιά Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | παγαποντιά ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγαπόντικος

κατεργάρικος ~ μπαγαπόντικος Κριαράς 1995 ~ θηλυκό: μπαγαπόντικη Κριαράς 1995 ~ ουδέτερο: μπαγαπόντικο Κριαράς 1995

μπαγάς ο

καβούκι χελώνας | ταρταρούγα | τούρκικο bağa ~ μπαγάς Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931

μπαγάς ο

φουσκάλα στην άκρη της οπλής του ζώου | παραμορφωτική αρθρίτιδα ~ μπαγάς Κρήτη, Μαγνησία ~ θηλυκό: μπαγάδα Κρήτη ~ πληθυντικός: μπαγάδες οι Κρήτη

μπαγάς ου

μπουγάς, ταύρος (λόγιο) | κουτός, χαζός | τούρκικο boğa ~ μπαγάς Ίμβρος | μεγεθυντικό: μπαγαδάρας Ίμβρος

μπαγάσα η

τσούλα | ξεκωλωμένη [(sic) Somavera] | ιταλικό bagascia ~ μπαγάσα Somavera 1709, Meyer 1895, Ανδριώτης 1983

μπαγάσας ο

έξυπνος και πονηρός (χαϊδευτικά) | κωλοπετσωμένος ~ μπαγάς Ίμβρος | μπαγάσας Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άρτα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Πιερία, Σάμος, Φωκίδα ~ υποκοριστικό: μπαγάσικο το Ζάκυνθος | μπαγασάκος ο Ακαδημία 2016 | μπαγασούδικο το Ζάκυνθος

μπαγάσας ο

πούστης [(sic) Somavera] ~ μπαγάσας Somavera 1709, Δημητράκος 1950, Ζάκυνθος

μπαγάσικος

κατεργάρικος ~ μπαγάσικος ΑΠΘ 1998 ~ θηλυκό: μπαγάσικη ΑΠΘ 1998 ~ μπαγάσικο ΑΠΘ 1998 ~ επίρρημα: μπαγάσικα ΑΠΘ 1998

μπαγδατί το

ταβάνι ή μεσότοιχος από σοβαντισμένα ξύλα ή καλαμωτή | τούρκικο bağdati ~ βαγδατί Κρήτη | μπαγδαντί Ηπίτης 1909, Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Καστοριά (πόλη), Κοζάνη, Λέσβος, Χαλκιδική | μπαγδατί Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αϊβαλί, Θάσος, Ιωάννινα, Κοζάνη, Κρήτη, Λέσβος, Μαγνησία, Μέγαρα, Μοσχονήσι, Χίος | μπαγκντατί Λήμνος | μπαγλαντί Καστοριά, Μέγαρα | μπαγλατί Αρκαδία | | μπαγναντί Χαλκιδική | μπαγνταντί Γρεβενά, Ίμβρος, Κοζάνη, Σάμος | μπαγντατί Κουκκίδης 1960, Θράκη, Ιωάννινα, Κοζάνη, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος, Μακεδονία ~ θηλυκό: μπαγδατή Καρδίτσα

μπαγδατίζω

φτιάχνω μπαγδατί ~ μπαγδαντίζω Ηπίτης 1909 | μπαγδατίζω Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950

μπαγδούκι

ξερό ~ μπαγδούκι Σύρος

μπαγέτο το

πλεκτό (σκοινί) | βενετσιάνικο pagéto ~ μπαγέτο Hesseling 1903

μπαγί το

παγίδι, παΐδι ~ μπαγί Πάρος

μπαγιά

πολύ, αρκετά | τούρκικο baya ~ μπαγιά Ημαθία, Θεσσαλονίκη, Νάξος, Πιερία, Σέρρες, Χαλκιδική | μπάια Σουφλί

μπάγια η

κοροϊδία ~ μπάγια Κέρκυρα

μπαγιαγί

πόπο, ποπό ~ μπαγιαγί Κρήτη

μπάγιαγκας ο

αράχνη, ανυφαντής, ρόγα, σφαλάγγι | σλάβικο ~ μπάγιαγκας Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Σιάτιστα

μπαγιαγκουφουλιά η

ιστός αράχνης | αραχνιά ~ μπαγιαγκουφουλιά Κοζάνη, Σιάτιστα | μπαϊγκουφουλιά Κοζάνη

μπαγιάκλα η

παράλυση (λόγιο) ~ μπαγιάκλα Αιτωλοακαρνανία

μπαγιακλός

παράλυτος (λόγιο) ~ μπαγιάκλα Αιτωλοακαρνανία

μπαγιακόκος

χαζός, κουτός | μπαγιακόκος Λευκάδα

μπαγιαμόλαδο το

αμυγδαλόλαδο ~ μπαγιαμόλαδο Δρόπολη

μπαγιαντάς ου

ξύλινο υποστήριγμα ~ μπαγιαντάς Καστοριά ~ πληθυντικός: μπαγιαντάδις Καστοριά

μπαγιαντέρα η

γυναίκα με πολλά κοσμήματα | χορεύτρια | πουτάνα | πολύχρωμο σχέδιο σε ύφασμα | ιταλικό baiadera ~ μπαγιαντέρα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016, Λευκάδα, Σάμος

μπαγιαντώ

κεντώ ~ μπαγιαντώ Πιερία

μπαγιάρω

κοροϊδεύω, αναγελώ, περιγελώ, μπαιζογελάω | ιταλικό baiare ~ μπαγιάρω Meyer 1895, Ικαρία, Κύθνος, Χίος

μπάγιας

χαζός, κουτός ~ μπάγιας Λευκάδα

μπαγιασό το

καλό ψάθινο καπέλο ~ μπαγιασό Ζάκυνθος | μπαγιασόν Φωκίδα

μπαγιάτ του

ρεζίλεμα ~ μπαγιάτ Μαγνησία

μπαγιάτεμα το

τούρκικο bayatlama ~ μπαγιάτεμα ΑΠΘ 1998

μπαγιατεύω

είμαι ή γίνομαι μπαγιάτικος ~ μπαγιατεύγω Κρήτη | μπαγιατεύω Ηπίτης 1920, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Κρήτη | παγιατεύω Πόντος | παγιατώνω Πόντος

μπαγιάτης

παλιός ~ μπαγιάτης | μπαγιάτς Θεσσαλονίκη, Ίμβρος

μπαγιάτι

κρύο | παγωμένο ~ μπαγιάτ Φωκίδα | μπαγιάτι Ηλεία, Θεσπρωτία

μπαγιάτι το

το μπαγιάτικο ψωμί ~ μπαϊάτι Somavera 1709, Λευκάδα | παγιάτ Πόντος | παγιάτι Καππαδοκία | παγιάτιν Πόντος

μπαγιατιάζω

μπαγιατεύω ~ μπαγιατιάζου Πιερία | μπαγιατιάζω Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Miklosich 1884, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998

μπαγιατιένου

μπαγιατεύω ~ μπαγιατιένου Λέσβος

μπαγιατίζω

μπαγιατεύω ~ μπαγιατίζω Βεντότης 1790, Legrand 1882

μπαγιάτικος

αλλοιωμένος (για τρόφιμο) | πολυκαιρισμένος (λόγιο) | αντίθετο: φρέσκος | τούρκικο bayat ~ μπαγιάτικος Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Miklosich 1884, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κρήτη, Νάξος | μπαγιάτκος Θεσπρωτία, Προύσα | μπαγιάτκους Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Λέσβος, Πιερία, Σαμοθράκη, Σέρρες | μπαϊάτικος Somavera 1709 ~ θηλυκό: μπαγιάτικια Δημητράκος 1950 | μπαγιάτικη Legrand 1882, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κρήτη | μπαγιάτκ Καστοριά, Κοζάνη | μπαγιάτσα Λέσβος ~ ουδέτερο: μπαγιάτικο Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κρήτη, Νάξος | μπαγιάτκου Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λέσβος | μπαϊάτικο Somavera 1709 | μπαϊάτικον Somavera 1709 | παγιάτικον Πόντος | παγιάτκον Πόντος

μπαγιατίλα η

η μυρουδιά του μπαγιάτικου ~ μπαγιατίλα Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγιατοπάζαρο το

παζάρι με παλιατζίδικα | παλιατσοπάζαρο ~ μπαγιατοπάζαρο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950

μπαγιέτο το

πλεχτή ζώνη που κρατά τη βάρκα στο καράβι ~ μπαγιέτο Πρωία 1934, Δημητράκος 1950 | μπαλιέτο Πρωία 1934

μπαγιλντσμάδα η

μπαΐλντισμα ~ μπαγιλντσμάδα Λέσβος

μπαγιόκα η

προκοίλι ~ μπαγιόκα Μαγνησία ~ ουδέτερο: μπαγιόκου Μαγνησία

μπαγιοκλής ο

πλούσιος | λεφτάς ~ μπαγιοκλής Καπετανάκης 1962

μπαγιόκο το

λεφτά, παραδάκι (κυρίως τα ψιλά) | βενετσιάνικο bagiòco ~ μπαγιόκο Καπετανάκης 1962, Κεφαλονιά, Κέρκυρα, Κύθηρα, Σύρος | μπαγιόκου Λέσβος

μπαγιόκος ο

κριθαρένιο ψωμί ~ μπαγιόκος Κύθηρα

μπαγιονέτα η

ξιφολόγχη (λόγιο) | ιταλικό baionetta & βενετσιάνικο bajonéta ~ μπαγιονέτα Meyer 1895, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κρήτη | μπαγιονέττα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950 | μπαγιουνέτα Αϊβαλί, Λέσβος, Μοσχονήσι | μπαϊνέτα Μαγνησία

μπαγιότα η

θερμοφόρα (λόγιο) ~ μπαγιότα Κύθηρα

μπαγιότο το

μπάγιας, μπαγιακόκος ~ μπαγιότο Λευκάδα

μπαγιού το

μικρός μπουφές με καθρέφτη ~ μπαγιού Σύρος

μπαγιρίσια

πονηρή ~ μπαγιρίσια Λέσβος

μπαγιρντίζω

φωνάζω | κλαίω δυνατά | τούρκικο bağırmak ~ μπαγιρντίζω Καππαδοκία | μπαγρντίζου Σουφλί

μπαγιρντού

μπαγιρντίζω ~ μπαγιρντού Καππαδοκία

μπαγιτάρης ο

κτηνίατρος (λόγιο) | τούρκικο baytar ~ μπαγιτάρης Κουκκίδης 1960 | μπαγτάρς Κουκκίδης 1960, Θράκη | μπαϊτάρης Κουκκίδης 1960

μπάγκα η

τράπεζα (λόγιο) | πάγκος | βάθρο (λόγιο) | ιταλικό banca ~ μπάγγα Βλάχος 1659 | μπάγκα Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Βεντότης 1790, Legrand 1882, Meyer 1895, Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κοζάνη, Μύκονος

μπάγκαβους

ασπρόμαυρος | γκρίζος | σκούρος | βλάχικο: bagavu ~ μπάγκαβους Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Σιάτιστα | μπιάγκαβους Κοζάνη ~ θηλυκό: μπάγκαβ Γρεβενά, Καστοριά ~ ουδέτερο: μπάγκαβου Γρεβενά, Καστοριά

μπαγκάδα η

πάγκος | στενόμακρο τραπέζι ~ μπαγκάδα Ζάκυνθος, Μύκονος | πανκάδα Ζάκυνθος

μπαγκάζια τα

αποσκευές (λόγιο) | βενετσιάνικο bagàgio ~ μπαγάδια Αρκαδία | μπαγάγια Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Λευκάδα, Σάμος, Σκόπελος | μπαγάζια ΑΠΘ 1998, Κάρπαθος, Κύθηρα, Λέσβος, Χίος | μπαγάκια Θεσπρωτία, Λευκάδα | μπαγάλια Κύθηρα | μπαγάλλια Νίσυρος | μπαγκάγια Meyer 1895, Ανδριώτης 1983, Νάξος | μπαγκάζια Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Κωνσταντινούπολη, Λέσβος | μπακάζια Ρόδος | παγάτζα Πόντος

μπαγκαζιέρα η

μπαγαζιέρα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016 | μπαγκαζιέρα ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγκαλέτο το

άσπρο κουβερλί ή τραπεζομάντηλο ~ μπαγκαλέτο Κέρκυρα

μπαγκάλι το

λιόπανο ~ μπαγκάλι Κρήτη

μπαγκαλογυρίστρα η

αυτή που μετακινεί τα μπαγκάλια στο λιομάζωμα ~ μπαγκαλογυρίστρα Κρήτη

μπαγκανότα η

τραπεζογραμμάτιο (λόγιο) | χαρτονόμισμα (λόγιο) | λεφτά, παραδάκι | χάλκινο κέρμα | ιταλικό banconota & βενετσιάνικο bancanòta ~ μπαγκανότα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Πάρος, Σουφλί, Φωκίδα | παγκανότα Ανδριώτης 1983

μπαγκάρα η

κελάρι ~ μπαγκάρα Χίος

μπαγκάρι το

παγκάρι ~ μπαγκάλι Somavera 1709, Meyer 1895, Πάρος | μπαγκάρι Somavera 1709, Meyer 1895, Κύθηρα

μπαγκατέλα η

παλιατζούρα, παλιόπραμα | γριά γυναίκα | ψιλοδουλειά (εργασία μικρή σε χρόνο και αμοιβή) ιταλικό bagattella & βενετσιάνικο bagatéla ~ μπαγατέλα Ζάκυνθος, Κρήτη | μπαγκατέλα Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Φωκίδα | μπαγκατέλλα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950 | μπακατέλα Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | μπαχατέλα Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγκάτι το

μικρό κοπάδι ~ μπαγκάτι Θεσπρωτία

μπαγκέρης ο

τραπεζίτης (λόγιο) | σαράφης | βενετσιάνικο banchièr ~ μπαγκάρης Portius 1635, Lange 1708, Somavera 1709, Βλαστός 1931 | μπαγκέρης Βλάχος 1659, Somavera 1709, Legrand 1882, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ζάκυνθος | μπαγκιέρης Ηπίτης 1909 | μπανγκέρς Χαλκιδική

μπάγκες οι

μέρη της σκεπής ~ μπάγκες Βλαστός 1931

μπαγκέτα η

ραβδάκι του μαέστρου | μακρόστενη φρατζόλα ψωμί | μεταλλική ράβδος που χρησιμοποιούσαν στα εμπροσθογεμή όπλα | ιταλικό bacchetta & βενετσιάνικο bachéta ~ μπαγκέτα Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Φωκίδα | μπαγκέττα Δημητράκος 1950

μπαγκέτα η

σκαμνί ~ μπαγκέτα Μύκονος

μπαγκέτο το

συρτάρι-ταμείο ~ μπαγκέτο Κέρκυρα

μπαγκλάβι το

βρισιά: ξόανο (λόγιο) | ρόπαλο (λόγιο) | λατινικό maniclavium ~ μαγκλάβι | μπαγκλάβι Καππαδοκία | παγκλάβι

μπάγκος o

πάγκος | τράπεζα (λόγιο) | ιταλικό & βενετσιάνικο banco ~ μπάγκος Germano 1622, Portius 1635, Βλάχος 1659, Du Cange 1688, Lange 1708, Somavera 1709, Legrand 1882, Meyer 1895, Hesseling 1903, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 201, Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κρήτη, Νάξος | μπάγκους Ιωάννινα, Κοζάνη, Σέρρες | πάγκος Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | μπάνγκους Χαλκιδική ~ πληθυντικός: μπάγκοι Ονοματολόγιο Ναυτικό 1884

μπάγκος ο

ξέρα ~ μπάγκος Βλαστός 1931, Πάρος

μπαγκούλι το

σκαμνί ~ μπαγκούλι Κέρκυρα

μπάγκουρο το

το δέντρο Olea europaea var oleaster, αγριέλα, αγριελιά, αγριελιός, αγριέλι, αγριελίδα, αγριελίδι, αγρίλι, αγριοελιά, αγριλιά, αρκολιά, κοσίνη, κόστινος, φιλουριά ~ μπάγκουρο Κύθηρα ~ αρσενικό: μπάγκουρος Κύθηρα

μπάγκους ου

σιδηροδρομική γραμμή ~ μπάγκους Σουφλί

μπαγκούτ του

ζώο που δεν αποδίδει οικονομικά ~ μπαγκούτ Ίμβρος

μπαγκουτζής ου

σιδηροδρομικός υπάλληλος ~ μπαγκουτζής Σουφλί

μπαγκώνω

κερδίζω πολλά λεφτά ~ μπαγκώνω Μύκονος

μπαγλαμάς ο

μικρός τζουράς, με τρία διπλά τέλια | το κορόιδο | τούρκικο bağlama ~ μπαγλαμάς Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Θεσσαλονίκη, Λέσβος, Φωκίδα | υποκοριστικό: μπαγλαμαδάκι Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγλάμι το

εμμονή (λόγιο) ~ μπαγλάμι Μεσσηνία

μπαγλάμι το

ροχάλα, χλέπα ~ μπαγλάμι | μπαγλάμ Ιωάννινα

μπαγλαντίζω

μπαγλαρώνω ~ μπαγλαντίζω Κρήτη

μπαγλάρω

μπαγλαρώνω ~ μπαγλάρου Σάμος | μπαγλάρω Κρήτη

μπαγλάρωμα το

σύλληψη (λόγιο) | ξυλοδαρμός (λόγιο) | δέσιμο ~ μπαγλάρουμα Άρτα | μπαγλάρωμα Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγλαρώνω

δένω | συλλαμβάνω (λόγιο) | δέρνω | τούρκικο bağlamak ~ μπαγκλαρώνου Κοζάνη | μπαγλαρώνου Άρτα, Ίμβρος, Κοζάνη, Λέσβος, Πιερία, Σάμος, Σιάτιστα, Σουφλί, Χαλκιδική | μπαγλαρώνω Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Καπετανάκης 1962, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ηλεία, Κάρυστος, Κορινθία, Κρήτη, Λακωνία, Μεσσηνία ~ μπαγλαρώνομαι Καπετανάκης 1962, ΑΠΘ 1998 ~ μετοχή: μπαγλαρουμένους Ίμβρος, Κοζάνη, Σιάτιστα | μπαγλαρωμένος ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπαγλατάου

λέω την προσευχή στον μιναρέ ~ μπαγλατάου Ιωάννινα

μπαγλατζής ο

που έδενε τα στάχυα σε δεμάτια ~ μπαγλατζής Μαγνησία

μπαγλέρνω

μπαγλαρώνω ~ μπαγλέρνω Κρήτη

μπαγλιστάω

μπαϊλντίζω ~ μπαγλιστάω Αρκαδία

μπαγολίνα η

ραβδάκι από καλάμι | μπαστουνάκι για βόλτα | βενετσιάνικο bagolìna ~ μπαγολίνα Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Κύθηρα | μπαγουλίνα Λευκάδα | μπαουλίνα Λευκάδα

μπαγορδάντες ο

καλοφαγάς | γουλόζος ~ μπαγορδάντες Ζάκυνθος, Κέρκυρα

μπαγόρδο το

γλέντι | τσιμπούσι | πανηγύρι | ιταλικό bagordo ~ μπαγόρδο Ζάκυνθος ~ θηλυκό: μπαγόδα Ζάκυνθος | μπαγόρδα Αιτωλοακαρνανία, Ζάκυνθος, Κρήτη, Κύθηρα

μπαγορδολόγος ο

καλοφαγάς ~ μπαγορδολόγος Κεφαλονιά

μπαγουρδιάζου

τρώω καλά σε τσιμπούσι ~ μπαγουρδιάζου Αιτωλοακαρνανία

μπάγουρος ο

μπαμπούλας ~ μπάγουρος Σαράντα Εκκλησιές

μπαγτζής ο

αμπελουργός, αμπελάρης | τούρκικο bağcı ~ μπαγτζής Κουκκίδης 1960, Κωνσταντινούπολη | μπαγτσής Κουκκίδης 1960

μπαγτζίκ του

κομμάτι από σπάγγο ή σπάρτο για τη στερέωση του βεργιασμένου καπνού | τούρκικο bağcik ~ μπαγτζίκ Σάμος

μπαγτζίκουμα του

στερέωμα του καπνού στη βέργα ~ μπαγτζίκουμα Σάμος

μπαγτζικώνου

στερεώνω τον καρπό στη βέργα ~ μπαγτζικώνου Σάμος

μπαδάρω

προσέχω | ιταλικό badare & βενετσιάνικο badàr ~ μπαδάρω Λευκάδα

μπαδέρνα η

πανί που προστατεύει το σκοινί από την τριβή | βενετσιάνικο baderna ~ μπαδέρνα Hesseling 1903

μπαδιέρα η

τσίνορο, ματόκλαδο ~ μπαδιέρα Πάρος

μπαδογέλεκο το

σακάκι που φορούσαν οι καλόγεροι ~ αμπαδογίλεκο Πάρος | μπαδογέλεκο Πάρος

μπαδουλιά η

πατημασιά, πατουσιά | ντορός ~ μπαδουλιά Νάξος

μπάζα η

κέρδος (κυρίως αθέμιτο) | χαρτωσιά | βενετσιάνικο baza ~ μπάζα Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Δελβίνο, Ζάκυνθος, Ιωάννινα, Κέρκυρα, Κοζάνη, Λευκάδα, Νάξος, Πάργα, Σιάτιστα

μπάζα τα

άχρηστα υλικά κατεδάφισης | ιταλικό basa ~ μπάζα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ηλεία, Σιάτιστα, Τρίκαλα | μπάζια Κύθηρα

μπαζαΐτκους ου

κοντός ~ μπαζαΐτκους Μαγνησία

μπαζαΐτς ου

μπαζαΐτκους ~ μπαζαΐτς Μαγνησία

μπαζάκα η

κοιλιά | βλάχικο: bâzakă ~ μπαζάκα Πιερία

μπαζάκας

κοιλαράς | βλάχικο: bâzâkos ~ μπαζάκας Πιερία

μπαζακιάζου

φουσκώνει η κοιλιά μου από το πολύ φαΐ ~ μπαζακιάζου Πιερία

μπαζακιάης

μπαζάκας ~ μπαζακιάης Πιερία

μπαζάκιασμα του

φούσκωμα από το πολύ φαΐ ~ μπαζάκιασμα Πιερία

μπαζακλιάρκους

μπαζάκας ~ μπαζακλιάρκους Πιερία

μπαζαούλι το

μικρό ψωμί ~ μπαζαούλι Κεφαλονιά

μπαζάρεμα το

παζάρεμα ~ μπαζάρεμα Somavera 1709

μπαζαρεύω

παζαρεύω ~ μπαζαρεύω Somavera 1709 ~ μετοχή: μπαζαρεμένος Somavera 1709

μπαζάρι το

παζάρι το | τούρκικο pazar ~ μπαζάρι Somavera 1709, Passow 1870, Legrand 1882

μπαζαριάζω

παζαρεύω ~ μπαζαριάζω Passow 1870

μπαζαρίζω

παζαρεύω ~ μπαζαρίζω Somavera 1709

μπαζάρισμα το

τέντωμα ~ μπαζάρισμα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950

μπαζαριώτης ο

παζαριώτης | πραματευτής ~ μπαζαριότης Somavera 1709 | μπαζαριώτης Germano 1622, Portius 1635, Du Cange 1688, Lange 1708,

μπαζαρκάνα η

σουρτούκα, αλανιάρα | τσατσά ~ μπαζαργκάνα Άρτα | μπαζαρκάνα Θεσπρωτία, Ιωάννινα

μπαζάρω

τεντώνω, σφίγγω | στηρίζω ιστίο ~ μπαζάρω Ονοματολόγιο Ναυτικό 1884, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950 | μποζάρω Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931

μπάζεν

που και που | κάποτε | τούρκικο bazen ~ μπάζεν Κωνσταντινούπολη

μπαζέρνου

φορτώνω ~ μπαζέρνου Λήμνος

μπαζές ο

δίμιτο πανί ~ μπαζές Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882

μπάζι το

το πρώτο γκαζάκι (γυάλινο) ή βόλος στην αράδα του παιχνιδιού ~ μπαζ Καρδίτσα | μπάζι Μέγαρα

μπαζί το

το φυτό Beta Vylgaris var. cicla, σέσκουλο, σέσκλο, σεύκουλο, φέσκουλο | τούρκικο pazı ~ μπαζί Καππαδοκία, Κρήτη

μπαζιαρίζω

τακτοποιώ (λόγιο) | τιθασεύω (λόγιο) ~ μπαζιαρίζω Μέγαρα

μπαζιμπουζούκος ο

βαζιβουζούκος ΑΠΘ 1998 | μπαζιμπουζούκος ΑΠΘ 1998

μπαζίνα η

ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού | χυλός από αλεύρι καλαμποκιού τηγανισμένος με λάδι ή βούτυρο | ξερό ψωμί βρασμένο με λάδι και ξίδι | κουρκούτι | μουσταλευριά ~ μπαζίλα Ιωάννινα | μπαζίνα Βλαστός 1931, Αιτωλοακαρνανία, Αρκαδία, Άρτα, Αχαΐα, Ηλεία, Θεσπρωτία, Ιωάννινα, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Λακωνία, Λευκάδα, Μεσσηνία, Μύκονος, Σαρακατσάνικα, Τρίκαλα, Φθιώτιδα | μπατζίνα Ηλεία, Μεσσηνία

μπαζιριάνης ο

μπαζαριώτης ~ μπαζιριάνης Μήλος

μπαζλαμάτσα η

νερουλό ζυμάρι ~ μπαζλαμάτσα Διδυμότειχο

μπαζντί του

κάποιο χόρτο που κάνει για ζωοτροφή ~ μπαζντί Φωκίδα

μπαζντραβίτσα η

ακροχορδώνα (λόγιο), μυρμηγκιά | κρεατοελιά που βγαίνει στα χέρια | σλάβικο bradavica ~ μπαζντραβίκα Σέρρες | μπαζντραβίτσα Γρεβενά, Διδυμότειχο, Θεσπρωτία, Καστοριά, Κοζάνη, Πιερία, Σιάτιστα, Σουφλί, Χαλκιδική ~ πληθυντικός: μπαζντραβίτσις Καστοριά

μπαζντραβουβότανου του

βότανο κατά της μπαζντραβίτσας ~ μπαζντραβουβότανου Κοζάνη

μπάζο το

άσχημος ή ανόητος άνθρωπος ~ μπάζο Ακαδημία 2016

μπαζός ο

βάση δοχείου | ιταλικό: base ~ μπαζός Meyer 1895, Λακωνία

μπαζότσαπα η

είδος τσάπας, πλατότσαπα ~ μπαζότσαπα Σάμος

μπαζουνία α

τα ξερά φύλλα από τις καλαμιές ~ μπαζουνία Τσακώνικα | μπαζουνία Τσακώνικα

μπαζούρι το

λυχνάρι ~ μπαζούρι Βλαστός 1931

μπάζω

βάζω | εισάγω (λόγιο) ~ εμπάζω Πόντος | μπάζου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Ίμβρος, Ιωάννινα, Καππαδοκία, Καστοριά, Σάμος, Σέρρες | μπάζω Ηπίτης 1909, Thumb 1912, Ηπίτης 1920, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Θεσπρωτία, Κεφαλονιά, Κύθηρα, Κύπρος, Λευκάδα, Πάργα, Ρόδος ~ μετοχή: μπαγμένους Πιερία | μπασμένος Πρωία 1934, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016 | μπασμένους Ίμβρος

μπάζω

πουλώ ~ μπάζω Ρόδος

μπάζωμα το

επιχωμάτωση (λόγιο) ~ μπάζωμα Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998

μπαζώνω

επιχωματώνω (λόγιο) ~ μπαζώνω Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ηλεία, Μεσσηνία ~ μπαζώνομαι ΑΠΘ 1998 ~ μπαζωμένος ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016

μπάης ο

αδερφός ~ μπάης Καστοριά (πόλη)

μπάης ο

μπαμπούλας | ξωτικό ~ μπάης Κάρπαθος, Ρόδος

μπαθακιάζου

μαραζώνω | ζαβλακώνομαι ~ μπαθακιάζου Σάμος

μπαθακιάρς

αρρωστιάρης ~ μπαθακιάρς Σάμος

μπαθής ο

χρόνια ασθενής ~ μπαθής Κοζάνη ~ θηλυκό: μπαθίτσα Κοζάνη

μπάθρα η

έλος (λόγιο) ~ μπάθρα Άρτα

μπάθρα η

κομμάτι μπάλωμα από τομάρι γουρουνιού (για τσαρούχια, σαμάρια) ~ μπάθρα Μάνη ~ ουδέτερο: μπαθρί Πιερία

μπαθρώνου

βουλώνω με λάσπη τις τρύπες στο ντουβάρι ~ μπαθρώνου Πιερία

μπάι

τζα (κρυφτό με τα μωρά) ~ μπάι Τσακώνικα | μπαμπάι μπάιμα

μπαϊά

πολύ ~ μπαϊά Θεσσαλονίκη

μπαϊάδα η

γη (χωράφι) με πέτρες και άμμο ~ μπαϊάδα Κύθηρα

μπαϊβάνκα

με τριποδισμό ~ μπαϊβάνκα Πιερία

μπαϊβάνκους

άλογο που τρέχει με τριποδισμό ~ μπαϊβάνκους Πιερία

μπαιγνιίζω

χαζοφέρνω ~ μπαιγνιίζω Κέρκυρα

μπαίγνιο το

περίγελος (λόγιο) ~ μπαίγνιο Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Άνδρος, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Κρήτη, Κύθηρα, Λευκάδα | μπαίγνιου Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Σάμος, Σκόπελος

μπαιζογελάω

κοροϊδεύω, αναγελώ, περιγελώ, μπαγιάρω | μπαιζογελάω Αρκαδία | μπαιζογελώ Κύθηρα

μπαϊκάμς

κακός ~ μπαϊκάμς Μαγνησία

μπαΐλας ο

μεγάλο κομμάτι φελλού που υπάρχει στα δίχτυα της τράτας ~ μπαΐλας Μαγνησία, Μύκονος

μπάιλας ο

μπαΐλντισμα ~ μπάιλας Αιτωλοακαρνανία, Καρδίτσα, Σαρακατσάνικα

μπαϊλιάζω

μπαϊλντίζω ~ μπαϊλιάζω Δελβίνο

μπαϊλίζω

μπαϊλντίζω ~ μπαϊλίζου Αιτωλοακαρνανία, Ιωάννινα, Πιερία, Σαρακατσάνικα | μπαϊλίζω Βεντότης 1790, Legrand 1882, Miklosich 1884, Θεσπρωτία, Κέρκυρα ~ μετοχή: μπαϊλισμένος Βεντότης 1790 | μπαϊλσμένους Αιτωλοακαρνανία

μπαΐλιμα του

μπαΐλντισμα ~ μπαΐλιμα Αιτωλοακαρνανία

μπαϊλίου

μπαϊλντίζω ~ μπαϊλίου Τσακώνικα

μπαϊλισιά η

μπαΐλντισμα ~ μπαϊλισιά Θεσπρωτία | μπαϊλσιά Αιτωλοακαρνανία, Άρτα, Καστοριά, Κοζάνη

μπαΐλισμα το

μπαΐλντισμα ~ μπαΐλισμα Βεντότης 1790, Legrand 1882, Miklosich 1884 | μπαΐλσμα Αιτωλοακαρνανία

μπαϊλντίζω

απαυδώ (λόγιο) | αποκάμνω | λιγοθυμώ | τούρκικο bayılmak ~ μπαγιαλνίζου Ίμβρος | μπαγιλντίζου Ίμβρος, Λέσβος, Φωκίδα | μπαγιλντίζω Κουκκίδης 1960, Καππαδοκία, Προύσα | μπαϊλαντίζω Κρήτη | μπαϊλδίζω Ηπίτης 1909 | μπαϊλντίζου Αϊβαλί, Αιτωλοακαρνανία, Άνδρος, Κοζάνη, Λέσβος, Μοσχονήσι, Σάμος, Σέρρες, Σιάτιστα, Σκόπελος, Σουφλί | μπαϊλντίζω Miklosich 1884, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αρκαδία, Ηλεία, Θεσπρωτία, Καστοριά (πόλη), Κορινθία, Κρήτη, Κύθηρα, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Μέγαρα, Μεσσηνία, Μύκονος | μπαϊλτίζου Φωκίδα | μπαϊλτίζω Κύπρος | μπαϊρντίζω Κρήτη, Νάξος, Χίος ~ μετοχή: μπαγιλντσμένους Ίμβρος | μπαγιλτσμένους Λέσβος | μπαϊλαντισμένος Κρήτη | μπαϊλντισμένος Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ηλεία, Κρήτη, Λακωνία, Νάξος | μπαϊλτσμένους Κοζάνη, Σουφλί | μπαϊλτισμένος Κρήτη | μπαϊρντισμένος Κρήτη

μπαΐλντισμα το

απαυδημός (λόγιο) | αποκάμωμα | λιγοθυμιά | τούρκικο bayilma ~ μπαΐλντισμα Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Μύκονος | μπαΐλντσμα Σέρρες | μπαΐλτσμα Γρεβενά, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη ~ μεγεθυντικό: μπαϊλτσμάρα Κοζάνη, Λάρισα

μπαϊλντώ

μπαϊλντίζω ~ μπαγιαλντώ Ίμβρος | μπαγιλντώ Αϊβαλί, Ίμβρος, Λέσβος, Μοσχονήσι | μπαγιουλντώ Καβάλα | μπαϊλντάου Σέρρες | μπαϊλντώ Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ημαθία, Κοζάνη, Πιερία, Σέρρες, Σουφλί

μπαϊλνώ

μπαϊλντίζω ~ μπαϊλνάου Καστοριά | μπαϊλνώ Γρεβενά, Καστοριά, Κοζάνη, Χαλκιδική | μπαϊντού Καππαδοκία ~ μετοχή: μπαϊλτζμένους Καστοριά

μπαϊλός

κουτός ~ μπαϊλός Αιτωλοακαρνανία

μπάιλος

παρδαλός ~ μπάιλος Κύθηρα ~ θηλυκό: μπάιλη Κύθηρα ~ ουδέτερο: μπάιλο Κύθηρα

μπαϊλτσμάρα η

μπαΐλντισμα ~ μπαϊλτσμάρα Κοζάνη

μπαϊλώ

μπαϊλντίζω ~ Πιερία

μπάιμα το

βγάλσιμο | ανατολή | ανέβασμα | φανέρωμα ~ μπάιμα Τσακώνικα | μπάισμα Τσακώνικα

μπαϊμάδκους

με άγαρμπο περπάτημα ~ μπαϊμάδκους Πιερία | μπαϊμάκους Κοζάνη

μπαϊμάκας

καχεκτικός (λόγιο) | ανάπηρος (λόγιο) ~ μπαϊμάκας Κοζάνη | μπαϊμάκης Καστοριά (πόλη | μπαϊμάκους Καστοριά, Κοζάνη | μπαϊμάξ Κοζάνη ~ θηλυκό: μπαϊμάκ Καστοριά | μπαϊμάκου Κοζάνη ~ ουδέτερο: μπαϊμάκου Καστοριά

μπαϊμπούρ του

παλιόρουχο ~ μπαϊμπούρ Θάσος

μπαϊνάκ του

μπαΐλντισμα ~ μπαϊνάκ Σουφλί

μπαίννωμα το

είσοδος (λόγιο) ~ μπαίννωμα Κάλυμνος

μπάινο το

σημαδούρα από φελλό στη θάλασσα, που πάνω της δένουν το σκοινί από το δίχτυ ~ μπάινο Ζάκυνθος

μπαινοβγαίνω

συναναστρέφομαι (λόγιο) ~ μπαιζοβγαίνω Αρκαδία, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Ηλεία, Μεσσηνία | μπαιννοβγκαίννω Κάρπαθος | μπαιννοβκαίννω Κύπρος | μπαιννοφκαίννω Κύπρος | μπαινοβγαίνω Passow 1870, Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία

μπαινοβγαλίκι το

το πήγαινε-έλα | μπαινοβγάλματα ~ μπαινοβγαλίκι Κρήτη

μπαινοβγάλματα τα

συναναστροφές (λόγιο) | τα πολλά σούρτα-φέρτα ~ μπαινοβγάλματα Πρωία 1934 ~ ενικός: μπαιζόβγαλμα Αρκαδία

μπαινοβγαρσά η

το πέρασμα | η άδεια να μπαινοβγαίνεις κάπου ~ μπαινοβγαρσά Κρήτη

μπαινοβγαρτίκη το

συχνή επίσκεψη σε ένα μέρος ~ μπαινοβγαρτίκη Κρήτη

μπαινόβρακας ο

κόκορας με πολλά πούπουλα στα πόδια (μέχρι χαμηλά) ~ μπαινόβρακας Ηλεία

μπαινοβρέκι το

περισκελίδα (λόγιο) ~ μπαινοβρέκι Ηλεία

μπαινοδιαβαίνω

περνώ από μέσα ~ μπαινοδιαβαίνω Κύθηρα

μπαίνος ο

πούτσος, ψωλή ~ μπαίνος Κέρκυρα

μπαΐνου

βγαίνω | ανατέλλω | ανεβαίνω | φανερώνομαι ~ μπαΐνου Τσακώνικα ~ μπαΐχου Τσακώνικα

μπαϊντάτ

ποικιλία κουκουλιών μεταξοσκώληκα ~ μπαϊντάτ Σουφλί

μπαϊντιρμάς ου

μικρό κοφίνι ~ μπαϊντιρμάς Σάμος

μπαϊντός ο

σχόλασμα (λόγιο) | τούρκικο paydos ~ μπαϊντός Καστοριά, Σιάτιστα, Κοζάνη ~ ουδέτερο: μπαϊντούζι Λευκάδα

μπαϊντούσκα η

είδος χορού ~ μπαϊντούσκα Διδυμότειχο

μπαίνω

εισέρχομαι (λόγιο) | εντάσσομαι (λόγιο) | εισπλέω (λόγιο) ~ εμπαίνω Πόντος | μπαίνου Αιτωλοακαρνανία, Ευρυτανία, Ιωάννινα, Καππαδοκία, Μέγαρα, Σαμοθράκη, Σάμος, Τσακώνικα | μπαίνω Βλάχος 1659, Somavera 1709, Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ονοματολόγιο Ναυτικό 1884, Ηπίτης 1909, Thumb 1912, Ηπίτης 1920, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Ανδριώτης 1983, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Ζάκυνθος, Ηλεία, Κέρκυρα, Κρήτη, Λακωνία, Τσακώνικα | μπαίννου Λυκία | μπαίννω Κάρπαθος, Κύπρος, Νίσυρος, Ρόδος ~ μετοχή: μπασμένος Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Ακαδημία 2016

μπαΐους ου

πραματευτής ~ μπαΐους Ημαθία

μπάιους ου

μπάρμπας | θειος ~ μπάιους Κοζάνη, Πιερία

μπαϊράκι το

πολεμική σημαία | παντιέρα | φλάμπουρο | τούρκικο bayrak ~ μπαεράκι Κουκκίδης 1960, Κρήτη | μπαϊράκ Αιτωλοακαρνανία, Θεσσαλονίκη, Διδυμότειχο, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Μαγνησία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Φωκίδα | μπαϊράκι Βεντότης 1790, Σκαρλάτος 1835, Passow 1870, Legrand 1882, Miklosich 1884, Ηπίτης 1909, Βλαστός 1931, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Αχαΐα, Ζάκυνθος, Καστελλόριζο, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λευκάδα, Μεσσηνία, Νάξος | μπαϊράκκιν Κύπρος | μπαϊράτσι Τσακώνικα | μπαϊράχι Καππαδοκία | μπαργιάκι Κουκκίδης 1960 | παϊράχ Πόντος | παϊράχιν Πόντος

μπαϊρακιάς ο

αρχηγός (λόγιο) ~ μπαϊρακιάς Κρήτη

μπαϊράμι το

γιορτή των μουσουλμάνων μετά το ραμαζάνι | τούρκικο bayram ~ βαϊράμι Πρωία 1934 | μπαεράμι Κρήτη | μπαϊράμ Θεσσαλία, Ιωάννινα, Καστοριά, Κοζάνη, Σέρρες, Φωκίδα | μπαϊράμι Βεντότης 1790, Miklosich 1884, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κριαράς 1995, ΑΠΘ 1998, Ακαδημία 2016, Επτάνησα, Θεσπρωτία, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Ρόδος | μπαϊράμιν Κύπρος | μπαριάμι Κουκκίδης 1960 | παϊράμ Πόντος | παϊράμιν Πόντος

μπαϊραχτάρης ο

σημαιοφόρος (λόγιο) ~ μπαερακτάρης Κρήτη | μπαεραχτάρης Κρήτη | μπαϊρακτάρης Σκαρλάτος 1835, Legrand 1882, Ηπίτης 1909, Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κουκκίδης 1960, Ανδριώτης 1983, Κρήτη, Κύπρος, Μέγαρα | μπαϊρακτάρς Κουκκίδης 1960, Σέρρες | μπαϊραχτάρης Βλαστός 1931 Πρωία 1934, Δημητράκος 1950, Κριαράς 1995, Κρήτη | μπαϊραχτάρς Αιτωλοακαρνανία

μπαϊρεύγω

επιδιώκω να διευθύνω ~ μπαϊρεύγω Πάρος

μπαϊρεύω

μπαϊριάζω ~ μπαϊρεύω Αρκαδία

μπαΐρι το

χερσότοπος | πλαγιά | λόφος (λόγιο) τούρκικο bayır ~ μπαγίρ Κουκκίδης 1960, Αϊβαλί, Ίμβρος, Λέσβος, Μακεδονία, Μοσχονήσι | μπαγίρι Κουκκίδης 1960, Κωνσταντινούπολη | μπαΐρ Κουκκίδης 1960, Αιτωλοακαρνανία, Αλόννησος, Άνδρος, Άρτα, Γρεβενά, Ευρυτανία, Θάσος, Θεσσαλονίκη, Καρδίτσα, Καστοριά, Κοζάνη, Λάρισα, Μαγνησία, Ορεστιάδα, Πιερία, Σάμος, Σαρακατσάνικα, Σέρρες, Σιάτιστα, Τρίκαλα, Φωκίδα, Χαλκιδική | μπαΐρι Ανδριώτης 1983, Αρκαδία, Δρόπολη, Ηλεία, Κορινθία, Κρήτη, Κωνσταντινούπολη, Λακωνία, Λευκάδα, Πάρος | παΐρ Πόντος | παΐριν Πόντος ~ θηλυκό: μπαγίρα Λέσβος | μπαΐρα Κρήτη

μπαϊριάζω

γίνομαι μπαΐρι, χερσότοπος (για γη) ~ μπαϊριάζω Αρκαδία

μπαΐριασμα το

μετατροπή μιας καλλιεργημένης γης σε χερσότοπο ~ μπαΐριασμα Αρκαδία

μπαϊρίσιος

βουνίσιος ~ μπαϊρίσιος Λέσβος ~ θηλυκό: μπαϊρίσια | μπαγιρίσια Λέσβος

μπαϊτάρης ο

κτηνίατρος (λόγιο) | τούρκικο: baytar ~ μπαϊτάρης Κωνσταντινούπολη ~ θηλυκό: μπαϊτάρισσα Κωνσταντινούπολη

μπαϊτό του

διάλειμμα των ψαράδων από τη δουλειά τους ~ μπαϊτό Μαγνησία